Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Αναίρεση * Λόγοι αναιρέσεως * Απλή επανάληψη των λόγων ακυρώσεως και των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου * Απαράδεκτο * Απόρριψη
(Οργανισμός του Δικαστηρίου ΕΟΚ, άρθρα 41 και 51 Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 112 PAR 1, στοιχ. γ')
2. Αναίρεση * Λόγοι αναιρέσεως * Πλημμελής διαδικασία * Εξέταση μαρτύρων * Μάρτυρας του οποίου δεν ζητήθηκε η εξαίρεση ενώπιον του Πρωτοδικείου * Αίτηση εξαιρέσεως μάρτυρα υποβαλλόμενη για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου * Απαράδεκτο * Απόρριψη
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 73 PAR PAR 1 και 2)
Περίληψη
1. Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 51 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και του άρθρου 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του Κανονισμού Διαδικασίας προκύπτει ότι στην αίτηση αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται επακριβώς τα αμφισβητούμενα στοιχεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως καθώς και τα νομικά επιχειρήματα επί των οποίων στηρίζεται συγκεκριμένα η αίτηση αυτή.
Δεν πληροί τον όρο αυτό μια αίτηση αναιρέσεως που περιορίζεται στην επανάληψη ή στην κατά λέξη παράθεση των λόγων ακυρώσεως και των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ήδη ενώπιον του Πρωτοδικείου, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που στηρίζονταν σε περιστατικά τα οποία ρητώς απορρίφθηκαν από το Πρωτοδικείο. Πράγματι, μια τέτοια αίτηση αναιρέσεως συνιστά, στην πραγματικότητα, αίτηση απλής επανεξετάσεως της προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου, η οποία, κατά το προαναφερθέν άρθρο 49 του Οργανισμού, δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.
2. Είναι προδήλως απαράδεκτος, στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, λόγος ο οποίος ερείδεται στην αντικανονική εξέταση μάρτυρα από το Πρωτοδικείο, εφόσον ο αναιρεσείων, μολονότι είχε τη δυνατότητα να ζητήσει την εξέταση του μάρτυρα αυτού υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 73 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ουδέποτε προέβαλε κατά τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου οποιαδήποτε αντίρρηση ως προς την εξέταση του μάρτυρα.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-244/92 P,
Leonella Kupka-Floridi,εκπροσωπούμενη από τον P. Gerard, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο A. Schmitt, 62, avenue Guillaume,
αναιρεσείουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως που εξέδωσε την 1η Απριλίου 1992 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (τρίτο τμήμα) στην υπόθεση Τ-26/91, μεταξύ της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής και της Leonella Kupka-Floridi,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η
Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον M. Bermejo Garde, επικουρούμενο από τον D. Waelbroeck, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Nicola Annecchino, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας της Επιτροπής, Centre Wagner, Kirchberg, η οποία ζήτησε την ολοσχερή απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από O. Due, Πρόεδρο, Κ. Ν. Κακούρη, G. C. Rodriguez Iglesias, M. Zuleeg και J. L. Murray, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, R. Joliet, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida, F. Grevisse, M. Diez de Velasco, P. J. G. Kapteyn και D. A. O. Edward, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: J.-G. Giraud
έχοντας υπόψη το άρθρο 119 του Κανονισμού Διαδικασίας,
κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 26 Μαΐου 1992, η L. Kupka-Floridi άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού (ΕΟΚ) του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της αποφάσεως της 1ης Απριλίου 1992, με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα με αίτημα να ακυρωθεί η απόφαση που είχε λάβει κατ' αυτής η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή κατά το πέρας της περιόδου δοκιμασίας της, να της επιδικασθεί αποζημίωση, καθώς και να της δοθεί η δυνατότητα να συμπληρώσει νέα περίοδο δοκιμασίας και να εκτιμηθούν εκ νέου, μετά το πέρας της περιόδου αυτής, τα επαγγελματικά της προσόντα.
2 Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η L. Kupka-Floridi προσελήφθη την 1η Οκτωβρίου 1989 ως δόκιμη υπάλληλος με τον βαθμό LA 7 στο τμήμα ιταλικής μεταφράσεως της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, συμπλήρωσε δε την περίοδο δοκιμασίας υπό την επίβλεψη του Pertoldi, προϊσταμένου του ως άνω τμήματος. Κατά το πέρας της περιόδου δοκιμασίας συντάχθηκε έκθεση προκειμένου να διαφωτισθεί η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, στην προκειμένη περίπτωση ο Γενικός Γραμματέας της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, ως προς το κατά πόσον η Kupka-Floridi διέθετε τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα για να μονιμοποιηθεί. Κατόπιν της εκθέσεως αυτής, η οποία περιείχε αρνητική γνώμη ως προς τα εν λόγω προσόντα, ο Γενικός Γραμματέας αποφάσισε, στις 27 Ιουνίου 1990, την απόλυση της Kupka-Floridi. Η τελευταία υπέβαλε στις 24 Σεπτεμβρίου 1990 διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως απολύσεως και, μετά την απόρριψη της διοικητικής ενστάσεως, άσκησε προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου ζητώντας να ακυρωθεί η απόφαση αυτή, να της επιδικασθεί αποζημίωση και να της επιτραπεί να συμπληρώσει δεύτερη περίοδο δοκιμασίας.
3 Ενώπιον του Πρωτοδικείου, η Kupka-Floridi προέβαλε διαφόρους λόγους ακυρώσεως συνιστάμενους στη μη τήρηση εσωτερικού υπηρεσιακού σημειώματος της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την αξιολόγηση των δοκίμων υπαλλήλων, στην παραβίαση της αρχής της αρωγής εκ μέρους των ιεραρχικώς προϊσταμένων, οι οποίοι, κατ' αυτήν, δεν της έδωσαν καμία συμβουλή προκειμένου να βελτιώσει τις επιδόσεις της, στην πεπλανημένη αξιολόγηση της συμπεριφοράς της εκ μέρους των ως άνω προϊσταμένων της και στην προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας λόγω της καθυστερημένης κοινοποιήσεως της εκθέσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας καθώς και της καθυστερημένης συγκλήσεως της επιτροπής εκθέσεων.
4 Το Πρωτοδικείο έκρινε τους ανωτέρω λόγους αβάσιμους και απέρριψε την προσφυγή με την απόφαση της 1ης Απριλίου 1992. Η απόφαση αυτή στηρίζεται ως προς ορισμένα σημεία σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από αυτά που προσπάθησε να αποδείξει η Kupka-Floridi.
5 H Kupka-Floridi ζητεί τώρα από το Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση του Πρωτοδικείου με τη γενική αιτιολογία ότι το Πρωτοδικείο, απορρίπτοντας την προσφυγή της, παρέβη το κοινοτικό δίκαιο. Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει τους λόγους ακυρώσεως που είχε προβάλει πρωτοδίκως, συμπεριλαμβανομένων των λόγω ακυρώσεως του οποίους το Πρωτοδικείο απέρριψε ως ερειδόμενους επί μη αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, προσθέτει δε στους λόγους αυτούς δύο νέα επιχειρήματα που αφορούν την εξέταση του προϊσταμένου τμήματος Pertoldi ως μάρτυρα.
6 Το Δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει επί της αιτήσεως αναιρέσεως που του υποβλήθηκε, θα εξετάσει χωριστά, μεταξύ των λόγων που προβάλλει η αναιρεσείουσα, τους λόγους που προβλήθηκαν ήδη ενώπιον του Πρωτοδικείου και τους λόγους που προβάλλονται για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου.
Επί των λόγων ακυρώσεως που προβλήθηκαν ήδη ενώπιον του Πρωτοδικείου
7 Όσον αφορά τους λόγους ακυρώσεως που προβλήθηκαν ήδη ενώπιον του Πρωτοδικείου, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 49, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού (ΕΟΚ) του Δικαστηρίου, αναίρεση μπορεί να ασκηθεί είτε κατά οριστικής αποφάσεως του Πρωτοδικείου είτε κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου με την οποία επιλύεται εν μέρει η διαφορά ως προς την ουσία ή επιλύεται δικονομικό ζήτημα που αφορά ένσταση αναρμοδιότητας ή απαραδέκτου.
8 Εξάλλου, πρέπει να τονιστεί ότι, κατά το άρθρο 51 του Οργανισμού (ΕΟΚ) του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα και πρέπει να στηρίζεται σε λόγους που αφορούν αναρμοδιότητα του Πρωτοδικείου, πλημμέλειες κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία που θίγουν τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος ή παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από το Πρωτοδικείο. Στα ίδια πλαίσια, το άρθρο 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου προβλέπει ότι στην αίτηση αναιρέσεως πρέπει να προσδιορίζονται οι νομικοί λόγοι και τα επιχειρήματα που προβάλλονται προς στήριξη των αιτημάτων που υποβάλλει ο αναιρεσείων στο Δικαστήριο.
9 Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στην αίτηση αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται επακριβώς τα αμφισβητούμενα στοιχεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως καθώς και τα νομικά επιχειρήματα επί των οποίων στηρίζεται συγκεκριμένα η αίτηση αυτή.
10 Δεν πληροί τον όρο αυτό μια αίτηση αναιρέσεως που περιορίζεται στην επανάληψη ή, όπως στην υπό κρίση περίπτωση, στην κατά λέξη παράθεση των λόγων ακυρώσεως και των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ήδη ενώπιον του Πρωτοδικείου, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που στηρίζονταν σε περιστατικά τα οποία ρητώς απορρίφθηκαν από το Πρωτοδικείο. Πράγματι, μια τέτοια αίτηση αναιρέσεως συνιστά, στην πραγματικότητα, αίτηση απλής επανεξετάσεως της προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου, η οποία, κατά το προαναφερθέν άρθρο 49 του Οργανισμού, δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.
11 Για τους λόγους αυτούς, πρέπει να θεωρηθεί ότι οι λόγοι ακυρώσεως που προέβαλε η αναιρεσείουσα με την προσφυγή της και τους οποίους επαναλαμβάνει με την αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως προδήλως απαράδεκτοι κατ' εφαρμογή του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας.
Επί των λόγων ακυρώσεως που προβάλλονται για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου
12 Στη συνέχεια, θα εξεταστούν οι λόγοι ακυρώσεως του οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου.
13 Συναφώς, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, πρώτον, ότι ο προϊστάμενος του τμήματος, εφόσον μετέσχε στη σύνταξη της εκθέσεως κατά το πέρας της περιόδου δοκιμασίας που αποτέλεσε τη βάση στην οποία στηρίχθηκε η απόφαση απολύσεως, έπρεπε να θεωρηθεί ως διάδικος στην υπό κρίση διαφορά και, κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να εξεταστεί ως μάρτυρας από το Πρωτοδικείο.
14 Επ' αυτού του σημείου, πρέπει να παρατηρηθεί, χωρίς το Δικαστήριο να προβεί στην κατ' ουσία εξέταση του λόγου ακυρώσεως, ότι το άρθρο 73, παράγραφοι 1 και 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου περιέχει κανόνες τους οποίους οφείλει να τηρήσει ο διάδικος ο οποίος προτίθεται να ζητήσει την εξαίρεση μάρτυρα για ανικανότητα, ανεπιτηδειότητα ή οποιονδήποτε άλλο λόγο. Η διάταξη αυτή προβλέπει ρητώς ότι η εξαίρεση προτείνεται εντός δύο εβδομάδων από την επίδοση της διατάξεως με την οποία κλητεύεται ο μάρτυρας (παράγραφος 2) και ότι στο Πρωτοδικείο εναπόκειται να αποφασίσει επί του παρεμπίπτοντος αυτού ζητήματος (παράγραφος 1).
15 Η αναιρεσείουσα, όμως, ουδέποτε προέβαλε κατά τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου οποιαδήποτε αντίρρηση ως προς την εξέταση του Pertoldi ως μάρτυρα.
16 Αντιθέτως, όταν ο Γραμματέας του Πρωτοδικείου της γνωστοποίησε, με συστημένη επιστολή της 13ης Ιανουαρίου 1992, την πρόθεση του Πρωτοδικείου να εξετάσει τον Pertoldi και της ζήτησε να διατυπώσει τις ενδεχόμενες παρατηρήσεις της επί του σημείου αυτού πριν από τις 17 Ιανουαρίου 1992, η αναιρεσείουσα, με τηλεαντίγραφο της 16ης Ιανουαρίου 1992, δήλωσε ότι συμφωνεί πλήρως ως προς την πραγματοποίηση αυτής της εξετάσεως μάρτυρα.
17 Επιπλέον, το Πρωτοδικείο εξέδωσε στις 17 Ιανουαρίου 1992 τη διάταξη με την οποία κλητεύθηκε ο Pertoldi και αντίγραφο αυτής της διατάξεως επιδόθηκε αυθημερόν από τον Γραμματέα στην αναιρεσείουσα, χωρίς αυτή να εκδηλώσει, εντός της προθεσμίας που προβλέπει η προαναφερθείσα διάταξη, πρόθεση να ζητήσει την εξαίρεση του μάρτυρα.
18 Εξάλλου, η αναιρεσείουσα ήταν παρούσα κατά την εξέταση του μάρτυρα αλλά δεν προέβαλε τότε καμία αντίρρηση ως προς την επίδικη μαρτυρία.
19 Από τα ανωτέρω έπεται ότι η αναιρεσείουσα, μη διατυπώνοντας καμία αντίρρηση ως προς την εξέταση του Pertoldi κατά τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου, συμφώνησε με την εξέταση του μάρτυρα την οποία αποφάσισε το Πρωτοδικείο. Κατά συνέπεια, ο συναφής λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η αναιρεσείουσα πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτος.
20 Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως που προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου αφορά τα πρακτικά της καταθέσεως του μάρτυρα τα οποία, κατά την αναιρεσείουσα, δεν αναφέρουν ότι δόθηκε ο όρκος τον οποίο κάθε μάρτυρας οφείλει να δώσει όταν καταθέτει, σύμφωνα με το άρθρο 68, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.
21 Επί του σημείου αυτού παρατηρείται ότι, αντίθετα προς ό,τι ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, τα πρακτικά περιέχουν μνεία ότι ο μάρτυρας ορκίστηκε σύμφωνα με την ως άνω διάταξη. Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, το οποίο φέρει την υπογραφή του Προέδρου τμήματος και του Γραμματέα του Πρωτοδικείου και κοινοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα με συστημένη επιστολή της 16ης Μαρτίου 1992, ο μάρτυρας εξετάστηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1992 και έδωσε τον όρκο στις 10.51'.
22 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος.
23 Από τις ανωτέρω σκέψεις, προκύπτει ότι οι λόγοι που προβάλλει η αναιρεσείουσα προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέοι κατ' εφαρμογή του προαναφερθέντος άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας, δεδομένου ότι είναι είτε προδήλως απαράδεκτοι είτε προδήλως αβάσιμοι.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
24 Κατά το άρθρο 70 του Κανονισμού Διαδικασίας, στις διαφορές μεταξύ των Κοινοτήτων και των υπαλλήλων τους τα όργανα φέρουν τα έξοδά τους. Ωστόσο, από το άρθρο 122, δεύτερο εδάφιο, του ιδίου κανονισμού, προκύπτει ότι ο κανόνας αυτός δεν έχει εφαρμογή επί των αιτήσεων αναιρέσεως που ασκούνται από μόνιμο ή άλλο υπάλληλο οργάνου. Στις διαδικασίες αυτές πρέπει, συνεπώς, να εφαρμόζεται το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο προβλέπει ότι ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Στην υπό κρίση υπόθεση, η L. Kupka-Floridi ηττήθηκε και πρέπει, συνεπώς, να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει τη L. Kupka-Floridi στα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 26 Απριλίου 1993.
Full & Egal Universal Law Academy