Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Προσφυγή ακυρώσεως - Φυσικά ή νομικά πρόσωπα - Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά - Απόφαση της Επιτροπής να μην προβάλει αντιρρήσεις ως προς τη χορήγηση κρατικής ενισχύσεως - Συναλλασσόμενος μη ευρισκόμενος σε σχέση ανταγωνισμού με τον υπέρ ου η ενίσχυση - Απαράδεκτο
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 93 PAR 2, και 173, εδ. 2)
Περίληψη
Είναι απαράδεκτη προσφυγή ακυρώσεως ασκούμενη από φυσικό ή νομικό πρόσωπο κατά αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία κρίνεται ότι συμβιβάζεται με την κοινή αγορά ορισμένη κρατική ενίσχυση, όταν η επίδικη ενίσχυση ωφελεί αποκλειστικά ομάδα επιχειρήσεων με τις οποίες ούτε το προσφεύγον πρόσωπο ούτε οι συναλλασσόμενοι τους οποίους εκπροσωπεί βρίσκονται σε σχέση ανταγωνισμού. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά τον προσφεύγοντα άμεσα και ατομικά.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-295/92,
Landbouwschap, οργανισμός δημοσίου δικαίου, με έδρα τη Χάγη (Κάτω Χώρες), εκπροσωπούμενος από τον J. J. Feenstra, δικηγόρο Ρόττερνταμ, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο M. Loesch, 8, rue Zithe,
προσφεύγων,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τους Michel Nolin και Pieter van Nuffel, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως της 29ης Απριλίου 1992 που απηύθυνε η Επιτροπή στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών και με την οποία το εν λόγω όργανο αποφάσισε να μην προβάλει αντιρρήσεις σε σχέση με τα στοιχεία κρατικών ενισχύσεων που περιέχονται στο σχέδιο νόμου περί τροποποιήσεως του Wet Algemene Bepalingen Milieuhygiene (νόμος περί γενικών διατάξεων για την προστασία του περιβάλλοντος),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, R. Joliet, F. A. Schockweiler, F. Grevisse και P. J. G. Kapteyn, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodriguez Iglesias, M. Zuleeg και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: J.-G. Giraud
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Ιουλίου 1992, ο Landbouwschap ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση της αποφάσεως της 29ης Απριλίου 1992 που απηύθυνε η Επιτροπή στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών και με την οποία το εν λόγω όργανο αποφάσισε να μην προβάλει αντιρρήσεις σε σχέση με τα στοιχεία κρατικών ενισχύσεων που περιέχονται στο σχέδιο νόμου περί τροποποιήσεως του Wet Algemene Bepalingen Milieuhygiene (στο εξής: WABM).
2 Στις 16 Ιανουαρίου 1992, η Ολλανδική Κυβέρνηση κοινοποίησε στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης, το νομοσχέδιο περί τροποποιήσεως του WABM. Με τις σχεδιαζόμενες τροποποιήσεις, η εν λόγω κυβέρνηση προετίθετο να προσαρμόσει τους φόρους επί των υγρών καυσίμων κατά τρόπον ώστε αυτοί να επιβάλλονται, ισομερώς, ανάλογα με το περιεχόμενο των καυσίμων σε ενέργεια και την περιεκτικότητά τους σε διοξείδιο του άνθρακα, προκειμένου, με τον τρόπο αυτό, να ευνοηθεί, αφενός, η αποτελεσματικότερη χρησιμοποίηση της ενέργειας και, αφετέρου, η χρησιμοποίηση πηγών ενεργείας με χαμηλότερη περιεκτικότητα σε διοξείδιο του άνθρακα.
3 Ωστόσο, το σχέδιο νόμου προβλέπει μια σειρά αποκλίσεις από το καθιερούμενο σύστημα φορολογίας. Πρώτον, για τον υπολογισμό του φόρου επί των καταλοίπων αερίων, που εκλύονται στο πλαίσιο ορισμένων παραγωγικών διαδικασιών, λαμβάνεται υπόψη μόνον η περιεκτικότητα σε διοξείδιο του άνθρακα, γεγονός που συνεπάγεται μείωση του φόρου επί της καταναλώσεως των αερίων αυτών. Δεύτερον, ηλεκτρογεννητικοί σταθμοί που χρησιμοποιούν άνθρακα ως καύσιμο απολαύουν συστήματος επιστροφών, εφόσον προβούν σε ορισμένες επενδύσεις για την αποθείωση των εκπομπών. Τρίτον, οι μεγάλοι χρήστες φυσικού αερίου απολαύουν μειώσεως του φόρου για κατανάλωση που υπερβαίνει τα 10 000 000 m3 ετησίως.
4 Με έγγραφο της 4ης Φεβρουαρίου 1992, η Επιτροπή ζήτησε από τις ολλανδικές αρχές συμπληρωματικές πληροφορίες τις οποίες θεώρησε ότι χρειαζόταν προκειμένου να εξετάσει το εν λόγω σχέδιο νόμου. Οι ολλανδικές αρχές ανταποκρίθηκαν στην αίτηση αυτή με έγγραφο της 27ης Φεβρουαρίου 1992.
5 Κατά το πέρας της εξετάσεως του νομοσχεδίου, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προνομιακή τιμή που εφαρμοζόταν στα κατάλοιπα αέρια και στην κατανάλωση φυσικού αερίου που υπερέβαινε τα 10 000 000 m3 ετησίως καθώς και το σύστημα επιστροφών που ίσχυε για τους ηλεκτρογεννητικούς σταθμούς που τροφοδοτούνται με άνθρακα συνιστούσαν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Θεώρησε, ωστόσο, ότι οι εν λόγω ενισχύσεις μπορούσαν να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά δυνάμει του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ', της Συνθήκης και αποφάσισε, στις 29 Απριλίου 1992, να μην αντιταχθεί σ' αυτές.
6 Η Επιτροπή πληροφόρησε την Ολλανδική Κυβέρνηση περί της από 29 Απριλίου 1992 αποφάσεώς της με έγγραφο της 5ης Μαΐου 1992.
7 Κατά της αποφάσεως αυτής, που περιέχεται στο έγγραφο της Επιτροπής της 5ης Μαΐου 1992 προς την Ολλανδική Κυβέρνηση, ο Landbouwschap άσκησε την παρούσα προσφυγή ακυρώσεως.
8 Ο Landbouwschap είναι οργανισμός δημοσίου δικαίου που σκοπό έχει την προώθηση των συμφερόντων της ολλανδικής γεωργίας. Στο πλαίσιο αυτό έχει ειδική ευθύνη στον τομέα αυτό. Εκτός από τις αποφάσεις που καλείται να λάβει στον χώρο της καλλιέργειας οπωροκηπευτικών σε θερμοκήπια, ενεργεί και ως εκπρόσωπος των οργανισμών καλλιεργητών οπωροκηπευτικών όσον αφορά τις τιμές του φυσικού αερίου και, από τον Σεπτέμβριο του 1991, διεξάγει διαπραγματεύσεις με τις ολλανδικές αρχές για τη σύναψη πολυετούς συμφωνίας ως προς την εξοικονόμηση ενεργείας στον τομέα της καλλιέργειας οπωροκηπευτικών σε θερμοκήπια.
9 Προς στήριξη της προσφυγής του ακυρώσεως, ο Landbowschap υποστηρίζει ότι η Επιτροπή εξέδωσε την απόφασή της αγνοώντας ορισμένα ουσιώδη γεγονότα και περιστάσεις, ότι, κατά συνέπεια, αβασίμως θεώρησε ότι δεν έπρεπε να διατυπωθεί καμία αιτίαση κατά της σχεδιαζομένης ολλανδικής ρυθμίσεως και ότι κακώς δεν κίνησε τη διαδικασία εξετάσεως που προβλέπεται στο άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης. Αμφισβητεί, ιδίως, το κριτήριο των 10 000 000 m3 ετησίως με βάση το οποίο εφαρμόζεται το μέτρο ενισχύσεως υπέρ των μεγάλων καταναλωτών φυσικού αερίου. Φρονεί, εξάλλου, ότι, καλώντας την Ολλανδική Κυβέρνηση, με έγγραφο της 4ης Φεβρουαρίου 1992, να της παράσχει ορισμένες συμπληρωματικές πληροφορίες επί των σχεδιαζομένων μέτρων, η Επιτροπή ενήργησε κατά παράβαση των διαδικαστικών εγγυήσεων που προβλέπονται στο άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης.
10 Κατά το άρθρο 92, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, οσάκις η προσφυγή είναι προφανώς απαράδεκτη, το Δικαστήριο, κατόπιν ακροάσεως του γενικού εισαγγελέα, δύναται, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία, να αποφανθεί με αιτιολογημένη Διάταξη.
11 Προκειμένου να εκτιμηθεί το ζήτημα του παραδεκτού της παρούσας προσφυγής ακυρώσεως, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην πρώτη παράγραφο του ίδιου άρθρου, να ασκήσει προσφυγή κατά αποφάσεως που απευθύνεται σε άλλο πρόσωπο μόνον εφόσον η εν λόγω απόφαση το αφορά άμεσα και ατομικά. Κατά συνέπεια, το δικαίωμα για άσκηση προσφυγής του Landbouwschap εξαρτάται από το αν η απόφαση που απευθύνθηκε στην Ολλανδική Κυβέρνηση, με την οποία η Επιτροπή αποφάσισε να μην προβάλει αντιρρήσεις ως προς τα στοιχεία κρατικής ενισχύσεως που περιέχονται στο νομοσχέδιο περί τροποποιήσεως του WABM, το αφορά άμεσα και ατομικά.
12 Συναφώς αρκεί να επισημανθεί ότι, όπως προκύπτει από τον φάκελο της υποθέσεως, οι επίδικες ενισχύσεις ευνοούν αποκλειστικά μια ομάδα μεγάλων βιομηχανικών επιχειρήσεων με τις οποίες ούτε ο προσφεύγων ούτε οι καλλιεργητές οπωροκηπευτικών τους οποίους αυτός εκπροσωπεί βρίσκονται σε σχέση ανταγωνισμού. Η διατήρηση ή η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία η Επιτροπή επέτρεψε τη χορήγηση των εν λόγω ενισχύσεων στις βιομηχανικές επιχειρήσεις για τις οποίες πρόκειται, δεν μπορεί, κατά συνέπεια, να επηρεάσει με οποιονδήποτε τρόπο τα συμφέροντά τους. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά τον Landbouwschap.
13 Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι, με την προσφυγή του, ο Landbouwschap δεν παρέχει κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση τον αφορά άμεσα και ατομικά.
14 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, να απορριφθεί η προσφυγή που ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ως προφανώς απαράδεκτη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
15 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι ο προσφεύγων ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Καταδικάζει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 30 Σεπτεμβρίου 1992.
Full & Egal Universal Law Academy