Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Προδικαστικά ερωτήματα * Παραδεκτό * Υποβολή ερωτήματος χωρίς καμία διευκρίνιση ως προς το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 177)
Περίληψη
Η ανάγκη μιας ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου η οποία να είναι χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο επιβάλλει στο δικαστήριο αυτό να καθορίζει το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται τα ερωτήματα που υποβάλλει ή τουλάχιστον να εξηγεί τις πραγματικές υποθέσεις στις οποίες βασίζονται τα ερωτήματα αυτά. Οι απαιτήσεις αυτές ισχύουν όλως ιδιαιτέρως στον τομέα του ανταγωνισμού, ο οποίος χαρακτηρίζεται από περίπλοκες πραγματικές και νομικές καταστάσεις.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-386/92,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του εισηγητή δικαστή στη διαδικασία πτωχεύσεως της εταιρίας Monin Automobiles * Maison du deux-roues (στο εξής: εταιρία Monin), δικαστή στο Tribunal de commerce de Romans, προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30 και 85 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, Κ. Ν. Κακούρη, G. C. Rodriguez Iglesias, M. Zuleeg και J. L. Murray, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, R. Joliet, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida, F. Grevisse, M. Diez de Velasco, P. J. G. Kapteyn και D. A. O. Edward, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: J.-G. Giraud
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 14ης Οκτωβρίου 1992, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 26 Οκτωβρίου 1992, η εισηγητής δικαστής στη διαδικασία της πτωχεύσεως της εταιρίας Monin, δικαστής στο Tribunal de commerce de Romans, υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30 και 85 της Συνθήκης:
"* Ενόψει της εξελίξεως της κοινής πολιτικής εισαγωγών αυτοκινήτων οχημάτων ασιατικής προελεύσεως, εξακολουθεί να υφίσταται 'κοινοτικό συμφέρον' για την άσκηση προσφυγής κατά του κράτους μέλους το οποίο παρενέβαλε παράνομα εμπόδια στις παράλληλες εισαγωγές οχημάτων ορισμένων ασιατικών εταιριών, τα οποία τελούσαν σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλα κράτη μέλη, και κατά τον τρόπο αυτό οδήγησε σε πτώχευση τις επιχειρήσεις που υπήρξαν θύματα της πρακτικής αυτής;
Σημαίνει η πολιτική αυτή ότι η Κοινότητα μπορεί να συνεργαστεί με το κράτος μέλος, όσον αφορά την αντίθετη προς τη Συνθήκη πρακτική, και να νομιμοποιήσει εκ των υστέρων τις ενέργειες του κράτους που συνιστούν παράβαση και οι οποίες συνίστανται, μεταξύ άλλων, σε διπλούς τεχνικούς ελέγχους, σκοπός των οποίων είναι να καθυστερήσει υπερβολικά η χορήγηση άδειας κυκλοφορίας στα οχήματα των εταιριών που δεν μετέχουν στη λεγόμενη συμφωνία αυτοπεριορισμού, στην άσκηση αθέμιτων ποινικών διώξεων κατά των αγοραστών των οχημάτων αυτών, κ.λπ., ενόψει και μόνο της λεγόμενης συμφωνίας 'ΕΟΚ-Ιαπωνίας' ;
* Γεννάται ευθύνη του κράτους μέλους το οποίο, προκειμένου να προστατεύσει την πολιτική που ασκεί για τη ρύθμιση της αγοράς των οχημάτων ασιατικής προελεύσεως, οργανώνει την αγορά αυτή κατά τρόπο αντιβαίνοντα προς τους κανόνες περί ανταγωνισμού, ευνοώντας τη σύναψη συμφωνίας αντίθετης προς το άρθρο 85; Γεννάται η ευθύνη αυτή, ανεξάρτητα από τη διαδικασία λόγω παραβάσεως που προβλέπει το άρθρο 169, έναντι κυρίως των επιχειρήσεων οι οποίες αναγκάστηκαν, λόγω των παράνομων ενεργειών του κράτους μέλους αυτού, να κηρυχθούν σε κατάσταση παύσεως πληρωμών, αφού οι εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την προστασία των δικαιωμάτων που παρέχει η Συνθήκη στους ιδιώτες;
* Μπορεί η παρεμβολή εμποδίων στις εισαγωγές ιαπωνικών ή κορεατικών οχημάτων από άλλα κράτη μέλη, εντός των οποίων τελούν σε ελεύθερη κυκλοφορία, να δικαιολογηθεί από το γεγονός ότι στην αγορά του οικείου κράτους μέλους υφίσταται ένα σύστημα αυτοπεριορισμού, στο πλαίσιο του οποίου πέντε επιχειρήσεις έχουν αναλάβει τη δέσμευση να μην υπερβαίνουν μια συνολική ποσόστωση, την οποία κατανέμουν μεταξύ τους χωρίς ανταγωνισμό, υπό τον όρο ότι το τμήμα αυτό της αγοράς θα τους ανήκει, εφόσον αποτέλεσμα και σκοπός του συστήματος αυτού είναι η πλήρης απαγόρευση των παράλληλων εισαγωγών από τα άλλα κράτη μέλη και η αδυναμία ασκήσεως της εμπορικής δραστηριότητας του εμπορικού αντιπροσώπου;
* Μπορεί η καθυστέρηση κατά τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας στα οχήματα που εμφανίζονται μεμονωμένα, αφού η παραλαβή δεν αφορά ορισμένο τύπο καινουργών οχημάτων, καθυστέρηση που οφείλεται μόνο στις διοικητικές απαιτήσεις και στα διοικητικά εμπόδια, να καταλογίζεται στον εισαγωγέα από τα εθνικά δικαστήρια και να θεωρείται ότι δεν αποτελεί πρόσθετο εμπόριο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και στην εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν τον τομέα του αυτοκινήτου, μολονότι η προκαλούμενη διατάραξη και οι σχετικές οικονομικές συνέπειες είναι αποτρεπτικές για τους καταναλωτές που επιθυμούν να εισαγάγουν τέτοια οχήματα, τα οποία τελούν σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός άλλου κράτους μέλους, και οι οποίοι στερούνται έτσι τη δυνατότητα να επωφεληθούν από την ενιαία αγορά, αφού η επιλογή τους στρέφεται, παρά τη θέλησή τους, προς άλλες μάρκες;
* Καλύπτει τις παραβάσεις του άρθρου 85 η πολιτική που εφαρμόζει ένα κράτος μέλος ως προς τις εισαγωγές οχημάτων από ασιατικές χώρες, πολιτική που συνίσταται στην καθιέρωση μιας ποσοστώσεως που προορίζεται για πέντε μόνο ευνοούμενες επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν συμφωνήσει και επωφελούνται σχετικά;
Με άλλα λόγια, μπορούν οι επιχειρήσεις που επωφελούνται από ένα λεγόμενο σύστημα αυτοπεριορισμού να στηρίζονται στην έγκριση του κράτους μέλους εντός του εδάφους του οποίου αναπτύσσει τα αποτελέσματά της η συμφωνία τους, προκειμένου να νομιμοποιήσουν τη συμφωνία αυτή, όταν το σύστημα καταλήγει, μεταξύ άλλων, στο να τους επιφυλάσσεται ένα τμήμα της αγοράς, το οποίο κατανέμουν μεταξύ τους χωρίς ανταγωνισμό, και στο να απαγορεύονται οι παράλληλες εισαγωγές;"
2 Με τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, η Γαλλική Κυβέρνηση προτείνει, καταρχάς, να εξεταστεί κατά πόσον, στην υπό κρίση περίπτωση, ο εισηγητής δικαστής πρέπει να θεωρηθεί ως δικαστήριο υπό την έννοια του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ. Συγκεκριμένα, η υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων, έστω και αν γίνεται με τη μορφή διατάξεως, δεν εμπίπτει στο πλαίσιο δικαιοδοτικής αρμοδιότητας του εισηγητή δικαστή, δεδομένου ότι, στο στάδιο αυτό, ο ρόλος του εισηγητή δικαστή περιορίζεται στην αναζήτηση και συγκέντρωση πληροφοριακών στοιχείων. Δεύτερον, η Γαλλική Κυβέρνηση αμφισβητεί την ύπαρξη διαφοράς με την εταιρία Monin. Συγκεκριμένα, στην υπό κρίση περίπτωση, ενώπιον του εισηγητή δικαστή δεν εκκρεμεί καμία διαδικασία κατά του Γαλλικού Δημοσίου, υπό την έννοια της αποφάσεως της 21ης Απριλίου 1988 στην υπόθεση 338/85, Fratelli Pardini, Συλλογή 1988, σ. 2041, σκέψεις 10 και 11). Τέλος, λόγω της πλήρους ελλείψεως αιτιολογίας της διατάξεως καθώς και του άκρως γενικού χαρακτήρα των υποβληθέντων ερωτημάτων μπορεί, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, να τεθεί ζήτημα απαραδέκτου των υποβληθέντων ερωτημάτων, υπό την έννοια της αποφάσεως της 16ης Ιουλίου 1992 στην υπόθεση C-83/91, Meilicke, Συλλογή 1992, σ. Ι-4871.
3 Η Επιτροπή παρατηρεί, καταρχάς, ότι είναι δύσκολο να θεωρηθεί ο εισηγητής δικαστής ως δικαστήριο υπό την έννοια του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ (απόφαση της 18ης Ιουνίου 1980, υπόθεση 138/80, Borker, Rec. 1980, σ. 1975 διάταξη της 5ης Μαρτίου 1986, υπόθεση 318/85, Greis Unterweger, Συλλογή 1986, σ. 955 απόφαση της 11ης Ιουνίου 1987, υπόθεση 14/86, Pretore di Salo, Συλλογή 1986, σ. 2545, και προαναφερθείσα απόφαση Pardini). Δεύτερον, ενώπιον του εισηγητή δικαστή δεν έχει αχθεί διαφορά και, τέλος, ελλείψει πραγματικών και νομικών στοιχείων δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί η σχέση που υφίσταται μεταξύ των προδικαστικών ερωτημάτων και του αντικειμένου της υποθέσεως της κύριας δίκης (προαναφερθείσα απόφαση Meilicke και απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1993, υποθέσεις C-320/90, C-321/90 και C-322/90, Telemarsicabruzzo, Telaltitalia, Telelazio, Συλλογή 1993, σ. Ι-393).
4 Τα στοιχεία τα οποία διαθέτει το Δικαστήριο κατά το παρόν στάδιο της διαδικασίας δεν του επιτρέπουν να καθορίσει κατά πόσον ο εισηγητής δικαστής πρέπει να θεωρηθεί στην υπό κρίση περίπτωση ως δικαστήριο υπό την έννοια του άρθρου 177, ούτε αν έχει αχθεί ενώπιόν του διαφορά.
5 Ωστόσο, δεν κρίνεται αναγκαίο να εξεταστεί αναλυτικότερα η ενδεχόμενη έλλειψη αρμοδιότητας του Δικαστηρίου για τους λόγους αυτούς, δεδομένου ότι τα προδικαστικά ερωτήματα είναι ούτως ή άλλως απαράδεκτα.
6 Πράγματι, πρέπει να υπομνησθεί ότι η ανάγκη μιας ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου η οποία να είναι χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο επιβάλλει στο δικαστήριο αυτό να καθορίζει το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται τα ερωτήματα που υποβάλλει ή τουλάχιστον να εξηγεί τις πραγματικές υποθέσεις στις οποίες βασίζονται τα ερωτήματα αυτά (προαναφερθείσα απόφαση Telemarsicabruzzo, Telaltitalia, Telelazio, σκέψη 6).
7 Όπως παρατήρησε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Telemarsicabruzzo, Telaltitalia, Telelazio, οι απαιτήσεις αυτές ισχύουν όλως ιδιαιτέρως σε ορισμένους τομείς, όπως ο τομέας του ανταγωνισμού, που χαρακτηρίζονται από περίπλοκες πραγματικές και νομικές καταστάσεις.
8 Η διάταξη περί παραπομπής περιορίζεται στην υποβολή των ανωτέρω προδικαστικών ερωτημάτων, χωρίς να παρέχει οποιαδήποτε ένδειξη ως προς τα στοιχεία στα οποία βασίζονται τα ερωτήματα αυτά.
9 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να αναγνωριστεί, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 92 του Κανονισμού Διαδικασίας, ότι τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο είναι προδήλως απαράδεκτα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
10 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού εισηγητή δικαστή, σ' αυτόν εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
διατάσσει:
Ενόψει των ερωτημάτων που υπέβαλε στο Δικαστήριο, με διάταξη της 14ης Οκτωβρίου 1992, ο εισηγητής δικαστής στη διαδικασία πτωχεύσεως της εταιρίας Monin, η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη.
Λουξεμβούργο, 26 Απριλίου 1993.
Full & Egal Universal Law Academy