Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων - Προϋποθέσεις παραδεκτού - Παραδεκτό της κύριας προσφυγής - Δεν αποτελεί - Όρια
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 185 και 186 Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 PAR 2)
2. Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων - Αναστολή εκτελέσεως - Προσωρινά μέτρα - Προϋποθέσεις χορηγήσεως - Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 185 και 186 Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 PAR 2)
Περίληψη
1. Αν, στο πλαίσιο διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η κύρια προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη, το Δικαστήριο, δικάζον κατά τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, οφείλει να κρίνει αν υπάρχουν εκ πρώτης όψεως ορισμένα στοιχεία βάσει των οποίων να μπορεί να πιθανολογεί το παραδεκτό της προσφυγής.
2. Εφόσον η ακύρωση ορισμένων πράξεων μιας διαδικασίας που έχει κινήσει ορισμένο όργανο συνεπάγεται ακυρότητα ολόκληρης της διαδικασίας αυτής και υποχρεώνει το όργανο να την επαναλάβει, ο εμπλεκόμενος στη διαδικασία αυτή αιτών δεν μπορεί λυσιτελώς να υποστηρίξει ότι υπάρχει κίνδυνος προκλήσεως σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας εκ του ότι οι εν λόγω πράξεις ενδέχεται να ακυρωθούν αφού προηγουμένως το συγκεκριμένο όργανο θα έχει εκδώσει την τελική απόφασή του με την ολοκλήρωση της κινηθείσας διαδικασίας.
A/s
Διάδικοι
Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-10/92 R,
Cimenteries CBR SA, με έδρα τις Βρυξέλλες (Βέλγιο), εκπροσωπούμενη από τους Michel Waelbroeck, Alexandre Vandencasteele και Denis Waelbroeck, δικηγόρους Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Ernest Arendt, 4, avenue Marie-Therese,
Τ-11/92 R,
Blue Circle Industries PLC, με έδρα το Λονδίνο (Ηνωμένο Βασίλειο), εκπροσωπούμενη από τους Paul Lasok και Vivien Rose, barristers, και από τον Graham Child, solicitor του Supreme Court, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το γραφείο Elvinger & Hoss, 15, Cote d' Eich,
T-12/92 R,
Syndicat National des Fabricants de Ciments et de Chaux, με έδρα το Παρίσι (Γαλλία), εκπροσωπούμενη από τους Edouard Didier και Jean-Claud Rivalland, δικηγόρους Παρισιού, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Marc Loesch, 8, rue Zithe,
T-14/92 R,
Eerste Nederlandse Cement-Industrie NV και Vereniging Nederlandse Cementindustrie, με έδρα το Bois-le-Duc (Κάτω Χώρες), εκπροσωπούμενες από τον B. W. Biesheuvel, δικηγόρο Χάγης, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Luc Frieden, 62, avenue Guillaume,
και Τ-15/92 R,
Federation de l' Industrie Cimentiere ASBL, με έδρα τις Βρυξέλλες (Βέλγιο), εκπροσωπούμενη από τους Hans van Houtte και Onno W. Brouwer, δικηγόρους Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Marc Loesch, 8, rue Zithe,
αιτούσες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τους Julian Currall και Berend J. Drijber, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχουν ως αντικείμενο αιτήσεις λήψεως προσωρινών μέτρων, δυνάμει των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, με τις οποίες ζητείται η αναστολή της διαδικασίας που είχε κινήσει η Επιτροπή στις υποθέσεις IV/27.997-CPMA, και IV/33.126 και IV/33.322-Τσιμέντο, μέχρις εκδόσεως της αποφάσεως επί της κυρίας προσφυγής,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
Πραγματικά περιστατικά
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 12 Φεβρουαρίου 1992, η εταιρία Cimenteries CBR SA (στο εξής: CBR) άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 15ης Ιανουαρίου 1992, να μην της κοινοποιήσει διάφορα έγγραφα που είχε ζητήσει προκειμένου να μπορέσει να αμυνθεί κατά της ανακοινώσεως αιτιάσεων (στο εξής: ΑΑ) που της απηύθυνε η Επιτροπή στις υποθέσεις IV/27.997-CPMA, και IV/33.126 και IV/33.322-Τσιμέντο.
2 Με χωριστό δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου την ίδια ημέρα η προσφεύγουσα υπέβαλε επίσης αίτηση προσωρινών μέτρων δυνάμει των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 105, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου και ζήτησε αφενός την αναστολή της διαδικασίας που κίνησε η Επιτροπή μέχρις ότου εκδοθεί η απόφαση επί της προσφυγής και αφετέρου την αναστολή της εν λόγω διαδικασίας, και πριν ακόμη κατατεθούν οι παρατηρήσεις της Επιτροπής, μέχρις εκδόσεως της αποφάσεως επί της αιτήσεως προσωρινών μέτρων.
3 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 14 Φεβρουαρίου 1992, η εταιρία Blue Circle Industries plc (στο εξής: Blue Circle) άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως ή των αποφάσεων, με τις οποίες η Επιτροπή αρνήθηκε να της κοινοποιήσει ολόκληρη την ΑΑ και να της επιτρέψει να λάβει γνώση όλων των σχετικών εγγράφων της δικογραφίας και όρισε την 24η Φεβρουαρίου 1992 ως την ημερομηνία μέχρι την οποία πρέπει να έχει δοθεί η απάντηση στην ΑΑ (ή την 28η Φεβρουαρίου 1992 για τις επιχειρήσεις που ανέλαβαν την υποχρέωση να καταθέσουν υπόμνημα σε είκοσι αντίτυπα).
4 Με χωριστό δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου αυθημερόν η προσφεύγουσα υπέβαλε επίσης αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων δυνάμει των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 105, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου και ζήτησε αφενός την αναστολή της διαδικασίας που κίνησε η Επιτροπή μέχρις ότου εκδοθεί η απόφαση επί της προσφυγής και αφετέρου να διατάξει το Πρωτοδικείο κάθε πρόσθετο μέτρο προκειμένου να προστατευθούν τα δικαιώματα της προσφεύγουσας μέχρις εκδόσεως της αποφάσεως επί της ουσίας.
5 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 17 Φεβρουαρίου 1992, το Syndicat National des Fabricants de Ciment et de Chaux (στο εξής: SNFCC) άσκησε, δυνάμει των άρθρων 173 και 174 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής που περιέχεται στα έγγραφα της 23ης και 27ης Δεκεμβρίου 1991 και 10ης Ιανουαρίου 1992, με την οποία απόφαση η Επιτροπή αρνήθηκε να επιτρέψει στην προσφεύγουσα να λάβει γνώση του φακέλου.
6 Με χωριστό δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου αυθημερόν, η προσφεύγουσα υπέβαλε επίσης αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων δυνάμει των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης ΕΟΚ και ζήτησε κυρίως να ανασταλεί, μέχρις εκδόσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου επί της ουσίας, η εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία ορίστηκε η καταληκτική ημερομηνία της προθεσμίας για την απάντηση των διαδίκων στους οποίους απευθύνεται η ΑΑ στις υποθέσεις IV/27.997-CPMA, και IV/33.126 και IV/33.322-Τσιμέντο επικουρικώς και προσωρινώς την αναστολή της διαδικασίας που κίνησε η Επιτροπή και τέλος την αναστολή της διοικητικής διαδικασίας χωρίς να αναμένεται κατάθεση των παρατηρήσεων της Επιτροπής, μέχρις εκδόσεως αποφάσεως επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων.
7 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 17 Φεβρουαρίου 1992, η εταιρία Eerste Nederlandse Cement-Industrie NV (στο εξής: ENCI) και η Vereniging Nederlandse Cementindustrie (στο εξής: VNC) άσκησαν, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ προσφυγή με την οποία ζητούν την ακύρωση της αποφάσεως ή των αποφάσεων της 24ης Ιανουαρίου 1992 και 12ης Φεβρουαρίου 1992 με τις οποίες η Επιτροπή αρνήθηκε:
- να παρατείνει την προθεσμία για την απάντηση στην ΑΑ που απηύθυνε ήδη στις προσφεύγουσες κατά δύο μήνες τουλάχιστον μετά την αποστολή της ΑΑ που θα τους απευθύνει προσεχώς η Επιτροπή σχετικά με τη συμφωνία "Τσιμέντο και Μπετόν Stichting" (στο εξής: CBS),
- να χορηγήσει στις προσφεύγουσες προθεσμία μέχρι τις 28 Μαρτίου 1992 για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί της ΑΑ, και
- να διευκρινίσει τη φύση και τη βάση των αιτιάσεων που διατυπώνει κατά της VNC.
8 Με χωριστό δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου αυθημερόν, οι προσφεύγουσες υπέβαλαν επίσης αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων με την οποία ζήτησαν αφενός την αναστολή της διαδικασίας που κίνησε η Επιτροπή μέχρις ότου το Πρωτοδικείο αποφανθεί επί της προσφυγής ή μέχρις ότου η Επιτροπή σεβαστεί τα δικαιώματα άμυνας και αφετέρου την άμεση αναστολή της διαδικασίας αυτής χωρίς να αναμένεται η κατάθεση των παρατηρήσεων της Επιτροπής, μέχρις εκδόσεως της αποφάσεως επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων.
9 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 17 Φεβρουαρίου 1992, η Federation de l' Industrie Cimentiere (στο εξής: FIC) άσκησε δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση των αποφάσεων της Επιτροπής της 29ης Νοεμβρίου 1991, της 27ης Ιανουαρίου 1992 και της 12ης Φεβρουαρίου 1992 με τις οποίες αρνήθηκε στην προσφεύγουσα:
- τη δυνατότητα να απαντήσει ταυτόχρονα στην ΑΑ που της απηύθυνε η Επιτροπή στις υποθέσεις IV/27.997-CPMA, και IV/33.126 και IV/33.322-Τσιμέντο καθώς και σ' αυτήν που η Επιτροπή προτίθεται να της απευθύνει σχετικά με τη συμφωνία CBS, και τούτο εντός ευλόγου προθεσμίας τουλάχιστον δύο μηνών,
- να διευκρινίσει σαφώς και πλήρως τις αιτιάσεις που διατυπώνει εις βάρος της η Επιτροπή,
- να της επιτρέψει να λάβει γνώση όλων των μη εμπιστευτικού χαρακτήρα εγγράφων του φακέλου, και
- να της κοινοποιήσει ορισμένα κεφάλαια της ΑΑ.
10 Με χωριστό δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου αυθημερόν, η προσφεύγουσα υπέβαλε επίσης αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων δυνάμει των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 105, παράγραφος 2 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου και ζήτησε αφενός την αναστολή της διαδικασίας που κίνησε η Επιτροπή μέχρις εκδόσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου επί της προσφυγής ή μέχρις ότου η Επιτροπή σεβαστεί τα δικαιώματα άμυνας και αφετέρου την άμεση αναστολή της διαδικασίας αυτής χωρίς να αναμένεται η κατάθεση των παρατηρήσεων της Επιτροπής, μέχρις εκδόσεως της αποφάσεως επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων.
11 Με έγγραφο της 17ης Φεβρουαρίου 1992 η Επιτροπή πληροφόρησε τις αιτούσες ότι παρατείνει την προθεσμία για την απάντηση στην ΑΑ μέχρι της 23ης Μαρτίου 1992 και κατ' εξαίρεση μέχρι τις 27 Μαρτίου 1992 για τις επιχειρήσεις που δήλωσαν ότι θα καταθέσουν υπόμνημα απαντήσεως σε είκοσι αντίτυπα, οπότε οι αιτούσες ENCI και VNC, με έγγραφο της 18ης Φεβρουαρίου 1992, απέσυραν το αίτημα της ακυρώσεως των αποφάσεων της Επιτροπής με τις οποίες η Επιτροπή αρνήθηκε να παρατείνει την προθεσμία για την απάντηση στην ΑΑ μέχρι τις 28 Μαρτίου 1992.
12 Η Επιτροπή υπέβαλε τις γραπτές παρατηρήσεις της επί των αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων στις 27 Φεβρουαρίου 1992. Στις 11 Μαρτίου 1992 οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους.
13 Πριν εξεταστεί το βάσιμο των αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να υπενθυμιστεί το ιστορικό των υπό κρίση υποθέσεων και ειδικότερα τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτέλεσαν την αφορμή της διαφοράς που εκκρεμεί εν προκειμένω, όπως προκύπτουν από τα υπομνήματα των διαδίκων και από τις προφορικές διευκρινίσεις που έδωσαν οι διάδικοι κατά τη συνεδρίαση της 11ης Μαρτίου 1992.
14 Στις 25 Απριλίου 1989 η Επιτροπή ενήργησε αυτεπαγγέλτως ορισμένους ελέγχους στα γραφεία δέκα περίπου επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων διαφόρων κρατών μελών, στο πλαίσιο έρευνας για την ύπαρξη συμφωνιών ή εναρμονισμένων πρακτικών στην ευρωπαϊκή τσιμεντοβιομηχανία. 'Ελεγχοι έγιναν και σε άλλες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων κατά τις ημέρες και τις εβδομάδες που ακολούθησαν.
15 Βάσει των εγγράφων που συνέλεξε κατά τους ελέγχους αυτούς καθώς επίσης και βάσει των πληροφοριών που της διαβίβασαν οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25, στο εξής: κανονισμός 17), η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπάρχει πιθανώς σύστημα συμφωνιών ή εναρμονισμένων πρακτικών τόσο στο διεθνές όσο και στο εθνικό επίπεδο μεταξύ των Ευρωπαίων παραγωγών τσιμέντου, που υποστηρίζονται από ορισμένες εθνικές και διεθνείς επαγγελματικές ενώσεις και έχουν ως κύριο αντικείμενο την κατανομή των αγορών των κρατών μελών, τη διατήρηση της κατατμήσεως των αγορών αυτών και τον περιορισμό των εισαγωγών από άλλα κράτη μέλη και από τρίτες χώρες.
16 Υπό τις συνθήκες αυτές η Επιτροπή απηύθυνε τον Νοέμβριο του 1992 ΑΑ σε 76 επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων, στις οποίες προσάπτει παραβάσεις του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ και τις πληροφορεί ότι διατρέχουν τον κίνδυνο να τους επιβληθούν πρόστιμα.
17 Με την ΑΑ η Επιτροπή διακρίνει, κατά τα ουσιώδη, δύο κατηγορίες αιτιάσεων και δη ενέργειες στο διεθνές επίπεδο - όπως συναντήσεις στο πλαίσιο του Cembureau, ευρωπαϊκής ένωσης στην οποία ανήκουν οι διάφορες εθνικές ομοσπονδίες, την ανάληψη ορισμένης δράσεως που προσδιορίστηκε κατά τις συναντήσεις αυτές - και ενέργειες στο εθνικό επίπεδο - με σκοπό την κατανομή των εθνικών αγορών μεταξύ των παραγωγών του συγκεκριμένου κράτους μέλους και μόνο και τον περιορισμό των εισαγωγών.
18 Η ΑΑ χωρίζεται σε δύο μέρη και κάθε μέρος σε διάφορα κεφάλαια. Το πρώτο μέρος φέρει τον τίτλο "Πραγματικά περιστατικά" και περιλαμβάνει εννέα κεφάλαια. Τα δύο πρώτα αφορούν την "αγορά τσιμέντου" και τις "διεθνείς οργανώσεις παραγωγών τσιμέντου", ενώ τα υπόλοιπα επτά αναφέρονται σε ισάριθμες εθνικές αγορές. Το δεύτερο μέρος φέρει τον τίτλο "Νομική εκτίμηση" διαιρείται σε τρεις υπο-ενότητες από τις οποίες η πρώτη που αφορά το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ περιλαμβάνει δέκα κεφάλαια. Τα τρία πρώτα κεφάλαια αναφέρονται στις συμφωνίες και πρακτικές που περιγράφονται στο κεφάλαιο 2 του πρώτου μέρους ("οι διεθνείς οργανώσεις των παραγωγών τσιμέντου") ενώ τα επτά λοιπά κεφάλαια αναφέρονται στις συμφωνίες και πρακτικές που περιγράφονται σε καθένα από τα κεφάλαια τα οποία εξετάζουν από μία εθνική αγορά. Οι δύο άλλες υπο-ενότητες πραγματεύονται αντιστοίχως τα ζητήματα ότι δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ και ότι έχει εφαρμογή το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17.
19 Καίτοι αποτελεί ενιαίο έγγραφο, το κείμενο της ΑΑ δεν κοινοποιήθηκε ολόκληρο σε κάθε μια από τις 76 επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων. Συγκεκριμένα στο σύνολο των επιχειρήσεων και ενώσεων επιχειρήσεων κοινοποιήθηκαν μόνο τα κεφάλαια τα σχετικά με τις ενέργειες στο διεθνές επίπεδο (κεφάλαια 1, 2 και 10 έως 12) και οι υπο-ενότητες Β και C του δευτέρου τμήματος της ΑΑ. Τα κεφάλαια που αφορούν τις ενέργειες στο εθνικό επίπεδο (κεφάλαια 3 έως 9 και 13 έως 19) στάλθηκαν μόνο στις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων τις εγκατεστημένες στο συγκεκριμένο κράτος μέλος.
20 Παράλληλα με τα κεφάλαια που τις αφορούσαν, οι αποδέκτες της ΑΑ έλαβαν τον πλήρη πίνακα περιεχομένων της καθώς και πίνακα του συνόλου των φακέλων με μνεία των εγγράφων που μπορούσαν να συμβουλευθούν.
21 'Οπως δήλωσε η Επιτροπή ενώπιον του Πρωτοδικείου, κάθε αποδέκτης της ΑΑ είχε πρόσβαση σε όλα τα στοιχεία που βρίσκονταν στη διάθεση της καθής και αναφέρονταν στα κεφάλαια της ΑΑ που του είχαν κοινοποιηθεί και τον αφορούσαν, με εξαίρεση τα έγγραφα εσωτερικού και εμπιστευτικού χαρακτήρα. Ομοίως, όπως διευκρίνισαν οι διάδικοι ενώπιον του Πρωτοδικείου, τα έγγραφα που συνέλεξε η Επιτροπή ασκώντας τις εξουσίες που της παρέχει ο κανονισμός 17 δεν τέθηκαν στη διάθεση των αποδεκτών της ΑΑ παρά μόνο οσάκις η Επιτροπή σκόπευε να τα χρησιμοποιήσει εις βάρος τους.
22 Αφού έλαβαν την ΑΑ, ορισμένες επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων, μεταξύ των οποίων και οι προσφεύγουσες, ζήτησαν από την Επιτροπή να τους κοινοποιήσει τα κεφάλαια που δεν διελάμβανε το κείμενο της ΑΑ το οποίο είχε κοινοποιηθεί σε κάθε μια απ' αυτές καθώς και να τους επιτρέψει να συμβουλευθούν ολόκληρο τον φάκελο εκτός των εσωτερικών ή εμπιστευτικών εγγράφων.
23 Η Επιτροπή αρνήθηκε να κοινοποιήσει τα κεφάλαια που έλειπαν από το κείμενο της ΑΑ που έλαβε κάθε αποδέκτης, καθώς επίσης και να επιτρέψει στις εταιρίες να λάβουν γνώση και των άλλων εγγράφων του φακέλου εκτός αυτών που συμβουλεύθηκαν ήδη και οι προσφεύγουσες άσκησαν τις υπό κρίση προσφυγές ενώπιον του Πρωτοδικείου και ζήτησαν τη λήψη των προαναφερθέντων προσωρινών μέτρων.
24 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 11ης Μαρτίου 1992, ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου κάλεσε τους διαδίκους να διατυπώσουν προφορικά τις παρατηρήσεις τους ως προς την ενδεχόμενη ένωση και συνεκδίκαση των υπό κρίση υποθέσεων στο πλαίσιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων. Οι διάδικοι δεν διατύπωσαν αντιρρήσεις.
25 Επειδή οι υποθέσεις T-10/92 R, T-11/92 R, T-12/92 R, T-14/92 R και T-15/92 R είναι συναφείς κατά το αντικείμενο, πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν προς τον σκοπό εκδόσεως κοινής διατάξεως.
Σκεπτικό
26 Σύμφωνα με τα άρθρα 185 και 186 της Συνθήκης ΕΟΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 4 της αποφάσεως του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1988, περί ιδρύσεως Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το Πρωτοδικείο μπορεί, αν κρίνει ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή τα αναγκαία προσωρινά μέτρα.
27 Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου προβλέπει ότι οι αιτήσεις λήψεως προσωρινών μέτρων των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να προσδιορίζουν τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως τη λήψη των ζητουμένων προσωρινών μέτρων. Τα ζητούμενα μέτρα πρέπει να έχουν προσωρινό χαρακτήρα, δεν πρέπει δηλαδή να προδικάζουν την απόφαση επί της ουσίας.
28 Πρέπει να σημειωθεί εξ αρχής ότι, δεδομένου ότι η Επιτροπή, μετά την άσκηση των προσφυγών, παρέτεινε την προθεσμία για την απάντηση στην ΑΑ μέχρι τις 23 ή τις 27 Μαρτίου 1992, εξέλιπαν τα περιστατικά που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν ενδεχομένως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 105, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, την προσωρινή αναστολή της διοικητικής διαδικασίας και μάλιστα πριν η Επιτροπή καταθέσει τις παρατηρήσεις της, κατά συνέπεια δε, τα σχετικά αιτήματα έχασαν το αντικείμενό τους.
29 Εν προκειμένω οι αιτούσες υποστηρίζουν, προς στήριξη των αιτήσεών τους, ότι η Επιτροπή παραβίασε κατάφωρα τα δικαιώματα άμυνας και παρέβη το άρθρο 176 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθόσον δεν έλαβε υπόψη την απόφαση του Πρωτοδικείου της 17ης Δεκεμβρίου 1992, Τ-7/89, Hercules κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-1711, σκέψη 54), κατά την οποία "η Επιτροπή έχει την υποχρέωση να καθιστά προσιτά στις επιχειρήσεις που εμπλέκονται σε διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, όλα τα έγγραφα, είτε προς απόδειξη είτε προς απόκρουση της κατηγορίας, τα οποία έχει συλλέξει κατά τη διοικητική εξέταση, με εξαίρεση τα καλυπτόμενα από το επιχειρησιακό απόρρητο άλλων επιχειρήσεων, τα εσωτερικά έγγραφα της Επιτροπής και άλλες εμπιστευτικές πληροφορίες".
30 Οι αιτούσες προσάπτουν ειδικότερα στην Επιτροπή ότι δεν τις άφησε να λάβουν γνώση ολοκλήρου του κειμένου της ΑΑ που εξέδωσε, ότι τους αρνήθηκε αδικαιολόγητα την πρόσβαση σε όλα τα σχετικά έγγραφα και ότι καθόρισε προθεσμία για την απάντηση στην ΑΑ που δεν επαρκεί, αν ληφθεί υπόψη ότι πρόκειται για περίπλοκη υπόθεση.
31 Σχετικά με το παραδεκτό των προσφυγών, οι αιτούσες υποστηρίζουν μεταξύ άλλων ότι η προκειμένη περίπτωση διαφέρει εξ ολοκλήρου από την υπόθεση ΙΒΜ (απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Νοεμβρίου 1981, 60/81, ΙΒΜ κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 2639), καθ' ότι, αντίθετα με την ΑΑ που είναι προπαρασκευαστική πράξη και εκφράζει προσωρινή άποψη, οι προσβαλλόμενες εν προκειμένω αποφάσεις αποτελούν πράξεις με τις οποίες η Επιτροπή αποφάνθηκε οριστικά, οι οποίες έχουν δεσμευτικά για τους αποδέκτες έννομα αποτελέσματα τα οποία επηρεάζουν τα συμφέροντά τους. Η εταιρία Blue Circle φρονεί επίσης ότι τα εν προκειμένω προσβαλλόμενα μέτρα δεν έχουν καν την επίφαση νομιμότητας και δεν υπάρχει κανένας επιτακτικός λόγος που να δικαιολογεί τη διατήρηση μιας τέτοιας παράνομης κατάστασης.
32 Κατά την άποψη των αιτουσών, η υποχρέωση της απαντήσεως στην ΑΑ τη στιγμή που δεν έχουν γίνει σεβαστά τα δικαιώματα της άμυνας, συνεπάγεται βαριά και ανεπανόρθωτη βλάβη, διότι τα δικαιώματά τους θα θίγονταν ανεπανόρθωτα αν το Πρωτοδικείο όφειλε να εκδώσει την απόφασή του επί της ουσίας μετά τη διατύπωση των γραπτών και προφορικών παρατηρήσεων των αιτουσών επί της ΑΑ, ίσως δε και μετά την απόφαση της Επιτροπής. Οι αιτούσες υποστηρίζουν περαιτέρω ότι κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (Διάταξη της 28ης Νοεμβρίου 1966, 29/66 R, Gutmann κατά Επιτροπής ΕΚΑΕ, Rec. 1967, σ. 314), η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων δικαιολογείται στην περίπτωση όπου, αν δεν ληφθούν τα ζητούμενα προσωρινά μέτρα, η οριστική απόφαση θα έχανε το αντικείμενό της - δηλαδή δεν θα ήταν πλέον ικανή να προστατεύσει τα συμφέροντα ή τα δικαιώματα του προσφεύγοντος.
33 Οι αιτούσες υπογραμμίζουν περαιτέρω ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου, η προϋπόθεση του επείγοντος συντρέχει οσάκις αποδεικνύεται η ύπαρξη αφόρητης ζημίας για το γενικό συμφέρον (Διάταξη του Δικαστηρίου της 17ης Ιανουαρίου 1980, 792/79 R, Camera Care κατά Επιτροπής, Rec. 1980, σ. 119, σκέψη 19, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 24ης Ιανουαρίου 1992, Τ-44/90, La Cinq κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-1, σκέψη 28). Εν προκειμένω, το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τη νομολογία του Πρωτοδικείου όσον αφορά την πρόσβαση στον φάκελο συνιστά αφόρητη ζημία για το γενικό συμφέρον καθ' ότι το συμφέρον της καλής απονομής της δικαιοσύνης επιβάλλει να αποφεύγεται η ανάγκη επαναλήψεως μιας διαδικασίας μετά την περάτωσή της ιδίως λόγω της ακυρώσεως από το κοινοτικό δικαστήριο της σχετικής αποφάσεως για παραβίαση των δικαιωμάτων άμυνας εκ μέρους της Επιτροπής.
34 Η Επιτροπή φρονεί ότι οι προσφυγές είναι προφανώς απαράδεκτες και ότι ναι μεν το ζήτημα του παραδεκτού της κύριας προσφυγής δεν εξετάζεται καταρχήν στο πλαίσιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων διότι αυτό θα προδίκαζε την ουσία της υποθέσεως, πλην όμως κατά πάγια νομολογία ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων οφείλει να διαπιστώσει ότι, εκ πρώτης όψεως, οι προσφυγές εμφανίζουν στοιχεία βάσει των οποίων πιθανολογείται το παραδεκτό τους (βλ. Διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 27ης Ιουνίου 1991, C-117/91 R, Bosman κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-3353).
35 Κατά την άποψη της Επιτροπής το προφανώς απαράδεκτο των κυρίων προσφυγών προκύπτει, πρώτον, από το γεγονός ότι αυτές στρέφονται κατά της ίδιας της ΑΑ, ενώ η νομολογία του Δικαστηρίου αποκλείει σαφώς αυτή τη δυνατότητα (απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981, ΙΒΜ κατά Επιτροπής, όπ.π.) και, δεύτερον, από το γεγονός ότι τα διάφορα προσβαλλόμενα έγγραφα ή "αποφάσεις" δεν αποτελούν πράξεις κατά των οποίων χωρεί προσφυγή κατά το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ.
36 Η Επιτροπή υπογραμμίζει εξάλλου ότι τα διάφορα επιχειρήματα των αιτουσών κατά της ΑΑ στο πλαίσιο των προσφυγών, που αφορούν ιδίως το περιεχόμενο της ΑΑ, την ανεπάρκεια των προθεσμιών που τάχθηκαν για την υποβολή των παρατηρήσεων και την επιφύλαξη της Επιτροπής να διατυπώσει εκ των υστέρων και άλλες αιτιάσεις έχουν σαφώς απορριφθεί από το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα υπόθεση ΙΒΜ, όπως προκύπτει σαφώς από τη σκέψη 4 της αποφάσεως.
37 Η Επιτροπή παρατηρεί περαιτέρω ότι, όπως ορίζει το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 99/63/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 1963, περί των ακροάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 19, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 37, στο εξής: κανονισμός 99/63), δεν υποχρεούται να ανακοινώσει στην επιχείρηση στην οποία απευθύνεται η ΑΑ τις αιτιάσεις που δεν την αφορούν. 'Οσον αφορά τα έγγραφα που επικαλείται η Επιτροπή προς στήριξη των αιτιάσεων αυτών, φρονεί ότι όχι μόνο δεν υποχρεούται να τα θέσει στη διάθεση των άλλων επιχειρήσεων, αλλ' επιπλέον ότι το άρθρο 20 του κανονισμού 17 της επιβάλλει να μην το πράξει, δεδομένου ότι απέκτησε τα έγγραφα αυτά ασκώντας τις εξουσίες έρευνας που της παρέχει ο κανονισμός 17 και κατά συνέπεια τα έγγραφα αυτά καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο. Μόνο όταν η Επιτροπή προτίθεται να χρησιμοποιήσει ορισμένο έγγραφο εις βάρος μιας επιχειρήσεως, έχει την υποχρέωση να το κοινοποιήσει στον αποδέκτη της ΑΑ διαφορετικά δεν μπορεί να το επικαλεστεί. Εν προκειμένω, οι διάφοροι αποδέκτες της ΑΑ μπορούσαν να λάβουν γνώση όλων των εγγράφων που είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή, τα οποία αναφέρονταν στα κεφάλαια της ΑΑ που τους είχαν κοινοποιηθεί και τις αφορούσαν.
38 Η Επιτροπή εξάλλου δεν δέχεται ότι η πλέον πρόσφατη νομολογία που επικαλούνται ορισμένες αιτούσες - και συγκεκριμένα οι αποφάσεις του Δικαστηρίου της 24ης Ιουνίου 1986, 53/85, AKZO Chemie κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 1965), της 18ης Οκτωβρίου 1989, 374/87, Orkem κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 3283) και της 28ης Νοεμβρίου 1991, C-170/89, BEUC κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. Ι-5709), επηρεάζει την εκτίμηση η οποία αρμόζει κατά νόμο στα σχετικά αιτήματα των αιτουσών. Η καθής υποστηρίζει επίσης ότι δεν μπορούν να τεθούν στην ίδια μοίρα αφενός η ΑΑ και αφετέρου η απόφαση της διαβιβάσεως εμπιστευτικών στοιχείων σε τρίτο καταγγέλλοντα - διαβίβαση η οποία έχει τελειωτικό χαρακτήρα κατά την έννοια ότι η εμπιστευτική φύση της πληροφορίας χάνεται οριστικά με την κοινοποίησή της σε τρίτο - ή ακόμη και μια απόφαση του άρθρου 11 του κανονισμού 17, η οποία, αντίθετα με την ΑΑ, επιβάλλει υποχρέωση στον αποδέκτη της. Κατά την άποψη της Επιτροπής οι αιτούσες δεν μπορούν να επικαλεστούν τη νομολογία BEUC διότι, αντίθετα με τις επιχειρήσεις, αποδέκτες ΑΑ στον τομέα του ανταγωνισμού οι οποίοι νομιμοποιούνται να προσβάλουν την τελική απόφαση, ο τρίτος καταγγέλλων στις διαδικασίες στον τομέα ντάμπινγκ δεν νομιμοποιείται να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατά της τελικής αποφάσεως.
39 Η Επιτροπή υπογραμμίζει περαιτέρω ότι, όπως η ΑΑ, έτσι και οι σχετικές "πράξεις" δεν υπόκεινται σε προσφυγή εφόσον δεν έχουν καμιά έννομη συνέπεια ούτε τερματίζουν κάποια αυτοτελή διαδικασία.
40 Η Επιτροπή παρατηρεί ότι, αφού τα προσβαλλόμενα μέτρα είναι προπαρασκευαστικά μέτρα δεν είναι δυνατόν να προκαλέσουν ανεπανόρθωτη βλάβη και μάλιστα τη στιγμή που καμιά από τις αιτούσες δεν πρόβαλε αξιόπιστα στοιχεία. Συναφώς η Επιτροπή αντικρούει τα λεγόμενα της αιτούσας Blue Circle, ότι δηλαδή το επείγον προκύπτει από το γεγονός ότι η Επιτροπή οφείλει να λάβει οριστική απόφαση πριν από τη λήξη της θητείας των τωρινών μελών της, δηλαδή πριν από τις 5 Ιανουαρίου 1993. Η καθής αντικρούει τον ισχυρισμό αυτό, συγχρόνως όμως παρατηρεί ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι δήλωσε κάτι τέτοιο, το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να προβληθεί προκειμένου να αμφισβητηθεί το νομότυπο της διοικητικής διαδικασίας που ακολούθησε εν προκειμένω, δεδομένου ότι έχει κάλλιστα την εξουσία να καθορίζει ένα πρόγραμμα προτεραιοτήτων χωρίς ωστόσο με τον καθορισμό αυτό να προδικάζεται το περιεχόμενο της ενδεχόμενης τελικής απόφασης ή να επηρεάζεται η ομαλή εξέλιξη των εκκρεμών διαδικασιών.
41 Σχετικά με το fumus boni juris, η Επιτροπή παραπέμπει κατά τα ουσιώδη στις παρατηρήσεις που διατύπωσε όσον αφορά το προφανώς απαράδεκτο της προσφυγής. Προσθέτει πάντως, για την περίπτωση όπου ο ισχυρισμός των προσφευγουσών στην κύρια δίκη, ότι δηλαδή δεν είχαν επαρκή πρόσβαση στον φάκελο, αναφέρεται επίσης εν μέρει και στους όρους προσβάσεως στα έγγραφα τα σχετικά με τα κεφάλαια της ΑΑ που κοινοποιήθηκαν στους διάφορους αποδέκτες, ότι οι προσφεύγουσες δεν προέβαλαν συναφώς καμιά σοβαρή ένδειξη.
42 Η Επιτροπή παρατηρεί επ' αυτού, πρώτον, ότι η προσφυγή των ENCI και VNC δεν αφορά τους όρους προσβάσεως στον φάκελο. Η καθής - που κατηγορεί τις προσφεύγουσες SNFCC και FIC ότι επιδίδονται σε μια καθαρά θεωρητική άσκηση που δεν στηρίζεται σε καμιά ένδειξη - επιμένει πάντως στα στοιχεία τα οποία η CBR και Blue Circle χαρακτηρίζουν ως ενδείξεις, αλλά αμφισβητεί, με λεπτομερή ανάλυση, ότι αυτά συνιστούν το απαιτούμενο για τη χορήγηση προσωρινού μέτρου fumus boni juris. Η Επιτροπή παρατηρεί και πάλι ότι, με εξαίρεση τα έγγραφα τα οποία προτίθεται να χρησιμοποιήσει κατά ορισμένης επιχειρήσεως, η υποχρέωση της τηρήσεως του απορρήτου που της επιβάλλει το άρθρο 20 του κανονισμού 17 της απαγορεύει να διευκολύνει την πρόσβαση στα έγγραφα που συλλέγει χρησιμοποιώντας τις εξουσίες έρευνας που έχει, και τούτο ανεξάρτητα από τις σχετικές ενδείξεις που προβάλλουν οι επιχειρήσεις. Η καθής υπογραμμίζει εξάλλου την ασυνέπεια ορισμένων από τις αιτούσες που την κατηγορούν συγχρόνως ότι δεν σέβεται το απόρρητο ορισμένων πληροφοριών και ότι δεν τους επιτρέπει γενικώς να λάβουν γνώση ορισμένων εγγράφων τα οποία συνέλεξε μέσω των εξουσιών που της παρέχει ο κανονισμός 17.
43 Τελικώς η Επιτροπή αρνείται ότι υπάρχει παράβαση του άρθρου 176 της Συνθήκης. Κατά την άποψή της, η υποχρέωση που επιβάλλει το άρθρο 176 της λήψεως δηλαδή των μέτρων που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου ή του Πρωτοδικείου υφίσταται μόνο οσάκις το Δικαστήριο ή το Πρωτοδικείο ακυρώνουν πράξη ενός οργάνου. Καίτοι όμως η ίδια η Επιτροπή αναφέρεται με τα προσβαλλόμενα έγγραφα στα κριτήρια που διευκρίνισε το Πρωτοδικείο με την απόφαση Hercules σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος των επιχειρήσεων να διατυπώσουν την άποψή τους, οι αιτούσες δεν μπορούν εν προκειμένω να επικαλεστούν παράβαση του άρθρου 176 τη στιγμή που στην υπόθεση Hercules το Πρωτοδικείο απέρριψε εξ ολοκλήρου την προσφυγή της επιχειρήσεως.
Ως προς το προδήλως απαράδεκτο των κυρίων προσφυγών
44 'Οπως προκύπτει από την προαναφερθείσα Διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 27ης Ιουνίου 1991, Bosman κατά Επιτροπής, "(...) αν προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη, το Δικαστήριο, δικάζον κατά τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, οφείλει να κρίνει αν υπάρχουν εκ πρώτης όψεως ορισμένα στοιχεία βάσει των οποίων να μπορεί να πιθανολογεί το παραδεκτό της προσφυγής".
45 Εξάλλου κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, "(...) ούτε η κίνηση της διαδικασίας ούτε η γνωστοποίηση αιτιάσεων δύνανται να θεωρηθούν, λόγω της φύσεώς τους και των εννόμων αποτελεσμάτων τους, ως αποφάσεις υπό την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, κατά των οποίων χωρεί προσφυγή ακυρώσεως. Στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, όπως αυτή θεσπίστηκε με τους κανονισμούς 17 και 99/63, συνιστούν διαδικαστικές πράξεις, προπαρασκευαστικές σε σχέση με την απόφαση, η οποία αποτελεί την κατάληξή τους" (απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981, ΙΒΜ κατά Επιτροπής, όπ.π., σκέψη 21).
46 Πρέπει να σημειωθεί ότι με την κύρια προσφυγή οι προσφεύγουσες διατυπώνουν, κατά τα ουσιώδη, δύο είδη αιτιάσεων κατά των ενεργειών της Επιτροπής. Η πρώτη κατηγορία αφορά την ίδια την ΑΑ και ειδικότερα την άρνηση της Επιτροπής να κοινοποιήσει όλα τα κεφάλαιά της, να διευκρινίσει τις αιτιάσεις που διατυπώνει κατά της επιχειρήσεως στην οποία απευθύνεται η ΑΑ και να δώσει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις τη δυνατότητα να απαντήσουν συγχρόνως και σ' αυτή την ΑΑ και σ' εκείνη που θα τους απευθύνει προσεχώς η Επιτροπή σχετικά με τη συμφωνία CBS. Η δεύτερη κατηγορία αιτιάσεων αφορά την άρνηση της Επιτροπής να επιτρέψει στις προσφεύγουσες να λάβουν γνώση όλων των εγγράφων τα οποία συνέλεξε κατά την έρευνά της, με εξαίρεση τα καλυπτόμενα από το επαγγελματικό απόρρητο, τα εσωτερικά της Επιτροπής έγγραφα και άλλα εμπιστευτικά στοιχεία.
47 'Οσον αφορά την πρώτη κατηγορία αιτιάσεων και χωρίς να απαιτείται να εξεταστεί σ' αυτό το στάδιο αν η συμπεριφορά της Επιτροπής είναι ικανή να παραβιάσει τα δικαιώματα άμυνας των αιτουσών, πρέπει να σημειωθεί, υπό το φως της νομολογίας ΙΒΜ και συγκεκριμένα των σκέψεων 20 και 21, ότι οι αιτούσες δεν προσκόμισαν στοιχεία βάσει των οποίων το δικαστήριο των ασφαλιστικών μέτρων θα μπορούσε να πιθανολογήσει το παραδεκτό των προσφυγών. Συγκεκριμένα οι αιτούσες δεν απέδειξαν την ύπαρξη "εξαιρετικών περιστάσεων" ή ενός οποιουδήποτε μέτρου προφανώς παρανόμου που θα μπορούσε να δικαιολογήσει το παραδεκτό ένδικης προσφυγής κατά της ΑΑ.
48 Πράγματι, όπως προκύπτει από το άρθρο 2, παράγραφος 1 και 4 του κανονισμού 99/63, η Επιτροπή οφείλει να κοινοποιήσει εγγράφως στις επιχειρήσεις και στις ενώσεις επιχειρήσεων τις αιτιάσεις που διατυπώνει εις βάρος τους και να καθορίσει την προθεσμία εντός της οποίας έχουν τη δυνατότητα να εκφέρουν την άποψή τους. Οι αιτούσες έλαβαν όλες την ΑΑ, η δε Επιτροπή τους έταξε προθεσμία για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους. Οι αιτούσες μπορούν να εγείρουν το ζήτημα αν η διαδικασία που εφαρμόστηκε υπήρξε παράνομη καθ' ότι η Επιτροπή δεν κοινοποίησε ολόκληρο το κείμενο της ΑΑ σε κάθε επιχείρηση και επιπλέον επιφυλάχθηκε να ανακοινώσει και νέες αιτιάσεις όσον αφορά την αγορά της Benelux, και δη χωρίς να επηρεαστεί η νομική προστασία τους, στο πλαίσιο της ένδικης προσφυγής την οποία μπορούν να ασκήσουν ενδεχομένως κατά της αποφάσεως την οποία θα εκδώσει η Επιτροπή μετά την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας.
49 'Οσον αφορά τη δεύτερη κατηγορία αιτιάσεων, δηλαδή τις αιτιάσεις που αφορούν την άρνηση της πλήρους προσβάσεως στον φάκελο, πρέπει να σημειωθεί, πρώτον, ότι όπως έκρινε το Πρωτοδικείο με την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1991, Hercules, όπ.π., σκέψη 54, "η Επιτροπή έχει την υποχρέωση να καθιστά προσιτά στις επιχειρήσεις που εμπλέκονται σε διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, όλα τα έγγραφα, είτε προς απόδειξη είτε προς απόκρουση της κατηγορίας, τα οποία έχει συλλέξει κατά τη διοικητική εξέταση, με εξαίρεση τα καλυπτόμενα από το επιχειρησιακό απόρρητο άλλων επιχειρήσεων, τα εσωτερικά έγγραφα της Επιτροπής και άλλες εμπιστευτικές πληροφορίες".
50 'Οπως προκύπτει από τη δικογραφία καθώς και από τις προφορικές διευκρινίσεις της, η Επιτροπή δεν κοινοποίησε ορισμένο αριθμό των εγγράφων που συνέλεξε κατά την έρευνα σε κάθε αποδέκτη της ΑΑ. Πρόκειται, πρώτον, για τα έγγραφα που αναφέρονται στα κεφάλαια της ΑΑ τα σχετικά με τις διάφορες εθνικές αγορές, τα οποία δεν κοινοποιήθηκαν σε ορισμένες επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων διότι οι ενέργειες στη συγκεκριμένη εθνική αγορά δεν τις αφορούσαν και τα οποία επομένως, κατά την καθής, δεν αποτελούσαν μέρος του δικού τους φακέλου. Πρόκειται επίσης για ορισμένα έγγραφα που αφορούν και τα κοινοποιηθέντα κεφάλαια της ΑΑ τα οποία η Επιτροπή συνέλεξε ασκώντας τις εξουσίες έρευνας που της αναγνωρίζει ο κανονισμός 17, αλλά δεν προτίθετο να τα επικαλεστεί εις βάρος της συγκεκριμένης επιχειρήσεως και ενώσεως επιχειρήσεων και επομένως, κατά την άποψή της, καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο του άρθρου 20 του κανονισμού 17.
51 'Οπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1979, 85/76, Hoffmann-La Roche (Rec. 1979, σ. 461, σκέψη 13), "(...) ναι μεν το άρθρο 20, παράγραφος 2 του κανονισμού 17 ορίζει ότι, 'υπό την επιφύλαξη των άρθρων 19 και 21, η Επιτροπή και οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών όπως και υπάλληλοί τους και τα άλλα όργανα υποχρεούνται να μην κάνουν χρήση των πληροφοριών τις οποίες συνέλεξαν κατ' εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και οι οποίες, λόγω της φύσεώς τους, καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο' , πλην όμως, όπως επιβεβαιώνει η ρητή παραπομπή στο άρθρο 19, ο κανόνας αυτός δεν πρέπει να αγνοεί τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας". Από την ίδια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να επικαλεστεί εις βάρος επιχειρήσεως στοιχεία ή έγγραφα τα οποία θεωρεί ότι δεν μπορεί να κοινολογήσει ως εμπιστευτικά.
52 Το ζήτημα κατά πόσο η τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου απαγορεύει στην Επιτροπή να επιτρέψει την πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα του φακέλου τα οποία συνέλεξε ασκώντας τις εξουσίες έρευνας που διαθέτει, ιδίως οσάκις η επιχείρηση μπορεί να επικαλεστεί στο πλαίσιο της άμυνάς της το συγκεκριμένο έγγραφο, απαιτεί ενδελεχή εξέταση. Ας σημειωθεί επ' αυτού ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 24ης Ιουνίου 1986, AKZO Chemie κατά Επιτροπής, όπ.π.), "... η υποχρέωση τηρήσεως του επαγγελματικού απορρήτου που προβλέπεται στο άρθρο 20, παράγραφος 2, μετριάζεται έναντι των τρίτων στους οποίους το άρθρο 19, παράγραφος 2, δίνει το δικαίωμα ακροάσεως, δηλαδή ειδικώς έναντι του καταγγείλαντος τρίτου. Η Επιτροπή μπορεί να ανακοινώσει σ' αυτόν ορισμένες πληροφορίες που καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο, εφόσον η εν λόγω ανακοίνωση είναι αναγκαία για την καλή διεξαγωγή της έρευνας".
53 Αφού η υποχρέωση της τηρήσεως του επαγγελματικού απορρήτου που προβλέπει το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 μπορεί να μετριαστεί έναντι του καταγγείλαντος τρίτου, μπορεί να μετριαστεί επίσης και δη κατά μείζονα λόγο έναντι του αποδέκτη της ΑΑ. Επομένως, εκ πρώτης όψεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η υποχρέωση της τηρήσεως του επαγγελματικού απορρήτου υποχρεώνει οπωσδήποτε την Επιτροπή να αρνηθεί σε επιχείρηση αποδέκτη ΑΑ να λάβει γνώση ενός εγγράφου το οποίο δεν επικαλείται εις βάρος της, απλώς και μόνο διότι το έγγραφο αυτό περιήλθε στην κατοχή της με την άσκηση των εξουσιών έρευνας που της αναγνωρίζει ο κανονισμός 17.
54 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, αντίθετα με τις προηγούμενες διαπιστώσεις σχετικά με τις αιτιάσεις των αιτουσών κατά της ΑΑ, το δικαστήριο των ασφαλιστικών μέτρων δεν μπορεί στο παρόν στάδιο να θεωρήσει προφανώς απαράδεκτα τα αιτήματα ακυρώσεως των αποφάσεων με τις οποίες η Επιτροπή αρνήθηκε την πρόσβαση στον φάκελο. Βεβαίως εφόσον πρόκειται για ενδεχόμενες παράνομες ενέργειες κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας ικανές να επηρεάσουν τη νομιμότητα της τελικής αποφάσεως την οποία θα λάβει η Επιτροπή, οι αιτούσες θα μπορούν να προβάλουν όποιον ισχυρισμό κρίνουν χρήσιμο στο πλαίσιο ένδικης προσφυγής κατά της αποφάσεως αυτής. Γεγονός είναι πάντως ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις καθόσον αρνούνται κατά τρόπο αναμφισβήτητο στις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων προς τις οποίες απευθύνεται η ΑΑ την προστασία την οποία αυτές υποστηρίζουν ότι τους εξασφαλίζει το κοινοτικό δίκαιο, δεν μπορούν να θεωρηθούν από το δικαστήριο των ασφαλιστικών μέτρων ως προφανώς ανίκανες να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα και να θίξουν τα συμφέροντα των αιτουσών, οπότε, για τον λόγο αυτό, οι προσφυγές θα μπορούσαν να κριθούν προφανώς απαράδεκτες ήδη από το στάδιο των ασφαλιστικων μέτρων.
Ως προς την ύπαρξη σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας
55 Το βασικό επιχείρημα των αιτουσών σχετικά με την ύπαρξη σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας σε περίπτωση που δεν χορηγηθούν τα ζητούμενα προσωρινά μέτρα συνίσταται στο ότι το δικαίωμα των αιτουσών να λάβουν γνώση ολοκλήρου του φακέλου θα προσβληθεί ανεπανόρθωτα αν η απόφαση του Πρωτοδικείου επί των κυρίων προσφυγών εκδοθεί αφού οι προσφεύγουσες θα έχουν υποβάλει τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις τους, ίσως δε και αφού η Επιτροπή θα έχει εκδώσει την απόφασή της επί της ουσίας.
56 Πρέπει να σημειωθεί σχετικώς ότι, αν υποτεθεί ότι το Πρωτοδικείο ακυρώσει, στο πλαίσιο της κύριας προσφυγής, τις πράξεις με τις οποίες η Επιτροπή δεν επέτρεψε στις αιτούσες να λάβουν γνώση ολοκλήρου του φακέλου, τότε θα έχει κριθεί παράνομη ολόκληρη η διαδικασία. Στην περίπτωση αυτή η Επιτροπή θα είναι υποχρεωμένη να την επαναλάβει και να δώσει και πάλι στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να διατυπώσουν την άποψή τους επί των εις βάρος τους αιτιάσεών της υπό το φως των νέων στοιχείων των οποίων θα έχουν λάβει γνώση. Επομένως στην περίπτωση αυτή, ακόμη και αν η απόφαση του Πρωτοδικείου εκδοθεί μετά την απόφαση της Επιτροπής επί της ουσίας, οι αιτούσες δεν θα υποστούν σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία.
57 Από τις προεκτεθείσες σκέψεις προκύπτει ότι, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν οι πραγματικοί και νομικοί ισχυρισμοί που θα δικαιολογούσαν εκ πρώτης όψεως τη χορήγηση των ζητουμένων προσωρινών μέτρων, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θα επέτρεπαν κατά νόμο τη λήψη τέτοιων μέτρων και κατά συνέπεια οι αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν.
58 Ωστόσο, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτέρων περιστάσεων που χαρακτηρίζουν τις υπό κρίση υποθέσεις και λόγω του ότι η λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε στις αιτούσες προκειμένου να καταθέσουν τις απαντήσεις τους στην ΑΑ βρίσκεται πολύ κοντά στην ημερομηνία εκδόσεως της παρούσας Διάταξης, σκόπιμο παρίσταται, κατ' εφαρμογή του άρθρου 186 της Συνθήκης ΕΟΚ, να παραταθεί η προθεσμία για την απάντηση στην ΑΑ μέχρι την Παρασκευή 27 Μαρτίου 1992 ή κατά το μέτρο που οι αιτούσες θα ανταποκριθούν στον όρο που έθεσε η Επιτροπή όσον αφορά τον αριθμό των αντιγράφων που θα καταθέσουν, μέχρι την Τρίτη 31 Μαρτίου 1992.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
κρίνοντας κατά τη διαδικασία των προσωρινών μέτρων,
διατάσσει:
1) Απορρίπτει τις αιτήσεις λήψεως προσωρινών μέτρων.
2) Παρατείνει την προθεσμία που τάχθηκε στις αιτούσες για να απαντήσουν στην ανακοίνωση των αιτιάσεων έως την Παρασκευή 27 Μαρτίου 1992 ή, εφόσον αυτές συμμορφωθούν προς τους όρους της Επιτροπής όσον αφορά τον αριθμό των αντιγράφων που πρέπει να κατατεθούν, έως την Τρίτη 31 Μαρτίου 1992.
3) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 23 Μαρτίου 1992.
Full & Egal Universal Law Academy