Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Διαδικασία * Διαφορές μεταξύ των Κοινοτήτων και των υπαλλήλων τους ενώπιον του Πρωτοδικείου * Δικαστικός σχηματισμός * Ορισμός γενικού εισαγγελέα * Κριτήρια
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρα 12 PAR 1, 14, 18 και 51)
2. Διαδικασία * Κατάθεση του υπομνήματος αντικρούσεως * Προθεσμία * 'Εναρξη προθεσμίας * Παραλαβή του δικογράφου από τον αντίδικο
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρα 46 PAR 1 και 101 PAR 2)
Περίληψη
1. Προκειμένου για διαφορά μεταξύ της Κοινότητας και ενός υπαλλήλου της κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, το τμήμα που επελήφθη της υποθέσεως έχει, σύμφωνα με τα άρθρα 14, 18 και 51 του εν λόγω κανονισμού, την ευχέρεια και όχι την υποχρέωση να ζητήσει από την ολομέλεια του Πρωτοδικείου να παραπέμψει την υπόθεση είτε στην ίδια την ολομέλεια είτε σε τμήμα συγκείμενο από διαφορετικό αριθμό δικαστών και να ορίσει γενικό εισαγγελέα. Η άσκηση αυτής της ευχέρειας υπόκειται σε κριτήρια που ορίζει ο Κανονισμός Διαδικασίας, τα οποία είναι, προκειμένου περί παραπομπής σε άλλο δικαστικό σχηματισμό, η νομική δυσκολία ή η σημασία της υποθέσεως ή οι ιδιαίτερες περιστάσεις και, για τον ορισμό γενικού εισαγγελέα, η νομική δυσκολία ή το πολύπλοκο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως.
2. Η μηνιαία προθεσμία, που προβλέπει το άρθρο 46, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, για την κατάθεση του υπομνήματος αντικρούσεως αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία παραλαβής του δικογράφου από τον αντίδικο.
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-47/92,
Manfred Lenz, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Kraainem (Βέλγιο) Erika Lenz, πρώην υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και σύζυγος του προηγουμένου, κάτοικος Kraainem (Βέλγιο) Volker Lenz, γιος των προηγουμένων, κάτοικος Osnabrueck (Γερμανία), εκπροσωπούμενοι από τον Juergen Schacht, δικηγόρο Αμβούργου, με αντίκλητο στο Ettelbrueck (Λουξεμβούργο) τον J. P. Meyer, 14, rue Prince Jean,
αιτούντες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Henri Etienne, κύριο νομικό σύμβουλο, επικουρούμενο από την Barbara Rapp-Jung, δικηγόρο Φρανκφούρτης, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να ακυρωθούν οι αποφάσεις της Επιτροπής που απέρριψαν αίτηση αρωγής και αποζημιώσεως και τη διοικητική ένσταση που ασκήθηκε κατά της απορρίψεως αυτής, καθώς και να υποχρεωθεί η Επιτροπή σε αποκατάσταση της υλικής ζημίας και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που προβάλλουν οι αιτούντες,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. P. M. Barrington, Πρόεδρο, K. Lenaerts και Α. Καλογερόπουλο, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
Ιστορικό της αιτήσεως
1 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Ιουνίου 1992 οι αιτούντες άσκησαν προσφυγή που έχει ως αντικείμενο, πρώτον, να ακυρωθούν οι αποφάσεις της Επιτροπής που απέρριψαν αφενός μεν την αίτησή τους αρωγής και αποζημιώσεως, αφετέρου δε, τη διοικητική ένσταση που άσκησαν κατά της απορρίψεως αυτής και, δεύτερον, να υποχρεωθεί η Επιτροπή στην αποκατάσταση της υλικής ζημίας και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που κρίνουν ότι υπέστησαν από ιατρική θεραπεία στην οποία υποβλήθηκαν οι δύο από αυτούς.
2 Με έγγραφο της ίδιας ημέρας η Γραμματεία του Δικαστηρίου ειδοποίησε τους αιτούντες ότι διαβίβασε το δικόγραφο στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου, όπου και ελήφθη την ίδια ημέρα.
3 Με έγγραφο της 18ης Ιουνίου 1992 που ελήφθη την 24 Ιουνίου 1992 από την Επιτροπή, το δικόγραφο κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή από τη Γραμματεία του Πρωτοδικείου.
4 Με έγγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 2 Ιουλίου 1992, οι αιτούντες ειδοποίησαν το Πρωτοδικείο ότι όρισαν αντίκλητο για τη δίκη τον J. P. Meyer στο Ettelbrueck.
5 Στις 27 Ιουλίου 1992 πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου το υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής καθώς και τα συνημμένα σ' αυτό έγγραφα, δηλαδή δύο έγγραφα συντεταγμένα στη γαλλική γλώσσα που η Νομική Υπηρεσία της Επιτροπής έστειλε στον πρώτο αιτούντα στις 29 Απριλίου 1991 και στις 27 Μαΐου 1991. Τα έγγραφα αυτά δεν συνοδεύονταν από μετάφραση στη γερμανική γλώσσα, η οποία αποτελεί τη γλώσσα διαδικασίας. Στο υπόμνημα αντικρούσεως είχε επισυναφθεί το πληρεξούσιο των εκπροσώπων της Επιτροπής.
6 Την ίδια ημέρα κοινοποιήθηκε στους αιτούντες το υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής καθώς και η προθεσμία καταθέσεως του υπομνήματος απαντήσεως, της οποίας η λήξη ορίστηκε για τις 3 Σεπτεμβρίου 1992.
7 Με απόφαση της 18ης Αυγούστου 1992 ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου ανέθεσε την υπόθεση στο πέμπτο τμήμα και όρισε τον εισηγητή δικαστή.
8 Την 1η Σεπτεμβρίου 1992 το υπόμνημα απαντήσεως πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου.
9 Στις 2 Σεπτεμβρίου 1992 η Γραμματεία του Πρωτοδικείου πρωτοκόλλησε τις μεταφράσεις στη γλώσσα διαδικασίας των δύο εγγράφων που είχαν επισυναφθεί στο υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής και τα κοινοποίησε στους αιτούντες.
10 Την ίδια ημέρα η Γραμματεία του Πρωτοδικείου κοινοποίησε στους διαδίκους την προθεσμία καταθέσεως του υπομνήματος ανταπαντήσεως, της οποία η λήξη ορίστηκε για τις 5 Οκτωβρίου 1992.
11 Στις 3 Σεπτεμβρίου 1992 οι αιτούντες έλαβαν τηλεφωτοτυπία της μεταφράσεως των δύο εγγράφων που είχαν επισυναφθεί στο υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής.
12 Στις 2 Οκτωβρίου 1992 το υπόμνημα ανταπαντήσεως πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου.
13 Στις 5 Οκτωβρίου 1992 η Γραμματεία του Πρωτοδικείου έλαβε την αίτηση που υπέβαλαν οι αιτούντες βάσει του άρθρου 114 του Κανονισμού Διαδικασίας.
Αντικείμενο της αιτήσεως
14 Οι αιτούντες ζητούν από το Πρωτοδικείο:
1) να παραπέμψει την υπόθεση στον αρμόδιο δικαστικό σχηματισμό, σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού
2) να ορίσει γενικό εισαγγελέα κατ' εφαρμογή των άρθρων 17 και 18 του κανονισμού
3) να διατάξει, για λόγους ίσης διεκπεραιώσεως όλων των διαδικαστικών εγγράφων, την επίδοση ταχυδρομικώς έναντι αποδείξεως στη διεύθυνση των αιτούντων Manfred και Erika Lenz, Honnekinberg 56, B-1950 Kraainem, οι οποίοι συναινούν να παραλαμβάνουν όλα τα επιδοτέα στον αιτούντα Volker Lenz έγγραφα
4) να διατάξει να λάβουν πλήρη γνώση του φακέλου της ανακρίσεως της εισαγγελικής αρχής των Βρυξελλών στις υποθέσεις Dr Coulie κατά Dr Boon κ.λπ., περιλαμβανομένων των πρωτοτύπων εγγράφων των ιατρών και της κλινικής St-Luc που κατασχέθηκαν.
15 Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
* να απορρίψει την αίτηση των αιτούντων.
16 Στις 6 Οκτωβρίου 1992 η Γραμματεία του Πρωτοδικείου πρωτοκόλλησε το έγγραφο νομιμοποιήσεως που βεβαιώνει ότι ο δικηγόρος που επικουρεί τον εκπρόσωπο της Επιτροπής είναι εγγεγραμμένος στον Δικηγορικό Σύλλογο της Φρανκφούρτης.
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
17 Οι αιτούντες υποστηρίζουν πρώτον ότι, ενόψει της σημασίας της επίδικης υποθέσεως και της ιδιότητας των δύο από τους τρεις αιτούντες, που δεν είναι υπάλληλοι, η υπόθεση έπρεπε να είχε ανατεθεί σε πενταμελές τμήμα και να έχει οριστεί γενικός εισαγγελέας.
18 Δεύτερον, εκθέτουν ότι είναι "προβληματικό" το γεγονός ότι ορίστηκε στην υπόθεση αυτή ως εισηγητής δικαστής ο "Βέλγος δικαστής" "αν ληφθεί υπόψη η νομική υποδομή του", κατά το μέτρο που η υπόθεση αυτή αφορά Βέλγους ιατρούς και υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον βελγικών δικαστηρίων.
19 Τρίτον, οι αιτούντες προβάλλουν διάφορες πλημμέλειες της έγγραφης διαδικασίας. Καταρχάς, το υπόμνημα αντικρούσεως κατατέθηκε μετά παρέλευση μηνός μετά την πρωτοκόλληση του δικογράφου στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου. Κατόπιν, το γλωσσικό σύστημα παραβιάστηκε διότι τα συνημμένα στο υπόμνημα αντικρούσεως έγγραφα, συντεταγμένα στη γαλλική γλώσσα, κατατέθηκαν χωρίς μεταφράσεις, οι οποίες παραδόθηκαν στους αιτούντες μόλις στις 3 Σεπτεμβρίου 1992, δηλαδή μετά την κατάθεση του υπομνήματος απαντήσεως. Τέλος, η Επιτροπή δεν έχει καταθέσει στον φάκελο την απόδειξη της εγγραφής στον δικηγορικό σύλλογο του δικηγόρου που επικουρεί τον εκπρόσωπό της.
20 Εξάλλου, οι αιτούντες θεωρούν ότι "η ανάγνωση του φακέλου αποκαλύπτει ότι δεν τηρήθηκε η ίση μεταχείριση μεταξύ των δύο διαδίκων από άποψη διαδικαστική". Για να στηρίξουν αυτό τον ισχυρισμό τους ισχυρίζονται ότι "το πρόσωπο που εξουσιοδοτήθηκε να δέχεται τις επιδόσεις για την καθής ορίστηκε πριν το εκλέξει αυτός ο ίδιος ο αντίδικος στην παρούσα υπόθεση" και ότι "επανειλημμένως υπομνήματα επιδόθηκαν στον αντίδικο ταχυδρομικώς, ενώ οι αιτούντες πρέπει να συμβιβαστούν με συστημένες επιστολές με απόδειξη παραλαβής και πρέπει επομένως να αρκεστούν σε μονομερείς περιορισμούς των προθεσμιών".
21 Οι αιτούντες συμπεραίνουν ότι "τόσον η ανάθεση στο πέμπτο τμήμα όσον και η απόφαση αναθέσεως που εξέδωσε ο πρόεδρος του τμήματος (...) είναι πλημμελείς".
22 Οι αιτούντες ζητούν ακόμη από το Πρωτοδικείο να ανατρέξει στις ανακριτικές εκθέσεις της εισαγγελίας καθώς και στα ιατρικά έγγραφα.
23 Η Επιτροπή απαντά, πρώτον, ότι στις 17 Ιουνίου 1992 το Δικαστήριο, με συμφωνία των αιτούντων, παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Πρωτοδικείου που είναι αρμόδιο ιδίως για τις διαφορές μεταξύ των κοινοτικών οργάνων και των υπαλλήλων τους. Το Δικαστήριο έκρινε επομένως, στο επίπεδό του, ότι επρόκειτο για υπόθεση υπαλληλική. Προσθέτει δε ότι στο Πρωτοδικείο απόκειται να κρίνει, στο πλαίσιο της διακριτικής του εξουσίας, αν η υπόθεση πρέπει να ανατεθεί σε άλλο τμήμα και αν πρέπει στο δεύτερο τμήμα του Πρωτοδικείου.
24 Εξάλλου, η Επιτροπή προβάλλει ότι οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 51 και 18 του Κανονισμού Διαδικασίας δεν προβλέπουν τη δυνατότητα στους διαδίκους να ζητήσουν τον ορισμό γενικό εισαγγελέα. Από το άρθρο 18 του Κανονισμού Διαδικασίας προκύπτει ότι η απόφαση ορισμού γενικού εισαγγελέα ανήκει αποκλειστικά στο Πρωτοδικείο.
25 Η Επιτροπή εκθέτει, δεύτερον, ότι απο τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 16 και 44 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού (ΕΟΚ) του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ένας διάδικος δεν μπορεί να επικαλεστεί την ιθαγένεια ενός δικαστή για να ζητήσει την αλλαγή της συνθέσεως ενός τμήματος του Πρωτοδικείου.
26 Τρίτον, υποστηρίζει ότι από την έρευνα του φακέλου προκύπτει καταρχάς ότι η προθεσμία καταθέσεως του υπομνήματος αντικρούσεως άρχισε στις 24 Ιουνίου 1992, ημερομηνία επιδόσεως του δικογράφου στην Επιτροπή, και ότι επομένως έληγε στις 27 Ιουλίου 1992, δηλαδή έναν μήνα αργότερα συν δύο ημέρες λόγω παρεκτάσεως.
27 Η Επιτροπή τονίζει περαιτέρω ότι μετά τη λήξη της έγγραφης διαδικασίας τυχόν αιτιάσεις όσον αφορά την τήρηση του γλωσσικού συστήματος μπορούν να προβληθούν μόνο στο πλαίσιο της προφορικής διαδικασίας. Κατά τα λοιπά, η ανάγνωση των επιμάχων συνημμένων εγγράφων * δύο σύντομες επιστολές * δεν μπορούσε να προκαλέσει μεγάλη δυσκολία στον πρώτο αιτούντα, αφού χαρακτήριζε ως "πολύ καλή" την ενεργητική και παθητική γνώση του της γαλλικής γλώσσας, όπως αποδεικνύουν οι εκθέσεις βαθμολογήσεώς του των περιόδων 1989/1991 και 1985/1987. Η Επιτροπή έκρινε ότι τα στοιχεία που αναφέρονται σε επίσημο έγγραφο από τον πρώτο αιτούντα όσον αφορά τη γνώση της γαλλικής γλώσσας ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
28 Τέλος, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι οι αιτούντες προτείνουν και πάλι αποδεικτικά μέσα όπως είχαν προτείνει για πρώτη φορά με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, δηλαδή εκπροθέσμως, πρόταση που ήταν ήδη εκπρόθεσμη ενόψει του άρθρου 48, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
29 Το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι η παρούσα προσφυγή αφορά διαφορά μεταξύ της Κοινότητας και ενός υπαλλήλου της κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας. Πράγματι, ο πρώτος αιτών είναι υπάλληλος της Επιτροπής, ο δε δεύτερος και ο τρίτος αιτών είναι μέλη της οικογενείας του, έναντι των οποίων η Επιτροπή έχει υποχρεώσεις μόνο μέσω της υπαλληλικής καταστάσεως του πρώτου αιτούντος. Αν υποτεθεί ότι, όπως ισχυρίζονται εσφαλμένως οι αιτούντες, η προσφυγή αυτή δεν αφορά διαφορά μεταξύ της Κοινότητας και ενός υπαλλήλου της, θα έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη για αναρμοδιότητα του Πρωτοδικείου.
30 Παρέπεται ότι ορθώς ανατέθηκε η παρούσα υπόθεση από τον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου, βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, σε τμήμα με τριμελή σύνθεση.
31 Το Πρωτοδικείο επισημαίνει περαιτέρω ότι τα άρθρα 14, 18 και 51 του εν λόγω κανονισμού δίνουν την ευχέρεια στο τμήμα που επελήφθη μιας υποθέσεως να ζητήσει από την ολομέλεια του Πρωτοδικείου να παραπέμψει την υπόθεση είτε στην ίδια την ολομέλεια είτε σε τμήμα συγκείμενο από διαφορετικό αριθμό δικαστών και να ορίσει γενικό εισαγγελέα. Στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για ευχέρεια και όχι για υποχρέωση, η χρήση της οποίας υπάγεται στα κριτήρια που ορίζει ο Κανονισμός Διαδικασίας και τα οποία είναι, για την παραπομπή σε τμήμα συγκείμενο από διαφορετικό αριθμό δικαστών, η νομική δυσκολία ή η σημασία της υποθέσεως ή οι ιδιαίτερες περιστάσεις και, για τον ορισμό γενικού εισαγγελέα, η νομική δυσκολία ή το πολύπλοκο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως.
32 Στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει να τονιστεί ότι κανένα από τα στοιχεία που οι αιτούντες προβάλλουν δεν δικαιολογούν ούτε την παραπομπή σε τμήμα συγκείμενο από διαφορετικό αριθμό δικαστών ούτε τον ορισμό γενικού εισαγγελέα.
33 Το Πρωτοδικείο θεωρεί εξάλλου ότι η αναφορά που κάνουν οι αιτούντες στη "νομική υποδομή του Βέλγου δικαστή" πρέπει να ερμηνευθεί ως αναφορά στην ιθαγένειά του. Η αναφορά αυτή πρέπει να απορριφθεί βάσει του άρθρου 16, τελευταίο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού (ΕΟΚ) του Δικαστηρίου, κατά το οποίο οι διάδικοι δεν μπορούν να επικαλεστούν την ιθαγένεια δικαστή για να ζητήσουν τη μεταβολή της συνθέσεως του Δικαστηρίου ή τμήματός του. Εξάλλου, είναι ανακριβές ότι στην προκειμένη περίπτωση ο εισηγητής δικαστής ορίστηκε από αυτόν τον ίδιο, υπό την ιδιότητά του ως προέδρου τμήματος αντικαθιστώντος τον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου δυνάμει του άρθρου 9 του Κανονισμού Διαδικασίας, όπως οι αιτούντες ισχυρίζονται. Πράγματι, ο εισηγητής δικαστής ορίστηκε από τον ίδιο τον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.
34 'Οσον αφορά τις διάφορες διαδικαστικές πλημμέλειες που οι αιτούντες προβάλλουν, το Πρωτοδικείο σημειώνει, πρώτον, ότι ναι μεν το υπόμνημα αντικρούσεως κατατέθηκε μετά παρέλευση ενός και πλέον μηνός από την πρωτοκόλληση του δικογράφου, το γεγονός όμως αυτό οφείλεται αποκλειστικά στην έκταση του χρόνου που διέρρευσε μεταξύ της αποστολής του δικογράφου της καθής και της παραλαβής του. 'Ετσι, η μηνιαία προθεσμία για την κατάθεση του υπομνήματος αντικρούσεως άρχισε να τρέχει κατά της καθής μόνον από την ημερομηνία παραλαβής του δικογράφου, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση την 24η Ιουνίου 1992. Δεδομένου ότι το υπόμνημα αντικρούσεως ελήφθη από τη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 27 Ιουλίου 1992, κατατέθηκε εμπροθέσμως, εφόσον ληφθεί υπόψη η προθεσμία παρεκτάσεως (δηλαδή δύο ημέρες) και το γεγονός ότι, δυνάμει του άρθρου 101, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η προθεσμία (δηλαδή ενός μηνός συν δύο ημέρες) λήγει ημέρα Κυριακή (δηλαδή την Κυριακή 26 Ιουλίου), η προθεσμία παρατείνεται μέχρι το τέλος της επομένης εργάσιμης ημέρας (δηλαδή στις 27 Ιουλίου).
35 Δεύτερον, καθόσον αφορά την απόδειξη εγγραφής του δικηγόρου Rapp-Jung στον δικηγορικό σύλλογο κράτους μέλους, την οποία άλλωστε η Επιτροπή προσκόμισε καταθέτοντας στις 6 Οκτωβρίου 1992 έγγραφο νομιμοποιήσεως, αρκεί να τονιστεί ότι τα υπομνήματα της Επιτροπής φέρουν την υπογραφή του Etienne ως δεόντως ορισθέντος εκπροσώπου της Επιτροπής για την παρούσα υπόθεση και ότι η έλλειψη εγγράφου νομιμοποιήσεως για τον δικηγόρο που έχει επιφορτιστεί με την επικουρία του εκπροσώπου αυτού δεν μπορεί επομένως να αποτελέσει πλημμέλεια κατά την έννοια των άρθρων 46, παράγραφος 1, και 44, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας.
36 Το Πρωτοδικείο τονίζει, τρίτον, ότι όπως αναφέρουν οι αιτούντες τα δύο συνημμένα έγγραφα στο υπόμνημα αντικρούσεως που κατατέθηκαν από την Επιτροπή έχουν συνταχθεί στη γαλλική γλώσσα και δεν συνοδεύονταν από μεταφράσεις στη γλώσσα διαδικασίας, μεταφράσεις που περιήλθαν στους αιτούντες αφού είχαν καταθέσει το υπόμνημα απαντήσεώς τους. Ναι μεν οι αιτούντες δεν ζήτησαν, όπως μπορούσαν να είχαν κάνει, παράταση της προθεσμίας για την κατάθεση του υπομνήματος απαντήσεώς τους μέχρις ότου μπορέσουν να λάβουν γνώση της μεταφράσεως στη γλώσσα διαδικασίας των συνημμένων αυτών εγγράφων, το Πρωτοδικείο όμως κρίνει ότι πρέπει να τους επιτραπεί να καταθέσουν εντός προθεσμίας ενός μηνός τις παρατηρήσεις τους επί των εν λόγω εγγράφων και να επιτραπεί κατόπιν στην Επιτροπή να υποβάλει τις δικές της παρατηρήσεις επί των εν λόγω παρατηρήσεων.
37 Το Πρωτοδικείο κρίνει ότι οι ισχυρισμοί των αιτούντων κατά τους οποίους η Επιτροπή έτυχε ευνοϊκότερης μεταχειρίσεως έναντι αυτών στο πλαίσιο της παρούσας δίκης στερούνται ερείσματος, ειδικότερα όσον αφορά τους "μονομερείς περιορισμούς των προθεσμιών".
38 Τέλος, το Πρωτοδικείο θεωρεί ότι οι προτάσεις αποδεικτικών μέσων που διατυπώνονται στην παρούσα αίτηση είναι εκπρόθεσμες, εφόσον οι αιτούντες δεν επικαλούνται κανένα περιστατικό που να τους εμπόδισε να προβούν στις προτάσεις αυτές με το δικόγραφό τους. Οι προτάσεις αυτές πρέπει, επομένως, να απορριφθούν σύμφωνα με το άρθρο 48, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.
39 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι πρέπει να οριστεί προθεσμία ενός μηνός για να μπορέσουν οι αιτούντες να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους μόνον επί των δύο εγγράφων που έχουν επισυναφθεί στο υπόμνημα αντικρούσεως και να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι αιτήσεις των αιτούντων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (πέμπτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Οι αιτούντες διαθέτουν προθεσμία ενός μηνός για να καταθέσουν τις παρατηρήσεις τους επί των εγγράφων της 29ης Απριλίου 1991 και της 27ης Μαΐου 1991 που έχουν επισυναφθεί στο υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής.
2) Οι αιτήσεις των αιτούτων απορρίπτονται κατά τα λοιπά.
3) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 14 Δεκεμβρίου 1992.
Full & Egal Universal Law Academy