Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Υπάλληλοι * Προσφυγή * Προηγούμενη διοικητική ένσταση * Προθεσμία * Απώλεια προθεσμίας * Νέα έναρξη της προθεσμίας * Προϋποθέσεις * Νέο πραγματικό περιστατικό * Δεν υφίσταται
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-63/92,
Carlos Gomez Gonzalez, Angeles Sierra Santisteban, Javier Mir Herrero, Pilar Arto Hijos, κάτοικοι Ισπανίας, και Lidon Torrella Ramos, κάτοικος Βελγίου, πρώην έκτακτοι υπάλληλοι του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενοι από τους Georges Vandersanden και Jean-Noel Louis, δικηγόρους Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την fiduciaire Myson SARL, 1, rue Glesener,
προσφεύγοντες,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τη Moyra Sims, σύμβουλο στη Νομική Υπηρεσία, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Xavier Herlin, διευθυντή του Νομικού Τμήματος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, Boulevard Konrad-Adenauer,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση των αποφάσεων του γενικού γραμματέα του Συμβουλίου της 16ης Ιουνίου 1986, καθώς και των μεταγενεστέρων αποφάσεων προσλήψεως των προσφευγόντων, με διαδοχικές συμβάσεις έως τις 31 Μαρτίου 1989, ως επικουρικών υπαλλήλων και την ακύρωση των αποφάσεων της 4ης Ιουνίου 1992 που απέρριψαν ρητά τις ενστάσεις τους της 9ης Απριλίου 1992,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. Biancarelli, Πρόεδρο, B. Vesterdorf και R. Garcia-Valdecasas, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1 Οι προσφεύγοντες προσλήφθηκαν στις 16 Ιουνίου 1986 από τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: Συμβούλιο) ως επικουρικοί υπάλληλοι για την άσκηση των καθηκόντων μεταφραστών ισπανικής γλώσσας. Αυτή η πρόσληψη ως επικουρικών υπαλλήλων έγινε βάσει πολλών διαδοχικών συμβάσεων, η πρώτη των οποίων έληξε στις 31 Μαρτίου 1989. Στη συνέχεια, κάθε προσφεύγων συνήψε σύμβαση εκτάκτου υπαλλήλου για το διάστημα από 1ης Απριλίου 1989 έως 31 Ιουλίου 1990. Κανένας από τους προσφεύγοντες δεν διορίστηκε μόνιμος υπάλληλος μετά τη λήξη της τελευταίας αυτής συμβάσεως.
2 Με έγγραφα που απηύθυναν στις 24 Νοεμβρίου 1989 στην υπηρεσία "Συντάξεις" του Συμβουλίου, έκαστος των προσφευγόντων υπέβαλε, με όμοια διατύπωση, την ακόλουθη αίτηση: "Σύμφωνα με την υπ' αριθ. 210/83 ανακοίνωση προς το προσωπικό, παρακαλώ να αναγνωρίσετε την παλαιά σύμβασή μου ως επικουρικού υπαλλήλου ως έχουσα τον χαρακτήρα συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου, για την απόκτηση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, ιδίως βάσει των κριτηρίων της παραγράφου 4 της εν λόγω ανακοινώσεως".
3 Με αποφάσεις της 27ης Ιουλίου 1990, ο διευθυντής προσωπικού και διοικήσεως της Γενικής Γραμματείας του Συμβουλίου έκανε δεκτή την αίτηση εκάστου των αιτούντων ως εξής:
"Θέμα: 'Αρθρο 39 του καθεστώτος
Κατόπιν της αιτήσεώς σας περί εξομοιώσεως της συμβάσεώς σας επικουρικού υπαλλήλου με σύμβαση εκτάκτου υπαλλήλου, σας πληροφορώ ότι αποφάσισα να τη δεχθώ και, κατά συνέπεια, τα ποσά που σας οφείλονται πρέπει να υπολογιστούν από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της συμβάσεώς σας επικουρικού υπαλλήλου.
Από το καθαρό πληρωτέο ποσό θα αφαιρεθούν, αφενός μεν, οι εισφορές που πρέπει να καταβάλλετε ως έκτακτοι υπάλληλοι, αφετέρου δε, το καταβαλλόμενο στο ONSS εργοδοτικό ποσοστιαίο μερίδιο, αντίστοιχα 6,75 % και 8,87 % των βασικών αποδοχών που ελήφθησαν."
4 Κατ' εφαρμογήν της αποφάσεως αυτής, το Συμβούλιο προέβη στον υπολογισμό του υπολοίπου της εφ' άπαξ αποζημιώσεως λόγω εξόδου από την υπηρεσία που οφειλόταν στους προσφεύγοντες. Το Συμβούλιο αφαίρεσε από το καθαρό ποσό της αποζημιώσεως αυτής την προσωπική εισφορά 6,75 %, που υπολογίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 41 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων (στο εξής: καθεστώς), καθώς και το εργοδοτικό ποσοστιαίο μερίδιο 8,87 %, που καταβάλλεται στη βελγική κοινωνική ασφάλιση. 'Εκαστος των προσφευγόντων υπέβαλε ένσταση, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ) κατά των ανωτέρω κρατήσεων. Οι ενστάσεις αυτές απερρίφθησαν όλες με υπηρεσιακά σημειώματα του γενικού γραμματέα του Συμβουλίου της 18ης Ιανουαρίου 1991.
5 Στις 19 Απριλίου 1991, οι προσφεύγοντες κατέθεσαν ενώπιον του Πρωτοδικείου τις προσφυγές Τ-24/91 και Τ-25/91, με τις οποίες ζητούσαν την ακύρωση των προπαρατεθεισών αποφάσεων της 27ης Ιουλίου 1990, καθόσον διατηρούσαν τις αμφισβητούμενες κρατήσεις από τον υπολογισμό της εφ' άπαξ αποζημιώσεως. Οι υποθέσεις αυτές εκδικάσθηκαν κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιανουαρίου 1992 ενώπιον του Πρωτοδικείου και οι προσφυγές απορρίφθηκαν με δύο αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 30ής Ιουνίου 1992, που κατέστησαν τελεσίδικες (Τ-24/91, Gomez Gonzalez κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-1881, και Τ-25/91, Pilar Arto Hijos κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-1907).
6 Στις 9 Απριλίου 1992 έκαστος των προσφευγόντων υπέβαλε ένσταση, για πρώτη φορά, στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή του Συμβουλίου, ζητώντας την ακύρωση των διαδοχικών συμβάσεων επικουρικών υπαλλήλων που είχαν συναφθεί μεταξύ των διαδίκων από τις 16 Ιουνίου 1986 έως τις 31 Μαρτίου 1989, την έκδοση νέων αποφάσεων προσλήψεώς τους ως εκτάκτων υπαλλήλων για την περίοδο αυτή και την καταβολή της διαφοράς μεταξύ των ποσών που καταβλήθηκαν και αυτών που, κατ' αυτούς, "έπρεπε να τους έχουν καταβληθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΥΚ".
7 Εκάστη των ενστάσεων αυτών αποτέλεσε αντικείμενο ρητής απορριπτικής αποφάσεως, με υπηρεσιακό σημείωμα της 4ης Ιουνίου 1992 του γενικού γραμματέα του Συμβουλίου, που είχε την εξής διατύπωση:
"Η ανωτέρω ένστασή σας αποτέλεσε αντικείμενο εμπεριστατωμένης εξετάσεως.
Μετά την εξέταση αυτή δεν μπορώ να αποδεχθώ τις αιτήσεις σας για τους ακόλουθους λόγους.
Το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ προβλέπει ότι η ένσταση πρέπει να υποβάλλεται εντός προθεσμίας τριών μηνών από την ημέρα κοινοποιήσεως της προσβαλλομένης πράξεως. Εν προκειμένω, η ένστασή σας της 9.4.1992 είναι προδήλως εκπρόθεσμη διότι βάλλει κατά αποφάσεως του γενικού γραμματέα του Συμβουλίου της 16.6.1986 και των διαδοχικών ανανεώσεων της αποφάσεως αυτής που ίσχυσαν έως τις 31.3.1989 και έχουν ως αντικείμενο την πρόσληψή σας ως επικουρικού υπαλλήλου.
Κακώς θεωρείτε ότι η παρέμβαση του εκπροσώπου του Συμβουλίου κατά τη συνεδρίαση του Πρωτοδικείου στις υποθέσεις Τ-24/91 και Τ-25/91 αποτελεί 'νέο πραγματικό περιστατικό που κινεί εκ νέου την προθεσμία για την παρούσα ένσταση' της οποίας το αντικείμενο είναι διαφορετικό."
8 Υπό τις περιστάσεις αυτές, με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 4 Σεπτεμβρίου 1992, οι προσφεύγοντες άσκησαν την παρούσα προσφυγή.
9 Οι προσφεύγοντες ζητούν από το Πρωτοδικείο:
* να κρίνει και να αποφασίσει:
να ακυρώσει την απόφαση του Συμβουλίου της 16ης Ιουνίου 1986 και όλες τις μεταγενέστερες αποφάσεις προσλήψεως των προσφευγόντων έως τις 31 Μαρτίου 1989, ως επικουρικών υπαλλήλων για να καταλάβουν μια από τις 36 μόνιμες θέσεις μεταφραστών ισπανικής γλώσσας που περιλαμβάνονται στον πίνακα οργανικών θέσεων, ο οποίος είναι συνημμένος στο τμήμα του προϋπολογισμού του Συμβουλίου.
* να καταδικάσει το καθού στα δικαστικά έξοδα.
10 Με χωριστό δικόγραφο, το Συμβούλιο προέβαλε στις 6 Οκτωβρίου 1992 ένσταση απαραδέκτου, κατά την έννοια του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας. Ζητεί από το Πρωτοδικείο:
* να απορρίψει ως απαράδεκτη την προσφυγή ακυρώσεως που άσκησαν οι πέντε προσφεύγοντες
* να καταδικάσει τους προσφεύγοντες δυνάμει του άρθρου 87, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας στην καταβολή των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε και τα οποία προκλήθηκαν κακοβούλως.
11 Οι προσφεύγοντες κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους επί της ενστάσεως απαραδέκτου στις 16 Νοεμβρίου 1992. Με τις παρατηρήσεις αυτές ζητούν την απόρριψη της ενστάσεως.
Επί του παραδεκτού
12 Κατά το άρθρο 114 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, αν ένας διάδικος ζητήσει από το Πρωτοδικείο να κρίνει επί του απαραδέκτου, χωρίς να εισέλθει στην ουσία, υποβάλλει την αίτησή του με χωριστό δικόγραφο. Το Πρωτοδικείο αποφασίζει επί της αιτήσεως ή επιφυλάσσεται να την εξετάσει μαζί με την ουσία της υποθέσεως.
13 Κατά το άρθρο 111 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη, το Πρωτοδικείο μπορεί, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη. Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο θεωρεί ότι έχει επαρκώς διαφωτιστεί από τα στοιχεία του φακέλου και κρίνει ότι δεν συντρέχει λόγος να συνεχίσει τη διαδικασία.
Επιχειρήματα των διαδίκων
14 Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι, κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιανουαρίου 1992 ενώπιον του Πρωτοδικείου στις υποθέσεις Τ-24/91 και Τ-25/91, ο εκπρόσωπος του Συμβουλίου εξέθεσε ότι το 1986 το τμήμα της ισπανικής μεταφράσεως βρισκόταν σε κρίσιμη κατάσταση και ότι λόγω του ανεπαρκούς αριθμού αυτών που πέτυχαν στους διάφορους διοργανωθέντες διαγωνισμούς, μόνο 13 μεταφραστές ισπανικής γλώσσας μπόρεσαν να διοριστούν στις 49 κενές θέσεις. Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι, από τις εξηγήσεις αυτές, φαίνεται επομένως, για πρώτη φορά, ότι προσλήφθηκαν ως επικουρικοί υπάλληλοι για να καταλάβουν μια από τις 36 θέσεις που δεν μπόρεσαν να πληρωθούν με τον διορισμό υποψηφίου εγγεγραμμένου στον πίνακα επιτυχίας ενός από τους προαναφερθέντες διαγωνισμούς. Από αυτή τη "δικαστική ομολογία" προκύπτει, κατά τους προσφεύγοντες, ότι άσκησαν πράγματι σαφώς καθορισμένα μόνιμα καθήκοντα μεταφραστών στο "ισπανικό" τμήμα του Συμβουλίου, για τα οποία υπήρχαν κενές θέσεις που περιλαμβάνονταν στον πίνακα οργανικών θέσεων που ήταν συνημμένος στο τμήμα του προϋπολογισμού του Συμβουλίου.
15 Οι προσφεύγοντες υπενθυμίζουν τη νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία: "το κριτήριο της διακρίσεως μεταξύ επικουρικού και έκτακτου υπαλλήλου έγκειται στο γεγονός ότι ο τελευταίος καταλαμβάνει μόνιμη θέση, περιλαμβανόμενη στον πίνακα [οργανικών] θέσεων προσωπικού, ενώ ο πρώτος, εκτός από την περίπτωση της προσωρινής αναθέσεως υπηρεσίας, εκτελεί διοικητικής φύσεως εργασία, χωρίς να διορίζεται σε θέση περιλαμβανόμενη στον πίνακα [οργανικών] θέσεων προσωπικού" (απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1983, 225/81 και 241/81, Toledano κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 347, σκέψη 6).
16 Οι προσφεύγοντες φρονούν, κατά συνέπεια, ότι παρανόμως προσελήφθησαν ως επικουρικοί υπάλληλοι, ενώ, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του ΚΥΚ και του καθεστώτος, το Συμβούλιο έπρεπε να τους προσλάβει ως εκτάκτους υπαλλήλους.
17 Οι προσφεύγοντες θεωρούν ότι η ομολογία του εκπροσώπου του Συμβουλίου αποτελεί προδήλως νέο ουσιώδες γεγονός που κινεί εκ νέου την προθεσμία της ασκήσεως προσφυγής κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου της 16ης Ιουλίου 1986, με την οποία προσελήφθησαν ως επικουρικοί υπάλληλοι για να ασκήσουν τα καθήκοντα μεταφραστή ισπανικής γλώσσας, που αντιστοιχούν σε μόνιμες θέσεις περιλαμβανόμενες στον πίνακα οργανικών θέσεων του προσωπικού του Συμβουλίου.
18 Το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου, οι επιτακτικές προθεσμίες που προβλέπουν τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ είναι δημοσίας τάξεως και αποσκοπούν στην ασφάλεια των εννόμων καταστάσεων. 'Ετσι, ούτε οι διάδικοι ούτε ο δικαστής * που οφείλει να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως τη μη τήρησή τους * μπορούν να τις ορίζουν. Δεν αποτελούν, επομένως, μέσο που βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια των διαδίκων (μεταξύ άλλων απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1990, T-6/90, Petrilli κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-765), αλλά μάλλον "αποβλέπουν να εξομαλύνουν τις διαφορές με αποτέλεσμα το επίδικο μέτρο να καθίσταται απρόσβλητο μετά την παρέλευσή τους" (προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lenz στην υπόθεση 227/83, απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Ιουλίου 1984, Mούσης κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 3149).
19 Το Κοινοβούλιο επισημαίνει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, έκαστος των προσφευγόντων υπέβαλε στις 9 Απριλίου 1992, για πρώτη φορά, ένσταση κατά των αποφάσεων του γενικού γραμματέα του Συμβουλίου της 16ης Ιουνίου 1986, καθώς και κατά των μεταγενεστέρων αποφάσεων που ανανέωναν αυτές τις συμβάσεις επικουρικού υπαλλήλου, δηλαδή σε ημερομηνία μεταγενέστερη κατά πλέον των τριών ετών από την τελευταία πράξη που φέρεται ότι τους έβλαψε. 'Ετσι, κατά το Συμβούλιο, η άσκηση ενστάσεως μετά την παρέλευση τέτοιας προθεσμίας είναι προφανώς εκπρόθεσμη και, κατόπιν αυτού, η προσφυγή είναι απαράδεκτη.
20 'Οσον αφορά το επιχείρημα των προσφευγόντων, κατά το οποίο η νέα έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής δικαιολογείται με την ύπαρξη νέου ουσιώδους πραγματικού περιστατικού, το οποίο δημιουργήθηκε με τις δηλώσεις του εκπροσώπου του Συμβουλίου κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιανουαρίου 1992 ενώπιον του Πρωτοδικείου στις υποθέσεις Τ-24/91 και Τ-25/91, το Συμβούλιο τονίζει ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου, μόνον η ύπαρξη νέων ουσιωδών πραγματικών περιστατικών, που μπορούν να βλάψουν τους ενδιαφερόμενους, μπορεί να επιφέρει την εκ νέου έναρξη επιτακτικών προθεσμιών και να δικαιολογήσει την εξέταση ενός τέτοιου αιτήματος (προπαρατεθείσα απόφαση Petrilli).
21 Το Συμβούλιο θεωρεί ότι, στην προκειμένη περίπτωση, δεν επήλθε κανένα νέο πραγματικό περιστατικό, αφού οι δηλώσεις του εκπροσώπου του Συμβουλίου κατά τη δημόσια συνεδρίαση της 15ης Ιανουαρίου 1992 στις υποθέσεις Τ-24/91 και Τ-25/91, λόγω της φύσεώς τους, δεν μπορούσαν να επιφέρουν καμιά αλλαγή στη νομική κατάσταση των προσφευγόντων. Η απλή υπόμνηση εκ μέρους του Συμβουλίου της πραγματικής καταστάσεως, η οποία επικρατούσε στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου κατά την περίοδο κατά την οποία οι προσφεύγοντες είχαν συμβάσεις επικουρικού υπαλλήλου και εκτάκτου υπαλλήλου, δεν μπορεί να αποτελέσει "νέο πραγματικό περιστατικό" που να δικαιολογεί την επανεξέταση της διοικητικής τους καταστάσεως.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
22 Πρέπει να τονιστεί εκ προοιμίου ότι η υπ' αριθ. 210/83 ανακοίνωση προς το προσωπικό της Γενικής Γραμματείας του Συμβουλίου της 29ης Νοεμβρίου 1983 (στο εξής: υπ' αριθ. 210/83 ανακοίνωση προς το προσωπικό), που αφορά τα "συνταξιοδοτικά δικαιώματα των υπαλλήλων που είχαν συμβάσεις επικουρικού υπαλλήλου πριν από την πρόσληψή τους ως εκτάκτου υπαλλήλου ή ως μονίμου υπαλλήλου" ορίζει τα εξής:
"1. Μετά την πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τον χαρακτήρα των συμβάσεων εκτάκτου υπαλλήλου και επικουρικού υπαλλήλου, η διοίκηση εξέτασε τις δυνατότητες να αναγνωρίσει ορισμένες (παλαιές) συμβάσεις επικουρικού υπαλλήλου ως έχουσες τον χαρακτήρα συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου (απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Φεβρουαρίου 1983, 225/81 και 241/81, Toledano Laredo κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 347). Η αναγνώριση αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει στην εξομοίωση, για την απόκτηση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, της περιόδου υπηρεσίας που διανύθηκε στα όργανα των Κοινοτήτων υπό την ιδιότητα επικουρικού υπαλλήλου με αντίστοιχη περίοδο υπηρεσίας που διανύθηκε υπό την ιδιότητα εκτάκτου υπαλλήλου. Στο διατακτικό της προπαρατεθείσας απόφασης, το Δικαστήριο έκρινε ότι η αναγνώριση συμβάσεως επικουρικού υπαλλήλου ως έχουσας χαρακτήρα συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου μπορεί να γίνει υπό τη διπλή προϋπόθεση ότι αποδείχθηκε κατ' αρχάς ότι στον πίνακα των οργανικών θέσεων του προσωπικού του κοινοτικού οργάνου περιλαμβάνονταν θέσεις αντίστοιχες με τα ασκηθέντα καθήκοντα και ότι οι θέσεις αυτές ήταν κενές, επιπλέον δε ότι τα καθήκοντα που ασκήθηκαν με την ιδιότητα του επικουρικού υπαλλήλου δεν είχαν χαρακτήρα πρόσκαιρο, με άλλα λόγια ότι επρόκειτο για μόνιμα καθήκοντα δημόσιας κοινοτικής υπηρεσίας.
2. Παραλείπεται
3. Παραλείπεται
4. Πάντως, πριν μπορέσει να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είναι δυνατή η εξομοίωση μιας περιόδου υπηρεσίας υπό την ιδιότητα του επικουρικού υπαλλήλου με αντίστοιχη περίοδο δραστηριότητας που διανύθηκε υπό την ιδιότητα του εκτάκτου υπαλλήλου, η διοίκηση πρέπει να ερευνήσει κάθε ατομικό φάκελο, ιδίως υπό το φως των κριτηρίων που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο, δηλαδή, αφενός μεν, αν ο πρώην επικουρικός υπάλληλος κατείχε, κατά την περίοδο που υπηρετούσε με την ιδιότητα αυτή, θέση περιλαμβανόμενη στον γενικό πίνακα των οργανικών θέσεων του προσωπικού, αφετέρου δε, αν ο ενδιαφερόμενος άσκησε καθορισμένα μόνιμα καθήκοντα της δημόσιας κοινοτικής υπηρεσίας."
23 Το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι οι προσφεύγοντες, βάσει της δημοσιεύσεως αυτής της ανακοινώσεως του Συμβουλίου, υπέβαλαν στις 24 Νοεμβρίου 1989 αίτηση, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, ζητώντας να αναγνωριστεί στις παλιές συμβάσεις επικουρικών υπαλλήλων ο χαρακτήρας συμβάσεων εκτάκτων υπαλλήλων, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα δύο κριτήρια της παραγράφου 4 της υπ' αριθ. 210/83 ανακοινώσεως προς το προσωπικό.
24 'Οταν με τις προπαρατεθείσες αποφάσεις της 27ης Ιουλίου 1990 το Συμβούλιο δέχθηκε ευνοϊκά, ενόψει των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, κάθε μια από τις αιτήσεις των προσφευγόντων που ζητούσαν την εξομοίωση των συμβάσεών τους επικουρικών υπαλλήλων με συμβάσεις εκτάκτων υπαλλήλων, είναι σαφές ότι αναγνώρισε με τον τρόπο αυτό, σιωπηρά μεν αλλά κατ' ανάγκη, ότι οι προσφεύγοντες ανταποκρίνονταν στα προαναφερθέντα κριτήρια.
25 Επομένως, το αργότερον από της εκδόσεως των αποφάσεων του Συμβουλίου της 27ης Ιουλίου 1990 που αναγνώριζαν ότι αυτοί πληρούσαν τα κριτήρια της υπ' αριθ. 210/83 ανακοινώσεως προς το προσωπικό, οι προσφεύγοντες είχαν γνώσει του γεγονότος ότι κατείχαν, από τις 16 Ιουνίου 1986 έως τις 31 Μαρτίου 1989, με την ιδιότητα των επικουρικών υπαλλήλων, θέση περιλαμβανόμενη στον γενικό πίνακα των οργανικών θέσεων του προσωπικού και είχαν ασκήσει καθορισμένα μόνιμα καθήκοντα δημόσιας κοινοτικής υπηρεσίας.
26 Κατόπιν αυτού, το Πρωτοδικείο κρίνει αβάσιμη την υποστηριζομένη από τους προσφεύγοντες άποψη ότι έλαβαν για πρώτη φορά γνώση των προαναφερθεισών περιστάσεων, τις οποίες χαρακτηρίζουν ως νέο πραγματικό περιστατικό, με την ευκαιρία των δηλώσεων του εκπροσώπου του Συμβουλίου κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιανουαρίου 1992 στις υποθέσεις Τ-24/91 και Τ-25/91. Αντίθετα απ' ό,τι υποστηρίζουν οι προσφεύγοντες, η δήλωση αυτή ουδόλως συνιστούσε νέο πραγματικό περιστατικό ικανό να κινήσει εκ νέου την προθεσμία ασκήσεως προσφυγής κατά των αποφάσεων της 16ης Ιουνίου 1986 και κατά των μεταγενεστέρων αποφάσεων.
27 Ο ισχυρισμός των προσφευγόντων για την ύπαρξη φερομένου νέου πραγματικού περιστατικού είναι ακόμη λιγότερο βάσιμος καθόσον, κατά την έγγραφη διαδικασία στις προπαρατεθείσες υποθέσεις Τ-24/91 και Τ-25/91, οι προσφεύγοντες είχαν ήδη υποστηρίξει ότι κακώς τους είχε δοθεί η ιδιότητα του επικουρικού υπαλλήλου λόγω σφάλματος της διοικήσεως, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 30 και 33 εκάστης των προαναφερθεισών αποφάσεων του Πρωτοδικείου της 30ής Ιουνίου 1992. Το Πρωτοδικείο είχε απορρίψει αυτή την επιχειρηματολογία με τη σκέψη ότι δεν αφορούσε το αντικείμενο των διαφορών που του είχαν υποβληθεί. 'Ετσι, όποιες και αν ήταν οι δηλώσεις του εκπροσώπου του Συμβουλίου κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιανουαρίου 1992, που προηγήθηκαν των προαναφερθεισών αποφάσεων του Πρωτοδικείου της 30ής Ιουνίου 1992, είναι σαφές ότι οι προσφεύγοντες είχαν ήδη γνώση του φερομένου νέου πραγματικού περιστατικού που επικαλούνται.
28 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι ενστάσεις της 9ης Απριλίου 1992 κατά των αποφάσεων της 16ης Ιουνίου 1986 και κατά των μεταγενεστέρων αποφάσεων, με τις οποίες οι προσφεύγοντες διατήρησαν την ιδιότητα των επικουρικών υπαλλήλων έως τις 31 Μαρτίου 1989, υποβλήθηκαν μετά την παρέλευση της προθεσμίας των τριών μηνών που προβλέπει το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ και, επομένως, η παρούσα προσφυγή είναι απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
29 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Κατά το άρθρο όμως 88 του ίδιου κανονισμού, στις διαφορές μεταξύ των Κοινοτήτων και των υπαλλήλων τους, τα όργανα φέρουν τα έξοδά τους.
30 Το Συμβούλιο θεωρεί κακόβουλα τα αιτήματα των προσφευγόντων και ζητεί την εφαρμογή του άρθρου 87, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, δυνάμει του οποίου το Πρωτοδικείο μπορεί να καταδικάσει ακόμα και τον νικήσαντα διάδικο στην καταβολή των εξόδων στα οποία αναγκάστηκε να υποβληθεί ο αντίδικός του, αν κρίνει ότι τα έξοδα αυτά προκλήθηκαν χωρίς εύλογη αιτία ή κακοβούλως. Το Συμβούλιο ισχυρίζεται σχετικά ότι το μόνο πραγματικό αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης κινείται γύρω από "κερδοσκοπικές σκέψεις" και ότι είναι ανεπίτρεπτο για επικουρικούς υπαλλήλους, τρία έτη αφού έθεσαν οικειοθελώς την υπογραφή τους επί των διαδοχικών συμβάσεών τους, να αμφισβητούν τις προϋποθέσεις προσλήψεώς τους και αμοιβής τους.
31 Το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι, είναι μεν αληθές ότι η επιχειρηματολογία του Συμβουλίου δεν είναι αλυσιτελής, υπό την έννοια ότι η παρούσα προσφυγή εκφράζει λυπηρή εριστικότητα, όμως, υπό τις περιστάσεις της προκειμένης υποθέσεως, τα έξοδα στα οποία αναγκάστηκε να υποβληθεί λόγω της παρούσας προσφυγής δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ότι προκλήθηκαν χωρίς εύλογη αιτία ή κακοβούλως, κατά την έννοια της προαναφερθείσας διάταξης του Κανονισμού Διαδικασίας.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τρίτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Κάθε διάδικος φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 23 Μαρτίου 1993.
Full & Egal Universal Law Academy