Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Υπάλληλοι * Προσφυγή * Προηγούμενη διοικητική ένσταση * 'Υπαρξη βλαπτικής πράξεως * Υποχρέωση ασκήσεως, κατά τρόπο άμεσο, διοικητικής ενστάσεως * Προθεσμία * Χαρακτήρας δημοσίας τάξεως
(ΚΥΚ, άρθρα 90 και 91)
2. Υπάλληλοι * Προσφυγή * Βλαπτική πράξη * 'Εννοια * Πράξη που επηρεάζει άμεσα και αμέσως τη νομική κατάσταση του ενδιαφερομένου
(ΚΥΚ, άρθρα 90 και 91)
3. Υπάλληλοι * Προσφυγή * Προηγούμενη διοικητική ένσταση * Διάκριση από την αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ * Διάκριση εμπίπτουσα στην εκτίμηση του δικαστή
(ΚΥΚ, άρθρο 90 PAR PAR 1 και 2)
Περίληψη
1. Οι προθεσμίες ασκήσεως διοικητικής ενστάσεως και προσφυγής είναι δημοσίας τάξεως και, ακόμη και στην περίπτωση που η διοίκηση έχει απαντήσει στα επιχειρήματα που επικαλείται ο προσφεύγων στο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας που προηγείται της ασκήσεως προσφυγής, το Πρωτοδικείο δεν απαλλάσσεται της υποχρεώσεως να ελέγξει το παραδεκτό της προσφυγής από πλευράς τηρήσεως των προθεσμιών του ΚΥΚ.
Ο υπάλληλος που επιθυμεί να ζητήσει την ακύρωση, τη μεταρρύθμιση ή την ανάκληση βλαπτικής γι' αυτόν αποφάσεως οφείλει να ασκήσει, κατά τρόπο άμεσο, διοικητική ένσταση κατά την αποφάσεως αυτής, η δε ευχέρεια που προβλέπεται για κάθε υπάλληλο να ζητήσει από τη διοίκηση, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ να λάβει απόφαση γι' αυτόν δεν του επιτρέπει να αγνοήσει τις προθεσμίες που προβλέπουν τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ, για την άσκηση διοικητικής ενστάσεως και προσφυγής.
2. Μια εκδιδόμενη σε απάντηση αιτήσεως υπαλλήλου απόφαση με την οποία η διοίκηση εκδηλώνει κατά τρόπο μη επιδεχόμενο παρερμηνεία τη βούλησή της να αρνηθεί τη χορήγηση στον ενδιαφερόμενο επιδόματος που προβλέπεται από τον ΚΥΚ και στην οποία αναφέρονται σαφώς οι διατάξεις στις οποίες στηρίχθηκε αυτή η άρνηση, αποτελεί για τον ενδιαφερόμενο βλαπτική πράξη κατά το μέτρο που η απόφαση αυτή επηρεάζει άμεσα και αμέσως τη νομική του κατάσταση.
3. Ο χαρακτηρισμός ενός εγγράφου ή ενός υπηρεσιακού σημειώματος ως "αιτήσεως" ή ως "διοικητικής ενστάσεως" εμπίπτει στην αποκλειστική εκτίμηση του δικαστή και όχι στη βούληση των διαδίκων.
Αποτελεί διοικητική ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, το έγγραφο με το οποίο ένας υπάλληλος εκδηλώνει σαφώς τη βούλησή του να προσβάλει απόφαση της διοικήσεως απορρίπτουσα αίτηση χορηγήσεως επιδόματος προβλεπόμενου από τον ΚΥΚ, καλεί τη διοίκηση να αιτιολογήσει την απόφασή της και ζητεί διευκρινίσεις για τους υπολογισμούς στους οποίους προέβη η διοίκηση για να στηρίξει την άρνησή της. Πράγματι, το αίτημα αιτιολογήσεως πρέπει να αναλυθεί, το πολύ πολύ, ως έκφραση αιτιάσεως για έλλειψη αιτιολογίας της αρνητικής αποφάσεως, το δε αίτημα παροχής πληροφοριών δεν αποτελεί αυτοτελή αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ. Αυτό εντάσσεται στο πλαίσιο των αιτιάσεων που διατυπώνονται κατά της αρνητικής αποφάσεως, έστω και αν η διοίκηση, απορρίπτοντας την ένσταση, αναγνωρίζει τη βασιμότητα των αιτιάσεων αυτών και καλεί τον ενδιαφερόμενο να απευθυνθεί στην αρμόδια αρχή για να λάβει τις αιτούμενες διευκρινίσεις.
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-115/92,
Αnne Hogan, υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κάτοικος Senningerberg (Λουξεμβούργο), εκπροσωπούμενη από τον Stefano Giorgi, δικηγόρο Ρώμης, με διεύθυνση επιδόσεων στο Λουξεμβούργο, 5, rue des Bains,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από τον Jorge Campinos, jurisconsulte, επικουρούμενο από τον Ezio Perillo και την Els Vandenbosch, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με τόπο επιδόσεων τη Γενική Γραμματεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Kirchberg,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να ακυρωθεί η απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με την οποία το τελευταίο αρνήθηκε να αναγνωρίσει στην προσφεύγουσα και υπέρ των γονέων της το επίδομα για πρόσωπο εξομοιούμενο προς συντηρούμενο τέκνο καθώς και να υποχρεωθεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να της καταβάλει το εν λόγω επίδομα από 1ης Απριλίου 1992 ή επικουρικώς από 1ης Μαΐου 1992,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. P. M. Barrington, Πρόεδρο, R. Schintgen και K. Lenaerts, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1 H προσφεύγουσα, Anne Hogan, είναι υπάλληλος βαθμού C 1 στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (στο εξής: Κοινοβούλιο) από τις 30 Ιουνίου 1974.
2 Με απόφαση του προϊσταμένου της υπηρεσίας προσωπικού της 16ης Μαΐου 1990, το Κοινοβούλιο χορήγησε στην προσφεύγουσα και υπέρ του πατρός της και της μητρός της, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 4, του Παραρτήματος VII, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ), το επίδομα για πρόσωπο εξομοιούμενο προς συντηρούμενο τέκνο από 1ης Απριλίου 1990 ως 31 Μαΐου 1991.
3 Με απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 1991, η χορήγηση αυτή ανανεώθηκε για το διάστημα από 1ης Απριλίου 1991 ως 31 Μαρτίου 1992.
4 Σε απάντηση της αιτήσεως ανανεώσεως που είχε υποβάλει η προσφεύγουσα στις 16 Μαρτίου 1992, για την μετά την 1η Απριλίου 1992 περίοδο, το τμήμα προσωπικού του Κοινοβουλίου αρνήθηκε, με έγγραφο της 22ας Απριλίου 1992, να κάνει δεκτό το αίτημα αυτό λόγω του ότι η προσφεύγουσα δεν πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις των γενικών εκτελεστικών διατάξεων του άρθρου 2, παράγραφος 4, του Παραρτήματος VII του ΚΥΚ, για τον λόγο ότι το βάρος συντηρήσεως που ελήφθη υπόψη, από τη διοίκηση, στην περίπτωσή της, δηλαδή 8 312 βελγικά φράγκα (BFR), ήταν κατώτερο κατά 20 % του φορολογητέου μισθού της, δηλαδή 10 295 BFR, και επομένως δεν αποτελούσε γι' αυτήν σημαντική επιβάρυνση κατά την έννοια του ΚΥΚ.
5 Στις 12 Μαΐου 1992 η προσφεύγουσα έστειλε στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) έγγραφο, με επικεφαλίδα "ένσταση κατ' εφαρμογή του άρθρου 90 του ΚΥΚ κατά της αποφάσεως 12869 του τμήματος προσωπικού του Κοινοβουλίου της 22ας Απριλίου 1992" με το οποίο προσέβαλε την απόφαση με την οποία δεν της αναγνωρίστηκε, υπέρ των γονέων της, το δικαίωμα για επίδομα συντηρούμενου τέκνου και ζήτησε την αναθεώρηση της αποφάσεως αυτής καθώς και την άμεση επανάληψη της καταβολής του επιδόματος από 1ης Απριλίου 1992, με την επιφύλαξη ενδεχόμενης μεταγενέστερης αναζητήσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος. Επικουρικώς ζήτησε διευκρινίσεις για τους υπολογισμούς βάσει των οποίων είχε ληφθεί η επίδικη απόφαση.
6 Με έγγραφο της 13ης Αυγούστου 1992, ο Γενικός Γραμματέας του Κοινοβουλίου πληροφόρησε την προσφεύγουσα ότι δεν ήταν βάσιμη η αμφισβήτησή της της αποφάσεως της 22ας Απριλίου 1992 με την οποία δεν της αναγνωρίστηκε, υπέρ των γονέων της, το δικαίωμα για τη χορήγηση του επιδόματος συντηρούμενου τέκνου για τον λόγο ότι, δυνάμει του δικαίου του Λουξεμβούργου που εφαρμόζεται στις εν λόγω υποχρεώσεις διατροφής, ο σύζυγός της ήταν συνυπόχρεος διατροφής των γονέων της και ότι, σύμφωνα με τις γενικές εκτελεστικές διατάξεις, η σύνταξη αναπηρίας που αυτός ελάμβανε έπρεπε να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό του διαθεσίμου εισοδήματος. Ο Γενικός Γραμματέας του Κοινοβουλίου προσέθεσε ότι η αίτηση της προσφεύγουσας περί αμέσου επαναλήψεως της καταβολής του επιδόματος δεν μπορούσε να γίνει δεκτή διότι η απόφαση με την οποία της χορηγούνταν το επίδομα είχε λήξει χωρίς να ανανεωθεί. Ο Γενικός Γραμματέας έκρινε, εξάλλου, ότι το αίτημα της προσφεύγουσας περί παροχής διευκρινίσεων επί του υπολογισμού της "επιβαρύνσεως συντηρήσεως" και του "φορολογητέου μισθού", στα οποία αναφερόταν η απόφαση της 22ας Απριλίου 1992, ήταν δικαιολογημένο και την καλούσε να επικοινωνήσει με τη διοίκηση επί του θέματος αυτού.
7 Στις 19 Αυγούστου 1992 η προσφεύγουσα έλαβε έγγραφο με τον τίτλο "εξομοίωση", το οποίο είχε συνταχθεί στις 7 Απριλίου 1992 και περιείχε λεπτομέρειες επί των υπολογισμών στους οποίους είχε προβεί το Κοινοβούλιο.
8 Στις 27 Αυγούστου 1992 η προσφεύγουσα έστειλε στην ΑΔΑ έγγραφο με την επιγραφή "απάντηση στο έγγραφο του Γενικού Γραμματέα της 13ης Αυγούστου 1992 περί επιβεβαιώσεως της αποφάσεώς του της 22ας Απριλίου 1992", με το οποίο αμφισβητούσε, πρώτον, τη νομική βάση επί της οποίας η διοίκηση είχε προβεί στους υπολογισμούς της, δηλαδή την εφαρμογή στην περίπτωσή της του δικαίου του Λουξεμβούργου και τον συνυπολογισμό, προς τον σκοπό αυτό, του εισοδήματος του συζύγου της, καθώς και, δεύτερον, την άρνηση να διατάξει την καταβολή του επιδίκου επιδόματος με την επιφύλαξη ενδεχομένης αναζητήσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος.
9 Στις 7 Δεκεμβρίου 1992 ο Γενικός Γραμματέας του Κοινοβουλίου απήντησε στο έγγραφο της 27ης Αυγούστου 1992 της προσφεύγουσας ότι επιβεβαίωνε τη ληφθείσα απόφαση, και τούτο δοθέντος ότι οι αντιρρήσεις που είχαν προβληθεί με το προαναφερθέν έγγραφο είχαν τύχει αιτιολογημένης απαντήσεως με το έγγραφό του της 13ης Αυγούστου 1992.
10 Υπό τις περιστάσεις αυτές, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 31 Δεκεμβρίου 1992, η προσφεύγουσα άσκησε την παρούσα προσφυγή.
11 Με χωριστό δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 2 Φεβρουαρίου 1993, το Κοινοβούλιο προέβαλε ένσταση απαραδέκτου δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.
12 Η προσφεύγουσα κατέθεσε παρατηρήσεις, που πρωτοκολλήθηκαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 19 Φεβρουαρίου 1993, με τις οποίες ζήτησε την απόρριψη της ενστάσεως απαραδέκτου.
13 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 19 Φεβρουαρίου 1993, η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων για να επιτύχει την εκ νέου χορήγηση, υπό την επιφύλαξη ενδεχομένης αναζητήσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος, του "επιδόματος διατροφής των γονέων της", από τον Απρίλιο του 1992 ή επικουρικώς από τον Μάιο του 1992 ή όλως επικουρικώς από τον Αύγουστο του 1992.
14 Με διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 23ης Μαρτίου 1992, Τ-115/92 R, Hogan κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-339), απορρίφθηκε η αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων για τον λόγο ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις χορηγήσεως των αιτηθέντων προσωρινών μέτρων επειδή το οικονομικό βάρος που θα έπρεπε να φέρει η προσφεύγουσα μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου επί της κυρίας υποθέσεως, λόγω της απορρίψεως της αιτήσεώς της χορηγήσεως του εν λόγω επιδόματος, δεν συνεπαγόταν καμία σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη, και τούτο ανεξαρτήτως του συνυπολογισμού του εισοδήματος του συζύγου της.
Αιτήματα των διαδίκων
15 Η προσφεύγουσα ζητεί με το δικόγραφό της από το Πρωτοδικείο:
1) να κρίνει την προσφυγή παραδεκτή και βάσιμη
2) να ακυρώσει την απόφαση του Κοινοβουλίου της 13ης Αυγούστου 1992 καθώς και όλες τις λοιπές πράξεις επί των οποίων αυτή στηρίζεται ή που είναι συναφείς μαζί της όπως και εκείνες που απορρέουν από αυτήν και/ή αποτελούν τη βάση της, λόγω ελλείψεως νομιμότητας, υπερβάσεως εξουσίας και ελλείψεως αιτιολογίας να κρίνει δε σχετικά ότι:
* δεν ισχύει εν προκειμένω η προϋπόθεση της συνυποχρεώσεως διατροφής που δέχθηκε η ΑΔΑ του Κοινοβουλίου
* η μείωση από 23 089 BFR σε 8 312 BFR της επιβαρύνσεως συντηρήσεως είναι κατ' ακολουθίαν αυθαίρετη
* σε κάθε περίπτωση, η προσφεύγουσα δικαιούται να υπαχθεί, υπέρ των γονέων της, στις διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 4, του Παραρτήματος VII του ΚΥΚ διότι το κατώτατο όριο των 15 442 BFR είναι κατώτερο της πραγματικής επιβαρύνσεως συντηρήσεως
3) να υποχρεώσει το Κοινοβούλιο να της καταβάλει το επίδικο επίδομα, με τους αναλογούντες τόκους, ειδικότερα τους τραπεζικούς τόκους, λαμβάνοντας υπόψη την υποτίμηση του νομίσματος από τον Απρίλιο του 1992 μέχρι τον Δεκέμβριο του 1992 και, επικουρικώς, από τον Μάιο του 1992 μέχρι τον Δεκέμβριο του 1992
4) να υποχρεώσει το καθού στην καταβολή δίκαιης αποζημιώσεως διαδικασίας καθώς και των δικαστικών εξόδων της παρούσας δίκης και να διατάξει την καταβολή τους υπέρ της προσφεύγουσας ή του συνηγόρου της στη δηλωθείσα διεύθυνση
επικουρικώς, να κρίνει ότι η εξάρτηση της χορηγήσεως του εν λόγω επιδόματος από την ύπαρξη συγκεκριμένης ιθαγενείας ή κατοικίας, καθώς και η μη καταβολή του στους υπαλλήλους που έχουν διαφορετική ιθαγένεια (ή κατοικία) παραβιάζει τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως, της πλέον ευνοϊκής μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως οποιασδήποτε διακρίσεως στηριζόμενης στην ιθαγένεια, που προβλέπει ο ΚΥΚ.
16 Το Κοινοβούλιο ζητεί από το Πρωτοδικείο:
1) να κρίνει την προσφυγή Τ-115/92 απαράδεκτη
2) να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων σύμφωνα με τα άρθρα 87, παράγραφος 2, και 88 του Κανονισμού Διαδικασίας.
17 Με τις παρατηρήσεις της επί της ενστάσεως απαραδέκτου, η προσφεύγουσα ζήτησε από το Πρωτοδικείο:
1) κυρίως, να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου που υπέβαλε η ΑΔΑ στις 2 Φερουαρίου 1993, καθόσον αφορά το αίτημα επιδόματος από τον Απρίλιο του 1992
2) επικουρικώς, να απορρίψει την εν λόγω ένσταση απαραδέκτου καθόσον αφορά το αίτημα επιδόματος από τον Μάιο του 1992
3) όλως επικουρικώς, να απορρίψει την εν λόγω ένσταση απαραδέκτου καθόσον αφορά το αίτημα επιδόματος από τον Αύγουστο του 1992.
Επί του παραδεκτού
18 Κατά το άρθρο 114 του Κανονισμού Διαδικασίας, αν ένας διάδικος ζητήσει από το Πρωτοδικείο να κρίνει επί του απαραδέκτου χωρίς να εισέλθει στην ουσία, η διαδικασία επί της αιτήσεως συνεχίζεται προφορικώς, εκτός αν το Πρωτοδικείο αποφασίσει άλλως. Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι έχει επαρκώς διαφωτισθεί από τα στοιχεία του φακέλου και αποφασίζει να μη συνεχίσει τη διαδικασία.
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
19 Προς στήριξη της ενστάσεώς του απαραδέκτου, το καθού υποστηρίζει ότι η προσφυγή ασκήθηκε εκπροθέσμως. Καταρχάς εκθέτει ότι, κατά το άρθρο 91, παράγραφος 3, του ΚΥΚ, μια προσφυγή που στρέφεται κατά αποφάσεως απορρίψεως διοικητικής ενστάσεως πρέπει να ασκείται εντός προθεσμίας τριών μηνών από της ημέρας κοινοποιήσεως της αποφάσεως που ελήφθη σε απάντηση της εν λόγω ενστάσεως και ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου, οι προθεσμίες που προβλέπονται από τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ, οι οποίες ισχύουν για την υποβολή ενστάσεως και την άσκηση προσφυγής, είναι δημοσίας τάξεως και δεν εξαρτώνται από τη βούληση των διαδίκων.
20 Το καθού παρατηρεί ότι το γεγονός ότι η προσφεύγουσα απηύθυνε στις 27 Αυγούστου 1992 "έγγραφο απαντήσεως" κατά της απορρίψεως της ενστάσεώς της αποδεικνύει ότι η απόρριψη αυτή είχε περιέλθει σ' αυτήν, κατ' ανάγκη, πριν από την εν λόγω ημερομηνία. Κατά συνέπεια, η προσφυγή, η οποία ασκήθηκε τρεις και πλέον μήνες μετά τις 27 Αυγούστου 1992, πρέπει να απορριφθεί ως εκπρόθεσμη.
21 Καθόσον αφορά το έγγραφο που επιγράφεται "εξομοίωση", που εστάλη στην προσφεύγουσα στις 19 Αυγούστου 1992, το καθού ισχυρίζεται ότι το έγγραφο αυτό αποτελεί απλώς αμιγώς προπαρασκευαστική πράξη και ότι δεν μπορεί να επηρεάσει άμεσα τη νομική κατάσταση της προσφεύγουσας και δεν έχει τον χαρακτήρα αποφάσεως. Όπως αναγνωρίζει άλλωστε και η προσφεύγουσα, ο υπολογισμός αυτός υπήρξε η βάση της αρνητικής αποφάσεως της 22ας Απριλίου 1992, η οποία αποτέλεσε αντικείμενο διοικητικής ενστάσεως. Αυτή ακριβώς η απόφαση της 22ας Απριλίου 1992 είναι εκείνη με την οποία κλήθηκε η προσφεύγουσα να επικοινωνήσει με την οικεία υπηρεσία για να τύχει συμπληρωματικών πληροφοριών, όπως π.χ. αυτό το έγγραφο με τον τίτλο "εξομοίωση".
22 Τέλος, το καθού υποστηρίζει ότι το έγγραφο της 7ης Δεκεμβρίου 1992 του Γενικού Γραμματέα του Κοινοβουλίου δεν αποτελεί παρά μια απόφαση αμιγώς επιβεβαιωτική της απορρίψεως της ενστάσεως της προσφεύγουσας και δεν μπορεί, κατόπιν τούτου, να έχει ως αποτέλεσμα την εκ νέου έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής κατά της απορρίψεως της ενστάσεως της 13ης Αυγούστου 1992.
23 Στις παρατηρήσεις της επί της ενστάσεως απαραδέκτου, η προσφεύγουσα υποστηρίζει, πρώτον, ότι το έγγραφό της της 12ης Μαΐου 1992 αποτελεί, στην πραγματικότητα, αίτηση δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ και όχι διοικητική ένσταση. Για να στηρίξει τον ισχυρισμό της, η προσφεύγουσα επικαλείται τη διάταξη της 25ης Φεβρουαρίου 1992, Τ-64/91, Marcato κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-243), με την οποία το Πρωτοδικείο έκρινε ότι "δεν δεσμεύεται από τη βούληση των διαδίκων, όταν πρόκειται για τον χαρακτηρισμό εγγράφου που υπέβαλε ο ενάγων ως 'αίτηση' ή 'ένσταση' ". Ο χαρακτηρισμός ως "αιτήσεως" του προαναφερθέντος εγγράφου επιβεβαιώνεται άλλωστε από το έγγραφο της 21ης Ιουλίου 1992, με το οποίο το Κοινοβούλιο πληροφόρησε την προσφεύγουσα ότι η διοικητική της ένσταση δυνάμει του άρθρου 90 του ΚΥΚ είχε διαβιβασθεί στη νομική υπηρεσία και ότι η διοίκηση διέθετε, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του προαναφερθέντος άρθρου, προθεσμία τεσσάρων μηνών για να κοινοποιήσει την απόφασή της, και από το οποίο προκύπτει, επομένως, ότι η διοίκηση θεώρησε το έγγραφό της της 12ης Μαΐου 1992 ως αίτηση.
24 Επιπλέον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το προαναφερθέν έγραφό της της 12ης Μαΐου 1992 περιέχει τρία συγκεκριμένα αιτήματα, δηλαδή αίτημα ανανεώσεως της χορηγήσεως του επιδόματος από τον Μάιο του 1992, αίτημα αιτιολογημένης αποφάσεως και, επικουρικώς, αίτημα παροχής συγκεκριμένων στοιχείων για τους υπολογισμούς της ΑΔΑ.
25 Δεύτερον, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι το έγγραφο της 13ης Αυγούστου 1992 του Γενικού Γραμματέα του Κοινοβουλίου δεν αποτελεί, όπως ισχυρίζεται το καθού, απάντηση στην ένστασή της που περιέχει απόρριψη της τελευταίας, αλλά απάντηση στα αιτήματα που περιλαμβάνονται στο έγγραφό της της 12ης Μαΐου 1992 και έτσι καταλήγει στο ότι αποτελεί βλαπτική γι' αυτήν απόφαση.
26 Τρίτον, η προσφεύγουσα αμφισβητεί ότι το έγγραφό της της 27ης Αυγούστου 1992 αποτελεί απλή "απάντηση", στερούμενη οποιασδήποτε διαδικαστικής αξίας. Αντιθέτως, κατά την προσφεύγουσα, το έγγραφο αυτό αποτελεί διοικητική ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, στρεφόμενη κατά των νέων στοιχείων που προκύπτουν από την αιτιολογημένη απόφαση της 13ης Αυγούστου 1992, καθώς και κατά του εγγράφου που φέρει τον τίτλο "εξομοίωση", που της κοινοποιήθηκε στις 19 Αυγούστου 1992. Εξάλλου, το έγγραφο αυτό περιείχε νέο αίτημα, από τον Αύγουστο του 1992, για παροχή του επιδόματος υπέρ των γονέων της για συντηρούμενο τέκνο.
27 Η προσφεύγουσα εκτιμά ότι το έγγραφο του Γενικού Γραμματέα της 7ης Δεκεμβρίου 1992 αποτελεί τη μοναδική απόφαση απορρίψεως της διοικητικής της ενστάσεως κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, έτσι ώστε η προθεσμία των τριών μηνών που προβλέπει το άρθρο 91 άρχισε να τρέχει από την ημερομηνία αυτή.
28 Η προσφεύγουσα εκθέτει ακόμη ότι τα επιζήμια γι' αυτήν στοιχεία κοινοποιήθηκαν σε τρεις φάσεις η πρώτη συνίσταται στο έγγραφο της 22ας Απριλίου 1992 που της ανήγγειλε ότι δεν πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 2, παράγραφος 4, του Παραρτήματος VII του ΚΥΚ, η δεύτερη στο έγγραφο της 13ης Αυγούστου 1992, που περιείχε λεπτομερέστερη αιτιολογία και η τρίτη στο έγγραφο με τον τίτλο "εξομοίωση". Η ίδια προσθέτει ότι αυτή η ύπαρξη διαφόρων "βλαπτικών πράξεων", χρονικώς διάσπαρτων, την ώθησε να προσβάλει όχι μόνο την απόφαση της 13ης Αυγούστου 1992, αλλά επίσης όλες τις "συναφείς πράξεις που αποτελούν τη βάση ή τη συνέπειά της".
29 Ειδικότερα, η προσφεύγουσα αμφισβητεί την άποψη ότι το έγγραφο με τον τίτλο "εξομοίωση" αποτελεί απλή ανάλυση λογαριασμού που δεν θίγει άμεσα τη νομική της κατάσταση ούτε έχει τον χαρακτήρα αποφάσεως. Κατά την προσφεύγουσα, το έγγραφο αυτό περιλαμβάνει, αντιθέτως, ερμηνείες και υποκειμενικές εκτιμήσεις σχετικά με την αρχή της πλέον ευνοϊκής μεταχειρίσεως, με την επιλογή του εφαρμοστέου στην περίπτωσή της εθνικού δικαίου, με την ύπαρξη συνυποχρέου διατροφής των γονέων της, καθώς και εκτίμηση του εισοδήματός της καθώς και τον καθορισμό της επιβαρύνσεως συντηρήσεως που αυτή υπέχει, συνδεόμενο με τις εκτιμήσεις αυτές.
30 Τέλος, η προσφεύγουσα τονίζει επί πλέον ότι, σε περίπτωση που το Πρωτοδικείο επρόκειτο να κρίνει την προσφυγή της απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη, το απαράδεκτο αυτό δεν θα πρέπει εν πάση περιπτώσει να αφορά τα αιτήματά της για παροχή του εν λόγω επιδόματος από τον Μάιο και από τον Αύγουστο του 1992.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
31 Το Πρωτοδικείο υπενθυμίζει προεισαγωγικώς ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου (βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Ιουλίου 1984, 227/83, Μούσης κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 3133, την απόφαση του Πρωτοδικείου της 25ης Σεπτεμβρίου 1991, Τ-54/90, Lacroix κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-749, και τη διάταξη του Πρωτοδικείου της 25ης Φεβρουαρίου 1992, Τ-67/91, Torre κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-261), οι προθεσμίες ασκήσεως διοικητικής ενστάσεως και προσφυγής είναι δημοσίας τάξεως και ότι, ακόμα και στην περίπτωση που η διοίκηση απήντησε κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας που προηγείται της ασκήσεως προσφυγής στα ουσιαστικά επιχειρήματα που επικαλέστηκε ο προσφεύγων, το Πρωτοδικείο δεν απαλλάσσεται της υποχρεώσεως να ελέγξει το παραδεκτό της προσφυγής από την άποψη της τηρήσεως των προθεσμιών του ΚΥΚ.
32 Σχετικώς, κρίνεται σκόπιμο να υπομνησθεί η γενική οικονομία της προ της ασκήσεως ένδικης προσφυγής-διαδικασίας που προβλέπουν τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ. Οι διατάξεις αυτές εξαρτούν το παραδεκτό της προσφυγής που ασκείται από υπάλληλο κατά του οργάνου στο οποίο υπάγεται από την νομότυπη διεξαγωγή της προηγούμενης διοικητικής διαδικασίας. 'Οταν υφίσταται απόφαση της ΑΔΑ που αποτελεί βλαπτική πράξη, δεν έχει κανένα νόημα μια αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ και ο υπάλληλος πρέπει να χρησιμοποιήσει τη διαδικασία της ενστάσεως που προβλέπει το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, όταν επιθυμεί να ζητήσει την ακύρωση, τη μεταρρύθμιση ή την ανάκληση της αποφάσεως που τον βλάπτει. Η ευχέρεια του υπαλλήλου να ζητήσει από τη διοίκηση να εκδώσει απόφαση γι' αυτόν, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, δεν του επιτρέπει να αγνοήσει τις προθεσμίες, οι οποίες προβλέπονται από τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ, για την άσκηση της διοικητικής ενστάσεως και της προσφυγής.
33 Εν προκειμένω, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η αρχική απόφαση της ΑΔΑ της 22ας Απριλίου 1992 αποτελεί βλαπτική πράξη κατά το μέτρο που επηρεάζει άμεσα και αμέσως τη νομική κατάσταση της προσφεύγουσας (βλ. τις αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 18ης Φεβρουαρίου 1993, Τ-45/91, Mc Avoy κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-83, και της 16ης Μαρτίου 1993, Τ-33/89 και Τ-74/89, Blackman κατά Κονοβουλίου, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-249). Πράγματι, η απόφαση αυτή, η οποία αποτελεί απάντηση στην αίτηση ανανεώσεως χορηγήσεως του επιδόματος που υπέβαλε η προσφεύγουσα στις 16 Μαρτίου 1992, αντικατοπτρίζει κατά τρόπο μη επιδεχόμενο παρερμηνεία τη βούληση της διοικήσεως να της αρνηθεί τη χορήγηση, υπέρ των γονέων της, του επιδόματος για πρόσωπο εξομοιούμενο με συντηρούμενο τέκνο, άρνηση που υλοποιήθηκε με την παύση της καταβολής του επιδόματος από 1ης Απριλίου 1992. Εξάλλου, η απόφαση αυτή αναφέρει σαφώς τις διατάξεις βάσει των οποίων η επιβάρυνση συντηρήσεως που ελήφθη υπόψη στην περίπτωση της προσφεύγουσας δεν θεωρήθηκε σημαντική γι' αυτήν, δηλαδή το άρθρο 2, παράγραφος 4, του Παραρτήματος VII του ΚΥΚ (βλ. την προαναφερθείσα διάταξη Torre κατά Επιτροπής, και την απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Μαρτίου 1993, Τ-87/91, Boessen κατά ΟΚΕ, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-235).
34 Το Πρωτοδικείο θεωρεί, εξάλλου, ότι το έγγραφο με τον τίτλο "εξομοίωση", που περιέχει τους υπολογισμούς της ΑΔΑ για τον καθορισμό της επιβαρύνσεως συντηρήσεως που υπέχει η προσφεύγουσα και το φορολογητέο της εισόδημα, αποτελεί τη μαθηματική εξήγηση της προαναφερθείσας απόφασης και δεν μπορεί να λογισθεί ως νέα απόφαση, εφόσον δεν περιλαμβάνει κανένα νέο στοιχείο σε σχέση με την πραγματική και νομική κατάσταση που ελήφθη υπόψη κατά τον χρόνο λήψεως της αποφάσεως της 22ας Απριλίου 1992. Δεν μπορεί επομένως να άρει από την απόφαση αυτή τον ουσιώδη νομικό της χαρακτηρισμό ως βλαπτικής πράξεως και να επιτρέψει την εκ νέου έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής (βλ. τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 14ης Απριλίου 1970, 24/69, Nebe κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1969-1970, σ. 287, της 8ης Μαΐου 1973, 33/72, Gunnella κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 535, της 10ης Δεκεμβρίου 1980, 23/80, Grasselli κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1980 ΙΙΙ, σ. 451, και την απόφαση του Πρωτοδικείου της 22ας Νοεμβρίου 1990, Τ-4/90, Lestelle κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-689).
35 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι η προσφεύγουσα είχε την ευχέρεια να ασκήσει ευθέως, όπως προβλέπει το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως της 22ας Απριλίου 1992. Και ναι μεν στις 12 Μαΐου 1992 έστειλε πράγματι έγγραφο στη διοίκηση που το χαρακτήριζε ως "ένσταση δυνάμει του άρθρου 90 του ΚΥΚ κατά της αποφάσεως της 22ας Απριλίου 1992", στις παρατηρήσεις της, πλην όμως επί της ενστάσεως απαραδέκτου ισχυρίστηκε ότι το έγγραφο αυτό αποτελούσε αίτηση δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ.
36 Κατά την πάγια νομολογία, ο ακριβής νομικός χαρακτηρισμός ενός εγγράφου ή ενός υπηρεσιακού σημειώματος εμπίπτει αποκλειστικώς στην εκτίμηση του Πρωτοδικείου και δεν εξαρτάται από τη βούληση των διαδίκων (βλ. τις διατάξεις του Πρωτοδικείου της 7ης Ιουνίου 1991, Τ-14/91, Weyrich κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-235, της 1ης Οκτωβρίου 1991, Τ-38/91, Κούσιος κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-763, Torre κατά Επιτροπής και Marcato κατά Επιτροπής, που αναφέρθηκαν πιο πάνω, και την απόφαση της 20ής Μαρτίου 1991, Τ-1/90, Perez-Minguez Casariego κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-143). 'Ετσι χαρακτηρίστηκαν ως "ενστάσεις" το έγγραφο με το οποίο ένας υπάλληλος, χωρίς να ζητήσει ρητώς την ανάκληση της σχετικής αποφάσεως, αποσκοπεί σαφώς στην ικανοποίηση των αιτιάσεών του φιλικά ή το έγγραφο που εκδηλώνει σαφώς τη βούληση του προσφεύγοντος να αμφισβητήσει την απόφαση που τον βλάπτει (βλ. τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 28ης Μαΐου 1970, 30/68, Lacroix κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 317, της 22ας Νοεμβρίου 1972, 19/72, Thomik κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 269, της 14ης Ιουλίου 1988, 23/87 και 24/87, Aldinger και Virgili κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1988, σ. 4395, καθώς και τις προαναφερθείσες διατάξεις Weyrich κατά Επιτροπής και Torre κατά Επιτροπής).
37 Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο διαπιστώνει καταρχάς ότι από την ίδια τη διατύπωση του εγγράφου της 12ης Μαΐου 1992 προκύπτει ότι η προσφεύγουσα προσβάλλει με αυτό την απόφαση της 22ας Απριλίου 1992 και επιδιώκει ικανοποίηση των αιτιάσεών της. Αφενός, το αίτημα επαναλήψεως χορηγήσεως των καταβολών του επιμάχου επιδόματος από τον Απρίλιο του 1992 εκδηλώνει σαφώς τη βούληση της προσφεύγουσας να ικανοποιηθούν οι αιτιάσεις που διατύπωσε κατά της αρνήσεως της διοικήσεως να εξομοιώσει καθέναν από τους γονείς της με συντηρούμενο τέκνο και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νέα αυτοτελής αίτηση. Αφετέρου, το αίτημα αιτιολογήσεως της αρνητικής αποφάσεως της 22ας Απριλίου 1992 δεν μπορεί να ερμηνευθεί παρά ως έκφραση αιτιάσεως για έλλειψη αιτιολογίας της εν λόγω αποφάσεως.
38 Το Πρωτοδικείο εκτιμά, περαιτέρω, ότι το αίτημα χορηγήσεως συγκεκριμένων στοιχείων ως προς τους υπολογισμούς που αποτέλεσαν τη βάση της αρνητικής αποφάσεως της 22ας Απριλίου 1992 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά αυτοτελή αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, αλλά εμπίπτει στο πλαίσιο των αιτιάσεων που διατυπώνονται κατά της αποφάσεως αυτής, τούτο δε παρά το γεγονός ότι, στην απάντησή της της 13ης Αυγούστου 1992, η διοίκηση αναγνώρισε τη βασιμότητα αυτού του αιτήματος και κάλεσε την προσφεύγουσα να απευθυνθεί στην αρμόδια αρχή. Πρέπει να τονιστεί σχετικά ότι με την απόφαση της 22ας Μαΐου 1992 είχε ήδη κληθεί η προσφεύγουσα να απευθυνθεί στην οικεία υπηρεσία για να λάβει συμπληρωματικές πληροφορίες.
39 Εξ αυτού έπεται ότι το έγγραφο της 12ης Μαΐου 1992 αποτελεί ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ και όχι αίτηση, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα.
40 Πρέπει εξάλλου να προστεθεί ότι το έγγραφο της 13ης Αυγούστου 1992 του Γενικού Γραμματέα του Κοινοβουλίου δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως περιέχον νέα, σε σχέση με την απόφαση της 22ας Απριλίου 1992, περιστατικά που μπορούν, ως τέτοιας φύσεως, να καταστήσουν δυνατή την κίνηση νέας διοικητικής διαδικασίας. Το εν λόγω έγγραφο αποτελεί, αντιθέτως, αιτιολογημένη απόρριψη της διοικητικής ενστάσεως που άσκησε η προσφεύγουσα μετά την απόφαση του Κοινοβουλίου να μη εξομοιώσει καθέναν από τους γονείς της με συντηρούμενο τέκνο, η συντήρηση του οποίου συνεπάγεται γι' αυτήν σημαντική επιβάρυνση.
41 Κατά συνέπεια, το έγγραφο της προσφεύγουσας της 27ης Αυγούστου 1992 που επιγράφεται "απάντηση", καθώς και το έγγραφο του Γενικού Γραμματέα της 7ης Δεκεμβρίου 1992 πρέπει να νοηθούν ως απλά επαναληπτικά έγγραφα της ενστάσεως της 12ης Μαΐου 1992 και της απορρίψεώς της της 13ης Αυγούστου 1992 και δεν μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα την έναρξη νέας προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής.
42 Από αυτά προκύπτει ότι πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου η προσφυγή που ασκήθηκε τρεις και πλέον μήνες ύστερα από τη ρητή απόφαση απορρίψεως της ενστάσεως.
43 Τέλος, το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι τα αιτήματα περί επαναλήψεως της καταβολής του επιδίκου επιδόματος από την 1η Μαΐου 1992 ή από την 1η Αυγούστου 1992, που διατυπώνονται στο πλαίσιο της διοικητικής ενστάσεως της 12ης Μαΐου 1992 και της "απαντήσεως" της 27ης Αυγούστου 1992, συγχωνεύονται στην πραγματικότητα με αυτό τούτο το αντικείμενο της διοικητικής ενστάσεως που ασκήθηκε στις 12 Μαΐου 1992. Εξ αυτού έπεται ότι, η προσφυγή, κατά το μέτρο που στρέφεται κατά της απορριπτικής αποφάσεως της διοικητικής ενστάσεως της 12ης Μαΐου 1992, είναι απαράδεκτη, ενώ πρέπει επίσης να απορριφθούν ως απαράδεκτα τα αιτήματα που υπέβαλε η προσφεύγουσα επικουρικώς και με τα οποία επιδιώκεται να υποχρεωθεί το Κοινοβούλιο στην καταβολή του επιδόματος από την 1η Μαΐου ως τις 31 Δεκεμβρίου 1992.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
44 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Κατά το άρθρο όμως 88 του ίδιου αυτού κανονισμού, στις διαφορές μεταξύ των Κοινοτήτων και των υπαλλήλων τους, τα όργανα φέρουν τα έξοδά τους. Εφόσον η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει κάθε διάδικος να καταδικαστεί στα δικά του δικαστικά έξοδα, τόσο στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής όσο και στο πλαίσιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων Τ-115/92 R.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (πέμπτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Κάθε διάδικος φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που αφορούν τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων Τ-115/92 R.
Λουξεμβούργο, 15 Ιουλίου 1993.
Full & Egal Universal Law Academy