Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Στην υπό κρίση υπόθεση το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί της αιτήσεως της εταιρίας DSM NV (στο εξής: DSM), δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου, περί αναιρέσεως της από 4ης Νοεμβρίου 1992 διατάξεως του Πρωτοδικείου (1) και της από 17ης Δεκεμβρίου 1991 αποφάσεως του Πρωτοδικείου (2). Με τη διάταξη της 4ης Νοεμβρίου 1992, είχε απορριφθεί η αίτηση αναθεωρήσεως που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα εταιρία δυνάμει των άρθρων 41 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου και του άρθρου 125 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, κατά της από 17ης Δεκεμβρίου 1991 προμνησθείσης αποφάσεως του Πρωτοδικείου, με την οποία είχε απορριφθεί προσφυγή της DSM, ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ (στο εξής: Συνθήκη), κατά της από 23ης Απριλίου 1986 αποφάσεως της Επιτροπής (3). Η απόφαση της Επιτροπής είχε ως αντικείμενο την εφαρμογή του άρθρου 85 της Συνθήκης στον τομέα της παραγωγής πολυπροπυλενίου.
Ι - Πραγματικά περιστατικά και εξέλιξη της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου
1 Σε ό,τι αφορά τα πραγματικά περιστατικά της επίδικης διαφοράς και την εξέλιξη της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου, από την προαναφερθείσα απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1991 προκύπτουν τα ακόλουθα:
Η δυτικοευρωπαϋκή αγορά πολυπροπυλενίου εφοδιιαζόταν πριν από το 1977 σχεδόν αποκλειστικά από δέκα παραγωγούς. Μετά το 1977 και τη λήξη της ισχύος των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας της εταιρίας Montedison, εμφανίσθηκαν επτά νέοι παραγωγοί, με σημαντική παραγωγική ικανότητα. Το γεγονός αυτό δεν συνοδεύθηκε με ανάλογη αύξηση της ζήτησης, με συνέπεια να μην υπάρχει ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, τουλάχιστον μέχρι το 1982. Γενικότερα, κατά το μεγαλύτερο μέρος της περιόδου 1977-1983, η αγορά πολυπροπυλενίου χαρακτηριζόταν από χαμηλή αποδοτικότητα ή/και σημαντικές ζημίες.
2 Στις 13 και 14 Οκτωβρίου 1983 υπάλληλοι της Επιτροπής, στο πλαίσιο των εξουσιών που τους παρέχει το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962 (4) (στο εξής: κανονισμός 17), πραγματοποίησαν συντονισμένους ελέγχους σε μια ομάδα επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα παραγωγής πολυπροπυλενίου. Κατόπιν των ελέγχων αυτών, η Επιτροπή απηύθυνε, δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού 17, αιτήσεις παροχής πληροφοριών στις παραπάνω, αλλά και σε άλλες συναφούς αντικειμένου, επιχειρήσεις. Από τα στοιχεία που συνέλεξε, στο πλαίσιο αυτών των ελέγχων και αιτήσεων παροχής πληροφοριών, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, κατά την περίοδο μεταξύ των ετών 1977 και 1983, ορισμένοι παραγωγοί πολυπροπυλενίου, ανάμεσα στους οποίους και η DSM, ενεργούσαν κατά παράβαση του άρθρου 85 της Συνθήκης. Στις 30 Απριλίου 1984, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 και ανακοίνωσε γραπτώς τις αιτιάσεις της στις παραβαίνουσες επιχειρήσεις.
3 Μετά το πέρας της διαδικασίας αυτής, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 23 Απριλίου 1986, την προαναφερθείσα απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:
«όΑρθρο 1
Οι (επιχειρήσεις) (...), DSM NV, (...) έχουν παραβεί το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, συμμετέχοντας (...) στην περίπτωση των BASF, DSM και Hόls, από κάποια στιγμή μεταξύ 1977 και 1979 έως, τουλάχιστον, το Νοέμβριο του 1983 (...), σε συμφωνία και εναρμονισμένη πρακτική που ανάγονται στα μέσα του 1977, βάσει των οποίων οι παραγωγοί [που] προμήθευαν πολυπροπυλένιο στο έδαφος της κοινής αγοράς:
α) είχαν επαφές μεταξύ τους και τακτικές συναντήσεις (από τις αρχές του 1981, δύο φορές το μήνα) στο πλαίσιο σειράς μυστικών συναντήσεων που αποσκοπούσαν στη συζήτηση και στον καθορισμό της εμπορικής πολιτικής τους
β) καθόριζαν περιοδικά "τιμές-στόχους" (ή κατώτατες τιμές) για την πώληση του προϋόντος σε κάθε κράτος μέλος της Κοινότητας
γ) συμφώνησαν διάφορα μέτρα για τη διευκόλυνση της εφαρμογής των ενλόγω τιμών-στόχων, τα οποία περιλάμβαναν (κυρίως) περιοδικούς περιορισμούς στην παραγωγή, ανταλλαγή λεπτομερών πληροφοριών σχετικά με τις παραδόσεις, πραγματοποίηση τοπικών συναντήσεων και, από το τέλος του 1982, σύστημα "λογιστικής διαχείρισης" που αποσκοπούσε στην εφαρμογή των αυξήσεων των τιμών σε μεμονωμένους πελάτες
δ) προέβησαν σε ταυτόχρονες αυξήσεις τιμών εφαρμόζοντας τους ενλόγω στόχους
ε) κατένειμαν την αγορά παραχωρώντας σε κάθε παραγωγό έναν ετήσιο στόχο πωλήσεων ή "ποσοστώσεις" (1979, 1980 και, τουλάχιστον, για ένα μέρος του 1983) ή, ελλείψει οριστικής απόφασης που να καλύπτει ολόκληρο το έτος, υποχρεώνοντας τους παραγωγούς να περιορίζουν τις μηνιαίες πωλήσεις τους με αναφορά σε προηγούμενη περίοδο (1981, 1982).
(...)
οΑρθρο 3
Τα ακόλουθα πρόστιμα επιβάλλονται στις επιχειρήσεις που αναφέρονται στην παρούσα απόφαση, όσον αφορά την παράβαση που διαπιστώνεται στο άρθρο 1.
(...)
iv) DSM NV, πρόστιμο 2 750 000 ΕCU, ή 6 657 640 ολλανδικά φιορίνια (...).»
4 Δεκατέσσερις από τις δεκαπέντε εταιρίες, αποδέκτριες της ενλόγω αποφάσεως, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα, άσκησαν προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της ανωτέρω αποφάσεως της Επιτροπής. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη, ενώπιον του Πρωτοδικείου, από τις 10 Δεκεμβρίου 1990 έως τις 15 Δεκεμβρίου 1990, οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του δικαστηρίου. Το Πρωτοδικείο, αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα, απέρριψε την προσφυγή με την από 17ης Δεκεμβρίου 1991 προαναφερθείσα απόφασή του.
5 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 26 Μαου 1992, η DSM άσκησε αίτηση αναθεωρήσεως της αποφάσεως αυτής του Πρωτοδικείου. Προς στήριξη του αιτήματός της, επικαλέσθηκε ορισμένα πραγματικά στοιχεία, τα οποία, κατά την ίδια, έγιναν γνωστά σ' αυτήν μόνο μετά την έκδοση της αποφάσεως της 17ης Δεκεμβρίου 1991 και, ειδικότερα, μετά την έκδοση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 27ης Φεβρουαρίου 1992, BASF κ.λπ. κατά Επιτροπής (στο εξής: υποθέσεις «PVC») (5). Από τα στοιχεία αυτά, η DSM ισχυρίσθηκε ότι προκύπτουν σημαντικά τυπικά ελαττώματα της προσβαλλομένης πράξεως της Επιτρoπής, τα οποία, ως «νέα γεγονότα», συγχωρούν την αναθεώρηση της αποφάσεως της 17ης Δεκεμβρίου 1991. Το Πρωτοδικείο απέρριψε την αίτηση αναθεωρήσεως με την από 4ης Νοεμβρίου 1992 προαναφερθείσα διάταξή του.
6 Κατά της απορριπτικής αυτής διατάξεως, η DSM άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου αίτηση αναιρέσεως, ζητώντας τα ακόλουθα:
i) να διαπιστωθεί ότι η παρούσα αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπροθέσμως,
ii) να αναιρεθεί η από 4 Νοεμβρίου 1992 απορριπτική διάταξη του Πρωτοδικείου, στην υπόθεση Τ-8/89 Rιv.,
iii) να αναιρεθεί η από 17ης Δεκεμβρίου 1991 απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση Τ-8/89,
iv) να κηρυχθεί η ένδικος απόφαση «Πολυπροπυλένιο» της Επιτροπής ανυπόστατη ή τουλάχιστον άκυρη, κατά το μέρος που αφορά την αναιρεσείουσα, και ακολούθως να ακυρωθεί ή τουλάχιστον να μειωθεί το πρόστιμου που επιβλήθηκε σ' αυτήν,
v) να διαταχθεί η Επιτροπή όπως επιστρέψει αμελλητί τα ποσά του προστίμου που εισέπραξε από την αναιρεσείουσα, στις 19 Φεβρουαρίου 1992, δυνάμει της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 17ης Δεκεμβρίου 1991, συμπεριλαμβανομένων των νομίμων τόκων και των εξόδων στα οποία υπεβλήθη η DSM,
vi) επικουρικώς, να αναιρεθεί η από 4 Νοεμβρίου 1992 διάταξη του Πρωτοδικείου στην υπόθεση Τ-8/89 Rev. και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Πρωτοδικείο προς κρίση,
vii) να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, εν όλω ή εν μέρει, ή, επικουρικώς, ως αβάσιμη και να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
ΙΙ - Τα επιχειρήματα των διαδίκων
Α - Οι λόγοι αναιρέσεως που προβάλλει η DSM
7 α) Η αναιρεσείουσα αναφέρεται στις σκέψεις 14 και 15 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένως τις διατάξεις του άρθρου 41 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου, το οποίο ορίζει τις προϋποθέσεις για την ευδοκίμηση του ένδικου μέσου της αιτήσεως αναθεωρήσεως. Σύμφωνα με την ερμηνεία που ακολουθεί η αναιρεσείουσα, για να αναθεωρηθεί μια δικαστική απόφαση απαιτείται απλώς να «γίνει γνωστό γεγονός αποφασιστικής σημασίας», χωρίς να χρειάζεται να προηγείται χρονικώς το γεγονός αυτό της εκδόσεως της καθής η αναθεώρηση δικαστικής αποφάσεως· η προσθήκη της επιπλέον αυτής προϋποθέσεως από το Πρωτοδικείο είναι, κατά την άποψη της DSM, χωρίς νομικό έρεισμα. Επίσης, η DSM υπογραμμίζει ότι το Πρωτοδικείο επικέντρωσε την έρευνά του στο χρόνο κατά τον οποίο τα γεγονότα που αυτή επικαλέσθηκε «είχαν γίνει γνωστά σε αυτήν», χωρίς πρώτα να εξετάσει κατά πόσον τα ενλόγω πραγματικά στοιχεία συνιστούσαν «γεγονότα», κατά την έννοια του άρθρου 41 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου. Η DSM θεωρεί ότι τα πραγματικά στοιχεία που είχε επικαλεσθεί δεν μπορούσαν να θεωρηθούν «γεγονότα», αλλά απλές υπόνοιες από τις οποίες ενδεχομένως να προέκυπταν, ύστερα από σχετική έρευνα, «γεγονότα» κρίσιμα για την επίλυση της διαφοράς. Για το λόγο αυτόν, εξάλλου, είχε υποβάλει στην Επιτροπή, την 5η Μαου 1992, αίτηση αποσκοπούσα στην κοινοποίηση ορισμένων σημαντικών αποδεικτικών στοιχείων. Επομένως, συμπεραίνει η αναιρεσείουσα ότι το Πρωτοδικείο εφήρμοσε εσφαλμένως τα οριζόμενα στο άρθρο 41 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου.
8 β) Κατά την αναιρεσείουσα, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, διότι το Πρωτοδικείο περιόρισε την έρευνά του σε ορισμένα μόνον από τα πραγματικά στοιχεία που επικαλέσθηκε η DSM με την αίτησή της. Πρόκειται για τα πραγματικά στοιχεία που αναφέρονται στις σκέψεις 6 και 15 της αναιρεσιβαλλομένης, τα οποία είχαν προβληθεί στην ενότητα 2.3 της αιτήσεως αναθεωρήσεως. Η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο αγνόησε τους πραγματικούς ισχυρισμούς που περιέχονταν στις ενότητες 2.1 και 2.2 της αιτήσεως αναθεωρήσεως. Οι ισχυρισμοί αυτοί αφορούσαν τα εξής:
Πρώτον, η αιτούσα είχε θέσει το ερώτημα, υπό τη μορφή υποθέσεως, κατά πόσον το κείμενο στην ολλανδική της πράξεως «Πολυπροπυλένιο» είχε υποβληθεί στη Σύνοδο των Επιτρόπων.
Δεύτερον, η DSM πιθανολογούσε ότι η πράξη «Πολυπροπυλένιο» βαρύνεται με «ιδιαιτέρως σοβαρά και προφανή τυπικά ελαττώματα», όμοια με εκείνα που έγιναν δεκτά από το Πρωτοδικείο, στο πλαίσιο των υποθέσεων «PVC» (6). Πρόκειται, ειδικότερα, για τις ακόλουθες διαδικαστικές παραβάσεις:
i) Μη παρουσίαση ενώπιον της Συνόδου των Επιτρόπων, του αυθεντικού κειμένου της προσβαλλομένης στα ολλανδικά.
ii) Παράνομη εξουσιοδότηση του Επιτρόπου επί του ανταγωνισμού για την έκδοση του κειμένου της προσβαλλομένης στα ολλανδικά.
iii) Παράλειψη αυθεντικής κυρώσεως της πράξεως, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής.
iv) Παράλειψη προσαρτήσεως του αυθεντικώς κυρωμένου πρωτοτύπου της πράξεως στα πρακτικά της συνεδριάσεως της Επιτροπής, κατά την οποία ελήφθη η σχετική απόφαση.
v) ηΥπαρξη μεταβολών του περιεχομένου της πράξεως «Πολυπροπυλένιο», σε χρόνο μεταγενέστερο της εκδόσεώς της, οι οποίες δεν αποτελούσαν απλές «ορθογραφικές ή γραμματικές διορθώσεις».
vi) Η ανυπαρξία αυθεντικού κειμένου της πράξεως «Πολυπροπυλένιο» στην ολλανδική, σημαίνει ακόμη ότι δεν υπήρχε «εκτελεστός τίτλος», για την είσπραξη του προστίμου, σύμφωνα με τα όσα απαιτεί το άρθρο 192 της Συνθήκης.
9 Οι ισχυρισμοί αυτοί, έχουν, κατά την DSM, ιδιαίτερη βαρύτητα, ενόψει και της αρνήσεως της Επιτροπής να προσκομίσει κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία, παρά τη σχετική αίτηση της αναιρεσείουσας. Η τελευταία υποστηρίζει ότι οι ενλόγω ισχυρισμοί δεν εξετάσθηκαν προσηκόντως από το Πρωτοδικείο, οπότε η αναιρεσιβαλλομένη πάσχει ως προς την αιτιολογία της.
10 γ) Η αναιρεσείουσα θεωρεί ακόμη ότι οι κανόνες περί αιτιολογήσεως των δικαστικών αποφάσεων έχουν παραβιασθεί διότι το Πρωτοδικείο, με τη σκέψη 16 της αναιρεσιβαλλομένης, χαρακτήρισε ως «νέα γεγονότα» τις «μετατροπές και προσθήκες» της αποφάσεως που ελήφθη από τη σύνοδο των Επιτρόπων, οι οποίες περιέχονται στο κείμενο που κοινοποιήθηκε στην DSM. Στο δικόγραφο όμως της αιτήσεως αναθεωρήσεως δεν γίνεται μνεία «γεγονότων», με την έννοια του άρθρου 41 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου, αλλά απλών υπονοιών για ενδεχόμενες μεταβολές και προσθήκες επί του περιεχομένου της αποφάσεως που ελήφθη από τη σύνοδο των Επιτρόπων. Τα πραγματικά γεγονότα παραμένουν ακόμη άγνωστα, τόσο στην εταιρία DSM όσο και στο Πρωτοδικείο.
11 δ) Κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο εσφαλμένως θεώρησε, με τη σκέψη 18 της αναιρεσιβαλλομένης, ότι οι εκ των υστέρων μετατροπές και προσθήκες επί του περιεχομένου της ενδίκου πράξεως «Πολυπροπυλένιο» ήταν γνωστές στην αιτούσα την αναθεώρηση πριν από την έκδοση της καθής η αναθεώρηση αποφάσεως. Το Πρωτοδικείο επικαλέσθηκε το γεγονός ότι, κατά την ενώπιόν του προφορική διαδικασία για την υπόθεση «PVC», η οποία έλαβε χώρα την 10η Δεκεμβρίου 1991, η αιτούσα την αναθεώρηση παρέστη και εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο δικηγόρο ο οποίος την εκπροσωπούσε και στην υπόθεση «Πολυπροπυλένιο». Κατά τη διαδικασία αυτή, οι εκπρόσωποι της Επιτροπής έδωσαν επαρκείς εξηγήσεις όσον αφορά το περιεχόμενο των κατά τα ανωτέρω πιθανολογουμένων τροποποιήσεων και προσθηκών. Επομένως, η αιτούσα την αναθεώρηση τελούσε εν γνώσει των δεδομένων αυτών και μπορούσε να τα επικαλεσθεί εγκαίρως, πριν από την έκδοση της από 17 Δεκεμβρίου 1991 αποφάσεως του Πρωτοδικείου, στο πλαίσιο της αιτήσεως για την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας.
12 Η DSM αντικρούει τη συλλογιστική αυτή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με τα ακόλουθα επιχειρήματα: το γεγονός ότι ο δικηγόρος της ήταν παρών κατά την προφορική διαδικασία των υποθέσεων «PVC» είναι νομικώς αδιάφορο· αυτός παρέστη ως εκπρόσωπος μιας άλλης εταιρίας στο πλαίσιο άλλης υποθέσεως, η οποία αφορούσε τη νομιμότητα άλλης πράξεως της Επιτροπής. Επίσης, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής δεν αναφέρθηκε στις εκ των υστέρων μεταβολές του περιεχομένου αποφάσεων της Επιτροπής που έχουν ήδη εκδοθεί αλλά στο ζήτημα της αυθεντικής τους κυρώσεως, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής. Η DSM επικαλείται εν τέλει τη σκέψη 92 της αποφάσεως «PVC» του Πρωτοδικείου, με την οποία, κατά την ίδια, έγινε δεκτό ότι οι ισχυρισμοί των εκπροσώπων της Επιτροπής περί γενικευμένης πρακτικής που ακολουθείτο κατά την έκδοση των αποφάσεων της Επιτροπής, κατά παράβαση των εν ισχύι γραπτών διατάξεων, στερείται νομικής βαρύτητας.
13 Σε ό,τι αφορά τη θέση του Πρωτοδικείου, σύμφωνα με την οποία η DSM είχε τη δυνατότητα να υποβάλει εγκαίρως, πριν από την έκδοση της καθής η αναθεώρηση δικαστικής αποφάσεως, αίτηση για επανάληψη της προφορικής διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 62 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, η αναιρεσείουσα παρατηρεί τα εξής: καταρχάς, δεν τελούσε εν γνώσει «γεγονότων» στα οποία θα μπορούσε να στηρίξει το αίτημά της. Εν πάση περιπτώσει, δεν ήταν υποχρεωμένη να ενεργοποιήσει τη διαδικασία του άρθρου 62 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, η οποία είναι δυνητική και όχι υποχρεωτική. Εξάλλου, τα κρίσιμα τυπικά ελαττώματα για τα οποία γινόταν λόγος με την αίτηση αναθεωρήσεως, ανήκουν στην κατηγορία των αυτεπαγγέλτως ελεγχομένων από το Πρωτοδικείο, το οποίο όφειλε από μόνο του να είχε διατάξει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας. Τέλος, προβάλλεται ένα πρακτικό επιχείρημα· αν η απόφαση του Πρωτοδικείου επί της προσφυγής της DSM εκδόθηκε την 17η Δεκεμβρίου 1991, είναι βέβαιον ότι το περιεχόμενό της είχε οριστικοποιηθεί πριν από την 10η Δεκεμβρίου 1991 και απλώς το κείμενο βρισκόταν στο στάδιο της μεταφράσεως. Δεν υπήρχε, συνεπώς, εκ των πραγμάτων δυνατότητα επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας.
14 ε) Η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της σκέψεως 19 της αναιρεσιβαλλομένης, με την οποία κρίθηκε ότι «το περιεχόμενο των διαφόρων τροποποιήσεων και προσθηκών που αναφέρει η αναιρεσείουσα ήταν αρκούντως σαφές (...)». Η DSM επαναλαμβάνει καταρχάς ότι οι ενλόγω πραγματικοί ισχυρισμοί της δεν συνιστούσαν «γεγονότα» με την έννοια του άρθρου 41 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου. Σημειώνει επίσης ότι ο χαρακτηρισμός «αρκούντως σαφές» είναι άνευ πρακτικής σημασίας και ανακριβής. Η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι ο χαρακτηρισμός αυτός συνιστά στην ουσία παράφραση του κειμένου της αποφάσεως της 26ης Φεβρουαρίου 1987, Consorzio Cooperative d'Abruzzo κατά Επιτροπής (7), στην οποία γίνεται λόγος για «ελαττώματα αρκούντως σοβαρά και προφανή». Η συλλογιστική της αποφάσεως αυτής δεν μπορεί, κατά την αναιρεσείουσα, να μεταφερθεί στην υπό κρίση υπόθεση. Τα ελαττώματα της αποφάσεως «Πολυπροπυλένιο» της Επιτροπής δεν ήταν προφανή. Η ανάγνωση του κειμένου που κοινοποιήθηκε στις ενδιαφερόμενες εταιρίες δεν αποκαλύπτει κάποιο ελάττωμα, παρά μόνον ότι σε ορισμένα χωρία του κειμένου αυτού έχει γίνει χρήση διαφορετικών τυπογραφικών στοιχείων. Το κατά πόσον η προσβαλλομένη φέρει ουσιώδη τυπικά ελαττώματα παραμένει υπό εξέταση και δεν είναι γνωστό, και μάλιστα κατά τρόπο προφανή, στην DSM ή το Πρωτοδικείο. Εξάλλου, σε αντίθεση με τα δεδομένα της αποφάσεως Consorzio Cooperative d'Abruzzo κατά Επιτροπής (8), η προσβαλλομένη πράξη στην υπό κρίση υπόθεση επιβάλλει μια υποχρέωση και δεν γεννά ένα δικαίωμα· επομένως, θα πρέπει, κατά την αναιρεσείουσα, να μπορεί να διαπιστωθεί η ανυπαρξία της έστω και αν τα ελαττώματά της δεν είναι προφανή.
15 στ) Η αναιρεσείουσα στρέφεται κατά της σκέψεως 20 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, θεωρώντας ότι αυτή αντιβαίνει προς τους κοινοτικούς κανόνες περί αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων. Με τη σκέψη αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι «αυτή καθεαυτή η απόφαση "PVC" και το έγγραφο που έστειλε η αιτούσα την αναθεώρηση στην Επιτροπή στις 5 Μαου 1992 καθώς και το γεγονός ότι το έγγραφο αυτό έμεινε αναπάντητο δεν ασκούν επιρροή (...)».
16 Κατά την αναιρεσείουσα, η ανωτέρω επιστολή της που απεστάλη την 5η Μαου 1991 στην Επιτροπή, καθώς και το γεγονός ότι αυτή έμεινε αναπάντητη, έχουν ιδιαίτερη σημασία για την επίλυση της υπό κρίση υποθέσεως. Εξάλλου, όπως συνάγεται από την απόφαση «PVC» του Πρωτοδικείου, σε παρόμοιες περιπτώσεις οι διάδικοι δεν υποχρεούνται να προβάλλουν πλήρως αποδεδειγμένα ελαττώματα αλλά μόνον τα αποδεικτικά στοιχεία που εκ των πραγμάτων μπορούν να έχουν στην κατοχή τους. Το κοινοτικό δίκαιο δεν αντιτίθεται επίσης, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, στην υποβολή αιτήσεων αναθεωρήσεως από διαδίκους οι οποίοι έχουν απλώς υπόνοιες ότι υφίστανται ενδεχομένως άγνωστα γεγονότα, υπό την έννοια του άρθρου 41 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου, τα οποία είναι κρίσιμα για τη λύση της διαφοράς. Αυτός είναι ο σκοπός που αναγνωρίζει η DSM στο άρθρο 41 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου. Η ερμηνευτική αυτή προσέγγιση πρέπει κατά την αναιρεσείουσα, να γίνεται, a fortiori, δεκτή στις περιπτώσεις που τα νέα «γεγονότα» δεν είναι ακόμη γνωστά, εξαιτίας της αρνήσεως της Επιτροπής να γνωστοποιήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει στην κατοχή της.
17 ζ) Κατά την αναιρεσείουσα, η υποχρέωση αιτιολoγήσεως των δικαστικών αποφάσεων πλήσσεται και από το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο αρνήθηκε να εξετάσει στην ουσία της την αίτηση αναθεωρήσεως· η στάση του αυτή είναι αντίθετη προς τη νομολογία, όπως την ερμηνεύει η DSM. Η τελευταία επικαλείται προς τούτο τις λοιπές αποφάσεις του Πρωτοδικείου για την υπόθεση «Πολυπροπυλένιο», κυρίως εκείνες που εκδόθηκαν την 10η Μαρτίου 1992 (9).
18 η) Η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι παραβιάσθηκε η αρχή της ισότητας εκ του γεγονότος ότι το Πρωτοδικείο, σε αντίθεση με τη στάση που τήρησε στις υποθέσεις «PVC», αρνήθηκε να εξετάσει στην ουσία της την αίτηση αναθεωρήσεως, επί τη βάσει των ενδείξεων που επικαλείτο η DSM. Στις υποθέσεις «PVC», το Πρωτοδικείο είχε λάβει μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας με τα οποία είχε καλέσει την Επιτροπή να προσκομίσει μια σειρά από κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία, σχετικά με το ενδεχόμενο της υπάρξεως ουσιωδών τυπικών ελαττωμάτων της προσβαλλομένης πράξεως. Με αφετηρία τα στοιχεία που εν τέλει υπέβαλε η Επιτροπή στο Πρωτοδικείου, οι προσφεύγουσες μπόρεσαν να εντοπίσουν και να επικαλεσθούν τα ουσιώδη τυπικά ελαττώματα της πράξεως «PVC» της Επιτροπής, τα οποία οδήγησαν στην ακύρωσή της. Η DSM ισχυρίζεται ότι, στο πλαίσιο της αιτήσεως αναθεωρήσεως, διετύπωσε υπόνοιες, της ιδίας βαρύτητας με εκείνες των προσφευγουσών εταιριών στις υποθέσεις «PVC»· ωστόσο, το Πρωτοδικείο δεν διέταξε στην περίπτωση αυτή μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας, χωρίς να αιτιολογήσει την άρνησή του αυτή.
19 θ) Υφίσταται επίσης, κατά την αναιρεσείουσα, προσβολή της αρχής της ισότητας, εκ του γεγονότος ότι το Πρωτοδικείο επεφύλαξε στις επιχειρήσεις που είχαν προσφύγει κατά της πράξεως «Πολυπροπυλένιο», της Επιτροπής, διαφορετική νομική μεταχείριση. Ως γνωστόν, το Πρωτοδικείο εξέδωσε τις αποφάσεις του για τις υποθέσεις «Πολυπροπυλένιο» σε τρεις διαφορετικές ημερομηνίες. Για τρεις εταιρίες, στις 24 Οκτωβρίου 1991· για τέσσερις εταιρίες, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα, στις 17 Δεκεμβρίου 1991· για τις υπόλοιπες επιχειρήσεις, στις 10 Μαρτίου 1992. Η DSM παρατηρεί ότι μόνον οι τελευταίες επιχειρήσεις μπόρεσαν εκ των πραγμάτων να λάβουν γνώση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου για τις υποθέσεις «PVC», η οποία εκδόθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 1992, προτού ακόμη ασκήσουν αναίρεση κατά της αποφάσεως που τις αφορούσε. Το γεγονός αυτό έχει, κατά την αναιρεσείουσα, ιδιαίτερη βαρύτητα, συνιστά δε δυσμενή μεταχείριση των εταιριών για τις οποίες οι αποφάσεις επί των προσφυγών τους είχαν εκδοθεί στις 24 Οκτωβρίου 1991 και στις 17 Δεκεμβρίου 1991.
20 Η αναιρεσείουσα επισημαίνει ακόμη ότι η έκδοση των αποφάσεων σε διαφορετικές ημερομηνίες είναι αδικαιολόγητη, διότι επρόκειτο για συνεκδικασθείσες υποθέσεις. Ισχυρίζεται επίσης ότι το Πρωτοδικείο, με τη σκέψη 18 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αναγνωρίζει ότι επεφύλαξε διαφορετική νομική μεταχείριση στην DSM σε σχέση με εκείνη που έτυχαν οι επιχειρήσεις για τις οποίες η απόφαση εκδόθηκε στις 10 Μαρτίου 1992· θεωρεί όμως (το Πρωτοδικείο) ότι η διαφορά αυτή είναι άνευ σημασίας, επειδή η DSM τελούσε ήδη εν γνώσει των κρισίμων γεγονότων πριν από την έκδοση της αποφάσεως «PVC». H αναιρεσείουσα παραπέμπει σε προηγούμενη ανάλυσή της για να υποστηρίξει ότι η συλλογιστική αυτή είναι εσφαλμένη. Σημειώνει, τέλος, ότι το πρώτο τμήμα του Πρωτοδικείου, το οποίο απεφάνθη επί της αιτήσεως αναθεωρήσεως, ήταν εν γνώσει των όσων απεκαλύφθησαν κατά την εξέλιξη της διαδικασίας στις υποθέσεις «PVC», ιδιαίτερα μετά τη διαταγή από το δεύτερο τμήμα του ιδίου δικαστηρίου, των προμνησθέντων μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, με τα οποία είχε ζητηθεί από την Επιτροπή η προσκομιδή ορισμένων αποδεικτικών στοιχείων.
21 ι) Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, τέλος, ότι το Πρωτοδικείο παρέβη το κοινοτικό δίκαιο, διότι, σε αντίθεση με τη συλλογιστική που ακολούθησε στην απόφαση «PVC», στην προκειμένη υπόθεση δεν δέχθηκε ότι κάθε λόγος ή ισχυρισμός με τον οποίο προβάλλεται η ανυπαρξία της προσβαλλομένης μπορεί να εγερθεί από τους διαδίκους εκτός δικονομικών προθεσμιών και να εξετασθεί αυτεπαγγέλτως. Προς τούτο επικαλείται τη σκέψη 68 της αποφάσεως «PVC» του Πρωτοδικείου, από την οποία θεωρεί ότι συνάγονται τα εξής: κάθε λόγος που στηρίζεται στην ανυπαρξία της προσβαλλομένης είναι δημοσίας τάξεως, μπορεί να προβληθεί από τους διαδίκους και εκτός των δικονομικών προθεσμιών και πρέπει να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από τον κοινοτικό δικαστή. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, όταν απαιτούνται νέα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας για να εξετασθεί το βάσιμο των λόγων αυτών, το Πρωτοδικείο είναι υποχρεωμένο να τα διατάξει, αντιθέτως προς όσα συνάγονται από τη γραμματική ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 64 έως 67 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Ο δικαιολογητικός λόγος για την απόκλιση από το γράμμα των διατάξεων βρίσκεται, κατά την αναιρεσείουσα, στις σκέψεις 71 έως 77 της αποφάσεως «PVC» του Πρωτοδικείου, όπου γίνεται αναφορά στην «εξασφάλιση της σταθερότητας της έννομης τάξης και της νομικής ασφαλείας υπέρ των ιδιωτών έναντι των οποίων αντιτάσσονται οι πράξεις των κοινοτικών οργάνων». Ενόψει των ανωτέρω, με την άρνησή του να αναζητήσει, κατά την εξέταση της αιτήσεως αναθεωρήσεως, εν ανάγκη με τη διαταγή νέων μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, κατά πόσον η πράξη «Πολυπροπυλένιο» βαρύνεται με ουσιώδη τυπικά ελαττώματα, το Πρωτοδικείο δεν άσκησε ορθώς, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, το δικαιοδοτικό του έργο. Σε κάθε περίπτωση, η DSM υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το ζήτημα άν η ένδικος πράξη είναι ανυπόστατη.
Β - Οι ισχυρισμοί της αναιρεσιβλήτου
α) Ως προς το παραδεκτό
22 Με το δικόγραφο απαντήσεως, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη στο σύνολό της. Η αναιρεσίβλητη υποστηρίζει ότι η αίτηση αναιρέσεως αφορά το ερώτημα άν υπήρξε στην υπό κρίση υπόθεση ένα «νέο γεγονός» ή απλώς ένα «γεγονός», ικανό να δικαιολογήσει την αναθεώρηση της δικαστικής αποφάσεως. Το ζήτημα όμως αυτό έχει, κατά την Επιτροπή, πραγματικό και όχι νομικό χαρακτήρα, δεν μπορεί επομένως να προβληθεί παραδεκτώς στο στάδιο της αναιρέσεως, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 51 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου.
23 Επικουρικώς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το τμήμα του αιτητικού της αιτήσεως αναιρέσεως, με το οποίο ζητείται από το Δικαστήριο να διαταχθεί η Επιτροπή να επιστρέψει τα καταβληθέντα ποσά του προστίμου, είναι απαράδεκτο, ως αντικείμενο στο άρθρο 176 της Συνθήκης.
β) Ως προς το βάσιμο
24 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αίτηση αναιρέσεως της DSM είναι, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμη.
i) Σε πρώτο στάδιο, η Επιτροπή αναλύει τα ερωτήματα που διατυπώνει η αναιρεσείουσα στο δεύτερο λόγο αναιρέσεως, και παρατηρεί τα ακόλουθα:
25 Ως προς τον ισχυρισμό ότι η ένδικος απόφαση «Πολυπροπυλένιο» δεν υποβλήθηκε στη σύνοδο των Επιτρόπων στην αυθεντική απόδοσή της στην ολλανδική γλώσσα, η αναιρεσίβλητος απαντά ότι αυτό στερείται πρακτικής σημασίας. Το κρίσιμο στοιχείο συνίσταται στο κατά πόσον η απόφαση αυτή όντως ελήφθη από τη σύνοδο των Επιτρόπων σε μία από τις πέντε αυθεντικές γλώσσες· δεν είναι απαραίτητο η ίδια απόφαση να λαμβάνεται ξεχωριστά σε όλες τις αυθεντικές γλωσσικές της αποδόσεις. Επομένως, στο μέτρο που το γαλλικό σχέδιο της αποφάσεως «Πολυπροπυλένιο» παρουσιάσθηκε και εγκρίθηκε από τη σύνοδο των Επιτρόπων, αυτό δε συνιστά διαδικαστική παράβαση.
26 Ως προς τον ισχυρισμό περί παρανόμου εξουσιοδοτήσεως του Επιτρόπου επί του ανταγωνισμού για την κατάρτιση του κειμένου της πράξεως «Πολυπροπυλένιο» στην ολλανδική, η Επιτροπή σημειώνει ότι, κατά την άποψή της, δεν νοείται στην υπό κρίση υπόθεση, εξουσιοδότηση στη λήψη αποφάσεως, διότι η απόφαση είχε ήδη ληφθεί σε μία από τις αυθεντικές της γλώσσες. Αλλά και αν ακόμη πρόκειται για εξουσιοδότηση, η τελευταία είναι πάντως δυνατή, διότι αφορά μια πράξη αμιγώς εκτελεστικού χαρακτήρα. Η Επιτροπή συμπληρώνει, επικουρικώς, ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν αποδείχθηκε ότι το ολλανδικό κείμενο της πράξεως «Πολυπροπυλένιο» συντάχθηκε από τον Επίτροπο επί του ανταγωνισμού κατόπιν εξουσιοδοτήσεως.
27 Ως προς την παράλειψη αυθεντικής κυρώσεως της πράξεως, σύμφωνα με το άρθρο 12 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής, η αναιρεσίβλητος υποστηρίζει ότι η διάταξη αυτή δεν παράγει δικαιώματα για τους τρίτους. Ο παραλήπτης μιας αποφάσεως της Επιτροπής δεν μπορεί να επικαλεσθεί τη μη τήρηση της προμνησθείσης διατάξεως, όπως και του εσωτερικού κανονισμού εν γένει, για να επιτύχει την ακύρωση της πράξεως που τον αφορά. Επίσης, δεν μπορεί να επικαλεσθεί την παράλειψη προσαρτήσεως του αυθεντικώς κυρωμένου πρωτοτύπου της αποφάσεως, στα πρακτικά της συνεδριάσεως κατά την οποία ελήφθη.
28 Ως προς την ανυπαρξία εκτελεστού τίτλου, κατά την έννοια του άρθρου 192 της Συνθήκης, συνεπεία της ελλείψεως αυθεντικής αποδόσεως της αποφάσεως «Πολυπροπυλένιο» στα ολλανδικά, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η συγκεκριμένη ερμηνεία του άρθρου 192 είναι εσφαλμένη. Εν πάση περιπτώσει, η κοινοποιηθείσα στην εταιρία DSM πράξη είχε εκτελεστό χαρακτήρα.
29 Τέλος, αναφορικά με τις τροποποιήσεις που υποτίθεται ότι υπέστη η προσβαλλομένη μετά την έκδοσή της, η Επιτροπή επικαλείται την προϋπάρχουσα νομολογία του Δικαστηρίου (10), από την οποία συνάγει ότι κρίσιμο είναι κάθε φορά να διαπιστωθεί αν οι ενλόγω τροποποιήσεις έρχονται σε αντίθεση με τη βούληση του εκδότη της πράξεως. Εν πάση περιπτώσει, η ανάγκη ομογενοποιήσεως των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων της ίδιας πράξεως, επιβάλλει εκ των υστέρων επεμβάσεις στο κείμενο προς την κατεύθυνση αυτή.
30 Τέλος, η Επιτροπή παρατηρεί ότι όλα τα ανωτέρω ερωτήματα εκφεύγουν του αντικειμένου της αποφάσεως περί αναθεωρήσεως. Η έρευνα του κοινοτικού δικαστή περιορίζεται στις περιπτώσεις αυτές στην εκτίμηση των ισχυρισμών της αιτούσης υπό το πρίσμα των προϋποθέσεων του άρθρου 41 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου. Εξάλλου, όλες οι προμνησθείσες διαδικαστικές ελλείψεις και παρατυπίες, και αν ακόμη υποτεθεί ότι συντρέχουν, δεν επηρεάζουν το κύρος της ενδίκου πράξεως «Πολυπροπυλένιο» της Επιτροπής, διότι αναφέρονται σε διαδικαστικούς κανόνες οι οποίοι διέπουν τα interna corporis της Επιτροπής και δεν παράγουν δικαιώματα υπέρ των ιδιωτών που θίγονται από τις εκδοθείσες πράξεις. Οι παραλήπτες των ενλόγω πράξεων δεσμεύονται από το κείμενο που τους κοινοποιήθηκε, το οποίο παράγει τα αποτελέσματά του για όσο χρόνο δεν ανακαλείται ή τροποποιείται.
ii) Σε δεύτερο στάδιο, η Επιτροπή απαντά στους λόγους αναιρέσεως της DSM
31 Σε ό,τι αφορά τον πρώτο και το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά την Επιτροπή, η αναιρεσείουσα εσφαλμένως προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι εξέτασε πρώτα το χρονικό σημείο κατά το οποίο έγιναν γνωστά στην αιτούσα την αναθεώρηση τα πραγματικά περιστατικά που προβάλλονται με την αίτηση αναθεωρήσεως, προτού εξετάσει κατά πόσον οι ενλόγω πραγματικοί ισχυρισμοί συνιστούσαν ή όχι «γεγονότα» με την έννοια του άρθρου 41 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου. Η διάταξη αυτή απαιτεί σωρευτικώς, πρώτον, να προβάλλονται «γεγονότα αποφασιστικής σημασίας» τα οποία, δεύτερον, να ήσαν «άγνωστα» στον αιτούντα και στον κοινοτικό δικαστή πριν από την έκδοση της αποφάσεως. Επομένως, ορθώς το Πρωτοδικείο επικέντρωσε την έρευνά του στο ερώτημα κατά πόσον οι πραγματικοί ισχυρισμοί που προέβαλε η DSM με την αίτηση αναθεωρήσεως, ήσαν άγνωστοι σ' αυτήν πριν την 17η Δεκεμβρίου 1991, ημερομηνία εκδόσεως της καθής η αναθεώρηση δικαστικής αποφάσεως. Είχε την ευχέρεια το Πρωτοδικείο να εξετάσει πρώτα την προϋπόθεση της άγνοιας, εκ μέρους του διαδίκου και του Δικαστηρίου, των προβαλλομένων πραγματικών περιστατικών, προτού ερευνήσει, αν εν τέλει είναι απαραίτητο, το κατά πόσον οι ισχυρισμοί αυτοί συνιστούν «γεγονότα αποφασιστικής σημασίας».
32 Σχετικά με τον τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσίβλητος προβάλλει τα ακόλουθα: με τους λόγους αυτούς, η αναιρεσείουσα υποπίπτει σε αντιφάσεις ανατρέποντας τους αρχικούς ισχυρισμούς της, όπως αυτοί περιέχονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναθεωρήσεως. Με τον τρίτο και πέμπτο λόγο αναιρέσεως, η DSM υποστηρίζει ότι οι συγκεκριμένοι πραγματικοί ισχυρισμοί που είχαν αρχικώς προβληθεί με την αίτηση αναθεωρήσεως δεν συνιστούν «γεγονότα» αλλά απλές υποθέσεις και δεν αναφέρονται σε ιδιαιτέρως προφανή τυπικά ελαττώματα της πράξεως «Πολυπροπυλένιο», αλλά σε ελαττώματα που δεν ήσαν εν τέλει προφανή, αλλά απλώς υποθετικά. Επίσης, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα στρέφεται κατά της εκτιμήσεως που υιοθέτησε το Πρωτοδικείο, επί των υπό κρίση πραγματικών περιστατικών· ο λόγος αυτός προβάλλεται, σύμφωνα με τα όσα υποστηρίζει η αναιρεσίβλητος, απαραδέκτως. Ούτως ή άλλως, η Επιτροπή θεωρεί ότι η εταιρία DSM τελούσε εν γνώσει των πραγματικών στοιχείων που επικαλέσθηκε με την αίτηση αναθεωρήσεως, σε χρόνο πριν από την έκδοση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου επί της προσφυγής, δηλαδή πριν από την 17η Δεκεμβρίου 1991. Στο μέτρο που ο δικηγόρος της DSM συμμετείχε στη γραπτή και προφορική διαδικασία των υποθέσεων «PVC», μπορούσε να πληροφορηθεί τα κρίσιμα αυτά πραγματικά περιστατικά ήδη από την 19η Ιουλίου 1989, δηλαδή, όταν δημοσιεύθησαν στην Επίσημη Εφημερίδα οι λόγοι ακυρώσεως των προσφευγουσών στις υποθέσεις «PVC» ή εν πάση περιπτώσει, στις 10 Δεκεμβρίου 1991, ημερομηνία κατά την οποία ολοκληρώθηκε η προφορική διαδικασία της ενλόγω υποθέσεως.
33 Σε σχέση με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή συμφωνεί με την αιτιολογία που υιοθέτησε το Πρωτοδικείο, στη σκέψη 20 της αναιρεσιβαλλομένης.
34 Ο έβδομος και ο όγδοος λόγος αναιρέσεως ερείδονται, σύμφωνα με όσα υποστηρίζει η αναιρεσίβλητος, επί εσφαλμένης ερμηνείας των κρισίμων δικονομικών διατάξεων. νΕχουν ως αφετηρία την εσφαλμένη εκδοχή ότι η οργάνωση της διαδικασίας από τον κοινοτικό δικαστή στο πλαίσιο της εκδικάσεως μιας αιτήσεως αναθεωρήσεως πρέπει να είναι παρόμοια με εκείνη για την εκδίκαση μιας προσφυγής.
35 Με τον ένατο λόγο αναιρέσεως γίνεται αναφορά στη δυσμενή μεταχείριση που υποτίθεται ότι επεφύλαξε το Πρωτοδικείο στην DSM εκ του ότι δεν εξέδωσε όλες τις αποφάσεις επί των συνεκδικαζομένων προσφυγών την ίδια μέρα. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι τέτοιας φύσεως υποχρέωση του Πρωτοδικείου δεν πηγάζει από κανένα δικονομικό ή ουσιαστικό κανόνα του κοινοτικού δικαίου. Εν πάση περιπτώσει, η αναιρεσείουσα τελούσε εν γνώσει των πραγματικών ισχυρισμών που επικαλείται, το αργότερο από την 10η Δεκεμβρίου 1991, δηλαδή πριν εκδοθεί η απόφαση του Πρωτοδικείου επί της προσφυγής της κατά της ενδίκου πράξεως «Πολυπροπυλένιο».
36 Με το δέκατο λόγο, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην απόφαση «PVC» του Πρωτοδικείου, το Πρωτοδικείο θα έπρεπε να ελέγξει αυτεπαγγέλτως αν υφίστανται ουσιώδη τυπικά ελαττώματα της πράξεως «Πολυπροπυλένιο», τα οποία την καθιστούν ανυπόστατη. Σύμφωνα όμως με όσα αναφέρονται στην απόφαση «PVC» του Πρωτοδικείου, όπως την ερμηνεύει η Επιτροπή, ο αυτεπάγγελτος δικαστικός έλεγχος επιβάλλεται μόνον στις περιπτώσεις που οι διάδικοι έχουν προβάλει «επαρκείς ενδείξεις» από τις οποίες πιθανολογείται ότι η προσβαλλομένη είναι ανυπόστατη.
ΙΙΙ - Η απάντησή στους λόγους και τα επιχειρήματα των διαδίκων
Α - Ως προς την ένσταση απαραδέκτου της Επιτροπής
37 Θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω, καταρχάς, την ένσταση απαραδέκτου που εγείρει η Επιτροπή. Αρμόζει σε πρώτο στάδιο να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως «(...) περιορίζεται σε νομικά ζητήματα (...). Ως λόγοι αναιρέσεως επιτρέπεται να προβληθούν αναρμοδιότητα του Πρωτοδικείου, πλημμέλειες κατά την ενώπιόν του διαδικασία που θίγουν τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος και παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από το Πρωτοδικείο». Οι διατάξεις των άρθρων 113, παράγραφος 2, και 116, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου απαγορεύουν εξάλλου στον αναιρεσείοντα διάδικο να μεταβάλει, με την αίτηση ή το δικόγραφο απαντήσεώς του, το αντικείμενο της ενώπιον του Πρωτοδικείου δίκης. Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, η αίτηση αναιρέσεως, στο μέτρο που αφορά αποκλειστικώς το ερώτημα αν είχε προβληθεί πρωτοδίκως ένα «νέο γεγονός», ικανό να οδηγήσει στην αναθεώρηση της καθής η αίτηση αναθεωρήσεως δικαστικής αποφάσεως, είναι στο σύνολό της απαράδεκτη διότι δεν εγείρει νομικό αλλά πραγματικό ζήτημα.
38 Φρονώ, εντούτοις, ότι το ζήτημα αυτό δεν εκφεύγει a priori του αναιρετικού ελέγχου. Η ερμηνεία του άρθρου 41 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου και η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην έννοια «(...) γεγονός αποφασιστικής σημασίας, το οποίο ήταν άγνωστο (...) στο διάδικο που ζητεί την αναθεώρηση (...)» συνιστά νομική κρίση, η οποία ελέγχεται αναιρετικώς. Αντιθέτως, η διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών και η εκτίμησή τους από το Πρωτοδικείο δεν υπόκεινται στον έλεγχο του αναιρετικού δικαστή και έτσι, οι σχετικοί λόγοι προβάλλονται απαραδέκτως. Κατά συνέπεια, είναι θέμα ερμηνείας του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και του καθενός από τους προβαλλομένους λόγους αναιρέσεως, κατά πόσον τίθεται κάθε φορά ζήτημα εσφαλμένης ερμηνείας της νομικής έννοιας «(...) γεγονός αποφασιστικής σημασίας, το οποίο ήταν άγνωστο (...) στο διάδικο που ζητεί την αναθεώρηση (...)», ζήτημα το οποίο, όπως ελέχθη, ελέγχεται αναιρετικώς (11), ή εσφαλμένης διαπιστώσεως ή εκτιμήσεως των κρισίμων πραγματικών περιστατικών από το Πρωτοδικείο, ζήτημα το οποίο και δεν ελέγχεται (12) από τον αναιρετικό δικαστή (13).
Β - Ως προς τους λόγους αναιρέσεως που προβάλλει η DSM
Στην υπό κρίση υπόθεση, από την εξέταση του δικογράφου της DSM και των περιεχομένων σε αυτό λόγων αναιρέσεως, συνάγονται τα ακόλουθα:
39 Κατά τη γνώμη μου, οι λόγοι αναιρέσεως, ερείδονται, στο σύνολό τους, επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, στο μέτρο που στηρίζονται σε εσφαλμένη ανάγνωση και κατανόηση της αναιρεσιβαλλομένης και σε ερμηνεία όχι ορθή των κοινοτικών δικονομικών διατάξεων που διέπουν τα ένδικα μέσα της αιτήσεως αναθεωρήσεως και της αιτήσεως αναιρέσεως (14). Ειδικότερα, η συλλογιστική της DSM στηρίζεται στην ερμηνεία του άρθρου 41 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου (15), που υιοθετείται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως. Kατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο δεν μπορούσε να ερευνήσει το χρονικό σημείο κατά το οποίο απέκτησε γνώση των πραγματικών περιστατικών, που αυτή επικαλείται με την αίτηση αναθεωρήσεως, προτού αποφανθεί επί του αν τα πραγματικά αυτά περιστατικά συνιστούν «γεγονότα αποφασιστικής σημασίας», κατά την έννοια του προμνησθέντος άρθρου.
40 Πιστεύω ωστόσο, πως η λογική οδός που ακολούθησε το Πρωτοδικείο συνάδει πλήρως, με το γράμμα και το πνεύμα της διατάξεως του άρθρου 41 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου. Για να είναι μια αίτηση αναθεωρήσεως παραδεκτή, είναι απαραίτητο τα πραγματικά περιστατικά στα οποία αυτή ερείδεται, να παρέμειναν άγνωστα στην αιτούσα και το Πρωτοδικείο μέχρι την έκδοση της καθής η αναθεώρηση αποφάσεως. Εν προκειμένω, η γνώση των πραγματικών περιστατικών δεν έπρεπε να έχει επέλθει πριν από τη 17η Δεκεμβρίου 1991, ημέρα εκδόσεως της αποφάσεως για την υπόθεση Τ-8/89. Ανεξαρτήτως λοιπόν του κατά πόσον τα προβαλλόμενα με την αίτηση αναθεωρήσεως περιστατικά συνιστούσαν ή όχι «γεγονότα» κατά το άρθρο 41 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου, ήταν σε κάθε περίπτωση αναγκαίο να έχουν αυτά περιέλθει σε γνώση της DSM μετά την 17η Δεκεμβρίου 1991. Το Πρωτοδικείο, αφού εξήτασε τα πραγματικά αυτά περιστατικά, διαπίστωσε ότι είχαν γίνει γνωστά σε προγενέστερο χρόνο. Επομένως, η αίτηση αναθεωρήσεως ήταν απαράδεκτη και παρείλκε περαιτέρω ο νομικός χαρακτηρισμός των πραγματικών αυτών ισχυρισμών· δεν απαιτείτο δηλαδή να εξετασθεί κατά πόσον τα περιστατικά αυτά συνιστούσαν ή όχι «γεγονότα», κατά την έννοια του οικείου κοινοτικού δικονομικού κανόνα (16).
41 Ενόψει των ανωτέρω, είναι απαράδεκτοι και, σε κάθε περίπτωση, αλυσιτελείς ο τρίτος και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι οι προβληθέντες με την αίτηση αναθεωρήσεως πραγματικοί ισχυρισμοί δεν συνιστούν «γεγονότα» αλλά απλές «υπόνοιες» για μη εμφανή αλλά πιθανολογούμενα ελαττώματα της πράξεως «Πολυπροπυλένιο» της Επιτροπής.
42 Εξάλλου, είναι κατά την άποψή μου αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως περί ανεπαρκούς αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης. Η DSM ισχυρίζεται πως το Πρωτοδικείο περιόρισε την έρευνά του σε ορισμένα μόνο από τα πραγματικά στοιχεία που του είχαν προβληθεί με την αίτηση αναθεωρήσεως, σε εκείνα δηλαδή που αφορούσαν τροποποιήσεις του περιεχομένου της πράξεως «Πολυπροπυλένιο» της Επιτροπής μετά την έκδοσή της. Ωστόσο, η απάντηση του Πρωτοδικείου κάλυπτε το σύνολο των πραγματικών ισχυρισμών της αιτούσας την αναθεώρηση. Αναλυτικότερα, στη σκέψη 18 της αναιρεσιβαλλομένης αναφέρονται τα εξής: «(...) Η αιτούσα την αναθεώρηση όμως παρέστη στη συνεδρίαση αυτή (εννοεί την προφορική διαδικασία για τις υποθέσεις "PVC", η οποία πραγματοποιήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 1991) και εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο δικηγόρο ο οποίος την εκπροσώπησε και στη διαδικασία που κατέληξε στην απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1991. Κατά συνέπεια, θα μπορούσε, προ της εκδόσεως της αποφάσεως, να υποβάλει αίτηση εκ νέου κινήσεως της προφορικής διαδικασίας, επικαλούμενη τα γεγονότα που αναφέρονται στη σκέψη 6 ανωτέρω (...)». Η σκέψη 6 της αναιρεσιβαλλομένης, μαζί με την αμέσως προηγούμενη σκέψη 5, στην οποία και παραπέμπει, παραθέτουν το σύνολο των πραγματικών ισχυρισμών της αιτούσας την αναθεώρηση. Κατά συνέπεια, από το συνδυασμό των προαναφερθέντων χωρίων της αναιρεσιβαλλομένης, συνάγεται ότι η κρίση του Πρωτοδικείου περί της γνώσεως των κρισίμων πραγματικών περιστατικών που απέκτησε η DSM με τη συμμετοχή του δικηγόρου της στην προφορική διαδικασία των υποθέσεων «PVC», αναφέρεται στο σύνολο των πραγματικών ισχυρισμών στους οποίους η DSM είχε στηρίξει την αίτησή της για αναθεώρηση. Ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι επομένως απορριπτέος ως αβάσιμος.
43 Εν μέρει απαράδεκτος και εν μέρει αβάσιμος είναι επίσης ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η DSM αρνείται ότι εγνώριζε τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά πριν την έκδοση της καθής η αναθεώρηση δικαστικής αποφάσεως. Στο μεγαλύτερο μέρος τους, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας στρέφονται κατά της εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών από μέρους του Πρωτοδικείου ως προς το χρονικό σημείο και τις περιστάσεις υπό της οποίες έγιναν γνωστά σε αυτήν τα ενλόγω περιστατικά· η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν συνιστά νομικό ζήτημα με την έννοια του άρθρου 51 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου, αλλά ανήκει στην αρμοδιότητα του δικαστή της ουσίας, δηλαδή του Πρωτοδικείου (17).
44 Βέβαια, ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως βάλλει εμμέσως και κατά της ερμηνείας του Πρωτοδικείου σε σχέση με το τί συνιστά «γνωστό» γεγονός, οπότε και προβάλλεται παραδεκτώς. Και υπό το πρίσμα αυτό, όμως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ειδικότερα, οι κοινοτικοί δικονομικοί κανόνες για την αίτηση αναθεωρήσεως δεν θέτουν προϋποθέσεις και περιορισμούς ως προς τον τρόπο με τον οποίο επέρχεται η γνώση ενός γεγονότος ή ως προς τα στοιχεία από τα οποία αυτή μπορεί να συναχθεί. Επομένως, το Πρωτοδικείο μπορεί να εκτιμήσει προς τούτο κάθε δυνατό αποδεικτικό στοιχείο, ακόμη και την συμμετοχή του αιτούντος την αναθεώρηση ή εκπροσώπου του σε άλλη δίκη, με άλλο αντικείμενο, στο πλαίσιο της οποίας απεκαλύφθησαν τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται η αίτηση αναθεωρήσεως (18).
45 Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι αρνήθηκε να λάβει υπόψη του ως κρίσιμα γεγονότα, πρώτον, την έκδοση της αποφάσεως «PVC» της 27ης Φεβρουαρίου 1992 και δεύτερον, ότι η Επιτροπή δεν απάντησε στην επιστολή που της είχε αποστείλει η DSM στις 5 Μαου 1992. Το Πρωτοδικείο έκρινε εν προκειμένω ότι από τα στοιχεία αυτά δεν κατέστη γνωστό κάποιο διαφορετικό «γεγονός», αλλά απλώς δημιουργούν τις ίδιες ακριβώς υπόνοιες για την τυπική νομιμότητα της ένδικης πράξεως με εκείνες που είχαν δημιουργηθεί ή έπρεπε να είχαν δημιουργηθεί στην DSM, από μια σειρά από άλλα, προγενέστερα περιστατικά. Στο μέτρο λοιπόν που το Πρωτοδικείο εκτίμησε ότι οι ενλόγω υπόνοιες τελούσαν ήδη εν γνώσει της DSM, ή, εν πάση περιπτώσει, θα μπορούσαν να είχαν γεννηθεί το αργότερο την 10η Δεκεμβρίου 1991 - δηλαδή σε χρόνο πριν από την έκδοση της πρωτοδίκου αποφάσεως επί της προσφυγής κατά της πράξεως «Πολυπροπυλένιο» της Επιτροπής - ορθώς δεν έλαβε υπόψη του μεταγενέστερα γεγονότα ή πραγματικά στοιχεία από τα οποία πιθανολογούνταν τα ίδια τυπικά ελαττώματα. Για την εκτίμηση του παραδεκτού της αιτήσεως αναθεωρήσεως, κρίσιμο είναι κάθε φορά να εντοπίζεται το χρονικό σημείο κατά το οποίο επήλθε το πρώτον γνώση των «γεγονότων αποφασιστικής σημασίας» (19).
46 Με τον ένατο λόγο αναιρέσεως, η DSM προβάλλει ότι υπέστη δυσμενή μεταχείριση από το Πρωτοδικείο, λόγω της εκδόσεως της αποφάσεως επί της προσφυγής της κατά της πράξεως «Πολυπροπυλένιο» της Επιτροπής, σε διαφορετική ημερομηνία από εκείνη κατά την οποία εκδόθησαν οι αντίστοιχες δικαστικές αποφάσεις επί προσφυγών άλλων εταιριών κατά της ιδίας πράξεως. Σύμφωνα όμως με γενική αρχή του κοινοτικού δικονομικού δικαίου, ο δικαστής είναι κύριος της ενώπιόν του διαδικασίας και διαθέτει πλήρη ελευθερία στην επιλογή του χρόνου εκδόσεως των αποφάσεών του. Δεν θα μπορούσε εξάλλου να συναχθεί από άλλη δικονομική αρχή, επί παραδείγματι από εκείνη της καλής απονομής της δικαιοσύνης ή από το δικαίωμα δικαστικής προστασίας των υποκειμένων του κοινοτικού δικαίου, υποχρέωση του Πρωτοδικείου όπως εκδίδει τις αποφάσεις του επί όλων των συναφών υποθέσεων, ακόμη και όταν αυτές συνεκδικάζονται, κατά την ίδια ημερομηνία.
47 Τέλος, θεωρώ ότι οι τρεις εναπομείναντες λόγοι αναιρέσεως είναι επίσης απορριπτέοι. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο κακώς, πρώτον, δεν εξέτασε την αίτηση αναθεωρήσεως στην ουσία της, δεύτερον, δεν διέταξε μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας ώστε να εξετασθούν, περαιτέρω, οι υπόνοιες για πιθανολογούμενα τυπικά ελαττώματα της προσβαλλομένης και, τρίτον, δεν προέβη σε αυτεπάγγελτο έλεγχο των ελαττωμάτων αυτών, ενόψει μάλιστα και των στοιχείων που είχε επικαλεσθεί η DSM· με τη στάση του αυτή, κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο παρέβη το κοινοτικό δίκαιο, σε αντίθεση προς τα όσα είχε δεχθεί με την απόφασή του για τις υποθέσεις «PVC».
48 Η συλλογιστική της αναιρεσείουσας ξεκινά από την εσφαλμένη νομική αφετηρία ότι ο κοινοτικός δικαστής, στο πλαίσιο του ενδίκου μέσου της αναθεωρήσεως, οφείλει, πάντοτε, να εξετάσει την υπόθεση στην ουσία της, διατάσσοντας ενδεχομένως τα κατάλληλα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας και εξετάζοντας τα αυτεπαγγέλτως ελεγχόμενα ζητήματα. Σύμφωνα όμως με το προμνησθέν άρθρο 41 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου και το άρθρο 127 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, η εξέταση της ουσίας της διαφοράς από το δικαστή της αναθεωρήσεως δεν είναι νοητή παρά μόνον αν έχουν προβληθεί με την αίτηση αναθεωρήσεως γεγονότα αποφασιστικής σημασίας, τα οποία ήταν άγνωστα στον αιτούντα διάδικο πριν από την έκδοση της καθής η αναθεώρηση δικαστικής αποφάσεως (20). Συνεπώς, εφόσον, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η αιτούσα την αναθεώρηση τελούσε εν γνώσει του συνόλου των πραγματικών ισχυρισμών που επικαλείται ως «γεγονότα αποφασιστικής σημασίας», η σχετική αίτηση ήταν απαράδεκτη και ορθώς το δικαστήριο αυτό δεν εισήλθε στην ουσία της υποθέσεως.
IV - Πρόταση
49 Ενόψει όλων των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο τα ακόλουθα:
«1) Να απορριφθεί, στο σύνολό της, η αίτηση αναιρέσεως της εταιρίας DSM NV.
2) Να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.»
(1) - Διάταξη της 4ης Νοεμβρίου 1992, Τ-8/89 Rιv., DSM κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-2399).
(2) - Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1991, Τ-8/89, DSM κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-1833).
(3) - IV/31.149 -- Polypropylθne (ΕΕ 1986, L 230, σ. 1).
(4) - ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25.
(5) - Συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-79/89, T-84/89, T-85/89, T-86/89, T-89/89, T-91/89, T-92/89, T-94/89, T-96/89, T-98/89, T-102/89 και Τ-104/89 (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-315).
(6) - Βλ., ανωτέρω, υποσημείωση 5.
(7) - Υπόθεση 15/85 (Συλλογή 1987, σ. 1005).
(8) - Βλ., ανωτέρω, υποσημείωση 8.
(9) - Πρόκειται για τις υποθέσεις Τ-9/89, Hόls κατά Επιτροπής, T-10/89, Hoechst κατά Επιτροπής, και T-11/89, Shell κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-499, ΙΙ-629 και ΙΙ-757, αντιστοίχως).
(10) - Απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, υπόθεση 131/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 905).
(11) - Το Δικαστήριο έχει, παραδείγματος χάριν, ελέγξει αναιρετικώς τις έννοιες «εξαρτώμενο τέκνο», [απόφαση της 7ης Μαου 1992, C-70/91 P, Συμβούλιο κατά Anita Brems (Συλλογή 1992, σ. Ι-2973)], «συγγνωστό σφάλμα», [απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1994, C-195/91 P, Bayer κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. Ι-5619)], «κατάφωρο πταίσμα» που στοιχειοθετεί την εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας [απόφαση της 18ης Μαου 1993, C-220/91 P, Επιτροπή κατά Stahlwerke Peine-Salzgitter (Συλλογή 1993, σ. Ι-2393)], «επιρροή» στο εμπόριο των κρατών μελών κατά το άρθρο 86 της Συνθήκης [απόφαση της 6ης Απριλίου 1995, C-241/91 P και C-242/91 P, RTE και ITP κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. Ι-743)], «δίκαιη επανόρθωση ηθικής βλάβης, κατά το κοινοτικό υπαλληλικό δίκαιο [απόφαση της 1ης Ιουνίου 1995, C-119/94 P, Κούσιος κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. Ι-1439)].
(12) - Βλ., π.χ., την απόφαση της 8ης Απριλίου 1992, C-346/90 P, M. F. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-2691)· σύμφωνα με την ανωτέρω νομολογία του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος ο λόγος με τον οποίο αμφισβητείται η εκτίμηση του Πρωτοδικείου όσον αφορά τον ιατρικό χαρακτήρα των διαγνώσεων της Επιτροπής που είναι επιφορτισμένη να αποφαίνεται επί της επαγγελματικής αιτίας μιας αναπηρίας.
(13) - Ως προς το επικουρικό αίτημα της Επιτροπής, περί απαραδέκτου ενός εκ των αιτημάτων που περιλαμβάνονται στο αιτητικό του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να παρατηρηθούν τα ακόλουθα: καταρχάς, η αναιρεσείουσα ζητεί, όπως το δικαιούται και δεν το αμφισβητεί η Επιτροπή, την αναίρεση της διατάξεως του Πρωτοδικείου, της 4ης Νοεμβρίου 1992, με την οποία είχε απορριφθεί η αίτησή της για αναθεώρηση της αρχικής πρωτοδίκου αποφάσεως της 17ης Δεκεμβρίου 1991. Το παραδεκτό των υπολοίπων αιτημάτων της, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το αίτημα περί επιβολής, με ένταλμα του Δικαστηρίου, της επιστροφής του καταβληθέντος προστίμου, κατά του οποίου αιτήματος στρέφεται η Επιτροπή, θα εξετασθεί σε μεταγενέστερο στάδιο, μετά την εξέταση των λόγων αναιρέσεως και υπό την αίρεση ότι αυτοί, ή ένας από αυτούς, κριθούν από το Δικαστήριο βάσιμοι. Αρκεί στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι οι αιτιάσεις της Επιτροπής φαίνεται να βρίσκουν έδαφος στην υφιστάμενη νομολογία. αΕχει ήδη κριθεί ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να υποκαθίσταται στο έργο των υπολοίπων κοινοτικών οργάνων περιλαμβάνοντας στο διατακτικό του μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης ή εντάλματα προς τα όργανα αυτά [βλ. αποφάσεις του Δικαστηρίου της 20ής Ιουνίου 1985, υπόθεση 141/84, de Compte κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1985, σ. 1951, σκέψη 22), και της 24ης Ιουνίου 1986, υπόθεση 53/85, ΑKZO Chιmie κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 1965, σκέψη 23)].
(14) - Υπό το πρίσμα αυτό, θα μπορούσε στην προκειμένη υπόθεση να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας το τελευταίο, όταν καλείται να αποφανθεί επί αιτήσεως αναιρέσεως η οποία είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη, μπορεί να την απορρίψει με αιτιολογημένη διάταξη.
(15) - Το οποίο εφαρμόζεται αναλογικώς και επί αιτήσεων αναθεωρήσεως που υποβάλλονται στο Πρωτοδικείο, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 125 του Κανονισμού Διαδικασίας του.
(16) - Υπήρξαν περιπτώσεις που ο κοινοτικός δικαστής, στα πλαίσια της αιτήσεως αναθεωρήσεως, έχει διαπιστώσει ότι οι προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί ήταν γνωστοί είτε στο Δικαστήριο [απόφαση της 10ης Μαου 1960, υπόθεση 1/60, Acciaieria Ferreira di Roma κατά Ανωτάτης Αρχής ΕΚΑΞ (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 353)] είτε στον αιτούντα διάδικο [απόφαση της 7ης Μαρτίου 1995, C-130/91 Rιv., ISAE/VP και Interdata κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. Ι-407)]. Υπάρχουν ακόμη περιπτώσεις που τα πραγματικά περιστατικά ήταν όντως άγνωστα στο Δικαστήριο και στο διάδικο, δεν παρουσιάζουν όμως αποφασιστική σημασία για τη λύση της διαφοράς [βλ. αποφάσεις της 20ής Οκτωβρίου 1992, C-295/90 Rιv., Συμβούλιο κατά Κοινοβουλίου, Επιτροπής, Μεγάλης Βρετανίας και Ολλανδίας (Συλλογή 1992, σ. Ι-5299), και της 24ης Νοεμβρίου 1983, 107/79 Rιv., Schuerer κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 3805)]. Τέλος, το Δικαστήριο καταφεύγει ενίοτε και στα δύο κριτήρια [αποφάσεις της 5ης Απριλίου 1984, 285/81, Geist κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 1789), και της 16ης Ιανουαρίου 1996, C-130/91 Rιv. ΙΙ, ISAE/VP και Interdata κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. Ι-65)].
(17) - Η αναιρεσείουσα δεν προβάλλει ούτε αποδεικνύει, εξάλλου, παραμόρφωση του αποδεικτικού υλικού από το Πρωτοδικείο, κάτι το οποίο ελέγχεται αναιρετικώς. [Βλ. απόφαση της 1ης Ιουνίου 1994, C-136/92 P, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. Ι-1981, σκέψη 49)].
(18) - Η γνώση του «γεγονότος» μπορεί να έχει επέλθει εντελώς τυχαία: βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Ιανουαρίου 1980, υπόθεση 116/78 Rιv., Bellintani κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 19).
(19) - Για να είναι η αίτηση αναθεωρήσεως παραδεκτή, απαιτείται «απόλυτη άγνοια» από μέρους του Δικαστηρίου ή του αιτούντος: βλ. την προμνησθείσα στην υποσημείωση 18 απόφαση Bellintani κ.λπ. κατά Επιτροπής. Eξάλλου ο διάδικος που από δική του υπαιτιότητα δεν απέκτησε έγκαιρα γνώση ενός γεγονότος δεν μπορεί να προβάλει την καθυστερημένη πληροφόρησή του για να επιτύχει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας. Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Ιανουαρίου 1971, υπόθεση 56/70, Mandelli κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 673). Η αιτούσα την αναθεώρηση επικαλέσθηκε μια έκθεση των ιταλικών αρχών, της οποίας έλαβε γνώση μόνο μετά την περάτωση της αρχικής δίκης. ςΟμως το Δικαστήριο έκρινε ότι η αιτούσα δεν μπορούσε να αγνοεί την ύπαρξη της εκθέσεως αυτής και τίποτε δεν την εμπόδιζε «(...) να προτείνει στο Δικαστήριο (...) τη διεξαγωγή αποδείξεων με σκοπό την προσαγωγή του ενλόγω εγγράφου και κάθε χρήσιμης πληροφορίας που ενδεχομένως κατέχει η ιταλική διοίκηση». Με την αιτιολογία αυτή απέρριψε την αίτηση αναθεωρήσεως.
(20) - Η αναθεώρηση είναι έκτακτο ένδικο μέσο, υποκείμενο σε αυστηρές προϋποθέσεις επί του παραδεκτού και δεν πρέπει να θεωρείται ως δεύτερος έλεγχος ουσίας της ιδίας υποθέσεως. Αυτό τονίζει επανειλημμένως το Δικαστήριο με πάγια νομολογία του: βλ. τις προμνησθείσες αποφάσεις, C-116/78 Rιv., Bellintani κ.λπ. κατά Επιτροπής (υποσημείωση 18), και C-130/91 Rιv., ISAE/VP και Interdata κατά Επιτροπής (υποσημείωση 16).
Full & Egal Universal Law Academy