Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Με την παρούσα αίτηση αναιρέσεως, η Campogrande ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση που εξέδωσε το Πρωτοδικείο στις 19 Νοεμβρίου 1992 στην υπόθεση Τ-80/91 (1) και να δεχθεί την αρχική της αίτηση με την οποία ζητούσε, κατ' ουσίαν, την ακύρωση της ποινής της επιπλήξεως που της είχε επιβληθεί, κατ' εφαρμογή του άρθρου 86 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ), με απόφαση της Επιτροπής στις 13 Φεβρουαρίου 1991.
H επίδικη ποινή επιβλήθηκε κατόπιν πειθαρχικής διαδικασίας η οποία κινήθηκε κατά της αναιρεσείουσας λόγω της αρνήσεώς της να γνωστοποιήσει την ιδιωτική της διεύθυνση η Επιτροπή θεώρησε ότι η άρνηση αυτή ερχόταν σε αντίθεση με το άρθρο 55 του ΚΥΚ, τόσο μάλλον που δεν της επέτρεπε να εκπληρώσει την υποχρέωσή της να κοινοποιήσει στις βελγικές αρχές τις διευθύνσεις κατοικίας των υπαλλήλων της, υποχρέωση την οποία υπέχει, όπως υποστηρίζει, από το άρθρο 16, δεύτερο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: Πρωτόκολλο) και το άρθρο 1 της Συμφωνίας που υπογράφηκε στις 3 Απριλίου 1987 μεταξύ των εγκατεστημένων στο Βέλγιο οργάνων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της Βελγικής Κυβερνήσεως, περί των πληροφοριών που αφορούν τους υπαλλήλους των ανωτέρω οργάνων (στο εξής: Συμφωνία).
2. Μια σύντομη έκθεση του κανονιστικού πλαισίου θα βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση του προβλήματος.
Υπενθυμίζω, πρώτον, ότι, κατά τους ορισμούς του άρθρου 86, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, οι υπάλληλοι υπόκεινται σε πειθαρχικές κυρώσεις σε περίπτωση μη εκπληρώσεως κάποιας από τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλονται από τον ανωτέρω κανονισμό και ότι, κατά τους ορισμούς του άρθρου 55, πρώτο εδάφιο, "οι εν ενεργεία υπάλληλοι είναι διαρκώς στη διάθεση του οργάνου στο οποίο ανήκουν". Η υποχρέωση του υπαλλήλου να είναι στη διάθεση του οργάνου πέραν της κανονικής διάρκειας της εργασίας, άρα και όταν βρίσκεται στην κατοικία του, καθορίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 55, τρίτο εδάφιο, μέσω της θεσπίσεως ειδικοτέρων κανόνων εφαρμογής του εδαφίου.
Το άρθρο 12, στοιχείο β', του Πρωτοκόλλου ορίζει, εξάλλου, ότι στην επικράτεια κάθε κράτους μέλους, και ανεξαρτήτως ιθαγένειας, οι μόνιμοι και μη μόνιμοι υπάλληλοι της Κοινότητας, οι σύζυγοι και τα συντηρούμενα απ' αυτούς μέλη της οικογενείας τους δεν υπόκεινται στις διατάξεις περιορισμού της μεταναστεύσεως και στις διατυπώσεις εγγραφής στα μητρώα αλλοδαπών. Το άρθρο 16, δεύτερο εδάφιο, προβλέπει ωστόσο ότι "τα ονόματα, η υπηρεσιακή θέση και οι διευθύνσεις των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού (...) ανακοινώνονται περιοδικώς στις κυβερνήσεις των κρατών μελών". Ας προστεθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 19, "για την εφαρμογή του παρόντος πρωτοκόλλου τα όργανα των Κοινοτήτων ενεργούν σε συνεννόηση με τις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερομένων κρατών μελών".
Για τους σκοπούς της παρούσας υποθέσεως υπενθυμίζω τέλος το άρθρο 1 της Συμφωνίας, βάσει του οποίου τα όργανα γνωστοποιούν στους Υπουργούς Εξωτερικών, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας και Αναπτύξεως, δύο φορές ετησίως, ορισμένες πληροφορίες σχετικά με τους υπαλλήλους τους, στις οποίες περιλαμβάνονται η οικογενειακή κατάσταση και ο τόπος κατοικίας. Το άρθρο 4 της ανωτέρω Συμφωνίας προβλέπει εξάλλου την ενημέρωση των οικείων δήμων περί των υπαλλήλων των οργάνων που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους.
Η Συμφωνία και οι εξ αυτής απορρέουσες υποχρεώσεις αποτέλεσαν αντικείμενο δημοσιεύσεως η οποία διανεμήθηκε σε όλο το προσωπικό: Informations administratives αρ. 1/87 της 9ης Απριλίου 1987, 4/88 της 10ης Φεβρουαρίου 1988 και 22 bis της 13ης Ιουλίου 1988. Κατόπιν της συνάψεως της Συμφωνίας, ο γενικός διευθυντής προσωπικού και διοικήσεως της Επιτροπής κάλεσε, στις 9 Δεκεμβρίου 1987, τους υπαλλήλους του οργάνου αυτού που ήταν εγκατεστημένοι στο Βέλγιο να συμπληρώσουν ερωτηματολόγιο που αφορούσε την ενημέρωση των ατομικών στοιχείων τους, προκειμένου αυτά να διαβιβαστούν στις βελγικές αρχές, όπως προβλέπει το άρθρο 16, δεύτερο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου και το άρθρο 1 της Συμφωνίας. Η αναιρεσείουσα αρνήθηκε να συμπληρώσει το ερωτηματολόγιο.
3. 'Ερχομαι στα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υποθέσεως. Η Campogrande, όταν διαπίστωσε - κατόπιν της ερήμην ήττας της στα πολιτικά δικαστήρια - ότι το όνομά της και εκείνο του συζύγου της αναγράφονταν σε μητρώο του Δήμου Ixelles με διεύθυνση που δεν τους ανήκε πλέον από το 1981, αναγραφή η οποία οφειλόταν στο γεγονός ότι η Επιτροπή είχε προηγουμένως γνωστοποιήσει τη διεύθυνσή της στις βεγλικές αρχές οι οποίες είχαν ενημερώσει τον ανωτέρω Δήμο κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 4, υπέβαλε ένσταση βάσει του άρθρου 90 του ΚΥΚ, με την οποία αμφισβήτησε το δικαίωμα της Επιτροπής να γνωστοποιεί παρόμοιες πληροφορίες στις βελγικές αρχές και ζήτησε να καταγγελθεί η Συμφωνία.
Η Επιτροπή, η οποία επ' ευκαιρία ακριβώς της ασκήσεως της ενστάσεως διαπίστωσε ότι η Campogrande δεν είχε αναφέρει προς τη Διοίκηση καμία αλλαγή διευθύνσεως από το 1979, με απόφαση της 11ης Απριλίου 1990 απέρριψε ρητά την ένσταση, προσθέτοντας ότι η Συμφωνία δεν έκανε τίποτε άλλο από το να εγκαθιδρύσει ένα σύστημα κοινοποιήσεως στις βεγλικές αρχές πληροφοριών περί των οποίων ήδη προέβλεπε το άρθρο 16 του Πρωτοκόλλου και οι οποίες αποσκοπούσαν στη διευκόλυνση της εφαρμογής του. Με την ίδια ευκαιρία, άλλωστε, υπενθυμίστηκαν στην ενδιαφερόμενη οι υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 55 του ΚΥΚ, και ιδιαιτέρως η υποχρέωση γνωστοποιήσεως της ιδιωτικής διευθύνσεως στην οικεία υπηρεσία. Η αναιρεσείουσα δεν άσκησε προσφυγή κατά της απορρίψεως της ενστάσεως.
Παρ' όλον ότι ο διευθυντής προσωπικού της το ζήτησε επανειλημμένως, η Campogrande συνέχισε να αρνείται τη γνωστοποίηση της ιδιωτικής της διευθύνσεως, πράγμα που οδήγησε στην κίνηση πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον της, η οποία διαδικασία κατέληξε, όπως ήδη ελέχθη, στην επιβολή της ποινής της επιπλήξεως.
4. Η επίδικη ποινή υπήρξε αντικείμενο ενστάσεως του άρθρου 90 του ΚΥΚ και, εν συνεχεία, προσφυγής. Το Πρωτοδικείο, ενώπιον του οποίου η νυν αναιρεσείουσα υποστήριξε ότι η ποινή που της επιβλήθηκε βασιζόταν επί πραγματικής πλάνης, εστερείτο νομικής θεμελιώσεως και ήταν αντίθετη προς το Πρωτόκολλο, απέρριψε την προσφυγή με απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1992 κατ' αυτής ακριβώς της αποφάσεως βάλλει η αίτηση αναιρέσεως επί της οποίας καλείται να αποφανθεί το Δικαστήριο.
Η αίτηση αναιρέσεως αφορά δύο σημεία της αποφάσεως: εκείνο στο οποίο το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η επίδικη ποινή είχε επαρκή νομική θεμελίωση στο άρθρο 55 του ΚΥΚ (σκέψεις 23 έως 26) και εκείνο στο οποίο θεώρησε ότι η Συμφωνία συμβιβάζεται με το Πρωτόκολλο (σκέψεις 39 έως 43).
5. Ως προς τη νομική θεμελίωση της πειθαρχικής ποινής, η αναιρεσείουσα υποστήριξε ενώπιον του Πρωτοδικείου ότι το άρθρο 55 του κανονισμού δεν επιβάλλει στους υπαλλήλους να γνωστοποιούν την ιδιωτική τους διεύθυνση στην υπηρεσία τους και ότι εν πάση περιπτώσει η εφαρμογή του άρθρου αυτού αποκλειόταν, δεδομένου ότι δεν είχαν θεσπιστεί οι σχετικοί κανόνες εφαρμογής του, όπως ορίζεται στο τρίτο εδάφιό του.
Εν όψει αυτού του επιχειρήματος, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε κατ' αρχάς ότι το άρθρο 55, ορίζοντας ότι οι υπάλληλοι οφείλουν ανά πάσα στιγμή να είναι στη διάθεση του οργάνου στο οποίο υπηρετούν, επιβάλλει σε αυτούς μια υποχρέωση που είναι επαρκώς σαφής και δεν απαιτεί περαιτέρω εξειδίκευση (σκέψη 25) έκρινε δηλαδή ότι, "αντίθετα απ' ό,τι υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η ανακοίνωση της 9ης Δεκεμβρίου 1987 που έστειλε η καθής στους μονίμους, εκτάκτους και επικουρικούς υπαλλήλους που υπηρετούσαν στο Βέλγιο έχει επαρκή νομική βάση στο άρθρο 55, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ, του οποίου η αποτελεσματική εφαρμογή προϋποθέτει ότι η διοικητική αρχή διαθέτει πληροφορίες που της επιτρέπουν, ανά πάσα στιγμή, να έρθει σε επαφή με τους υπαλλήλους της στην ιδιωτική τους διεύθυνση" (σκέψη 26).
Κατ' αυτής ουσιαστικά της αποφάνσεως στρέφονται οι αιτιάσεις της αιτήσεως αναιρέσεως της Campogrande, η οποία προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι, κρίνοντας τη γνωστοποίηση της διευθύνσεώς της θεμελιωμένη στο άρθρο 55 του ΚΥΚ, διεύρυνε ανεπίτρεπτα τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 86 του ΚΥΚ για την επιβολή πειθαρχικής ποινής.
6. Σπεύδω να παρατηρήσω ότι η θέση αυτή στερείται κατά τη γνώμη μου οποιουδήποτε ερείσματος. Είναι όντως προφανές ότι η προαναφερθείσα κρίση του Πρωτοδικείου δεν μπορεί να νοηθεί υπό την έννοια ότι η παράλειψη γνωστοποιήσεως της διευθύνσεως συνιστά "παράβαση" της ανακοινώσεως της 9ης Δεκεμβρίου 1987 και, κατ' επέκταση, του άρθρου 55 του ΚΥΚ, αλλά υπό την έννοια ότι οι πληροφορίες που ζητήθηκαν από τους υπαλλήλους με την ανωτέρω κοινοποίηση οφείλονται (παρ' όλ' αυτά) στην υπηρεσία δυνάμει του άρθρου 55.
Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο, κρίνοντας ότι το άρθρο 55 συνιστά επαρκή νομική θεμελίωση για την επιβολή πειθαρχικής ποινής, θεώρησε ότι "το σύνολο των αρχών που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ εργοδοτών και μισθωτών και η κοινή λογική απαιτούν να είναι γνωστή η διεύθυνση του μισθωτού στον εργοδότη" και, συνεπώς, ότι "η προσφεύγουσα, αρνούμενη να γνωστοποιήσει την ιδιωτική της διεύθυνση, αδυνατεί όντως να βρίσκεται ανά πάσα στιγμή στη διάθεση του οργάνου και ότι η συμπεριφορά αυτή αποτελεί παράβαση, εκ μέρους της, των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον ΚΥΚ" (σκέψη 26).
Τέλος, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο θεμελίωσε πλήρως το ότι η άρνηση υπαλλήλου να γνωστοποιήσει την ιδιωτική του διεύθυνση συνιστά παράβαση της υποχρεώσεως περί της οποίας προβλέπει το άρθρο 55 του ΚΥΚ και ότι η ανωτέρω παράβαση αποτελεί επαρκή λόγο, σύμφωνα με το άρθρο 86 του ΚΥΚ, για την επιβολή πειθαρχικής ποινής. Ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως επομένως είναι αβάσιμος, καθότι στην ερμηνεία που δίδει εν προκειμένω το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να εντοπιστεί κανένα νομικό σφάλμα.
7. 'Οσον αφορά τον λόγο αναιρέσεως σύμφωνα με τον οποίο η Συμφωνία δεν συμβιβάζεται με το Πρωτόκολλο, η αναιρεσείουσα προέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου την ύπαρξη αντιθέσεως μεταξύ των δύο "πράξεων" ως προς τις πληροφορίες που οφείλει να κοινοποιεί η Επιτροπή στα κράτη μέλη και ως προς τους τελικούς παραλήπτες των πληροφοριών αυτών, καθώς και παράβαση του Πρωτοκόλλου η οποία απορρέει από την εσφαλμένη ερμηνεία της Συμφωνίας εκ μέρους των βελγικών αρχών.
Σχετικά με τις αιτιάσεις αυτές το Πρωτοδικείο παρατήρησε ότι: α) τόσο το Πρωτόκολλο (άρθρο 16, δεύτερο εδάφιο) όσο και η Συμφωνία (άρθρο 1) προβλέπουν ομοίως την κοινοποίηση της ιδιωτικής διευθύνσεως των υπαλλήλων (σκέψη 41) β) το Πρωτόκολλο δεν έχει ούτε ως σκοπό ούτε ως αποτέλεσμα να στερεί από τα κράτη μέλη τη δυνατότητα να είναι ανά πάσα στιγμή εν γνώσει των πληθυσμιακών μετακινήσεων που συμβαίνουν στην επικράτειά τους και, κατά συνέπεια, η Συμφωνία δεν μπορεί να θεωρηθεί ασυμβίβαστη προς το Πρωτόκολλο διότι προβλέπει την κοινοποίηση των επιδίκων πληροφοριών στους οικείους δήμους από τους αρμοδίους υπουργούς (σκέψη 42) γ) καθήκον του Πρωτοδικείου δεν είναι να εξετάσει την ορθότητα της ερμηνείας των όρων της Συμφωνίας εκ μέρους των βελγικών αρχών, παρά μόνο να εξετάσει εάν η πειθαρχική ποινή που επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα ήταν θεμελιωμένη στον ΚΥΚ, και ιδιαίτερα στο άρθρο 55, και εάν, απαιτώντας τη γνωστοποίηση της ιδιωτικής διευθύνσεως, το καθού όργανο παρέβη τον ΚΥΚ ή το Πρωτόκολλο (σκέψη 43).
8. Πριν περάσω στην εξέταση των αντιρρήσεων που προβάλλει η Campogrande κατά της επιχειρηματολογίας αυτής, θεωρώ χρήσιμο να υπενθυμίσω ότι το Πρωτοδικείο τόνισε ότι, εφόσον γίνει δεκτό ότι η "άρνηση γνωστοποιήσεως της διευθύνσεώς της στο όργανο συνιστά παράβαση των υποχρεώσεων που προβλέπει το άρθρο 55 του ΚΥΚ, οι οποίες αφορούν μόνο την εσωτερική λειτουργία της Επιτροπής και όχι τα προβλήματα σχετικά με τη γνωστοποίηση από την Επιτροπή των διευθύνσεων των μονίμων και μη μονίμων υπαλλήλων στις εθνικές αρχές των ενδιαφερομένων κρατών μελών (...), ο παρών λόγος ακυρώσεως, και αν ακόμη θεωρηθεί βάσιμος, δεν μπορεί από μόνος του να επιφέρει αναγκαστικά την ακύρωση της επιβληθείσας πειθαρχικής ποινής" (σκέψη 39).
Το Πρωτοδικείο ωστόσο θεώρησε σκόπιμο να εξετάσει τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν προς στήριξη του συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως, δεδομένου ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται, τουλάχιστον εν μέρει, επί της δυνατότητας εφαρμογής της Συμφωνίας στην κατάσταση της αναιρεσείουσας και λαμβανομένου υπόψη, εξάλλου, ότι η τελευταία δήλωσε διατεθειμένη να γνωστοποιήσει τη διεύθυνσή της στην υπηρεσία υπό την προϋπόθεση ότι αυτή δεν θα μεταγραφόταν στα μητρώα του Βασιλείου του Βελγίου. Στην αιτιολογία της σχετικής προς την πειθαρχική ποινή αποφάσεως, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι δεν μπορεί να παράσχει καμία τέτοια εγγύηση, καθόσον αυτό θα ήταν αντίθετο τόσο προς το άρθρο 16 του Πρωτοκόλλου όσο και προς το άρθρο 1 της Συμφωνίας. Πρόσθεσε δε ότι στην αναιρεσείουσα απέμενε πάντως η δυνατότητα, σε περίπτωση που έκρινε ότι νομιμοποιείται προς τούτο, να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 23 του ΚΥΚ (2).
9. Εν όψει των ανωτέρω σκέψεων, ανακύπτει το ερώτημα μήπως παρέλκει, αν μη τι άλλο για λόγους οικονομίας της δίκης, η εξέταση του λόγου αναιρέσεως που αντλείται από το ασυμβίβαστο μεταξύ Συμφωνίας και Πρωτοκόλλου.
Εκτιμώ συναφώς ότι το ενδεχόμενο ο λόγος αυτός να είναι βάσιμος δεν μπορεί να θεωρηθεί αδιάφορο ως προς την ακύρωση της ποινής της επιπλήξεως: παρατηρώ όντως ότι η διαπίστωση περί παραβάσεως του άρθρου 55 του ΚΥΚ και, επομένως, η προσβαλλόμενη πειθαρχική ποινή δεν είναι δυνατό να διαχωριστούν από το γεγονός ότι η Επιτροπή δήλωσε αδυναμία να εγγυηθεί ότι τα σχετικά στοιχεία δεν θα διαβιβαστούν στις βελγικές αρχές. Με άλλα λόγια, εάν λάβουμε υπόψη ότι η αναιρεσείουσα αρνήθηκε να γνωστοποιήσει την ιδιωτική της διεύθυνση λόγω των αποτελεσμάτων και των συνεπειών της σχετικής γνωστοποιήσεως, η ενδεχόμενη παρανομία της Συμφωνίας θα σήμαινε - κατά τη γνώμη μου - ότι η διαπίστωση περί παραβάσεως του άρθρου 55 του ΚΥΚ δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί παρά ως απλή συνέπεια της (παράνομης) αξιώσεως της Επιτροπής να ανακοινώσει τη διεύθυνσή της στις βελγικές αρχές.
10. Μετά από αυτή την επισήμανση, παρατηρώ ότι, στα πλαίσια της αιτήσεως αναιρέσεως, η Campogrande αναγνώρισε ότι η Συμφωνία δεν περιλαμβάνει stricto sensu καμία διάταξη αντίθετη προς το Πρωτόκολλο. Εντούτοις, ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή ερμήνευσε και εφάρμοσε τη Συμφωνία κατά τρόπο ασυμβίβαστο με το άρθρο 12 του Πρωτοκόλλου, πράγμα που συνάγεται από το γεγονός ότι το εν λόγω όργανο διευκρίνισε ότι, βάσει της Συμφωνίας, τα ονόματα των μονίμων και μη μονίμων υπαλλήλων "μνημονεύονται ήδη στα μητρώα του δήμου της κατοικίας τους" (ανακοίνωση της 9ης Απριλίου 1987), ότι η μνεία αυτή ισοδυναμεί προς εγγραφή στα μητρώα (επιστολή της Επιτροπής προς την αναιρεσείουσα της 22ας Μαΐου 1990) και ότι "η μνεία στην οποία προβαίνουν οι ανωτέρω δήμοι (...) παράγει τα αυτά αποτελέσματα με την εγγραφή στα μητρώα" (υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής ενώπιον του Πρωτοδικείου).
Η αναιρεσείουσα προσάπτει επομένως στο Πρωτοδικείο ότι παρέλειψε να εξετάσει τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον περιορίστηκε σε μια καθαρά γραμματική ερμηνεία της Συμφωνίας, αυτό δε παρά την ερμηνεία της Επιτροπής. Κατά τη γνώμη της αναιρεσείουσας, εν τέλει, το Πρωτοδικείο όφειλε να ελέγξει το κύρος της ερμηνείας των διατάξεων της Συμφωνίας στην οποία προέβησαν οι βελγικές αρχές, καθόσον επρόκειτο, κατ' ουσίαν, περί της ερμηνείας την οποία έδωσε ή, πάντως, συμμερίστηκε η Επιτροπή.
11. Η τελευταία, ενώ υποστήριξε ότι η αμφισβητούμενη ερμηνεία της Συμφωνίας είναι απόλυτα σύμφωνη προς το άρθρο 12 του Πρωτοκόλλου, διευκρίνισε ότι οι διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι σχετικές πληροφορίες μνημονεύονται στα μητρώα και η ταύτιση της μνείας αυτής με εγγραφή οφείλονται στις βελγικές αρχές και όχι στην καθής. 'Οντως, η τελευταία δεν έχει προφανώς αρμοδιότητα θεσπίσεως παρομοίων διατάξεων περιορίζεται απλώς στο να υπενθυμίσει το περιεχόμενο των συναφών βελγικών εγκυκλίων και δεν είναι αυτή που δίδει ή οπωσδήποτε επικυρώνει την ερμηνεία της Συμφωνίας.
12. Δεδομένου τώρα ότι το άρθρο 12, στοιχείο β', του Πρωτοκόλλου απαγορεύει οποιοδήποτε μέτρο που θα είχε ως αποτέλεσμα να υποχρεώσει τους υπαλλήλους να ζητήσουν την εγγραφή τους στα μητρώα, παρατηρώ κατ' αρχάς ότι κάτι τέτοιο ουδόλως επαληθεύεται στην παρούσα υπόθεση, καθότι η Συμφωνία περιορίζεται να επιβάλλει απλώς τη διαβίβαση των διευθύνσεων στους ενδιαφερομένους δήμους.
Ούτε θεωρώ, αντίθετα προς την αναιρεσείουσα, ότι από την κρίση του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία η επίδικη διάταξη συνεπάγεται ότι "οι υπάλληλοι των Κοινοτήτων απαλλάσσονται από κάθε υποχρέωση εγγραφής στα μητρώα των κατοίκων, στα κράτη μέλη όπου λειτουργούν τα όργανα των Κοινοτήτων" (3), μπορεί να συναχθεί ότι η διάταξη αυτή, πέραν του ότι απαλλάσσει τους υπαλλήλους από την υποχρέωση να ζητήσουν την εγγραφή στα μητρώα, απαγορεύει και οποιαδήποτε μνεία των στοιχείων τους στα μητρώα αυτά. 'Αλλωστε το Δικαστήριο διευκρίνισε, στην ίδια υπόθεση, ότι λόγω ακριβώς της υποχρεώσεως των υπαλλήλων να γνωστοποιούν την ιδιωτική τους διεύθυνση, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 16 του ΚΥΚ, "γνωρίζουν οι αρχές των κρατών μελών του τόπου εργασίας των οργάνων τις διευθύνσεις των υπαλλήλων" (4), πράγμα που μάλλον επιτρέπει να υποθέσουμε ότι οι υπάλληλοι απαλλάσσονται απλώς από την υποχρέωση να ζητήσουν την εγγραφή τους στα μητρώα.
13. Διάφορο είναι αντιθέτως το ζήτημα που τίθεται από το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις βελγικές αρχές, η κοινοποίηση των διευθύνσεων και η συνακόλουθη μνεία στα μητρώα επέχουν θέση εγγραφής. Δεν πιστεύω, όντως, ότι οφείλει εν προκειμένω το Δικαστήριο να προσεγγίσει ένα τέτοιο ζήτημα, να αποφανθεί δηλαδή επί της εκ μέρους των βελγικών αρχών ερμηνείας της Συμφωνίας, διότι αυτό είναι αλυσιτελές για τους σκοπούς της παρούσας υποθέσεως.
Δεν θεωρώ, εξάλλου, ότι ασκεί εδώ καμία επιρροή η άποψη της αναιρεσείουσας ότι η σχετική κρίση του Πρωτοδικείου είναι εσφαλμένη κατά το ότι κακώς θεώρησε ότι δεν μπορούσε να ελέγξει το κύρος της Συμφωνίας όσον αφορά την ερμηνεία που δόθηκε από τις βελγικές αρχές, εν όψει του ότι η ίδια αυτή ερμηνεία επικυρώθηκε και υιοθετήθηκε από την Επιτροπή.
Πράγματι, αρκεί συναφώς να παρατηρήσω ότι η κρίση περί του εάν η ερμηνεία της Συμφωνίας, την οποία αμφισβητεί η αναιρεσείουσα, πρέπει να αποδοθεί στις βελγικές αρχές ή/και στην Επιτροπή εμπίπτει στο πεδίο εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών εκ μέρους του Πρωτοδικείου, το οποίο, όπως προκύπτει, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για ερμηνεία που πρέπει να αποδοθεί στις βελγικές αρχές και μόνο. Αυτό συνεπάγεται ότι, από αυτή την άποψη, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, στον βαθμό που αφορά πραγματική εκτίμηση μη υποκείμενη σε επανεξέταση στο πλαίσιο αναιρετικής διαδικασίας.
14. Υπό το φως των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως της Campogrande.
Ως προς τα έξοδα, προτείνω την καταδίκη της αναιρεσείουσας στο σύνολο των δικαστικών εξόδων συμπεριλαμβανομένων των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η καθής στην αναιρετική διαδικασία.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
(1) - Απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1992 στην υπόθεση Τ-80/91, Campogrande κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-2459).
(2) - Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι, κάθε φορά που ανακύπτει ζήτημα σχετικό με τα προνόμια και τις ασυλίες των οποίων απολαύουν οι υπάλληλοι, ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος οφείλει αμέσως να ενημερώσει σχετικά την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.
(3) - Απόφαση της 18ης Μαρτίου 1986, υπόθεση 85/85, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1986, σ. 1149, σκέψη 21).
(4) - 'Οπ.π.
Full & Egal Universal Law Academy