Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Στην υπό κρίση υπόθεση το Rechtbank van koophandel te Brugge έχει υποβάλει στο Δικαστήριο ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία και το κύρος μιας διατάξεως η οποία επιβάλλει την αποκλειστική χρησιμοποίηση συγκεκριμένης γλώσσας όσον αφορά την ονομασία ορισμένων προϊόντων εμπιπτόντων στην οδηγία 69/493/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1969, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα προϊόντα εκ κρυστάλλων (1).
2. Με την ανωτέρω οδηγία, η οποία ισχύει για τα προϊόντα που υπάγονται στην κλάση 70.13 του Κοινού Δασμολογίου, θεσπίζονται μερικοί κανόνες οι οποίοι αφορούν, μεταξύ άλλων, τη σύνθεση, τα χαρακτηριστικά κατασκευής και την επισήμανση των οικείων προϊόντων. 'Οπως προκύπτει από το προοίμιό της, η εν λόγω οδηγία αποσκοπεί κυρίως στην εναρμόνιση των ονομασιών των προϊόντων ώστε να ευνοηθεί η ελεύθερη κυκλοφορία τους και, ταυτοχρόνως, να προστατευθούν τα συμφέροντα καταναλωτών και επιχειρηματιών.
Στο προοίμιο της οδηγίας η εναρμόνιση αυτή δικαιολογείται ως εξής:
"Η δυνατότης ιδιαιτέρας ονομασίας των προϊόντων εκ κρυστάλλου και η συνεπαγόμενη υποχρέωση όσον αφορά τη σύνθεση των προϊόντων αυτών υπόκεινται σε διαφορετικές ρυθμίσεις. Οι διαφορές αυτές εμποδίζουν τις συναλλαγές των προϊόντων αυτών και δύνανται να προκαλέσουν στρέβλωση των όρων του ανταγωνισμού στο εσωτερικό της Κοινότητος" καθώς επίσης και
"η θέσπιση κοινοτικών διατάξεων περί των ονομασιών των διαφόρων ειδών κρυστάλλου καθώς και περί των ιδιοτήτων των ειδών αυτών αποσκοπεί στην προστασία τόσο του αγοραστού από τις νοθεύσεις όσο και του κατασκευαστού που συμμορφώνεται προς τις διατάξεις αυτές" (η υπογράμμιση είναι δική μου).
3. Οι ονομασίες προκύπτουν από το παράρτημα Ι της οδηγίας. Τα προϊόντα κρυστάλλου κατανέμονται στη στήλη α της οδηγίας σε τέσσερις κατηγορίες. Για τις διάφορες κατηγορίες, οι ισχύουσες ονομασίες αναγράφονται στη στήλη β σε καθεμία από τις κοινοτικές γλώσσες. Για κάθε κατηγορία, αναφέρονται στις στήλες δ έως ζ τα "χαρακτηριστικά" κατασκευής (οξείδια μετάλλου, πυκνότης κ.λπ.) που πρέπει να διαθέτουν τα οικεία προϊόντα προκειμένου να μπορούν να φέρουν τη σχετική ονομασία.
4. 'Οπως προκύπτει από τη δικογραφία τα προϊόντα της κατηγορίας 1 θεωρούνται ως ανωτέρας ποιότητας και ως έχοντα τη μεγαλύτερη αξία, τα προϊόντα της κατηγορίας 2 θεωρούνται ως κάπως κατωτέρας ποιότητας, η δε αξία τους λογίζεται ελαφρώς κατώτερη της αρίστης κ.λπ. Η αξία εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από την περιεκτικότητα σε μόλυβδο του οικείου προϊόντος (2).
5. Το άρθρο 3 της οδηγίας ορίζει ότι οι ονομασίες "δεν δύνανται να χρησιμοποιηθούν στο εμπόριο για να υποδηλώσουν προϊόντα διάφορα" εκείνων που έχουν τα χαρακτηριστικά τα οποία καθορίζονται στην οδηγία.
6. Η στήλη γ του παραρτήματος Ι ("επεξηγήσεις") προβλέπει κατά τρόπο ομοιόμορφο για τα προϊόντα των κατηγοριών 1 και 2 ότι "οι ονομασίες δύνανται να χρησιμοποιούνται ελεύθερα οπουδήποτε στη χώρα καταγωγής ή στη χώρα προορισμού". Η στήλη γ προβλέπει, κατά τρόπο ομοιόμορφο για τις κατηγορίες 3 και 4, ότι "οι ονομασίες δύνανται να χρησιμοποιούνται μόνο στη γλώσσα ή στις γλώσσες της χώρας διαθέσεως του προϊόντος" (3).
7. Ακριβώς η τελευταία επεξήγηση είναι αυτή που έχει αποτελέσει και την αιτία της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου και προκαλέσει το υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα.
8. Η διαφορά της κύριας δίκης συνίσταται στην αγωγή ενός Βέλγου εμπόρου προϊόντων της κατηγορίας 3 κατά ενός Γερμανού παραγωγού και εξαγωγέα των προϊόντων αυτών. Ο Βέλγος έμπορος ισχυρίζεται ότι δεν έχουν τηρηθεί οι όροι της συμβάσεως αγοράς εφόσον τα εξαχθέντα προϊόντα φέρουν ονομασία μη πληρούσα την απαίτηση σχετικά με την επιβαλλομένη ονομασία. Ο Γερμανός παραγωγός, ο οποίος, βάσει των προσκομισθέντων στοιχείων, ουδέποτε ετήρησε την απαίτηση αυτή (4), ισχυρίζεται ότι η εν λόγω απαίτηση στερείται νομιμότητας καθόσον παραβιάζει την επιταγή του άρθρου 30 της Συνθήκης σχετικά με την απαγόρευση μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς.
9. Τα υποβληθέντα από το Rechbank van koophandel προδικαστικά ερωτήματα έχουν ως εξής:
"Συμβιβάζεται η οδηγία 69/493/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1969, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα προϊόντα εκ κρυστάλλου, με το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, δοθέντος ότι η εν λόγω οδηγία επιβάλλει, όσον αφορά την ονομασία των προϊόντων εκ κρυστάλλου των κατηγοριών 3 και 4 του παραρτήματος Ι, τη χρησιμοποίηση αποκλειστικώς της γλώσσας της χώρας διαθέσεως του προϊόντος χωρίς να αφήνει τη δυνατότητα χρησιμοποιήσεως άλλης πλέον ευκολονόητης για τον αγοραστή γλώσσας ή της ενημερώσεως αυτού κατ' άλλον τρόπο;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, υποδηλώνουν οι εκφράσεις 'χώρα διαθέσεως του προϊόντος' και 'Land in dem die Ware in den Verkehg gebracht wird' τη χώρα όπου πραγματοποιείται η τελική διάθεση των προϊόντων ή μήπως την χώρα όπου αυτά διατίθενται για πρώτη φορά;" (5)
Το πρόβλημα της ερμηνείας της ασκούσας επιρροή επεξηγήσεως
10. Νομίζω ότι ορθώς η Γερμανική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι θα έπρεπε καταρχάς να εξετασθεί το ζήτημα της ερμηνείας της επεξηγήσεως που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας. Πράγματι, η εκτίμηση του κύρους της επεξηγήσεως αυτής μπορεί να εξαρτάται από την ερμηνεία της εκφράσεως "χώρα διαθέσεως του προϊόντος".
11. Το πρόβλημα συνίσταται στο ζήτημα αν με την ανωτέρω έκφραση νοείται η χώρα όπου γίνεται η πρώτη πώληση, δηλαδή από τον παραγωγό στον έμπορο, ή η χώρα στο έδαφος της οποίας γίνεται η πώληση στον τελικό καταναλωτή.
12. Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστήριξε, παραπέμποντας, μεταξύ άλλων, στο προοίμιο της οδηγίας και στη συνήθη σημασία του όρου "διάθεση" σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, ότι η οδηγία αναφέρεται στη χώρα όπου το προϊόν πωλήθηκε για πρώτη φορά, πράγμα που συνεπάγεται, γενικώς, ότι η ονομασία γίνεται στη γλώσσα της χώρας παραγωγής: το να απαιτείται η χρησιμοποίηση της γλώσσας της χώρας όπου γίνεται η πώληση στον καταναλωτή, τούτο συνεπάγεται, κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, την υποχρέωση για τους παραγωγούς να προγραμματίζουν χωριστή παραγωγή, επισήμανση και αποθεματοποίηση καθώς και, επομένως, να υφίστανται υψηλότερα έξοδα, οπότε η οδηγία καθιστά δυσχερέστερη την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Την ίδια άποψη υιοθέτησε και η εναγομένη της κύριας δίκης.
13. Είμαι σύμφωνος με τη Γαλλική Κυβέρνηση και την Επιτροπή ότι μια τέτοια ερμηνεία δεν ευσταθεί. Η περιλαμβανόμενη στην επεξήγηση γλωσσική απαίτηση πρέπει να νοηθεί μόνο υπό το φως του σκοπού της οδηγίας ο οποίος συνίσταται και στην προστασία των καταναλωτών από τον κίνδυνο συγχύσεως. Ο σκοπός αυτός συνεπάγεται ότι χρησιμοποιητέα γλώσσα πρέπει να είναι η γλώσσα της χώρας όπου το προϊόν πωλείται στον καταναλωτή. Δεν μπορώ να αντιληφθώ ποιος σκοπός θα εξυπηρετείτο αν στην επεξήγηση έπρεπε να δοθεί η έννοια ότι μόνο ο παραγωγός πρέπει να μπορεί να χρησιμοποιεί την ονομασία στη δική του γλώσσα διαθέτοντας τα εμπορεύματα σε άλλες χώρες. Επομένως, η επεξήγηση πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάλλεται η χρησιμοποίηση της ονομασίας στη γλώσσα ή στις γλώσσες της χώρας όπου το προϊόν πωλείται στον τελικό καταναλωτή.
Το ζήτημα του κύρους της επεξηγήσεως
14. Επιβάλλεται, προκαταρκτικώς, η διαπίστωση ότι κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου η υπαγόρευση του άρθρου 30 της Συνθήκης ισχύει και για τα κοινοτικά όργανα (6).
15. Επομένως, για να δοθεί απάντηση στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα, πρέπει να ληφθεί ως βάση η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τη διάταξη αυτή, νομολογία σύμφωνα με την οποία
* πρώτον, "το άρθρο 30 της Συνθήκης απαγορεύει τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, τα οποία προκύπτουν από κανόνες περί των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούν τα εν λόγω εμπορεύματα (όπως οι προϋποθέσεις που αφορούν την ονομασία τους, το σχήμα τους, τις διαστάσεις τους, το βάρος τους, τη σύνθεσή τους, την παρουσίασή τους, την επισήμανσή τους, τη συσκευασία τους), ακόμα και αν οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται αδιακρίτως σε όλα τα προϊόντα, εφόσον η εν λόγω εφαρμογή δεν δικαιολογείται από έναν σκοπό γενικού συμφέροντος που να δίνει το προβάδισμα στις απαιτήσεις της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων" (7)
* δεύτερον, η εφαρμογή αυτή δικαιολογείται "εφόσον τέτοιου είδους διατάξεις δικαιολογούνται ως απαραίτητες προς ικανοποίηση επιτακτικών αναγκών, όπως είναι, μεταξύ άλλων, η προστασία των καταναλωτών ή η εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών. Για να μπορούν, όμως, να επιτραπούν, πρέπει οι διατάξεις αυτές να περιέχουν ρυθμίσεις ανάλογες προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ο σκοπός δε αυτός να μη μπορεί να επιτευχθεί με μέτρα που να περιορίζουν λιγότερο το ενδοκοινοτικό εμπόριο" (8).
16. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, ούτε αμφισβητήθηκε εν προκειμένω, ότι μια γλωσσική απαίτηση όπως η επίμαχη συνιστά περιορισμό στο εμπόριο κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης. Τούτο ακριβώς προκύπτει, π.χ., από την απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Ιουνίου 1991, Piageme (9), όπου το Δικαστήριο αποφάνθηκε σχετικά με την επιβαλλόμενη από το βελγικό δίκαιο υποχρέωση επιθέσεως σε τρόφιμα ετικεττών συντεταγμένων στη γλώσσα της περιοχής όπου τα τρόφιμα διατίθενται προς πώληση και όπου το Δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι "η υποχρέωση της αποκλειστικής χρησιμοποιήσεως της γλώσσας της περιοχής αποτελεί μέτρο αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικό περιορισμό των εισαγωγών, το οποίο απαγορεύεται από το άρθρο 30 της Συνθήκης" (σκέψη 16).
17. 'Ομως, είναι εξίσου αναντίρρητο, ούτε άλλωστε αμφισβητήθηκε εν προκειμένω, ότι τα συμφέροντα που υπόκεινται της γλωσσικής απαιτήσεως * δηλαδή η πρόθεση προστασίας των επιχειρηματιών από τον αθέμιτο ανταγωνισμό και των καταναλωτών από τον κίνδυνο συγχύσεως * περιλαμβάνονται στα συμφέροντα που μπορούν να δικαιολογήσουν περιορισμούς στο εμπόριο (10).
18. Επομένως, το πρόβλημα που τίθεται εν προκειμένω συνίσταται στο ότι πρέπει να διαπιστωθεί αν η γλωσσική απαίτηση πληροί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογημένη και, κατά συνέπεια, ως μη αντίθετη προς το άρθρο 30 της Συνθήκης.
19. Πριν προβώ στην εξέταση των συγκεκριμένων προβλημάτων που θέτει η υπό κρίση υπόθεση, δεν θα ήταν ίσως περιττό να κάνω μερικές γενικές παρατηρήσεις επί των δυσχερειών που ανακύπτουν όταν επιβάλλεται να γίνει στάθμιση μεταξύ της απαιτήσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και των απαιτήσεων που ενυπάρχουν στην υποχρέωση που υπέχουν οι επιχειρηματίες σχετικά με την παροχή στους καταναλωτές ορισμένων στοιχείων αφορώντων τα διατιθέμενα στο εμπόριο προϊόντα.
20. Η υποχρέωση αυτή παροχής πληροφοριών σκοπεί, μεταξύ άλλων, στο να καθίσταται δυνατό στους καταναλωτές να προβαίνουν στην επιλογή τους έχοντας πλήρη γνώση της καταστάσεως και, ιδίως, να κάνουν τις αγορές τους χωρίς κίνδυνο ούτε για τους ίδιους ούτε για το περιβάλλον.
Φυσικά εξυπακούεται ότι οι πληροφορίες πρέπει να παρέχονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούν οι καταναλωτές να κατανοούν το περιεχόμενό τους. Τούτο συνεπάγεται, κατά τη συνήθη τουλάχιστον πορεία των πραγμάτων, ότι οι πληροφορίες πρέπει να δίδονται σε γλώσσα που υποτίθεται ότι καταλαβαίνουν οι καταναλωτές. Φυσικά, τούτο σημαίνει, με τη σειρά του, ότι σε μια ενιαία πολύγλωσση αγορά επιβάλλεται ως προϋπόθεση η χρησιμοποίηση της ή των επισήμων γλωσσών της χώρας όπου διατίθεται το προϊόν.
21. H υποχρέωση πληροφορήσεως είναι δυνατόν να προκύπτει από κανόνες θεσπισμένους από τα κοινοτικά όργανα αλλά μπορεί επίσης, όπως είναι φυσικό, να έχει καθιερωθεί κατά τρόπο αυτόνομο από τις εθνικές νομοθεσίες.
22. Ουδεμία υφίσταται στην τελευταία αυτή περίπτωση αμφιβολία ότι ο εθνικός νομοθέτης επιβάλλει συνήθως, ρητώς ή εν πάση περιπτώσει σιωπηρώς, ως προϋπόθεση, στο πλαίσιο των σχετικών με την υποχρέωση πληροφορήσεως απαιτήσεων, να δίδονται τα σχετικά στοιχεία στη γλώσσα της οικείας χώρας.
23. 'Οταν η υποχρέωση παροχής συγκεκριμένων πληροφοριών επί ορισμένων προϊόντων ή σε σχέση με ορισμένα προϊόντα θεσπίζεται με κοινοτικούς κανόνες, λαμβάνεται συνήθως και απόφαση ως προς τη γλώσσα στην οποία πρέπει να παρέχονται οι περί ων ο λόγος πληροφορίες. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή, στις γραπτές τους παρατηρήσεις στην υπό κρίση υπόθεση, αναφέρουν ότι παρατηρούνται, στην πράξη, διάφορες παραλλαγές όσον αφορά τη διατύπωση των διατάξεων που προβλέπουν γλωσσικές απαιτήσεις και πράγματι ισχυρίζονται ότι πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να γίνεται προσεκτική εξέταση προκειμένου να επιλέγεται η παραλλαγή αυτή η οποία, στον οικείο τομέα, επιτρέπει να συμβιβάζονται οι απαιτήσεις της ελεύθερης κυκλοφορίας των προϊόντων με αυτές της μέριμνας για την προστασία των καταναλωτών.
24. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο ίδιος ο κοινοτικός κανόνας απαριθμεί, σε όλες τις επίσημες γλώσσες, τις ονομασίες ή τις πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνουν τα προϊόντα, όπως συμβαίνει με την οδηγία 91/321/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 14ης Μαΐου 1991, σχετικά με τα παρασκευάσματα για βρέφη και τα παρασκευάσματα δεύτερης βρεφικής ηλικίας (11), η οποία περιέχει, στο άρθρο της 7, σε όλες τις επίσημες κοινοτικές γλώσσες, την ισχύουσα ονομασία πωλήσεως για συγκεκριμένα προϊόντα ("παρασκευάσματα για βρέφη" "παρασκευάσματα δεύτερης βρεφικής ηλικίας").
25. Υφίστανται κανόνες οι οποίοι προβλέπουν ότι οι πληροφορίες μπορούν ή πρέπει να δίδονται στην ή στις επίσημες γλώσσες της χώρας όπου διατίθεται το προϊόν όπως
* η οδηγία 88/378/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Μαΐου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την ασφάλεια των παιχνιδιών (12), και
* η οδηγία 92/27/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1992, σχετικά με την επισήμανση και το φύλλο οδηγιών των φαρμάκων που προορίζονται για ανθρώπους (13).
Υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι πληροφορίες πρέπει να παρέχονται σε ευκολονόητη γλώσσα, εκτός αν η ενημέρωση του αγοραστή διασφαλίζεται με άλλα μέσα, παράδειγμα η οδηγία 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή (14).
26. Η τελευταία αυτή οδηγία απετέλεσε το αντικείμενο της διαφοράς στην προαναφερθείσα υπόθεση Piageme όπου το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι "το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και το άρθρο 14 (της οδηγίας) απαγορεύουν στις ειδικές νομοθεσίες να επιβάλλουν την αποκλειστική χρήση ορισμένης γλώσσας για την επισήμανση των τροφίμων χωρίς να προβλέπουν τη δυνατότητα χρησιμοποιήσεως μιας άλλης γλώσσας εύκολα καταληπτής από το αγοραστικό κοινό ή τη δυνατότητα εξασφαλίσεως της πληροφορήσεως του αγοραστή με άλλα μέσα" (σκέψη 17).
27. Θα ήταν ίσως σκόπιμο να αναφερθεί τόσο μια έμμεση όσο και μια άμεση αντίδραση στην απόφαση αυτή.
Το 1992 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υιοθέτησε ψήφισμα σχετικά με τους κανόνες για την προστασία των καταναλωτών και της δημόσιας υγείας ενόψει της πραγματοποιήσεως της εσωτερικής αγοράς, όπου δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι "η πραγματική προστασία των καταναλωτών είναι δυνατή μόνο στην περίπτωση που οι καταναλωτές διαθέτουν ανά πάσα στιγμή, στη γλώσσα τους, όλες τις απαραίτητες πληροφορίες" (15).
28. Απαντώντας σε ερώτηση δύο ευρωβουλευτων, ο Επίτροπος Bangemann ανέφερε, το 1993, ότι "η Επιτροπή εξετάζει (...) τα συμπεράσματα που εξάγονται από την απόφαση Piageme". Ο ίδιος Επίτροπος διευκρίνισε ότι "η (ή οι) εθνική (-ές) γλώσσα (-ες) του κράτους στην αγορά του οποίου διατίθεται το προϊόν είναι δυνατόν, (...) να θεωρηθούν ως ο πλέον αντικειμενικός κοινός παρονομαστής όσον αφορά το κατανοητό των πληροφοριών που παρέχονται στον καταναλωτή. Για τον λόγο αυτό δεν είναι δυνατή η γενίκευση και για άλλους τομείς πέραν αυτού των τροφίμων της ανωτέρω αποφάσεως, ενώ, επιπλέον, πρέπει να εκτιμηθεί εάν η απαίτηση της επίσημης γλώσσας πρέπει να καταστεί εφαρμοστέα, περιλαμβανομένου του τομέα των τροφίμων, για το σύνολο των πληροφοριών οι οποίες για λόγους γενικού ενδιαφέροντος πρέπει να παρέχονται υποχρεωτικά στον καταναλωτή" (16).
29. Τέλος, πρέπει να παρατηρηθεί ότι υποστηρίχθηκε ότι αν η κατάσταση από απόψεως δικαίου ήταν τέτοια ώστε να επαφίεται κατ' αρχήν στη μέριμνα του επιχειρηματία η απόφαση σχετικά με το αν οι απαιτούμενες πληροφορίες "θα περιλαμβάνονται (...) σε γλώσσα ευχερώς κατανοητή από τους αγοραστές" ή αν "η ενημέρωση του αγοραστή θα διασφαλίζεται δι' άλλων μέσων", τούτο συνεπάγεται για τους καταναλωτές έναν οχληρό κίνδυνο νομικής ανασφάλειας (17).
30. Η επίμαχη εν προκειμένω κοινοτική ρύθμιση είναι λίαν ειδική όσον αφορά την κατηγορία των οικείων προϊόντων. Πλην όμως, όπως ακριβώς και η μνημονευθείσα σχετικά με τα τρόφιμα νομοθεσία, έχει σαφώς ως αντικείμενο τη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας στο πλαίσιο των ορίων του σεβασμού των ιδίων συμφερόντων του καταναλωτή.
Ωστόσο, ο επίμαχος στην υπό κρίση διαφορά κανόνας διαφέρει ως προς ένα ουσιώδες σημείο από τον κανόνα που εφαρμόζεται γενικώς ως προς τις γλωσσικές απαιτήσεις. Ο υπό κρίση κανόνας δεν απαιτεί απλώς τη χρησιμοποίηση της ονομασίας στη γλώσσα του τόπου πωλήσεως αλλά, επιπλέον, συνεπάγεται και τη μη χρησιμοποίηση ονομασιών σε άλλες γλώσσες.
31. Η εναγόμενη της κύριας της δίκης και η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζονται στις παρατηρήσεις τους ότι η επίμαχη επεξήγηση συνεπάγεται περιορισμούς στο εμπόριο οι οποίοι δεν είναι αναγκαίοι για την προστασία των καταναλωτών και των επιχειρηματιών. Αντιθέτως, το Συμβούλιο, η Επιτροπή και η Γαλλλική Κυβέρνηση διατείνονται ότι η σχετική απαίτηση είναι αναγκαία προκειμένου οι μεν καταναλωτές να μην πλανώνται οι δε επιχειρηματίες να μην πέφτουν θύματα αθέμιτου ανταγωνισμού, και τούτο λόγω του ιδιαίτερου κινδύνου που συνίσταται στο να χρησιμοποιείται απατηλή ονομασία σκοπούσα στην παραπλάνηση των καταναλωτών όσον αφορά την ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων. Ο κίνδυνος είναι, κατ' αυτές, υπαρκτός, λόγω των διαφορών που υφίστανται ως προς τις τιμές μεταξύ των υπαγομένων στις διάφορες κατηγορίες προϊόντων και λόγω του ότι πρόκειται για προϊόντα μη ευρέως γνωστά στους καταναλωτές.
32. Για να γίνουν κατανοητά τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο κοινοτικός νομοθέτης, είναι ανάγκη να εκτεθούν οι θεσπισμένες με την οδηγία ονομασίες. Για λόγους μεγαλύτερης σαφήνειας, δεν θα συμπεριλάβω στο κύριο κείμενο παρά μόνο τις ονομασίες στις τέσσερις γλώσσες που είχαν σημασία κατά τη θέσπιση της οδηγίας. Οι ονομασίες στις γλώσσες αυτές ήταν οι ακόλουθες:
Κατηγορία 1 Κατηγορία 2
Γαλλικά: Cristal superieur 30 % Cristal au plomb 24 %
Ιταλικά: Cristallo superiore 30 % Cristallo al plombo 24 %
Γερμανικά: Hochbleikristall 30 % Bleikristall 24 %
Ολλανδικά: Volloodkristal 30 % Loodkristal
Κατηγορία 3 Κατηγορία 4
Γαλλικά: Cristallin Verre sonore
Ιταλικά: Vetro sonoro superiore Vetro sonoro
Γερμανικά: Kristallglas Kristallglas
Ολλανδικά: Sonoorglas (18) Sonoorglas (19)
33. 'Οπως παρατηρείται, οι ονομασίες που προκύπτουν από τις κατηγορίες 1 και 2 περιλαμβάνουν, όλες τους, τη λέξη κρύσταλλο, στην οποία έχει προστεθεί είτε ο χαρακτηρισμός ανώτερης ποιότητας είτε η λέξη μόλυβδος, με διαφορετική διατύπωση ανάλογα με τη χρησιμοποιούμενη γλώσσα.
34. Πολύ πιο σημαντικές είναι οι διαφορές μεταξύ των ονομασιών των προϊόντων που ανήκουν στις κατηγορίες 3 και 4. Οι περισσότερες από τις ονομασίες αυτές συνδέονται με τους όρους ύαλος (glas/verre/vetro/glas) και ηχηρός (lyd/sonore/sonoro/sonoor) έστω και αν η ονομασία cristallin χρησιμοποιείται στα γαλλικά για τα προϊόντα της κατηγορίας 3 ενώ στο Βέλγιο χρησιμοποιείται η ονομασία kristallinglas. Κατά τα λοιπά, οι ονομασίες στα γερμανικά για τις δύο κατηγορίες είναι Kristallglas.
35. 'Οπως έχω ήδη αναφέρει, σύμφωνα με τον κανόνα της οδηγίας, οι παραγωγοί μπορούν, όσον αφορά τις κατηγορίες 1 και 2, να πωλούν τα προϊόντα τους οπουδήποτε εντός της Κοινότητας αρκεί να χρησιμοποιούν τις υποδεικνυόμενες ονομασίες (ασχέτως του αν χρησιμοποιείται μία μόνο ή όλες οι ονομασίες και ασχέτως αν χρησιμοποιείται ή όχι η ονομασία της χώρας διαθέσεως). Επομένως, είναι δυνατό ένα προϊόν της κατηγορίας 1 το οποίο παράγεται στη Γερμανία να διατίθεται * εφόσον αποφασίζει έτσι ο παραγωγός * εντός ολόκληρης της Κοινότητας ως Hochbleikristall 30 %.
Λόγω του κινδύνου συγχύσεως ή ανέντιμης εμπορίας των προϊόντων των κατηγοριών 3 και 4, ο κανόνας της οδηγίας όσον αφορά τα προϊόντα αυτά έχει όλως διαφορετικό χαρακτήρα. Πρώτον, αυτή που χρησιμοποιείται είναι η ονομασία της χώρας εμπορίας, ενώ, δεύτερον, δεν μπορεί να χρησιμοποιείται καμιά άλλη ονομασία.
36. Η τήρηση της πρώτης από τις δύο αυτές απαιτήσεις είναι λιγότερο υποχρεωτική από ό,τι η τήρηση της δεύτερης. Είναι ωστόσο βέβαιο, όπως έχει προηγουμένως επισημανθεί, ότι ακόμα και μια απαίτηση όπως η ανωτέρω συνιστά κατ' αρχήν περιορισμό στο εμπόριο κατά την έννοια του άρθρου 30. Θεωρώ προφανές ότι η απαίτηση αυτή, σε κάποιο τουλάχιστον βαθμό, είναι δικαιολογημένη. Υφίστανται μεγάλες διαφορές μεταξύ ορισμένων ονομασιών * π.χ. cristallin και kristallglas, αφενός, και vetro sonoro και sonoorglas, αφετέρου. Πρέπει να μπορεί να απαιτείται όπως ένα γαλλικό προϊόν της κατηγορίας 3 * cristallin * διατίθεται στο εμπόριο στις Κάτω Χώρες υπό την ισχύουσα στη χώρα αυτή ονομασία, δηλαδή ως sonoorglas. Αντιθέτως, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ανώφελα περιοριστικό να απαιτείται όπως ένας Γάλλος παραγωγός προϊόντων της κατηγορίας 4 * verre sonore * υποχρεώνεται, σε περίπτωση εμπορίας στην Ιταλία, Ισπανία και Πορτογαλία, να χρησιμοποιεί τις ονομασίες vetro sonoro, vidrio sonoro και vidro sonoro, που ισχύουν στις χώρες αυτές (20) .
37. Η δεύτερη από τις ανωτέρω απαιτήσεις * η αποκλειστική χρησιμοποίηση της ονομασίας της χώρας εμπορίας * θέτει αναμφιβόλως πραγματικά από πρακτική άποψη προβλήματα στους επιχειρηματίες.
38. Ο κοινοτικός νομοθέτης θεώρησε ότι αυτή η απαίτηση είναι επίσης αναγκαία για την προστασία του καταναλωτή από τον κίνδυνο συγχύσεως. Είναι αναμφίβολο ότι η αντίληψη αυτή στηρίζεται σε δύο αρχές:
Πρώτον, ότι ο καταναλωτής δεν είναι επαρκώς πληροφορημένος σε περίπτωση που χρησιμοποιείται η ορθή ονομασία στη δική του γλώσσα και δεύτερον, ότι υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως λόγω του ότι είναι επί του προϊόντος αναγεγραμμένες και ονομασίες σε άλλες γλώσσες.
39. Ουδεμία υφίσταται αμφιβολία ότι οι αρχές αυτές δεν ισχύουν όσον αφορά αρκετές χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Σε όλες τις περιπτώσεις όπου οι ονομασίες που χρησιμοποιούνται αποτελούνται από σύνθετες εκφράσεις περιλαμβάνουσες τη λέξη "ηχηρός" (lyd/sonore/sonoro/sonoor), δεν υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως έστω και αν χρησιμοποιούνται ονομασίες σε περισσότερες της μιας γλώσσες. Οι ονομασίες αυτές διαφέρουν πράγματι από το σύνολο των ονομασιών που αφορούν τα προϊόντα των κατηγοριών 1 και 2.
40. Το πρόβλημα σχετικά με το αν υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως σε περίπτωση χρησιμοποιήσεως του γαλλικού όρου cristallin είναι ακόμα πιο δυσεπίλυτο. Πρόκειται για το ζήτημα αν, π.χ., ένας Ιταλός ή Ισπανός καταναλωτής μπορεί να πλανηθεί κατά την αγορά ενός προϊόντος της κατηγορίας 3, το οποίο έχει κατασκευαστεί στη Γαλλία και επί του οποίου αναγράφεται, εκτός από την ορθή ιταλική ή ισπανική ονομασία, η γαλλική ονομασία cristallin. Για να υφίσταται σύγχυση πρέπει, πρώτον, ο εν λόγω καταναλωτής να μην έχει επαρκώς ενημερωθεί με τη χρησιμοποίηση της ιταλικής ή ισπανικής ορθής ονομασίας και, δεύτερον, να υπάρχει κίνδυνος, κατά τη χρησιμοποίηση του όρου cristallin, να δοθεί σ' αυτόν η εντύπωση ότι πρόκειται για προϊόν εκ κρυστάλλου των κατηγοριών 1 και 2.
41. Μου είναι δυσχερές να εκφέρω μια θεμελιωμένη εν προκειμένω γνώμη. Σε μια τέτοια περίπτωση, ορθόν θα ήταν να γίνει δεκτή η εκτίμηση που ενυπάρχει στον κανόνα που έχει θεσπιστεί από τον κοινοτικό νομοθέτη.
42. Είναι φυσικό να υποτεθεί ότι υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως όταν χρησιμοποιείται η ονομασία kristallglass σε κράτη άλλα εκτός της Γερμανίας. Στη γερμανική ονομασία γίνεται χρήση του όρου Kristall, ο οποίος, σε άλλες χώρες, επιφυλλάσσεται μόνον για τα προϊόντα των κατηγοριών 1 και 2. Συναφώς, δεν αποκλείεται δικαιολογημένως να θεωρεί επί του σημείου αυτού ο κοινοτικός νομοθέτης ως δεδομένο ότι η ταυτόχρονη χρησιμοποίηση και της ονομασίας που επικρατεί στη χώρα διαθέσεως δεν αποτελεί επαρκή εγγύηση έναντι του κινδύνου συγχύσεως (21).
43. Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι υφίστανται περιπτώσεις όπου η εφαρμογή της επεξηγήσεως συνεπάγεται περιορισμούς στο εμπόριο οι οποίοι θεωρούμενοι μεμονωμένως, δεν δικαιολογούνται από λόγους προστασίας έναντι του αθέμιτου ανταγωνισμού ούτε από τον κίνδυνο συγχύσεως των καταναλωτών αλλά ότι υπάρχουν επίσης καταστάσεις όπου συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.
44. Επομένως, το ζήτημα είναι αν μπορεί ο κοινοτικός νομοθέτης να θεσπίσει άλλους κανόνες, με τους οποίους θα είναι δυνατό να λαμβάνεται υπόψη η δικαιολογία που ενυπάρχει στον περιλαμβανόμενο στην οδηγία κανόνα, ενώ ταυτόχρονα θα λαμβάνεται μέριμνα ώστε να μην περιορίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων στις περιπτώσεις όπου ουδόλως δικαιολογείται κάτι τέτοιο (22).
45. 'Εστω και αν υφίστανται, προφανώς, πλεονεκτήματα από νομοτεχνική άποψη συνδεόμενα με τον επιλεγέντα με την οδηγία κανόνα, νομίζω ότι ο κοινοτικός νομοθέτης πρέπει να έχει τη δυνατότητα να θεσπίσει έναν κανόνα στον οποίο θα λαμβάνονται καλύτερα υπόψη οι απαιτήσεις που προκύπτουν από την εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς και, όπως είναι επόμενο, από την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, ενώ, ταυτόχρονα, θα προστατεύονται οι επιχειρηματίες από τον αθέμιτο ανταγωνισμό και οι καταναλωτές από τον κίνδυνο συγχύσεως.
46. Ενόψει της ανωτέρω συλλογιστικής, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι στερείται νομιμότητας η επίδικη επεξήγηση που περιλαμβάνεται στη στήλη γ όσον αφορά τα προϊόντα των κατηγοριών 3 και 4.
47. Τούτο δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκην ότι μπορεί κατά την εμπορία εντός του συνόλου των κρατών μελών να χρησιμοποιείται καθεμία από τις ονομασίες στις γλώσσες των κρατών μελών.
Εν αναμονή ενδεχόμενης θεσπίσεως από το Συμβούλιο άλλης διατάξεως, τα κράτη μέλη θα έχουν τη δυνατότητα, βάσει των ισχυόντων στα κράτη γενικών κανόνων, να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα έναντι εμπορίας των προϊόντων της κατηγορίας 3 και 4 ικανής να οδηγήσει τους καταναλωτές σε πλάνη.
Συμπέρασμα
48. Ενόψει της ανωτέρω αναπτύξεως, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα από το αιτούν δικαστήριο ερωτήματα ως εξής:
"Η επεξήγηση 'οι ονομασίες δύνανται να χρησιμοποιούνται μόνο στη γλώσσα ή στις γλώσσες της χώρας διαθέσεως του προϊόντος' που περιλαμβάνεται στη στήλη γ του παραρτήματος Ι της οδηγίας 69/493/ΕΟΚ στερείται νομιμότητας."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
(1) * ΕΕ, ειδ. έκδ. 13/001, σ. 42. Η οδηγία αυτή έχει παραμείνει αμετάβλητη με εξαίρεση τροποποιήσεις που κατέστησαν αναγκαίες λόγω της προσχωρήσεως νέων κρατών μελών στις Κοινότητες.
(2) * Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η εναγομένη της κύριας δίκης δήλωσε ότι η εξέλιξη της τεχνικής έχει πλέον καταστήσει δυνατή την κατασκευή προϊόντων κρυστάλλου χωρίς τη χρησιμοποίηση μολύβδου και ότι τέτοια κρύσταλλα μπορούν να είναι ανωτέρας ποιότητας.
(3) * Το δανικό κείμενο της οδηγίας είναι επί του σημείου αυτού προδήλως εσφαλμένο εφόσον, αντίθετα προς τα κείμενα των άλλων γλωσσών, περιλαμβάνει μόνο τον όρο γλώσσα και όχι τους όρους ή στις γλώσσες . Η διάταξη αναφέρεται εδώ στην ορθή της διατύπωση.
(4) * Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η γερμανική επιχείρηση δήλωσε ότι, όπως και άλλες επιχειρήσεις του κλάδου, επέθετε μέχρι τότε επί των προϊόντων τις μνημονευόμενες στη στήλη γ ονομασίες στα γερμανικά, γαλλικά και αγγλικά.
(5) * Το ερώτημα, το οποίο είναι συνταγμένο στη φλαμανδική, χρησιμοποιεί το γαλλικό και γερμανικό κείμενο της οδηγίας.
(6) * Βλ., π.χ., την απόφαση της 20ής Απριλίου 1978, 80/77 και 81/77, Commissionnaires reunis (Συλλογή τόμος 1978, σ. 315).
(7) * Απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1994, C-315/92, Clinique Laboratories, που δεν έχει εισέτι δημοσιευθεί στη Συλλογή.
(8) * Βλ., π.χ., την απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Δεκεμβρίου 1990, C-238/89, Pall (Συλλογή 1990, σ. Ι-4827, σκέψεις 11 και 12).
(9) * C-369/89, Συλλογή 1991, σ. Ι-2971.
(10) * Βλ., π.χ., την απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979, 120/78, Rewe-Zentra, γνωστή ως Cassis de Dijon (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 323).
(11) * ΕΕ L 175, σ. 35.
(12) * ΕΕ L 187, σ. 1. Το άρθρο 11, παράγραφος 5, της οδηγίας ορίζει ότι:
Στο παράρτημα ΙV αναγράφονται οι προειδοποιήσεις και οι ενδείξεις για τα προφυλακτικά μέτρα κατά τη χρήση, οι οποίες πρέπει να δίδονται για ορισμένα παιχνίδια. Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν τη σύνταξή των προειδοποιήσεων και ενδείξεων ή ορισμένων από αυτές καθώς και των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 4 στην ή στις εθνικές τους γλώσσες όταν τα παιχνίδια διατίθενται στην αγορά.
(13) * ΕΕ L 113, σ. 8. Το άρθρο 8 της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι:
Το φύλλο οδηγιών πρέπει να συντάσσεται με σαφείς και κατανοητούς για τους ασθενείς όρους, στην επίσημη ή στις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους στην αγορά του οποίου διατίθεται το φάρμακο και να είναι ευανάγνωστες. Η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει τη σύνταξη των οδηγιών σε περισσότερες γλώσσες, υπό την προϋπόθεση ότι σε όλες τις χρησιμοποιούμενες γλώσσες αναφέρονται οι ίδιες πληροφορίες.
(14) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 33. Το άρθρο 14, δεύτερο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι:
(...) τα κράτη μέλη πρέπει να απαγορεύουν το εμπόριο τροφίμων στην επικράτειά τους αν οι ενδείξεις που προβλέπονται στο άρθρο 3 και στο άρθρο 4, παράγραφος 2, δεν γράφονται σε γλώσσα εύκολα καταληπτή από τους αγοραστές, εκτός αν η πληροφόρηση του αγοραστή εξασφαλίζεται με άλλο τρόπο. Η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει την αναγραφή των εν λόγω ενδείξεων σε πολλές γλώσσες.
(15) * ΕΕ 1992, C 94, σ. 217, βλ. 22η αιτιολογική σκέψη. Το ψήφισμα περιλαμβάνει, στο σημείο 1, παράγραφος 10, στοιχείο α', ζζ', προκειμένου για την επισήμανση των τροφίμων, την πρόσκληση προς την Επιτροπή να παρέχονται στη γλώσσα του καταναλωτή καλύτερες πληροφορίες σχετικά με τα πρόσθετα, με τη θέσπιση κατανοητών διατάξεων σήμανσης όσον αφορά τη σύνθεση και τις ποσότητες των προσθέτων .
(16) * ΕΕ 1993, C 95, σ. 7.
(17) * Βλ., συναφώς, την τελική έκθεση επί των Current principles and provisions concerning language demand for consumer related legislation within the European Community, που συντάχθηκε από το Bureau europeen des unions de consommateurs (BEUC) τον Αύγουστο 1993.
(18) * Ωστόσο στο Βέλγιο η ονομασία είναι kristallinglas .
(19) * Οι αντίστοιχες ονομασίες στις λοιπές γλώσσες είναι οι ακόλουθες:
Κατηγορία 1 Κατηγορία 2
Αγγλικά: Full lead crystal 30 % Lead crystal 24 %
Δανικά: Krystal 30 % Krystal 24 %
Ισπανικά: Cristal superior 30 % Cristal al plomo 24 %
Πορτογαλικά: Cristal de chumbo Cristal de chumbo 24 %
superior 30 %
Ελληνικά: Κρύσταλλα υψηλής Μολυβδούχα κρύσταλλα
περικτικότητος σε
μόλυβδο
Κατηγορία 3 Κατηγορία 4
Αγγλικά: Crystal glass, Crystal glass, crystallin
crystallin
Δανικά: Krystallin Krystallin
Ισπανικά: Vidrio sonoro superior Vidrio sonoro
Πορτογαλικά: Vidro sonoro superior Vidro sonoro
Ελληνικά: Υαλοκρύσταλλα Υαλοκρύσταλλα.
(20) * Πρέπει, σε παρόμοια περίπτωση, να θεωρηθεί ως δικαιολογημένη η απαίτηση της χρησιμοποίησης μιας γλώσσας η οποία ουδόλως να διαφέρει, από άποψη ορθογραφίας, από αυτήν του καταναλωτή.
(21) * Εξάλλου, είναι δυνατό ίδιες θεωρήσεις να ισχύουν, σε κάποιο βαθμό, έστω και πιο περιοριμένα, για την αγγλική ονομασία crystal glass, crystallin.
(22) * Συναφώς, θα έπρεπε ίσως να μνημονευθεί ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις όπου ισχύουν οι απαιτήσεις της οδηγίας, ουδεμία υφίσταται αμφιβολία ότι ανάλογες απαιτήσεις, σε περίπτωση που αυτές θα προέκυπταν από εθνικούς κανόνες, θα ήσαν αντίθετες προς το άρθρο 30. Αν, π.χ., κατά την εισαγωγή προϊόντων της κατηγορίας 3 τα οποία έχουν κατασκευαστεί στη Γαλλία, οι δανικές αρχές απαιτούσαν να αλλάξει η ονομασία του γαλλικού προϊόντος από cristallin σε Krystallin ή αν οι πορτογαλικές αρχές απαιτούσαν όπως τα ισπανικά προϊόντα της κατηγορίας 3 φέρουν την ονομασία vidro sonoro και όχι vidrio sonoro, ουδεμία σχεδόν υφίσταται αμφιβολία ότι θα επρόκειτο για παραβάσεις του άρθρου 30.
Full & Egal Universal Law Academy