Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Στις υπό κρίση υποθέσεις, οι οποίες τοποθετούνται στη μετά-Barber εποχή, το Δικαστήριο κλήθηκε να διευκρινίσει τις συνέπειες της αποφάσεως Barber (1) για τις γυναίκες εργαζόμενες οι οποίες είναι ασφαλισμένες σε επικουρικό επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα και οι οποίες εργάζονται με μειωμένο ωράριο. Είναι επίσης η πρώτη φορά που τίθεται το ζήτημα της ερμηνείας του Πρωτοκόλλου σχετικά με το άρθρο 119 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας , το οποίο προσαρτήθηκε στη Συνθήκη ΕΚ με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση (στο εξής: Πρωτόκολλο Barber). Το κείμενο του πρωτοκόλλου αυτού είναι το εξής:
Για την εφαρμογή του άρθρου 119 της Συνθήκης, οι δυνάμει επαγγελματικού συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων παροχές δεν θεωρούνται ως αποδοχές, εφόσον αντιστοιχούν σε περιόδους απασχόλησης πριν από τις 17 Μαΐου 1990, με εξαίρεση τους εργαζόμενους ή τους έλκοντες δικαιώματα οι οποίοι, πριν από αυτή την ημερομηνία, είχαν ασκήσει δικαστική προσφυγή ή καταθέσει αντίστοιχη ένσταση σύμφωνα με το ισχύον εθνικό δίκαιο.
Το πλαίσιο της υποθέσεως C-57/93, Vroege
2. Η A. A. Vroege εργάστηκε από την 1η Μαΐου 1975 με μειωμένο ωράριο επί 25,9 ώρες την εβδομάδα στο NCIV Instituut voor Volkshuisvesting BV (στο εξής: NCIV). Η σύμβαση εργασίας της διεπόταν από τις διατάξεις της συλλογικής συμβάσεως εργασίας του NCIV. Η συλλογική αυτή σύμβαση όριζε, μεταξύ άλλων, ότι ο εργαζόμενος δικαιούται, σύμφωνα με τις διατάξεις του συνταξιοδοτικού συστήματος στο οποίο έχει υπαχθεί, συντάξεως αναπηρίας, γήρατος και συντάξεως χηρείας και ορφανών. Πριν από την 1η Ιανουαρίου 1991, η ρύθμιση περί συντάξεων προέβλεπε ότι μπορούσαν να είναι ασφαλισμένοι στο σύστημα μόνον οι εργαζόμενοι που είναι είτε άνδρες είτε ανύπανδρες γυναίκες με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και απασχολούμενοι επί χρόνο ίσο προς το 80 % του πλήρους ωραρίου εργασίας. Δεδομένου ότι το ωράριο εργασίας της υπήρξε πάντοτε μικρότερο από το 80 % του πλήρους ωραρίου, η A. A. Vroege δεν μπόρεσε να θεμελιώσει συνταξιοδοτικά δικαιώματα πριν από την 1η Ιανουαρίου 1991 βάσει του παλαιού συνταξιοδοτικού συστήματος.
3. Την 1η Ιανουαρίου 1991 τέθηκε σε ισχύ νέα κανονιστική ρύθμιση συντάξεων, προβλέπουσα ότι μπορούν να ασφαλιστούν οι εργαζόμενοι των δύο φύλων οι οποίοι έχουν συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας τους και οι οποίοι απασχολούνται κατ' ελάχιστον επί χρόνο ίσο προς το 25 % του συνήθους χρόνου εργασίας που ισχύει στην επιχείρηση του εργοδότη. Μία μεταβατική διάταξη ορίζει ότι οι εργαζόμενες γυναίκες που δεν ήταν ασφαλισμένες πριν από την 1η Ιανουαρίου 1991 έχουν τη δυνατότητα, από της ημερομηνίας αυτής, να εξαγοράσουν πρόσθετα συντάξιμα έτη, υπό την προϋπόθεση να έχουν συμπληρώσει το 50ό έτος της ηλικίας τους στις 31 Δεκεμβρίου 1990. Ο αριθμός των εξαγοράσιμων ετών δεν μπορεί να υπερβεί τον αριθμό των ετών που μεσολαβούν μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία η ασφαλισμένη συμπλήρωσε το 50ό έτος της ηλικίας της και της 1ης Ιανουαρίου 1991. Η μεταβατική αυτή διάταξη δεν εφαρμόζεται ως προς την A. A. Vroege, η οποία στις 31 Δεκεμβρίου 1990 δεν είχε συμπληρώσει το 50ό έτος της ηλικίας της. Επομένως, δεν μπορούσε να θεμελιώσει συνταξιοδοτικά δικαιώματα παρά από 1ης Ιανουαρίου 1991.
4. Η A. A. Vroege ισχυρίστηκε ενώπιον του Kantongerecht της Ουτρέχτης ότι η εν λόγω μεταβατική διάταξη συνεπάγεται δυσμενή διάκριση αντιβαίνουσα στο άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ. Κατ' αυτήν, η περιεχόμενη στο άρθρο 119 αρχή της ισότητας των αμοιβών τής παρέχει δικαίωμα ασφαλίσεως αναδρομικώς από 8ης Απριλίου 1976, ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως Defrenne II (2).
5. Το Kantongerecht της Ουτρέχτης, φρονώντας ότι για την επίλυση της διαφοράς είναι αναγκαίες ορισμένες διευκρινίσεις επί του κοινοτικού δικαίου, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα κάτωθι προδικαστικά ερωτήματα:
1. Περιλαμβάνει το δικαίωμα ίσης αμοιβής, κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ, και το δικαίωμα συμμετοχής σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα;
2. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, έχει εφαρμογή ο διαχρονικός περιορισμός που έθεσε το Δικαστήριο στο πλαίσιο της υποθέσεως Barber ως προς μία συνταξιοδοτική ρύθμιση, όπως αυτή για την οποία επρόκειτο στην εν λόγω υπόθεση (contracted out schemes) (συμβατικώς οργανωμένα συστήματα), και ως προς το δικαίωμα συμμετοχής σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα όπως αυτό περί του οποίου πρόκειται στην υπό κρίση υπόθεση;
3. Συντρέχει λόγος για να εξαρτηθεί ενδεχόμενη δυνατότητα εφαρμογής της αρχής της ισότητας των αμοιβών, που περιέχεται στο άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ, από διαχρονικό περιορισμό των δικαιωμάτων συμμετοχής σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα, όπως αυτό για το οποίο πρόκειται στην υπό κρίση υπόθεση, και, αν ναι, βάσει ποιας ημερομηνίας πρέπει να καθοριστεί ο εν λόγω διαχρονικός περιορισμός;
4. 'Εχει σημασία το προσαρτημένο στη Συνθήκη του Μάαστριχτ Πρωτόκολλο σχετικά με το άρθρο 119 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (Πρωτόκολλο Barber), καθώς και (το τροποποιητικό νομοσχέδιο σχετικά με) το μεταβατικό άρθρο ΙΙΙ του νομοσχεδίου 20890, με το οποίο αποσκοπείται η εφαρμογή της τέταρτης οδηγίας, για την εκτίμηση της υπό κρίση υποθέσεως η οποία εκκρεμεί κατόπιν προσφυγής που κατατέθηκε στη γραμματεία του Κantongerecht στις 11 Νοεμβρίου 1991, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της ημερομηνίας αυτής;
Το πλαίσιο της υποθέσεως C-128/93, Fisscher
6. Από την 1η Ιανουαρίου 1978 μέχρι τις 10 Απριλίου 1992, η G. F. Fisscher εργάστηκε στη Voorhuis Hengelo BV (στο εξής: Voorhuis) βάσει συμβάσεως προβλέπουσας χρόνο εργασίας 30 ωρών εβδομαδιαίως. Οι ισχύοντες στη Voorhuis όροι εργασίας περιλαμβάνουν την ασφάλιση στο συνταξιοδοτικό σύστημα του Stichting Bedrijfspensioenfonds voor de Detailhandel (στο εξής: ταμείο συντάξεων). 'Οπως προκύπτει από τη Διάταξη περί παραπομπής, με απόφαση του υφυπουργού της 9ης Δεκεμβρίου 1971, η υπαγωγή στο εν λόγω επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα κατέστη υποχρεωτική για ολόκληρον τον τομέα του λιανικού εμπορίου, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Bedrijfspensioenwet (νόμου περί των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών συστημάτων) (3). Μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1991, η G. F. Fisscher δεν μπορούσε να ασφαλιστεί στο συνταξιοδοτικό σύστημα του εργοδότη της, δεδομένου ότι ο κανονισμός αυτού απέκλειε τις έγγαμες γυναίκες.
7. Ο εν λόγω κανονισμός τροποποιήθηκε από 1ης Ιανουαρίου 1991. Η G. F. Fisscher έγινε δεκτή στο συνταξιοδοτικό σύστημα και της αναγνωρίστηκε αναδρομικώς ασφαλιστική περίοδος τριών ετών. Στις 16 Ιουλίου 1992, η G. F. Fisscher ενήγαγε τη Voorhuis και το ταμείο συντάξεων ενώπιον του Kantongerecht της Ουτρέχτης. Ισχυρίζεται ότι ο παλαιός κανονισμός αντέκειτο, μεταξύ άλλων, προς το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ και διατείνεται ότι δικαιούται να υπαχθεί αναδρομικώς στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Voorhuis ή να τύχει ισοδύναμης ρυθμίσεως. Φρονεί ότι θεμελίωσε συνταξιοδοτικά δικαιώματα από την 1η Ιανουαρίου 1978, ημερομηνία ενάρξεως της εργασίας της, δεδομένου ότι, από της αποφάσεως Defrenne II και εφεξής, το άρθρο 119 παράγει και άμεσο και οριζόντιο αποτέλεσμα.
8. Το Kantongerecht της Ουτρέχτης, φρονώντας ότι το κοινοτικό δίκαιο παρουσιάζει ασάφειες και επί του σημείου αυτού, υπέβαλε τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο:
1. Εμπεριέχεται στο δικαίωμα (ίσης) αμοιβής κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ και το δικαίωμα υπαγωγής σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα, όπως το υπό κρίση εν προκειμένω, το οποίο έχει επιβληθεί από τις δημόσιες αρχές;
2. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, ισχύει ο διαχρονικός περιορισμός που έθεσε το Δικαστήριο στο πλαίσιο της υποθέσεως Barber για μία ρύθμιση περί συντάξεων, όπως αυτή για την οποία επρόκειτο στην υπόθεση Barber (contracted out schemes) (συμβατικώς οργανωμένα συστήματα), και ως προς δικαίωμα υπαγωγής σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα, όπως το υπό κρίση εν προκειμένω, από το οποίο έχει αποκλεισθεί η ενάγουσα ως έγγαμη;
3. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το εφαρμοζόμενο σε μία επιχείριση συνταξιοδοτικό σύστημα κατέστη υποχρεωτικό βάσει νόμου, υποχρεούται ο επιφορτισμένος με την εφαρμογή και τη διαχείριση του συστήματος οργανισμός (το επαγγελματικό ταμείο συντάξεων) να εφαρμόζει την περιεχόμενη στο άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και μπορεί ο μισθωτός, ο οποίος υφίσταται τις δυσμενείς συνέπειες από τη μη τήρηση της αρχής αυτής, να ασκήσει αγωγή απευθείας κατά του ταμείου συντάξεων ως εάν επρόκειτο για τον εργοδότη (4);
4. Αν η ενάγουσα έχει, βάσει του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ, δικαίωμα ασφαλίσεως στο επαγγελματικό ταμείο συντάξεων από ημερομηνίας προγενέστερης της 1ης Ιανουαρίου 1991, σημαίνει αυτό ότι η ενάγουσα δεν υποχρεούται να καταβάλει τις εισφορές που θα έπρεπε να καταβάλει αν της είχε προηγουμένως επιτραπεί η υπαγωγή της στο ταμείο συντάξεων;
5. Ασκεί εν προκειμένω επιρροή το ότι η ενάγουσα δεν ενήργησε νωρίτερα προκειμένου να απαιτήσει την αναγνώριση των δικαιωμάτων που προβάλλει τώρα;
6. Ασκεί επιρροή στην κρίση επί της παρούσας υποθέσεως, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Kantongerecht κατόπιν ασκήσεως αγωγής στις 16 Ιουλίου 1992, το προσαρτημένο στη Συνθήκη του Μάαστριχτ Πρωτόκολλο σχετικά με το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ (Πρωτόκολλο Barber) καθώς και (το τροποποιητικό νομοσχέδιο σχετικά με) το μεταβατικό άρθρο ΙΙΙ του νομοσχεδίου 20890 που αποσκοπεί στην εκτέλεση της τέταρτης οδηγίας;
Εμπίπτει το δικαίωμα ασφαλίσεως στα οικεία επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα στο άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ;
9. Το πρώτο ερώτημα είναι πανομοιότυπο στις δύο υποθέσεις: εμπίπτει το δικαίωμα ασφαλίσεως στα εν λόγω επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ; Υπό την επιφύλαξη της ιδιαιτερότητας μιας πτυχής της υποθέσεως Fisscher επί της οποίας θα επανέλθω αργότερα (στα σημεία 11 και 12), μου φαίνεται ότι η απάντηση είναι προφανής εάν γίνει αναδρομή στο κείμενο της αποφάσεως που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Bilka (5). Η υπόθεση αυτή αφορούσε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα το οποίο είχε δημιουργηθεί από γερμανική εταιρία εκμεταλλευόμενη αλυσίδα πολυκαταστημάτων. Μολονότι είχε εγκαθιδρυθεί κατ' εφαρμογήν των εν ισχύι γερμανικών νομοθετικών διατάξεων, το εν λόγω επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα προερχόταν από συμφωνία συναφθείσα μεταξύ του εργοδότη και του συμβουλίου της επιχειρήσεως και είχε ενσωματωθεί στη σύμβαση εργασίας. Βάσει των στοιχείων αυτών το Δικαστήριο έκρινε ότι
το συνταξιοδοτικό σύστημα επιχειρήσεως, στο οποίο αναφέρεται η κύρια δίκη, δεν αποτελεί σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως που ρυθμίζεται απευθείας από τον νόμο και εκφεύγει, ως εκ τούτου, του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 119, οι δε παροχές που καταβάλλονται στους υπαλλήλους δυνάμει του επίδικου συστήματος συνιστούν όφελος που παρέχει ο εργοδότης στον εργαζόμενο λόγω της σχέσεως εργασίας, κατά την έννοια του άρθρου 119, δεύτερη παράγραφος (6).
10. Με την ίδια απόφαση, το Δικαστήριο απάντησε στο ερώτημα αν ήταν σύμφωνο προς το άρθρο 119 το ότι ο οικείος εργοδότης απέκλειε τους εργαζόμενους με μειωμένο ωράριο από το επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημά του. Από την παρασχεθείσα από το Δικαστήριο απάντηση προκύπτει ότι στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 εμπίπτει όχι μόνο το δικαίωμα επί των παροχών που χορηγεί το οικείο επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα, αλλά και το δικαίωμα υπαγωγής στο σύστημα αυτό:
Υπάρχει παράβαση του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ από εταιρία πολυκαταστημάτων που αποκλείει τους απασχολούμενους με μειωμένο ωράριο από το σύστημα συντάξεων επιχειρήσεως, όταν το μέτρο αυτό πλήττει πολύ υψηλότερο αριθμό γυναικών παρά ανδρών, εκτός αν η επιχείρηση αποδείξει ότι το μέτρο αυτό εξηγείται από παράγοντες που δικαιολογούνται αντικειμενικά και είναι ξένοι προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο. (7)
11. Στην υπόθεση Vroege * στην οποία η σύνταξη επιχειρήσεως αποτελεί έναν από τους όρους εργασίας που ρυθμίζονται από τη συλλογική σύμβαση * κανένας από τους παρεμβαίνοντες δεν θέτει εν αμφιβόλω ότι το επίμαχο συνταξιοδοτικό σύστημα πρέπει να θεωρηθεί ως αμοιβή κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ. Αντιθέτως, η υπόθεση Fisscher παρουσιάζει μία ιδιομορφία, ήτοι το ότι τίθεται υπό κρίση ένα επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα το οποίο, όπως το ανέφερε με το πρώτο του ερώτημα το Κantongerecht, έχει επιβληθεί από τις δημόσιες αρχές . Εξάλλου, λόγω αυτού ακριβώς του στοιχείου η Γερμανική Κυβέρνηση, ειδικότερα, υποστήριξε στις γραπτές παρατηρήσεις της ότι το άρθρο 119 δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω (8). Πάντως, ο εκπρόσωπός της δήλωσε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι, λαμβανομένης υπόψη της αποφάσεως που το Δικαστήριο εξέδωσε στις 6 Οκτωβρίου στην υπόθεση Ten Oever (9), η Γερμανική Κυβέρνηση φρονούσε και αυτή ότι το άρθρο 119 έχει εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση.
Πράγματι, η απόφαση Ten Oever διασκέδασε και την παραμικρή αμφιβολία η οποία ακόμα μπορούσε να υπάρχει επί του θέματος αυτού. Το βαλλόμενο επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα στην υπόθεση Fisscher παρουσιάζει πράγματι πολλές αναλογίες με τη σύνταξη επιζώντος περί της οποίας επρόκειτο στην υπόθεση Ten Oever. Και στη μία και στην άλλη υπόθεση: i) πρόκειται για επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα, στο οποίο ασφαλίζεται υποχρεωτικά το σύνολο του οικείου επαγγελματικού κλάδου κατ' εφαρμογήν του ολλανδικού νόμου περί των συντάξεων επιχειρήσεως ii) το συνταξιοδοτικό σύστημα καθορίστηκε κατόπιν συλλογικών διαβουλεύσεων στα πλαίσια του οικείου επαγγελματικού κλάδου και δεν καθορίστηκε ευθέως από τον νόμο iii) το συνταξιοδοτικό σύστημα χρηματοδοτείται αποκλειστικά από τους εργοδότες ή/και τους εργαζομένους χωρίς την παραμικρή συνεισφορά των δημοσίων αρχών και iv) δεν έχει εφαρμογή σε γενικές κατηγορίες εργαζομένων αλλά αποκλειστικά στους εργαζομένους που απασχολούνται σε ορισμένου είδους επιχειρήσεις, ήτοι στις επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου. Επομένως, δεν υπάρχει κανένας λόγος, στην υπόθεση Fisscher, να εξαχθεί συμπέρασμα διαφορετικό από αυτό στο οποίο είχε καταλήξει το Δικαστήριο στην απόφαση Ten Oever:
Εν προκειμένω, από τη δικογραφία προκύπτει ότι οι διατάξεις του εν λόγω συστήματος συντάξεων δεν έχουν καθοριστεί ευθέως από τον νόμο, αλλά αποτελούν το προϊόν διαβουλεύσεως μεταξύ κοινωνικών εταίρων, ενώ οι δημόσιες αρχές περιορίστηκαν, κατόπιν αιτήματος των θεωρουμένων ως αντιπροσωπευτικών εργοδοτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων, να κηρύξουν το σύστημα υποχρεωτικό για τον επαγγελματικό κλάδο στο σύνολό του.
Εξάλλου, δεν αμφισβητείται ότι αυτό το σύστημα συντάξεων χρηματοδοτείται αποκλειστικά από τους εργαζομένους και τους εργοδότες του οικείου κλάδου, αποκλειομένης κάθε οικονομικής παρεμβάσεως του Δημοσίου.
Κατά συνέπεια, η επίμαχη σύνταξη επιζώντος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης. (10)
12. Μολονότι το Kantongerecht δεν ερωτά αν υπάρχει πράγματι παράβαση του άρθρου 119 και στις υπό κρίση υποθέσεις, επιθυμώ να προσθέσω τα ακόλουθα προκειμένου να είμαι εντελώς σαφής. Στις δύο υπό κρίση σήμερα υποθέσεις και μέχρι την τροποποίησή του την 1η Ιανουαρίου 1991, ο κανονισμός συντάξεων απαγόρευε στις έγγαμες εργαζόμενες γυναίκες να ασφαλίζονται στο σύστημα. Μέχρι την ίδια ημερομηνία, ο κανονισμός συντάξεων του NCIV, ο οποίος εβάλλετο στην υπόθεση Vroege, απέκλειε επιπλέον όλους τους εργαζομένους που απασχολούνταν επί χρόνο μικρότερο του 80 % του κανονικού ωραρίου εργασίας.
'Οσον αφορά τον αποκλεισμό των εγγάμων γυναικών, δύσκολα μπορεί να μη γίνει δεκτό ότι πρόκειται για δυσμενή διάκριση στηριζόμενη άμεσα επί του φύλου, η οποία επανειλημμένως έχει κηρυχθεί αθέμιτη από το Δικαστήριο σε υποθέσεις που έχουν σχέση με την ισότητα αμοιβών (11). Ο αποκλεισμός με τον οποίο το επίμαχο στην υπόθεση Vroege σύστημα πλήττει τους εργαζομένους οι οποίοι απασχολούνται λιγότερο από το 80 % του κανονικού ωραρίου εργασίας δεν μπορεί, αντιθέτως, να θεωρηθεί ως αθέμιτη έμμεση δυσμενής διάκριση παρά μόνον εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που διαλαμβάνονται στην απόφαση Bilka και τις οποίες παρέθεσα ανωτέρω, ήτοι μόνον εφόσον το μέτρο πλήττει πολύ υψηλότερο αριθμό γυναικών παρά ανδρών και εφόσον δεν εξηγείται από κανένα αντικειμενικά δικαιολογούμενο παράγοντα. Λόγω της τελευταίας αυτής προϋποθέσεως, ειδικότερα, δεν μπορεί * αντιθέτως προς τα όσα υπαινίσσεται η Επιτροπή στις γραπτές παρατηρήσεις της * να εξαχθεί αυτομάτως το συμπέρασμα ότι συντρέχει παράβαση του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ. Αντιθέτως, σύμφωνα με την απόφαση Bilka, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο
να προσδιορίσει αν και σε ποιον βαθμό οι λόγοι τους οποίους προβάλλει ο εργοδότης * για να εξηγήσει γιατί ακολουθεί μισθολογική πρακτική που εφαρμόζεται μεν ανεξάρτητα από το φύλο του εργαζομένου, πλήττει όμως στην πράξη περισσότερες γυναίκες παρά άνδρες * μπορούν να θεωρηθούν ως οικονομικοί λόγοι που δικαιολογούνται αντικειμενικά. Αν το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι τα μέσα που επέλεξε η Bilka ανταποκρίνονται σε πραγματική ανάγκη της επιχείρησης και ότι είναι πρόσφορα αλλά και αναγκαία για την επίτευξη του στόχου που επιδιώκει, το γεγονός ότι τα εν λόγω μέτρα πλήττουν πολύ μεγαλύτερο αριθμό εργαζόμενων γυναικών παρά ανδρών δεν αρκεί για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι στοιχειοθετούν παράβαση του άρθρου 119 (12).
Ισχύει ο διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων της αποφάσεως Barber και ως προς το δικαίωμα υπαγωγής σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα;
13. Το δεύτερο ερώτημα είναι επίσης πανομοιότυπο στις δύο υποθέσεις: πρόκειται για το ερώτημα αν ο διαχρονικός περιορισμός, στον οποίο το Δικαστήριο υπέβαλε τα αποτελέσματα της αποφάσεως Barber, ισχύει και όσον αφορά το δικαίωμα υπαγωγής σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα. Λόγω του ότι συνδέονται στενώς, θα εξετάσω τα ερωτήματα αυτά ταυτόχρονα με το τρίτο ερώτημα, το οποίο υποβλήθηκε στην υπόθεση Vroege, με το οποίο ερωτάται αν, όσον αφορά τα δικαιώματα υπαγωγής σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα, υφίσταται λόγος να περιοριστεί διαχρονικά η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ.
Οι απόψεις που υποστηρίχθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου επί του σημείου αυτού διαφέρουν πολύ μεταξύ τους. Η Α. Α. Vroege, η G. F. Fisscher και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι ο διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων της αποφάσεως Barber δεν έχει καμία σχέση με την υπό κρίση σήμερα προβληματική και ότι η απόφαση Bilka έχει οπωσδήποτε εφαρμογή, πράγμα που έχει ως συνέπεια ότι, δεδομένου ότι τα αποτελέσματα της αποφάσεως αυτής δεν υπόκεινται σε κανένα διαχρονικό περιορισμό, ο επίδικος κανονισμός συντάξεων ήταν ασυμβίβαστος προς το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ από 8ης Απριλίου 1976, ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως Defrenne II, μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1991, ημερομηνία κατά την οποία αυτός τροποποιήθηκε. Η Επιτροπή ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ο διαχρονικός περιορισμός ο οποίος τέθηκε στα αποτελέσματα της αποφάσεως Barber έχει εξαιρετικό χαρακτήρα, ο οποίος δεν δικαιολογείται παρά από τις απαιτήσεις της ασφαλείας δικαίου και από την τήρηση της αρχής της καλής πίστεως. Από τη στιγμή που δεν υφίσταται πλέον καμία αμφιβολία, από της αποφάσεως Bilka, ότι το να μη γίνονται δεκτοί ορισμένοι εργαζόμενοι σε επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα συνιστά παράβαση του άρθρου 119 και ότι η κοινοτική νομοθεσία ουδέποτε επέτρεψε τέτοιον αποκλεισμό, οι εργοδότες και τα ταμεία συντάξεων ουδέποτε πλέον μπορούσαν να παρερμηνεύσουν το ακριβές περιεχόμενο της αρχής της ισότητας αμοιβών. Η Α. Α. Vroege και η G. F. Fisscher προσθέτουν σ' αυτό ότι υπάρχει μία θεμελιώδης διαφορά μεταξύ της υποθέσεως Barber και των δικών τους υποθέσεων: στην υπόθεση Barber επρόκειτο για δυσμενή διάκριση που προέκυπτε από τον καθορισμό ηλικίας συνταξιοδοτήσεως διαφορετικής για τους άνδρες εργαζομένους απ' ό,τι για τις γυναίκες εργαζόμενες, ενώ στις υπό κρίση υποθέσεις πρόκειται για δυσμενή διάκριση που στηρίζεται στην έννομη κατάσταση της έγγαμης γυναίκας και στην παροχή εργασίας με μειωμένο ωράριο. Ο ασυνήθης χαρακτήρας του διαχρονικού περιορισμού των αποτελεσμάτων αποφάσεως συνεπάγεται αναγκαίως, κατ' αυτές, ότι ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει παρά μόνον για πανομοιότυπες πραγματικές καταστάσεις.
14. Η Voorhuis, το Bedrijfspensioenfonds, η Βελγική και η Βρετανική Κυβέρνηση φρονούν, αντιθέτως, ότι ο διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων της αποφάσεως Barber πρέπει να τύχει επίσης εφαρμογής στις υπό κρίση υποθέσεις. Τα επιχειρήματά τους συνοψίζονται ως εξής. Πρώτον, η κοινοτική νομοθεσία αναπτύχθηκε παράλληλα προς τη νομολογία του Δικαστηρίου και, μέχρι την απόφαση Barber, άφηνε να υποτεθεί ότι το άρθρο 119 δεν είχε εφαρμογή στα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, εδημιουργείτο τουλάχιστον μία κατάσταση αβεβαιότητας. Δεύτερον, ελλείψει διαχρονικού περιορισμού των αποτελεσμάτων της αποφάσεως Barber, οι εργοδότες και τα ταμεία συντάξεων θα αντιμετώπιζαν πρακτικώς δυσβάστακτα χρηματοοικονομικά βάρη, εφόσον θα υποχρεούνταν εν τοιαύτη περιπτώσει να δεχθούν την υπαγωγή στο επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα, με αναδρομικό αποτέλεσμα πολλών ετών (δυνάμενο να αναχθεί ακόμη και μέχρι την απόφαση Defrenne II), προσώπων που είχαν αποκλειστεί μέχρι τούδε από αυτό. Τρίτον, η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η απόφαση Barber, λόγω της σαφώς γενικότερης διατυπώσεως που χρησιμοποίησε το Δικαστήριο σ' αυτήν, έχει πιο ευρύ περιεχόμενο από την απόφαση Bilka, οπότε ο διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων της αποφάσεως Barber πρέπει να έχει επίσης εφαρμογή στις υπό κρίση σήμερα υποθέσεις. Οι εναγόμενοι της κύριας δίκης προσθέτουν σ' αυτό ότι, εάν έπρεπε να γίνει δεκτό ότι τα συμπεράσματα της αποφάσεως Bilka ισχύουν για όλα τα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα, η συλλογιστική που χρησιμοποίησε το Δικαστήριο στην απόφαση Barber για να δικαιολογήσει τον διαχρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων της, ήτοι τα επιχειρήματα που άντλησε από τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη και από την καλή πίστη, δεν θα ευσταθούσε. Τέλος, οι εναγόμενοι της κύριας δίκης παρατηρούν επίσης ότι το γεγονός ότι η G. F. Fisscher δεν είχε υποβάλει αίτηση υπαγωγής στο επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα παρά στις 27 Απριλίου 1992, δηλαδή πολλά έτη μετά τις αποφάσεις Defrenne II και Bilka, είναι ενδεικτικό της ελλείψεως σαφηνείας που επικρατούσε στον τομέα αυτόν.
Η Γερμανική Κυβέρνηση φρονεί ότι ούτε η απόφαση Barber ούτε οι αποφάσεις Ten Oever, Moroni και Neath, ούτε ακόμη η απόφαση Coloroll, την οποία πρόκειται να εκδώσει το Δικαστήριο, προδικάζουν ενδεχόμενο διαχρονικό περιορισμό τον οποίο θα μπορούσε να αποφασίσει το Δικαστήριο στις υπό κρίση υποθέσεις. Κατ' αυτήν, το ερώτημα κατά πόσον η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δικαιολογεί διαχρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων των αποφάσεων του Δικαστηρίου πρέπει να εκτιμάται σε κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Δεδομένου ότι οι Διατάξεις περί παραπομπής δεν παρέχουν καμία ένδειξη ως προς τις δαπάνες με τις οποίες θα έπρεπε να επιβαρυνθούν οι επιχειρήσεις εάν επιτρεπόταν στους μισθωτούς με μειωμένο ωράριο να υπαχθούν αναδρομικώς στα συνταξιοδοτικά συστήματα, η Γερμανική Κυβέρνηση κρίνει ότι είναι αδύνατο να εκτιμηθεί, στις συγκεκριμένες υποθέσεις, εάν ικανοποιούνται τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο προσδιόρισε προκειμένου τα αποτελέσματα των αποφάσεων που εκδίδει να περιορίζονται διαχρονικώς.
15. Υπό την επιφύλαξη των επιβαλλομένων ελασσόνων διαφοροποιήσεων, συμμερίζομαι την άποψη που υποστηρίζεται από τις Α. Α. Vroege, G. C. Fisscher και Επιτροπή. Στηρίζομαι σχετικώς επί της αποφάσεως Moroni, την οποία το Δικαστήριο εξέδωσε στις 14 Δεκεμβρίου 1993 (13) και στην οποία είπε καταρχήν σαφώς ότι η απόφαση Barber, περιλαμβανομένου του περιεχομένου σ' αυτήν διαχρονικού περιορισμού, έχει εφαρμογή και επί των επικουρικών επαγγελματικών συνταξιοδοτικών συστημάτων, ήτοι επί των ειδικών συνταξιοδοτικών συστημάτων εκτός των contracted out ( συμβατικώς οργανωμένων ) συστημάτων, περί των οποίων επρόκειτο στην υπόθεση Barber. Αφού έκρινε, πρώτον, ότι τα κριτήρια που είχε εφαρμόσει στην απόφαση Barber, για να προσδιοριστεί αν τα συμβατικώς οργανωμένα συστήματα ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 ήταν τα ίδια με αυτά που είχε χρησιμοποιήσει στην προηγούμενη νομολογία του (ήτοι στις αποφάσεις Defrenne I (14) και Bilka) για να διακρίνει τα επαγγελματικά συστήματα από τα διά νόμου θεσπισθέντα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως (15), και αφού έκρινε, δεύτερον, ότι η ύπαρξη διαφορετικών βάσει του φύλου ηλικιών συνταξιοδοτήσεως, η οποία είχε τεθεί υπό την κρίση του στην υπόθεση Barber, ουδαμώς αποτελεί ειδικό χαρακτηριστικό των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών συστημάτων που αντικαθιστούν το εθνικό σύστημα, αλλά ότι το πρόβλημα αυτό παρουσιάζεται επίσης σε άλλους τύπους επαγγελματικών συστημάτων όπου ενέχει το ίδιο αποτέλεσμα δυσμενούς διακρίσεως, το Δικαστήριο κατέληξε στα εξής:
Επομένως, οι αρχές που διατυπώθηκαν στην απόφαση Barber δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορούν μόνο τα συμβατικώς οργανωμένα συστήματα συνταξιοδοτήσεως επαγγελματιών, αλλ' αφορούν και τα επικουρικά συστήματα όπως το επίδικο στην κύρια δίκη. (16)
Στην ίδια απόφαση Moroni, το Δικαστήριο υπενθύμισε εν συνεχεία αυτό που είχε πει στην υπόθεση Bilka:
Με την απόφαση της 13ης Μαΐου 1986, 170/84, Bilka-Kaufhaus (Συλλογή 1986, σ. 1607), που αφορούσε ακριβώς ένα γερμανικό επαγγελματικό σύστημα συνταξιοδοτήσεως, το Δικαστήριο έκρινε ότι, ακόμη και αν το σύστημα αυτό θεσπίστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις που έχουν θεσπιστεί από τον εθνικό νομοθέτη, πηγάζει από συμφωνία μεταξύ του εργοδότη και των εκπροσώπων των εργαζομένων, είναι επικουρικό του εκ του νόμου συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως και δεν ενισχύεται οικονομικά από το Δημόσιο. 'Ενα σύστημα που εμφανίζει τα χαρακτηριστικά αυτά εμπίπτει επομένως στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης. (17)
Εξάλλου, το Δικαστήριο προσθέτει ότι στην υπόθεση Barber
αντιμετώπισε για πρώτη φορά το ζήτημα της εκτιμήσεως από τη σκοπιά του άρθρου 119 της άνισης μεταχείρισης που συνεπάγεται ο καθορισμός ηλικίας συνταξιοδοτήσεως που διαφέρει αναλόγως του φύλου (18).
16. 'Οσον αφορά τη σχέση που υφίσταται μεταξύ της αποφάσεως Bilka και της αποφάσεως Barber, από την απόφαση Moroni μπορούν να συναχθούν τα εξής. Αφενός, η απόφαση Bilka είχε ήδη δώσει καταφατική απάντηση στο ερώτημα αν ένα επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα * επικουρικού τύπου (εν προκειμένω) ή συμβατικώς οργανωμένο (όπως εμφανίστηκε μεταγενέστερα) * εμπίπτει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης, η δε καταφατική αυτή απάντηση στηρίχθηκε επί των κριτηρίων, γνωστών από της αποφάσεως Defrenne I, που επιτρέπουν την οριοθέτηση της έννοιας αποδοχές σε σχέση με τα μέτρα κοινωνικής ασφαλίσεως (19). Εξάλλου, χρειάστηκε να αναμείνουμε μέχρι την απόφαση Barber προκειμένου να εξεταστεί το ζήτημα του συμβιβαστού προς το άρθρο 119 του καθορισμού διαφορετικών αναλόγως του φύλου ηλικιών συνταξιοδοτήσεως στο πλαίσιο των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών συστημάτων και, επί του σημείου αυτού, ο διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων της αποφάσεως αυτής έχει εφαρμογή επί όλων των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών συστημάτων, είτε πρόκειται για επικουρικές συντάξεις είτε για συντάξεις που αντικαθιστούν αυτές του εθνικού συστήματος.
Για τον λόγο αυτό επιβάλλεται να γίνει η ακόλουθη διάκριση. Στην απόφαση Bilka, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, κατά το μέτρο που ικανοποιούνται τα κριτήρια που περιέχονται στην απόφαση Defrenne I, οι παροχές που χορηγούνται κατ' εφαρμογήν επαγγελματικού συνταξιοδοτικού συστήματος πρέπει να θεωρούνται ως αμοιβή κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ και ότι ο αποκλεισμός των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο από ένα τέτοιο επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να μη συμβιβάζεται προς τη διάταξη αυτή (βλ. τα σημεία 9 και 10 ανωτέρω). Ωστόσο, το περιεχόμενο της αποφάσεως Bilka εκτείνεται μέχρις αυτού του σημείου. Δεδομένου ότι τόσο ως προς το πρώτο σημείο (ήτοι ότι οι παροχές αποτελούν αμοιβή) όσο και ως προς το δεύτερο σημείο (ήτοι ότι ο αποκλεισμός μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να συνιστά αθέμιτη δυσμενή διάκριση), η απόφαση Bilka απλώς ανέπτυξε μια ήδη υπάρχουσα νομολογία, το Δικαστήριο δεν έκρινε αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν διαχρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων της. Στην απόφαση Barber, αντιθέτως, το Δικαστήριο αποφάνθηκε για πρώτη φορά επί του ζητήματος κατά πόσον ο καθορισμός ηλικίας συνταξιοδοτήσεως διαφορετικής αναλόγως του φύλου, στο πλαίσιο επαγγελματικών συνταξιοδοτικών συστημάτων, συνιστά αθέμιτη δυσμενή διάκριση. 'Οταν έδωσε καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό, θεώρησε αναγκαίο να περιορίσει διαχρονικώς τα αποτελέσματα της αποφάσεώς του, διότι i) η κοινοτική νομοθεσία επέτρεπε παρεκκλίσεις όσον αφορά την ηλικία συνταξιοδοτήσεως, τις οποίες τα κράτη μέλη και τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούσαν ευλόγως να επικαλεστούν προς στήριξη της συσταλτικής τους ερμηνείας (20) και διότι ii) προσδίδοντας αναδρομική ισχύ στην απόφαση υπήρχε κίνδυνος να αναστατώσει τη χρηματοοικονομική ισορροπία πολλών επαγγελματικών συνταξιοδοτικών συστημάτων (21), λόγω των ιδιαζόντων χαρακτηριστικών τους και των ειδικών αποτελεσμάτων τους (22).
17. Από τα προηγούμενα στοιχεία προκύπτει ότι ο διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων της αποφάσεως Barber δεν ισχύει όσον αφορά το δικαίωμα υπαγωγής σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα το οποίο είναι είτε επικουρικό είτε αντικαθιστά το εθνικό σύστημα και το οποίο, όπως συμβαίνει στις υπό κρίση σήμερα υποθέσεις, ικανοποιεί τα κριτήρια που περιέχονται στην απόφαση Defrenne I και στην απόφαση Bilka. Τα επιχειρήματα τα οποία προέβαλαν η Voorhuis, το ταμείο συντάξεων και η Βελγική και η Βρετανική Κυβέρνηση δεν μπορούν να αλλάξουν τίποτα ως προς αυτή τη συνέπεια.
Πρώτον, δεν έχω πεισθεί ότι το κοινοτικό δίκαιο παρουσίαζε κάποια αοριστία σχετικά με την προβληματική που βρίσκεται στο επίκεντρο των υπό κρίση σήμερα υποθέσεων, ήτοι τον αποκλεισμό των εγγάμων εργαζομένων γυναικών ή/και των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο από το όφελος της υπαγωγής σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα. 'Οσον αφορά την κοινοτική νομοθεσία, ούτε η οδηγία 79/7/ΕΟΚ ούτε η οδηγία 86/378/ΕΟΚ περιέχει το παραμικρό στοιχείο ικανό να στηρίξει την άποψη ότι οι έγγαμες γυναίκες και οι εργαζόμενοι με μειωμένο ωράριο μπορούν να αποκλείονται από ορισμένα συνταξιοδοτικά συστήματα. 'Ολως αντιθέτως μάλιστα διότι, καθώς οι δύο οδηγίες απαγορεύουν ρητώς κάθε διάκριση που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την ύπαρξη γάμου ή την εν γένει οικογενειακή κατάσταση , ιδιαιτέρως όσον αφορά τους όρους υπαγωγής στα συστήματα (23), ήταν ευθύς εξαρχής σαφές ότι ο αποκλεισμός των εγγάμων γυναικών από το όφελος της υπαγωγής σε συνταξιοδοτικά συστήματα ή ο αποκλεισμός από αυτά των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο μέσω έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως στερουμένης κάθε αντικειμενικής δικαιολογήσεως υπερέβαινε τις επιτρεπόμενες παρεκκλίσεις και ήταν επομένως αθέμιτος.
Ομοίως, δεν μπορεί κατ' εμέ, να διατυπωθεί μομφή κατά της νομολογίας του Δικαστηρίου ως προς έλλειψη σαφήνειας σχετικά με το υπό εξέταση ζήτημα. 'Ηδη από την απόφαση Worringham, την οποία εξέδωσε το Δικαστήριο στις 11 Μαρτίου 1981 (24), μπορεί να συναχθεί ότι τα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα μπορούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119. Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι εισφορά σε συνταξιοδοτικό σύστημα καταβαλλόμενη από τον εργοδότη εξ ονόματος των εργαζομένων υπό μορφή ποσού προστιθεμένου στον ακαθάριστο μισθό συνιστά αμοιβή κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης (25). Επιπλέον, κανείς δεν μπορούσε πλέον να αμφιβάλλει, από της αποφάσεως Bilka, ότι τα ορισθέντα με την απόφαση Defrenne I κριτήρια έχουν εφαρμογή στα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα συμβατικής προελεύσεως (και ιδίως στα επικουρικά συστήματα).
Με την απόφαση την οποία εξέδωσε στις 31 Μαρτίου 1981 στην υπόθεση Jenkins (26), το Δικαστήριο είπε σαφώς ότι οι διαφορές αμοιβής μεταξύ των εργαζομένων με πλήρες ωράριο και των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο παρουσίαζαν κάποιο πρόβλημα αναφορικώς προς το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ. Μολονότι το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση αυτή ότι η χορήγηση κατωτέρου ωριαίου μισθού για εργασία με μειωμένο ωράριο δεν συνιστά καθεαυτήν δυσμενή διάκριση απαγορευόμενη από το άρθρο 119, προσέθεσε τα ακόλουθα:
Αντίθετα, αν διαπιστώνεται ότι σημαντικά μικρότερο ποσοστό θηλέων αντί αρρένων παρέχουν τον ελάχιστο αριθμό ωρών εργασίας κατά εβδομάδα, ο οποίος απαιτείται για να μπορούν να αξιώσουν τον πλήρη ωριαίο μισθό, η ανισότητα αμοιβής αντίκειται στο άρθρο 119 της Συνθήκης, όταν, ενόψει των δυσχερειών που αντιμετωπίζουν οι θήλεις εργαζόμενες για να μπορέσουν να πραγματοποιήσουν αυτόν τον ελάχιστο αριθμό ωρών την εβδομάδα, η μισθολογική τακτική της εν λόγω επιχειρήσεως δεν μπορεί να εξηγηθεί από παράγοντες που αποκλείουν διάκριση βασιζόμενη στο φύλο. (27)
Το Δικαστήριο ανέπτυξε το κριτήριο αυτό στην απόφαση Bilka (βλ. τις σκέψεις 10 και 12 ανωτέρω), εν συνεχεία δε το εφαρμόζει κατά πάγια νομολογία (28).
Επιβάλλεται επομένως να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι όσον αφορά την υπό κρίση προβληματική στην προκειμένη περίπτωση, ήτοι την υπαγωγή σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα, το κοινοτικό δίκαιο δεν περιέχει καμία αοριστία και ότι δεν υπάρχει επομένως κανένας λόγος να αναπαράγεται ως προς την προβληματική αυτή διαχρονικός περιορισμός παρόμοιος με αυτόν με τον οποίο το Δικαστήριο είχε συναρτήσει τα αποτελέσματα της αποφάσεως Barber σχετικά με διαφορές ως προς την ηλικία συνταξιοδιοτήσεως (29). Τούτου δοθέντος, δεν εννοώ με αυτό ότι ο διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων της αποφάσεως Barber δεν μπορεί ενδεχομένως να έχει εφαρμογή σε άλλες καταστάσεις (θα επανέλθω επί του θέματος αυτού στα σημεία 24 και 25 κατωτέρω).
18. Εξάλλου, το δεύτερο επιχείρημα που προέβαλαν η Voorhuis, το ταμείο συντάξεων και η Βελγική και η Βρετανική Κυβέρνηση δεν μπορεί να έχει καλύτερη τύχη. Πρόκειται για τα χρηματοοικονομικά βάρη, που χαρακτηρίζονται ως ανυπέρβλητα, τα οποία θα προέκυπταν για τους εργοδότες και τα ταμεία συντάξεων εάν επρόκειτο να αναγνωριστεί χωρίς διαχρονικό περιορισμό το δικαίωμα υπαγωγής στα εν λόγω συστήματα (εξάλλου, οι αγορεύσεις κατέστησαν φανερό ότι οι διάδικοι δεν ομοφωνούν ως προς τη σπουδαιότητα των βαρών αυτών). Το επιχείρημα αυτό δεν θα ήταν πειστικό παρά στην περίπτωση όπου το Δικαστήριο θα έδιδε καταφατική απάντηση στο τέταρτο ερώτημα που του υπέβαλε το Κantongerecht στην υπόθεση Fisscher, πράγμα το οποίο θα του προτείνω να μην πράξει (στο σημείο 31 κατωτέρω). Τέτοιο επιχείρημα θα μπορούσε εξάλλου να ευδοκιμήσει μόνον εάν συνέτρεχε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη (quod non, όπως το απέδειξα ανωτέρω).
Η σημασία του πρωτοκόλλου Barber για την υπό κρίση προβληματική
19. Ως απάντηση στο τέταρτο ερώτημα που υπέβαλε στην υπόθεση Vroege και στο έκτο ερώτημα που υπέβαλε στην υπόθεση Fisscher, το Κantongerecht επιθυμεί να του παρασχεθεί διευκρίνιση ως προς το εάν το πρωτόκολλο Barber και το (τροποποιητικό νομοσχέδιο σχετικά με) το μεταβατικό άρθρο ΙΙΙ του νομοσχεδίου 20890, που αποσκοπεί στην εκτέλεση της τέταρτης οδηγίας , ασκούν επιρροή στην κρίση επί των παρουσών υποθέσεων.
'Οσον αφορά το αναφερόμενο από το εθνικό δικαστήριο νομοσχέδιο, δεν χρειάζεται να επεκταθώ διά μακρών: κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να ερμηνεύει το εθνικό δίκαιο και να εκτιμά τα αποτελέσματά του στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 177 (30).
20. Δεν ισχύει το ίδιο όσον αφορά το πρωτόκολλο Barber (του οποίου το κείμενο παρέθεσα στο σημείο 1 ανωτέρω). Ναι μεν είναι ακριβές ότι το πρωτόκολλο αυτό δεν ενσωματώθηκε στη Συνθήκη ΕΚ (31) παρά από της ενάρξεως της ισχύος της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση την 1η Νοεμβρίου 1993 και ότι επομένως δεν είχε ακόμη τεθεί εν ισχύι κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, πλην όμως αυτό δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο μπορεί να μη λάβει υπόψη του το πρωτόκολλο αυτό στην προκειμένη περίπτωση (32). Πράγματι, μολονότι προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου ότι, αντιθέτως προς τους διαδικαστικούς κανόνες, οι νέοι κανόνες ουσιαστικού δικαίου δεν έχουν εφαρμογή επί ενδίκων διαφορών που εκκρεμούν κατά την έναρξη ισχύος τους (33), τούτο δε συμφώνως προς τις αρχές της ασφαλείας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (34), ωστόσο τα ανωτέρω δεν ισχύουν εφόσον προκύπτει σαφώς από τη διατύπωσή τους, τους σκοπούς και την οικονομία τους ότι πρέπει να (...) αναγνωριστεί η αναδρομική ισχύς (στους ουσιαστικούς κανόνες αυτούς) (35). Τέτοια περίπτωση αποτελεί, κατ' εμέ, ένας δηλωτικός κανόνας όπως αυτός του πρωτοκόλλου Barber (36), ο οποίος έχει ως αντικείμενο την ερμηνεία του περιεχομένου του άρθρου 119 και της νομολογίας του Δικαστηρίου, ήτοι της αποφάσεως Barber (βλ. το σημείο 23 κατωτέρω).
21. Θα εξετάσω καταρχήν τις διάφορες απόψεις που υποστηρίχθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς τη σημασία του πρωτοκόλλου Barber επί των υπό κρίση υποθέσεων. Η Α. Α. Vroege και η G. F. Fisscher, αφενός, και η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, αφετέρου, φρονούν κατ' ουσίαν ότι, παρά τους πολύ γενικούς όρους με τους οποίους είναι διατυπωμένο, η ανάγνωση του πρωτοκόλλου Barber πρέπει να γίνει εντός του πλαισίου της αποφάσεως Barber και του αντικειμένου της διαφοράς που είχε ανακύψει μεταξύ των διαδίκων της υποθέσεως αυτής, ήτοι του ζητήματος του θεμιτού χαρακτήρα διαφορετικής ηλικίας συνταξιοδοτήσεως αναλόγως του φύλου. Για τον λόγο αυτό το πρωτόκολλο δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια παρά ότι ο διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ ισχύει για όλα τα είδη δυσμενούς διακρίσεως στον τομέα των συντάξεων επιχειρήσεως και, ιδίως, όσον αφορά τις δυσμενείς διακρίσεις σχετικά με την πρόσβαση των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο σε τέτοια συνταξιοδοτικά συστήματα. Η Επιτροπή προσθέτει εντούτοις ότι, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του διαχρονικού περιορισμού των αποτελεσμάτων της αποφάσεως Barber, το πρωτόκολλο ισχύει επίσης για τις περιπτώσεις όπου η κοινοτική νομοθεσία οδηγεί τα κράτη μέλη και τα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη σε πλάνη ως προς το ακριβές περιεχόμενο της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών.
Αντιθέτως, κατά τη Voorhuis, το ταμείο συντάξεων και τη Βρετανική Κυβέρνηση, η ευρεία διατύπωση του πρωτοκόλλου Barber δεικνύει, χωρίς να επιτρέπει καμία αμφιβολία, ότι το πρωτόκολλο αυτό ισχύει για όλα τα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα και για όλες τις δυσμενείς διακρίσεις που στηρίζονται στο φύλο και μπορούν να υφίστανται στον τομέα αυτό, περιλαμβανομένων των προϋποθέσεων υπαγωγής στα συστήματα αυτά.
22. Η δική μου κρίση συμπίπτει εν πολλοίς με την κρίση της Επιτροπής. Είναι σαφές εν πάση περιπτώσει * όπως ευκρινώς προκύπτει από την ημερομηνία που επανελήφθη στο πρωτόκολλο Barber και τις αναλογίες που υφίστανται μεταξύ της διατυπώσεώς του και της διατυπώσεως της αποφάσεως Barber (37) * ότι η διατύπωση του πρωτοκόλλου αυτού προέρχεται από την εφαρμογή του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ στην οποία προέβη το Δικαστήριο με την απόφαση αυτή σχετικά με το πρόβλημα διαφορετικών ηλικιών συνταξιοδοτήσεως αναλόγως του φύλου και, ειδικότερα, από το γεγονός ότι το διατακτικό της αποφάσεως (38) επέτρεπε διαφορετικές ερμηνείες ως προς τα διαχρονικά αποτελέσματα της αποφάσεως αυτής. Εντός των κρατών μελών όπου τα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα έχουν μακρά παράδοση, αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη γένεση ορισμένου αριθμού προδικαστικών ερωτημάτων σχετικά με το ακριβές περιεχόμενο του διατακτικού αυτού. Απαντώντας στα ερωτήματα αυτά, το Δικαστήριο εξέδωσε στις 6 Οκτωβρίου 1993 * μόλις πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση * την απόφαση Ten Oever (39), με την οποία επέφερε την ακόλουθη διευκρίνιση (40):
Βάσει της αποφάσεως της 17ης Μαΐου 1990, C-262/88, Barber, δεν μπορεί να γίνει επίκληση του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119 της Συνθήκης, προκειμένου να ζητηθεί η εφαρμογή της ίσης μεταχειρίσεως στον τομέα επαγγελματικών συντάξεων παρά μόνον ως προς τις παροχές που οφείλονται βάσει περιόδων απασχολήσεως που έχουν διανυθεί μετά τις 17 Μαΐου 1990, με την επιφύλαξη της εξαιρέσεως που προβλέπεται υπέρ των εργαζομένων ή των ελκόντων δικαιώματα από αυτούς οι οποίοι, πριν από την ημερομηνία αυτή, είχαν ασκήσει ένδικη προσφυγή ή είχαν υποβάλει ισοδύναμη κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο ένσταση. (41)
23. Επομένως, το πρωτόκολλο Barber έχει ως σκοπό και ως αντικείμενο να διευκρινίσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της αποφάσεως Barber και όχι να την τροποποιήσει. Δοθέντος του δηλωτικού χαρακτήρα του πρωτοκόλλου, το Δικαστήριο οφείλει να το εφαρμόζει στις έννομες καταστάσεις που γεννήθηκαν προ της θέσεως σε ισχύ της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση (42).
Μολονότι, επομένως, το περιεχόμενο του πρωτοκόλλου πρέπει καταρχήν (όπως ο διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων της αποφάσεως Barber) να περιορίζεται στην προβληματική που αποτελούσε το κέντρο της αποφάσεως Barber, ήτοι στο κατά πόσον συμβιβάζεται με το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ ο καθορισμός διαφορετικών ηλικιών συνταξιοδοτήσεως αναλόγως του φύλου, εντούτοις φρονώ ότι πρέπει παρ' όλ' αυτά να μπορεί να νοείται λίγο ευρύτερα.
24. Στηρίζω την τελευταία αυτή άποψη επί της αποφάσεως Ten Oever. Στην υπόθεση αυτή επρόκειτο επίσης περί προδικαστικών ερωτημάτων τα οποία υπέβαλε στο Δικαστήριο το Kantongerecht της Ουτρέχτης σχετικά, εκείνη τη φορά, με τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ επί συντάξεως επιζώντος προβλεπομένης υπέρ χήρων εργαζομένων από επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το Δικαστήριο ήθελε επίσης να του διευκρινιστούν τα διαχρονικά αποτελέσματα του άρθρου αυτού ως προς την επίμαχη σύνταξη επιζώντος. Το Δικαστήριο έδωσε καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα (βλ. τη σκέψη 11) και η απάντηση την οποία έδωσε στο δεύτερο ερώτημα είχε την έννοια στην οποία αναφέρθηκα ανωτέρω (στο σημείο 22). Αντιθέτως προς αυτό που είχα προτείνει με τις προτάσεις μου (43) λόγω της εξαιρέσεως που προεβλέπετο ρητώς από την οδηγία 86/378 ως προς τις συντάξεις επιζώντος (44), το Δικαστήριο όρισε τελικώς, ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 119 επί των εν λόγω συντάξεων επιζώντος, διαχρονικό περιορισμό με σημείο ενάρξεως την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως Barber (45) και όχι, όπως είχα προτείνει, από της ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως Ten Oever.
Η μόνη εξήγηση που μπορώ να δώσω ως προς την επιλογή της προθεσμίας αυτής (46) είναι ότι το Δικαστήριο είναι διατεθειμένο να θεωρήσει ότι ο διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων της αποφάσεως Barber έχει επίσης εφαρμογή επί των άλλων περιπτώσεων περί των οποίων η οδηγία 86/378 προέβλεψε εξαιρέσεις ως προς τη θέση σε εφαρμογή της αρχής της ισότητας αμοιβών, διότι στις περιπτώσεις αυτές ομοίως, όπως το εξέφρασε το Δικαστήριο στην απόφαση Barber,
τα κράτη μέλη και οι ενδιαφερόμενοι κύκλοι έκριναν ότι το άρθρο 119 δεν έχει εφαρμογή (...) και ότι στον τομέα αυτόν εξακολουθούν να ισχύουν εξαιρέσεις από την αρχή της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων (47).
25. Εκ των ανωτέρω προκύπτει, κατ' εμέ, ότι ο διαχρονικός περιορισμός που όρισε το Δικαστήριο στην απόφαση Barber, που είναι επίσης αυτός που εμφαίνεται στο πρωτόκολλο Barber, πρέπει να νοηθεί υπό την έννοια ότι ισχύει τόσον όσον αφορά την προβληματική των διαφορών της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως που στηρίζονται στο φύλο όσον και επί των περιπτώσεων στις οποίες οι ενδιαφερόμενοι κύκλοι ευλόγως υπέθεσαν μέχρι της ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως Barber, λαμβανομένων υπόψη των προβλεπομένων στην οδηγία 86/378 εξαιρέσεων, ότι εξακολουθούσαν να επιτρέπονται παρεκκλίσεις από την αρχή της ισότητας αμοιβών (48). Αντιθέτως, μια τέτοια άποψη ουδόλως θίγει την εγκυρότητα του κοινοτικού κεκτημένου που περιέχει η απόφαση Bilka (49) και, επομένως, ουδόλως τροποποιεί τη μη δυνατότητα εφαρμογής του διαχρονικού περιορισμού των αποτελεσμάτων της αποφάσεως Barber, μη δυνατότητα εφαρμογής η οποία δεν μπορεί να ζητηθεί ως προς τις υπό κρίση σήμερα υποθέσεις, δεδομένου ότι, όπως προείπα (στο σημείο 17), η οδηγία 86/378 δεν προβλέπει καμία παρέκκλιση όσον αφορά τον αποκλεισμό των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο και των εγγάμων γυναικών από ορισμένα συνταξιοδοτικά συστήματα.
Δεσμεύεται από το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ ο ασκών τη διαχείριση επαγγελματικού συνταξιοδοτικού συστήματος οργανισμός;
26. Ως απάντηση στο τρίτο ερώτημα που υπέβαλε στην υπόθεση Fisscher, το Kantongerecht της Ουτρέχτης επιθυμεί να του δοθούν διευκρινίσεις ως προς το κατά πόσον το ταμείο συντάξεων, ως οργανισμός που εφαρμόζει και διαχειρίζεται το επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα, υποχρεούται να εφαρμόζει την αρχή της ισότητας αμοιβών που περιέχεται στο άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ και κατά πόσον ο εργαζόμενος ο οποίος θίγεται από τη μη τήρηση του κανόνα αυτού μπορεί να εναγάγει ευθέως το ταμείο συντάξεων σαν να επρόκειτο για τον εργοδότη.
Η G. F. Fisscher, η Βρετανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή φρονούν ότι πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό, διότι το άρθρο 119 θα έχανε κατά μεγάλο μέρος το νόημά του εάν η επίκλησή του δεν μπορούσε να γίνει παρά κατά του εργοδότη. Επί του σημείου αυτού, η Voorhuis και το ταμείο συντάξεων επαφίενται στην κρίση του Δικαστηρίου, αλλά θεωρούν πάντως, χωρίς να αναλύουν περισσότερο την άποψή τους, ότι μια καταφατική απάντηση δύσκολα θα συμβιβαζόταν με το κείμενο του άρθρου 119 και θα συνεπαγόταν μία σε βάθος τροποποίηση του ολλανδικού δικονομικού δικαίου.
27. 'Ενα σχεδόν πανομοιότυπο ερώτημα υποβλήθηκε στο Δικαστήριο στην υπόθεση Coloroll (όπου πρόκειται για τη δυνατότητα επικλήσεως του άρθρου 119 κατά των trustees ενός επαγγελματικού συνταξιοδοτικού συστήματος) (50). Με τις προτάσεις που ανέπτυξα στις 28 Απριλίου 1993 στην υπόθεση αυτή, πρότεινα στο Δικαστήριο να δώσει καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό. Δεδομένου ότι κανένας από τους διαδίκους που κατέθεσαν παρατηρήσεις στην υπόθεση αυτή δεν αντέταξε στην άποψη που υποστηρίζω στις προτάσεις μου επιχειρήματα στα οποία να μην έχω ήδη απαντήσει, μπορώ να παραπέμψω το Δικαστήριο στις προτάσεις αυτές όπου θα βρει τους λόγους που στηρίζουν μια τέτοια καταφατική απάντηση (51).
Συνεπάγεται ή όχι η ύπαρξη δικαιώματος αναδρομικής υπαγωγής σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα την υποχρέωση καταβολής εισφορών αναδρομικώς;
28. Εάν επρόκειτο να συναχθεί ότι η G. F. Fisscher είχε το δικαίωμα να υπαχθεί στο επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα από ημερομηνίας προγενέστερης της 1ης Ιανουαρίου 1991, αυτό θα σήμαινε επίσης ότι δεν είναι υποχρεωμένη να καταβάλει τις εισφορές τις οποίες θα έπρεπε να καταβάλει εάν είχε υπαχθεί νωρίτερα στο σύστημα αυτό; 'Εχει σημασία ως προς το σημείο αυτό το γεγονός ότι δεν ενήργησε νωρίτερα προκειμένου να επιτύχει την αναγνώριση των δικαιωμάτων που προβάλλει; Αυτό είναι το αντικείμενο του τετάρτου και του πέμπτου ερωτήματος που υπέβαλε το Kantongerecht στο πλαίσιο της υποθέσεως Fisscher.
29. Θα εξετάσω καταρχήν το τέταρτο ερώτημα. Μεταξύ των ενδιαφερομένων διαδίκων οι οποίοι κατέθεσαν παρατηρήσεις, η G. F. Fisscher είναι η μόνη που διατείνεται ότι δεν πρέπει να καταβάλει. Κατ' αυτήν, το θεμελιώδες δικαίωμα της ισότητας αμοιβών συνεπάγεται ότι οι γυναίκες που τελούν στην κατάστασή της πρέπει να μπορούν να υπάγονται σε συνταξιοδοτικό σύστημα αναδρομικώς χωρίς να αντιμετωπίζουν εμπόδια, όπως η αναδρομική καταβολή εισφορών. Η μη καταβολή των εισφορών αποτελεί αναγκαίο μέτρο, προκειμένου να ισοσταθμιστεί η καθυστέρηση υπαγωγής η οποία επιβάλλει μειονεκτική θέση στις γυναίκες σε θέματα συντάξεων.
Αντιθέτως, κατά τη Voorhuis, το ταμείο συντάξεων και την Επιτροπή, το να επιβληθεί στους εργοδότες ή στα ταμεία συντάξεων να καταβάλουν τις εισφορές των γυναικών εργαζομένων, ενώ οι άνδρες εργαζόμενοι έπρεπε να καταβάλουν οι ίδιοι τις εισφορές τους, είναι ασυμβίβαστο προς το άρθρο 119, διότι μια τέτοια κατάσταση θα συνεπαγόταν νέες δυσμενείς διακρίσεις. Η Βρετανική Κυβέρνηση φρονεί επίσης ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν απαιτεί να προστατεύονται τα δικαιώματα που γεννά κατά τρόπο δυνάμενο να συνεπάγεται αδικαιολόγητο πλουτισμό. Κατά το μέτρο που το άρθρο 119 απονέμει στη G. F. Fisscher δικαιώματα άνευ διαχρονικού περιορισμού, η Βρετανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι, όσον αφορά τις περιόδους εργασίας για τις οποίες δεν έχει καταβάλει εισφορές, η G. F. Fisscher δικαιούται i) πλήρους συντάξεως υπό την προϋπόθεση καταβολής ποσού ίσου προς το σύνολο της κεφαλαιοποιημένης αξίας των εισφορών που δεν κατέβαλε στο παρελθόν ή ii) συντάξεως μειωμένης κατά το ποσό των εισφορών που δεν έχει καταβάλει. Κάθε άλλη λύση θα είχε ως αποτέλεσμα τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του εργαζομένου.
30. Υποστηρίζω και εγώ τη δεύτερη αυτή άποψη. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει το εθνικό δικαστήριο να εφαρμόζει το εθνικό δίκαιο και να μεριμνά ώστε η προστασία των δικαιωμάτων τα οποία εγγυάται η κοινοτική έννομη τάξη να μη συνεπάγεται τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του ενδιαφερομένου (52). Τα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα περιέχουν προφανώς στη βάση τους ένα quid pro quo , που έγκειται στην άρρηκτη σχέση μεταξύ της υποχρεώσεως (του εργαζομένου ή/και του εργοδότη) καταβολής περιοδικών εισφορών και του δικαιώματος επί της πραγματικής καταβολής παροχών όταν ο εργαζόμενος συμπληρώσει ορισμένο όριο ηλικίας (53). Εξάλλου, εάν επιτρεπόταν η αποκατάσταση των δικαιωμάτων των προσώπων που υπήρξαν θύματα δυσμενούς διακρίσεως να συνίσταται στην πλήρη αναγνώριση του δικαιώματός τους επί παροχών, χωρίς να βαρύνονται με τις εισφορές που αποτελούν τη σχετική αντιπαροχή, αυτό θα συνεπαγόταν νέα δυσμενή διάκριση ασυμβίβαστη προς την αρχή της ισότητας αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών.
Επομένως, το κοινοτικό δίκαιο ουδόλως απονέμει σε εργαζόμενο ο οποίος υπήρξε θύμα αθέμιτης δυσμενούς διακρίσεως (βλ. το σημείο 12 ανωτέρω) το δικαίωμα να τύχει παροχών για τις οποίες δεν έχει γίνει η αντίστοιχη καταβολή εισφορών. Εναπόκειται επομένως στο εθνικό δικαστήριο να προβεί σε αποκατάσταση των δικαιωμάτων του εργαζομένου αυτού κατά τρόπο πρόσφορο με γνώμονα την πάγια αρχή την οποία συνήγαγε το Δικαστήριο στο πλαίσιο της νομολογίας του σχετικά με τις δυσμενείς διακρίσεις που στηρίζονται στο φύλο, ήτοι ότι
τα μέλη της ομάδας που θίγονται από τη διάκριση αυτή, πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο και να υπόκεινται στο ίδιο καθεστώς με τους υπόλοιπους εργαζομένους, κατ' αναλογία του χρόνου εργασίας τους, καθεστώς το οποίο, ελλείψει ορθής μεταφοράς του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ στην εσωτερική νομοθεσία, παραμένει το μόνο έγκυρο σύστημα αναφοράς (54).
31. Το περιεχόμενο του πέμπτου ερωτήματος που το Kantongerecht υπέβαλε στο πλαίσιο της υποθέσεως Fisscher δεν μου φαίνεται πολύ σαφές. 'Οπως επισήμανε η G. F. Fisscher, μπορεί να σημαίνει δύο πράγματα. Μπορεί, καταρχήν, να αναφέρεται στο αντιτάξιμο των προθεσμιών ασκήσεως προσφυγών τις οποίες το εθνικό δίκαιο τάσσει έναντι των ιδιωτών που θέλουν να ασκήσουν τα δικαιώματα που απορρέουν από το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ κατά του εργοδότη τους ή/και του επαγγελματικού συνταξιοδοτικού συστήματος στο οποίο υπάγεται αυτός. Συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής ότι η απόφαση Emmott (55), την οποία επικαλείται η G. F. Fisscher, δεν έχει καμία αξία ως νομολογιακό προηγούμενο δυνάμενο να χρησιμοποιηθεί στην υπό κρίση περίπτωση. Η νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία οι τασσόμενες από το εθνικό δίκαιο προθεσμίες ασκήσεως προσφυγών δεν είναι αντιτάξιμες έναντι των διαδίκων που επικαλούνται διατάξεις του κοινοτικού δικαίου έχουσες άμεσο αποτέλεσμα, αφορά ειδικώς τις κάθετες καταστάσεις, δηλαδή τις καταστάσεις στις οποίες ένα κράτος μέλος παρέβη τις κοινοτικές υποχρεώσεις του. Δεδομένου ότι η νομολογία αυτή στηρίζεται επί της αρχής venire contra factum proprium ή nemo auditur (56), όπως ορθώς το επισήμανε η Επιτροπή, δεν μου φαίνεται καθόλου, λαμβανομένης υπόψη της σημερινής καταστάσεως της νομολογίας, πρόσφορη ως προς καταστάσεις οριζόντιες όπως εν προκειμένω. Οι καταστάσεις αυτές υπόκεινται αποκλειστικά στις κλασικές προϋποθέσεις τις οποίες καθόρισε το Δικαστήριο για τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες ελλείψει κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, ήτοι ότι οι εθνικοί αυτοί κανόνες δεν μπορούν να είναι λιγότερο ευνοϊκοί όσον αφορά ένδικες προσφυγές που θεμελιώνονται στο κοινοτικό δίκαιο από τους κανόνες που αφορούν παρόμοιες ένδικες προσφυγές εσωτερικής φύσεως και ότι δεν μπορούν να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη την άσκηση του κοινοτικού δικαίου (57).
Ο δεύτερος τρόπος προς κατανόηση του πέμπτου ερωτήματος του Kantongerecht συνίσταται στο ότι αυτό επιθυμούσε να του δοθούν διευκρινίσεις εάν, λαμβανομένης υπόψη της ημερομηνίας ασκήσεως της αγωγής της (ήτοι της 16ης Ιουλίου 1992, ενώ εργαζόταν ακόμα στην Voorhuis από 1ης Ιανουαρίου 1978), η G. F. Fisscher μπορεί να θεωρηθεί ότι απώλεσε τα δικαιώματά της. Εάν τέτοιο είναι πράγματι το περιεχόμενο του ερωτήματος αυτού, το Δικαστήριο θα έπρεπε, κατ' εμέ, να επαφεθεί στο εθνικό δίκαιο: η απώλεια του δικαιώματος ( rechtsverwerking ) αποτελεί πράγματι θεωρία αναπτυχθείσα σε ορισμένα κράτη μέλη σχετικά με διαφορές ιδιωτικού δικαίου ή διοικητικού δικαίου (58) και επί της οποίας, υπό την επιφύλαξη των προϋποθέσεων που ανέφερα ανωτέρω, το κοινοτικό δίκαιο δεν έχει καμία επίπτωση.
Συμπέρασμα
32. Προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις στα ερωτήματα που του υπέβαλε το Kantongerecht της Ουτρέχτης:
Ως προς και τις δύο υποθέσεις:
1. Η αρχή της ισότητας αμοιβών που περιέχεται στο άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ περιλαμβάνει επίσης το δικαίωμα υπαγωγής σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα όπως το επίμαχο σύστημα στις δύο υποθέσεις.
2. Ο διαχρονικός περιορισμός τον οποίον το Δικαστήριο επέβαλε στα αποτελέσματα της αποφάσεως που εξέδωσε στις 17 Μαΐου 1992 στην υπόθεση C-262/88, Barber, δεν έχει εφαρμογή στο δικαίωμα υπαγωγής σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα. Το 'πρωτόκολλο σχετικά με το άρθρο 119 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας' δεν έχει καμία επίπτωση επί του ζητήματος αυτού.
'Οσον αφορά την υπόθεση C-128/93, Fisscher:
1. Ο εργαζόμενος μπορεί να επικαλείται το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ κατά του οργανισμού ο οποίος εφαρμόζει και διαχειρίζεται το επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα.
2. Το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει το εθνικό δικαστήριο, που εφαρμόζει το εθνικό του δίκαιο, να μεριμνά ώστε η αποκατάσταση των δικαιωμάτων που απονέμονται στους εργαζομένους από το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ να μην καταλήγει σε αδικαιολόγητο πλουτισμό του οικείου εργαζομένου αντιθέτως, απαγορεύει η αποκατάσταση αυτή να συνεπάγεται νέα δυσμενή διάκριση ασυμβίβαστη προς την αρχή της ισότητας αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών.
3. Το κοινοτικό δίκαιο δεν ασκεί καμία επιρροή επί της εφαρμογής των εθνικών κανόνων που διέπουν τις προθεσμίες ασκήσεως προσφυγών ή των κανόνων περί απωλείας του δικαιώματος ( rechtsverwerking ) στο πλαίσιο ενδίκων διαφορών μεταξύ ιδιωτών, κατά το μέτρο που οι κανόνες αυτοί δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί όσον αφορά τις ένδικες διαφορές που θεμελιώνονται επί του κοινοτικού δικαίου από τους κανόνες που αφορούν παρόμοιες ένδικες διαφορές εσωτερικής φύσεως και κατά το μέτρο που οι κανόνες αυτοί δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη την άσκηση κοινοτικών δικαιωμάτων.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
(1) * Απόφαση της 17ης Μαΐου 1990, C-262/88 (Συλλογή 1990, σ. Ι-1889).
(2) * Απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, 43/75 (Συλλογή τόμος 1976, σ. 175).
(3) * Νόμος της 17ης Μαρτίου 1949 περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα, Staatsblad J 121.
(4) * Το Kantongerecht αναφέρει σχετικά με το ζήτημα αυτό ότι δεν είναι αρμόδιο να κρίνει επί αγωγής αποζημιώσεως με βάση την υποκειμενική ή αντικειμενική εξωσυμβατική ευθύνη, διότι το αντικείμενο της αγωγής υπερβαίνει τα όρια της αρμοδιότητάς του. Το μόνο που έχει σημασία στη διαδικασία επί της ουσίας είναι το αν η ενάγουσα έχει δικαίωμα να εναγάγει το ταμείο συντάξεων βάσει της συμβάσεώς της εργασίας.
(5) * Απόφαση της 13ης Μαΐου 1986, 170/84 (Συλλογή 1986, σ. 1607).
(6) * Απόφαση Bilka, σκέψη 22, επιβεβαιωθείσα με την απόφαση Barber, σκέψη 27.
(7) * Απόφαση Bilka, σκέψη 31 και σημείο 1 του διατακτικού.
(8) * Η Voorhuis και το Bedrijfspensioenfonds εξέφρασαν επίσης σχετικές αμφιβολίες, αλλά τελικώς επαφέθηκαν στην κρίση του Δικαστηρίου.
(9) * Υπόθεση C-109/91 (Συλλογή 1993, σ. Ι-4879).
(10) * Απόφαση Ten Oever, σκέψεις 10 έως 12. Βλ. επίσης τις προτάσεις που ανέπτυξα στις 28 Απριλίου 1993 στις υποθέσεις C-109/91, C-110/91, C-152/91 και C-200/91, Ten Oever κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. Ι-4926 και Ι-4927, σημείο 50).
(11) * Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 24ης Ιουνίου 1986, 150/85, Drake (Συλλογή 1986, σ. 1995, σκέψη 34 και σημείο 2 του διατακτικού) (αποκλεισμός των εγγάμων γυναικών από το ευεργέτημα παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως κατά την έννοια της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ, την οποία εδικαιούντο οι έγγαμοι άνδρες τελούντες υπό πανομοιότυπες συνθήκες) απόφαση της 13ης Μαρτίου 1991, C-377/89, Cotter και McDermott (Συλλογή 1991, σ. Ι-1155, σκέψη 22 και σημείο 1 του διατακτικού) (προσαυξήσεις παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως χορηγούμενες αυτοδικαίως στους έγγαμους άνδρες, ενώ οι έγγαμες γυναίκες έπρεπε να πληρούν πρόσθετες προϋποθέσεις), και απόφαση της 11ης Ιουλίου 1991, συνεκδ. υποθ. C-87/90, C-88/90 και C-89/90, Verholen (Συλλογή 1991, σ. Ι-3757, σκέψη 30 και σημείο 4 του διατακτικού) (αθέμιτος χαρακτήρας, κατ' εφαρμογήν της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ, της διατηρήσεως εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως η οποία απέκλειε τις έγγαμες γυναίκες από το δικαίωμα συντάξεως γήρατος). Υπό αντίθετη έννοια, το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι αντέβαινε προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως κανονιστική ρύθμιση η οποία παρείχε πλεονεκτήματα στις έγγαμες γυναίκες (εν προκειμένω, τις εξομοίωνε με πρόσωπα που απαλλάσσονταν της καταβολής εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως), ενώ δεν παρείχε τα ίδια πλεονεκτήματα στους έγγαμους άνδρες που τελούσαν υπό τις ίδιες συνθήκες: βλ. απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1990, C-373/89, Integrity (Συλλογή 1990, σ. 4243, σκέψη 15 και διατακτικό).
(12) * Απόφαση Bilka, σκέψη 36.
(13) * Υπόθεση C-110/91 (Συλλογή 1993, σ. Ι-6591).
(14) * Απόφαση της 25ης Μαΐου 1971, 80/70 (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 815, σκέψεις 7 και 8).
(15) * Απόφαση Moroni, σκέψεις 13 έως 15.
(16) * Απόφαση Moroni, σκέψη 17.
(17) * Απόφαση Moroni, σκέψη 15.
(18) * Απόφαση Moroni, σκέψη 16.
(19) * Στις σκέψεις 16 έως 18 της αποφάσεως Bilka, το Δικαστήριο επανέλαβε ρητώς τα κριτήρια της αποφάσεως Defrenne I ως σημείο εκκινήσεως για την ανάλυση του ερωτήματος κατά πόσον το επίμαχο επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης. Το Δικαστήριο εξάλλου εφάρμοσε τα ίδια κριτήρια στην υπόθεση Barber: βλ. τις σκέψεις 22 έως 28 της αποφάσεως που εξέδωσε στην υπόθεση αυτή.
(20) * Βλ. τη σκέψη 42 της αποφάσεως Barber στην οποία το Δικαστήριο αναφέρεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ, του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160), καθώς και στο άρθρο 9, εισαγωγικό εδάφιο και στοιχείο α', της οδηγίας 86/378/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης (ΕΕ 1986, L 225, σ. 40).
(21) * Απόφαση Barber, σκέψη 44.
(22) * Επί των χαρακτηριστικών και των χρηματοοικονομικών αποτελεσμάτων αυτών, βλ. την απόφαση Ten Oever, που ήδη παρέθεσα στην υποσημείωση 9, σκέψεις 17 και 18 απόφαση Moroni, παρατεθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψεις 29 και 30, και απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 1993, C-152/91, Neath (Συλλογή 1993, σ. Ι-6935, σκέψεις 14 και 15).
(23) * 'Αρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 και άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 86/378.
(24) * Υπόθεση 69/80 (Συλλογή 1981, σ. 767).
(25) * Απόφαση Worringham, σκέψη 17 του αιτιολογικού και σημείο 1 του διατακτικού.
(26) * Υπόθεση 96/80 (Συλλογή 1981, σ. 911).
(27) * Απόφαση Jenkins, σκέψη 13.
(28) * Βλ. απόφαση Bilka, σκέψεις 24 έως 31 και 36. Ως προς τις μετέπειτα εφαρμογές του κριτηρίου αυτού σε περιπτώσεις άνισης αμοιβής εργαζομένων με μειωμένο ωράριο, βλ. απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, 171/88, Rinner-Kuehn (Συλλογή 1989, σ. 2743, σκέψεις 12 έως 16) απόφαση της 27ης Ιουνίου 1990, C-33/89, Kowalska (Συλλογή 1990, σ. Ι-2591, σκέψεις 13 έως 16) απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1991, C-184/89, Nimz (Συλλογή 1991, σ. Ι-297, σκέψεις 12 έως 15), και απόφαση της 4ης Ιουνίου 1992, C-360/90, Boetel (Συλλογή 1992, σ. Ι-3589, σκέψεις 18 και 21 έως 27).
(29) * Σύγκρινε με τη σκέψη 33 της αποφάσεως Worringham, που παρατέθηκε στην υποσημείωση 24, όπου το Δικαστήριο αρνήθηκε να περιορίσει διαχρονικώς τα αποτελέσματα της αποφάσεώς του, ιδίως λόγω των στοιχείων που είναι επί του παρόντος διαθέσιμα στους ενδιαφερόμενους κύκλους ως προς την έκταση εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης, υπό το φως ιδίως των σχετικών με το θέμα αυτό αποφάσεων του Δικαστηρίου που έχουν εν τω μεταξύ εκδοθεί .
(30) * Βλ. απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1977, 52/76, Benedetti (Συλλογή τόμος 1977, σ. 63, σκέψη 25).
(31) * Βλ. άρθρο 239 της Συνθήκης ΕΚ.
(32) * Μια τέτοια προσέγγιση θα ενέπιπτε στη γραμμή της νομολογίας κατά την οποία το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, επί των πράξεων που δεν έχουν ακόμα εκδοθεί από τα κοινοτικά όργανα: βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 1978, 93/78, Mattheus (Συλλογή τόμος 1978, σ. 671, σκέψη 8), και απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, C-343/90, Lourenco Dias (Συλλογή 1992, σ. Ι-4673, σκέψη 18).
(33) * Απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1981, συνεκδ. υποθ. 212/80 έως 217/80, Salumi II (Συλλογή 1981, σ. 2735, σκέψη 9), επιβεβαιωθείσα προσφάτως με την απόφαση της 6ης Ιουλίου 1993, συνεκδ. υποθ. C-121/91 και C-122/91, CT Control (Rotterdam) και JCT Benelux (Συλλογή 1993, σ. Ι-3873, σκέψη 22).
(34) * Απόφαση Salumi ΙΙ, σκέψη 10, στην οποία, αναφορικώς προς τις προπαρατεθείσες αρχές ως έρεισμα της αρχής της μη αναδρομικότητας των κοινοτικών νομικών κανόνων, το Δικαστήριο αναφέρεται στην απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1979, 98/78, Racke (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 55), και στην απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1979, 99/78, Decker (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 81). Να συγκριθεί με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου επί θεμάτων κοινού δασμολογίου, κατά την οποία η τελική τροποποίηση κοινοτικού κανόνα δεν μπορεί να έχει επίπτωση, με αναδρομικό αποτέλεσμα, επί της ερμηνείας του κανόνα που ίσχυε προηγουμένως: απόφαση της 18ης Μαρτίου 1986, 58/85, Ethicon (Συλλογή 1986, σ. 1131, σκέψη 13), και απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 1993, C-304/92, Lloyd Textil (Συλλογή 1993, σ. Ι-7007, σκέψη 17).
(35) * Απόφαση Salumi II, σκέψη 9 (η εντός παρενθέσεων προσθήκη δική μου) απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1982, 21/81, Bout (Συλλογή 1982, σ. 381, σκέψη 13) απόφαση προσφάτως επιβεβαιωθείσα με την απόφαση της 15ης Ιουλίου 1993, C-34/92, CruSa Fleisch (Συλλογή 1993, σ. Ι-4147, σκέψη 22).
(36) * Βλ. τις προτάσεις, που ήδη παρέθεσα στην υποσημείωση 10, τις οποίες ανέπτυξα στις υποθέσεις Ten Oever, Moroni, Neath και Coloroll (Συλλογή 1993, σ. Ι-4910 και Ι-4911, σκέψη 23).
(37) * Κυρίως όσον αφορά την εξαίρεση που εισάγει το πρωτόκολλο για τους εργαζομένους και τους έλκοντες δικαιώματα οι οποίοι πριν από αυτή την ημερομηνία είχαν ασκήσει δικαστική προσφυγή ή καταθέσει αντίστοιχη ένσταση σύμφωνα με το ισχύον εθνικό δίκαιο και η οποία έχει κατά λέξη ληφθεί από τη σκέψη 5 του διατακτικού της αποφάσεως Barber.
(38) * Απόφαση Barber, σημείο 5 του διατακτικού.
(39) * Βλ. την παραπομπή στην υποσημείωση 9.
(40) * Απόφαση Ten Oever, σκέψη 19 βλ., επίσης, απόφαση Moroni, σκέψη 31, και απόφαση Neath, σκέψη 16.
(41) * Απόφαση Ten Oever, σημείο 2 του διατακτικού η απόφαση αυτή επιβεβαιώθηκε έκτοτε με την απόφαση Moroni, παρατεθείσα ήδη στην υποσημείωση 13, σημείο 3 του διατακτικού, και με την απόφαση Neath, παρατεθείσα ήδη στην υποσημείωση 21, σημείο 1 του διατακτικού.
(42) * Να γίνει σύγκριση με τον δηλωτικό χαρακτήρα των ερμηνευτικών αποφάσεων που εκδίδει το Δικαστήριο στις προδικαστικές υποθέσεις βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ: βλ. τις παραπομπές που παρέθεσα στο σημείο 13 των προτάσεων που ανέπτυξα στις 28 Απριλίου 1993 στην υπόθεση Ten Oever, παρατεθείσα ήδη στην υποσημείωση 9 (Συλλογή 1993, σ. Ι-4903).
(43) * Βλ. Συλλογή 1993, σ. Ι-4927, σημείο 51.
(44) * Το άρθρο 9, στοιχείο β', της οδηγίας 86/378 επιτρέπει στα κράτη μέλη να αναβάλουν τη θέση σε υποχρεωτική εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών όσον αφορά τις εν λόγω συντάξεις μέχρι της εκδόσεως οδηγίας επιβάλλουσας την αρχή αυτή επί των εκ του νόμου συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως ως προς το θέμα αυτό.
(45) * Η επιλογή της ημερομηνίας αυτής είχε ως αποτέλεσμα ότι, αντιθέτως προς ό,τι είχα προτείνει, ο Ten Oever, ο οποίος είχε ασκήσει την εθνική προσφυγή στις 8 Οκτωβρίου 1990, δεν μπορούσε να επικαλεστεί τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ για τον προ της εκδόσεως της αποφάσεως Barber χρόνο.
(46) * Υπό την επιφύλαξη, βεβαίως, της δυνατότητας ότι το Δικαστήριο εννόησε το δεύτερο ερώτημα του Kantongerecht απλώς και μόνον ως ερώτημα επί του ακριβούς περιεχομένου του διαχρονικού περιορισμού των αποτελεσμάτων της αποφάσεως Barber, ανεξαρτήτως της προβληματικής που αποτελούσε το επίκεντρο της διαφοράς της κύριας δίκης. Μια τέτοια εξήγηση δεν μπορεί να αποκλεισθεί εντελώς, εάν ληφθεί υπόψη η χρησιμοποιηθείσα από το Δικαστήριο διατύπωση στη σκέψη 15 της αποφάσεως Ten Oever.
(47) * Απόφαση Barber, σκέψη 43.
(48) * Βλ., ωστόσο, τις προτάσεις που ο γενικός εισαγγελέας Jacobs ανέπτυξε στις 27 Απριλίου 1994 στην υπόθεση C-7/93, Beune (Συλλογή 1994, σ. Ι-0000, σκέψη 58), όπου προσδίδεται γενικότερο περιεχόμενο στον διαχρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων της αποφάσεως Barber.
(49) * Στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση, τα Υψηλά Συμβαλλόμενα μέρη επιβεβαίωσαν επανειλημμένως τον απόλυτο σεβασμό του κοινοτικού κεκτημένου . Βλ. το άρθρο Β, πέμπτη περίπτωση, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση, κατά το οποίο η 'Ενωση θέτει ως στόχο, μεταξύ άλλων, να διατηρήσει στο ακέραιο και να αναπτύξει το κοινοτικό κεκτημένο το άρθρο Γ κατά το οποίο το θεσμικό πλαίσιο της Ενώσεως τηρεί και αναπτύσσει το κοινοτικό κεκτημένο και, ιδίως, το άρθρο Μ της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση * για την ερμηνεία και την εφαρμογή του οποίου το Δικαστήριο είναι αρμόδιο δυνάμει του άρθρου Λ της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση * επιβεβαιώνει ότι, με την επιφύλαξη των διατάξεων που τροποποιούν τις κοινοτικές συνθήκες και με την επιφύλαξη των τελικών διατάξεων της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση, καμία διάταξη της συνθήκης αυτής δεν θίγει τις Συνθήκες για την ίδρυση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ούτε και με τις μετέπειτα συνθήκες και πράξεις που τις έχουν τροποποιήσει ή συμπληρώσει.
(50) * Ερώτημα 1 (1) στην υπόθεση C-200/91, Coloroll.
(51) * Πρόκειται για τα σημεία 55 έως 57 των προτάσεων: Συλλογή 1993, σ. Ι-4929 και Ι-4930.
(52) * Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την άποψη αυτή επανειλημμένως στο πλαίσιο υποθέσεων με αντικείμενο φορολογικές διαφορές. Βλ., μεταξύ άλλων: απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1980, 68/79, Just (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 253, σκέψεις 26 και 27) απόφαση της 27ης Μαρτίου 1980, 61/79, Denkavit italiana (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 605, σκέψη 26), και απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983, 199/82, San Giorgio (Συλλογή 1983, σ. 3595, σκέψη 13). Στην απόφαση Cotter και McDermott, που παρέθεσα ήδη στην υποσημείωση 11, το Δικαστήριο είπε, σε σχέση με διαφορά μεταξύ ιδιώτη και κράτους μέλους το οποίο δεν είχε θέσει σε εφαρμογή το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 ή δεν το είχε πράξει κατά ορθό τρόπο, ότι οι εθνικές αρχές δεν μπορούν να επικαλούνται απαγόρευση του αδικαιολόγητου πλουτισμού προβλεπόμενη στην εθνική τους νομοθεσία, διότι η επίκληση της απαγορεύσεως αυτής θα τους επέτρεπε να στηριχθούν επί της δικής τους παράνομης συμπεριφοράς για να εμποδίσουν την επέλευση του πλήρους αποτελέσματος του άρθρου 4, παράγραφος 1 της οδηγίας (σκέψεις 21 και 26 της αποφάσεως). Φρονώ ότι, όπως και η απόφαση Emmott (περί της οποίας θα μιλήσω στο σημείο 31), η απόφαση αυτή αφορά μόνο κάθετες καταστάσεις.
(53) * Βλ. απόφαση Ten Oever, σκέψη 17, απόφαση Moroni, σκέψη 29, και απόφαση Neath, σκέψη 14.
(54) * Απόφαση της 27ης Ιουνίου 1990, C-33/89, Kowalska (Συλλογή 1990, σ. Ι-2591, σκέψη 20 και σημείο 2 του διατακτικού, η υπογράμμιση δική μου).
(55) * Απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, C-208/90, Emmott (Συλλογή 1991, σ. Ι-4269). Στη σκέψη 24 της αποφάσεως αυτής, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι για όσο χρόνο ένα κράτος μέλος δεν έχει μεταφέρει ορθώς στην εσωτερική του έννομη τάξη τις διατάξεις της οδηγίας 79/7, συνιστά παράβαση του κοινοτικού δικαίου η εκ μέρους των αρμοδίων αρχών αυτού του κράτους μέλους επίκληση των εθνικών δικονομικών κανόνων των σχετικών με τις προθεσμίες εντός των οποίων οι ιδιώτες μπορούν να προσφεύγουν κατά των αρχών αυτών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων για την προστασία δικαιωμάτων που παρέχονται απευθείας από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής . Το Δικαστήριο διευκρίνισε (ή μάλλον, φαίνεται, περιόρισε) το περιεχόμενο της νομολογίας αυτής με την απόφαση την οποία εξέδωσε στις 27 Οκτωβρίου 1993 στην υπόθεση C-338/91, Steenhorst-Neerings (Συλλογή 1993, σ. Ι-5475). Βλ., σχετικώς, E. H. Pijnacker Hordijk, Emmott, en hoe verder? Nederlands Juristenblad, 1994, σ. 499.
(56) * 'Οσον αφορά τους λόγους για τους οποίους κράτος μέλος δεν μπορεί να αντιτάξει σε ιδιώτες τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχει από τη Συνθήκη (εν προκειμένω τη μεταφορά οδηγίας), βλ. απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 152/84, Marshall I (Συλλογή 1986, σ. 723, σκέψη 47).
(57) * Βλ., όσον αφορά τις προϋποθέσεις αυτές, απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1976, 33/76, Rewe (Συλλογή τόμος 1976, σ. 747, σκέψεις 5 και 6), και απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1976, 45/76, Comet (Συλλογή τόμος 1976, σ. 765, σκέψεις 13 και 16), καθώς και τις παρατεθείσες στην υποσημείωση 52 αποφάσεις, Just, σκέψη 25 Denkavit italiana, σκέψη 25 San Giorgio, σκέψη 12 την παρατεθείσα στην υποσημείωση 55 απόφαση Emmott, σκέψη 16 για πλέον πρόσφατη επιβεβαίωση, βλ. απόφαση της 1ης Απριλίου 1993, συνεκδ. υποθ. C-31/91 και C-44/91, Lageder κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. Ι-1761, σκέψη 28).
(58) * Βλ., επί παραδείγματι, όσον αφορά το ολλανδικό δίκαιο το οποίο εφαρμόζεται στην κύρια δίκη, H. C. F. Schoordijk, Rechtsverwerking, Deventer, Kluwer, 1991, και W. L. Valk, Rechtsverwerking in drievoud, Deventer, Kluwer, 1993.
Full & Egal Universal Law Academy