Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Τα υποβληθέντα από το tribunal du travail de Bruxelles ερωτήματα άπτονται της ερμηνείας του άρθρου 41, παράγραφος 1, της συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και του Βασιλείου του Μαρόκου, που υπογράφηκε στις 27 Απριλίου 1976 στο Ραμπάτ και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2211/78 του Συμβουλίου, της 26ης Σεπτεμβρίου 1978 (στο εξής: συμφωνία) (1).
Ειδικότερα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 41, παράγραφος 1, της συμφωνίας εφαρμόζεται απευθείας και αν εμπίπτουν στο ratione materiae πεδίο εφαρμογής της οι παροχές υπέρ των ατόμων με ειδικές ανάγκες.
2. Καταρχάς, θεωρώ σκόπιμο να υπενθυμίσω τα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της οδηγίας, καθώς και τις συναφείς εθνικές διατάξεις.
Στόχος της συμφωνίας είναι η προαγωγή της συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων μερών σε όλους τους τομείς με σκοπό την ενίσχυση των σχέσεών τους και τη συμβολή στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του Μαρόκου (άρθρο 1). Η συνεργασία αυτή καθιερώνεται και αφορά τρεις τομείς: τον οικονομικό, χρηματοδοτικό και τεχνικό (τίτλος Ι), τον τομέα των εμπορικών συναλλαγών (τίτλος ΙΙ) και τον τομέα του εργατικού δυναμικού (τίτλος ΙΙΙ).
Στην παρούσα αλληλουχία ιδιαίτερη σημασία έχουν οι διατάξεις του τίτλου ΙΙΙ, ήτοι εκείνες που αφορούν τον τομέα του εργατικού δυναμικού. Υπενθυμίζω καταρχάς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 40, τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν υπέρ των εργαζομένων μαροκινής ιθαγενείας που απασχολούνται στο έδαφός τους καθεστώς που χαρακτηρίζεται, όσον αφορά τους όρους εργασίας και αμοιβής, από την απουσία κάθε διακρίσεως βασιζομένης στην ιθαγένεια σε σχέση με τους ιδίους υπηκόους των κρατών μελών. Στη συνέχεια, το άρθρο 41, παράγραφος 1, διάταξη της οποίας ζητείται η ερμηνεία, προβλέπει ότι, με την επιφύλαξη των διατάξεων των επομένων παραγράφων, οι εργαζόμενοι μαροκινής ιθαγενείας και τα μέλη των οικογενειών τους που διαμένουν με αυτούς απολαύουν, στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, καθεστώτος που χαρακτηρίζεται από την απουσία κάθε διακρίσεως βασιζομένης στην ιθαγένεια σε σχέση με τους υπηκόους των κρατών μελών στα οποία εργάζονται. Οι ακόλουθες παράγραφοι προβλέπουν: την αναγνώριση υπέρ των Μαροκινών εργαζομένων του πλεονεκτήματος του συνυπολογισμού των περιόδων ασφαλίσεως ή διαμονής που έχουν συμπληρωθεί στα διάφορα κράτη μέλη, όσον αφορά ορισμένες παροχές (παράγραφος 2), την αναγνώριση του πλεονεκτήματος των οικογενειακών παροχών για τα μέλη της οικογενείας που διαμένουν εντός της Κοινότητας (παράγραφος 3) και την ελεύθερη μεταφορά στο Μαρόκο των συντάξεων ή προσόδων γήρατος (παράγραφος 4). Το προβλεπόμενο στις παραγράφους 1, 3 και 4 του άρθρου 41 καθεστώς ισχύει υπό τον όρο της αμοιβαιότητας έναντι των υπηκόων των κρατών μελών που εργάζονται στο Μαρόκο (παράγραφος 5). Τέλος, υπενθυμίζω ότι με το άρθρο 42, παράγραφος 1, ανατίθεται στο Συμβούλιο Συνεργασίας το έργο της θεσπίσεως των διατάξεων εφαρμογής των εξαγγελλομένων στο άρθρο 41 αρχών.
'Οσον αφορά τις συναφείς εθνικές διατάξεις, υπενθυμίζω ότι, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κυρίας δίκης, εφαρμοστέο δίκαιο ήταν το άρθρο 4 του νόμου της 27ης Φεβρουαρίου 1987 (2), σύμφωνα με το οποίο το ευεργέτημα των παροχών σε άτομα με ειδικές ανάγκες προεβλέπετο αποκλειστικώς για τους Βέλγους, τους πολιτικούς πρόσφυγες και τους απάτριδες. Η ανωτέρω διάταξη τροποποιήθηκε με νόμο της 20ής Ιουλίου 1991 (3), με τον οποίο το πλεονέκτημα των προαναφερθεισών παροχών επεκτάθηκε κατ' ουσίαν σε όλους εκείνους που εμπίπτουν στο ratione personae πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, της 14ης Ιουνίου 1971, περί της εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (4).
3. 'Ερχομαι τώρα στα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης. Ο Yousfi, Μαροκινός υπήκοος γεννηθείς και κατοικών στο Βέλγιο, υπήρξε θύμα εργατικού ατυχήματος (5) που συνέβη τον Ιούλιο του 1984 και ζει στις Βρυξέλλες συντηρούμενος από τον πατέρα του, μισθωτό εργαζόμενο μαροκινής ιθαγενείας.
Επειδή οι αρμόδιες βελγικές αρχές, επικαλούμενες την μαροκινή ιθαγένειά του, αρνήθηκαν να του χορηγήσουν το πλεονέκτημα των παροχών για άτομα με ειδικές ανάγκες, κατά την έννοια του προαναφερθέντος νόμου της 27ης Φεβρουαρίου 1987, ο Yousfi προσέφυγε στο tribunal du travail de Bruxelles, αξιώνοντας, βάσει του άρθρου 41, παράγραφος 1, της συμφωνίας, την καταβολή των εν λόγω παροχών. Προς στήριξη της απόψεώς του, ο προσφεύγων επικαλέσθηκε, ειδικότερα, την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kziber (6), με την οποία, αποφαινόμενο επί της ερμηνείας της εν λόγω διατάξεως, το Δικαστήριο έκρινε ότι έχει απευθείας εφαρμογή και ότι, επιπλέον, η έννοια της κοινωνικής ασφαλίσεως στην οποία αναφέρεται αντιστοιχεί στην ταυτόσημη έννοια που απαντά στον κανονισμό 1408/71.
Θεωρώντας βάσιμη την επίκληση της ανωτέρω αποφάσεως, το εθνικό δικαστήριο έκρινε αναγκαίο να παραπέμψει το ζήτημα ενώπιον του Δικαστηρίου προκειμένου αυτό να αποφανθεί αν οι παροχές σε άτομα με ειδικές ανάγκες, όπως προβλέπει το βελγικό σύστημα, εμπίπτουν στην έννοια της κοινωνικής ασφαλίσεως και, συνακόλουθα, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 41, παράγραφος 1, της συμφωνίας. Το εθνικό δικαστήριο ερωτά περαιτέρω αν η διάταξη αυτή έχει απευθείας εφαρμογή στην εσωτερική έννομη τάξη: και τούτο στον βαθμό που, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο εκκινεί από την υπόθεση ότι η έννοια της απευθείας εφαρμογής πρέπει να διακρίνεται από εκείνη του αμέσου αποτελέσματος.
- Επί της απευθείας εφαρμογής του άρθρου 41, παράγραφος 1, της συμφωνίας
4. Πάντως, χωρίς να επεκταθώ σε μια συζήτηση που θα μπορούσε να εκληφθεί ως άσκηση διαλεκτικής φύσεως και θα ήταν άξιο λόγου να αποτελέσει αντικείμενο εμβαθύνσεως από άλλου βήματος, θεωρώ σκόπιμο να προβώ σε ορισμένες σύντομες παρατηρήσεις ως προς την υποτιθέμενη διάκριση μεταξύ απευθείας εφαρμογής και αμέσου αποτελέσματος, διάκριση η οποία δεν είναι άγνωστη oύτε στη θεωρία (7).
Συγκεκριμένα, υποστηρίχτηκε ότι, ενώ η απευθείας εφαρμογή σημαίνει ότι δεν απαιτείται καμιά περαιτέρω πράξη μεταφοράς του κανόνα στο εσωτερικό δίκαιο, το άμεσο αποτέλεσμα σημαίνει, αντίθετα, ότι ο κανόνας είναι τέτοιας φύσεως, ώστε να δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις ευθέως για τους ιδιώτες, παρέχοντάς τους, συνακόλουθα, τη δυνατότητα να επικαλούνται ευθέως ενώπιον εθνικού δικαστηρίου τη νομική κατάσταση, απόρροια του κοινοτικού κανόνα.
Υπό το πρίσμα αυτό, η απευθείας εφαρμογή είναι μια από τις ιδιότητες των εν λόγω πράξεων ή ακριβέστερα των εν λόγω κανόνων που δεν απαιτούν κανένα μεταγενέστερο εσωτερικό μέτρο προκειμένου να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα. Αντίθετα, το άμεσο αποτέλεσμα συνιστά ίδιο γνώρισμα των διατάξεων αυτών (αδιάφορο αν πρόκειται για κανονισμούς, οδηγίες ή, όπως στην προκειμένη περίπτωση που μας απασχολεί, διεθνείς συμφωνίες, συμβαλλόμενο μέρος στις οποίες είναι η Κοινότητα) που ρυθμίζουν πλήρως σχέσεις στο επίπεδο των ιδιωτών, υπέρ των οποίων αναγνωρίζουν δικαιώματα που οι τελευταίοι μπορούν να επικαλεστούν ευθέως ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
Συναφώς, νομίζω ότι αρκεί από της θέσεώς μου να περιοριστώ στην παρατήρηση ότι η ανωτέρω διάκριση δεν απαντά στη νομολογία του Δικαστηρίου, στα πλαίσια της οποίας οι δύο εκφράσεις χρησιμοποιούνται, αντίθετα, αδιακρίτως (συχνά μάλιστα και στην ίδια απόφαση) για τον εντοπισμό των διατάξεων εκείνων που δημιουργούν υπέρ των ιδιωτών καταστάσεις δυνάμενες να τύχουν ευθέως δικαστικής προστασίας.
Οι εξαιρετικά ποικίλοι όροι (απευθείας εφαρμογή, άμεσο αποτέλεσμα, ακόμη δε και άμεση αποτελεσματικότητα) που χρησιμοποιεί το Δικαστήριο για τον προσδιορισμό της οικείας περιπτώσεως μας ωθεί, συνεπώς, να δεχθούμε ότι η διαφορά μεταξύ των δύο αυτών εννοιών είναι, τουλάχιστον όσον αφορά τη νομολογία, απλώς ορολογικής και όχι ουσιαστικής φύσεως (8).
Θεωρώ, λοιπόν, ως περισσότερο ευλογοφανές τουλάχιστον, ότι οι διάφορες εκφράσεις που προανέφερα αντιστοιχούν απλώς και μόνο σε διαφορετική διαβάθμιση: με την έκφραση απευθείας εφαρμογή τονίζεται συγκεκριμένη ιδιότητα του κανόνα, ενώ με την έκφραση άμεσο αποτέλεσμα νοείται η επίπτωση του κανόνα επί της νομικής καταστάσεως του αποδέκτη που πρέπει να επισημανθεί.
5. Τούτου δοθέντος, υπενθυμίζω ότι, επ' ευκαιρία της αποφάσεως στην υπόθεση Kziber, το Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί τυχόν διάταξη μιας συμφωνίας για να παραγάγει άμεσα έννομα αποτελέσματα, επιβεβαίωσε με εξαιρετική σαφήνεια ότι "από το άρθρο 41, παράγραφος 1, καθώς και από το αντικείμενο και τη φύση της συμφωνίας στην οποία εντάσσεται το άρθρο αυτό προκύπτει ότι η εν λόγω διάταξη μπορεί να έχει απευθείας εφαρμογή" (σκέψη 23).
Στο πλαίσιο της παρούσας δίκης αμφισβητήθηκε το κατά πόσον ο εν λόγω κανόνας μπορεί να έχει απευθείας εφαρμογή και ζητήθηκε ρητώς από το Δικαστήριο, ιδίως εκ μέρους της Γερμανικής Κυβερνήσεως, να επανεξετάσει τη νομολογία του στο θέμα αυτό. Πάντως, τα περισσότερα από τα επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν προς στήριξη της απόψεως αυτής έχουν ήδη εξετασθεί κατά τρόπο εξαντλητικό στην απόφαση Kziber, με την οποία το Δικαστήριο απάντησε ήδη στις διάφορες ενστάσεις που προβλήθηκαν προκειμένου να στοιχειοθετηθεί η ανυπαρξία αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 41, παράγραφος 1, της συμφωνίας.
6. Σε σχέση με το επιχείρημα ότι το αντικείμενο και η φύση της συμφωνίας δεν επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι οι διατάξεις της έχουν άμεσο αποτέλεσμα, αρκεί να υπομνήσω ότι το Δικαστήριο αναγνώρισε ρητώς ότι το γεγονός απλώς και μόνο ότι η συμφωνία δεν αναφέρεται "σε σύνδεση του Μαρόκου με τις Κοινότητες ή σε μελλοντική ένταξή του, δεν είναι τέτοιας φύσεως, ώστε να εμποδίζει την απευθείας εφαρμογή ορισμένων από τις διατάξεις της" (σκέψη 21). Επίσης, το Δικαστήριο έκρινε ότι είναι αβάσιμη η άποψη ότι η απαγόρευση των διακρίσεων, κατά το άρθρο 41, παράγραφος 1, της συμφωνίας, ισχύει μόνο "με την επιφύλαξη των διατάξεων των επομένων παραγράφων". Συναφώς, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, ναι μεν, όσον αφορά τον συνυπολογισμό των περιόδων, τη χορήγηση οικογενειακών παροχών και τη μεταφορά στο Μαρόκο των συντάξεων και των προσόδων γήρατος, η απαγόρευση των διακρίσεων ισχύει μόνον εντός των ορίων των προϋποθέσεων που καθορίζονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του άρθρου 41, αλλ' ότι "η επιφύλαξη αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι καθιστά λιγότερο απόλυτη την απαγόρευση των διακρίσεων, όσον αφορά οποιοδήποτε άλλο ζήτημα που ανακύπτει στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως" (σκέψη 18). 'Οσον αφορά περαιτέρω το ότι η εν λόγω απαγόρευση, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 42, παράγραφος 1, εξαρτάται από την έκδοση πράξεων εφαρμογής εκ μέρους του Συμβουλίου Συνεργασίας, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η εν λόγω διάταξη έχει ως στόχο να διευκολύνει την τήρηση της απαγορεύσεως των διακρίσεων, αλλά "δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμποδίζει την απευθείας εφαρμογή μιας διατάξεως, η εκτέλεση ή τα αποτελέσματα της οποίας δεν εξαρτώνται από την έκδοση οποιασδήποτε μεταγενέστερης πράξεως" (σκέψη 19).
7. Κατά τη διάρκεια της παρούσας δίκης υποστηρίχθηκε επίσης ότι, από την ανταλλαγή εγγράφων όσον αφορά το μαροκινό εργατικό δυναμικό που εργάζεται στην Κοινότητα (9), προκύπτει ότι τα μέρη δεν είχαν την πρόθεση να προσδώσουν άμεσο αποτέλεσμα στον εν λόγω κανόνα και ότι η επιβεβαίωση του αντιθέτου εκ μέρους του Δικαστηρίου θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς τη στάση των κρατών μελών κατά την κατάρτιση παρομοίων συμφωνιών, μεταξύ των οποίων και η νέα συμφωνία με το Μαρόκο.
Αρκεί συναφώς η παρατήρηση ότι με την εν λόγω ανταλλαγή εγγράφων προβλέπεται μόνον η αμοιβαία ανταλλαγή απόψεων, εντός του πλαισίου των προσφόρων διαβουλεύσεων, με στόχο την εξέταση "των δυνατοτήτων επιτεύξεως προόδου στην πραγματοποίηση της ισότητας μεταχειρίσεως των κοινοτικών και εξωκοινοτικών εργαζομένων, καθώς και των μελών των οικογενειών τους, σε θέματα συνθηκών διαβιώσεως και εργασίας, αφού ληφθούν υπόψη οι ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις" (10), καθώς και στα "κοινωνικοπολιτιστικά προβλήματα", τα οποία εμπίπτουν, υπό την έννοια αυτή, στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας. 'Οσον αφορά το ότι η νομολογία του Δικαστηρίου μπορεί να επιδράσει "αρνητικά" στο περιεχόμενο των συμφωνιών συνεργασίας που τελούν υπό κατάρτιση, λόγω της αναγνωρίσεως αμέσου αποτελέσματος σε ορισμένες συγκεκριμένες και άνευ αιρέσεων διατάξεις της συμφωνίας, περιορίζομαι να υπογραμμίσω ότι εν πάση περιπτώσει η ερμηνεία του Δικαστηρίου δεν μπορεί αλλ' ούτε και πρέπει να εξαρτάται από τυχόν "έγκριση" εκ μέρους των κρατών μελών.
Εν τέλει, δεν νομίζω ότι οι σκέψεις του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kziber ως προς την απευθείας εφαρμογή ή, αν προτιμάτε, ως προς το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 41, παράγραφος 1, της συμφωνίας μπορούν να αμφισβητηθούν με τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας δίκης.
- Επί του περιεχομένου του άρθρου 41, παράγραφος 1, της συμφωνίας
8. Στην ίδια υπόθεση Kziber, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι "η έννοια της κοινωνικής ασφαλίσεως του άρθρου 41, παράγραφος 1, της συμφωνίας πρέπει να θεωρηθεί ότι αντιστοιχεί στην ταυτόσημη έννοια της κοινωνικής ασφαλίσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71" (σκέψη 25) και ότι η έννοια του εργαζομένου, κατά το αυτό άρθρο, "καλύπτει συγχρόνως τους εν ενεργεία εργαζομένους και εκείνους οι οποίοι έχουν αποχωρήσει από την αγορά εργασίας μετά τη συμπλήρωση της απαιτουμένης ηλικίας για τη χορήγηση συντάξεως γήρατος ή λόγω επελεύσεως ενός των κινδύνων που δικαιολογούν τη χορήγηση παροχών δυνάμει άλλων κλάδων της κοινωνικής ασφαλίσεως" (σκέψη 27).
Σύμφωνα, λοιπόν, με όσα προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', αυτού, ο κανονισμός 1408/71 εφαρμόζεται επί όλων "των παροχών αναπηρίας, περιλαμβανομένων εκείνων που προορίζονται για τη διατήρηση ή βελτίωση της ικανότητας βιοπορισμού". Από τα ανωτέρω συνάγω ότι, επειδή ο Yousfi είναι ανίκανος προς εργασία λόγω εργατικού ατυχήματος, δεν χωρεί αμφιβολία ότι εμπίπτει στη σφαίρα εφαρμογής του άρθρου 41, παράγραφος 1, της συμφωνίας.
Δεδομένου ότι η έννοια της κοινωνικής ασφαλίσεως ερμηνεύεται πανομοιότυπα τόσο σε σχέση με τον κανονισμό 1408/71 όσο και σε σχέση με το άρθρο 41 της συμφωνίας, απομένει απλώς να ελεγχθεί αν οι παροχές σε άτομα με ειδικές ανάγκες εμπίπτουν στην έννοια της κοινωνικής ασφαλίσεως κατά τον κανονισμό 1408/71 και κατ' επέκταση στο ratione materiae πεδίο εφαρμογής του άρθρου 41, παράγραφος 1, της συμφωνίας.
9. Πρέπει να διευκρινιστεί συναφώς ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, διάταξη που απαριθμεί τους τομείς προνοίας επί των οποίων εφαρμόζεται ο κανονισμός - όπως αυτός ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών -, δεν περιελάμβανε τις παροχές σε άτομα με ειδικές ανάγκες. Υπενθυμίζω εν προκειμένω ότι ο κανονισμός απέκλειε ρητώς από τη σφαίρα εφαρμογής του τον τομέα της κοινωνικής και ιατρικής προνοίας (άρθρο 4, παράγραφος 4).
Σήμερα η κατάσταση διαφέρει. Μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού (ΕΟΚ) 1247/92 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992 (11), ο οποίος τροποποίησε τον κανονισμό 1408/71, και οι παροχές χωρίς συνεισφορά προβλέπονται ρητώς και εμπίπτουν στον τομέα της κοινωνικής προνοίας εφόσον συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις. Πράγματι, ο κανονισμός 1247/92 προσέθεσε στο άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 την παράγραφο 2α, σύμφωνα με την οποία το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του επεκτείνεται "στις ειδικές παροχές χωρίς συνεισφορά οι οποίες εμπίπτουν σε νομοθεσία ή καθεστώς εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή που εξαιρούνται δυνάμει της παραγράφου 4, όταν οι παροχές αυτές προορίζονται: α) είτε για να καλύψουν συμπληρωματικά, αναπληρωματικά ή επικουρικά την επέλευση οποιουδήποτε κινδύνου που εμπίπτει στους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως που αναφέρονται υπό στοιχεία α' έως η' της παραγράφου 1 β) είτε μόνο για να εξασφαλίσουν την ειδική προστασία των μειονεκτούντων ατόμων".
Εκτιμώντας ότι η ανωτέρω τροποποίηση επήλθε μετά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, οι κυβερνήσεις που υπέβαλαν παρατηρήσεις στην παρούσα δίκη υποστήριξαν, αφενός, ότι η ανωτέρω διάταξη δεν τυγχάνει συνακόλουθα εφαρμογής στην περίπτωση του Yousfi και, αφετέρου, ότι η εντελώς πρόσφατη ενσωμάτωση της διατάξεως αυτής στον κανονισμό 1408/71 θα αρκούσε αφ' εαυτής να καταδείξει ότι οι εν λόγω παροχές αποκλείονταν προηγουμένως από το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του.
10. Δεν μπορώ να ταχθώ με την επιχειρηματολογία αυτή. Συναφώς, αρκεί να υπενθυμίσω ότι ο ίδιος ο κανονισμός 1247/92 διευκρινίζει ότι η ενσωμάτωση της παραγράφου 2α κατέστη αναγκαία προκειμένου "να ληφθεί υπόψη η νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία ορισμένες παροχές που προβλέπονται από τις εθνικές νομοθεσίες ενδέχεται να εμπίπτουν συγχρόνως τόσο στην κοινωνική ασφάλιση όσο και στην κοινωνική πρόνοια, λόγω της κατηγορίας των ατόμων στα οποία αυτές αναφέρονται, των στόχων και του τρόπου εφαρμογής τους" (τρίτη αιτιολογική σκέψη).
Γεγονός είναι ότι η νομολογία του Δικαστηρίου είναι παγία ως προς το ότι "οι παροχές υπέρ των σωματικώς μειονεκτούντων ατόμων εμπίπτουν στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', αυτού, το οποίο προβλέπει ρητώς τις 'παροχές αναπηρίας' " (12). Το Δικαστήριο κατέληξε στη δικανική αυτή πεποίθηση, ορμώμενο από το ότι κατά τεκμήριο νομοθετική ρύθμιση περί των σωματικώς μειονεκτούντων ατόμων "επιτελεί στην πραγματικότητα διπλή λειτουργία, σκοπεί δηλαδή, αφενός, να εξασφαλίσει ένα ελάχιστο εισόδημα σε άτομα που δεν καλύπτονται από το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, αφετέρου, να παράσχει συμπληρωματικό εισόδημα στους δικαιούχους ανεπαρκών κοινωνικών παροχών που πάσχουν από μόνιμη ανικανότητα προς εργασία" (13), οπότε και "στην περίπτωση μισθωτού ή μη μισθωτού εργαζομένου, ο οποίος καλύπτεται ήδη, λόγω προηγουμένης επαγγελματικής δραστηριότητας, από το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους της νομοθεσίας του οποίου γίνεται επίκληση, η υπό συζήτηση νομοθετική ρύθμιση πρέπει να θεωρείται ότι υπάγεται στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, κατά την έννοια του άρθρου 51 της Συνθήκης και των κανονιστικών ρυθμίσεων που θεσπίστηκαν σε εκτέλεσή του, μολονότι η ίδια αυτή νομοθετική ρύθμιση θα μπορούσε να μη τύχει του χαρακτηρισμού αυτού σε σχέση με άλλες κατηγορίες δικαιούχων" (14).
11. Εν τέλει, δεν νομίζω ότι μπορεί κανείς να διατηρεί αμφιβολίες, ενόψει της προαναφερθείσας νομολογίας, ως προς το ότι εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως αυτή της κυρίας δίκης, ακόμη και αν, λαμβάνοντας υπόψη ορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματά της (ότι πρόκειται για παροχή χωρίς συνεισφορά), έχει τον χαρακτήρα περιθάλψεως, εμπίπτει στον τομέα της κοινωνικής προνοίας, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 1408/71, στον βαθμό που ο αιτών είναι "εργαζόμενος" κατά την έννοια του κανονισμού αυτού.
Δεδομένου ότι η έννοια της κοινωνικής ασφαλίσεως του άρθρου 41, παράγραφος 1, της συμφωνίας έχει ταυτόσημη έννοια με εκείνη του κανονισμού 1408/71, τούτο ισχύει και για τους αιτούντες μαροκινής ιθαγενείας που έχουν την ιδιότητα του "εργαζομένου" κατά την έννοια και για τους σκοπούς των συναφών διατάξεων της συμφωνίας.
12. Ενόψει των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα προδικαστικά ερωτήματα του tribunal du travail de Bruxelles:
"Το άρθρο 41, παράγραφος 1, της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και του Βασιλείου του Μαρόκου, που υπογράφηκε στο Ραμπάτ στις 27 Απριλίου 1976 και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2211/78, της 26ης Σεπτεμβρίου 1978, έχει την έννοια ότι απαγορεύει σε κράτος μέλος να αρνηθεί τη χορήγηση των προβλεπομένων από τη νομοθεσία του παροχών για άτομα με ειδικές ανάγκες σε εργαζόμενο ο οποίος κατοικεί στο έδαφός του με την αιτιολογία ότι ο ενδιαφερόμενος έχει τη μαροκινή ιθαγένεια".
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 11/010, σ. 130.
(2) - Moniteur belge της 1ης Απριλίου 1987, σ. 4832.
(3) - Moniteur belge της 1ης Αυγούστου 1991, σ. 16951.
(4) - Βλ. την κωδικοποιημένη απόδοσή του με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ 1983, L 230, σ. 6).
(5) - Θεωρώ χρήσιμο να υπενθυμίσω ότι με οριστική απόφασή του το Cour du travail de Liege αναγνώρισε ότι το ανωτέρω ατύχημα συνέβη στον εργασιακό χώρο, ενώ απομένει να προσδιοριστεί ο βαθμός αναπηρίας και το ύψος της προβλεπομένης προς τούτο αποζημιώσεως.
(6) - Απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 1991 στην υπόθεση C-18/90 (Συλλογή 1991, σ. Ι-199).
(7) - Βλ., επί παραδείγματι, Winter, Direct applicability and direct effect: two distinct and different concepts in community law στο CMLR 1972, σ. 425 επ. Luzzatto, La diretta applicabilita nel diritto comunitario , Μιλάνο 1980, ειδικότερα σ. 32 επ. Joliet, Le droit institutionnel des Communautes europeennes , Λιέγη 1983, σ. 142 επ.
(8) - Για παράδειγμα, στην προαναφερθείσα απόφαση Kziber, ήτοι σε σχέση με το άρθρο 41, παράγραφος 1, της συμφωνίας, το Δικαστήριο χρησιμοποιεί αυθόρμητα και χωρίς διάκριση είτε το άμεσο αποτέλεσμα είτε την απευθείας εφαρμογή .
(9) - Η προαναφερθείσα ανταλλαγή εγγράφων προσαρτάται στη συμφωνία (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/010 σ. 242).
(10) - Η υπογράμμιση δική μας.
(11) - ΕΕ 1992, L 136, σ. 1.
(12) - Βλ. την εντελώς πρόσφατη απόφαση της 27ης Μαΐου 1993 στην υπόθεση C-310/91, Schmid (Συλλογή 1993, σ. Ι-3011, σκέψη 10). Η το πρώτον αποδοχή τούτου ανάγεται στην απόφαση της 28ης Μαΐου 1974 στην υπόθεση 187/73, Callemeyn (Racc. 1974, σ. 553, σκέψη 15).
(13) - Απόφαση της 28ης Μαΐου 1974 στην προαναφερθείσα υπόθεση Callemeyn, σκέψεις 7 και 8.
(14) - Απόφαση της 20ής Ιουνίου 1991 στην υπόθεση C-356/89, Newton (Συλλογή 1991, σ. Ι-3017, σκέψη 15). Προς την ίδια κατεύθυνση βλ. απόφαση της 28ης Μαΐου 1974 στην προαναφερθείσα υπόθεση Callemeyn, σκέψη 11.
Full & Egal Universal Law Academy