Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1. Με την παρούσα προσφυγή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί να ακυρωθεί, ως εκδοθείς χωρίς την προηγούμενη γνώμη του Κοινοβουλίου που επιβάλλει η Συνθήκη, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3917/92 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1992, για την παράταση, κατά το 1993, της εφαρμογής των κανονισμών (ΕΟΚ) 3831/90, (ΕΟΚ) 3832/90, (ΕΟΚ) 3833/90, (ΕΟΚ) 3834/90, (ΕΟΚ) 3835/90 και (ΕΟΚ) 3900/91, για την εφαρμογή των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων, κατά το έτος 1991, σε ορισμένα προϊόντα, καταγωγής των αναπτυσσόμενων χωρών, και για τη συμπλήρωση του καταλόγου των δικαιούχων των προτιμήσεων αυτών (1).
Δικαιολογούμενο, το Συμβούλιο υποστήριξε ότι το δημόσιο συμφέρον επέβαλλε ανυπερθέτως την έκδοση της εν λόγω πράξεως όχι πέραν μιας ορισμένης ημερομηνίας παρά τις καταβληθείσες προσπάθειες, δεν κατέστη δυνατό να ληφθεί εμπροθέσμως η επιβαλλόμενη γνώμη του Κοινοβουλίου. Ως εκ τούτου, το υπό κρίση ζήτημα είναι αν το Συμβούλιο μπορεί, ενόψει εξαιρετικών περιστάσεων, να εκδώσει κανονιστική πράξη ελλείψει της γνώμης του Κοινοβουλίου, στην περίπτωση κατά την οποία η συναφής διαβούλευση είναι υποχρεωτική βάσει της Συνθήκης, ή αν η κατ' αυτόν τον τρόπο εκδοθείσα πράξη είναι παράνομη.
Επομένως, η συζήτηση αφορά τη θεσμική ισορροπία που θέλησε η Συνθήκη, που επιβάλλει τον σεβασμό εκ μέρους ενός κοινοτικού οργάνου, κατά την άσκηση των δικών του αρμοδιοτήτων, των ορίων των αρμοδιοτήτων που παρέχονται στα άλλα κοινοτικά όργανα.
2. Για την καλύτερη κατανόηση των επιχειρημάτων που ανέπτυξαν τα μέρη, είναι σκόπιμο να υπομνησθεί συνοπτικά πώς και πότε εκδόθηκε ο εν λόγω κανονισμός.
Ως γνωστόν, οι γενικευμένες δασμολογικές προτιμήσεις αποσκοπούν στο να επιτρέψουν σε σειρά βιομηχανικών και γεωργικών προϊόντων καταγωγής των αναπτυσσομένων χωρών, γενικά εντός προκαθορισμένων ποσοτικών ορίων, την πρόσβαση στις αγορές της Κοινότητας απαλλασσόμενα πλήρως ή μερικώς από την καταβολή δασμών. Το σύστημα αυτό καθιερώθηκε το 1971, σύμφωνα με την προσφορά που υπέβαλε η Κοινότητα στο πλαίσιο της διασκέψεως των Ηνωμένων Εθνών για το εμπόριο και την ανάπτυξη (ΔΗΕΕΑ). Η διάρκεια της προσφοράς, προβλεφθείσα αρχικά για δέκα έτη, παρατάθηκε εν συνεχεία έως το τέλος του 1990. Τότε, μολονότι κατέστη αναγκαία η ολική αναθεώρηση του συστήματος, ωστόσο, κρίθηκε ότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει πριν από την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης που αφορούσαν την απελευθέρωση του παγκοσμίου εμπορίου. Στο μεταξύ και ενόψει της καθυστερήσεως που είχε παρατηρηθεί συναφώς, το Συμβούλιο προέβαινε προσωρινώς σε ετήσια παράταση της ισχύουσας κανονιστικής ρυθμίσεως, στην οποία είχαν γίνει περιορισμένες προσαρμογές, ανάλογα με την εξέλιξη της διεθνούς και της κοινοτικής οικονομικής καταστάσεως.
3. Υπό τις συνθήκες αυτές, επομένως, η Επιτροπή πρότεινε στο Συμβούλιο να παρατείνει για μια ακόμη φορά μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1991 το ισχύον σύστημα. Ωστόσο, η πρόταση αυτή περιελάμβανε μερικές νέες χώρες στον κατάλογο των δικαιούχων προκειμένου, αφενός, να ληφθεί υπόψη η κατάρρευση της πρώην ΕΣΣΔ και, αφετέρου, να προσαρμοστεί ο κοινοτικός κατάλογος των λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών στον αντίστοιχο των Ηνωμένων Εθνών. Επιπλέον, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η δημιουργία της ενιαίας αγοράς, η Επιτροπή πρότεινε να αντικατασταθούν οι δασμολογικές ποσοστώσεις που κατανέμονται μεταξύ των κρατών μελών από καθορισμένα ποσά με μηδενικό δασμό για το σύνολο της Κοινότητας.
Με έγγραφο της 22ας Οκτωβρίου 1992, ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου πληροφόρησε τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου ότι το Συμβούλιο είχε αποφασίσει, την ίδια ημέρα, να ζητήσει τη γνώμη του Κοινοβουλίου επί της εν λόγω προτάσεως, ερειδομένης επί των άρθρων 43 και 113 της Συνθήκης, και ζήτησε την εφαρμογή του κατεπείγοντος που προβλέπεται στο άρθρο 75 του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου (2). Η αίτηση αυτή είχε αιτιολογηθεί από την ανάγκη εκδόσεως του κανονισμού πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993, που είχε προβλεφθεί ως ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού.
4. Κατά τη συνεδρίαση του Κοινοβουλίου της 30ής Οκτωβρίου 1992, η πρόταση διαβιβάστηκε στην Επιτροπή Αναπτύξεως, προς εξέταση κατ' ουσίαν, και σε τέσσερις άλλες επιτροπές για γνωμοδότηση.
Στις 17 Νοεμβρίου 1992, το Κοινοβούλιο αποφάσισε, εν ολομελεία, να συζητήσει την πρόταση κατά τη διαδικασία του κατεπείγοντος και να προβεί στην εξέτασή της στις 20 Νοεμβρίου 1992. Κατά τη συνεδρίαση αυτή, ωστόσο, ο πρόεδρος της Επιτροπής Αναπτύξεως, θεωρώντας ειδικότερα ότι το γεγονός ότι οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης είχαν περιληφθεί στον πίνακα των δικαιούχων των γενικευμένων προτιμήσεων μετέβαλε σημαντικά την κοινοτική έννοια των αναπτυσσομένων χωρών, ζήτησε την παραπομπή της προτάσεως στην ως άνω επιτροπή προς περαιτέρω εξέταση.
Η εξέταση της εκθέσεως της Επιτροπής Αναπτύξεως ενεγράφη στην ημερήσια διάταξη της ολομελείας της 18ης Δεκεμβρίου. Κατά τη συνεδρίαση αυτή, προτού αρχίσει η συζήτηση επί της προτάσεως, υποβλήθηκε στον Πρόεδρο, βάσει του άρθρου 106 του εσωτερικού κανονισμού (3), αίτηση διακοπής της συνεδριάσεως. Αφού η αίτηση αυτή έγινε δεκτή, η συζήτηση των υπολοίπων θεμάτων της ημερησίας διατάξεως, περιλαμβανομένου και του ψηφίσματος της Επιτροπής Αναπτύξεως, αναβλήθηκε για τις 18 Ιανουαρίου 1993.
5. Οι αναληφθείσες εν συνεχεία συνεννοήσεις μεταξύ του Γενικού Γραμματέα του Συμβουλίου και του γραφείου του Προέδρου του Κοινοβουλίου κατέληξαν στο ότι δεν ήταν δυνατή η σύγκληση έκτακτης συνόδου του Κοινοβουλίου πριν από το τέλος του 1992. Επομένως, το Συμβούλιο εξέδωσε στις 21 Δεκεμβρίου 1992 τον επίδικο κανονισμό, δικαιολογώντας την έλλειψη διαβουλεύσεως με το Κοινοβούλιο ως εξής:
"Εκτιμώντας:
ότι είναι απόλυτη ανάγκη να αποφευχθεί το νομικό κενό που ενδέχεται να έχει σοβαρές αρνητικές συνέπειες στις σχέσεις της Κοινότητας με τις αναπτυσσόμενες χώρες καθώς και στα συμφέροντα των οικονομικών παραγόντων ότι, επομένως, ο κανονισμός για την εφαρμογή του κοινοτικού καθεστώτος γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων κατά το 1993 πρέπει να εκδοθεί αρκετά έγκαιρα ώστε να μπορέσει να τεθεί σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1993
ότι, κατά τη γνώμη του Συμβουλίου, δεν υπάρχε λόγος να υποβληθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επίσημη αίτηση διεξαγωγής έκτακτης συνόδου για την έγκριση της γνώμη του, εφόσον είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο, για λόγους χρονικούς, να συγκληθεί έγκαιρα αυτή η σύνοδος για να δημοσιευθεί ο κανονισμός πριν από το τέλος του 1992
ότι, στις εξαιρετικές αυτές περιστάσεις, ο κανονισμός πρέπει να εκδοθεί χωρίς τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου."
Το Κοινοβούλιο ενημερώθηκε για την έκδοση του κανονισμού με έγγραφο της ίδιας ημέρας.
6. Στις 18 Ιανουαρίου 1993, το Κοινοβούλιο εξέτασε την πρόταση ψηφίσματος της Επιτροπής Αναπτύξεως και ενέκρινε το σχέδιο του κανονισμού ο οποίος στο μεταξύ είχε εκδοθεί, προτείνοντας εξάλλου δεκαεπτά τροποποιήσεις και καλώντας το Συμβούλιο να προβεί σε νέα διαβούλευση σε περίπτωση ουσιωδών τροποποιήσεων του εγκριθέντος κειμένου.
7. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι ο εν λόγω κανονισμός δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων L 396 της 31ης Δεκεμβρίου 1992, αλλά η Εφημερίδα διανεμήθηκε από την Υπηρεσία Εκδόσεων μόλις στις 28 Ιανουαρίου 1993. Ως εκ τούτου, αυτή η ημερομηνία πρέπει να αναφέρεται ως ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του κανονισμού. Στην πράξη, πάντως, τα αποτελέσματα που αναπτύσσει ο κανονισμός ανατρέχουν στην 1η Ιανουαρίου 1993.
8. Υπό το φως των στοιχείων αυτών το προσφεύγον ζητεί την ακύρωση του προσβαλλομένου κανονισμού. Προς στήριξη του αιτήματός του επικαλείται, πρώτον, τη νομολογία περί της "ισογλυκόζης", με την οποία αναγνωρίστηκε η υποχρέωση διαβουλεύσεως με το Κοινοβούλιο, στις περιπτώσεις που προβλέπονται, ως "συνταγματικής" φύσεως, καθόσον η διαβούλευση αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της θεσμικής ισορροπίας που θέλησε η Συνθήκη (4). Επομένως, η διαβούλευση με το Κοινοβούλιο αποτελεί ουσιώδη "τύπο" και η μη τήρησή του συνεπάγεται την ακυρότητα της εκδοθείσας πράξεως. Συναφώς, με τις παρατεθείσες αποφάσεις διευκρινίζεται ότι "η τήρηση αυτής της απαιτήσεως συνεπάγεται την έκφραση της απόψεως του Κοινοβουλίου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η απαίτηση αυτή ικανοποιείται με μια απλή αίτηση γνωμοδοτήσεως εκ μέρους του Συμβουλίου" (5).
9. Ειδικότερα, αμφισβητώντας τη νομιμότητα της πράξεως το Κοινοβούλιο τονίζει δύο απόψεις.
Πρώτον, το Συμβούλιο είχε την πρόθεση να καθορίσει όρια στη διάρκεια της διαβουλεύσεως, μολονότι δεν του παρέχεται τέτοια εξουσία από τις συναφείς διατάξεις της Συνθήκης. Ασφαλώς, αυτός δεν είναι ο σκοπός της ευχέρειας που αναγνωρίζεται στο Συμβούλιο, δηλαδή να ζητεί από το Κοινοβούλιο την εξέταση μιας προτάσεως κατά τη διαδικασία του κατεπείγοντος, βάσει του παρατεθέντος άρθρου 75 του εσωτερικού του κανονισμού, ή τη σύγκληση έκτακτης συνόδου, βάσει του άρθρου 139 της Συνθήκης. Πράγματι, σε αμφότερες τις περιπτώσεις ουδόλως θίγεται το δικαίωμα της κοινοβουλευτικής συνελεύσεως να προβεί σε διαφορετική εκτίμηση από εκείνη του Συμβουλίου και να μη δεχθεί ότι συντρέχουν οι προβαλλόμενοι λόγοι κατεπείγοντος. Εξάλλου, είναι αναμφισβήτητο ότι δεν τίθεται καμιά προθεσμία για τη διατύπωση γνώμης και, επομένως, το Κοινοβούλιο δεν υπέχει καμία υποχρέωση να ενεργήσει εντός των αναφερομένων προθεσμιών ή κατά τη διάρκεια ενδεχομένης έκτακτης συνόδου.
10. Στην προκειμένη περίπτωση, εξάλλου, το Συμβούλιο ουδόλως απέδειξε ότι επιβαλλόταν κατεπειγόντως η λήψη μέτρων για να αποφευχθεί νομικό κενό. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε καμία υποχρέωση εκδόσεως του προσβαλλομένου κανονισμού μέχρι το τέλος του 1992, όπως υποστήριξε το καθού. Η αναστολή των τελωνειακών δασμών που προβλέπονται στο κοινό δασμολόγιο, που απορρέει από το σύστημα των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων, είναι στην πραγματικότητα απλή ευχέρεια την οποία η Κοινότητα μπορεί να χρησιμοποιήσει υπέρ των αναπτυσσομένων χωρών χωρίς, πάντως, να δεσμεύεται να το πράξει. Αυτό επιβεβαιώνεται από τις "αιτιολογικές σκέψεις" των τεσσάρων κυριοτέρων κανονισμών του 1990 * αντικείμενο της παρατάσεως * όπου υπογραμμίζεται "ο προσωρινός και μη δεσμευτικός χαρακτήρας του συστήματος" και η δυνατότητα ανακλήσεως του οποιαδήποτε στιγμή (6)
11. Το Συμβούλιο δεν αμφισβήτησε τον χαρακτήρα της γνωμοδοτήσεως του Κοινοβουλίου ως ουσιώδους τύπου (7). Πάντως, υποστηρίζει ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μπορεί να του αναγνωριστεί η ευχέρεια να εκδίδει κανονιστικές πράξεις κατά τη διαδικασία του κατεπείγοντος ακόμη και χωρίς την προβλεπόμενη γνώμη του Κοινοβουλίου επί της προτάσεως της Επιτροπής.
Η ευχέρεια αυτή δεν μπορεί να μην του παρέχεται, ειδικότερα, οσάκις η αρμοδιότητα του Συμβουλίου είναι κατά οποιονδήποτε τρόπο δεσμία ή σημαντικό δημόσιο συμφέρον καθιστά αναγκαία ή δικαιολογεί την έκδοση πράξεως και, παρά την αίτηση προς το Κοινοβούλιο να εξετάσει την πρόταση κατά τη διαδικασία του κατεπείγοντος ή κατά τη διάρκεια έκτακτης συνόδου, εν τούτοις κατέστη αδύνατο να ληφθεί η γνώμη του Κοινοβουλίου εντός των προθεσμιών που επιβάλλει το κοινοτικό συμφέρον.
Με άλλα λόγια, οσάκις έχει εξαντλήσει χωρίς επιτυχία όλα τα διαδικαστικά μέσα που έχει στη διάθεσή του προς λήψη της προηγούμενης γνώμης του Κοινοβουλίου, το Συμβούλιο θεωρεί ότι η αδυναμία διαβουλεύσεως δεν μπορεί να το εμποδίσει να ασκήσει την εξουσία του προς λήψη οριστικής αποφάσεως και να αποφευχθεί, κατ' αυτόν τον τρόπο, η παράλυση της διαδικασίας λήψεως αποφάσεως της Κοινότητας. 'Αλλωστε, αυτή είναι η ορθή ερμηνεία των προαναφερομένων αποφάσεων περί της "ισογλυκόζης" (8), με τις οποίες ακυρώθηκε ο κρινόμενος τότε κανονισμός καθόσον, αντίθετα από ό,τι συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο δεν είχε χρησιμοποιήσει όλες τις δυνατότητες προκειμένου να διατυπωθεί εγκαίρως η εν λόγω γνώμη.
12. Δεύτερον, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι το κατεπείγον και η ανάγκη εκδόσεως του κανονισμού όχι μετά από μια ορισμένη ημερομηνία προκύπτουν προφανώς από το γεγονός ότι ένας κανονισμός περί γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων αναπτύσσει αποτελέσματα προς τρεις κατευθύνσεις: έναντι των αναπτυσσομένων χωρών, για τις οποίες το σύστημα συνιστά το κυριότερο μέσο βοήθειας στον εμπορικό τομέα έναντι των επιχειρηματιών των κρατών μελών, οι οποίοι χρησιμοποιούν τα προβλεπόμενα ποσοτικά όρια για να διενεργήσουν πράξεις εισαγωγής από τις εν λόγω χώρες και οι οποίοι καθορίζουν την εμπορική τους οργάνωση σε συνάρτηση με τη δυνατότητα που έχουν να χρησιμοποιούν τις δασμολογικές προτιμήσεις από την πρώτη κιόλας ημέρα του έτους τέλος, έναντι των τελωνειακών αρχών οι οποίες χρειάζονται ένα ορισμένο χρονικό διάστημα προκειμένου να θεσπίσουν τις αναγκαίες διαδικασίες για το άνοιγμα των καθορισμένων ποσοστών που ορίζονται με τον εν λόγω κανονισμό.
Το νομικό κενό στο κοινοτικό σύστημα των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων, το οποίο θα είχε προκληθεί από την ενδεχόμενη καθυστέρηση στην έκδοση της πράξεως που το προβλέπει, θα προκαλούσε βέβαιη ζημία στις εξαγωγές των δικαιούχων τρίτων χωρών, καθώς και στους επιχειρηματίες των κρατών μελών, οι οποίοι θα στερούνταν ενός νομικού εργαλείου στο οποίο δικαιολογημένα είχαν στηρίξει την εμπιστοσύνη τους για να προγραμματίσουν την δραστηριότητά τους. Από το νομικό αυτό κενό μπορούσε να ανακύψει ευθύνη του Συμβουλίου ή, τουλάχιστον, να οδηγήσει σε ένδικη διαπίστωση της παραλείψεώς του. Εξάλλου, όπως παρατηρήθηκε ήδη με τις "αιτιολογικές σκέψεις" του κανονισμού, το νομικό αυτό κενό εμπεριείχε επίσης τον κίνδυνο σοβαρής διακυβεύσεως των σχέσεων της Κοινότητας με τις αναπτυσσόμενες χώρες.
13. Τέλος, το Συμβούλιο θεωρεί αλυσιτελή την πρόταση του Κοινοβουλίου κατά την οποία, εν αναμονή της γνωμοδοτήσεως, θα ήταν δυνατό να παραταθεί, χωρίς τροποποίηση και για σύντομο χρονικό διάστημα, το σύστημα που ίσχυε κατά το έτος 1992. Συγκεκριμένα, μια τέτοια παράταση, ακόμη και για σύντομο χρονικό διάστημα, θα μπορούσε να γίνει μόνον κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής και με τις ίδιες νομικές βάσεις οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν για τον τελικό κανονισμό, πράγμα που θα συνεπαγόταν επίσης την αναγκαιότητα διαβουλεύσεως με το Κοινοβούλιο.
14. Αφού συνόψισα κατ' αυτόν τον τρόπο τις απόψεις των διαδίκων, αναφέρω αμέσως ότι δεν συμμερίζομαι την άποψη ότι το Συμβούλιο μπορούσε, έστω και υπό εξαιρετικές περιστάσεις, να εκδώσει κανονιστική πράξη χωρίς να αναμένει το αποτέλεσμα της διαβουλεύσεως με το Κοινοβούλιο που είναι υποχρεωτική βάσει της Συνθήκης. Αν όμως αυτή η άποψη παραλόγως γινόταν δεκτή, θεωρώ ότι εν προκειμένω δεν έχει αποδειχθεί ότι συνέτρεχαν επιτακτικοί λόγοι κατεπείγοντος οι οποίοι δικαιολογούσαν μια τόσο σοβαρή παρέκκλιση από τις διατάξεις της Συνθήκης.
15. Πρώτον, δε νομίζω ότι μπορούν να συναχθούν επιχειρήματα υπέρ της θέσεως του Συμβουλίου από τις πλειστάκις αναφερθείσες αποφάσεις περί "ισογλυκόζης". Συγκεκριμένα, με τις αποφάσεις αυτές το Δικαστήριο έκρινε σαφέστατα ότι η διαδικασία διαβουλεύσεως, στις περιπτώσεις που προβλέπεται από τη Συνθήκη, "αποτελεί το μέσο που επιτρέπει στο Κοινοβούλιο να μετέχει αποτελεσματικά στη νομοθετική διαδικασία της Κοινότητας (...). Αποτελεί την αντανάκλαση έστω και περιορισμένη, στο επίπεδο της Κοινότητας, θεμελιώδους δημοκρατικής αρχής κατά την οποία οι λαοί μετέχουν στην άσκηση της εξουσίας μέσω αντιπροσωπευτικής συνελεύσεως" (9).
Ωστόσο, μολονότι αναγνώρισε ότι η διαβούλευση συνιστά ουσιώδη τύπο, το Δικαστήριο δεν έκρινε αναγκαίο να εξετάσει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το βάσιμο του ισχυρισμού του Συμβουλίου ότι το Κοινοβούλιο, με την ίδια τη συμπεριφορά του, κατέστησε αδύνατη την πλήρωση του τύπου αυτού και δεν μπορεί βασίμως να επικαλείται την παράβασή του. Οπωσδήποτε, εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είχαν εξαντληθεί όλα τα μέσα πρoκειμένου να ληφθεί η προηγούμενη γνώμη του Κοινοβουλίου, ο προσβαλλόμενος στις υποθέσεις αυτές κανονισμός ακυρώθηκε "υπό την επιφύλαξη των ζητημάτων αρχής που προκαλεί η επιχειρηματολογία του Συμβουλίου" (10).
16. Με τις αναφερθείσες αποφάσεις κρίθηκε με σαφήνεια ότι η τήρηση της υποχρεώσεως διαβουλεύσεως με το Κοινοβούλιο στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τη Συνθήκη συνεπάγεται ότι δεν είναι δυνατό να θεσπίζεται νομίμως ένα μέτρο χωρίς προηγουμένως να έχει ληφθεί η συναφής γνώμη. Επίσης, το ζήτημα αν, υπό εξαιρετικές περιστάσεις, όπως το επείγον λήψεως ενός μέτρου ή η άρνηση διατυπώσεως της αναγκαίας γνώμης, επιτρέπεται στο Συμβούλιο να εκδώσει συγκεκριμένο κανονισμό χωρίς να αναμένει το αποτέλεσμα της διαβουλεύσεως (11) βρίσκει αρκούντως σαφή απάντηση στη μετέπειτα νομολογία του Δικαστηρίου.
17. Υπενθυμίζω, πρωτίστως, την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (12). Στην υπόθεση αυτή είχε αποκλεισθεί το ότι ήταν δυνατό με οδηγία να τροποποιηθούν οι διατάξεις επί του τρόπου ψηφοφορίας στους κόλπους του Συμβουλίου για τη μετέπειτα έκδοση σειράς πράξεων σε συγκεκριμένο τομέα, καθόσον "οι κανόνες που διέπουν το σχηματισμό της βούλησης των κοινοτικών οργάνων διατυπώνονται στη Συνθήκη και δεν τελούν στη διάθεση ούτε των κρατών μελών ούτε αυτών των οργάνων". Οι διατάξεις περί της συμμετοχής του Κοινοβουλίου στη νομοθετική διαδικασία περιλαμβάνονται ασφαλώς στους κανόνες αυτούς.
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έκρινε ότι η συμμετοχή στη διαδικασία επεξεργασίας των κανονιστικών πράξεων της Κοινότητας, στις περιπτώσεις και κατά τους τύπους που ορίζει η Συνθήκη, εμπίπτει στις προνομίες του Κοινοβουλίου και, κατά συνέπεια, αυτό νομιμοποιείται να ζητεί την ακύρωση πράξεως του Συμβουλίου ή της Επιτροπής εκδοθείσας κατά παράβαση των προνομιών αυτών (13). Ειδικότερα, οι προνομίες αυτές θίγονται στην περίπτωση κατά την οποία το Συμβούλιο εκδίδει πράξη στηριζόμενη σε νομική βάση η οποία δεν προβλέπει προηγούμενη διαβούλευση με το Κοινοβούλιο, ενώ η οικεία πράξη έπρεπε να εκδοθεί με βάση διάταξη της Συνθήκης η οποία προβλέπει σχετική διαβούλευση. Στην περίπτωση αυτή, δεν ασκεί καμία απολύτως επιρροή το γεγονός ότι υπήρξε προαιρετική διαβούλευση καθόσον η τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται στη Συνθήκη δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του κοινοτικού οργάνου που εκδίδει την πράξη (14).
18. Στο ίδιο αυτό πλαίσιο συνταγματικών εγγυήσεων της ειδικής λειτουργίας που απονέμεται στο Κοινοβούλιο στη θεσμική δομή της Κοινότητας και, ειδικότερα, της πραγματικής συμμετοχής του στη νομοθετική διαδικασία, αναγνωρίστηκε επίσης στο Κοινοβούλιο το δικαίωμα νέας διαβουλεύσεως κάθε φορά που το κείμενο το οποίο θεσπίζεται τελικώς απέχει ως προς την ουσία του από το κείμενο επί του οποίου χώρησε ήδη διαβούλευση με το Κοινοβούλιο (15). Εκ τούτου προκύπτει ότι, όταν η διαβούλευση είναι υποχρεωτική, πρέπει να λαμβάνεται προσηκόντως υπόψη η γνώμη του Κοινοβουλίου και ότι το τελευταίο πρέπει να έχει στη διάθεσή του τον χρόνο τον οποίο χρειάζεται για να μελετήσει την πρόταση της Επιτροπής και να διατυπώσει εμπεριστατωμένη γνώμη (16).
19. Επομένως, κεντρικός άξονας της νομολογίας αυτής * η οποία δεν επιδέχεται αμφισβήτηση * είναι η συνεχής επαγρύπνηση του Δικαστηρίου για την πλήρη διαφύλαξη της θεσμικής ισορροπίας, όπως αυτή διαμορφώθηκε σταδιακά κατόπιν των τροποποιήσεων που έγιναν στο αρχικό κείμενο των Συνθηκών. Προκειμένου ακριβώς να διαφυλαχθεί αυτή η ισορροπία χάρη σε ένα κατάλληλο και συνεκτικό σύστημα ένδικης προστασίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη, κυρίως, η σταδιακή ενίσχυση του ρόλου του Κοινοβουλίου ειδικότερα στη διαδικασία επεξεργασίας των κανονιστικών πράξεων, το Δικαστήριο αναγνώρισε επίσης, σταδιακά, το δικαίωμα του Κοινοβουλίου να παρίσταται στο Δικαστήριο (17).
20. 'Οντως, αυτό εντάσσεται πλήρως στη λογική του συστήματος και συνιστά φυσική συνέπεια του γεγονότος, που επίσης αναγνωρίστηκε από το Δικαστήριο, ότι "η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα συνιστά κοινότητα δικαίου υπό την έννοια ότι ούτε τα κράτη μέλη της ούτε τα θεσμικά της όργανα διαφεύγουν τον έλεγχο της συμφωνίας των πράξεών τους προς τον βασικό καταστατικό χάρτη που αποτελεί η Συνθήκη" (18). Οι κανόνες που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ των κοινοτικών οργάνων και την αντίστοιχη κατανομή αρμοδιοτήτων συνιστούν προφανώς ένα από τα ουσιώδη στοιχεία του συντάγματος αυτού και δεν είναι δυνατό να γίνει παρέκκλιση από αυτό χωρίς ως εκ τούτου να μεταβληθούν τα χαρακτηριστικά του συστήματος.
Αποδοχή της θέσεως που το Συμβούλιο υποστηρίζει εν προκειμένω, δηλαδή να του αναγνωριστεί σε εξαιρετικές περιπτώσεις η εξουσία να εγκρίνει κανονισμούς χωρίς να λάβει την υποχρεωτική γνώμη του Κοινοβουλίου, θα ισοδυναμούσε στην πράξη, ενώ η δυνατότητα αυτή δεν προβλέπεται από τη Συνθήκη, με αποδοχή παρεκκλίσεως από τους κανόνες που διέπουν την κατάρτιση των κοινοτικών πράξεων και, συνεπώς, αλλοίωση της θεσμικής ισορροπίας εκτός των διαδικασιών και τύπων που προβλέπονται για την αναθεώρηση του "συνταγματικού χάρτη". Ασφαλώς, οι κανόνες αυτοί μπορούν να τροποποιηθούν και θα ήταν ίσως δυνατό να καθιερωθούν ειδικοί μηχανισμοί που θα επιτρέπουν τη λήψη νομοθετικών μέτρων κατά τη διαδικασία του κατεπείγοντος πάντως, εφόσον βρισκόμαστε εντός μιας κοινότητας δικαίου, όπως το Δικαστήριο δεν έπαυσε να επαναλαμβάνει σθεναρώς, θεωρώ ότι αυτή η τροποποίηση των κανόνων ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του συνταγματικού νομοθέτη (19).
21. Συναφώς, παρατηρείται ότι μια τέτοια δυνατότητα προβλέπεται τώρα ρητώς στο άρθρο 228 της Συνθήκης, κατόπιν όμως τροποποιήσεως που έγινε με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση επομένως, το Συμβούλιο μπορεί εφεξής να καθορίζει προθεσμία στο Κοινοβούλιο, ανάλογα με το επείγον του ζητήματος για τη διατύπωση γνώμης σχετικά με διεθνή συμφωνία ελλείψει γνώμης εντός της προθεσμίας αυτής, το Συμβούλιο μπορεί πάντως να αποφασίζει. Η απονομή μιας τέτοιας εξουσίας, σε ειδική περίπτωση, επέβαλε ακριβώς την αναθεώρηση της αντίστοιχης διατάξεως της Συνθήκης.
22. Εξάλλου, δεν θεωρώ βάσιμη τη θέση που προέβαλε το Ηνωμένο Βασίλειο, ότι δηλαδή θα μπορούσε να συναχθεί από το σύστημα η δυνατότητα επιβολής στο Κοινοβούλιο, στο πλαίσιο της διαδικασίας διαβουλεύσεως, προθεσμίας για τη διατύπωση της γνώμης του. Συναφώς, το Ηνωμένο Βασίλειο παρατηρεί ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας συνεργασίας βάσει του άρθρου 149, παράγραφοι 2 και 3, της Συνθήκης (που είναι τώρα το άρθρο 189 Γ, μετά τις τροποποιήσεις που έγιναν με τη Συνθήκη του Mάαστριχτ), το Συμβούλιο μπορεί να εκδώσει οριστικά την πράξη αν το Κοινοβούλιο δεν λάβει απόφαση εντός τριών μηνών από της ανακοινώσεως της κοινής θέσεως. Εφόσον όμως η διαδικασία αυτή είχε ακριβώς ως σκοπό να ενισχύσει τη συμμετοχή της κοινοβουλευτικής συνελεύσεως στη νομοθετική διαδικασία της Κοινότητας, θα ήταν παράδοξο να γίνει δεκτό ότι το Κοινοβούλιο, στο πλαίσιο της απλής διαβουλεύσεως, επειδή ακριβώς δεν υπάρχει δυνατότητα να του ταχθεί προθεσμία για να αποφασίσει, καταλήγει να έχει εξουσία παρεμβάσεως ακόμη περισσότερο αποφασιστική, μέχρι σημείου που να αποκλείει τη λήψη μέτρου.
Συναφώς, περιορίζομαι να παρατηρήσω, όπως ορθώς αντέταξε το Κοινοβούλιο, ότι η σύγκριση μπορεί το πολύ να γίνει μεταξύ της διαδικασίας διαβουλεύσεως και της πρώτης φάσεως της διαδικασίας συνεργασίας, κατά την οποία το Κοινoβούλιο καλείται να διατυπώσει τη γνώμη του επί της προτάσεως της Επιτροπής: συναφώς, έχει σημασία το ότι δεν τίθεται καμία προθεσμία. Κατά τη δεύτερη φάση, η οποία έχει εντελώς ειδικά χαρακτηριστικά, όλα τα κοινοτικά όργανα υποχρεούνται, αντιθέτως, να τηρούν την προθεσμία για τις διαβουλεύσεις της αρμοδιότητάς τους, περιλαμβανομένου και του Συμβουλίου (20), η δε έλλειψη αποφάσεως εκ μέρους του συνεπάγεται τη "μη έκδοση" της πράξεως.
23. Αυτό δεν σημαίνει ότι το Συμβούλιο δεν έχει καμία δυνατότητα να προκαλέσει την επιβολή κυρώσεων για την αδράνεια του Κοινοβουλίου. 'Οντως, η εγγύηση ενός συστήματος κατάλληλης και πλήρους ένδικης προστασίας δεν θα ήταν διασφαλισμένη αν, σε παρόμοια περίπτωση, δεν ήταν δυνατό να κινηθεί ο μηχανισμός συγκρούσεως αρμοδιοτήτων. Η δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής λόγω παραλείψεως κατά του Κοινοβουλίου προέκυπτε ήδη ή από συστηματική και εξελικτική ερμηνεία του άρθρου 175, στην παλαιά διατύπωση του (21). Εξάλλου, οποιαδήποτε συναφής αμφιβολία έχει προς το παρόν αρθεί, εφόσον η δυνατότητα αυτή προβλέπεται του λοιπού ρητά με τις διατάξεις του άρθρου 175, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση που υπεγράφη στο Μάαστριχτ.
Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι, σε επείγουσες περιπτώσεις, αυτό το μέσο ένδικης προστασίας μπορεί να αποδειχθεί αναποτελεσματικό. 'Οπως έχω αναφέρει ήδη οποιαδήποτε άλλη λύση προϋποθέτει τροποποίηση των κανόνων που διέπουν τη θεσμική ισορροπία, τους οποίους το Δικαστήριο πάντοτε, ορθώς, θεωρούσε ως συνταγματικούς κανόνες επομένως, η τροποποίηση αυτή εμπίπτει στην αρμοδιότητα του νομοθέτη και όχι του Δικαστηρίου.
Ενόψει των προεκτεθέντων, θεωρώ ότι η προσφυγή του Κοινοβουλίου πρέπει να γίνει δεκτή.
24. Αν υποτεθεί ότι το Δικαστήριο δεν δέχεται αυτή τη λύση αρχής, το αποτέλεσμα δεν μπορεί να είναι διαφορετικό εν προκειμένω. Πράγματι, θεωρώ ότι το καθού δεν κατόρθωσε να αποδείξει την ύπαρξη κοινοτικού δημοσίου συμφέροντος, του οποίου η προστασία απέκλειε τη δυνατότητα να αναβληθεί η έκδοση του επίδικου κανονισμού πέρα από μια ορισμένη ημερομηνία.
Συναφώς, το Συμβούλιο προβάλλει ότι ενδεχόμενη καθυστέρηση στην έκδοση του μέτρου θα δημιουργούσε νομικό κενό στο κοινοτικό σύστημα των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων, το οποίο πάντοτε ανανεωνόταν από το πρώτο έτος εφαρμογής του το 1971 εξάλλου, μια τέτοια καθυστέρηση θα ήταν ασυμβίβαστη προς την αρχή της ασφαλείας δικαίου.
25. Ως προς το πρώτο επιχείρημα, το καθού υπενθυμίζει την υποχρέωση, αναφερθείσα στην αρχή της αναλύσεώς μου, την οποία η Κοινότητα ανέλαβε στο πλαίσιο της ΔΗΕΣΑ και η οποία μολονότι δεν υλοποιήθηκε σε μια καθ' εαυτό συμφωνία και σε υποχρεώσεις για τις χώρες που προσέφεραν τις δασμολογικές προτιμήσεις, δημιούργησε μια πρακτική που τηρήθηκε σταθερά πέρα από είκοσι έτη. Η πρακτική όμως αυτή δεν μπορούσε να αμφισβητηθεί μονομερώς, χωρίς να γίνει σχετικώς καμία προηγούμενη συζήτηση, εκ μέρους των προσφερουσών χωρών. Εξάλλου, το Συμβούλιο προέβαλε επίσης ότι, στο πλαίσιο της δηλώσεως που έγινε το 1990, είχε επιβεβαιώσει την υποχρέωση της Κοινότητας να διατηρήσει το σύστημα των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων έως το 2000. Επιπλέον, όσον αφορά τις χώρες οι οποίες είχαν περιληφθεί για πρώτη φορά στον πίνακα των δικαιούχων του συστήματος, είναι αναμφισβήτητο ότι δεν είχε αναληφθεί καμία υποχρέωση ως προς αυτές. Πάντως, εφόσον οι χώρες αυτές αντιμετώπιζαν δυσχέρειες ανάλογες με εκείνες των χωρών * δικαιούχων ήδη των γενικευμένων προτιμήσεων η Κοινότητα είχε καθήκον να τις περιλάβει στον πίνακα, τα δε κράτη αυτά, όπως και οι ενδιαφερόμενοι επιχειρηματίες, θα ήταν πλήρως ενημερωμένοι για το γεγονός αυτό.
26. Τα επιχειρήματα που αναπτύσσει επί του σημείου αυτού το Συμβούλιο μου φαίνονται αλυσιτελή. Πράγματι, μολονότι επεξηγούν τους λόγους, καθώς και την πολιτική σκοπιμότητα, για τους οποίους θεσπίστηκε η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση, αντιθέτως, ουδόλως δικαιολογούν την ανάγκη παρεκκλίσεως από τους κανόνες της Συνθήκης ως πρoς τη διαμόρφωση της βουλήσεως των κοινοτικών οργάνων. Στην πραγματικότητα, η καθυστέρηση ενάρξεως ισχύος του επίδικου κανονισμού δεν μπορούσε να συνεπάγεται κανένα κίνδυνο "νομικού κενού", εφόσον με την έκφραση αυτή νοούνται καταστάσεις όπου ένα περιστατικό ή μια σχέση, μολονότι ενέχουν σημασία από νομική άποψη, δεν καλύπτονται πάντως από κανονιστική ρύθμιση. Συγκεκριμένα, εφόσον το ουσιαστικό περιεχόμενο του συστήματος των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων συνίσταται στην αναστολή των δασμών που περιλαμβάνονται στο κοινό δασμολόγιο (22), η μη έκδοση ή ακόμη η ετεροχρονισμένη μόνον έκδοση του κανονισμού που τις προβλέπει συνεπάγεται την εφαρμογή του κοινού δασμολογίου και στα προϊόντα καταγωγής των χωρών-δικαιούχων του συστήματος. Εξάλλου, εφόσον οι γενικευμένες δασμολογικές προτιμήσεις αποτελούν ειδικό καθεστώς, ελλείψει του καθεστώτος αυτού έχει εφαρμογή το γενικό καθεστώς που προβλέπεται για τις εισαγωγές από τρίτες χώρες. 'Αλλωστε, αυτό συμβαίνει κανονικά εφόσον έχουν εξαντληθεί τα ποσά για τα οποία έχει χορηγηθεί το πλεονέκτημα αναστολής των δασμών.
27. Οι όροι του προβλήματος δεν θα μεταβάλλονταν αν γινόταν δεκτό ότι η Κοινότητα υποχρεούται σε διεθνές επίπεδο να εφαρμόζει τις γενικευμένες προτιμήσεις ως προς ορισμένες αναπτυσσόμενες χώρες. Κατ' αρχάς, το ίδιο το Συμβούλιο αναγνωρίζει ότι δεν μπορεί να γίνεται συναφώς λόγος για καθ' εαυτό νομική υποχρέωση. Επιπλέον, οι κανονισμοί οι οποίοι παρατείνονται με τον επίδικο κανονισμό διευκρινίζουν ρητά ότι το προβλεπόμενο σύστημα δεν είναι υποχρεωτικό (23).
Εξάλλου, και αν ακόμη υποτεθεί ότι μια τέτοια υποχρέωση υπάρχει, η ετεροχρονισμένη θέσπιση (ή η μη θέσπιση) του ετησίου συστήματος των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων θα μπορούσε το πολύ να έχει ως συνέπεια τη διεθνή ευθύνη της Κοινότητας, ασφαλώς όμως δεν θα δημιουργούσε κενό στην έννομη τάξη της. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί η ευθύνη αυτή να δικαιολογεί παράβαση των εσωτερικών κανόνων, "συνταγματικής" τάξεως, ως προς την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των κοινοτικών οργάνων.
28. Αλυσιτελή είναι επίσης τα επιχειρήματα που ανέπτυξε το Συμβούλιο για να αποδείξει ότι οι απαιτήσεις της ασφαλείας δικαίου ή και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης επέβαλλαν επίσης την έκδοση της επίδικης πράξεως πριν από μια ορισμένη ημερομηνία. Συναφώς, το Συμβούλιο προβάλλει, όπως αναφέρθηκε ήδη, ότι οι ενδιαφερόμενοι επιχειρηματίες και οι χώρες-δικαιούχοι του συστήματος ευλόγως θα ανέμεναν όπως το σύστημα των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων παραταθεί επίσης για το έτος 1993. Πράγματι, κανένα περιστατικό δεν άφηνε να προβλεφθεί η δυνατότητα ότι το σύστημα μπορούσε ξαφνικά να διαλυθεί ή να παύσει να ισχύει. Εξάλλου, μολονότι είναι αληθές ότι οι γενικευμένες προτιμήσεις μπορούν να ανασταλλούν ή να τροποποιηθούν οποιαδήποτε στιγμή, οι επιχειρηματίες, πάντοτε κατά το Συμβούλιο, δεν θα είχαν ασφαλώς προβλέψει ότι θα ήταν υποχρεωμένoι να αντιμετωπίσουν κατάσταση όπως εκείνη η οποία επαπειλούνταν να δημιουργηθεί στις αρχές του 1993, δηλαδή κατάσταση χαρακτηριζόμενη από αβεβαιότητα ως προς την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του επίδικου κανονισμού και τη δυνατότητα υποβολής τελωνειακών διασαφήσεων.
29. Η επίκληση της αρχής της ασφαλείας δικαίου δεν μου φαίνεται λυσιτελής. Πράγματι, μολονότι η αρχή αυτή αντικατοπτρίζει την ιδέα ότι δεν πρέπει να υπάρχουν αμφιβολίες ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο σε συγκεκριμένο χρόνο και σε συγκεκριμένο τομέα (24), καμία τέτοια αμφιβολία δεν μπορούσε να υπάρχει στην εν προκειμένω περίπτωση. Η χρονική ισχύς του συστήματος των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων, που ίσχυε το 1992, πράγματι περιοριζόταν ρητά έως την 31η Δεκεμβρίου του έτους αυτού και, επομένως, η μη ανανέωση ή η ετεροχρονισμένη ανανέωση του ειδικού συστήματος για το επόμενο έτος δεν μπορούσε να έχει ως συνέπεια, όπως αναφέρθηκε ήδη, παρά μόνον την εφαρμογή του κοινού δασμολογίου. Εξάλλου, σε καμία περίπτωση η ετεροχρονισμένη έκδοση ή η μη έκδοση του επίδικου κανονισμού θα έθιγε τις καταστάσεις και τις σχέσεις που ρυθμίζονταν στο πλαίσιο του συστήματος που ίσχυε προηγουμένως, όπως και ένα τέτοιο αποτέλεσμα δεν μπορούσε να είχε προκύψει, κατά τις προηγούμενες παρατάσεις, από τον ενδεχόμενο αποκλεισμό μιας χώρας από τον πίνακα των δικαιούχων, όσον αφορά τις εισαγωγές προϊόντων με πλήρη ή μερική απαλλαγή δασμών, εισαγωγές που πραγματοποιούνταν από την ίδια αυτή χώρα πριν από τον αποκλεισμό της.
30. Το επιχείρημα ως προς την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των επιχειρηματιών προσφέρεται για ανάλογες σκέψεις. Συναφώς, αρκεί η παρατήρηση ότι το ίδιο το Συμβούλιο αναγνωρίζει όχι μόνον τον προσωρινό χαρακτήρα του συστήματος, αλλά και τον φυσικό ετήσιο ρυθμό του, που επιβάλλεται από την ανάγκη περιοδικών προσαρμογών του περιεχομένου και της ισχύος των προτιμήσεων οι οποίες παρέχονται σε συνάρτηση τόσο των τροποποιήσεων του κοινού δασμολογίου, όσο και της οικονομικής αναπτύξεως των δικαιούχων χωρών και της καταστάσεως της αγοράς των οικείων προϊόντων. 'Ομως, χωρίς να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, εν προκειμένω, δεν γινόταν λόγος για διάλυση του συστήματος, κατά πάγια νομολογία οι επιχειρηματίες δεν δικαιολογούνται να τρέφουν προσδοκίες στη διατήρηση μιας υφισταμένης καταστάσεως, η οποία μπορεί να μεταβληθεί στο πλαίσιο της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κοινοτικά όργανα (25). Το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται, ειδικότερα, ως προς τα πλεονεκτήματα τα οποία οι επιχειρηματίες αυτοί απέλαβαν στο πλαίσιο του συστήματος των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων, σύστημα το οποίο, όπως ελέχθη, υπόκειται σε συνεχή προσαρμογή.
31. Επομένως, από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι επιτακτικοί λόγοι κατεπείγοντος επέβαλαν την έκδοση του προσβαλλόμενου κανονισμού πριν από μια ορισμένη ημερομηνία και, κατά συνέπεια, το Συμβούλιο νομίμως μπορούσε να μην αναμείνει το αποτέλεσμα της διαβουλεύσεως με το Κοινοβούλιο. Επιπροσθέτως, παρατηρείται, αφενός, ότι το καθού μπορούσε εν πάση περιπτώσει να ζητήσει τη σύγκληση έκτακτης συνόδου του Κοινοβουλίου στις αρχές Ιανουαρίου του 1993, αφετέρου δε, το Κοινoβούλιο διατύπωσε άλλωστε την απαιτούμενη γνώμη με "καθυστέρηση" τριών μόνον εβδομάδων.
Ως προς το τελευταίο αυτό σημείο, ένα στοιχείο μού φαίνεται σημαντικό. Ακόμη και αν γίνει δεκτή η αναγκαιότητα (ή η σκοπιμότητα) θέσεως σε ισχύ του κανονισμού πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993, θα ήταν καθόλα δυνατό, με πλήρη σεβασμό των διαδικασιών που προβλέπει η Συνθήκη, τα αποτελέσματα του κανονισμού να ανατρέχουν στην ημερομηνία αυτή. Πράγματι, μολονότι είναι αληθές ότι, ακριβώς, η προαναφερθείσα αρχή της ασφαλείας των νομικών καταστάσεων εμποδίζει, γενικά, η χρονική ισχύς μιας κοινοτικής πράξεως να ορίζεται σε ημερομηνία προγενέστερη της ημερομηνίας της δημοσιεύσεώς της, κατ' εξαίρεση, μπορεί να συμβαίνει διαφορετικά όταν το επιβάλλει ο επιδιωκόμενος σκοπός και όταν η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων γίνεται προσηκόντως σεβαστή (26).
32. Το επιχείρημα που προέβαλε το Συμβούλιο κατά της δυνατότητας αυτής, ότι δηλαδή η εκ των υστέρων τακτοποίηση των διασαφήσεων που υποβλήθηκαν κατά την περίοδο μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου και της ημερομηνίας της πραγματικής ενάρξεως ισχύος του κανονισμού θα έθετε ανυπέρβλητα τεχνικά και νομικά προβλήματα, αντικρούεται από τη διαπίστωση ότι ακριβώς αυτό συνέβη στην πράξη: ο κανονισμός δημοσιεύθηκε και διανεμήθηκε μόλις στις 28 Ιανουαρίου 1993. Σύμφωνα όμως με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, "ένας κανονισμός πρέπει να θεωρείται ότι δημοσιεύθηκε στο σύνολο της Κοινότητας κατά την ημερομηνία που αναφέρεται στο φύλλο της Επίσημης Εφημερίδας στο οποίο περιλαμβάνεται το κείμενο του κανονισμού αυτού. Εν τούτοις, σε περίπτωση που αποδεικνύεται ότι η ημέρα κατά την οποία το φύλλο ήταν πράγματι διαθέσιμο δεν αντιστοιχεί προς την αναφερόμενη σε αυτό το φύλλο ημερομηνία, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ημερομηνία της πραγματικής δημοσιεύσεως" (27). Επομένως, είναι αναμφισβήτητο ότι η εφαρμογή της εν λόγω πράξεως ήταν εν πάση περιπτώσει αναδρομική. Ούτε νομίζω ότι οι φερόμενες "ανυπέρβλητες" δυσχέρειες μιας εκ των υστέρων ρυθμίσεως των τελωνειακών διασαφήσεων κατέστη δυνατό στην περίπτωση αυτή να υπερπηδηθούν, όπως υποστήριξε το Συμβούλιο κατά την προφορική διαδικασία, αν ληφθεί υπόψη η πάντοτε υφιστάμενη δυνατότητα άτυπων επαφών μεταξύ των αρμοδίων υπηρεσιών της Κοινότητας και των εθνικών τελωνειακών αρχών.
33. Εξάλλου, το γεγονός που μόλις προηγουμένως αναφέρθηκε δεν στερείται σημασίας υπό μια άλλη άποψη και τονίζει μάλιστα τον παράδοξο χαρακτήρα της καταστάσεως επί της οποίας το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί. 'Οντως, δεν είναι λογικό ότι επιτακτικοί λόγοι κατεπείγοντος και η ανάγκη διαφυλάξεως ουσιώδους κοινοτικού συμφέροντος παρείχαν στο Συμβούλιο την εξουσία να εκδώσει τον κανονισμό κατά παράβαση των "συνταγματικών" προνομιών του Κοινοβουλίου και ότι, συγχρόνως, οι ίδιες αυτές περιστάσεις δεν επιβάλλονται στη διοίκηση η οποία είναι επιφορτισμένη με τη δημοσίευση των πράξεων, διοίκηση η οποία, αντιθέτως, μπορεί με την ησυχία της να προβεί στην εν λόγω δημοσίευση ένα μήνα μετά την ημερομηνία κατά την οποία θεωρείται "αδύνατο να αναβληθεί" η έκδοση και η έναρξη ισχύος του εν λόγω κανονισμού.
Οι εν προκειμένω περιστάσεις, τελικά, παίρνουν σχεδόν την τροπή φάρσας. Τα περιστατικά, σε όλη τους την απλότητα, ομιλούν αφ' εαυτών. Αναφέρεται ότι η πράξη * η οποία δεν συνιστά απλώς ρουτίνα, αλλά περιλαμβάνει τροποποίηση προφανώς πολιτικού περιεχομένου όσον αφορά τους δικαιούχους του συστήματος * πρέπει να τεθεί σε ισχύ το αργότερο την 1η Ιανουαρίου και εν ονόματι αυτής της κατηγορηματικής επιταγής θυσιάζεται η υποχρεωτική διαβούλευση με το Κοινοβούλιο, διαβούλευση την οποία το Δικαστήριο έκρινε ως συνταγματικής τάξεως. Ωστόσο, δεν επιτυγχάνεται η θέση σε ισχύ του κανονισμού κατά την εν λόγω ημερομηνία, διότι οι προθεσμίες δημοσιεύσεως διολισθαίνουν έως τις 28 Ιανουαρίου για λόγους οργανώσεως aut similia.
Τελικά, έπρεπε να προσδοθούν αναδρομικά αποτελέσματα στην κανονιστική πράξη, λύση η οποία μπορούσε ασφαλώς να υιοθετηθεί προκειμένου να γίνουν σεβαστές οι συνταγματικές προνομίες του Κοινοβουλίου και όχι μόνον οι προθεσμίες προς (...) εκτύπωση.
34. Στην περίπτωση κατά την οποία ο εν λόγω κανονισμός θα κηρυχθεί ανίσχυρος και ως στερούμενος εννόμου αποτελέσματος, θεωρώ, ωστόσο, ότι το Δικαστήριο πρέπει να κάνει χρήση της ευχέρειας που του αναγνωρίζεται, δυνάμει του άρθρου 174, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, και να προσδιορίσει, αν το κρίνει αναγκαίο, "εκείνα τα αποτελέσματα του ακυρωθέντος κανονισμού που θεωρούνται ότι διατηρούν την ισχύ τους". 'Ομως, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η ισχύς του επίδικου κανονισμού είχε περιορισθεί στο μόνο έτος 1993 και ότι η ακύρωση απαγγέλλεται λόγω πλημμελειών συναφών με τη διαδικασία σχηματισμού της πράξεως, αλλά, όπως προκύπτει από τη γνώμη που διατύπωσε το Κοινοβούλιο, το τελευταίο ενέκρινε επίσης τα θεσπισθέντα μέτρα όσον αφορά την ουσία, θεωρώ ότι επιτακτικοί λόγοι ασφαλείας δικαίου εμποδίζουν να τεθούν υπό αμφισβήτηση οι εκτελεστικές πράξεις που εκδόθηκαν βάσει του επίδικου κανονισμού (28).
35. Ενόψει των προεκτεθέντων, επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο:
* να ακυρώσει τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3917/92 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1992, με τον οποίο παρατάθηκε για το 1993 η εφαρμογή των κανονισμών (ΕΟΚ) 3831/90, (ΕΟΚ) 3832/90, (ΕΟΚ) 3833/90, (ΕΟΚ) 3834/90, (ΕΟΚ) 3835/90 και (ΕΟΚ) 3900/91, για την εφαρμογή των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων, κατά το έτος 1991, σε ορισμένα προϊόντα, καταγωγής των αναπτυσσόμενων χωρών και για τη συμπλήρωση του καταλόγου των δικαιούχων των προτιμήσεων αυτών
* να διατηρήσει τα αποτελέσματα που ανέπτυξε ο εν λόγω κανονισμός
* να καταδικάσει το καθού στα δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
(1) * ΕΕ L 396, σ. 1.
(2) * Το άρθρο 75, που κατέστη το άρθρο 97 μετά τη νέα απαρίθμηση που προέκυψε από τις τροποποιήσεις τις οποίες επέφερε το Κοινοβούλιο στον εσωτερικό του κανονισμό στις 15 Σεπτεμβρίου 1993, ορίζει τα εξής:
1. Το κατεπείγον μιας συζητήσεως επί προτάσεως για την οποία απαιτείται η γνωμοδότηση του Κοινοβουλίου (...) μπορεί να προταθεί στο Κοινοβούλιο από τον Πρόεδρο, από επιτροπή, από είκοσι τρεις τουλάχιστον βουλευτές, από την Επιτροπή ή το Συμβούλιο. Η σχετική αίτηση πρέπει να υποβληθεί εγγράφως και να είναι αιτιολογημένη.
2. Ο Πρόεδρος, μόλις του υποβληθεί αίτηση για κατεπείγουσα συζήτηση, ενημερώνει σχετικά το Κοινοβούλιο η ψηφοφορία επί της αιτήσεως αυτής διεξάγεται κατά την έναρξη της συνεδριάσεως που ακολουθεί τη συνεδρίαση κατά τη διάρκεια της οποίας ανακοινώθηκε η αίτηση (...)
(3) * Το άρθρο ορίζει:
Κατά τη διάρκεια συζητήσεως ή ψηφοφορίας, η συνεδρίαση μπορεί να διακοπεί ή να λήξει αν το αποφασίσει το Κοινοβούλιο κατόπιν προτάσεως του Προέδρου ή αιτήσεως προέδρου πολιτικής ομάδας ή δεκατριών τουλάχιστον βουλευτών.
(4) * Πρόκειται για τις αποφάσεις που εκδόθηκαν στις 29 Οκτωβρίου 1980, αντιστοίχως στις υποθέσεις 138/79, Roquette Freres κατά Συμβουλίου, και 139/79, Maizena κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 313, συγκεκριμένα σκέψεις 32 έως 37, και σ. 359, συγκεκριμένα, σκέψεις 34 έως 38).
(5) * Όπ.π., αντιστοίχως σκέψεις 33-34 και 34-35.
(6) * Βλ., συναφώς, την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 3831/90 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1990, περί εφαρμογής των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων κατά το έτος 1991 για ορισμένα βιομηχανικά προϊόντα, καταγωγής αναπτυσσόμενων χωρών (ΕΕ L 370, σ. 1) την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 3832/90, της 20ής Δεκεμβρίου 1990, για την εφαρμογή των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων κατά το έτος 1991 όσον αφορά ορισμένα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, καταγωγής αναπτυσσόμενων χωρών (ΕΕ L 370, σ. 39) την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 3833/90 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1990, περί εφαρμογής των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων κατά το έτος 1991 για ορισμένα γεωργικά προϊόντα, καταγωγής αναπτυσσόμενων χωρών (ΕΕ L 370, σ. 86) και την όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 3834/90 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1990, για τη μείωση των εισφορών κατά το έτος 1991 για ορισμένα γεωργικά προϊόντα, καταγωγής αναπτυσσόμενων χωρών (ΕΕ L 370, σ. 121).
(7) * Στο υπόμνημα ανταπαντήσεως, το Συμβούλιο εκφράζει αμφιβολίες ως προς την αναγκαιότητα διαβουλεύσεως με το Κοινοβούλιο στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθόσον ο κανονισμός μπορούσε ορθώς να βασιστεί μόνο στο άρθρο 113 της Συνθήκης, ως συναφής προς την εμπορική πολιτική της Κοινότητας. Χωρίς να υπεισέλθω στην ουσία του ζητήματος, δεν νομίζω, πάντως, ότι το ζήτημα της νομικής βάσεως μπορεί να εγερθεί από το Συμβούλιο σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας, ειδικότερα αν ληφθεί υπόψη ότι το άρθρo 43 περιλαμβανόταν ήδη στην πρόταση για την οποία το ίδιο το Συμβούλιο είχε ζητήσει τη γνωμοδότηση.
(8) * Βλ. υποσημείωση 4.
(9) * Αποφάσεις της 29ης Οκτωβρίου 1980, Roquette Freres κατά Συμβουλίου και Maizena κατά Συμβουλίου, που παρατέθηκαν ήδη, αντιστοίχως σκέψεις 33 και 34.
(10) * 'Οπ.π., σκέψη 36. Η υπογράμμιση είναι δική μου.
(11) * Το ότι το ζήτημα αυτό δεν κρίθηκε με τις αποφάσεις περί ισογλυκόζης αναγνωρίζεται και από εκείνους τους συγγραφείς οι οποίοι τείνουν να αναγνωρίσουν μια τέτοια εξουσία στο Συμβούλιο: βλ., συναφώς, Wyatt και Dashwood: European Community Law , Λονδίνο, 1993, σ. 37 και 38.
(12) * Απόφαση στην υπόθεση 68/86 (Συλλογή 1986, σ. 855, συγκεκριμένα σκέψεις 37 και 38).
(13) * Απόφαση της 22ας Μαΐου 1990, υπόθεση C-70/88, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1990, σ. Ι-2041).
(14) * Απόφαση της 2ας Μαρτίου 1994, υπόθεση C-316/91, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. Ι-625, συγκεκριμένα σκέψεις 12 έως 17).
(15) * Απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, υπόθεση C-65/90, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1992, σ. Ι-4593, σκέψη 16). Προηγουμένως, βλ. απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1982, υπόθεση 817/79, Buyl κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 245, σκέψεις 14 έως 24).
(16) * Βλ., συναφώς, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην υπόθεση C-316/91, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, που παρατέθηκε στην υποσημείωση 14.
(17) * Πρόκειται για καλώς γνωστή νομολογία, εν προκειμένω δε περιορίζομαι να αναφέρω την απόφαση της 22ας Μαΐου 1985, υπόθεση 13/83, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1985, σ. 1513), με την οποία αναγνωρίστηκε στο Κοινοβούλιο το δικαίωμα να ασκεί προσφυγή κατά παραλείψεως βάσει του άρθρου 175 της Συνθήκης, καθώς και την απόφαση της 22ας Μαΐου 1990, υπόθεση C-70/88, που παρατέθηκε ήδη στην υποσημείωση 13, με την οποία αναγνωρίστηκε στο Κοινοβούλιο το δικαίωμα, όπως αναφέρθηκε ήδη, να ασκεί προσφυγή ακυρώσεως βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης.
(18) * Βλ., υπό την έννοια αυτή, την απόφαση της 23ης Απριλίου 1986, υπόθεση 294/83, Les Verts κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1986, σ. 1339, συγκεκριμένα σκέψεις 23 και 24). Η αντίληψη αυτή επιβεβαιώθηκε επανειλημμένως από το Δικαστήριο: βλ., τελευταία, και σε σχέση με το Κοινοβούλιο, την απόφαση της 23ης Μαρτίου 1993, υπόθεση C-314/91, Weber κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1993, σ. Ι-1093, σκέψη 8).
(19) * Το πρόβλημα των ορίων που το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπερβεί, στην ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης, επί ποινή επεμβάσεως στον τομέα που εμπίπτει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα του συνταγματικού νομοθέτη, τέθηκε σαφέστατα από το γενικό εισαγγελέα Van Gerven στις προτάσεις που ανέπτυξε στην υπόθεση C-70/88, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, που παρατέθηκε ήδη στην υποσημείωση 13.
(20) * Εκτός όταν το Κοινοβούλιο, σε δεύτερη ανάγνωση, ενέκρινε ρητά ή σιωπηρά (αν δεν αποφάνθηκε εντός προθεσμίας τριών μηνών) την κοινή θέση του Συμβουλίου, περίπτωση στην οποία κρίθηκε περιττό να οριστεί προθεσμία στο Συμβούλιο το οποίο, τότε, εκδίδει οριστικά τη σχετική πράξη σύμφωνα με την κοινή θέση (άρθρο 189 Γ, στοιχείο β').
(21) * Βλ., επί του σημείου αυτού, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Darmon στην υπόθεση C-41/92, The Liberal Democrats κατά Κοινοβουλίου, που περατώθηκε με διάταξη της 10ης Ιουνίου 1993 (Συλλογή 1993, σ. Ι-3153). Επομένως, δεν συμμερίζομαι την άποψη του Συμβουλίου, το οποίο απέκλειε τη δυνατότητα αυτή με το υπόμνημά του. Δεν θεωρώ χρήσιμο να επεκταθώ περισσότερο επί του ζητήματος αυτού, το οποίο δεν είναι πλέον επίκαιρο μετά τις τροποποιήσεις που έγιναν στο άρθρο 175 με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ.
(22) * Βλ., υπό την έννοια αυτή, την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, υπόθεση 51/87, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5459, συγκεκριμένα σκέψη 2).
(23) * Βλ., συναφώς, τις παραπομπές στην υποσημείωση 6.
(24) * Βλ. τον σαφή ορισμό που έδωσε στην αρχή αυτή ο γενικός εισαγγελέας Mischo με τις προτάσεις που ανέπτυξε στην υπόθεση C-331/88 επί της οποίας εκδόθηκε απόφαση στις 13 Νοεμβρίου 1990, Fedesa κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. Ι-4023).
(25) * Βλ., τελευταία, την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1994, υπόθεση C-353/92, Ελλάδα κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. Ι-3411, συγκεκριμένα σκέψεις 43 έως 48).
(26) * Επί του σημείου αυτού, βλ. την απόφαση της 1ης Απριλίου 1993, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-260/91 και C-261/91, Diversinte και Iberlacta (Συλλογή 1993, σ. Ι-1885, σκέψη 9).
(27) * Βλ., για παράδειγμα, την απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 1990, υπόθεση C-337/88, SAFA (Συλλογή 1990, σ. Ι-1, σκέψη 12).
(28) * Βλ., συναφώς, τις αποφάσεις της 10ης Μαρτίου 1992, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-38/90 και C-151/90, Lomas κ.λπ. (Συλλογή 1992, σ. Ι-1781, σκέψεις 23 και 24), και της 16ης Ιουλίου 1992, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψεις 22 έως 24.
Full & Egal Universal Law Academy