Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Το Arbeidshof της Γάνδης υπέβαλε στο Δικαστήριο ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (1). Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαδικασίας που κινήθηκε κατόπιν ασκήσεως προσφυγής του Guido Van Poucke κατά του βελγικού φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως αυτοτελώς εργαζομένων και αφορούν κυρίως το ζήτημα ποια νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως εφαρμόζεται ως προς ένα πρόσωπο το οποίο, όπως ο Van Poucke, είναι δημόσιος υπάλληλος σε ένα κράτος μέλος και συγχρόνως ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα ως αυτοτελώς εργαζόμενος σε άλλο κράτος μέλος.
2. Από τη Διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι ο Van Poucke είναι ιατρός στις βελγικές ένοπλες δυνάμεις και ότι από την ιδιότητά του αυτή υπάγεται σε ένα ειδικό ασφαλιστικό καθεστώς υπαλλήλων, εντούτοις όμως, όσον αφορά την κάλυψη των δαπανών ιατρικής περιθάλψεως υπάγεται, όπως όλοι οι άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι, στη γενική ασφάλιση κατά ασθενείας και αναπηρίας των εργαζομένων.
3. Δεδομένου ότι ασκεί συγχρόνως αυτοτελώς το επάγγελμα του ιατρού στις Κάτω Χώρες, θεωρήθηκε από τον αρμόδιο βελγικό φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως ότι υπάγεται στο βελγικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως αυτοτελώς εργαζομένων. Το σύστημα αυτό περιλαμβάνει οικογενειακές παροχές, παροχές συντάξεως, μεταξύ των οποίων και τη σύνταξη χήρας, καθώς και παροχές ασθενείας και αναπηρίας.
Ο Van Poucke κατέβαλλε εισφορές στο ασφαλιστικό αυτό σύστημα από το δεύτερο εξάμηνο του 1982, δηλαδή από το χρονικό σημείο κατά το οποίο το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 επεκτάθηκε και στους αυτοτελώς εργαζομένους (2). Στη συνέχεια, άσκησε ένσταση κατά της αποφάσεως με την οποία θεωρήθηκε ότι είχε υποχρέωση καταβολής εισφορών βάσει του συστήματος αυτού και ζήτησε την επιστροφή εισφορών ύψους περίπου ενός εκατομμυρίου βελγικών φράγκων που είχε καταβάλει κατά την περίοδο 1982-1988. Προέβαλε, μεταξύ άλλων, ότι η ασφάλισή του ως αυτοτελώς εργαζομένου δεν συνεπάγεται γι' αυτόν περισσότερα πλεονεκτήματα από αυτά που προκύπτουν από την ασφάλισή του ως δημοσίου υπαλλήλου.
4. Η διαφορά ως προς το ζήτημα αυτό ήχθη ενώπιον του Arbeidsrechtbank te Brugge, όπου ο Van Poucke προέβαλε ότι το βελγικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως αυτοτελώς εργαζομένων δεν μπορεί να εφαρμοστεί από ουσιαστικής απόψεως, δεδομένου ότι δεν ασκεί αυτοτελώς καμία δραστηριότητα στο Βέλγιο, από δε τον κανονισμό 1408/71 δεν είναι δυνατόν, όπως ισχυρίζεται ο αρμόδιος βελγικός ασφαλιστικός φορέας, να συναχθεί το αντίθετο αποτέλεσμα.
5. 'Οσον αφορά τον κανονισμό 1408/71, ο Van Poucke προβάλλει καταρχάς ότι δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού.
Η επιχειρηματολογία αυτή στηρίζεται ιδίως στις διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού κατά τις οποίες ο κανονισμός ισχύει για τους δημόσιους υπαλλήλους "κατά το μέτρο που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία του κράτους μέλους επί της οποίας έχει εφαρμογή ο παρών κανονισμός", και του άρθρου 4, παράγραφος 4, κατά το οποίο ο κανονισμός δεν ισχύει για τα "ειδικά συστήματα των δημοσίων υπαλλήλων".
Ο Van Poucke τόνισε ότι ως δημόσιος υπάλληλος υπάγεται στο ειδικό σύστημα για δημοσίους υπαλλήλους και, επομένως, δεν εμπίπτει στον κανονισμό αυτόν. Το γεγονός ότι, όσον αφορά μια συγκεκριμένη μορφή ασφαλίσεως, δηλαδή τις δαπάνες για την ιατρική περίθαλψη, υπάγεται σε ένα από τα συστήματα ασφαλίσεως επί των οποίων έχει εφαρμογή ο κανονισμός 1408/71 δεν ασκεί εν προκειμένω καμία επιρροή.
6. Στην περίπτωση κατά την οποία θα θεωρούνταν ότι υπάγεται στον κανονισμό, ο Van Poucke ισχυρίζεται ότι ο κανονισμός αυτός δεν περιέχει κανόνες για τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου που μπορούν να εφαρμοστούν ως προς αυτόν.
7. Το Arbeidsrechtbank της Brugge δεν δέχθηκε τα αιτήματα του Van Poucke. Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε, βάσει των στοιχείων που προέκυψαν κατά τη διαδικασία, ότι ο Van Poucke ενέπιπτε στον κανονισμό αυτόν, επειδή υπήγετο, όσον αφορά τις δαπάνες για ιατρική περίθαλψη, σε ένα γενικό ασφαλιστικό σύστημα επί του οποίου έχει εφαρμογή ο κανονισμός. 'Οσον αφορά τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου, το δικαστήριο αναφέρθηκε στο άρθρο 13 του κανονισμού κατά το οποίο ένα πρόσωπο πρέπει να υπόκειται στη νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως ενός μόνο κράτους. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η σχετική διάταξη περί προσδιορισμού του εφαρμοστέου δικαίου πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι το άρθρο 14γ κατά το οποίο το πρόσωπο που ασκεί έμμισθη δραστηριότητα σε ένα κράτος μέλος και μη έμμισθη δραστηριότητα σε άλλο κράτος μέλος υπόκειται στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους μέλους στο οποίο ασκεί την έμμισθη δραστηριότητα. Κατά συνέπεια, ο Van Poucke πρέπει να θεωρηθεί ότι υπόκειται στο βελγικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.
8. Ο Van Poucke εφεσίβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του Arbeidshof της Γάνδης, το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1. α) Ερώτημα απτόμενο της ερμηνείας του άρθρου 1, στοιχείο α', περίπτωση i, και του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, και ειδικότερα του ζητήματος αν εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού μόνιμος εν ενεργεία στρατιωτικός υπηρετών στο Βέλγιο, ως προς τον οποίο επεκτάθηκε η ρύθμιση περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως κατ' ασθενείας και αναπηρίας, τομέας ιατρικής περιθάλψεως, η οποία διέπει τους μισθωτούς.
β) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, θεωρεί το Δικαστήριο ότι, ενόψει του ότι συγκεκριμένος κλάδος κοινωνικής ασφαλίσεως, εν προκειμένω η ασφάλιση κατ' ασθενείας και αναπηρίας, τομέας ιατρικής περιθάλψεως, διέπεται αποκλειστικώς ως προς την εφαρμογή του από νομοθετική ρύθμιση κράτους μέλους, επί της οποίας εφαρμόζεται ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71, συνάγεται εξ αυτού ότι τα πρόσωπα στα οποία αναφέρεται το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού υπάγονται [επίσης] ή υπήγοντο όντως στη νομοθετική ρύθμιση κράτους μέλους, επί της οποίας εφαρμόζεται ο κανονισμός, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71;
γ) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως επί των ερωτημάτων α' και β', έχει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η έκφραση 'κατά το μέτρο που' του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού την έννοια ότι τυγχάνει εφαρμογής μόνον έναντι των προσώπων στα οποία αναφέρεται εν προκειμένω η διάταξη αυτή, σε σχέση με τη νομοθετική ρύθμιση κράτους μέλους επί της οποίας εφαρμόζεται ο κανονισμός;
2. Ερώτημα απτόμενο της ερμηνείας του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ', και του άρθρου 14γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, και ειδικότερα του ζητήματος αν η δραστηριότητα που ασκεί υπό την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου πρόσωπο εμπίπτον στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού εξομοιώνεται, για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 14γ, προς 'μισθωτές υπηρεσίες' .
3. Ερώτημα απτόμενο της ερμηνείας του τίτλου ΙΙ του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, όπου απαντά το άρθρο 14γ αυτού, και ειδικότερα του ζητήματος αν το γεγονός ότι πρόσωπο το οποίο λόγω 'μισθωτής δραστηριότητας' εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού και για τον λόγο αυτό είναι ασφαλισμένο αποκλειστικώς έναντι ενός μόνο κινδύνου (στην προκειμένη περίπτωση κατ' ασθενείας και αναπηρίας, στον τομέα της ιατρικής περιθάλψεως) συνεπάγεται ότι το πρόσωπο αυτό υποχρεούται να καταβάλλει, όσον αφορά τη 'μη μισθωτή δραστηριότητα' , ασφαλιστικές εισφορές αποκλειστικώς για τον κίνδυνο αυτό, ενώ η εφαρμοστέα εθνική νομοθετική ρύθμιση προβλέπει υποχρεωτική και ενιαία ασφάλιση έναντι διαφόρων κινδύνων."
9. Παρατηρήσεις στο Δικαστήριο κατέθεσε μόνον η Επιτροπή. Η άποψη και η επιχειρηματολογία της Επιτροπής συμπίπτουν κατ' ουσίαν με τα στοιχεία που έλαβε υπόψη του το Arbeidsrechtbank. 'Ενα πρόσωπο που βρίσκεται στη θέση του Van Poucke εμπίπτει στον κανονισμό και για τον λόγο αυτό εφαρμόζονται οι διατάξεις του κανονισμού περί του προσδιορισμού του εφαρμοστέου δικαίου καθώς και η αρχή κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος υπόκειται στη νομοθεσία ενός μόνο κράτους μέλους (βλ. άρθρο 13). Η σχετική διάταξη για τον καθορισμό της νομοθεσίας αυτής είναι το άρθρο 14γ από το οποίο προκύπτει ότι ένα πρόσωπο που βρίσκεται στη θέση του Van Poucke υπάγεται πλήρως στο βελγικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως αυτοτελώς εργαζομένων.
10. Πρέπει εκ προοιμίου να επισημανθεί ότι στην προκειμένη υπόθεση, όπως έχει αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, λαμβάνεται σιωπηρώς ως δεδομένο ότι ο Van Poucke μπορεί να υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού μόνο συνεπεία της συνδέσεώς του με το βελγικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ως προς την κάλυψη των δαπανών ιατρικής περιθάλψεως. Επομένως, λαμβάνεται ως δεδομένο ότι οι δραστηριότητες του Van Poucke ως αυτοτελώς εργαζομένου ιατρού στις Κάτω Χώρες δεν έχει σημασία εν προκειμένω. Η θεώρηση αυτή στηρίζεται προφανώς στο ότι ο Van Poucke δεν πρέπει να υπάγεται στο ολλανδικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, δεδομένου ότι το σύστημα αυτό συνδέεει την υποχρέωση ασφαλίσεως προς την κατοικία του ασφαλισμένου και ο Van Poucke έχει κατοικία στο Βέλγιο. Δεδομένου ότι ο κανονισμός, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, ισχύει μόνο "για μισθωτούς ή μη μισθωτούς που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη", ο Van Poucke δεν θα πρέπει επομένως να εμπίπτει στον κανονισμό.
11. Εντούτοις, η θεώρηση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή ενόψει της αποφάσεως του Δικαστηρίου, της 13ης Οκτωβρίου 1993 στην υπόθεση C-121/92, Zinnecker, και για τον λόγο αυτό πρέπει να εξεταστεί αν το Δικαστήριο θα πρέπει να μην απαντήσει στα συγκεκριμένα ερωτήματα που υποβλήθηκαν ως προς το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού. Ενόψει του ότι τα προδικαστικά ερωτήματα υποβλήθηκαν πριν από την έκδοση της αποφάσεως Zinnecker, η απόφαση δε αυτή, όπως θα καταδειχθεί κατωτέρω, λύνει το πρόβλημα που έχει ανακύψει ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, προτείνω στο Δικαστήριο να λάβει θέση υπό το φως της αποφάσεως Zinnecker επί του ζητήματος του προσωπικού πεδίου εφαρμογής του κανονισμού.
12. Η υπόθεση αυτή αφορούσε μια κατάσταση κατά την οποία ένας αυτοτελώς εργαζόμενος, ο Zinnecker, ασκούσε τις δραστηριότητές του και στις Κάτω Χώρες και στη Γερμανία. Δεδομένου ότι η εφαρμογή του κανονισμού 1408/71 επεκτάθηκε το 1982 και στους αυτοτελώς εργαζομένους, ο αρμόδιος ολλανδικός φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως θεώρησε ότι ο Zinnecker έπρεπε να καταβάλει εισφορές κατά το ολλανδικό δίκαιο, όσον αφορά τις δραστηριότητές του στις Κάτω Χώρες. Ο Zinnecker κατοικούσε στη Γερμανία, όπου δεν υπήγετο στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως αυτοτελώς εργαζομένων, επειδή η υπαγωγή στο σύστημα αυτό ήταν εκούσια και αυτός δεν είχε υπαχθεί στο εν λόγω σύστημα. Ο ενδιαφερόμενος προέβαλε ότι δεν υπήγετο ούτε στο ολλανδικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, επειδή δεν πληρούσε την κατά το ολλανδικό δίκαιο προϋπόθεση κατοικίας στις Κάτω Χώρες προκειμένου να υπαχθεί στο σύστημα αυτό. Επομένως, το ζήτημα ήταν αν, υπό τις περιστάσεις αυτές, υπήγετο στον κανονισμό 1408/71. Το Δικαστήριο δέχθηκε στις σκέψεις 12, 13 και 14:
"Συναφώς, διαπιστώνεται ότι στο παράρτημα Ι, μέρος 1, του κανονισμού ορίζεται ως προς τις Κάτω Χώρες ότι ως μη μισθωτός κατά την έννοια του άρθρου 1, περίπτωση α, σημείο ii, του κανονισμού θεωρείται το πρόσωπο που ασκεί δραστηριότητα ή επάγγελμα χωρίς σύμβαση εργασίας. Επομένως, από τη διάταξη αυτή δεν συνάγεται ότι ο ενδιαφερόμενος, για να έχει την ιδιότητα του αυτοτελώς εργαζομένου, πρέπει κατ' ανάγκη να κατοικεί στις Κάτω Χώρες.
Από αυτό προκύπτει ότι ο Zinnecker, παρά το γεγονός ότι δεν πληροί την προϋπόθεση της κατοικίας που επιβάλλεται από την ολλανδική νομοθεσία, πρέπει να θεωρηθεί ως αυτοτελώς εργαζόμενος που εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού.
Μετά τη διαπίστωση αυτή παρέλκει να εξεταστεί αν ο Zinnecker υπόκειται επίσης στη γερμανική νομοθεσία".
13. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο έλαβε θέση επί του ζητήματος αν ο Zinnecker υπήγετο, κατά τις διατάξεις του κανονισμού σχετικά με τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου, στο ολλανδικό ή το γερμανικό δίκαιο. Το Δικαστήριο αναφέρθηκε στο άρθρο 14α, παράγραφος 2, κατά το οποίο το πρόσωπο που ασκεί κανονικά μη έμμισθη δραστηριότητα στο έδαφος δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί, και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ένα πρόσωπο όπως ο Zinnecker υπάγεται στη γερμανική νομοθεσία.
14. 'Ενα πρόσωπο που βρίσκεται στην κατάσταση του Van Poucke υπάγεται, επομένως, ήδη λόγω των δραστηριοτήτων που ασκεί αυτοτελώς στις Κάτω Χώρες στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού.
15. Χάριν πληρότητας, επιθυμώ εντούτοις να παρατηρήσω ότι ο Van Poucke, κατά τη γνώμη μου και για τους λόγους που εξέθεσε η Επιτροπή, πρέπει επίσης να εμπίπτει στον κανονισμό λόγω του ότι είναι ασφαλισμένος στη βελγική γενική ασφάλιση κατά ασθενείας.
16. Επομένως, το ζήτημα που τίθεται είναι ποια νομοθεσία εφαρμόζεται ως προς τον Van Poucke σύμφωνα με τις διατάξεις περί προσδιορισμού του εφαρμοστέου δικαίου που περιέχονται στον τίτλο ΙΙ του κανονισμού.
17. Με μια μόνο εξαίρεση, που δεν έχει σημασία σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, το σύστημα του κανονισμού συνεπάγεται, όπως ελέχθη, ότι τα πρόσωπα τα οποία εμπίπτουν στον κανονισμό υπάγονται αποκλειστικά στη νομοθεσία ενός μόνο κράτους μέλους. Αυτό αποκλείει τη δυνατότητα να υπάγεται ο Van Poucke και στη βελγική και στην ολλανδική νομοθεσία.
18. Καμία από τις διατάξεις του κανονισμού για τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου δεν προβλέπει ρητώς τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου σε καταστάσεις κατά τις οποίες ένα πρόσωπο έχει ασκήσει έμμισθη δραστηριότητα ως δημόσιος υπάλληλος σε ένα κράτος και ασκεί δραστηριότητες ως αυτοτελώς εργαζόμενος σε ένα άλλο.
Οι δύο διατάξεις που είναι οι πλέον ενδεδειγμένες εν προκειμένω για τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου είναι το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ', και το άρθρο 14γ, παράγραφος 1, στοιχείο α'.
Η πρώτη από τις διατάξεις αυτές έχει ως εξής: "Με την επιφύλαξη των άρθρων 14 μέχρι 17: δ) οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι προς αυτούς εξομοιούμενοι υπόκεινται στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται η υπηρεσία που τους απασχολεί".
Η δεύτερη από τις διατάξεις αυτές έχει ως εξής: "Το πρόσωπο που ασκεί ταυτόχρονα μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους και μη μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος άλλου κράτους μέλους υπόκειται: α) με την επιφύλαξη της περιπτώσεως β, στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ασκεί μισθωτή δραστηριότητα (...)".
19. Οποιαδήποτε και από τις δύο αυτές διατάξεις αν εφαρμοστεί, το αποτέλεσμα θα είναι εν προκειμένω ότι ο Van Poucke υπάγεται στη βελγική νομοθεσία.
Η Επιτροπή τονίζει ότι κανονικά δεν έχει σημασία αν εφαρμόζεται ή μια ή η άλλη διάταξη για τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου και φρονεί ότι εν προκειμένω ο προσδιορισμός του εφαρμοστέου δικαίου πρέπει να γίνει βάσει του άρθρου 14γ, παράγραφος 1, στοιχείο α'.
Η εφαρμογή της διατάξεως αυτής προϋποθέτει ότι ένας δημόσιος υπάλληλος, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρείται ως πρόσωπο που ασκεί έμμισθη δραστηριότητα. Η Επιτροπή τονίζει ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι θεωρούνται καταρχήν στο πλαίσιο της Συνθήκης ως εργαζόμενοι, δηλαδή πρόσωπα που ασκούν έμμισθη δραστηριότητα. Αν αυτό δεν συνέβαινε, τότε δεν θα ήταν αναγκαία η εξαίρεση από τον γενικό κανόνα της Συνθήκης περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, που ορίζεται στο άρθρο 48, παράγραφος 4, της Συνθήκης, ως προς τα πρόσωπα που απασχολούνται στη δημόσια διοίκηση.
Μπορώ να συνταχθώ, ως προς το σημείο αυτό, με την άποψη της Επιτροπής.
20. Πρέπει να τονιστεί ότι στο άρθρο 14δ, παράγραφος 1, ορίζεται ότι το πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 14γ, παράγραφος 1, στοιχείο α' "θεωρείται για τους σκοπούς εφαρμογής της νομοθεσίας που καθορίζεται σύμφωνα με αυτές τις διατάξεις, ότι άσκησε το σύνολο της επαγγελματικής του δραστηριότητας ή των επαγγελματικών του δραστηριοτήτων στο έδαφος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους".
Επομένως, από τον κανονισμό προκύπτει ότι ο Van Poucke πρέπει να θεωρηθεί σε σχέση με τη βελγική νομοθεσία σαν να ήταν αυτοτελώς εργαζόμενος στο Βέλγιο. Αν από τη βελγική νομοθεσία προκύπτει ότι ο δημόσιος υπάλληλος, ο οποίος ασκεί επίσης δραστηριότητες ως αυτοτελώς εργαζόμενος, οφείλει να καταβάλει εισφορές στον βελγικό φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως αυτοτελώς εργαζομένων, αποτελεί φυσική απόρροια του κανονισμού το να επιφυλαχθεί στον Van Poucke η ίδια μεταχείριση λόγω των δραστηριοτήτων που ασκεί αυτοτελώς στις Κάτω Χώρες.
Αντιθέτως, είναι σαφές ότι δραστηριότητες που ασκούνται αυτοτελώς στις Κάτω Χώρες δεν μπορούν να σημαίνουν ότι ο Van Poucke οφείλει να καταβάλει περισσότερες οφειλές από αυτές που θα όφειλε να καταβάλει αν ήταν αυτοτελώς εργαζόμενος στο Βέλγιο (3).
Πρόταση
21. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα ερωτήματα ως εξής:
"1) Ο κανονισμός 1408/71 έχει την έννοια ότι ένα πρόσωπο που είναι δημόσιος υπάλληλος στο Βέλγιο και κατοικεί στη χώρα αυτή και συγχρόνως είναι αυτοτελώς εργαζόμενος στις Κάτω Χώρες υπάγεται στον κανονισμό αυτόν.
2) Οι διατάξεις του κανονισμού για τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου συνεπάγονται ότι η νομοθεσία που εφαρμόζεται ως προς το πρόσωπο αυτό είναι η βελγική νομοθεσία".
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
(1) - Κανονισμός 1408/71, όπως κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό 2001/83, ΕΕ L 230, σ. 6. Αυτό το κείμενο του κανονισμού λαμβάνεται ως βάση στην παρούσα υπόθεση.
(2) - Βλ. τον κανονισμό 3795/81, ΕΕ L 143, σ. 1.
(3) - Βλ. συναφώς τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 7ης Ιουλίου 1988, 143/87, Stanton (Συλλογή 1988, σ. 3877), και 154/87 και 155/87, Wolf κ.λπ. (Συλλογή 1988, σ. 3897).
Full & Egal Universal Law Academy