Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Η Piera Scaramuzza είναι υπάλληλος της Επιτροπής βαθμού Β 3. Εδώ και μερικά χρόνια υπηρετεί σε τρίτες χώρες. Στις 4 Ιανουαρίου 1988 τοποθετήθηκε στην αντιπροσωπεία της Επιτροπής στο Όσλο και κατόπιν μετατέθηκε στο γραφείο της Επιτροπής στη Νέα Υόρκη, από τις 17 Ιουνίου 1991.
2. Το καθεστώς αποδοχών το οποίο ισχύει στην περίπτωση της Scaramuzza, ως υπαλλήλου υπηρετούσας σε τρίτη χώρα (στο εξής: ΥΥΤΧ), ρυθμίζεται από το Παράρτημα X του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ). Το Παράρτημα Χ προστέθηκε στον ΚΥΚ με τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) 3019/87 του Συμβουλίου της 5ης Οκτωβρίου 1987 (1). Το παράρτημα Χ φέρει τον τίτλο "Ειδικές και κατά παρέκκλιση διατάξεις που ισχύουν για τους υπαλλήλους οι οποίοι είναι τοποθετημένοι σε τρίτη χώρα". Το άρθρο 11 του Παραρτήματος Χ ορίζει τα εξής:
"Οι αποδοχές καθώς και τα επιδόματα που αναφέρονται στο άρθρο 10, καταβάλλονται σε βελγικά φράγκα στο Βέλγιο, υπόκεινται δε σε διορθωτικό συντελεστή που εφαρμόζεται στις αποδοχές των υπαλλήλων των τοποθετημένων στο Βέλγιο."
Το άρθρο 12 του Παραρτήματος Χ ορίζει τα εξής:
"Μετά από αίτηση του υπαλλήλου, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να αποφασίσει να καταβάλει τις αποδοχές, εν όλω ή εν μέρει, στο νόμισμα του τόπου υπηρεσίας. Στην περίπτωση αυτή, οι αποδοχές αναπροσαρμόζονται βάσει του διορθωτικού συντελεστή, του τόπου υπηρεσίας, μετατρέπονται δε βάσει της αντίστοιχης συναλλαγματικής ισοτιμίας.
Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, δεόντως αιτιολογημένες, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να καταβάλει τις αποδοχές, εν όλω ή εν μέρει, σε άλλο νόμισμα και όχι στο νόμισμα του τόπου υπηρεσίας, σύμφωνα με τις κατάλληλες διαδικασίες με σκοπό να εξασφαλιστεί η διατήρηση της αγοραστικής δύναμης."
Η Επιτροπή εξέδωσε εσωτερικές οδηγίες που εφαρμόζουν το άρθρο 12 του Παραρτήματος Χ. Το άρθρο 1 των εσωτερικών οδηγιών ορίζει τα εξής:
"Κατ' εφαρμογή του άρθρου 12 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ και κατόπιν αιτήσεως του υπαλλήλου, η ΑΔΑ προβαίνει στην πληρωμή στο νόμισμα του τόπου υπηρεσίας μέρους των αποδοχών του μέχρις 80% των καθαρών αποδοχών. Σε περιπτώσεις δεόντως αιτιολογημένες η ΑΔΑ μπορεί να προβεί και στην πληρωμή στο νόμισμα του τόπου υπηρεσίας μέρους των αποδοχών που υπερβαίνει αυτό του 80%"
3. Την 1η Οκτωβρίου 1990 η Scaramuzza ζήτησε να καταβάλλεται το σύνολο του μισθού της στο νόμισμα του τόπου υπηρεσίας με εφαρμογή του αντιστοίχου διορθωτικού συντελεστή, τούτο δε αναδρομικά από την ημερομηνία της τοποθετήσεώς της στο Όσλο. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε από τον Γενικό Διευθυντή Προσωπικού και Διοικήσεως με έγγραφο της 12ης Φεβρουαρίου 1991.
4. Η Scaramuzza άσκησε ένσταση κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία απορρίφθηκε ρητώς από την Επιτροπή με απόφαση εκδοθείσα στις 26 Ιουλίου 1991. Η Scaramuzza άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Πρωτοδικείου. Η προσφυγή της απορρίφθηκε με απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1992 (2). Ήδη η Scaramuzza έχει ασκήσει αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου.
5. Ενώπιον του Πρωτοδικείου η Scaramuzza προέβαλε δύο λόγους ακυρώσεως. Ο πρώτος συνίστατο στο ότι το άρθρο 1 των εσωτερικών οδηγιών αντιβαίνει στο άρθρο 12 του Παραρτήματος Χ, το οποίο δεν περιορίζει το ποσοστό του μισθού του υπαλλήλου που μπορεί να καταβάλλεται σε εγχώριο νόμισμα και δεν παρέχει κανενός είδους εξουσία εκτιμήσεως στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ). Ο λόγος αυτός απορρίφθηκε από το Πρωτοδικείο, το οποίο δέχθηκε ότι το άρθρο 12 του Παραρτήματος Χ, ειδικότερα δε οι λέξεις "μπορεί να αποφασίζει" και "κατόπιν αιτήσεως του υπαλλήλου", παρέχουν στην ΑΔΑ περιθώριο εκτιμήσεως. Με την έκδοση εσωτερικών οδηγιών οι οποίες περιορίζουν στο 80 % το ποσοστό του μισθού που είναι αυτομάτως καταβλητέο στο νόμισμα της χώρας υπηρεσίας, η Επιτροπή δεν υπερέβη τα όρια της διακριτικής εξουσίας της. Μάλιστα, οι υπάλληλοι εξακολουθούν να έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν το 100 % του μισθού τους στο νόμισμα της χώρας υπηρεσίας αν θεμελιώσουν καταλλήλως το σχετικό αίτημά τους.
6. Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως της Scaramuzza αντλείτο από την παραβίαση της αρχής που θεσπίζουν τα άρθρα 64 και 65 του ΚΥΚ, κατά την οποία η αγοραστική δύναμη του μισθού των υπαλλήλων δεν πρέπει να διαφοροποιείται αναλόγως του τόπου υπηρεσίας. Η Scaramuzza προέβαλε επίσης τον ισχυρισμό ότι η πρακτική της Επιτροπής της στερούσε όντως μέρος του μισθού της. Επιπλέον, εάν απαιτείτο από αυτήν, σύμφωνα με το άρθρο 1 των εσωτερικών οδηγιών, να προσκομίσει απόδειξη ως προς τον τρόπο με τον οποίο δαπάνησε το μισθό της, αυτό θα αποτελούσε επέμβαση στην ιδιωτική της ζωή, πράγμα το οποίο αντιβαίνει στο άρθρο 12 της Παγκόσμιας Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
7. Το Πρωτοδικείο απέρριψε τα επιχειρήματα αυτά για λόγους οι οποίοι συνοψίζονται κατωτέρω (στις παραγράφους 17 και 18).
Επί του παραδεκτού
8. Με την αίτησή της αναιρέσεως η Scaramuzza προβάλλει έναν μόνο λόγο αντλούμενο από: α) την παραβίαση της γενικής αρχής του δικαίου * διατυπούμενης στο άρθρο 62 του ΚΥΚ * κατά την οποία ο εργαζόμενος δικαιούται να διαθέτει τον μισθό του όπως επιθυμεί και β) την παραβίαση της γενικής αρχής του δικαίου κατά την οποία η ιδιωτική ζωή του ατόμου πρέπει να γίνεται σεβαστή, αρχή η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στο άρθρο 12 της Παγκόσμιας Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
9. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο ένας και μόνος λόγος αναιρέσεως της αναιρεσείουσας κατ' ουσίαν αντιστοιχεί σε δύο διακεκριμένους λόγους: ο ένας στηρίζεται στο δικαίωμά της να διαθέτει ελεύθερα το μισθό της και ο άλλος στην προβαλλόμενη προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής. Κατά την Επιτροπή, κανένας από τους δύο αυτούς λόγους δεν προβλήθηκε κατά τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και ως εκ τούτου αμφότεροι είναι απαράδεκτοι βάσει του άρθρου 113, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο ορίζει ότι: "Η αίτηση αναιρέσεως δεν πρέπει να μεταβάλει το αντικείμενο της ενώπιον του Πρωτοδικείου δίκης".
10. Όσον αφορά τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Scaramuzza ισχυρίστηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου ότι η Επιτροπή της είχε στερήσει μέρος του μισθού της, ενώ με την αίτησή της αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή, μέσω του τεκμηρίου που θεσπίζει το άρθρο 1 των εσωτερικών οδηγιών, περιορίζει την ελευθερία της να δαπανά το σύνολο των αποδοχών της στον τόπο υπηρεσίας της. Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Scaramuzza επικαλέστηκε για πρώτη φορά την παραβίαση της γενικής αρχής του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής με το υπόμνημα απαντήσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου και ότι ουδαμώς επικαλέστηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
11. Κατά την άποψή μου, ο ισχυρισμός της Επιτροπής ως προς το παραδεκτό δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Ως προς το πρώτο σημείο, ο ισχυρισμός που προβάλλει η Scaramuzza με την αίτηση αναιρέσεως και ο ισχυρισμός που προέβαλε κατά την πρωτοβάθμια δίκη δεν διαφέρουν τόσο πολύ όσο ίσως φαίνεται. Ο ισχυρισμός ότι εμποδίζεται να δαπανά τον μισθό της όπως και όπου επιθυμεί δεν πρέπει να ερμηνεύεται κατά λέξη. Η Scaramuzza είναι ίσως ελεύθερη να διαθέτει όπως επιθυμεί το 20 % των αποδοχών της που καταβάλλεται σε βελγικά φράγκα. Μπορεί, επί παραδείγματι, να το μεταφέρει στη Νορβηγία ή σε οποιαδήποτε άλλη χώρα (υποκείμενο στους εφαρμοστέους κανόνες ελέγχου του συναλλάγματος). Ενδέχεται ωστόσο να διαπιστώσει ότι δεν την συμφέρει να το πράξει, διότι το 20 % υπόκειται στον διορθωτικό συντελεστή που ισχύει για το Βέλγιο και όχι στον υψηλότερο συντελεστή που ισχύει για τη Νορβηγία, με αποτέλεσμα να μειώνεται η αγοραστική του δύναμη κατόπιν της μεταφοράς στη Νορβηγία. Συνεπώς, το περιεχόμενο του ισχυρισμού της Scaramuzza είναι και πάλι ότι στερείται μέρος των αποδοχών της, το οποίο θα της οφειλόταν αν οι σχετικές διατάξεις εφαρμόζονταν προσηκόντως.
12. Όσον αφορά την προβαλλόμενη προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής, αρκεί η επισήμανση ότι με τη σκέψη 27 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Πρωτοδικείο αναφέρεται στον ισχυρισμό της Scaramuzza ότι θα παραβιαζόταν η ιδιωτική της ζωή, κατά παράβαση του άρθρου 12 της Παγκόσμιας Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, εάν απαιτείτο από αυτήν να προσκομίσει απόδειξη για τη φύση και τη διάρθρωση των δαπανών της. Είναι αληθές ότι η Scaramuzza δεν επικαλέστηκε ρητώς το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ενώπιον του Πρωτοδικείου. Ωστόσο, η διάταξη αυτή και το άρθρο 12 της Παγκόσμιας Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχουν σε γενικές γραμμές παρόμοιο περιεχόμενο. Εφόσον έγινε επίκληση μιας από τις διατάξεις αυτές ενώπιον του Πρωτοδικείου και προβλήθηκε το θεμελιώδες δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής, είναι θεμιτό να θεωρηθεί η παραπομπή που έγινε με την αίτηση αναιρέσεως στην άλλη διάταξη απλώς ως ανάπτυξη ενός ζητήματος το οποίο είχε προβληθεί στον πρώτο βαθμό.
Επί της ουσίας
13. Το άρθρο 62 του ΚΥΚ ορίζει ότι "ο υπάλληλος δικαιούται αποδοχών αντιστοίχων με το βαθμό και το κλιμάκιό του εκ μόνου του γεγονότος του διορισμού του". Η πρώτη παράγραφος του άρθρου 63 ορίζει ότι:
"Η αμοιβή των υπαλλήλων εκφράζεται σε βελγικά φράγκα. Καταβάλλεται στο νόμισμα της χώρας όπου ο υπάλληλος ασκεί τα καθήκοντά του."
Η πρώτη παράγραφος του άρθρου 64 ορίζει ότι:
"Οι αποδοχές του υπαλλήλου που εκφράζονται σε βελγικά φράγκα, προσαρμόζονται βάσει συντελεστού αναπροσαρμογής ανωτέρου, κατωτέρου ή ίσου προς το 100 %, ανάλογα με τις συνθήκες ζωής στους διαφόρους τόπους τοποθετήσεως, μετά την αφαίρεση των υποχρεωτικών κρατήσεων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό ή στους κανονισμούς εφαρμογής του."
Το άρθρο 65 του ΚΥΚ επιβάλλει στο Συμβούλιο να προβαίνει κατ' έτος σε εξέταση των αποδοχών των μονίμων και μη μονίμων υπαλλήλων.
14. Κατά παγία νομολογία του Δικαστηρίου, σκοπός των άρθρων 64 και 65 είναι να εξασφαλίζεται ότι όλοι οι υπάλληλοι του ιδίου βαθμού και κλιμακίου έχουν ισοδύναμη αγοραστική δύναμη, ανεξαρτήτως του τόπου υπηρεσίας τους, σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχειρήσεως (3).
15. Οι "ειδικές και κατ' εξαίρεση διατάξεις" του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ εισάγουν εξαίρεση από τα άρθρα 63 και 64 όσον αφορά τους ΥΥΤΧ. Συνέπεια των διατάξεων αυτών, σε συνδυασμό με τις εσωτερικές οδηγίες της Επιτροπής, αποτελεί το γεγονός ότι η ΑΔΑ καταβάλλει μέχρι το 80 % των αποδοχών του υπαλλήλου στο νόμισμα της χώρας υπηρεσίας (εφαρμόζοντας τον διορθωτικό συντελεστή της χώρας αυτής), εάν ο υπάλληλος το ζητήσει, και ότι μπορεί να καταβάλει μεγαλύτερη αναλογία των αποδοχών του υπαλλήλου στο νόμισμα της χώρας υπηρεσίας (εφαρμόζοντας τον κατάλληλο διορθωτικό συντελεστή) μόνον εάν ο υπάλληλος προβάλει επαρκείς λόγους προκειμένου να εισπράττει περισσότερο από το 80 % των αποδοχών του στο νόμισμα αυτό. Κάθε τμήμα των αποδοχών του υπαλλήλου το οποίο δεν καταβάλλεται στο νόμισμα της χώρας υπηρεσίας καταβάλλεται σε βελγικά φράγκα και υπόκειται στον διορθωτικό συντελεστή που ισχύει για το Βέλγιο.
16. Συνεπώς, η διαφορετική μεταχείριση την οποία υπέστη η Scaramuzza, σε σύγκριση με υπάλληλο που υπηρετεί σε κράτος μέλος, αφορά μόνον το 20 % των αποδοχών της. Προκειμένου να εισπράξει το τμήμα αυτό των αποδοχών της στο νόμισμα της χώρας υπηρεσίας, εφαρμοζομένου του συντελεστή που ισχύει για τη χώρα αυτή, πρέπει να εκθέσει ειδικούς λόγους που αποδεικνύουν ότι χρειάζεται να δαπανά περισσότερο από το 80 % του μισθού της εντός της χώρας υπηρεσίας της. Ο ισχυρισμός της ότι στερείται μέρος του μισθού της θα ήταν βάσιμος μόνον εάν δεν υπήρχε αντικειμενική δικαιολόγηση για τη διαφορετική μεταχείρισή της σε σύγκριση με υπάλληλο που υπηρετεί σε κράτος μέλος, όσον αφορά το 20 % των αποδοχών της.
17. Το Πρωτοδικείο, αφού εξέτασε το ζήτημα λεπτομερώς με τις σκέψεις 32 έως 56 της αποφάσεώς του, αποφάνθηκε ότι υπήρχε αντικειμενική δικαιολόγηση για την προπεριγραφείσα διαφορετική μεταχείριση. Το Πρωτοδικείο παρατήρησε ότι οι συναφείς κανόνες στηρίζονται στο τεκμήριο ότι οι υπάλληλοι που υπηρετούν σε κράτος μέλος θα ξοδεύουν κατά πάσα πιθανότητα ολόκληρο τον μισθό τους εντός της χώρας υπηρεσίας, ενώ οι ΥΥΤΧ κατά πάσα πιθανότητα δεν θα ξοδεύουν περισσότερο από το 80 % του μισθού τους εντός της χώρας υπηρεσίας. Τα τεκμήρια αυτά δικαιολογούνται ειδικότερα διότι στους υπαλλήλους της δεύτερης κατηγορίας χορηγήθηκε δωρεάν κατοικία και διότι αυτοί πέτυχαν να τους αποδίδονται όλες οι ιατρικές δαπάνες τους, ενώ οι υπάλληλοι που υπηρετούσαν σε κράτη μέλη έπρεπε να πληρώνουν για τη διαμονή τους και να φέρουν το 20 % των ιατρικών εξόδων τους (βλ. σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
18. Το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ότι ήταν εύλογο να καθορισθεί σε 20 % η αναλογία των αποδοχών την οποία κατά πάσα πιθανότητα δεν θα ξοδεύουν στον τόπο υπηρεσίας τους οι υπάλληλοι που υπηρετούν σε κράτη μη μέλη. Το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι πριν την έναρξη ισχύος του Παραρτήματος Χ του ΚΥΚ οι ΥΥΤΧ ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλλουν το 15 έως 20 % των αποδοχών τους στο όργανο στο οποίο υπηρετούσαν, ως συμμετοχή τους στις δαπάνες για την κατοικία που τους διέθετε το όργανο. Επιπλέον, το ποσοστό 20 % αντιστοιχεί στη σπουδαιότητα που αποδίδεται στις δαπάνες κατοικίας κατά τον υπολογισμό των διορθωτικών συντελεστών για συγκεκριμένο τόπο (σκέψη 48).
19. Συμφωνώ απολύτως με την αιτιολογία που παρέσχε το Πρωτοδικείο, προκειμένου να αποφανθεί ότι η διαφορετική μεταχείριση των υπαλλήλων ανάλογα με το αν υπηρετούν σε κράτος μέλος ή όχι δικαιολογείται αντικειμενικά.
20. Η Scaramuzza, με την αίτησή της αναιρέσεως, δεν επισημαίνει κανένα συγκεκριμένο ελάττωμα στη συλλογιστική της αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Η Scaramuzza θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο, κρίνοντας σύννομη την πρακτική της Επιτροπής, η οποία στηρίζεται στο άρθρο 1 των εσωτερικών οδηγιών, ενέκρινε την καταφανή παραβίαση της γενικής αρχής του δικαίου κατά την οποία ο υπάλληλος δικαιούται να δαπανά τον μισθό του όπως επιθυμεί, παραβίαση την οποία η Επιτροπή δέχεται να παύσει μόνο μέσω διαδικασίας προσβάλλουσας το θεμελιώδες δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής. Η Scaramuzza ισχυρίζεται ότι δεν παίζει κανένα ρόλο το γεγονός ότι οι ΥΥΤΧ έχουν δωρεάν κατοικία και πλήρη κάλυψη υγείας το γεγονός ότι δεν υποβάλλεται στη δαπάνη αυτή στον τόπο υπηρεσίας της δεν μπορεί να περιορίζει το δικαίωμά της να δαπανά το σύνολο των αποδοχών της στον τόπο αυτόν.
21. Όπως έχω ήδη επισημάνει, ο επίμαχος κανόνας δεν εμποδίζει τη Scaramuzza να δαπανά τον μισθό της όπως και όπου επιθυμεί ή να μεταφέρει το 20 % αυτού από το Βέλγιο στον τόπο υπηρεσίας της. Ενδέχεται βεβαίως να διαπιστώσει ότι δεν τη συμφέρει να το πράξει, εκτός εάν εφαρμόζεται στο 20 % ο διορθωτικός συντελεστής του τόπου κατοικίας της. Εάν η Scaramuzza επιθυμεί να εφαρμόζεται ο συντελεστής αυτός στο 20 % ή σε μέρος αυτού, οφείλει, βάσει του άρθρου 1 των εσωτερικών οδηγιών, να υποβάλει αίτηση στην Επιτροπή, εκθέτοντας τους λόγους που δικαιολογούν την καταβολή ποσοστού άνω του 80 % των αποδοχών της στο νόμισμα του τόπου υπηρεσίας της.
22. Η Scaramuzza εναντιώνεται κατά της προϋποθέσεως αυτής, ισχυριζόμενη ότι συνεπάγεται παραβίαση της ιδιωτικής της ζωής, αντιβαίνουσα στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στο άρθρο 12 της Παγκόσμιας Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Και οι δύο αυτές πράξεις διακηρύσσουν το δικαίωμα του ατόμου να γίνεται σεβαστή η ιδιωτική και οικογενειακή του ζωή, η κατοικία του και η αλληλογραφία του.
23. Μολονότι στον πρώτο βαθμό έγινε επίκληση του άρθρου 12 της Παγκόσμιας Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (όπως προκύπτει σαφώς από τη σκέψη 27 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), το Πρωτοδικείο, παρά την κατά τα άλλα διεξοδική ανάλυσή του, δεν αποφάνθηκε ειδικά επί της προβληθείσας προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ωστόσο, δεν νομίζω ότι η απόφαση πρέπει να αναιρεθεί για τον λόγο αυτό.
24. Κατά παγία νομολογία του Δικαστηρίου (4), τα θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των γενικών αρχών του δικαίου, για την τήρηση του οποίου μεριμνά το Δικαστήριο. Προς τούτο, το Δικαστήριο εμπνέεται από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, καθώς και από τις κατευθύνσεις τις οποίες παρέχουν οι διεθνείς συνθήκες για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, για τις οποίες έχουν συνεργαστεί ή στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει ειδική σημασία συναφώς.
25. Είναι σαφές ότι τα κοινοτικά όργανα, όταν εφαρμόζουν στους υπαλλήλους τους τον ΚΥΚ, πρέπει να σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής, το οποίο διατυπώνεται με το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ωστόσο, δεν νομίζω ότι ένας κανόνας, ο οποίος απαιτεί από τον υπάλληλο να εκθέσει τους λόγους που δικαιολογούν την καταβολή ποσοστού άνω του 80 % των αποδοχών του στο νόμισμα του τόπου υπηρεσίας του, μπορεί αφ' εαυτού να συνεπάγεται προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής.
26. Τούτο δεν σημαίνει ότι η εφαρμογή του κανόνα αυτού δεν μπορεί ποτέ να οδηγήσει στην προσβολή του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής. Έχει μεγάλη σημασία το είδος των πληροφοριών που ζητεί η Επιτροπή πριν δεχθεί αίτηση καταβολής ποσοστού άνω του 80 % των αποδοχών ενός υπαλλήλου στο νόμισμα του τόπου υπηρεσίας του. Εάν η Επιτροπή αρκείται σε μια δήλωση, η οποία εξηγεί ότι ο υπάλληλος δεν έχει οικονομικές υποχρεώσεις στο Βέλγιο ή στο κράτος μέλος καταγωγής του και η οποία παρέχει βασικά στοιχεία για εξαιρετικές δαπάνες στις οποίες έχει προβεί ο υπάλληλος στην χώρα υπηρεσίας (επί παραδείγματι, την αγορά κατοικίας, ιστιοπλοϊκού σκάφους ή μηχανοκίνητου τροχόσπιτου), δεν νομίζω ότι βλάπτεται το δικαίωμα ιδιωτικής ζωής του υπαλλήλου με την αποκάλυψη των πληροφοριών αυτών. Εάν, αντιθέτως η Επιτροπή απαιτούσε στοιχεία σχετικά με όλες τις δαπάνες του υπαλλήλου για ορισμένο χρονικό διάστημα ή εάν απαιτούσε να λαμβάνει γνώση όλης της κινήσεως του λογαριασμού του, τούτο θα αποτελούσε προφανώς διαφορετικό ζήτημα.
27. Η Scaramuzza δεν ισχυρίστηκε ότι υπήρξε τέτοιου είδους απαίτηση πληροφορήσεως. Βάλλει απλώς κατά του κανόνα αυτού καθαυτού. Για τους ως άνω λόγους, δεν νομίζω ότι η προσφυγή αυτή μπορεί να ευδοκιμήσει.
28. Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
29. Βάσει του άρθρου 70 του Κανονισμού Διαδικασίας, ο συνήθης κανόνας στις ένδικες διαφορές μεταξύ των κοινοτικών οργάνων και των υπαλλήλων τους είναι ότι τα όργανα φέρουν τα έξοδά τους. Ωστόσο, βάσει της δευτέρας παραγράφου του άρθρου 122 του Κανονισμού Διαδικασίας, ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση των αιτήσεων αναιρέσεως, εκτός εάν η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από το όργανο. Συνεπώς, όσον αφορά τα έξοδα της αναιρέσεως, έχει εφαρμογή ο γενικός κανόνας του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας και ως εκ τούτου η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στα έξοδα της αναιρέσεως.
Πρόταση
30. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως
2) να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα έξοδα της αναιρέσεως.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
(1) * ΕΕ 1987, L 286, σ. 3.
(2) * Υπόθεση Τ-75/91, Scaramuzza κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-2257).
(3) * Βλ., επί παραδείγματι, την υπόθεση C-301/90, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1992, σ. Ι-221, σκέψη 22).
(4) * Βλ., επί παραδείγματι, την υπόθεση C-260/89, ΕΡΤ (Συλλογή 1991, σ. Ι-2925, σκέψη 41).
Full & Egal Universal Law Academy