Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Στις υπό κρίση συνεκδικαζόμενες υποθέσεις, η Pretura Circondariale di Perugia και η Pretura Circondariale di Caserta υπέβαλαν προδικαστικά ερωτήματα ως προς το κύρος ορισμένων κανονισμών που αφορούν την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του ακατέργαστου καπνού.
2. Στην υπόθεση C-133/93, ειδικότερα, η Pretura Circondariale di Perugia ζήτησε την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί ερωτήματος που αφορά το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 1114/88 του Συμβουλίου, της 25ης Απριλίου 1988 (1), που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΟΚ) 727/70 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του ακατέργαστου καπνού και το κύρος όσων κανονισμών εκδόθηκαν προς εφαρμογή του.
3. Στις υποθέσεις C-300/93 και C-362/93, η Pretura Circondariale di Caserta ζήτησε την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί ερωτήματος που αφορά το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 1738/91 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1991 (2), για τον καθορισμό, για τη συγκομιδή 1991, των τιμών στόχου, των τιμών παρέμβασης και των πριμοδοτήσεων που χορηγούνται στους αγοραστές καπνού σε φύλλα, των παραγώγων τιμών παρέμβασης του δεματοποιημένου καπνού, των ποιοτήτων αναφοράς, των ζωνών παραγωγής και των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1331/90. Στην υπόθεση C-362/93, το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε επίσης προδικαστικό ερώτημα ως προς το κύρος των κανονισμών που εκδόθηκαν προς εφαρμογή του κανονισμού 1738/91.
4. Με Διάταξη της 4ης Φεβρουαρίoυ 1994, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου απόφασισε να ενώσει τις υποθέσεις αυτές προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
5. Θα εξετάσω καταρχάς την κρίσιμη για την παρούσα διαδικασία κοινοτική νομοθεσία. Θα εξετάσω στη συνέχεια τα ζητήματα που ανακύπτουν από τα υποβληθέντα ερωτήματα.
Το νομοθετικό πλαίσιο
6. Κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του ακατέργαστου καπνού δημιουργήθηκε για πρώτη φορά από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 727/70 (3) του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, ο οποίος προέβλεπε καθεστώς παρεμβάσεως βασιζόμενο σε ένα σύστημα τιμών στόχου και τιμών παρεμβάσεως. Το Συμβούλιο ήταν υπεύθυνο για τον ετήσιο καθορισμό τιμής στόχου και τιμής παρεμβάσεως για τον κοινοτικό καπνό σε φύλλα για τη συγκομιδή του επομένου ημερολογιακού έτους. Η τιμή παρεμβάσεως καθορίστηκε αρχικά στο 90 % της τιμής στόχου και αποτελούσε την ελάχιστη τιμή στην οποία οι παραγωγοί μπορούσαν να διαθέσουν τα προϊόντα τους. Οι παραγωγοί μπορούσαν να πωλούν τα προϊόντα τους είτε στους οργανισμούς παρεμβάσεως, οι οποίοι υποχρεούνταν να αγοράζουν στην τιμή παρεμβάσεως, είτε στην αγορά. Προκειμένου να παρακινηθούν οι χρήστες να αγοράζουν απευθείας από παραγωγούς σε τιμή παραγωγής όσο το δυνατόν πλησιέστερη προς την τιμή στόχου, το άρθρο 3, παράγραφος 1, όριζε ότι, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, χορηγείται πριμοδότηση σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, που αγοράζουν καπνό σε φύλλα απευθείας από τους παραγωγούς της Κοινότητας και τα οποία έχουν αναλάβει την πρώτη επεξεργασία και συσκευασία του καπνού. Η παράγραφος 2 του ιδίου άρθρου επεξέτεινε την πριμοδότηση σε μεμονωμένους παραγωγούς ή ενώσεις παραγωγών οι οποίοι υποβάλλουν τον δικό τους καπνό σε φύλλα σε εργασίες εμπορικής επεξεργασίας και συσκευασίας.
7. Προκειμένου να ελεγχθεί η αύξηση της κοινοτικής παραγωγής, ο κανονισμός 1114/88 προέβλεψε την εισαγωγή μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων. Με τον κανονισμό αυτό προστέθηκε μια πέμπτη παράγραφος στο άρθρο 4 του κανονισμού 727/70 η οποία ορίζει τα εξής:
"Κάθε χρόνο το Συμβούλιο καθορίζει, (...) για καθεμία από τις ποικιλίες ή ομάδες ποικιλιών καπνού της κοινοτικής παραγωγής για τις οποίες καθορίζονται οι τιμές και οι πριμοδοτήσεις, μια μέγιστη εγγυημένη ποσότητα, συναρτήσει ιδίως των συνθηκών της αγοράς και των κοινωνικοοικονομικών και γεωργικών συνθηκών των συγκεκριμένων περιφερειών. Η ολική μέγιστη ποσότητα για την Κοινότητα καθορίζεται για καθεμία από τις συγκομιδές 1988, 1989 και 1990 σε 385 000 τόνους καπνού σε φύλλα.
Με την επιφύλαξη των άρθρων 12α και 13, για κάθε υπέρβαση κατά 1 % της μέγιστης εγγυημένης ποσότητας για μια ποικιλία ή για μια ομάδα ποικιλιών, αντιστοιχεί μια μείωση κατά 1 % των τιμών παρέμβασης καθώς και των σχετικών πριμοδοτήσεων. 'Ενας διορθωτικός συντελεστής, αντίστοιχος της μείωσης της πριμοδότησης, εφαρμόζεται στην τιμή στόχου της εν λόγω συγκομιδής.
Οι μειώσεις που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο δεν υπερβαίνουν το 5 % για τη συγκομιδή 1988 και το 15 % για τις συγκομιδές 1989 και 1990.
Για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, η Επιτροπή διαπιστώνει πριν από τις 31 Ιουλίου αν η παραγωγή υπερβαίνει τη μέγιστη εγγυημένη ποσότητα για μία ποικιλία ή για μία ομάδα ποικιλιών.
(...)"
8. To πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 4 τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1251/89 (4) του Συμβουλίου, της 3ης Μαΐου 1989, ο οποίος, για να επιτρέψει στους παραγωγούς να προγραμματίσουν την παραγωγή τους, προέβλεψε ότι το Συμβούλιο καθορίζει κάθε χρόνο τη μέγιστη εγγυημένη ποσότητα για τη συγκομιδή του επομένου έτους. Το άρθρο 4, παράγραφος 5, τροποποιήθηκε περαιτέρω από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1329/90 (5) του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 1990, ο οποίος καθόρισε τη συνολική μέγιστη εγγυημένη ποσότητα σε 385 000 τόνους για κάθε μία από τις συγκομιδές των ετών 1988 έως 1993 προέβλεψε επίσης ότι οι μειώσεις που αναφέρονται στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 4 δεν πρέπει να υπερβαίνουν το 15 % για τις συγκομιδές από το 1989 έως το 1993 (6).
9. Σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 4, η Επιτροπή με τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 2158/89, της 18ης Ιουλίου 1989 (7), 2046/90, της 18ης Ιουλίου 1990 (8), 2267/91, της 29ης Ιουλίου 1991 (9), και 2178/92, της 30ής Ιουλίου 1992 (10), καθόρισε τις όντως παραχθείσες ποσότητες και τις τιμές και πριμοδοτήσεις που καταβάλλονται για τις συγκομιδές των ετών 1988, 1989, 1990 και 1991, αντιστοίχως.
10. Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2075/92, της 30ής Ιουνίου 1992 (11) καταργήθηκε ο κανονισμός 727/70 και ιδρύθηκε νέα κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του ακατέργαστου καπνού με ισχύ από τη συγκομιδή του 1993. Η νέα κοινή οργάνωση αγοράς διαφέρει ουσιωδώς από την προηγούμενη. Το προοίμιο του κανονισμού 2075/92 ορίζει στην τρίτη αιτιολογική σκέψη ότι η παρούσα κατάσταση της αγοράς καπνού απαιτεί ουσιαστική τροποποίηση του κοινοτικού καθεστώτος, διατηρώντας την καπνοκαλλιέργεια από τους παραδοσιακούς παραγωγούς αναφέρεται επίσης στην ανάγκη περιορισμού της παραγωγής σε συνδυασμό με τις ανάγκες της αγοράς και τις απαιτήσεις του κοινοτικού προϋπολογισμού. Το άρθρο 1 ορίζει ότι η κοινή οργάνωση αγορών περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, μέτρα προσανατολισμού και ελέγχου της παραγωγής.
11. Το άρθρο 8 καθορίζει τη μέγιστη εγγυημένη ποσότητα για την Κοινότητα και προβλέπει ότι το Συμβούλιο καθορίζει ετησίως ειδικά όρια εγγυήσεως για καθεμία ομάδα ποικιλιών. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η τήρηση των ορίων εγγυήσεως, το άρθρο 9 θεσπίζει για τη συγκομιδή των ετών 1993 έως 1997 ένα καθεστώς ποσοστώσεων μεταποιήσεως. Το Συμβούλιο πρέπει να κατανείμει ανά συγκομιδή τις διαθέσιμες ποσότητες για κάθε ομάδα ποικιλιών μεταξύ των κρατών μελών παραγωγής. Γενικώς, τα κράτη μέλη έχουν δύο επιλογές. Βάσει των ποσοτήτων που τους διατίθενται, μπορούν να κατανείμουν τις ποσοστώσεις μεταποιήσεως μεταξύ των επιχειρήσεων "πρώτης μεταποιήσεως". Εναλλακτικώς, υπό ορισμένους όρους, μπορούν να διανείμουν τις ποσοστώσεις απευθείας στους παραγωγούς.
12. Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3477/92, της 1ης Δεκεμβρίου 1992, η Επιτροπή θέσπισε λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή του καθεστώτος ποσοστώσεων του ακατέργαστου καπνού για τη συγκομιδή του 1993 και του 1994 (12).
Υπόθεση C-133/93
13. O Crispoltoni είναι καπνοπαραγωγός στο Lerchi της επαρχίας Perugia. Παρέδωσε στη Fattoria Autonoma Tabacchi di Citta di Castello (στο εξής: Fattoria), επαγγελματική ένωση της οποίας είναι μέλος και η οποία πραγματοποιεί την πρώτη επεξεργασία και συσκευασία των φύλλων καπνού, ορισμένη ποσότητα καπνού σε φύλλα της ποικιλίας Bright συγκομιδής 1991. 'Ελαβε, προκαταβολικώς και έναντι εγγυοδοσίας, την πριμοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 727/70. Κατόπιν της διαπιστώσεως της Επιτροπής ότι η παραγωγή καπνού της ποικιλίας Bright υπερέβη τη μεγίστη εγγυημένη ποσότητα για τη συγκομιδή 1991 (13), η πριμοδότηση αυτή μειώθηκε κατά 15 %. Με έγγραφο της 14ης Δεκεμβρίου 1992, ο Azienda di Stato per gli interventi sul mercato agricolo (στο εξής: ΑΙΜΑ), ιταλικός οργανισμός παρεμβάσεως, ζήτησε από τη Fattoria την επιστροφή του ποσού που αντιστοιχεί στη μείωση κατά 15 % των πριμοδοτήσεων. Η Fattoria ενημέρωσε τα μέλη της, συμπεριλαμβανομένου του Crispoltoni, για το αίτημα αυτό. Mε έγγραφο της 18ης Ιανουαρίου 1993, η Fattoria διευκρίνισε ότι το οφειλόμενο από τον Crispoltoni ποσό ανέρχεται σε 4 400 000 ιταλικές λίρες (LIT).
14. Στο πλαίσιο της κυρίας δίκης ο Crispoltoni βάλλει κατά του αιτήματος επιστροφής το οποίο προέβαλε η Fattoria με το αιτιολογικό ότι ο κανονισμός 1114/88 (στο εξής: κανονισμός) είναι ανίσχυρος. Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα ως προς το κύρος του κανονισμού αυτού "και των κανονισμών που εκδόθηκαν προς εφαρμογή του".
15. Με τη Διάταξη περί παραπομπής το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες ως προς το κύρος του κανονισμού και των κανονισμών που εκδόθηκαν προς εφαρμογή του. Διερωτάται αν οι κανονισμοί αυτοί είναι κατάλληλοι για την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκουν και θέτει το ζήτημα αν θα πρέπει να κηρυχθούν άκυροι με το αιτιολογικό ότι εκδόθηκαν κατά κατάχρηση εξουσίας.
16. Πριν ασχοληθώ με την ουσία της υποθέσεως, πρέπει να εξετάσω μια προκαταρκτική ένσταση που προέβαλε το Συμβούλιο.
17. Η Διάταξη περί παραπομπής παρέχει λίγες πληροφορίες περί των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως. Το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι το γεγονός αυτό συνιστά παραβίαση της αρχής της δικαστικής συνεργασίας την οποία καθιερώνει το άρθρο 177. Παραπέμπει στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Telemarsicabruzzo (14) και ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο θα έπρεπε να αρνηθεί να απαντήσει στο υποβληθέν ερώτημα.
18. 'Οπως ανέφερα στις πρόσφατες προτάσεις μου στην υπόθεση Vaneetveld (15), είναι χρήσιμο, και σε ορισμένες περιπτώσεις αναγκαίο, το εθνικό δικαστήριο να εκθέτει εν συντομία το πραγματικό πλαίσιο στο οποίο ανέκυψαν τα προδικαστικά ερωτήματα. Τούτο δεν σημαίνει ωστόσο ότι η Διάταξη περί παραπομπής, η οποία περιλαμβάνει ελάχιστες πληροφορίες ή δεν περιλαμβάνει καμία πληροφορία περί των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, πρέπει οπωσδήποτε να απορριφθεί. Υπό τον όρον ότι τα υποβληθέντα ερωτήματα δεν είναι υποθετικά (16) και ότι η διαδικασία για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δεν χρησιμοποιείται καταχρηστικώς (17), όταν το Δικαστήριο αποφασίζει αν θα απαντήσει στα υποβληθέντα ερωτήματα λαμβάνει κυρίως υπόψη ένα λειτουργικό κριτήριο, ήτοι αν μπορεί να δοθεί λυσιτελής απάντηση στο εθνικό δικαστήριο.
19. Στην υπόθεση Telemarsicabruzzo (18), το Δικαστήριο έκρινε ότι η ανάγκη ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, η οποία είναι χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο, επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο να προσδιορίζει το πραγματικό και νομικό πλαίσιο των ερωτημάτων ή τουλάχιστον να εξηγεί τις πραγματικές υποθέσεις επί των οποίων στηρίζονται. Στην υπόθεση Vaneetveld το Δικαστήριο έκρινε ωστόσο ότι η απαίτηση αυτή είναι λιγότερο επιτακτική στις περιπτώσεις όπου το περιεχόμενο των ερωτημάτων είναι τέτοιο ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να απαντήσει λυσιτελώς ακόμη και όταν το εθνικό δικαστήριο δεν έχει δώσει εξαντλητική περιγραφή της νομικής και πραγματικής καταστάσεως (19). Στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο απάντησε στα προδικαστικά ερωτήματα με το αιτιολογικό ότι ο φάκελος που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο και οι ισχυρισμοί των διαδίκων της κυρίας δίκης είχαν παράσχει αρκετές πληροφορίες στο Δικαστήριο ώστε να μπορέσει να ερμηνεύσει τους επίμαχους κανόνες του κοινοτικού δικαίου σε σχέση με την κατάσταση που αποτελούσε το αντικείμενο της κυρίας δίκης.
20. Noμίζω ότι παρεμφερείς σκέψεις ισχύουν και στην παρούσα υπόθεση. Η Διάταξη περί παραπομπής καθορίζει το νομικό πλαίσιο της υποθέσεως. Τα κύρια παραγματικά περιστατικά τα οποία δεν αμφισβητούνται προκύπτουν από τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν στο Δικαστήριο ο Crispoltoni, η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή. Εν αντιθέσει προς τις υποθέσεις Telemarsicabruzzo και Μonin (20), στην υπό κρίση υπόθεση το ζήτημα αφορά άμεσα το κύρος κοινοτικών πράξεων και δεν είναι δύσκολο να διακρίνουμε τη σημασία των προδικαστικών ερωτημάτων για την κύρια δίκη. Επίσης, τουλάχιστον εν μέρει, το νομικό και πραγματικό πλαίσιο της υποθέσεως είναι γνωστό στο Δικαστήριο από προηγούμενη παραπομπή του ιδίου δικαστηρίου αφορώσα τον ίδιο παραγωγό, η οποία κατέληξε στην απόφαση του Δικαστηρίου στην προηγούμενη υπόθεση Crispoltoni (21), όπως εκτέθηκε με την παρούσα Διάταξη περί παραπομπής. Η υπό κρίση υπόθεση δεν μπορεί να συγκριθεί ούτε με την υπόθεση Meilicke (22), στο πλαίσιο της οποίας από τη Διάταξη περί παραπομπής προέκυπτε ότι τα υποβληθέντα ερωτήματα είχαν υποθετικό χαρακτήρα.
21. Λόγοι οικονομίας της δίκης επίσης ενισχύουν την άποψη ότι το Δικαστήριο πρέπει να απαντήσει στο υποβληθέν στην υπόθεση αυτή ερώτημα. Εάν το Δικαστήριο αρνούνταν να απαντήσει, με το αιτιολογικό ότι η Διάταξη περί παραπομπής περιέχει ελάχιστες πληροφορίες περί των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, είναι πιθανόν ότι θα χωρούσε νέα παραπομπή. Τούτο θα οδηγούσε σε μεγαλύτερη καθυστέρηση, σε αύξηση των εξόδων και θα αντιστρατευόταν τους σκοπούς του άρθρου 177.
22. 'Ερχομαι, επομένως, στην εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος.
23. Ο Crispoltoni και η Ελληνική Κυβέρνηση ισχυρίζονται ότι ο κανονισμός είναι άκυρος, με το αιτιολογικό ότι εκδόθηκε κατά κατάχρηση εξουσίας. Η Ελληνική Κυβέρνηση ισχυρίζεται επίσης ότι ο κανονισμός πρέπει να ακυρωθεί με το αιτιολογικό ότι συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι ο κανονισμός συνιστά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή βάλλουν κατά των ισχυρισμών αυτών.
24. Θα εξετάσω καταρχάς τον ισχυρισμό ότι ο κανονισμός εκδόθηκε κατά κατάχρηση εξουσίας. Θα εξετάσω, στη συνέχεια, τους ισχυρισμούς ότι συνιστά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Θα εξετάσω τέλος τον ισχυρισμό ότι ο κανονισμός συνιστά παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Ο σχετικός με την κατάχρηση εξουσίας ισχυρισμός
25. Ο Crispoltoni ισχυρίζεται ότι δεν αμφισβητεί την ορθότητα του βασικού σκοπού του κανονισμού, ο οποίος έγκειται στον έλεγχο της κοινοτικής παραγωγής καπνού. Διατείνεται ότι ένας υπεύθυνος παραγωγός είναι αδύνατον να μη συμμερίζεται την άποψη ότι πρέπει να περιοριστεί η παραγωγή καπνού. Θεωρεί ωστόσο ότι τα ληφθέντα μέτρα είναι αναποτελεσματικά και ακατάλληλα για την επίτευξη του σκοπού αυτού.
26. Ο Crispoltoni υποστηρίζει ότι, υπό το καθεστώς που εισήγαγε ο κανονισμός, η υπέρβαση της μεγίστης εγγυημένης ποσότητας για ορισμένη ποικιλία καπνού έχει ως αποτέλεσμα μείωση των τιμών και των πριμοδοτήσεων, η οποία θίγει όλους τους παραγωγούς της ποικιλίας αυτής περιλαμβανομένων και των μη υπευθύνων για την υπέρβαση της παραγωγής. Προκειμένου να περιοριστεί "κάθε αύξηση στην παραγωγή" όπως αναφέρθηκε στο προοίμιο του κανονισμού (23), δεν αρκεί ο καθορισμός μεγίστης εγγυημένης ποσότητας και η επιβολή κυρώσεων λόγω υπερβάσεως της παραγωγής σε όλους αδιακρίτως τους παραγωγούς. Ο καθορισμός των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων πρέπει να συνοδεύεται από μέτρα όπως αυτά που θεσπίζει ο κανονισμός 2075/92, ο οποίος προβλέπει την κατανομή από τα κράτη μέλη των ποσοστώσεων στις μεταποιητικές επιχειρήσεις ή στους παραγωγούς. Ο Crispoltoni καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το καθεστώς που θεσπίζει ο κανονισμός είναι ακατάλληλο για την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει διότι είναι ελλιπές.
27. Η Ελληνική Κυβέρνηση ισχυρίζεται επίσης ότι το καθεστώς των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων ενέχει κατάχρηση εξουσίας. Παραπέμπει στο άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχείο β', της Συνθήκης, κατά το οποίο ένας από τους στόχους της κοινής γεωργικής πολιτικής είναι να εξασφαλίζει ένα δίκαιο βιοτικό επίπεδο στον γεωργικό πληθυσμό, ιδίως με την αύξηση του ατομικού εισοδήματος των εργαζομένων στη γεωργία. Αναφέρεται επίσης στο άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, κατά το οποίο η κοινή οργάνωση πρέπει να περιορίζεται στην επιδίωξη των στόχων του άρθρου 39 και να αποκλείει κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών ή καταναλωτών εντός της Κοινότητας.
28. Το επιχείρημα της Ελληνικής Κυβερνήσεως, όπως το αντιλαμβάνομαι, είναι ότι ο κανονισμός συνιστά παράβαση των διατάξεων αυτών. Το γεγονός ότι ο κανονισμός δεν προβλέπει την κατανομή ατομικών ποσοστώσεων σε παραγωγούς καθιστά αδύνατη την εξασφάλιση δικαίου βιοτικού επιπέδου για τους παραγωγούς και οδηγεί σε μείωση του εισοδήματός τους.
29. Το Δικαστήριο έχει κρίνει κατ' επανάληψη ότι μία πράξη εκδίδεται κατά κατάχρηση εξουσίας όταν από αντικειμενικές, κρίσιμες και συγκλίνουσες ενδείξεις προκύπτει ότι εκδόθηκε με αποκλειστικό ή, τουλάχιστον, πρωταρχικό σκοπό άλλο εκτός του υπ' αυτής αναφερομένου ή την καταστρατήγηση της διαδικασίας που προβλέπεται ειδικά στη Συνθήκη για την αντιμετώπιση των οικείων περιστάσεων (24). Προκειμένου να ακυρωθεί πράξη με το αιτιολογικό ότι εκδόθηκε κατά κατάχρηση εξουσίας, πρέπει να αποδειχθεί ότι εκδόθηκε για την επίτευξη σκοπού διαφορετικού από τον υπ' αυτής αναφερόμενο.
30. Ο Crispoltoni ισχυρίζεται ότι μία πράξη εκδίδεται κατά κατάχρηση εξουσίας όχι μόνον όταν επιδιώκει σκοπό ξένο προς τους υπ' αυτής αναφερομένους, αλλά και όταν είναι προδήλως ακατάλληλη για την επίτευξη των σκοπών αυτών.
31. Νομίζω ότι είναι σκοπιμότερο να γίνει διάκριση μεταξύ καταχρήσεως εξουσίας και παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας. Προκειμένου να αποδειχθεί ότι μια πράξη εκδόθηκε κατά κατάχρηση εξουσίας, ο προσφεύγων πρέπει να αποδείξει ότι το κοινοτικό όργανο την εξέδωσε προς επιδίωξη άλλου σκοπού και όχι του υπ' αυτής νομίμως επιδιωκομένου. Επομένως, ο ισχυρισμός περί καταχρήσεως εξουσίας συνεπάγεται έρευνα ως προς τα κίνητρα του οργάνου το οποίο εξέδωσε την οικεία πράξη (25).
32. Αντιθέτως, η αρχή της αναλογικότητας προϋποθέτει αντικειμενικό έλεγχο. Προκειμένου να αποδειχθεί αν μια διάταξη κοινοτικού δικαίου συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας, είναι ανάγκη να αποδειχθεί αν τα χρησιμοποιούμενα για την επίτευξη του σκοπού μέσα είναι ανάλογα με τη σπουδαιότητα του σκοπού και αν είναι αναγκαία για την επίτευξή του (26).
33. Είναι αληθές ότι, όπως ισχυρίζεται o Crispoltoni, η πρόδηλη ακαταλληλότητα ενός μέτρου για την επίτευξη του επιδιωκομένου από το αρμόδιο όργανο σκοπού μπορεί να θίξει τη νομιμότητά του (27). Τούτο δεν σημαίνει ωστόσο ότι στην περίπτωση αυτή το μέτρο έχει ληφθεί οπωσδήποτε κατά κατάχρηση εξουσίας. Εάν ένα μέτρο είναι προδήλως ακατάλληλο για την επίτευξη των σκοπών του, τούτο αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι το όργανο το έλαβε προκειμένου να επιτύχει άλλο σκοπό και όχι αυτόν τον οποίο δικαιούνταν να επιδιώξει. Κατά γενικό κανόνα ωστόσο, η χρησιμοποίηση μέσων προδήλως ακαταλλήλων για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
34. Σύμφωνα με το προοίμιό του, ο κανονισμός επιδιώκει διττό σκοπό. Ο σκοπός αυτός έγκειται στον περιορισμό κάθε αυξήσεως της καπνοπαραγωγής της Κοινότητας και, συγχρόνως, στην αποθάρρυνση της παραγωγής ποικιλιών των οποίων η διάθεση παρουσιάζει δυσκολίες (28). Το προοίμιο αναφέρεται επίσης στην ανάγκη "να συνεχιστεί μια πολιτική προσανατολισμού προς τις περισσότερο ζητούμενες ποιότητες και να ληφθούν υπόψη οι κοινωνικοοικονομικές και περιφερειακές ιδιαιτερότητες της καπνοπαραγωγής" (29).
35. Κανένα επιχείρημα δεν προβλήθηκε στο πλαίσιο της υποθέσεως αυτής προκειμένου να καταδειχθεί ότι το καθεστώς των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων που θέσπισε ο κανονισμός αποσκοπεί στην επίτευξη άλλων σκοπών και όχι των αναφερομένων στο προοίμιό του. Το επιχείρημα της Ελληνικής Κυβερνήσεως είναι κατ' ουσίαν ότι ο κανονισμός συνιστά παράβαση του άρθρου 39, παράγραφος 1, στοιχείο β', της Συνθήκης.
36. Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Είναι σαφές ότι ένα καθεστώς ενισχύσεως το οποίο επιδιώκει τον έλεγχο της κοινοτικής παραγωγής δεν συνιστά οπωσδήποτε παράβαση των σκοπών της Συνθήκης. Τα μέτρα μπορεί να είναι αναγκαία για τον περιορισμό του πλεονάσματος της παραγωγής, μπορεί δε να λαμβάνονται νομίμως για να περιοριστούν οι ποσότητες προϊόντων τα οποία λαμβάνουν κοινοτική ενίσχυση.
37. Η Ελληνική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το καθεστώς των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων που εισήγαγε ο κανονισμός καταλήγει στην πραγματικότητα σε μείωση του εισοδήματος των παραγωγών. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ωστόσο ότι τα κοινοτικά όργανα απολαύουν ευρείας διακριτικής ευχερείας όσον αφορά την κοινή γεωργική πολιτική (30). Πρέπει να επιδιώκουν την άρση των ενδεχομένων συγκρούσεων μεταξύ των σκοπών που διατυπώνονται στο άρθρο 39, θεωρουμένων μεμονωμένως και, εφόσον είναι αναγκαίο, να δίνουν σε κάποιον από αυτούς προσωρινά την προτεραιότητα (31). Η αγορά καπνού χαρακτηρίζεται από υπερπαραγωγή. Τα μέτρα που αποσκοπούν στον έλεγχο της παραγωγής και, επομένως, στην εξισορρόπηση της αγοράς, εξυπηρετούν όχι μόνο τον σκοπό της σταθεροποιήσεως της αγοράς και τον σκοπό της εξασφαλίσεως της ορθολογικής αναπτύξεως της γεωργικής παραγωγής, οι οποίοι, σύμφωνα με το άρθρο 39, εμπίπτουν στους σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής, αλλά, σε τελική ανάλυση, εξυπηρετούν τα συμφέροντα όλων των παραγωγών. Είναι αξιοσημείωτο επίσης, όπως ανέφερα, ότι ο Crispoltoni ισχυρίζεται ότι ένας υπεύθυνος παραγωγός δεν μπορεί να μη συμμερίζεται την άποψη ότι πρέπει να μειωθεί η παραγωγή καπνού.
38. Λαμβανομένης υπόψη της καταστάσεως της αγοράς, εάν το Συμβούλιο δεν ελάμβανε μέτρα για τον έλεγχο της παραγωγής με μοναδικό σκοπό τη διατήρηση του εισοδήματος των παραγωγών στο υφιστάμενο επίπεδο, θα κατέληγε να επιδιώκει μόνον έναν από τους σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής μεμονωμένως, κατά τρόπον ώστε να καταστήσει αδύνατη την πραγματοποίηση των άλλων σκοπών. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τούτο αντιβαίνει προς το άρθρο 39 (32).
39. Είναι ακόμη δυσκολότερο να γίνουν δεκτά τα επιχειρήματα της Ελληνικής Κυβερνήσεως, λαμβανομένης υπόψη της πρόσφατης μεταρρυθμίσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής. Παραδοσιακά, η οικονομική ενίσχυση στους παραγωγούς συνδεόταν με τον όγκο της παραγωγής. Τούτο είχε ανεπιθύμητες συνέπειες: ενθάρρυνε την παραγωγή πέραν της ικανότητας απορροφήσεως της αγοράς, οδηγώντας κατά τον τρόπο αυτό στη δημιουργία αποθεμάτων ενθάρρυνε την εντατικοποίηση της παραγωγής, η οποία είχε δυσμενείς συνέπειες για το περιβάλλον τέλος, οδηγούσε σε σημαντική αύξηση των κοινοτικών εξόδων. Τουναντίον, η αγοραστική δύναμη του γεωργικού εισοδήματος αυξήθηκε ελάχιστα κατά την περίοδο από το 1975 έως το 1989. Ενόψει των εξελίξεων αυτών, τα κοινοτικά όργανα αποφάσισαν να τροποποιήσουν την κοινή γεωργική πολιτική, θέτοντας ως νέο στόχο-κλειδί τον έλεγχο της παραγωγής (33). Το καθεστώς των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων συνδέεται με τις εξελίξεις αυτές.
40. Είναι αξιοσημείωτο ότι τα κοινοτικά έξοδα για την επιδότηση της καλλιέργειας και πρώτης επεξεργασίας καπνού αυξήθηκαν εντυπωσιακά από της εκδόσεως του κανονισμού 727/70, σε σημείο ώστε μια πρόσφατη έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου αναφέρεται στον καπνό ως την ασυγκρίτως ακριβότερη συγκομιδή: τα έξοδα κατά το 1993 ανήλθαν σε 1 274 εκατομμύρια ECU (34).
41. Επομένως, δεν είναι ορθό να λεχθεί ότι ο κανονισμός συνιστά παράβαση του άρθρου 39.
42. 'Οσον αφορά τις παρατηρήσεις του Crispoltoni, είναι σαφές, απ' όσα προηγούμενως ανέφερα, ότι εάν γίνουν δεκτές τούτο θα οδηγούσε στην ακύρωση του κανονισμού όχι με το αιτιολογικό ότι εκδόθηκε κατά κατάχρηση εξουσίας, αλλά με το αιτιολογικό ότι συνιστά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. Για τον λόγο αυτό θα εξετάσω τα επιχειρήματα αυτά μαζί με τα επιχειρήματα της Ιταλικής Κυβερνήσεως.
Η αρχή της αναλογικότητας
43. Ο Crispoltoni και η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζονται ότι ο κανονισμός είναι ανίσχυρος για τον λόγο ότι το καθεστώς των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων είναι ακατάλληλο για την επίτευξη των σκοπών του. Η Ιταλική Κυβέρνηση διατείνεται επίσης ότι ο κανονισμός συνιστά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας διότι επιβάλλει κυρώσεις σε όλους αδιακρίτως τους παραγωγούς για το πλεόνασμα της παραγωγής, ανεξαρτήτως του εάν και σε ποιο βαθμό συμβάλλουν στην υπέρβαση της μεγίστης εγγυημένης ποσότητας. Δεν καθιστά δυνατή την προσαρμογή της μείωσης των πριμοδοτήσεων και των τιμών λαμβανομένων υπόψη των ατομικών συνθηκών κάθε παραγωγού.
44. Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η κοινοτική καπνοπαραγωγή αυξήθηκε μεταξύ 1988 και 1991 οδηγώντας σε αύξηση των κοινοτικών δαπανών. Κατά την άποψή της, η παραγωγή αυξήθηκε ακριβώς επειδή ο κανονισμός δεν προέβλεψε επιδότηση των μεμονωμένων ποσοστώσεων σε μεταποιητικές επιχειρήσεις και σε παραγωγούς. Η Κυβέρνηση και ο Crispoltoni ισχυρίζονται ότι η έκδοση του κανονισμού 2075/92 επιβεβαιώνει εμμέσως το ακατάλληλο του καθεστώτος των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων για την επίτευξη του σκοπού ελέγχου της παραγωγής.
45. Η νομιμότητα μιας πράξεως πρέπει να καθορίζεται λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων του χρόνου εκδόσεως. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η νομιμότητα μιας κοινοτικής πράξεως δεν είναι δυνατόν να εξαρτάται "από αναδρομικές εκτιμήσεις που αφορούν τον βαθμό αποτελεσματικότητάς της" (35). Οσάκις ο κοινοτικός νομοθέτης υποχρεούται κατά τη θέσπιση κανόνων να εκτιμά τα μελλοντικά αποτελέσματά τους, τα οποία δεν μπορούν να προβλεφθούν με ακρίβεια, η εκτίμησή του μπορεί να επικριθεί μόνον εφόσον προκύπτει ότι αυτή είναι προδήλως εσφαλμένη ενόψει των στοιχείων που ο εν λόγω νομοθέτης διέθετε κατά τον χρόνο θεσπίσεως των σχετικών κανόνων (36).
46. Το Δικαστήριο έχει κρίνει επίσης ότι, ενόψει των πολιτικών ευθυνών και της ευρείας διακριτικής ευχέρειας του κοινοτικού νομοθετη σε θέματα που αφορούν την κοινή γεωργική πολιτική, μόνον η πρόδηλη ακαταλληλότητα ενός μέτρου που θεσπίστηκε σ' αυτόν τον τομέα, σε σχέση με τον σκοπό που επιδιώκει το αρμόδιο όργανο, μπορεί να θίξει τη νομιμότητά του (37).
47. Νομίζω ότι δεν είναι ορθό να λεχθεί ότι το καθεστώς των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων ήταν προδήλως ακατάλληλο για την επίτευξη των σκοπών του.
48. Είναι γεγονός ότι το καθεστώς αυτό δεν είχε τα επιθυμητά αποτελέσματα, καθόσον απέτυχε να περιορίσει αρκούντως την παραγωγή. Η τροποποίηση που εισήγαγε ο κανονισμός 2075/92 κατέστη αναγκαία ακριβώς για τον λόγο αυτό. Δεν είναι ορθό να λεχθεί ωστόσο ότι το καθεστώς που εισήγαγε ο κανονισμός αποδείχθηκε εντελώς αναποτελεσματικό. Από τη σύγκριση μεταξύ των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων που καθορίστηκαν για κάθε ποικιλία καπνού για κάθε μία από τις συγκομιδές των ετών 1989 έως 1991 και των ποσοτήτων που πράγματι παρήχθησαν κατά τις συγκομιδές αυτές προκύπτει ότι για την πλειονότητα των ποικιλιών δεν σημειώθηκε υπέρβαση των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων. Εάν δεν είχε εισαχθεί το καθεστώς των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων, η παραγωγή θα μπορούσε κάλλιστα να έχει αυξηθεί ακόμη περισσότερο.
49. Εν πάση περιπτώσει, όταν το Συμβούλιο αποφάσισε να εισαγάγει το καθεστώς των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων, δεν ήταν δυνατόν βάσει ορθολογικών κριτηρίων να προβλεφθεί ότι θα αποδεικνυόταν ανεπαρκές. Τα αποτελέσματα των δύο πρώτων ετών, κατά τα οποία λειτούργησε το σύστημα, δεν παρέχουν πειστική απόδειξη περί τούτου. 'Οσον αφορά ειδικότερα τον καπνό ποικιλίας Bright, τον οποίο παράγει ο Crispoltoni, δεν σημειώθηκε υπέρβαση της μεγίστης εγγυημένης ποσότητας που είχε καθοριστεί για τη συγκομιδή του 1989. Η ποσότητα αυτή ανερχόταν σε 44 250 τόνους ενώ η ποσότητα που πράγματι παρήχθη ανήλθε σε 36 685 τόνους (38).
50. Τουναντίον, σημειώθηκε υπέρβαση των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων που καθορίστηκαν για τις συγκομιδές του 1990 και του 1991. Η μέγιστη εγγυημένη ποσότητα για τη συγκομιδή του 1990 ορίστηκε σε 46 750 τόνους, ενώ η ποσότητα που όντως παρήχθη ανήλθε 54 023 τόνους. Σημειώθηκε επομένως υπέρβαση κατά 15,6 % (39). Η μέγιστη εγγυημένη ποσότητα για τη συγκομιδή του 1991 ορίστηκε σε 46 750 τόνους, ενώ η ποσότητα που όντως παρήχθη ανήλθε σε 60 094 τόνους. Επομένως, υπήρξε υπέρβαση κατά 28,54 % (40).
51. Η υπέρβαση της μεγίστης εγγυημένης ποσότητας για τη συγκομιδή του 1990 οδήγησε σε μείωση των τιμών και των πριμοδοτήσεων κατά το μέγιστο επιτρεπόμενο ποσοστό, ήτοι κατά 15 %. Το Συμβούλιο μπορούσε να αναμείνει ένα ακόμη έτος προκειμένου να εξακριβώσει αν η μείωση θα επηρέαζε την παραγωγή. 'Απαξ και οι ποσότητες που όντως παρήχθησαν κατά τη συγκομιδή του 1991 ορίστηκαν το 1992 και κατέστη σαφές ότι με το καθεστώς των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων δεν είχε επιτευχθεί επαρκής έλεγχος της παραγωγής, το Συμβούλιο αμέσως εξέδωσε τον κανονισμό 2075/92.
52. Το γεγονός ότι, αφού ο κανονισμός ίσχυσε για ορισμένα έτη, κατέστη σαφές ότι δεν αρκούσε για να περιορίσει την αύξηση της παραγωγής, δεν σημαίνει ότι ο κανονισμός αυτός πρέπει να κηρυχθεί άκυρος. Κατά την έκδοση του κανονισμού το Συμβούλιο έπρεπε να εκτιμήσει την πιθανή επίδρασή του επί της παραγωγής και κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προσκομίστηκε από το οποίο να προκύπτει ότι η εκτίμησή του ήταν προδήλως εσφαλμένη.
53. Η Επιτροπή διατείνεται ότι, όταν το Συμβούλιο αποφάσισε να εισαγάγει μέτρα προκειμένου να ελέγξει την παραγωγή, σοβαροί λόγοι συνηγορούσαν υπέρ της επιλογής του καθεστώτος των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων. Κατά την άποψη της Επιτροπής το καθεστώς αυτό είναι λιγότερο περιοριστικό για τον μεμονωμένο παραγωγό από ένα καθεστώς ατομικών ποσοστώσεων. Ο Crispoltoni και η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβητούν την ορθότητα της απόψεως αυτής. Ισχυρίζονται ότι το καθεστώς των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων έχει αυθαίρετο χαρακτήρα, καθόσον το ποσόν της πριμοδοτήσεως το οποίο δικαιούται κάθε παραγωγός εξαρτάται από το αν άλλοι παραγωγοί έχουν προκαλέσει υπέρβαση της μεγίστης εγγυημένης ποσότητας.
54. Κατά γενικό κανόνα, το καθεστώς των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων το οποίο προβλέπει ο κανονισμός είναι λιγότερο περιοριστικό για τον μεμονωμένο παραγωγό από το καθεστώς των ατομικών ποσοστώσεων το οποίο εισήγαγε στη συνέχεια ο κανονισμός 2075/92. Υπό το πρώτο καθεστώς, καίτοι ο παραγωγός διατρέχει τον κίνδυνο να υποστεί ανάλογη μείωση τιμών και πριμοδοτήσεων σε περίπτωση υπερβάσεως της μεγίστης εγγυημένης ποσότητας που έχει οριστεί για μια ποικιλία, είναι πάντως βέβαιος ότι μπορεί να λάβει ενίσχυση για όλη την παραγωγή του, έστω σε μειωμένο ποσοστό. Είναι επίσης βέβαιος ότι, ανεξαρτήτως του μεγέθους της υπερβάσεως της μεγίστης εγγυημένης ποσότητας, η μείωση των πριμοδοτήσεων και των τιμών δεν θα υπερβεί ορισμένο όριο. Το όριο αυτό ορίστηκε στο 15 % για τις συγκομιδές των ετών 1989 έως 1991. Τουναντίον, υπό το καθεστώς που εισήγαγε ο κανονισμός 2075/92, ο παραγωγός δεν λαμβάνει ενίσχυση για παραγωγή η οποία υπερβαίνει την ατομική του ποσόστωση.
55. Καίτοι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ότι ορισμένοι παραγωγοί θα επωφελούνταν περισσότερο εάν είχε εισαχθεί καθεστώς ατομικών ποσοστώσεων παρά το καθεστώς μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων, τούτο δεν αποτελεί λόγο ακυρώσεως του κανονισμού.
56. Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζουν ο Crispoltoni και η Ιταλική Κυβέρνηση, υπό το καθεστώς των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων είναι πολύ δύσκολο να εντοπιστούν οι παραγωγοί οι οποίοι συμβάλλουν στην υπέρβαση της μεγίστης εγγυημένης ποσότητας. Τούτο συμβαίνει διότι δεν είναι δυνατόν να καταστεί μετά βεβαιότητος γνωστό ποια θα ήταν η ατομική ποσόστωση συγκεκριμένου παραγωγού εάν η μέγιστη εγγυημένη ποσότητα που καθορίζεται για ορισμένη ποικιλία είχε κατανεμηθεί στους παραγωγούς. Είναι λάθος να υποτεθεί ότι σε καθεστώς ατομικών ποσοστώσεων η μέγιστη εγγυημένη ποσότητα για ορισμένη ποικιλία θα κατανεμηθεί οπωσδήποτε ισομερώς μεταξύ όλων των παραγωγών της ποικιλίας αυτής. Τα κράτη μέλη μπορούν νομίμως να ευνοήσουν ορισμένες περιοχές παραγωγής ή ορισμένες κατηγορίες παραγωγών.
57. Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ωστόσο ότι το καθεστώς των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων πάσχει εγγενές ελάττωμα. Υποθάλπει την αμέλεια των παραγωγών καθόσον γνωρίζουν ότι οι συνέπειες της υπερβάσεως της παραγωγής δεν θα τους επηρεάσουν ατομικώς, αλλά θα επεκταθούν στο σύνολο των παραγωγών. Σε απάντηση του επιχειρήματος αυτού, αρκεί να προβληθεί ότι ο κοινοτικός νομοθέτης, θεσπίζοντας μέτρο υπέρ των παραγωγών, μπορεί να προσδοκά ότι θα ενεργήσουν με σύνεση ώστε να συμβάλουν στην επιτυχία του. Το γεγονός ότι οι παραγωγοί δεν ενεργούν με τον τρόπο αυτόν δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για την ακύρωση του εν λόγω μέτρου.
58. 'Οπως ανέφερα ήδη, το καθεστώς των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων είναι γενικώς λιγότερο περιοριστικό από το καθεστώς των ατομικών ποσοστώσεων το οποίο εισήχθη στη συνέχεια. Επομένως, το Συμβούλιο, εκδίδοντας τον κανονισμό, αποσκοπούσε στην τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, η οποία επιτάσσει, όπου υπάρχει δυνατότητα επιλογής μεταξύ περισσοτέρων καταλλήλων μέτρων, να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές (41). Το Συμβούλιο αποσκοπούσε επίσης στο να συμμορφωθεί προς το άρθρο 39, παράγραφος 2, στοιχείο β', της Συνθήκης, το οποίο ορίζει ότι, κατά την επεξεργασία της κοινής γεωργικής πολιτικής, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη να πραγματοποιηθούν βαθμηδόν οι κατάλληλες προσαρμογές.
59. Και ο Crispoltoni και η Ιταλική Κυβέρνηση παραθέτουν τις αποφάσεις στις υποθέσεις Werner Faust (42) και Wuensche (43). Δεν αντιλαμβάνομαι ωστόσο πώς οι αποφάσεις αυτές θα μπορούσαν να στηρίξουν τον ισχυρισμό ότι ο κανονισμός είναι άκυρος.
60. Στις υποθέσεις αυτές το Δικαστήριο ασχολήθηκε με το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 3429/80 της Επιτροπής, της 29ης Δεκεμβρίου 1980, περί μέτρων διασφαλίσεως που ισχύουν στις εξαγωγές κονσερβών μανιταριών καλλιεργείας (44), το άρθρο 1 του οποίου προέβλεπε την είσπραξη συμπληρωματικού ποσού με σταθερό συντελεστή για την ελεύθερη κυκλοφορία κονσερβών μανιταριών στην Κοινότητα καθ' υπέρβαση των ποσοτήτων που είχαν καθοριστεί με τις διατάξεις της οδηγίας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 1 συνιστά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας με το αιτιολογικό ότι δεν καθιστά δυνατόν τον καθορισμό του συμπληρωματικού ποσού σε διαφορετικά επίπεδα ανάλογα με την ποιότητα των αγαθών και τις συνθήκες υπό τις οποίες εισήχθησαν.
61. Δύο ουσιαστικές διαφορές υφίστανται μεταξύ των υποθέσεων αυτών, αφενός, και της παρούσας υποθέσεως, αφετέρου. Oι υποθέσεις Werner Faust και Wuensche αφορούσαν την επιβολή επιβαρύνσεως η οποία, κατά το Δικαστήριο, συνιστούσε πράγματι οικονομική κύρωση για τους επιχειρηματίες. Τούτο δεν συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση. Νομίζω ότι υφίσταται σαφής διαφορά μεταξύ οικονομικής κυρώσεως με σταθερό συντελεστή και κατανομής της μειώσεως των επιχορηγήσεων σε περίπτωση υπερβάσεως της μεγίστης εγγυημένης ποσότητας. Η δεύτερη διαφορά έγκειται στο ότι στις υποθέσεις Werner Faust και Wuensche το συμπληρωματικό ποσό εισήχθη βάσει κανονισμού του Συμβουλίου, ο οποίος προβλέπει την εφαρμογή προστατευτικών μέτρων μόνο στον βαθμό που είναι απολύτως αναγκαίο. Το Δικαστήριο εφάρμοσε την αρχή της αναλογικότητας όπως εκφράζεται ειδικότερα στον κανονισμό ο οποίος επιτρέπει την είσπραξη συμπληρωματικού ποσού (45). Τούτο δεν ισχύει στην υπό κρίση υπόθεση. Για τους λόγους που ανέφερα ανωτέρω, η μείωση με σταθερό συντελεστή των τιμών και πριμοδοτήσεων στις περιπτώσεις υπερβάσεως της μεγίστης εγγυημένης ποσότητας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως προδήλως ακατάλληλη σε σχέση με τους επιδιωκόμενους από τον κανονισμό σκοπούς.
62. Τουναντίον, η άποψη ότι ο κανονισμός είναι έγκυρος επιρρωννύεται από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Zardi (46). Στην υπόθεση αυτή το Δικαστήριο ασχολήθησε με το άρθρο 4, στοιχείο β', του κανονισμού (ΕΟΚ) 2727/75 του Συμβουλίου, ο οποίος προβλέπει την είσπραξη εισφοράς συνυπευθυνότητας από τους παραγωγούς σιτηρών για όλες τις ποσότητες σιτηρών που κυκλοφορούν στην αγορά. Η εισφορά συνυπευθυνότητας αποδίδεται πλήρως μόνον εάν η παραγωγή κατά τον επίμαχο χρόνο εμπορίας δεν υπερέβη τη μέγιστη εγγυημένη ποσότητα. Υποστηρίχθηκε ότι δεν ήταν ανάγκη να απαιτείται η καταβολή της εισφοράς από της διαθέσεως των σιτηρών στην αγορά εφόσον υφίσταντο άλλα μέτρα λιγότερα περιοριστικά. Το Δικαστήριο έκρινε ωστόσο ότι η είσπραξη της συμπληρωματικής εισφοράς συνυπευθυνότητας από της διαθέσεως στην αγορά τείνει, με μείωση της τιμής που καταβάλλεται στους παραγωγούς, να πείσει τους τελευταίους να μην αυξήσουν την παραγωγή τους κατά τις οικείες περιόδους εμπορίας και ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως παραμερίζοντας άλλες εναλλακτικές λύσεις (47).
Η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων
63. Η Ελληνική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το καθεστώς των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων που θέσπισε ο κανονισμός οδηγεί σε διακρίσεις μεταξύ των παραγωγών και συνιστά παραβίαση της αρχής της ισότητας που καθιερώνει το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
64. Το επιχείρημα της Ελληνικής Κυβερνήσεως συνδέεται στενά με το επιχείρημα της Ιταλικής Κυβερνήσεως το οποίο εξετάστηκε ανωτέρω. Και η Ιταλική και η Ελληνική Κυβέρνηση τονίζουν το γεγονός ότι η υπέρβαση της μεγίστης εγγυημένης ποσότητας που ορίστηκε για ορισμένη ποικιλία καταλήγει σε αναλογική μείωση με σταθερό συντελεστή των τιμών και πριμοδοτήσεων για την ποικιλία αυτή. Ενώ η Ιταλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι τούτο συνιστά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, η Ελληνική Κυβέρνηση θεωρεί ότι τούτο καταλήγει σε μεταχείριση ενέχουσα διακρίσεις, καθόσον επεκτείνει τις δυσμενείς συνέπειες της υπερβάσεως της παραγωγής σε όλους τους παραγωγούς, ανεξαρτήτως του εάν και σε ποιο βαθμό συμβάλλουν στην υπέρβαση αυτή.
65. Το άρθρο 40, παράγραφος 3, αποτελεί ειδική έκφραση της γενικής αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Η διάκριση δεν υφίσταται μόνον οσάκις όμοιες καταστάσεις αντιμετωπίζονται κατά διαφορετικό τρόπο, αλλά και οσάκις διαφορετικές καταστάσεις αντιμετωπίζονται κατά όμοιο τρόπο, εκτός εάν μια τέτοιου είδους αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικώς (48). Δεν νομίζω ωστόσο ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
66. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, το γεγονός ότι η λήψη κάποιου μέτρου στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως αγοράς ενδέχεται να έχει διάφορες επιπτώσεις επί ορισμένων παραγωγών, ανάλογα με την ειδική φύση της παραγωγής τους ή τις τοπικές συνθήκες, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δυσμενής διάκριση εάν το μέτρο στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια, προσαρμοσμένα στις ανάγκες της όλης λειτουργίας της κοινής οργανώσεως αγοράς (49).
67. Στην υπόθεση SITΡA (50), το Δικαστήριο εξέτασε επιχείρημα παρεμφερές προς το υπό κρίση. Στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο ασχολήθηκε με το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 989/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984 (51), ο οποίος εισήγαγε καθεστώς επιπέδων εγγυήσεως για ορισμένα μεταποιημένα προϊόντα με βάση τα οπωροκηπευτικά. Ο κανονισμός αυτός καθορίζει για κάθε περίοδο εμπορίας ένα επίπεδο εγγυήσεως που αντιστοιχεί σε ορισμένη ποσότητα μεταποιημένων προϊόντων με βάση την τομάτα και προβλέπει ότι, σε περίπτωση υπερβάσεως αυτού του επιπέδου εγγυήσεως, η ενίσχυση στους παραγωγούς μειώνεται για την επόμενη περίοδο εμπορίας ανάλογα με το μέγεθος της υπερβάσεως αυτής. Υποστηρίχθηκε ότι η μείωση της ενισχύσεως στην οποία προέβη η Επιτροπή, αφού διαπίστωσε την υπέρβαση του επιπέδου εγγυήσεως, συνιστά παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Ισχύει ομοιομόρφως στο σύνολο της Κοινότητας κατά τρόπον ώστε οι Γάλλοι μεταποιητές, οι οποίοι δεν ευθύνονταν για την υπέρβαση των ορίων, έτυχαν της ιδίας μεταχειρίσεως με τους παραγωγούς των άλλων κρατών μελών οι οποίοι ευθύνονταν. Απαντώντας στο επιχείρημα αυτό το Δικαστήριο έκρινε τα εξής (52):
"(...) στο πλαίσιο κοινής οργανώσεως των αγορών που δεν προβλέπει καθεστώς εθνικών ποσοστώσεων, όλοι οι παραγωγοί της Κοινότητας, ανεξάρτητα από το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένοι, υφίστανται αλληλεγγύως και ισομερώς τις συνέπειες των αποφάσεων που καλούνται να λάβουν τα κοινοτικά όργανα κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο να εμφανιστεί στην αγορά διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ παραγωγής και δυνατοτήτων διαθέσεως."
68. Το Δικαστήριο υιοθέτησε την ίδια άποψη στην υπόθεση Eridania (53). 'Ενα επιχείρημα που προβλήθηκε στην υπόθεση αυτή ήταν ότι, υπό το καθεστώς των ποσοστώσεων για τη ζάχαρη, που καθιέρωσε ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγορών στον τομέα της ζάχαρης (54), οι Ιταλοί παραγωγοί υποχρεώθηκαν να συμμετάσχουν στη χρηματοδότηση των πλεονασμάτων για τα οποία δεν ευθύνονταν και ότι η επιβάρυνση που τους επιβλήθηκε αντέκειτο προς το άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχείο δ', της Συνθήκης. Το Δικαστήριο έκρινε ωστόσο ότι μια τέτοια αντίληψη δεν συμβιβάζεται με την ίδια την αρχή περί κοινής αγοράς, εντός της οποίας δεν είναι δυνατό να προσδιοριστούν οι επιχειρήσεις ή το κράτος μέλος που είναι υπεύθυνα για οποιοδήποτε πλεόνασμα παραγωγής.
69. Από τις αποφάσεις αυτές προκύπτει ότι μείωση με σταθερό συντελεστή των πριμοδοτήσεων και τιμών η οποία επηρεάζει όλους τους παραγωγούς, σε περιπτώσεις υπερβάσεως της μεγίστης εγγυημένης ποσότητας, δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
70. Το καθεστώς των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων βασίζεται σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια. Βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 5, του κανονισμού, το Συμβούλιο, καθορίζοντας τη μέγιστη εγγυημένη ποσότητα για κάθε ποικιλία, πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες της αγοράς και τις ειδικές συνθήκες των διαφόρων περιοχών (55). Επίσης, προκειμένου να ληφθούν υπόψη ποιοτικές διαφορές σε μια ποικιλία καπνού, οι οποίες εξαρτώνται από τα χαρακτηριστικά του εδάφους και του κλίματος, ο κανονισμός 1251/89 προβλέπει ότι πρέπει να καθοριστούν διαφορετικές μέγιστες εγγυημένες ποσότητες για ειδικές περιοχές παραγωγής.
71. Προτείνω επομένως να απορριφθεί ο ισχυρισμός ότι ο κανονισμός παραβιάζει την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
Η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
72. Η Ελληνική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το γεγονός ότι ο κανονισμός δεν προβλέπει την κατανομή ατομικών ποσοστώσεων στους παραγωγούς συνιστά παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, διότι καθιστά αδύνατο στον παραγωγό να προγραμματίσει την παραγωγή του. Τούτο αντιβαίνει προς τους τελικούς σκοπούς της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του καπνού, οι οποίοι, βάσει του κανονισμού 727/70, συνίστανται στη διασφάλιση δικαίου εισοδήματος για τους παραγωγούς και στην αύξηση του εισοδήματος αυτού.
73. 'Οπως αναφέρθηκε ήδη, ο κανονισμός δεν αντιβαίνει προς τους σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής που θέτει το άρθρο 39. Ούτε είναι ορθό να λεχθεί ότι παραβιάζει την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
74. Οι επιχειρηματίες δεν μπορούν νομίμως να προσδοκούν ότι θα διατηρηθεί μια υφισταμένη κατάσταση η οποία είναι ικανή να μεταβληθεί στο πλαίσιο της ασκήσεως της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κοινοτικά όργανα (56). Τούτο ισχύει ιδίως σε τομείς όπως η κοινή οργάνωση αγορών, ο σκοπός των οποίων απαιτεί συνεχή προσαρμογή ανάλογα με τις αλλαγές της οικονομικής καταστάσεως (57). Κατά συνέπεια, οι επιχειρηματίες δεν μπορούν να επικαλεστούν την ύπαρξη κεκτημένου δικαιώματος προς διατήρηση ενός πλεονεκτήματος που απορρέει γι' αυτούς από τη θέσπιση της κοινής οργανώσεως αγορών και από το οποίο επωφελήθηκαν σε δεδομένη στιγμή (58). Επομένως, ακόμη και εάν η εφαρμογή του καθεστώτος των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων οδηγήσει σε μείωση του εισοδήματος των παραγωγών, τούτο δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
75. Ούτε το γεγονός ότι δεν προβλέφθηκε κατανομή ατομικών ποσοστώσεων στους παραγωγούς συνιστά παραβίαση της αρχής αυτής. Το καθεστώς των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων ενέχει κάποιο βαθμό αβεβαιότητας, καθόσον οι παραγωγοί δεν γνωρίζουν εκ των προτέρων το ακριβές ύψος των τιμών και πριμοδοτήσεων τις οποίες θα λάβουν, δεδομένου ότι το ύψος αυτό εξαρτάται από το εάν και σε ποιο βαθμό σημειώθηκε υπέρβαση της μεγίστης εγγυημένης ποσότητας. Η αβεβαιότητα αυτή είναι ωστόσο ένας συνήθης εμπορικός κίνδυνος, αναμενόμενος για τους παραγωγούς. Ο όρος της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης πληρούται εφόσον η μέγιστη εγγυημένη ποσότητα που έχει οριστεί για δεδομένη ποικιλία είναι γνωστή εκ των προτέρων στους παραγωγούς. Πληρούται επίσης εφόσον οι παραγωγοί γνωρίζουν ότι θα λάβουν ενίσχυση για όλη την παραγωγή τους και ότι, ανεξαρτήτως της εκτάσεως της υπερβάσεως της μεγίστης εγγυημένης ποσότητας, η μείωση των τιμών και των πριμοδοτήσεων δεν μπορεί να υπερβεί κάποιο ανώτατο όριο καθορισμένο εκ των προτέρων. Το επιχείρημα της Ελληνικής Κυβερνήσεως πρέπει επομένως να απορριφθεί.
Υποθέσεις C-300/93 και C-362/93
76. Yπενθυμίζεται ότι στις υποθέσεις αυτές η Pretura Circondariale di Caserta υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα ως προς το κύρος του κανονισμού 1738/91.
77. Οι Natale και Pontillo παράγουν καπνό της ποικιλίας Burley στην επαρχία της Caserta. Πώλησαν την παραγωγή τους από τη συγκομιδή του 1991 στην Donatab Srl, εταιρία μεταποιήσεως και συσκευασίας καπνού. 'Ελαβαν, προκαταβολικώς και έναντι εγγυοδοσίας, την πριμοδότηση που προβλέπει το άρθρο 3 του κανονισμού 727/70. Κατόπιν της διαπιστώσεως της Επιτροπής ότι είχε σημειωθεί υπέρβαση της μεγίστης εγγυημένης ποσότητας για τον καπνό ποικιλίας Burley κατά τη συγκομιδή του 1991 (59), οι τιμές και οι πριμοδοτήσεις μειώθηκαν κατά 15 %. Η Donatab Srl ζήτησε από τους Natale και Pontillo να επιστρέψουν το ποσό που αντιστοιχεί στη μείωση των πριμοδοτήσεων.
78. Στην κύρια δίκη οι διάδικοι αμφισβητούν τη μείωση των πριμοδοτήσεων με το αιτιολογικό ότι ο κανονισμός 1738/91 είναι ανίσχυρος. Κατόπιν τούτου, η Pretura υπέβαλε την παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
79. Με τον κανονισμό 1738/91 το Συμβούλιο όρισε για τη συγκομιδή 1991 τις τιμές στόχου και παρεμβάσεως και τις πριμοδοτήσεις που χορηγούνται στους αγοραστές καπνού σε φύλλα, τις παράγωγες τιμές παρεμβάσεως του δεματοποιημένου καπνού, τις ποιότητες αναφοράς, τις ζώνες παραγωγής και τις μέγιστες εγγυημένες ποσότητες και τροποποίησε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1331/90 (60). Στην υπόθεση C-362/93 το αιτούν δικαστήριο ζητεί την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί ερωτήματος σχετικά με το κύρος των κανονισμών που εκδόθηκαν προς εφαρμογή του κανονισμού 1738/91. Το εθνικό δικαστήριο αναφέρεται προφανώς στον κανονισμό 2178/92, με τον οποίο η Επιτροπή καθόρισε τις ποσότητες που όντως παρήχθησαν και προσδιόρισε τις τιμές και πριμοδοτήσεις που πρέπει να καταβληθούν για τη συγκομιδή του 1991 (61).
80. Με τις Διατάξεις περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο θέτει ζήτημα κύρους του κανονισμού 1738/91, για τον λόγο ότι με αυτόν παραβιάζεται η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Ο προσβαλλόμενος κανονισμός φέρει ημερομηνία 13 Ιουνίου 1991 και δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της 26ης Ιουνίου 1991. Το αιτούν δικαστήριο ισχυρίζεται ότι εφαρμόστηκε αναδρομικά καθόσον όρισε τη μέγιστη εγγυημένη ποσότητα καπνού της ποικιλίας Burley για τη συγκομιδή του 1991 όταν οι παραγωγοί της ποικιλίας αυτής είχαν ήδη φυτεύσει τον καπνό και είχαν ήδη συνάψει συμβάσεις με τις επιχειρήσεις μεταποιήσεως και συσκευασίας του καπνού τις οποίες καταχώρησαν στο πρωτόκολλο του ΑΙΜΑ.
81. Εάν η μέγιστη εγγυημένη ποσότητα για τη συγκομιδή του 1991 είχε καθοριστεί αναδρομικά, ήτοι αφού οι παραγωγοί έπρεπε να λάβουν τις αποφάσεις τους όσον αφορά την παραγωγή για το έτος αυτό, τούτο θα μπορούσε πράγματι να συνιστά παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Στην προηγούμενη υπόθεση Crispoltoni (62), το Δικαστήριο εξέτασε το κύρος του κανονισμού 1114/88 και του κανονισμού (ΕΟΚ) 2268/88 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 1988 (63), με τον οποίο το Συμβούλιο καθόρισε, για τη συγκομιδή του 1988, τις μέγιστες εγγυημένες ποσότητες. Και οι δύο κανονισμοί δημοσιεύθηκαν αφού οι καλλιεργητές είχαν λάβει αποφάσεις για τη συγκομιδή του 1988. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν άκυροι καθόσον είχαν καθορίσει μέγιστη εγγυημένη ποσότητα για καπνό της ποικιλίας Bright συγκομιδής 1988. Κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό με το αιτιολογικό ότι οι κανονισμοί αυτοί είχαν αναδρομικό αποτέλεσμα, ότι το αποτέλεσμα αυτό δεν δικαιολογούνταν από τον επιδιωκόμενο σκοπό και ότι είχε προσβληθεί η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των επιχειρηματιών (64).
82. Στις υπό κρίση υποθέσεις όμως, οι αμφιβολίες τις οποίες εξέφρασε το αιτούν δικαστήριο ως προς το κύρος του κανονισμού 1738/91 στηρίζονται σε εσφαλμένη βάση. 'Οπως διατείνονται το Συμβούλιο και η Επιτροπή, η μέγιστη εγγυημένη ποσότητα για την ποικιλία Burley I, η οποία αποτελεί αντικείμενο της κυρίας δίκης και συγκομίστηκε το 1991, καθορίστηκε για πρώτη φορά όχι από τον κανονισμό 1738/91 αλλά από τον κανονισμό 1331/90, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις 23 Μαΐου 1990, ήτοι πολύ πριν από τον χρόνο κατά τον οποίο οι παραγωγοί έπρεπε να λάβουν τις αποφάσεις τους σχετικά με τη συγκομιδή του 1991. Ο κανονισμός αυτός καθόρισε τη μέγιστη εγγυημένη ποσότητα για την ποικιλία Burley I σε 46 750 τόνους (65).
83. Ο κανονισμός 1738/91 όντως τροποποίησε τον κανονισμό 1331/90 αυξάνοντας τις μέγιστες εγγυημένες ποσότητες συγκομιδής 1991 για ορισμένες ποικιλίες. Εντούτοις, η αύξηση αυτή έγινε προς το συμφέρον των παραγωγών, ενόψει της ενοποιήσεως της Γερμανίας (66). 'Οσον αφορά την ποικιλία Burley I, ο κανονισμός 1738/91 δεν μετέβαλε τη μέγιστη εγγυημένη ποσότητα που καθορίστηκε με τον κανονισμό 1331/90.
84. Είναι σαφές επομένως ότι ο κανονισμός 1738/91 δεν μπορεί να κηρυχθεί άκυρος για τους λόγους που αναφέρονται στις Διατάξεις περί παραπομπής. Με τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν στο Δικαστήριο, ωστόσο, ο Natale και o Pontillo βάλλουν κατά του κύρους του προσβαλλομένου κανονισμού με το αιτιολογικό ότι ο κανονισμός αυτός καθόρισε αναδρομικά για τη συγκομιδή του 1991 το ποσόν των πριμοδοτήσεων που χορηγούνται στους αγοραστές.
85. Οι Natale και Pontillo ισχυρίζονται ότι οι τιμές και πριμοδοτήσεις που καθορίστηκαν με τον κανονισμό 1738/91 για τη συγκομιδή του 1991 είναι χαμηλότερες από τις ισχύουσες δυνάμει του κανονισμού 1331/90 για τη συγκομιδή του 1990 και διατείνονται ότι η μείωση αυτή των τιμών και πριμοδοτήσεων μετέβαλε επί το δυσμενέστερον τη νομική τους κατάσταση. Υποστηρίζουν ότι η μείωση δεν θα μπορούσε να έχει προβλεφθεί ούτε κατά τον χρόνο που οι παραγωγοί έπρεπε να λάβουν τις αποφάσεις τους σχετικά με την παραγωγή για τη συγκομιδή του 1991, ήτοι τον Νοέμβριο του 1990, ούτε όταν ο καπνός έπρεπε να σπαρεί στα φυτώρια, ήτοι τον Φεβρουάριο του 1991. Καταλήγουν στο ότι, κατά τον χρόνο που έπρεπε να λάβουν την απόφασή τους ως προς το αν θα καλλιεργούσαν καπνό της ποικιλίας Burley για τη συγκομιδή του 1991, οι πληροφορίες τις οποίες είχαν τους ενθάρρυναν να συνεχίσουν την καλλιέργεια της ποικιλίας αυτής. Καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο κανονισμός 1738/91 συνιστά παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
86. Κατά την προφορική διαδικασία, το Συμβούλιο και η Επιτροπή ισχυρίστηκαν ότι το ζήτημα αυτό δεν θα έπρεπε να συζητηθεί εφόσον δεν εθίγη από το εθνικό δικαστήριο με τη Διάταξη περί παραπομπής. Επομένως, ανακύπτει το ζήτημα αν το Δικαστήριο θα έπρεπε να εξετάσει το κύρος του προσβαλλομένου κανονισμού καθόσον καθορίζει τις τιμές και πριμοδοτήσεις για τη συγκομιδή του 1991.
87. Επί αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως το Δικαστήριο μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις, προκειμένου να βοηθήσει το εθνικό δικαστήριο, να απαντήσει σε ερωτήματα τα οποία έχουν διατυπωθεί κατά διαφορετικό τρόπο από τα υποβληθέντα από το εθνικό δικαστήριο. Για τον ίδιο σκοπό, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη διατάξεις του κοινοτικού δικαίου στις οποίες δεν αναφέρθηκε το εθνικό δικαστήριο κατά τη διατύπωση του ερωτήματός του (67). Το Δικαστήριο έφθασε μέχρι του σημείου να εκδώσει απόφαση ως προς το κύρος κοινοτικής διατάξεως, ενώ το εθνικό δικαστήριο είχε υποβάλει ερώτημα μόνον ως προς την ερμηνεία: βλ. για παράδειγμα Schwarze (68).
88. Κατά την άποψή μου, ωστόσο, υπό τις συνθήκες της υποθέσεως αυτής, δεν θα ήταν ενδεδειγμένο για το Δικαστήριο να εξετάσει το ζήτημα αν ο καθορισμός των τιμών και πριμοδοτήσεων με τον προσβαλλόμενο κανονισμό συνιστά παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. 'Οπως ήδη αναφέρθηκε, το εθνικό δικαστήριο δεν υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα ως προς το ζήτημα αυτό, το οποίο έθιξαν μόνον οι προσφεύγοντες της κυρίας δίκης με τις παρατηρήσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου.
89. Εντούτοις, μόνον το εθνικό δικαστήριο μπορεί να καθορίσει τα ερωτήματα που θα υποβληθούν στο Δικαστήριο, ενώ οι διάδικοι της κυρίας δίκης δεν μπορούν να τροποποιήσουν το περιεχόμενο των ερωτημάτων αυτών (69) ή να ζητήσουν από το εθνικό δικαστήριο να υποβάλει ειδικό ερώτημα (70). Το άρθρο 177 καθιερώνει άμεση συνεργασία μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων μέσω διαδικασίας όπου ελλείπει η αντιδικία, ανεξάρτητης από οποιαδήποτε πρωτοβουλία των διαδίκων, κατά τη διάρκεια της οποίας οι διάδικοι καλούνται μόνον να εκθέσουν τις απόψεις τους (71). Εάν το Δικαστήριο εξέταζε το ζήτημα που έθιξαν οι Natale και Pontillo, τούτο θα συνιστούσε παραβίαση των ανωτέρω αρχών. Επιπλέον, και τούτο είναι σημαντικότερο, θα συνιστούσε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας. Η πληροφορία που περιέχεται σε Διάταξη περί παραπομπής όχι μόνον επιτρέπει στο Δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα ερωτήματα, αλλά επιτρέπει επίσης στις κυβερνήσεις των κρατών μελών και στα κοινοτικά όργανα να καταθέσουν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Το άρθρο 20 προβλέπει την κατάθεση γραπτών παρατηρήσεων η οποία δεν συνοδεύεται από γραπτή απάντηση. Με την απόφαση Holdijk (72), το Δικαστήριο έκρινε ότι έχει καθήκον να μεριμνά για τη διασφάλιση της δυνατότητας καταθέσεως παρατηρήσεων που προβλέπει το άρθρο 20, ενόψει του ότι μόνον η απόφαση περί παραπομπής κοινοποιείται στους ενδιαφερομένους διαδίκους.
90. Η ευχέρεια των κρατών μελών και των κοινοτικών οργάνων να καταθέτουν γραπτές παρατηρήσεις πρέπει να διαφυλαχθεί, ειδικότερα όταν ζητείται από το Δικαστήριο η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως σχετικά με το κύρος κοινοτικής πράξεως. Στην περίπτωση αυτή, πλην ίσως της εντελώς εξαιρετικής περιπτώσεως κατά την οποία η κοινοτική πράξη είναι καταφανώς άκυρη, δεν ενδείκνυται να μην αναγνωριστεί στο όργανο, το οποίο εξέδωσε την πράξη, το δικαίωμα να καταθέσει παρατηρήσεις. Επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει μόνον τα ζητήματα τα οποία ρητώς ή εμμέσως ανακύπτουν από τη Διάταξη περί παραπομπής και τα οποία αναμένεται να σχολιάσει το οικείο όργανο.
91. Οι Natale και Pontillo δεν αμφισβητούν απλώς το κύρος του προσβαλλομένου κανονισμού για λόγους διαφορετικούς από εκείνους στους οποίους αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο. Αμφισβητούν το κύρος ενός σημείου του προσβαλλομένου κανονισμού διαφορετικού από εκείνο το οποίο αφορά το ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου. Εν αντιθέσει προς άλλες υποθέσεις στις οποίες το Δικαστήριο εξέτασε ζητήματα που δεν εθίγησαν με τη Διάταξη περί παραπομπής, στην υπό κρίση υπόθεση δεν υφίσταται καμιά αμφιβολία ως προς το ακριβές περιεχόμενο του ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου. Η παρούσα υπόθεση πρέπει να διακριθεί από υποθέσεις όπως η υπόθεση Schwarze: στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο εξέτασε το κύρος της οικείας πράξεως με το αιτιολογικό ότι, καίτοι με το προδικαστικό ερώτημα είχε ζητηθεί η ερμηνεία κοινοτικής πράξεως, ήταν σαφές, από τη Διάταξη περί παραπομπής και τη διαφορά της κυρίας δίκης, ότι ο πραγματικός σκοπός των υποβληθέντων ερωτημάτων ήταν η έκδοση αποφάσεως ως προς το κύρος. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν υπάρχει καμιά ένδειξη ότι το αιτούν δικαστήριο είχε την πρόθεση να ζητήσει την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως όσον αφορά τον καθορισμό των τιμών και πριμοδοτήσεων από τον προσβαλλόμενο κανονισμό.
92. Εν πάση περιπτώσει, δεν δέχομαι το επιχείρημα ότι ο καθορισμός τιμών και πριμοδοτήσεων με τον κανονισμό 1738/91 για τη συγκομιδή του 1991 συνιστά προσβολή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των οικείων παραγωγών.
93. Πρώτον, είναι σαφές ότι, υπό καθεστώς μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων, το ακριβές ύψος των τιμών και πριμοδοτήσεων το οποίο λαμβάνουν οι παραγωγοί για ορισμένη ποικιλία γίνεται γνωστό αφού ληφθεί η απόφαση περί καλλιεργείας της ποικιλίας αυτής. Τούτο συμβαίνει διότι το ύψος των τιμών και πριμοδοτήσεων εξαρτάται από το αν σημειώθηκε υπέρβαση της μεγίστης εγγυημένης ποσότητας και από το πόσο μεγάλη είναι η υπέρβαση αυτή. Επομένως, το σύστημα ενισχύσεως που θεσπίζει ο κανονισμός 1114/88 ενέχει στοιχείο αβεβαιότητας.
94. Δεύτερον, καίτοι αληθεύει ότι οι τιμές και οι πριμοδοτήσεις που καθορίστηκαν για τη συγκομιδή του 1991 ήταν χαμηλότερες από τις καθορισθείσες για τη συγκομιδή του 1990, το ύψος των καταβλητέων τιμών και πριμοδοτήσεων καθορίζεται από το Συμβούλιο ετησίως, ενδέχεται δε να χωρήσουν μεταβολές τόσο προς όφελος όσο και εις βάρος των παραγωγών. Οι καταβλητέες για τη συγκομιδή του 1990 τιμές και πριμοδοτήσεις ήταν υψηλότερες από τις καταβλητέες για τη συγκομιδή του 1989. Η πριμοδότηση του καπνού της ποικιλίας Burley I για τη συγκομιδή του 1989 καθορίστηκε σε 1 653 ECU ανά kg (73), ενώ για τη συγκομιδή του 1990 καθορίστηκε σε 2 013 ECU ανά kg (74). Ούτε η μείωση για τη συγκομιδή του 1991 ήταν τόσο σημαντική ώστε να δικαιολογείται η προβολή του ισχυρισμού ότι συνιστά παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. 'Οσον αφορά τον καπνό της ποικιλίας Burley I, η πριμοδότηση για τη συγκομιδή του 1991 καθορίστηκε σε 1 748 ECU ανά kg (75). Οι μεταβολές αυτές συνιστούν συνήθεις εμπορικούς κινδύνους, οι οποίοι είναι εγγενείς σε καθεστώς το οποίο θεσπίστηκε προς όφελος των παραγωγών και στους οποίους ευλόγως αναμένεται ότι υπόκεινται οι παραγωγοί. Δεν είναι ορθό να λεχθεί ότι ένας σώφρων και ενημερωμένος παραγωγός δεν μπορούσε να τους προβλέψει.
Πρόταση
95. Κατά συνέπεια, είμαι της γνώμης ότι:
Στην υπόθεση C-133/93 στο ερώτημα που υπέβαλε η Pretura Circondariale di Perugia πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
"Από την εξέταση των υπό κρίση ζητημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 1114/88 του Συμβουλίου και των κανονισμών που εκδόθηκαν προς εφαρμογή του."
Στις υποθέσεις C-300/93 και C-362/93, πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε η Pretura Circondariale di Caserta:
"Από την εξέταση των υπό κρίση ζητημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 1738/91 του Συμβουλίου και του κανονισμού που εκδόθηκε προς εφαρμογή του."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
(1) * ΕΕ 1988, L 110, σ. 35.
(2) * ΕΕ 1991, L 163, σ. 13.
(3) * ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 85.
(4) * ΕΕ 1989, L 129, σ. 16.
(5) * ΕΕ 1990, L 132, σ. 25.
(6) * Επικουρικώς ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1737/91 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1991 (ΕΕ 1991, L 163, σ. 11) καθόρισε τη συνολική μέγιστη εγγυημένη ποσότητα σε 390 000 τόνους καπνού σε φύλλα για κάθε μια από τις συγκομιδές των ετών 1989 έως 1993. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 860/92 του Συμβουλίου, της 30ής Μαρτίου 1992 (ΕΕ 1992, L 91, σ. 1) προέβλεψε ότι η περικοπή αυτή δεν πρέπει να υπερβεί το 23 % για η συγκομιδή του 1992.
(7) * ΕΕ 1989, L 207, σ. 15.
(8) * ΕΕ 1990, L 187, σ. 23.
(9) * ΕΕ 1991, L 208, σ. 26.
(10) * ΕΕ 1992, L 217, σ. 75.
(11) * ΕΕ 1992, L 215, σ. 70.
(12) ΕΕ 1992, L 351, σ. 11.
(13) * Βλ. κανονισμό 2178/92, ανωτέρω, υποσημείωση 10.
(14) * Απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1993 στις συνεδικασθείσες υποθέσεις C-320/90 έως C-322/90, Telemarsicabruzzo κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. Ι-393).
(15) * Απόφαση της 3ης Μαρτίου 1994 στην υπόθεση C-316/93, Vaneetveld, προτάσεις της 27ης Ιανουαρίου 1994, παράγραφοι 6 έως 11 των προτάσεων.
(16) * Βλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992 στην υπόθεση C-343/90, Lourenco Dias (Συλλογή 1992, σ. Ι-4673, σκέψεις 17 έως 18).
(17) * Βλ. απόφαση της 11ης Μαρτίου 1980 στην υπόθεση 104/79, Foglia (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 403).
(18) * Απόφαση Telemarsicabruzzo, παρατεθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψη 6 της αποφάσεως. Βλ. επίσης τη Διάταξη της 19ης Μαρτίου 1993 στην υπόθεση C-157/92, Banchero (Συλλογή 1993, σ. Ι-1085) και τη Διάταξη της 26ης Απριλίου 1993 στην υπόθεση C-386/92, Monin Automobiles (Συλλογή 1993, σ. Ι-2049).
(19) * Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 3.
(20) * Προαναφερθείσες στην υποσημείωση 18.
(21) * Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1991 στην υπόθεση C-368/89 (Συλλογή 1991, σ. Ι-3695). Βλ. κατωτέρω σημείο 81.
(22) * Απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992 στην υπόθεση C-83/91, Meilike (Συλλογή 1992, σ. Ι-4871).
(23) * Βλ. κανονισμό 1114/88, προοίμιο, πρώτη αιτιολογική σκέψη. Βλ. κατωτέρω, σημείο 34.
(24) * Αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 1990 στην υπόθεση C-331/88, Fedesa κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. Ι-4023, σκέψη 24) της 21ης Ιουνίου 1984 στην υπόθεση 69/83, Lux κατά Eλεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή 1984, σ. 2447, σκέψη 30) της 11ης Ιουλίου 1990 στην υπόθεση C-323/88, Sermes (Συλλογή 1990, σ. Ι-3027, σκέψη 33).
(25) * Βλ. Hartley, The Foundations of European Community Law, δεύτερη έκδοση, σ. 415 έως 417.
(26) * Βλ. π.χ. τις αποφάσεις της 23ης Φεβρουαρίου 1983 στην υπόθεση 66/82, Fromancais (Συλλογή 1983, σ. 395, σκέψη 8) της 17ης Μαΐου 1984 στην υπόθεση 15/83, Denkavit (Συλλογή 1984, σ. 2171, σκέψη 25).
(27) * Απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1979 στην υπόθεση 138/78, Stoelting (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 367, σκέψη 7).
(28) * Κανονισμός 1114/88, προοίμιο, πρώτη αιτιολογική σκέψη.
(29) * 'Οπ.π., δεύτερη αιτιολογική σκέψη.
(30) * Βλ. π.χ. την απόφαση της 11ης Μαρτίου 1987 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 279/84, 280/84, 285/84 και 286/84, Rau κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 1069, σκέψη 34).
(31) * Αποφάσεις της 24ης Οκτωβρίου 1973 στην υπόθεση 5/73, Balkan-Import-Export (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 671, σκέψη 24) της 20ής Σεπτεμβρίου 1988 στην υπόθεση 203/86, Ισπανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 4563, σκέψη 10).
(32) * Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1981 στις υνεκδικασθείσες υποθέσεις 197/80 έως 200/80, 243/80, 245/80 και 247/80, Ludwigshafener Walzmuehle κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 3211, σκέψη 41).
(33) * Βλ. Επιτροπή, Η ανάπτυξη και το μέλλον της κοινής γεωργικής πολιτικής, COM(91) 258, Δελτίο EΚ, συμπληρωματικό τεύχος 5 του 1991, σ. 9 έως 12 και, ειδικότερα, για τον τομέα του καπνού, σ. 27 και 28.
(34) * Bλ. Ειδική 'Εκθεση 8/93 περί κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα του ακατέργαστου καπνού, ΕΕ 1994, C 65, σημείο 1.1.
(35) * Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1973 στην υπόθεση 40/72, Schroeder (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 397, σκέψη 14). Βλ. επίσης την απόφαση της 13ης Ιουνίου 1972 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 9/71 και 11/71, Cie d' Approvisionnement κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 391, σκέψη 39).
(36) * Απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1990 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-267/88 έως C-285/88, Wuidart κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. Ι-435).
(37) * Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1989 στην υπόθεση 265/87, Schraeder (Συλλογή 1989, σ. 2237, σκέψεις 21 και 22) απόφαση Wuidart, παρατεθείσα στην υποσημείωση 36, σκέψη 14 απόφαση Fedesa, παρατεθείσα στην υποσημείωση 24, σκέψη 14.
(38) * Βλ. κανονισμό 2046/90, παρατεθέντα στην υποσημείωση 8, παράρτημα Ι.
(39) * Βλ. κανονισμό 2267/91 της Επιτροπής, παρατεθέντα στην υποσημείωση 9, παράρτημα Ι.
(40) * Βλ. κανονισμό 2178/92 της Επιτροπής, παρατεθέντα στηυ υποσημείωση 10, παράρτημα Ι.
(41) * Βλ. π.χ. την απόφαση Fedesa, παρατεθείσα στην υποσημείωση 24, σκέψη 13.
(42) * Απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 1991 στην υπόθεση C-24/90 (Συλλογή 1991, σ. Ι- 4905).
(43) * Απόφαση της 16ης Οκτωβρίου στην υπόθεση C-25/90 (Συλλογή 1991, σ. Ι-4939).
(44) * JO 1981, L 358, σ. 66.
(45) * Βλ. αποφάσεις Werner Faust, παρατεθείσα στην υποσημείωση 42, σκέψεις 19 και 29 και Wuensche, παρατεθείσα στην υποσημείωση 43, σκέψεις 20 και 30.
(46) * Απόφαση της 26ης Ιουνίου 1990 στην υπόθεση C-8/89 (Συλλογή 1990, σ. Ι-2515).
(47) * Προαναφερθείσα, σκέψη 13.
(48) * Βλ. π.χ. την απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1984 στην υπόθεση 106/83, Sermide (Συλλογή 1984, σ. 4209, σκέψη 28).
(49) * Απόφαση της 9ης Ιουλίου 1985 στην υπόθεση 179/84, Βozzetti κατά Invernizzi (Συλλογή 1985, σ. 2301, σκέψη 34).
(50) * Απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 1991 στην υπόθεση C-27/90 (Συλλογή 1991, σ. Ι-133).
(51) * ΕΕ 1984, L 103, σ. 19.
(52) * Προαναφερθείσα απόφαση, σκέψη 20.
(53) * Απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 1986 στην υπόθεση 250/84, Eridania (Συλλογή 1986, σ. 117, σκέψη 32).
(54) * ΕΕ 1981, L 177, σ. 4.
(55) * Βλ. άρθρο 4, παράγραφος 5, ανωτέρω, σημείο 7.
(56) * Αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 1990 στην υπόθεση C-350/88, Delacre κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-395, σκέψη 33) της 15ης Ιουλίου 1982 στην υπόθεση 245/81, Εdeka (Συλλογή 1982, σ. 2745, σκέψη 27).
(57) * Απόφαση Delacre, όπ.π., απόφαση της 16ης Μαΐου 1979 στην υπόθεση 84/78, Tomadini (Συλλογή τόμος 1979, σ. 1801, σκέψη 22).
(58) * Απόφαση Delacre, όπ.π., σκέψη 34 απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1979 στην υπόθεση 230/78, Eridania (Συλλογή τόμος 1979, σ. 340).
(59) * Βλ. κανονισμό 2178/92, παρατεθέντα στην υποσημείωση 10.
(60) * ΕΕ 1990, L 132, σ. 28.
(61) * Παρατεθείς στην υποσημείωση 10.
(62) * Παρατεθείσα στην υποσημείωση 21.
(63) * ΕΕ 1988, L 199, σ. 20.
(64) * Το Συμβούλιο εκτέλεσε την απόφαση του Δικαστηρίου εκδίδοντας τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 1570/92 (ΕΕ 1992, L 166, σ. 6) και 1571/92 (ΕΕ 1992, L 166, σ. 7).
(65) * Βλ. κανονισμό 1331/90, παρατεθέντα στην υποσημείωση 57, άρθρο 3, παράγραφος 3 και παράρτημα V.
(66) * Βλ. κανονισμό 1738/91, παρατεθέντα στην υποσημείωση 2, προοίμιο, έκτη αιτιολογική σκέψη.
(67) * Aποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 1990 στην υπόθεση C-241/89, SARPΡ (Συλλογή 1990, σ. Ι-4695, σκέψη 8) απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1994 στην υπόθεση C-315/92, Verband Sozialer Wettbewerb (Συλλογή 1994, σ. Ι-317, σκέψη 7).
(68) * Απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 1965 στην υπόθεση 16/65 (Συλλογή τόμος 1965/68, σ. 191).
(69) * Αποφάσεις της 9ης Δεκεμβρίου 1965 στην υπόθεση 44/65, Hessische Knappschaft (Συλλογή τόμος 1965/68, σ. 201) της 12ης Νοεμβρίου 1992 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-134/91 και C-135/91, Kerafina-Keramische und Finanz-Holding και Βιοκτηματική (Συλλογή 1992, σ. Ι-5699, σκέψη 16).
(70) * Βλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982 στην υπόθεση 283/81, CILFIT (Συλλογή 1982, σ. 3415, σκέψη 9).
(71) * Βλ. π.χ. Hessische Knappschaft, παρατεθείσα στην υποσημείωση 65, σ. 971.
(72) * Απόφαση της 1ης Απριλίου 1982 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 141/81 έως 143/81 (Συλλογή 1982, σ. 1299, σκέψη 6).
(73) * Βλ. κανονισμό (ΕΟΚ) 1252/89 του Συμβουλίου, της 3ης Μαΐου 1989, ΕΕ 1989, L 129, σ. 17, παράρτημα IV.
(74) * Βλ. κανονισμό 1331/90, παρατεθέντα στην υποσημείωση 62, παράρτημα IV.
(75) * Κανονισμός 1738/91, παρατεθείς στην υποσημείωση 2, παράρτημα IV.
Full & Egal Universal Law Academy