Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1. Η παρούσα υπόθεση ήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου με αίτηση του Tariefcommissie te Amsterdam, και θέτει το ζήτημα αν ένας κανονισμός περί δασμολογικής κατατάξεως της Επιτροπής εξακολουθεί να ισχύει μετά την κατάργηση του κανονισμού βάσει του οποίου είχε εκδοθεί ο κανονισμός περί δασμολογικής κατατάξεως. Επιπροσθέτως, τίθεται επικουρικώς το ζήτημα των ορίων της διακριτικής εξουσίας της Επιτροπής κατά τη θέσπιση κανονισμών δασμολογικής κατατάξεως.
Το ιστορικό της υποθέσεως
2. Η εταιρια Pell Nederland BV εισήγαγε στις 8 Δεκεμβρίου 1988 και στις 12 Φεβρουαρίου 1989 από την Αργεντινή τέσσερις συνολικώς παρτίδες υπολειμμάτων εξαγωγής ελαίου φύτρων καλαμποκιού. Η εταιρία Gebroeders Van Es Douane Agenten BV (στο εξής: Van Es) προέβη στις διατυπώσεις εισαγωγής σχετικά με την εισαγωγή αυτή.
3. Οι τέσσερις παρτίδες εμπορευμάτων εκτελωνίσθηκαν υπαχθείσες στην κλάση 2306 90 91 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας η οποία θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987 (1). Για εμπορεύματα υπαγόμενα στην κλάση αυτή δεν χρειαζόταν να καταβληθούν κατά το χρονικό σημείο της εισαγωγής ούτε δασμοί ούτε γεωργικές εισφορές.
4. Ο επιθεωρητής εισαγωγικών δασμών και ειδικών φόρων καταναλώσεως (Inspecteur der Ιnvorrechten en Αccijnzen) του Ρόττερνταμ προέβη σε έλεγχο των τεσσάρων παρτίδων και διαπίστωσε ότι επρόκειτο για υπολείμματα καλαμποκιού μετά την εξαγωγή ελαίου τα οποία δεν περιείχαν συστατικά που δεν προέρχονταν από το καλαμπόκι και τα οποία είχαν * υπολογιζόμενα κατά βάρος σε ξερή ύλη * περιεκτικότητα λιπαρών ουσιών κατώτερη του 3 %, περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες 11,5 % ή και περισσότερο και περιεκτικότητα σε άμυλο πλέον του 45 %. Λόγω της διαπιστωθείσας περιεκτικότητας σε άμυλο * μεταξύ 46,6 και 49,5 % για τις τέσσερις παρτίδες * ο επιθεωρητής έκρινε ότι τα εμπορεύματα έπρεπε αντιθέτως να υπαχθούν στην κλάση 2302 10 90. Το έρεισμα των προδιαγραφών σχετικά με την περιεκτικότητα υπολειμμάτων εξαγωγής ελαίου φύτρων καλαμποκιού, που εφαρμόστηκαν εν προκειμένω, αποτελεί ο κανονισμός (ΕΟΚ) 482/74 της Επιτροπής, της 27ης Φεβρουαρίου 1974 (2).
Για εμπορεύματα που υπήγοντο στη διάκριση 2302 10 90 ίσχυε γεωργική εισφορά 332,12 ολλανδικών φιορινίων (HFL) ανά 1 000 kg καθαρού βάρους ως προς την παρτίδα που εκτελωνίσθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 1988 και 307,23 HFL ανά 1 000 kg καθαρού βάρους ως προς τις τρεις παρτίδες που εκτελωνίσθηκαν στις 12 Φεβρουαρίου 1989. Κατά συνέπεια, επιβλήθηκε γεωργική εισφορά συνολικώς 1 197 831 HFL για τις τέσσερις παρτίδες. Η Van Es διευκρίνισε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η εισφορά αυτή υπερέβαινε την αξία των εμπορευμάτων.
5. Κατά της ληφθείσας αποφάσεως υποβλήθηκε διοικητική προσφυγή ενώπιον του επιθεωρητή εισαγωγικών δασμών και ειδικών φόρων καταναλώσεως ο οποίος και την απέρριψε. Η απόφαση αυτή προσβλήθηκε ενώπιον του Tariefcommissie το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο δύο ερωτήματα σχετικά με τον κανονισμό 482/74.
Οι εν προκειμένω ουσιώδεις κοινοιτικοί κανόνες
6. Η ονοματολογία του Κοινού Δασμολογίου (στο εξής: ονοματολογία ΚΔ) θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 950/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968 (3), και εφαρμόστηκε μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1988. Το κεφάλαιο 23 της ονοματολογίας ΚΔ αφορά "υπολείμματα και απορρίμματα των βιομηχανιών ειδών διατροφής τροφές παρασκευασμένες για ζώα". Το περιεχόμενο της κλάσεως 23.04 του κεφαλαίου αυτού έχει ως εξής:
"23.04 Πίτες, ελαιοπυρήνες και άλλα υπολείμματα της εξαγωγής των φυτικών λαδιών, με εξαίρεση τα κατακάθια ή μούργιες:
Α. Ελαιοπυρήνες και άλλα υπολείμματα της εξαγωγής του ελαιολάδου
Β. 'Αλλα".
7. Στις 16 Ιανουαρίου 1969, το Συμβούλιο θέσπισε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 97/69 ο οποίος, προκειμένου να διασφαλιστεί η ενιαία εφαρμογή του Κοινού Δασμολογίου σε όλα τα κράτη μέλη, εξουσιοδότησε την Επιτροπή να θεσπίζει τους αποκαλούμενους κανονισμούς δασμολογικής κατατάξεως, οι οποίοι "διευκρινίζουν το περιεχόμενο των κλάσεων ή διακρίσεων του Κοινού Δασμολογίου χωρίς πάντως να τροποποιούν το κείμενό τους" (4). Ο εν προκειμένω επίμαχος κανονισμός δασμολογικής κατατάξεως * ο κανονισμός 482/74 * θεσπίστηκε βάσει αυτού του κανονισμού. Το άρθρο 1 του κανονισμού 482/74 ορίζει:
"Τα υπολείμματα της απολήψεως του ελαίου σπερμάτων αραβοσίτου με διαλυτικές ουσίες ή με πίεση υπάγονται στο Κοινό Δασμολόγιο, στη διάκριση 23.04 Β, μόνον εφόσον παρουσιάζουν ταυτοχρόνως, υπολογιζόμενες σε βάρος επί της ξηράς ύλης, τις ακόλουθες περιεκτικότητες:
1. Για τα προϊόντα περιεκτικότητας σε λιπαρές ουσίες κατώτερης του 3 %:
* περιεκτικότητα σε άμυλο: κατώτερη του 45 %,
* περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες (περιεκτικότητα σε άζωτο x 6,25): ίση ή ανώτερη του 11,5 %.
2. (...)
Εξάλλου, αυτά τα υπολείμματα δεν δύνανται να περιέχουν συστατικά που δεν προέρχονται από τον κόκκο του αραβοσίτου."
8. Η Συνδυασμένη Ονοματολογία (στο εξής: ονοματολογία ΣΟ) θεσπίστηκε με τον κανονισμό 2658/87 του Συμβουλίου ο οποίος άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1988. Ο κανονισμός αυτός κατήργησε ταυτόχρονα τον κανονισμό 950/68 για το Κοινό Δασμολόγιο και τον κανονισμό 97/69 για τα μέτρα που απαιτούνται για την ενιαία εφαρμογή της ονοματολογίας του Κοινού Δασμολογίου (βλ. το άρθρο 16). Το κεφάλαιο 23 της ονοματολογίας ΣΟ αφορά, όπως και το κεφάλαιο 23 της ονοματολογίας ΚΔ, τα "υπολείμματα και απορρίμματα των βιομηχανιών ειδών διατροφής τροφές παρασκευασμένες για ζώα". Η διάκριση 2306 90 91 του κεφαλαίου αυτού, στην οποία υπήχθησαν οι παρτίδες τις οποίες αφορά η παρούσα υπόθεση, έχει ως εξής:
"2306 Πίτες και άλλα στερεά υπολείμματα, έστω και σπασμένα ή συσσωματωμένα με μορφή σβώλων, από την εξαγωγή φυτικών λιπών ή λαδιών, άλλα από εκείνα των κλάσεων 2304 ή 2305:
(...)
2306 90 * 'Αλλα:
* * Ελαιοπυρήνες και άλλα υπολείμματα της εξαγωγής του ελαιολάδου:
(...)
* * 'Αλλα:
2306 90 91 * * * Φύτρων καλαμποκιού".
Η διάκριση 2302 10 90 του εν λόγω κεφαλίου, στην οποία υπήχθησαν οι εν λόγω παρτίδες μετά τον διεξαχθέντα έλεγχο, έχει ως εξής:
"2302 Πίτουρα εν γένει και άλλα υπολείμματα, έστω και συσσωματωμένα με μορφή σβόλων, από το κοσκίνισμα, το άλεσμα ή άλλες κατεργασίες των δημητριακών ή οσπριοειδών:
2302 10 * Καλαμποκιού:
2302 10 10 * * Των οποίων η περιεκτικότητα σε άμυλο είναι κατώτερη ή ίση του 35 % κατά βάρος
2302 10 90 * * 'Αλλα".
9. Το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 2658/87 περιέχει κανόνες για τη μεταφορά από την παλαιά στη νέα ονοματολογία και έχει ως εξής:
"Οι κωδικοί και οι περιγραφές των εμπορευμάτων που καθιερώνονται με βάση τη Συνδυασμένη Ονοματολογία υποκαθιστούν εκείνους που έχουν καθοριστεί με βάση τις ονοματολογίες του Κοινού Δασμολογίου και του Nimexe, με την επιφύλαξη των διεθνών συμφωνιών που έχει συνάψει η Κοινότητα πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, καθώς και των πράξεων που έχουν εκδοθεί για την εφαρμογή τους, οι οποίες αναφέρονται στις εν λόγω ονοματολογίες.
Οι κοινοτικές πράξεις που περιλαμβάνουν τη δασμολογική ή στατιστική ονοματολογία τροποποιούνται ανάλογα από την Επιτροπή."
10. Η Επιτροπή εξέδωσε τρεις κανονισμούς, αναφερόμενη στο άρθρο 15 του κανονισμού 2658/87, συγκεκριμένα δε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 646/89 της 14ης Μαρτίου 1989 (5), τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2723/90 της 24ης Σεπτεμβρίου 1990 (6) και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2080/91 της 16ης Ιουλίου 1991 (7). Οι κανονισμοί αυτοί τροποποίησαν μία σειρά κανονισμών δασμολογικής κατατάξεως τους οποίους η Επιτροπή είχε εκδώσει βάσει του κανονισμού 97/69, αντικαθιστώντας τις αναφορές στους κωδικούς που στηρίζονται στην ονοματολογία ΚΔ, που περιέχονται στους κανονισμούς αυτούς, με αναφορές στους αντίστοιχους κώδικες που ισχύουν βάσει της ονοματολογίας ΣΟ.
11. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 2658/87 παρέχει ένα έρεισμα για τη θέσπιση μέτρων που αφορούν την κατάταξη εμπορευμάτων στην ονοματολογία ΣΟ το οποίο αντιστοιχεί προς το έρεισμα που προβλεπόταν, όσον αφορά την ονοματολογία ΚΔ, με τον καταργηθέντα κανονισμό 97/69. Η Επιτροπή, αναφερόμενη στο άρθρο 9, θέσπισε τον κανονισμό 439/91 (ΕΟΚ) της 25ης Φεβρουαρίου 1991 (8), ο οποίος κατήργησε ορισμένους κανονισμούς που είχε θεσπίσει η Επιτροπή βάσει του κανονισμού 97/69 (9).
12. Ο κανονισμός 482/74 περί κατατάξεως εμπορευμάτων στη διάκριση 23.04 Β της ονοματολογίας ΚΔ δεν μνημονεύεται σε κανέναν από τους κανονισμούς αυτούς και, επομένως, ούτε τροποποιήθηκε ρητώς ούτε καταργήθηκε ρητώς μετά τη θέσπιση της ονοματολογίας ΣΟ.
Κατά πόσον εξακολουθεί να ισχύει ο κανονισμός 482/74;
13. Το πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου έχει ως εξής:
"Εξακολουθεί ο κανονισμός 482/74 να ισχύει ως προς τις τέσσερις υπό κρίση διασαφήσεις παρά τις διατάξεις του άρθρου 16 του τωρινού κανονισμού ΚΔ;"
14. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό συνεπάγεται ιδίως τη διατύπωση γνώμης επί τριών προβλημάτων. Πρώτον, κατά πόσον ο κανονισμός 482/74 έχει καταστεί ανενεργός, επειδή καταργήθηκε ο κανονισμός που αποτελούσε το έρεισμά του. Δεύτερον, κατά πόσον ο κανονισμός 482/74 έχει καταστεί ανενεργός, επειδή δεν προσαρμόστηκε ρητώς προς την ονοματολογία ΣΟ, σύμφωνα με το άρθρο 15 του νέου κανονισμού περί ονοματολογίας. Τρίτον, κατά πόσον ο κανονισμός 482/74 έχει καταστεί ανενεργός, επειδή ενόψει των λοιπών νομικών πράξεων που εξέδωσε η Επιτροπή η εφαρμογή του θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της ασφάλειας του δικαίου.
15. 'Οσον αφορά το πρώτο πρόβλημα, η Van Es προβάλλει ότι ένας κανονισμός καθίσταται ανενεργός, όταν καταργείται η νομική πράξη που αποτελεί το έρεισμά του, εκτός αν παρασχεθεί νέο έρεισμα με τον κανονισμό αυτόν, πράγμα που, κατά την εταιρία αυτή, δεν συνέβη όσον αφορά τον κανονισμό 482/74. Η Van Es επισημαίνει ότι το Tariefcommissie, στη διάταξή του περί παραπομπής, διατυπώνει την ίδια νομική άποψη. Η Επιτροπή προβάλλει ότι η κατάργηση του κανονισμού 97/69 δεν σημαίνει ότι οι κανονισμοί που είχαν εκδοθεί βάσει αυτού κατέστησαν αυτομάτως ανενεργοί και αναφέρεται συναφώς στην αρχή tempus regit actum.
16. Το Δικαστήριο έχει διαμορφώσει με τη νομολογία του τη νομική βάση επί της οποίας μπορεί να στηριχθεί η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο ερώτημα αυτό. Από την απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Μαρτίου 1990 στην υπόθεση Pennacchiotti (10), προκύπτει ότι δεν υφίσταται κατά το κοινοτικό δίκαιο γενική αρχή κατά την οποία μια νομική πράξη καθίσταται αυτομάτως ανενεργός όταν καταργείται το νομικό της έρεισμα και δεν έχει θεσπιστεί ρητώς διάταξη για τη διατήρηση της εν λόγω νομικής πράξεως (11). Εξάλλου, είναι σαφές ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οποιαδήποτε νομική πράξη εξακολουθεί να ισχύει εφόσον δεν έχει ρητώς καταργηθεί. Από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση αυτή προκύπτει ότι πρέπει να συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις ώστε να εξακολουθεί να ισχύει ένας κανονισμός του οποίου καταργήθηκε το νομικό έρεισμα. Το Δικαστήριο τόνισε με την απόφασή του ότι η προηγούμενη εξουσιοδοτική διάταξη είχε αντικατασταθεί από μία νέα εξουσιοδοτική διάταξη με το ίδιο περιεχόμενο, και ο επίμαχος κανονισμός είχε εκδοθεί με την ίδια διαδικασία όπως αυτή που είχε καθοριστεί με τον μεταγενέστερο βασικό κανονισμό και ότι δεν ήταν δυνατόν να διαπιστωθεί καμία διάσταση μεταξύ του κανονισμού και των μεταγενέστερων κοινοτικών διατάξεων. Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο συνήγαγε το συμπέρασμα ότι ο προηγούμενος κανονισμός εξακολουθούσε να εφαρμόζεται και αποτελούσε τη νομική πράξη η οποία περιείχε τις εκτελεστικές διατάξεις σχετικά με τη θέσπιση της μεταγενέστερης εξουσιοδοτικής διατάξεως, ενόσω δεν είχε εκδοθεί εν προκειμένω άλλη νεότερη πράξη
17. Η Van Es προβάλλει δύο λόγους για τους οποίους η υπόθεση Pennacchiotti διαφέρει ουσιωδώς από την παρούσα υπόθεση. Πρώτον, η υπόθεση Pennacchiotti αφορούσε έναν βασικό κανονισμό ο οποίος δεν μπορούσε να εφαρμοστεί χωρίς να έχουν εκδοθεί εκτελεστικές διατάξεις. Αν ο προηγούμενος εκτελεστικός κανονισμός είχε στερηθεί της νομικής του ισχύος, θα είχε προκύψει νομικό κενό το οποίο θα είχε σοβαρές συνέπειες για έναν μεγάλο αριθμό οινοπαραγωγών της Κοινότητας. Στην παρούσα υπόθεση πρόκειται εντούτοις αποκλειστικά για τον καθορισμό του περιεχομένου μιας δασμολογικής κλάσεως. Δεύτερον, η υπόθεση Pennacchiotti αφορούσε εκτελεστικές διατάξεις βάσει των οποίων οι πολίτες της Κοινότητας απέκτησαν σημαντικά δικαιώματα. Στην παρούσα υπόθεση, αντιθέτως, πρόκειται για τις σημαντικές χρηματοοικονομικές επιβαρύνσεις που επιβάλλονται στους πολίτες της Κοινότητας. Η Van Es ισχυρίζεται επομένως ότι η κρίση του Δικαστηρίου ότι οι εν λόγω εκτελεστικές διατάξεις εξακολουθούσαν να ισχύουν εξαρτήθηκε * εκτός από τις περιστάσεις που εξέθεσε ρητώς το Δικαστήριο * από την ύπαρξη των περιστάσεων που εξέθεσε η εταιρία.
18. Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά. Κατά τη γνώμη μου, πρέπει να ληφθεί ως δεδομένο ότι το Δικαστήριο με την απόφαση Pennacchiotti έθεσε μία γενική αρχή κατά την οποία οι κανονισμοί των οποίων καταργείται το νομικό έρεισμα εξακολουθούν να ισχύουν, όταν έχει εκδοθεί μία νέα νομική πράξη η οποία αντικαθιστά την καταργηθείσα εξουσιοδοτική νομική πράξη και η οποία περιέχει αντίστοιχη προς την καταργηθείσα εξουσιοδοτική διάταξη και όταν, επιπλέον, από την πλήρη εξέταση των νέων κανόνων μπορεί να ληφθεί ως δεδομένο ότι οι προηγούμενοι κανονισμοί συμπληρώνουν ή διευκρινίζουν επίσης τους νέους κανόνες κατά τον ίδιο τρόπο όπως συμπλήρωναν ή διευκρίνιζαν τους καταργηθέντες κανόνες.
Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο στην απόφαση Pennacchiotti από το οποίο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο απέδωσε αποφασιστική σημασία στις περιστάσεις που εξέθεσε η Van Es, επιπλέον δε καθίσταται επίσης σαφές ότι θα προέκυπταν δύσκολα προβλήματα οριοθετήσεως, αν οι περιστάσεις αυτές θα έπρεπε να αποτελούν προϋποθέσεις για να εξακολουθούν να ισχύουν κανονισμοί των οποίων έχει καταργηθεί το νομικό έρεισμα.
19. Στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως δεν προτάθηκε κανένα άλλο επιχείρημα κατά της διατηρήσεως της νομικής καταστάσεως που προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Pennacchiotti. Μπορεί εξάλλου να ληφθεί ως δεδομένο ότι η κατάσταση αυτή συνεπάγεται αποτελέσματα τα οποία * καίτοι το ζήτημα λύεται κατά διαφορετικό τρόπο στα κράτη μέλη * αντιστοιχούν προς αυτά που απορρέουν από τη νομική κατάσταση που υφίσταται στα διάφορα κράτη μέλη (12).
20. Περαιτέρω, είναι αναμφίβολο ότι η εκτεθείσα νομική κατάσταση είναι αυτή την οποία έλαβε υπόψη το Συμβούλιο κατά την έκδοση του κανονισμού για τη θέσπιση νέας ονοματολογίας. Ο κοινοτικός νομοθέτης δεν μπορεί να είχε την πρόθεση να καταστήσει ανενεργούς τους πάρα πολλούς κανονισμούς δασμολογικής κατατάξεως που είχαν θεσπιστεί βάσει του κανονισμού 97/69. Ο νομοθέτης θεώρησε προφανώς ότι οι κανονισμοί αυτοί πρέπει καταρχήν να εξακολουθούν να ισχύουν έστω και χωρίς ρητή σχετική διάταξη. Αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η Επιτροπή εξέδωσε μεταγενέστερα νομικές πράξεις οι οποίες, στηριζόμενες στο άρθρο 15 του κανονισμού για τη νέα ονοματολογία, προβαίνουν σε τεχνικές προσαρμογές προς την ονοματολογία ΣΟ των προηγουμένων κανονισμών τελωνειακής κατατάξεως.
21. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το άρθρο 15 έχει την έννοια ότι οι νέοι κωδικοί ΣΟ και οι περιγραφές ΣΟ των εμπορευμάτων που αντικαθιστούν τους προηγούμενους κωδικούς ΚΔ και τις περιγραφές ΚΔ των εμπορευμάτων αποτελούν ρητή επιβεβαίωση του γεγονότος ότι το Συμβούλιο αποφάσισε να διατηρήσει σε ισχύ τους προηγούμενους κανονισμούς δασμολογικής κατατάξεως. Η άποψη αυτή δεν είναι εντούτοις ορθή. Πράγματι, δεν αμφισβητείται ότι το άρθρο 15 δεν αφορά ειδικώς κανονισμούς της δασμολογικής κατατάξεως και ότι η διάταξη αυτή * έστω και αν ληφθεί ως δεδομένο ότι οι προηγούμενοι κανονισμοί δασμολογικής κατατάξεως κατέστησαν ανενεργοί με την έκδοση του κανονισμού για τη νέα ονοματολογία * πρέπει να έχει ευρύ πεδίο εφαρμογής, δηλαδή τους πολυάριθμους κανονισμούς ιδίως στον τομέα της γεωργίας, οι οποίοι αναφέρονται στην ήδη καταργηθείσα ονοματολογία ΚΔ και ως προς την περαιτέρω ισχύ των οποίων δεν υπήρξε αμφιβολία, δεδομένου ότι ο κανονισμός για τη νέα ονοματολογία δεν καταργεί το νομικό τους έρεισμα (13).
22. Καίτοι, κατά τη γνώμη μου, η καταλληλότερη διατύπωση της κοινοτικής νομοθεσίας σε καταστάσεις όπως η παρούσα συνίσταται στο να διευκρινίζεται με ρητή διάταξη αν προηγούμενες νομικές πράξεις εξακολουθούν να ισχύουν, μπορεί βάσει των προεκτεθέντων να ληφθεί ως δεδομένο ότι προηγούμενες νομικές πράξεις μπορούν να εξακολουθούν να ισχύουν και χωρίς σχετική ρητή διάταξη.
23. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να εξακολουθούν να ισχύουν οι προηγούμενοι κανονισμοί, όσον αφορά τον κανονισμό 482/74.
24. Διαπιστώνεται ότι τα δεδομένα, τα οποία το Δικαστήριο θεώρησε ότι έχουν σημασία στην υπόθεση Pennacchiotti, υφίστανται επισης και στην παρούσα υπόθεση. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο α', του νέου κανονισμού ονοματολογίας παρέχει έρεισμα για την έκδοση κανονισμών που αφορούν την κατάταξη εμπορευμάτων στη Συνδυασμένη Ονοματολογία και, επομένως, έχει κατ' ουσίαν το ίδιο περιεχόμενο με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 97/69, το οποίο αποτέλεσε το έρεισμα του κανονισμού 482/74. Ο κανονισμός 482/74 θεσπίστηκε με την ίδια διαδικασία (βλ. άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 97/69) με αυτήν που ορίζεται στο άρθρο 10 του νέου κανονισμού ονοματολογίας στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 9. Τέλος, δεν διαπιστώνεται καμία αντίθεση μεταξύ των διατάξεων του κανονισμού 482/74 και των μεταγενέστερων κοινοτικών διατάξεων.
25. Δεν αρκεί στην παρούσα αλληλουχία το ότι οι σχετικές εξουσιοδοτικές διατάξεις έχουν κατ' ουσίαν το ίδιο περιεχόμενο. Λογική συνέπεια της βασικής απόψεως που διατύπωσε το Δικαστήριο με την απόφαση Pennacchiotti αποτελεί η προϋπόθεση, προκειμένου να εξακολουθούν να ισχύουν οι κανονισμοί για τη δασμολογική κατάταξη, το ότι και οι σχετικές δασμολογικές κλάσεις έχουν κατ' ουσίαν το ίδιο περιεχόμενο.
26. Η Van Es ισχυρίζεται ότι υφίσταται ουσιώδης διαφορά μεταξύ της προηγούμενης κλάσεως του Κοινού Δασμολογίου και της ήδη ισχύουσας κλάσεως της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, επειδή ιδίως η νέα διατύπωση είναι περισσότερο εξειδικευμένη. Η Van Es υπογραμμίζει επιπλέον ότι η Συνδυασμένη Ονοματολογία είναι γενικώς λεπτομερέστερη και περιέχει περισσότερες κλάσεις και διακρίσεις απ' ό,τι η ονοματολογία ΚΔ.
Η Επιτροπή συμφωνεί ότι η ονοματολογία ΣΟ είναι περισσότερο περίπλοκη από την ονοματολογία ΚΔ, επειδή υπάρχουν περισσότερες υποδιαιρέσεις, προβάλλει όμως ότι οι διατάξεις του νέου κανονισμού είναι κατ' ουσίαν πανομοιότυπες με τις διατάξεις του προηγούμενου κανονισμού και συχνά απλώς τις επαναλαμβάνουν κατά γράμμα. Η Επιτροπή εκθέτει ότι δεν υπάρχει διαφορά στη διατύπωση της διακρίσεως 23.04 Β της ονοματολογίας ΚΔ και της διακρίσεως 2306 90 91 της ονοματολογίας ΣΟ όσον αφορά υπολείμματα από την εξαγωγή ελαίου φύτρων καλαμποκιού.
27. Κατά τη γνώμη μου, οι δύο αυτές κλάσεις έχουν κατ' ουσίαν το ίδιο περιεχόμενο. Η διάκριση 23.04 Β της ονοματολογίας ΚΔ και η δασμολογική διάκριση 2306 90 91 της ονοματολογίας ΣΟ περιέχονται και οι δύο στο κεφάλαιο 23 των αντίστοιχων ονοματολογιών, τα κεφάλαια δε αυτά έχουν πανομοιότυπους τίτλους. Και οι δύο δασμολογικές διακρίσεις ανήκουν σε κλάσεις που περιλαμβάνουν πίτες και άλλα υπολείμματα από την εξαγωγή φυτικών λαδιών. Το μόνο ζήτημα είναι ότι η περιγραφή των προϊόντων στην κλάση 2306 περιέχει λεπτομερέστερες διευκρινίσεις. Και οι δύο δασμολογικές διακρίσεις αφορούν "άλλα" προϊόντα και "ελαιοπυρήνες και άλλα υπολείμματα της εξαγωγής του ελαιολάδου". Το μόνο ζήτημα είναι ότι η δασμολογική διάκριση 2306 90 91 περιέχει μία λεπτομερέστερη υποδιαίρεση, καθόσον ορίστηκε μια ειδική δασμολογική διάκριση για τέτοιου είδους άλλα προϊόντα "φύτρων καλαμποκιού". Κατά τη γνώμη μου, οι εκτεθείσες διαφορές δεν έχουν καμία σημασία. Δεν είναι δύσκολο να διαπιστωθεί ότι η δασμολογική διάκριση 23.04 Β της ονοματολογίας ΚΔ αντικαταστάθηκε από τη δασμολογική διάκριση 2306 90 91 της ονοματολογίας ΣΟ, καθόσον πρόκειται για υπολείμματα από την εξαγωγή ελαίου φύτρων καλαμποκιού.
28. Ο κανονισμός 482/74 παραπέμπει στη δασμολογική διάκριση 23.04 Β της ονοματολογίας ΚΔ και, επομένως, η δυνατότητα να εξακολουθεί να ισχύει ο κανονισμός μετά τη θέσπιση της ονοματολογίας ΣΟ προϋποθέτει ότι η παροπομπή αυτή έχει ρητώς ή σιωπηρώς αντικατασταθεί με παραπομπή στη δασμολογική διάκριση 2306 90 91 της ονοματολογίας ΣΟ. 'Οπως εκτέθηκε, δεν υπήρξε ρητή προσαρμογή του κανονισμού 482/74 σύμφωνα με το άρθρο 15 του νέου κανονισμού ονοματολογίας. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν μπορεί να θεωρηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να εξακολουθεί να ισχύει ένας κανονισμός, όταν είναι αναγκαίο να προσαρμοσθεί σιωπηρώς το γράμμα του κανονισμού προς τις νέες διατάξεις.
29. Η Van Es προβάλλει ότι η ελλείπουσα ρητή προσαρμογή του κανονισμού 482/74 προς την ονοματολογία ΣΟ σημαίνει ότι ο κανονισμός έχει καταστεί άνευ αντικειμένου και στερείται πλέον σημασίας, δεδομένου ότι στην ονοματολογία ΣΟ δεν υφίσταται κλάση με τον κωδικό που αναφέρεται στον κανονισμό. Η Van Es αντικρούει το ότι οι κανονισμοί δασμολογικής κατατάξεως μπορούν να θεωρηθούν ότι έχουν σιωπηρώς προσαρμοστεί προς τη νέα ονοματολογία ΣΟ, υποστηρίζοντας ότι μία νομική κατάσταση κατά την οποία κανονισμοί μπορούν να εφαρμόζονται, ακόμη και αν δεν έχουν ρητώς προσαρμοστεί προς τη νέα ονοματολογία ΣΟ, θα είναι αντίθετοι προς την αρχή της ασφάλειας του δικαίου και την αρχή της αξιοπιστίας της νομοθετικής δράσεως (14).
30. Αυτό είναι δυνατόν να προκαλέσει πρόβλημα από απόψεως ασφάλειας του δικαίου, στο μέτρο που οι κοινοτικοί πολίτες θα είναι αναγκασμένοι να εξακριβώνουν οι ίδιοι αν οι παραπομπές των κοινοτικών πράξεων στους κωδικούς του ΚΔ πρέπει να θεωρηθούν ότι έχουν αντικατασταθεί με τις παραπομπές στους αντίστοιχους κωδικούς της ΣΟ. 'Ομως, η σιωπηρή προσαρμογή, η οποία είναι αναγκαίο να χωρήσει στην παρούσα αλληλουχία, είναι πράγματι σιωπηρή μόνον εφόσον δεν επήλθε ρητή τροποποίηση του κανονισμού 482/74, όχι όμως και όταν ο κοινοτικός νομοθέτης αγνόησε το ζήτημα.
'Οπως εξέθεσε η Επιτροπή, το άρθρο 15, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του νέου κανονισμού ονοματολογίας πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει την έννοια ότι οι αναφορές των κοινοτικών πράξεων στους κωδικούς και τις περιγραφές των προϊόντων που έχουν οριστεί βάσει της ονοματολογίας ΚΔ έχουν ope legis αντικατασταθεί με τους κωδικούς για τις περιγραφές προϊόντων που έχουν οριστεί βάσει της ονοματολογίας ΣΟ. Η Επιτροπή εκθέτει ότι το άρθρο 15 εφαρμόζεται μόνον όταν η μετάβαση από την παλαιά προς τη νέα ονοματολογία απαιτεί απλώς μία τεχνική προσαρμογή. 'Οταν αντιθέτως είναι αναγκαίο να επέλθουν ουσιαστικές τροποποιήσεις, οι παλαιοί κανονισμοί κατατάξεως πρέπει να θεωρηθούν ότι έχουν καταργηθεί, δεδομένου ότι οι τροποποιήσεις αυτές προϋποθέτουν ρητή προσαρμογή βάσει ειδικού προς τούτο ερείσματος.
Η εφαρμογή του κανονισμού 482/74 υπό το καθεστώς της νέας ονοματολογίας προϋποθέτει μια απλώς τεχνική προσαρμογή, το δε άρθρο 15 παρέχει επομένως το αναγκαίο έρεισμα για να θεωρηθεί ότι η αναφορά στον προηγούμενο κωδικό ΚΔ έχει αντικατασταθεί με τον νέο κωδικό ΣΟ.
31. Η Van Es ισχυρίζεται ότι το άρθρο 15, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, υποχρεώνει σαφώς την Επιτροπή να προσαρμόσει κοινοτικές πράξεις προς την ονοματολογία ΣΟ και ότι, επομένως, από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προηγούμενοι κανονισμοί δασμολογικής κατατάξεως ισχύουν μόνον όταν έχουν ρητώς προσαρμοστεί στην ονοματολογία ΣΟ και έχουν αποκτήσει νέο νομικό έρεισμα.
Η Επιτροπή προβάλλει επιπλέον ότι το άρθρο 15 παρέχει έρεισμα για τη, χάρη σαφήνειας και ευκολίας, διενέργεια τεχνικών προσαρμογών των κοινοτικών πράξεων προς την ονοματολογία ΣΟ, όταν αυτό θεωρείται αναγκαίο (15). Αντιθέτως, το άρθρο 15 δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει την έννοια ότι για να εξακολουθεί να ισχύει ένας κανονισμός πρέπει να έχει ρητώς διατηρηθεί σε ισχύ από την Επιτροπή.
32. Κατά τη γνώμη μου, η Van Es έχει δίκαιο ως προς το ότι το άρθρο 15 υποχρεώνει την Επιτροπή να προβαίνει σε τεχνική προσαρμογή των κοινοτικών πράξεων οι οποίες εξακολουθούν να έχουν συγκεκριμένη σημασία κατά τη μεταβατική φάση προς την ονοματολογία ΣΟ και ως προς τις οποίες δεν είναι αναγκαίο να επέλθουν ουσιαστικές τροποποιήσεις. Δεν νομίζω όμως ότι η διάταξη αυτή μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει την έννοια ότι η έλλειψη τεχνικής προσαρμογής συνεπάγεται ότι οι σχετικοί κανονισμοί πρέπει να θεωρηθούν ότι έχουν καταργηθεί. Πράγματι, μία τέτοια ερμηνεία θα καθιστούσε κενό περιεχομένου το άρθρο 15, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο.
33. Βάσει των ανωτέρω μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να εξακολουθεί να ισχύει ο κανονισμός 482/74 υπό το καθεστώς του νέου κανονισμού ονοματολογίας.
34. 'Οπως ελέχθη, με την απόφασή του στην υπόθεση Pennacchiotti το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι ο επίμαχος εκτελεστικός κανονισμός δεν μπορούσε να εφαρμοστεί πριν εκδοθούν νέες διατάξεις κατ' εφαρμογήν του σχετικού νομικού ερείσματος. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι ο κανονισμός 482/74, όπως τόνισε η Van Es, καταργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 315/91 της Επιτροπής, της 7ης Φεβρουαρίου 1991 (16), ο οποίος εκδόθηκε βάσει του άρθρου 9 του νέου κανονισμού ονοματολογίας και ο οποίος τροποποιεί τον κανονισμό αυτόν, προσθέτοντας στο κεφάλαιο 23 μία συμπληρωματική διάταξη σχετικά με τη διάκριση 2306 90 91. Η διάταξη αυτή έχει ως εξής:
"Η διάκριση 2306 90 91 περιλαμβάνει μόνο τα υπολείμματα από την εξαγωγή του λαδιού φύτρων καλαμποκιού, με εξαίρεση τα προϊόντα που περιέχουν συστατικά μέρη που προέρχονται από άλλα μέρη του σπόρου καλαμποκιού που δεν έχουν υποβληθεί σε επεξεργασία εξαγωγής λαδιού και που έχουν προστεθεί μετά την επεξεργασία αυτή." (17)
35. Εντούτοις, δεν είναι αναγκαίο να διασαφηνιστεί το ερμηνευτικό αυτό ζήτημα για τον σχηματισμό κρίσεως επί της παρούσας υποθέσεως. Τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης συνέβησαν πράγματι πριν από την έκδοση του κανονισμού 315/91. Για τον λόγο και μόνον αυτόν ο κανονισμός δεν μπορεί να έχει αποφασιστική σημασία εν προκειμένω.
36. Τέλος, πρέπει να διατυπωθεί γνώμη επί του ισχυρισμού που προβάλλει η Van Es ότι οι νομικές πράξεις που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο και την Επιτροπή σε σχέση με τη μετάβαση στη νέα ονοματολογία προκάλεσε εν πάση περιπτώσει μία τέτοια αβεβαιότητα δικαίου, όσον αφορά το ζήτημα αν ο κανονισμός 482/74 εξακολουθεί να ισχύει, ώστε ο κανονισμός δεν μπορεί, για τον λόγο αυτό, να εφαρμοστεί μετά την 1η Ιανουαρίου 1988.
Η Van Es υπογραμμίζει ιδίως ότι η χρησιμοποίηση εκ μέρους της Επιτροπής τού βάσει του νέου κανονισμού ονοματολογίας ερείσματος για να προβεί σε τεχνικές προσαρμογές κατέστησε εξαιρετικά ασαφές το αν ο κανονισμός 482/74 εξακολουθεί να ισχύει.
37. Η άποψη αυτή δεν είναι απολύτως αβάσιμη.
38. Στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 646/89, με τον οποίο προσαρμόστηκαν πολλοί από τους κανονισμούς δασμολογικής κατατάξεως, οι οποίοι είχαν εκδοθεί βάσει της ονοματολογίας ΚΔ, προς την ονοματολογία ΣΟ εκτίθενται τα εξής:
"ότι, για λόγους σαφήνειας και απλοποιήσεως, πρέπει να τροποποιηθούν (...) όσοι από τους κανονισμούς αυτούς διατηρούν ένα συγκεκριμένο ενδιαφέρον και των οποίων η μεταφορά δεν συνεπάγεται καμία ουσιαστική τροποποίηση".
Στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη των αντίστοιχων κανονισμών, δηλαδή του κανονισμού 2723/90 και του κανονισμού 2080/91, εκτίθενται τα ακόλουθα:
"ότι θα πρέπει να τροποποιηθούν (...) όσοι από τους προαναφερθέντες κανονισμούς εξακολουθούν να παρουσιάζουν συγκεκριμένο ενδιαφέρον και η μεταφορά των οποίων δεν αποτελεί ουσιαστική τροποποίηση συμπληρώνοντας έτσι μία πρώτη σειρά κανονισμών (18) που τροποποιήθηκαν ήδη με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 646/89 της Επιτροπής [ο δε κανονισμός 2080/91 προσθέτει "και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2723/90' ]".
39. Δεδομένου ότι η Επιτροπή εκθέτει κατ' αυτό τον τρόπο ρητώς ότι είχε ως σκοπό την τροποποίηση των κωδικών των κανονισμών δασμολογικής κατατάξεως, οι οποίοι εξακολουθούσαν να παρουσιάζουν συγκεκριμένο ενδιαφέρον στο πλαίσιο της μεταβάσεως προς την ονοματολογία ΣΟ, και με τους δύο τελευταίους κανονισμούς την ολοκλήρωση των αναγκαίων τροποποιήσεων, δικαιολογείται η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς το ζήτημα κατά πόσον η έλλειψη τροποποιήσεως του κωδικού ΚΔ στον κανονισμό 482/74 σημαίνει ότι ο κανονισμός έχει καταστεί άνευ αντικειμένου.
40. Η αμφιβολία αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει επαρκώς εξαλειφθεί απλώς και μόνον επειδή ο κανονισμός 482/74 δεν αναφέρεται στον κανονισμό 439/91, που κατάργησε πολλούς από τους προηγούμενους κανονισμούς δασμολογικής κατατάξεως, στην τρίτη αιτιολογική σκέψη του οποίου εκτίθεται ότι πρόκειται για τυπική κατάργηση των κανονισμών οι οποίοι στο πλαίσιο της μεταβάσεως προς την ονοματολογία ΣΟ έχουν καταστεί άνευ αντικειμένου (19).
41. Η εν λόγω αμφιβολία δεν αμβλύνθηκε κατόπιν της εκδόσεως του κανονισμού 315/91, ο οποίος, όπως υπογράμμισε η Van Es, δεν αναφέρει τον κανονισμό 482/74, ανεξαρτήτως του ότι οι δύο κανονισμοί αφορούν την ίδια δασμολογική διάκριση και έχουν εν μέρει τον ίδιο σκοπό (20). Αυτό μπορεί να προκαλέσει την εντύπωση ότι η ίδια η Επιτροπή θεωρεί ότι ο κανονισμός 482/74 δεν ισχύει πλέον.
42. Το ευρετήριο της ισχύουσας κοινοτικής νομοθεσίας, που εκδίδει η Επιτροπή ανά εξάμηνο * στο οποίο περιλαμβάνεται συνεχώς ο κανονισμός 482/74 *, παρέχει στους πολίτες και τις επιχειρήσεις της Κοινότητας τη δυνατότητα να βρίσκουν λύσεις σε ορισμένες αμφίβολες καταστάσεις όπως αυτή για την οποία πρόκειται στην παρούσα υπόθεση. Πάντως, είναι αυτονόητο ότι η ύπαρξη του ευρετηρίου δεν απαλλάσσει τον κοινοτικό νομοθέτη από το να εξασφαλίζει μία σαφή νομική κατάσταση κατά τη διαμόρφωση των νομικών του πράξεων.
Δεν είναι προφανές ότι δεν προκύπτει σαφώς ότι ο νομοθέτης συμμορφώθηκε πλήρως προς αυτήν την υποχρέωση όσον αφορά όλους τους κανονισμούς δασμολογικής κατατάξεως που εκδόθηκαν πριν από τη θέσπιση του νέου κανονισμού ονοματολογίας (21).
43. Εντούτοις, δεν υπάρχει κανένας λόγος να εξεταστούν εν προκειμένω οι ενδεχόμενες συνέπειες από την αβεβαιότητα δικαίου που θα μπορούσε να συνεπάγεται η χρησιμοποίηση από την Επιτροπή του ερείσματος που παρέχει ο νέος κανονισμός ονοματολογίας προκειμένου αυτή να προβεί στις τεχνικές προσαρμογές των προηγουμένων κανονισμών δασμολογικής κατατάξεως. Πράγματι, είναι βέβαιο ότι οι εισαγωγές, που αποτελούν το αντικείμενο της υποθέσεως της κύριας δίκης, πραγματοποιήθηκαν σε χρονικό σημείο κατά το οποίο οι εν λόγω νομικές πράξεις δεν είχαν εκδοθεί και, επομένως, δεν είχε ακόμη προκύψει ενδεχομένως νομική αβεβαιότητα.
44. Εξάλλου, είναι ενδεχομένως σκόπιμο να λεχθεί ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι ο εισαγωγέας είχε διενεργήσει από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 παρόμοιες εισαγωγές και δεν υπάρχει κανένα στοιχείο στη δικογραφία βάσει του οποίου να μπορεί να θεωρηθεί ότι ο εισαγωγέας, όπως και άλλοι συνετοί επιχειρηματίες στον τομέα αυτόν, δεν γνώριζε ότι υφίστατο ο σημαντικός από πρακτικής απόψεως κανονισμός δασμολογικής κατατάξεως. Αντιθέτως, από τα στοιχεία που παρασχέθηκαν κατά τη διαδικασία προκύπτει ότι ο εισαγωγέας γνώριζε σαφώς τα προβλήματα τα οποία θα μπορούσε να δημιουργήσει ακριβώς για τις εισαγωγές του η προϋπόθεση περιεκτικότητας σε άμυλο κάτω του 45 % και επιπλέον είχε ήδη συζητήσει το ζήτημα αυτό με τους εκπροσώπους της Επιτροπής. Βάσει αυτών των δεδομένων είναι δύσκολο να θεωρηθεί ότι ο εισαγωγέας στηρίχθηκε άνευ ετέρου στο ότι ο κανονισμός 482/74 δεν ίσχυε πλέον συνεπεία της θεσπίσεως του νέου κανονισμού ονοματολογίας. Εν πάση περιπτώσει, θα ήταν φυσικό το να είχε ζητήσει ο εισαγωγέας διευκρινίσεις από την Επιτροπή ως προς το ζήτημα αυτό.
45. Βάσει αυτών των δεδομένων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι ο κανονισμός 482/74 εξακολουθούσε να ισχύει κατά το χρονικό σημείο των περιστατικών που αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης όπως και ο κανονισμός με τον οποίο διευκρινίστηκε το περιεχόμενο της διακρίσεως 2306 90 91 της ονοματολογίας ΣΟ.
Κατά πόσον ο κανονισμός 482/74 εκδόθηκε εντός των ορίων που ισχύουν ως προς την εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής κατά την έκδοση κανονισμών δασμολογικής κατατάξεως;
46. Το δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου έχει ως εξής:
"Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, μπορεί ο κανονισμός 482/74 να εφαρμοστεί εγκύρως για την υπαγωγή εμπορευμάτων στην κλάση 2306 90 91 του ήδη ισχύοντος ΚΔ, παρόλον που η κλάση αυτή δεν περιέχει κανένα κριτήριο για την περιεκτικότητα σε άμυλο των υπολειμμάτων από την εξαγωγή ελαίου καλαμποκιού;"
47. Η Van Es ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή, ορίζοντας ανώτατη περιεκτικότητα σε άμυλο κάτω του 45 % ως κριτήριο για την οριοθέτηση στερεών υπολειμμάτων από την εξαγωγή ελαίου φύτρων καλαμποκιού, το οποίο πρέπει να υπάγεται στη διάκριση 2306 90 91, από άλλα υπολείμματα καλαμποκιού, τα οποία πρέπει να υπάγονται στη γενική διάκριση 2303 10, δεν περιορίστηκε στη διευκρίνιση του περιεχομένου της διακρίσεως 2306 90 91, αλλά τροποποίησε το περιεχόμενο της διακρίσεως αυτής. Το κριτήριο αυτό συνεπάγεται πράγματι τον αποκλεισμό προϊόντων από την κατάταξη στη διάκριση 2306 90 91, καίτοι έχουν τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά και ιδιότητες που, κατά το γράμμα της διακρίσεως αυτής, έχουν καθοριστική σημασία για την υπαγωγή τους σ' αυτή. Βάσει αυτών των δεδομένων και αναφερόμενη στη νομολογία του Δικαστηρίου, η Van Es υποστηρίζει ότι η Επιτροπή υπερέβη τα όρια της εξουσίας της εκτιμήσεως και, κατά συνέπεια, ο κανονισμός 482/74 είναι ανίσχυρος.
48. Η Van Es, προς στήριξη των ισχυρισμών της, αναφέρθηκε ιδίως στην απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Σεπτεμβρίου 1990, Vismans Nederland (22). Η υπόθεση αυτή εμφανίζει σημαντικές ομοιότητες με την παρούσα υπόθεση. Το Δικαστήριο δέχθηκε εκ προοιμίου
* "ότι το Συμβούλιο παρέσχε στην Επιτροπή, η οποία ενεργεί σε συνεργασία με τους τελωνειακούς εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, ευρεία εξουσία εκτιμήσεως προκειμένου να διευκρινίζει το περιεχόμενο των δασμολογικών κλάσεων που είναι δυνατόν να ληφθούν υπόψη για την κατάταξη συγκεκριμένου προϊόντος, με μόνη την επιφύλαξη ότι οι διατάξεις που θεσπίζει η Επιτροπή δεν πρέπει να τροποποιούν το κείμενο του δασμολογίου" (σκέψη 13) (23), και
* "για λόγους ασφαλείας του δικαίου και ευχερείας των ελέγχων, επιβάλλεται, για την τελωνειακή κατάταξη των εμπορευμάτων, να αναζητείται, κατά κανόνα, το αποφασιστικό κριτήριο στα αντικειμενικά χαρακτηριστικά και τις αντικειμενικές ιδιότητές τους, όπως καθορίζονται στο κείμενο των κλάσεων του ΚΔ και των σημειώσεων του οικείου τμήματος ή κεφαλαίου" (σκέψη 14) (24).
49. Η υπόθεση αφορούσε έναν κανονισμό δασμολογικής κατατάξεως ο οποίος ως κριτήριο οριοθετήσεως μεταξύ προϊόντων τα οποία έπρεπε να κατατάσσονται ως ζαχαρότευτλα και προϊόντων τα οποία έπρεπε να κατατάσσονται ως πολτοί τεύτλων και άλλα υπολείμματα ζαχαροποιίας όριζε ανώτατο όριο περιεκτικότητας σε ζαχαρόζη * υπολογιζόμενο κατά βάρος επί ξηράς ύλης * σε 10 %. Στην υπόθεση αυτή δεν αμφισβητούνταν ότι η περιεκτικότητα σε ζαχαρόζη αποτελούσε ουσιώδες κριτήριο για την οριοθέτηση μεταξύ των δύο κλάσεων. Η προσφεύγουσα υποστήριζε εντούτοις ότι το όριο αυτό είχε καθοριστεί υπερβολικά χαμηλά.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι ως υπολείμματα νοούνται προϊόντα τα οποία αποτελούν το τελικό αποτέλεσμα της διαδικασίας εξαγωγής ζαχάρεως, στη συνέχεια δε διαπίστωσε ότι, μολονότι είναι τεχνικώς δυνατή η πλήρης αφαίρεση της ζαχάρεως από τα τεύτλα, η οικονομικώς συμφέρουσα μέθοδος αφαιρέσεως της ζαχάρεως μπορεί να μειώσει την περιεκτικότητα σε ζαχαρόζη γενικώς μόνον έως 6 ή 7 % και, υπό δυσμενείς συνθήκες, στο 10 έως 12 %. Εξάλλου, δεν αμφισβητούνταν ότι υπό τις τότε τεχνικές δυνατότητες αποκλειόταν σχεδόν να χρησιμοποιήσει η βιομηχανία ζαχάρεως, για την εξαγωγή της ζαχάρεως, προϊόντα με περιεκτικότητα σε ζαχαρόζη μεταξύ 10 και 12 %. Το Δικαστήριο έκρινε βάσει αυτών των δεδομένων ότι προϊόντα με περιεκτικότητα σε ζαχαρόζη μεταξύ 10 και 12 % αποτελούν το τελικό αποτέλεσμα της εξαγωγής ζαχάρεως και, κατά συνέπεια, έπρεπε να καταταγούν στην κλάση των πολτών τεύτλων και ότι, ορίζοντας όριο περιεκτικότητας που αποκλείει τα προϊόντα αυτά από τη δασμολογική διάκριση των πολτών τεύτλων, η Επιτροπή υπερέβη τα όρια της εξουσίας της εκτιμήσεως.
50. Πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Van Es έχει δίκιο ως προς το ότι κατά την κρίση της παρούσας υποθέσεως αποφασιστική σημασία έχει το ότι η Επιτροπή εκδίδοντας κανονισμούς δασμολογικής κατατάξεως έχει εξουσία μόνον, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, να διευκρινίζει και όχι να τροποποιεί το περιεχόμενο δασμολογικών κλάσεων (25). Κατά την κρίση του ζητήματος αν η Επιτροπή τήρησε τα όρια της εξουσίας της εκτιμήσεως πρέπει επομένως να ληφθούν ως βάση τα χαρακτηριστικά και οι ιδιότητες που, κατά το γράμμα της σχετικής δασμολογικής κλάσεως, έχουν αντικειμενικώς καθοριστική σημασία για την εν προκειμένω δασμολογική κατάταξη. Αν διαπιστωθεί ότι οι τεθείσες από την Επιτροπή προϋποθέσεις για την υπαγωγή στη σχετική δασμολογική κλάση συνεπάγονται τον αποκλεισμό προϊόντων τα οποία έχουν αντικειμενικώς αυτά τα χαρακτηριστικά και αυτές τις ιδιότητες, η Επιτροπή θα έχει τροποποιήσει, κατά τη θέσπιση των κανονισμών δασμολογικής κατατάξεως, το περιεχόμενο της σχετικής δασμολογικής κλάσεως και, επομένως, θα έχει υπερβεί τα όρια της εξουσίας της εκτιμήσεως.
51. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί ποια είναι τα χαρακτηριστικά και οι ιδιότητες που υφίστανται αντικειμενικώς και τα οποία κατά το γράμμα της διακρίσεως 2306 90 91 έχουν σημασία για την υπαγωγή εμπορευμάτων στη διάκριση αυτή.
52. Δεν αμφισβητείται στην παρούσα υπόθεση ότι από το γεγονός ότι αναφέρεται ότι πρέπει να πρόκειται για υπολείμματα είναι κατά δύο τρόπους δυνατό να διευκρινιστεί ποια προϊόντα μπορούν να υπαχθούν στη διάκριση 2306 90 91.
Πρώτον, πρέπει να πρόκειται για προϊόντα τα οποία αποτελούν το τελικό αποτέλεσμα της διαδικασίας εξαγωγής. Μόνον προϊόντα τα οποία υπόκεινται σε πλήρη επεξεργασία για την εξαγωγή λαδιού καλαμποκιού, υπό την έννοια ότι πρόκειται για προϊόντα από τα οποία δεν είναι πλέον δυνατόν να εξαχθεί λάδι κατά οικονομικώς συμφέροντα τρόπο, μπορούν να χαρακτηρισθούν ως υπολείμματα. Αυτό έκρινε το Δικαστήριο με την απόφασή του της 23ης Μαρτίου 1972, Henck (26) και επανέλαβε η Επιτροπή στην τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 482/74.
Δεύτερον, πρέπει να πρόκειται για γνήσια υπολείμματα σε αντίθεση προς προϊόντα τα οποία περιέχουν συστατικά (σε σημαντικές ποσότητες) τα οποία δεν υποβλήθηκαν στη διαδικασία εξαγωγής λαδιού. Επομένως, τα προϊόντα δεν πρέπει να περιέχουν συστατικά τα οποία υφίσταντο ήδη στα προϊόντα βάσεως, αλλά δεν υποβάλλονται σε επεξεργασία κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξαγωγής και δεν πρέπει να περιέχουν συστατικά τα οποία προστίθενται εκ των υστέρων στα κατά κυριολεξία υπολείμματα. Αυτό επίσης εκτίθεται από την Επιτροπή στην τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 482/74 και διαπιστώθηκε και από το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, στην απόφασή του της 16ης Δεκεμβρίου 1992, Krohn (27).
53. Δεν αμφισβητείται ότι οι οριζόμενες στον κανονισμό 482/74 προϋποθέσεις ως προς την ελάχιστη και τη μέγιστη περιεκτικότητα σε άμυλο, λιπαρές ουσίες και πρωτεΐνες αποσκοπούν στο να διευκρινίζεται αν τα προϊόντα έχουν αντικειμενικώς τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες που αναφέρθηκαν. Αυτό προκύπτει ρητώς από την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, στην οποία εκτίθεται ότι είναι αναγκαίος ο καθορισμός των σχετικών προϋποθέσεων περιεκτικότητας "για να διακριθούν τα υπολείμματα της απολήψεως του ελαίου σπερμάτων αραβοσίτου που υπάγονται στη διάκριση 23.04 Β, αφενός, από τα προϊόντα που δεν έχουν υποστεί πλήρη κατεργασία απολήψεως του ελαίου σπερμάτων αραβοσίτου και, αφετέρου, από τα προϊόντα που περιέχουν, εκτός των πραγματικών υπολειμμάτων, συστατικά που δεν έχουν υποστεί κατεργασία απολήψεως του ελαίου".
54. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι η Επιτροπή επέλεξε κατ' αυτό τον τρόπο πρόσφορα κριτήρια, τα οποία είναι εύκολο να επαληθεύονται, προκειμένου να εξακριβωθεί αν τα προϊόντα έχουν αντικειμενικώς τις επιθυμητές ιδιότητες και χαρακτηριστικά.
Το μόνο που ισχυρίζεται η Van Es είναι ότι τα όρια ανώτατης περιεκτικότητας σε άμυλο έχουν καθοριστεί υπερβολικά χαμηλά. Προκειμένου να αξιολογηθούν τα επιχειρήματα που προβάλλει η εν λόγω εταιρία είναι αναγκαίο να γίνει κατανοητή η σημασία αυτού του κριτηρίου.
55. Οι προϋποθέσεις σχετικά με τη μέγιστη περιεκτικότητα λιπαρών ουσιών και την ελάχιστη περιεκτικότητα πρωτεϊνών έχουν χωρίς αμφιβολία ως σκοπό, και είναι πρόσφορες προς τούτο, να εξακριβώνεται αν τα οικεία προϊόντα έχουν υποστεί ήδη κατεργασία για την απόληψη λαδιού καλαμποκιού. Αντιθέτως, πρέπει να γίνει δεκτή η άποψη της Van Es ότι η προϋπόθεση που αφορά τη μέγιστη περιεκτικότητα σε άμυλο δεν είναι η κατάλληλη προκειμένου να εξακριβωθεί αν τα προϊόντα έχουν το αντικειμενικό αυτό χαρακτηριστικό. Αντιστρόφως, είναι αληθές ότι όσο περισσότερο είναι το λάδι που εξάγεται από την πρώτη ύλη τόσο μεγαλύτερο θα είναι και το ποσοστό αμύλου στο υπόλειμμα. Με άλλα λόγια, αν η προϋπόθεση που αφορά την περιεκτικότητα σε άμυλο αποσκοπούσε στο να διασφαλιστεί ότι τα προϊόντα έχουν υποβληθεί σε επαρκή βαθμό στη διαδικασία εξαγωγής λαδιού, τότε θα έπρεπε να πρόκειται για προϋπόθεση που αφορά την ελάχιστη περιεκτικότητα.
Μία προϋπόθεση σχετικά με τη μέγιστη περιεκτικότητα σε άμυλο πρέπει αντιθέτως να αποσκοπεί, και να είναι πρόσφορη προς τούτο, στο να εξακριβώνεται αν πρόκειται για γνήσια υπολείμματα σε αντίθεση προς προϊόντα τα οποία περιέχουν συστατικά τα οποία δεν έχουν υποβληθεί στη διαδικασία εξαγωγής λαδιού. Ενδεχόμενη καταστρατήγηση μπορεί να υπάρξει όταν στα εν λόγω υπολείμματα προστίθενται φθηνά προϊόντα αμύλου τα οποία μειώνουν τη θρεπτική αξία του προϊόντος.
56. Δεν αμφισβητείται εν προκειμένω ότι η περιεκτικότητα σε άμυλο των υπολειμμάτων μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τις χρησιμοποιούμενες μεθόδους απολήψεως και τις χρησιμοποιούμενες πρώτες ύλες.
Επομένως, προκύπτει ότι το ανώτατο όριο περιεκτικότητας σε άμυλο είναι πρόσφορο μόνον προκειμένου να εξακριβωθεί αν το προϊόν περιέχει συστατικά τα οποία δεν έχουν υποβληθεί στη διαδικασία εξαγωγής λαδιού, όταν το όριο αυτό ορίζεται τόσο ψηλά ώστε να μην είναι δυνατό * ανεξαρτήτως των χρησιμοποιουμένων μεθόδων και των χρησιμοποιουμένων πρώτων υλών * να λαμβάνεται κατόπιν μιας κατά το δυνατόν αποτελεσματικής διαδικασίας εξαγωγής λαδιού υπόλειμμα του οποίου η περιεκτικότητα σε άμυλο υπερβαίνει αυτό το όριο.
'Οταν το όριο της μέγιστης περιεκτικότητας σε άμυλο ορίζεται αντιθέτως σε επίπεδο το οποίο συνεπάγεται ότι τα υπολείμματα, τα οποία είναι το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας εξαγωγής λαδιού που εφαρμόζεται με καλή πίστη, δεν αποκλείονται επίσης από την υπαγωγή στη δασμολογική διάκριση που αφορά υπολείμματα από εξαγωγή λαδιού καλαμποκιού, διαπιστώνεται κατ' ανάγκην ότι η Επιτροπή κατά την έκδοση του κανονισμού 482/74 τροποποίησε το περιεχόμενο της δασμολογικής αυτής διακρίσεως και, επομένως, ο κανονισμός πρέπει να κηρυχθεί ανίσχυρος όσον αφορά το κριτήριο αυτό.
57. Η Van Es ισχυρίζεται ότι τα επίμαχα υπολείμματα * των οποίων η περιεκτικότητα σε άμυλο υπερβαίνει μόνον κατά ελάχιστα εκατοστά το όριο του 45 % * αποτελούν υπολείμματα που προέκυψαν καλοπίστως, υποβλήθηκαν σε πλήρη επεξεργασία εξαγωγής λαδιού και στα οποία δεν έχουν προστεθεί συστατικά τα οποία έχουν υποβληθεί στη διαδικασία εξαγωγής λαδιού.
Η Van Es εκθέτει ότι στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης απέδειξε ότι πρόκειται για προϊόντα από τα οποία δεν είναι πλέον δυνατόν να εξαχθεί λάδι κατά οικονομικώς συμφέροντα τρόπο και ότι αυτό δεν αντικρούστηκε από την καθής τελωνειακή αρχή. Η Van Es διευκρινίζει περαιτέρω ότι η καθής τελωνειακή αρχή υποστήριξε ότι στα προϊόντα προστέθηκαν άλλα συστατικά, αλλά ότι ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε από το Tariefcommissie ως μη αποδειχθείς. Η Van Es τονίζει ότι το Tariefcommissie εκθέτει στη διάταξη περί παραπομπής ότι "πρέπει να θεωρηθεί ως αναμφισβήτητο γεγονός ότι εισήχθησαν υπολείμματα τα οποία ελήφθησαν μετά την εξαγωγή λαδιού από καλαμπόκι και στα οποία δεν έχουν προστεθεί στη συνέχεια ξένα συστατικά".
58. Η Van Es διευκρίνισε ότι οι εισαχθείσες παρτίδες προέρχονται από ένα εργοστάσιο στην Αργεντινή το οποίο έχει ειδικά διαρρυθμιστεί για τον σκοπό αυτό και ότι η παραγωγή του συνίσταται αποκλειστικά στην εξαγωγή λαδιού καλαμποκιού. Η Pell Nederland BV είναι από το 1982 αποκλειστικός εισαγωγέας υπολειμμάτων στην Ευρώπη τα οποία προέρχονται από το εργοστάσιο αυτό. Το εργοστάσιο στην Αργεντινή εφαρμόζει μεθόδους απολήψεως και χρησιμοποιεί πρώτες ύλες που διαφέρουν από τις μεθόδους απολήψεως και τις πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται ιδίως στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η διαφορά αυτή συνεπάγεται ότι υπολείμματα από την απόληψη στην οποία προβαίνει το εργοστάσιο στην Αργεντινή έχουν διαφορετική χημική σύσταση, όσον αφορά επίσης και την περιεκτικότητα σε άμυλο, από ό,τι τα υπολείμματα που προκύπτουν από την απόληψη που διενεργείται από τα αμερικανικά εργοστάσια. Η Van Es διευκρινίζει ότι η περιεκτικότητα σε άμυλο των υπολειμμάτων τα οποία προέρχονται από αμερικανινά εργοστάσια κυμαίνεται συνήθως γύρω από το 30 %, ενώ η περιεκτικότητα σε άμυλο υπολειμμάτων τα οποία προέρχονται από το εργοστάσιο στην Αργεντινή κυμαίνεται συνήθως γύρα από το 42 %.
59. Η Van Es διευκρίνισε περαιτέρω ότι ο λόγος για τον οποίο θεσπίστηκε ο κανονισμός 482/74 ήταν ότι στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ανέκυψαν προβλήματα σε σχέση με τη δασμολογική κατάταξη υποπροϊόντων καλαμποκιού που προέρχονταν από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η απαιτούμενη κατά τον κανονισμό περιεκτικότητα καθορίστηκε επομένως βάσει τεχνολογίας που υφίστατο κατά το χρονικό αυτό σημείο και ενόψει του χαρακτήρα των υπολειμμάτων που προέρχονταν από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Κατά τη Van Es, η καθορισθείσα προϋπόθεση ως προς την περιεκτικότητα δεν είναι εντούτοις η κατάλληλη όταν πρόκειται για υπολείμματα που προέρχονται από την Αργεντινή, επειδή τα υπολείμματα αυτά έχουν γενικώς περιεκτικότητα σε άμυλο που προσεγγίζει το επίμαχο όριο. Η Van Es διευκρινίζει ότι η Pell Nederland BV είχε έρθει σε επαφή κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 με εκπροσώπους της Επιτροπής σχετικά με τις εισαγωγές υπολειμμάτων από την Αργεντινή και ότι οι εκπρόσωποι αυτοί δήλωναν συνεχώς ότι δεν υπήρχε λόγος να ανησυχεί σε σχέση με τα εν λόγω υπολείμματα, δεδομένου ότι επρόκειτο πράγματι για γνήσια υπολείμματα από την εξαγωγή λαδιού καλαμποκιού.
60. Η Επιτροπή δεν αρνείται τα εκτιθέμενα από τη Van Es. Η Επιτροπή περιορίστηκε να εκθέσει ότι ο καθορισμός των προϋποθέσεων ως προς την περιεκτικότητα ήταν το αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο της επιτροπής για την ονοματολογία του Κοινού Δασμολογίου (28), ότι οι προϋποθέσεις αυτές ορίστηκαν κατόπιν ομόφωνης γνώμης της Επιτροπής και ότι ως βάση ελήφθησαν οι συνθήκες παραγωγής που υφίσταντο ως προς τους σημαντικότερους προμηθευτές των εν λόγω προϊόντων κατά το χρονικό σημείο της θεσπίσεως του κανονισμού. Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι οι ενδιαφερόμενοι οικονομικοί κύκλοι είχαν προτείνει στην επιτροπή ονοματολογίας την τροποποίηση του κανονισμού 482/74 υπό το φως της τεχνολογικής εξελίξεως και ότι υφίσταται συμφωνία μεταξύ αυτών ως προς το ότι η μέγιστη περιεκτικότητα σε άμυλο καθορίστηκε υπερβολικά χαμηλά σε σχέση με την ήδη υφιστάμενη κατάσταση. Η Επιτροπή εξετάζει ήδη αν υφίσταται λόγος τροποποιήσεως της μέγιστης αυτής περιεκτικότητας. Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η καθορισθείσα μέγιστη περιεκτικότητα σε άμυλο πρέπει να εφαρμόζεται μέχρις ότου τροποποιηθεί ρητώς (29).
61. Τα εκτιθέμενα από τη Van Es αρκούν, κατά τη γνώμη μου, για να αποδειχθεί ότι μία καλοπίστως διενεργούμενη εξαγωγή λαδιού από σπόρους καλαμποκιού μπορεί να καταλήγει σε υπολείμματα τα οποία έχουν περιεκτικότητα σε άμυλο ανώτερη του 45 %. Τέτοιου είδους υπολείμματα, τα οποία έχουν υποβληθεί σε πλήρη επεξεργασία για την εξαγωγή λαδιού και τα οποία δεν περιέχουν συστατικά που δεν έχουν υποβληθεί στη διαδικασία εξαγωγής λαδιού, πρέπει να υπάγονται στη δασμολογική διάκριση 2306 90 91. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι είναι έγκυρο ένα κριτήριο δασμολογικής κατατάξεως που έχει ορίσει η Επιτροπή το ότι επί πολλά έτη το κριτήριο αυτό επιτέλεσε τη λειτουργία του και στις περισσότερες περιπτώσεις θα πρέπει να αναμένεται ότι θα επιτελεί τη λειτουργία του. Καθοριστικής σημασίας είναι το ότι το κριτήριο αυτό μπορεί να συνεπάγεται αποκλεισμό προϊόντων από την υπαγωγή σε συγκεκριμένη δασμολογική κλάση, παρόλον που τα προϊόντα αυτά έχουν αντικειμενικές ιδιότητες και χαρακτηριστικά που, κατά το γράμμα της δασμολογικής αυτής κλάσεως, έχουν καθοριστική σημασία για την υπαγωγή στην κλάση αυτή.
Επομένως, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή, καθορίζοντας με τον κανονισμό 482/74 μία προϋπόθεση ως προς τη μέγιστη περιεκτικότητα σε άμυλο μέχρι 45 %, τροποποίησε τη δασμολογική κλάση που αφορά υπολείμματα από εξαγωγή λαδιού από σπόρους καλαμποκιού, δηλαδή την παλαιά διάκριση 23.04 Β της ονοματολογίας ΚΔ και ήδη 2306 90 91 της ονοματολογίας ΣΟ στο μέτρο που η προϋπόθεση αυτή συνεπάγεται τον αποκλεισμό προϊόντων, τα οποία έχουν υποβληθεί σε πλήρη επεξεργασία για την εξαγωγή λαδιού και τα οποία δεν περιέχουν συστατικά τα οποία δεν έχουν υποβληθεί στη διαδικασία εξαγωγής λαδιού. Κατ' αυτό τον τρόπο, η Επιτροπή υπερέβη τα όρια της εξουσίας της εκτιμήσεως και, κατά συνέπεια, ο κανονισμός 482/74 πρέπει να κηρυχθεί ανίσχυρος ως προς το σημείο αυτό.
62. Δεν αναφέρθηκε κανένα στοιχείο κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου από το οποίο να γεννώνται αμφιβολίες ως προς το ότι οι επίμαχες τέσσερις παρτίδες αποτελούν, όπως θεωρεί το Tariefcommissie, υπολείμματα από την εξαγωγή λαδιού από σπόρους καλαμποκιού στις οποίες δεν έχει προστεθεί εκ των υστέρων κανένα είδος ξένων συστατικών, και οι οποίες καλύπτονται από το γράμμα της διακρίσεως 2306 90 91 της ονοματολογίας ΣΟ, στο μέτρο που δεν τυγχάνει εφαρμογής η προϋπόθεση ως προς τη μέγιστη περιεκτικότητα αμύλου μέχρι 45 %.
Θα μπορούσε ίσως να εξεταστεί το ενδεχόμενο αν το Tariefcommissie είχε επαρκή στοιχεία για να θεωρήσει ότι στα επίμαχα υπολείμματα δεν είχε προστεθεί εκ των υστέρων οποιοδήποτε είδος ξένων συστατικών. Πράγματι, από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι από τους διενεργηθέντες ελέγχους κατέστη σαφές ότι τα προϊόντα δεν περιείχαν συστατικά από άλλα είδη σπόρων πλην καλαμποκιού, πράγμα που προφανώς δεν αποκλείει το να έχουν προστεθεί στα προϊόντα τμήματα φυτών του αραβοσίτου ή τμήματα σπόρων καλαμποκιού που δεν έχουν υποβληθεί στη διαδικασία εξαγωγής ελαίου. Μία τέτοια προσθήκη θα ήταν ασυμβίβαστη με την υπαγωγή στη δασμολογική διάκριση που αφορά υπολείμματα από εξαγωγή λαδιού από σπόρους καλαμποκιού (30). Επιπροσθέτως, όπως προεκτέθηκε, εμποδίζει την υπαγωγή στη δασμολογική αυτή διάκριση όχι μόνον η εκ των υστέρων προσθήκη αλλά επίσης και το γεγονός ότι τα προϊόντα περιέχουν συστατικά τα οποία ήδη υφίσταντο στο προϊόν βάσεως αλλά δεν υπέστησαν επεξεργασία κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της απολήψεως.
Εναπόκειται στο Tariefcommissie να κρίνει αν * παρά τη διαπιστωθείσα περιεκτικότητα σε άμυλο * υφίστανται επαρκείς αποδείξεις ότι τα επίμαχα υπολείμματα δεν περιέχουν καθόλου τμήματα του φυτού του αραβοσίτου ή σπόρου αραβοσίτου τα οποία δεν έχουν υποβληθεί στη διαδικασία εξαγωγής λαδιού και τα οποία είτε υπήρχαν ήδη στο προϊόν βάσεως είτε προστέθηκαν εκ των υστέρων στα καθαυτά υπολείμματα.
Πρόταση
63. Βάσει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα ερωτήματα ως εξής:
"1) Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 482/74 της Επιτροπής, της 27ης Φεβρουαρίου 1974, περί κατατάξεως εμπορευμάτων στη διάκριση 23.04 Β του Κοινού Δασμολογίου, εξακολουθούσε να ισχύει κατά το χρονικό σημείο που αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης ως ο κανονισμός ο οποίος διευκρινίζει το περιεχόμενο της δασμολογικής διακρίσεως 2306 90 91 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, η οποία θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το Κοινό Δασμολόγιο.
2) Το άρθρο 1 του κανονισμού 482/74 είναι ανίσχυρο, στο μέτρο που επιβάλλει ως προϋπόθεση για τη δασμολογική κατάταξη εμπορευμάτων ως υπολειμμάτων από εξαγωγή λαδιού από σπόρους καλαμποκιού, που υπάγονται στη δασμολογική διάκριση 2306 90 91 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, ότι πρέπει να πρόκειται για προϊόντα τα οποία έχουν μέγιστη περιεκτικότητα * σε άμυλο * κατώτερη του 45 %."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
(1) * Κανονισμός του Συμβουλίου για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το Κοινό Δασμολόγιο (ΕΕ L 256, σ. 1).
(2) * Κανονισμός της Επιτροπής περί κατατάξεως εμπορευμάτων στη διάκριση 23.04 Β του Κοινού Δασμολογίου (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 245).
(3) * Κανονισμός του Συμβουλίου για το Κοινό Δασμολόγιο (JO L 172, σ. 1).
(4) * Κανονισμός του Συμβουλίου για τα μέτρα που απαιτούνται για την ενιαία εφαρμογή της ονοματολογίας του Κοινού Δασμολογίου (JO L 14, σ. 1, δεύτερη αιτιολογική σκέψη).
(5) * Κανονισμός της Επιτροπής για την αντικατάσταση σε ορισμένους κανονισμούς σχετικούς με την κατάταξη εμπορευμάτων των κωδικών που θεσπίστηκαν βάσει της ονοματολογίας του Κοινού Δασμολογίου που άρχισε να ισχύει στις 31 Δεκεμβρίου 1987 από τους κωδικούς που θεσπίστηκαν βάσει της Συνδυασμένης Ονοματολογίας (ΕΕ L 71, σ. 20).
(6) * Κανονισμός της Επιτροπής για την αντικατάσταση, σε ορισμένους κανονισμούς σχετικούς με την κατάταξη εμπορευμάτων, των κωδικών που είχαν οριστεί βάσει της ονοματολογίας του Κοινού Δασμολογίου που ίσχυε στις 31 Δεκεμβρίου 1987 από εκείνους που ορίστηκαν βάσει της Συνδυασμένης Ονοματολογίας (ΕΕ L 261, σ. 24).
(7) * Κανονισμός της Επιτροπής για την αντικατάσταση, σε ορισμένους κανονισμούς σχετικούς με την κατάταξη εμπορευμάτων, των κωδικών που είχαν οριστεί βάσει της ονοματολογίας του Κοινού Δασμολογίου που ίσχυε στις 31 Δεκεμβρίου 1987 από εκείνους που ορίστηκαν βάσει της Συνδυασμένης Ονοματολογίας (ΕΕ L 193, σ. 6). Επισημαίνεται ότι στις γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως αναφέρονται μόνον οι δύο πρώτοι κανονισμοί αυτού του είδους.
(8) * Κανονισμός της Επιτροπής για την κατάργηση ορισμένων κανονισμών σχετικών με την κατάταξη εμπορευμάτων στην ονοματολογία του Κοινού Δασμολογίου που ίσχυε μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1987 (ΕΕ L 52, σ. 5).
(9) * Τέλος, η Επιτροπή εξέδωσε μια σειρά κανονισμών με τους οποίους καθορίζονται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή εμπορευμάτων στις κλάσεις της ονοματολογίας ΣΟ και οι οποίοι, χάρη σαφήνειας, καταργούν προηγούμενους κανονισμούς της δασμολογικής κατατάξεως που είχαν εκδοθεί βάσει του κανονισμού 97/69 ως προς τα ίδια εμπορεύματα. Πρόκειται ιδίως για περιπτώσεις κατά τις οποίες οι προηγούμενοι κανονισμοί δασμολογικής κατατάξεως είχαν τροποποιηθεί κατ' επανάληψη και κατά τις οποίες οι τροποποιήσεις αυτές ενσωματώθηκαν κατά συνέπεια στον νέο κανονισμό. Βλ., παραδείγματος χάρη, τους κανονισμούς που αναφέρονται στην ΕΕ 1987, L 387.
(10) * Υπόθεση C-315/88, Συλλογή 1990, σ. Ι-1323, ιδίως σκέψη 20.
(11) * Η υπόθεση αφορούσε μία εξουσιοδοτική διάταξη που περιείχετο στον βασικό κανονισμό βάσει της οποίας η Επιτροπή * ή ενδεχομένως το Συμβούλιο * μπορούσε να καθορίσει σύμφωνα με την αποκαλούμενη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα κράτη μέλη μπορούσαν να παρεκκλίνουν από τον βασικό κανόνα κατά τον οποίο οι εργασίες οινοποιήσεως πρέπει να διενεργούνται εντός των καθορισμένων περιοχών. Η Επιτροπή είχε θεσπίσει έναν εκτελεστικό κανονισμό. Ο αρχικός βασικός κανονισμός αντικαταστάθηκε στη συνέχεια με έναν μεταγενέστερο βασικό κανονισμό ο οποίος περιείχε αντίστοιχη εξουσιοδοτική διάταξη. Το ζήτημα ήταν αν ο εκτελεστικός κανονισμός εξακολουθούσε να ισχύει ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι δεν είχε ρητώς διατηρηθεί σε ισχύ.
(12) * Σε ορισμένα κράτη μέλη * μεταξύ των οποίων στις Κάτω Χώρες * η κατάργηση νόμου σημαίνει ότι οι νομικές πράξεις που εκδόθηκαν βάσει του νόμου αυτού παύουν να παράγουν αποτελέσματα. Σε άλλα κράτη μέλη οι εν λόγω νομικές πράξεις εξακολουθούν να ισχύουν υπό την προϋπόθεση πάντως ότι δεν αντίκεινται προς μεταγενέστερη νομοθεσία. Σε μία τρίτη κατηγορία κρατών μελών η βασική αρχή είναι ότι η κατάργηση νόμου συνεπάγεται το ανενεργό των νομικών πράξεων που έχουν εκδοθεί βάσει αυτού του νόμου, η βασική όμως αυτή αρχή αμβλύνεται σε μεγάλη έκταση κατά την έννοια ότι οι σχετικές νομικές πράξεις εξακολουθούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να θεωρούνται ότι ισχύουν, π.χ., όταν μεταγενέστερος νόμος περιέχει εξουσιοδοτική διάταξη αντίστοιχη προς αυτήν που περιείχετο στον καταργηθέντα νόμο. Σε ορισμένα από αυτά τα κράτη μέλη αποτελεί εξάλλου συνήθη νομοτεχνική πρακτική το να προστίθεται στον μεταγενέστερο νόμο ρητή διάταξη περί διατηρήσεως σε ισχύ προηγουμένων νομικών πράξεων που είχαν εκδοθεί βάσει του καταργηθέντος νόμου.
(13) * Βλ. συναφώς την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού για τη νέα ονοματολογία, όπου εκτίθεται: ότι μετά τη θέσπιση της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, πολυάριθμες κοινοτικές πράξεις, στον τομέα κυρίως της κοινής γεωργικής πολιτικής, πρέπει να προσαρμοστούν για να λάβουν υπόψη τη χρησιμοποίησή της ότι οι προσαρμογές αυτές δεν απαιτούν γενικώς καμία ουσιαστική τροποποίηση ότι για λόγους απλοποιήσεως θα πρέπει να προβλεφθεί να μπορεί η Επιτροπή να επιφέρει τις αναγκαίες τεχνικές τροποποιήσεις στις εν λόγω πράξεις .
(14) * Η Van Es αναφέρεται εν προκειμένω στην απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Ιουλίου 1981, υπόθεση 169/80, Gondrand Freres (Συλλογή 1981, σ. 1931, σκέψη 17), όπου το Δικαστήριο αποφάνθηκε: Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η ερμηνεία που υποστηρίζεται από την Επιτροπή είναι σύμφωνη με τη λογική του συστήματος των νομισματικών εξισωτικών ποσών, αυτό δεν σημαίνει ότι εναπόκειται στον κοινοτικό νομοθέτη να θεσπίσει τις κατάλληλες διατάξεις. Η αρχή της ασφαλείας του δικαίου απαιτεί να είναι σαφής και ακριβής η ρύθμιση που επιβάλλει βάρη στον φορολογούμενο για να δύναται να γνωρίζει σαφώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του και κατά συνέπεια να λαμβάνει τα μέτρα του.
(15) * Η Van Es εξέθεσε συναφώς ότι από τη σύγκριση με τους κανονισμούς δασμολογικής κατατάξεως, τους οποίους η Επιτροπή θεώρησε ότι έπρεπε να προσαρμοστούν, είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό γιατί η προσαρμογή αυτή δεν θεωρήθηκε αναγκαία και όσον αφορά τον κανονισμό 482/74.
(16) * Κανονισμός της Επιτροπής που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το Κοινό Δασμολόγιο (ΕΕ L 37, σ. 24).
(17) * Με τη διάταξη αυτή επιδιώκεται εν μέρει ο ίδιος σκοπός όπως ο σκοπός που επιδιώκεται με τον κανονισμό 482/94. 'Ετσι, από την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 482/74 προκύπτει ότι η εν λόγω ελάχιστη και μέγιστη περιεκτικότητα σε άμυλο, λιπαρές ουσίες και πρωτεΐνες καθορίστηκαν για να διακριθούν τα υπολείμματα της απολήψεως του ελαίου σπερμάτων αραβοσίτου που υπάγονται στη διάκριση 23.04 Β, αφενός, από τα προϊόντα που δεν έχουν υποστεί πλήρη κατεργασία απολήψεως του ελαίου σπερμάτων αραβοσίτου και, αφετέρου, από τα προϊόντα που περιέχουν, εκτός των πραγματικών υπολειμμάτων, συστατικά που δεν έχουν υποστεί κατεργασία απολήψεως του ελαίου . Επομένως, είναι δυνατόν, όπως εκθέτει η Van Es, ο κανονισμός 315/91 να σημαίνει ότι μία προϋπόθεση ποσοτικού χαρακτήρα σχετικά με την περιεκτικότητα που ίσχυε προηγουμένως να έχει αντικατασταθεί από μία προϋπόθεση ποιοτικού χαρακτήρα που αφορά την περιεκτικότητα. Πάντως, είναι επίσης δυνατόν, όπως υποστήριξε η Επιτροπή, να πρέπει να θεωρηθεί κατά την ερμηνεία του κανονισμού αυτού ότι αποφασιστική σημασία έχει το ότι πρόκειται για την προσθήκη μιας συμπληρωματικής διατάξεως στην ίδια την ονοματολογία ΣΟ και όχι για τη θέσπιση ενός κανονισμού δασμολογικής κατατάξεως, καθώς και ότι ο κανονισμός 482/74 εξακολουθεί επομένως να έχει σημασία ως κανονισμός δασμολογικής κατατάξεως με τον οποίο διευκρινίζεται το περιεχόμενο της διακρίσεως 2306 90 91, όπως συμπληρώθηκε με την παρατεθείσα διάταξη. Τέλος, είναι δυνατόν ο κανονισμός 315/91 να αποσκοπεί πράγματι στη συμπλήρωση του κανονισμού 482/74, καθόσον στο άρθρο 1, τελευταίο σημείο, του κανονισμού αυτού ορίζεται ότι τα υπολείμματα πρέπει να περιέχουν μόνο συστατικά μέρη που προέρχονται από σπόρο καλαμποκιού και, επομένως, θεωρήθηκε ότι ήταν αναγκαίο να διευκρινιστεί με τον κανονισμό 315/91 ότι αυτό ισχύει μόνον όταν τα εν λόγω συστατικά μέρη του σπόρου καλαμποκιού έχουν υποβληθεί σε επεξεργασία εξαγωγής λαδιού.
(18) * Στο γαλλικό κείμενο αναφέρεται completant ainsi une premiere serie de reglements , στο αγγλικό so to complement an initial series of Regulations , στο γερμανικό hiermit wird eine erste Serie von Verordnungen ergaenzt , στο ολλανδικό waarmede een erste reeks verordeningen werd aangepast, wordt gecompleteerd και στο δανικό til at fuldstaendiggoere den foerste raekke forordninger .
(19) * Η τρίτη αιτιολογική σκέψη έχει ως εξής: ότι ορισμένοι από τους κανονισμούς αυτούς έχουν καταστεί άνευ αντικειμένου, ιδίως λόγω των μεταβολών που έχουν επέλθει μετά την αντικατάσταση του Κοινού Δασμολογίου το οποίο είχε σαν βάση τη σύμβαση της 15ης Δεκεμβρίου 1950, από τη Συνδυασμένη Ονοματολογία ότι για λόγους σαφήνειας και νομικής ασφάλειας, πρέπει να καταργηθούν τυπικά οι εν λόγω κανονισμοί.
(20) * Βλ. ανωτέρω το σημείο 34, ιδίως δε την υποσημείωση 19.
(21) * Μπορεί να διαπιστωθεί ότι πάρα πολλοί κανονισμοί δασμολογικής κατατάξεως που εκδόθηκαν βάσει του κανονισμού 97/69 ούτε τροποποιήθηκαν ρητώς ούτε καταργήθηκαν ρητώς μετά τη θέσπιση της ονοματολογίας ΣΟ. Ούτε αναγκαίο ούτε εύκολο είναι να απαριθμηθούν εδώ οι κανονισμοί αυτοί.
(22) * Υπόθεση C-265/89 (Συλλογή 1990, σ. Ι-3411).
(23) * Βλ. επίσης τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 19ης Ιανουαρίου 1988, 141/86, Imperial Tobacco (Συλλογή 1988, σ. 57, σκέψη 13), της 20ής Μαρτίου 1980, 87/79, 112/79 και 113/79, Bagusat (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 599, σκέψη 10), της 28ης Μαρτίου 1979, 158/78, Biegi (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 633, σκέψη 5), και της 11ης Νοεμβρίου 1975, 37/75, Bagusat (Συλλογή τόμος 1975, σ. 407, σκέψεις 7 και 8).
(24) * Βλ. επίσης, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 8ης Φεβρουαρίου 1990, C-233/88, Van de Kolk (Συλλογή 1990, σ. Ι-265, σκέψη 12), και εσχάτως της 19ης Μαΐου 1994, C-11/93, Siemens Nixdorf (Συλλογή 1994, σ. Ι-1945, σκέψη 11).
(25) * Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό βάσει ερμηνείας του κανονισμού 97/69. Ο προεκτεθείς περιορισμός της αρμοδιότητας της Επιτροπής στηρίζεται στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 97/69, όπου εκτίθεται ότι οι διατάξεις για την ενιαία εφαρμογή της ονοματολογίας ΚΔ έχουν ως αντικείμενο τον καθορισμό του περιεχομένου των κλάσεων ή των διακρίσεων του Κοινού Δασμολογίου, χωρίς όμως να τροποποιούν το κείμενό τους . Πρέπει χωρίς αμφιβολία να θεωρηθεί ότι υφίσταται αντίστοιχος περιορισμός της αρμοδιότητας της Επιτροπής, όταν πρόκειται για τη θέσπιση διατάξεων με τις οποίες επιδιώκεται η ενιαία εφαρμογής της ονοματολογίας ΣΟ. Δεν μπορεί να αποδοθεί σημασία στο ότι αυτό δεν υπογραμμίζεται ρητώς στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 2658/87. Ο περιορισμός αυτός της αρμοδιότητας της Επιτροπής βρίσκει, μεταξύ άλλων, έρεισμα στην οικονομία του άρθρου 9 του κανονισμού 2658/87, όπου γίνεται διάκριση μεταξύ μέτρων που αφορούν την εφαρμογή της ονοματολογίας ΣΟ, ιδίως όσον αφορά τη δασμολογική κατάταξη εμπορευμάτων, και μέτρων που αφορούν τροποποιήσεις της ονοματολογίας ΣΟ.
(26) * Υπόθεση 36/71 (Rec. 1972, σ 187). Στη σκέψη 11 της αποφάσεως το Δικαστήριο εξέθεσε τα ακόλουθα όσον αφορά τις διακρίσεις 23.03 και 23.04 της ονοματολογίας ΚΔ: (...) πρέπει να σημειωθεί ότι για να υπάρχουν υπολείμματα κατά την έννοια αυτών των διακρίσεων πρέπει το βασικό προϊόν να έχει υποστεί διαδικασία εξαγωγής είτε αμύλου είτε λαδιού σε αναλογίες ίσες προς αυτό που είναι οικονομικώς δυνατό κατά οικονομικώς ορθολογικό τρόπο μέσω εφαρμογής σύγχρονων μεθόδων .
(27) * Υπόθεση C-194/91 (Συλλογή 1992, σ. Ι-6661). Βλ. ιδίως τη σκέψη 12 στην οποία το Δικαστήριο εκθέτει τα ακόλουθα: (...) από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού όμως προκύπτει ότι ο πραγματικός σκοπός του είναι να εξασφαλιστεί ότι τα υπολείμματα της απολήψεως ελαίου από σπέρματα αραβοσίτου θα αποτελούνται μόνον από τις ουσίες εκείνες οι οποίες απομένουν μετά το πέρας της κατά κυριολεξία διαδικασίας εξαγωγής του ελαίου. Σκοπός του κανονισμού είναι επίσης να αποκλεισθεί η κατάταξη στη διάκριση 23.04 Β των υπολειμμάτων της απολήψεως ελαίου από σπέρματα αραβοσίτου που έχουν αναμιχθεί με άλλα υπολείμματα ή προϊόντα της βιομηχανίας αραβοσίτου ή με υπολείμματα της απολήψεως άλλων φυτικών προϊόντων, με σκοπό την παραγωγή σύνθετων προϊόντων ή σύνθετων ζωοτροφών, που εμπίπτουν κυρίως στην κλάση 23.07. Βλ. επίσης την απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, 268/87, Cargill (Συλλογή 1988, σ. 5151, σκέψη 11), με την οποία το Δικαστήριο δέχθηκε ότι από τη διατύπωση της κλάσεως 23.04 προκύπτει ότι ο όρος υπολείμματα δεν είναι δυνατόν να συγχέεται με τον όρο απόβλητα . Από αυτό συνάγεται ότι η εν λόγω κλάση δεν καλύπτει όλα τα προϊόντα που μένουν μετά την απόληψη ενός φυτικού ελαίου. Αντιθέτως, πρέπει να πρόκειται για προϊόντα που προκύπτουν απευθείας από την πράξη απολήψεως του ελαίου και όχι από προϊόντα που περιλαμβάνονταν ήδη στο προϊόν βάσεως και τα οποία δεν υπόκεινται σε μεταποίηση κατά τη διάρκεια της διαδικασίας απολήψεως του ελαίου. Βλ., με το ίδιο πνεύμα, την απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Μαρτίου 1982, 129/81, Fancon (Συλλογή 1982, σ. 967).
(28) * Βλ. άρθρο 1 του κανονισμού 97/69.
(29) * Σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, το γεγονός ότι το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφασή του Krοhn αποφάνθηκε ως προς την ερμηνεία του άρθρου 1, τελευταίο εδάφιο, του κανονισμού 482/74, το οποίο ορίζει: Εξάλλου, αυτά τα υπολείμματα δεν δύνανται να περιέχουν συστατικά που δεν προέρχονται από τον κόκκο του αραβοσίτου , χωρίς να θέσει ζήτημα κύρους του κανονισμού αυτού, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει σημασία προκειμένου να κριθεί αν η προϋπόθεση του κανονισμού που αφορά τη μέγιστη περιεκτικότητα σε άμυλο μπορεί να κηρυχθεί ανίσχυρη ενόψει των περιστάσεων που εκτίθενται στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως.
(30) * 'Οπως εξέθεσε το Δικαστήριο με την απόφασή του Krohn, σκέψη 11, από το άρθρο 1, τελευταίο εδάφιο, του κανονισμού 482/74 προκύπτει επομένως ότι (...) τα υπολείμματα της απολήψεως ελαίου από σπέρματα αραβοσίτου δεν μπορούν να περιέχουν παρά μόνο συστατικά προερχόμενα από τον ίδιο τον κόκκο του αραβοσίτου και συνεπώς αποκλείονται τα άλλα τμήματα του φυτού του αραβοσίτου και τα συστατικά που δεν προέρχονται από το φυτό του αραβοσίτου . Και η εκ των υστέρων προσθήκη τμημάτων σπόρου καλαμποκιού, που δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο διαδικασίας εξαγωγής ελαίου, πρέπει να θεωρηθεί ότι εμποδίζει την υπαγωγή στη δασμολογική διάκριση 2306 90 91. Αυτό προκύπτει ρητώς από τη συμπληρωματική διάταξη που προστέθηκε στη δασμολογική αυτή διάκριση με τον κανονισμό 315/91 (βλ. ανωτέρω στο σημείο 34), αλλά μπορεί όμως, κατά τη γνώμη μου, να συναχθεί ήδη από την ερμηνεία της λέξεως υπολείμματα και θα έπρεπε επομένως να θεωρηθεί ότι ισχύει κατά το χρονικό σημείο που έχει σημασία για την υπόθεση της κύριας δίκης.
Full & Egal Universal Law Academy