Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Στην παρούσα υπόθεση το Κοινοβούλιο ζητεί την ακύρωση του κανονισμού (ΕΟΚ) 259/93 του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993, σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας καθώς και κατά την είσοδο και έξοδό τους (1) (στο εξής: κανονισμός). Ο κανονισμός εκδόθηκε βάσει του άρθρου 130 Ρ της Συνθήκης, αλλά το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται ότι έπρεπε να στηριχθεί στα άρθρα 100 Α και 113. Το Βασίλειο της Ισπανίας έχει παρέμβει υπέρ του Συμβουλίου.
2. Κατά τον χρόνο της εκδόσεως του κανονισμού, το άρθρο 100 Α όριζε ότι έπρεπε να εφαρμοστεί η διαδικασία συνεργασίας, ενώ κατά το άρθρο 130 Ρ αναγκαία ήταν μόνο η διαβούλευση με το Κοινοβούλιο. Δεν υπάρχει συνεπώς αμφιβολία ότι, τουλάχιστον όσον αφορά το άρθρο 100 Α, σκοπός της ασκήσεως της προσφυγής είναι η προστασία των προνομιών του Κοινοβουλίου και συνεπώς, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (2), η προσφυγή είναι παραδεκτή.
3. Ο κανονισμός έχει αφενός ορισμένες εσωτερικές και αφετέρου ορισμένες εξωτερικές πτυχές. Ορισμένες δηλαδή διατάξεις του κανονισμού ρυθμίζουν τις μεταφορές αποβλήτων εντός της Κοινότητας, ενώ άλλες διατάξεις αφορούν τις μεταφορές μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών ή τη μέσω της Κοινότητας διαμετακόμιση αποβλήτων προοριζομένων για τρίτη χώρα.
4. Αν ευσταθεί ο ισχυρισμός του Κοινοβουλίου ότι οι εσωτερικές πτυχές του κανονισμού έπρεπε να στηριχθούν στο άρθρο 100 Α και όχι στο άρθρο 130 Ρ, η προσφυγή πρέπει να γίνει δεκτή, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί ο ισχυρισμός του Κοινοβουλίου ότι το άρθρο 113 είναι η κατάλληλη νομική βάση για τις εξωτερικές πτυχές. Ομοίως, αν οι ισχυρισμοί του Κοινοβουλίου σχετικά με το άρθρο 100 Α είναι αβάσιμοι και πρέπει επομένως να περιληφθεί το άρθρο 130 Ρ στη νομική βάση, δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί κατά πόσον πρέπει επίσης να περιληφθεί στη βάση αυτή το άρθρο 113. Δεν υπάρχει βέβαια καμία αμφιβολία ότι η Κοινότητα μπορεί να ασκήσει εξωτερική αρμοδιότητα κατά το άρθρο 130 Ρ (3). Εν πάση όμως περιπτώσει, δεδομένου ότι το άρθρο 113 δεν προβλέπει ούτε καν διαβούλευση με το Κοινοβούλιο, οι προνομίες του Κοινοβουλίου δεν θα μπορούσαν να θιγούν από την παράλειψη του άρθρου 113 από τη νομική βάση (4).
5. Κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται να εξεταστούν παρά μόνο οι εσωτερικές πτυχές του κανονισμού. Στη συνέχεια των προτάσεών μου θα παραθέσω καταρχάς τις κρίσιμες διατάξεις και θα εξετάσω κατόπιν αν η πλέον ενδεδειγμένη νομική βάση για τις διατάξεις αυτές είναι το άρθρο 130 Ρ ή το άρθρο 100 Α.
Ο κανονισμός
6. Σημαντικό βήμα για την καθιέρωση συνολικής κοινοτικής πολιτικής περί αποβλήτων αποτέλεσε το ψήφισμα του Συμβουλίου της 7ης Μαΐου 1990 (5). Με το ψήφισμα αυτό ζητούνταν συγκεκριμένα η τροποποίηση της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, περί στερεών αποβλήτων (6), και της οδηγίας 84/631/ΕΟΚ του Συμβουλίου, η οποία αφορά τον έλεγχο των μεταφορών επικινδύνων αποβλήτων (7). 'Ετσι, στην παράγραφο 11 του ψηφίσματος αναφέρεται ότι το Συμβούλιο:
ΚΡΙΝΕΙ ότι οι διακινήσεις αποβλήτων πρέπει να περιοριστούν στο ελάχιστο και ότι σημαντικό ρόλο θα πρέπει να διαδραματίσει η πρόληψη δημιουργίας αποβλήτων στην πηγή και η δημιουργία καταλλήλου δικτύου διάθεσης των αποβλήτων (...)
υπογραμμίζει ότι οι διακινήσεις αποβλήτων πρέπει να υπόκεινται σε κατάλληλους ελέγχους
καλεί την Επιτροπή να υποβάλει προτάσεις (...) για την τροποποίηση της οδηγίας 84/631/ΕΟΚ (...).
7. Κατόπιν αυτού, η οδηγία 75/442 τροποποιήθηκε μετέπειτα με νέα οδηγία (8). Εντούτοις, το Συμβούλιο αποφάσισε, αντί να τροποποιήσει απλώς την οδηγία 84/631, να την αντικαταστήσει με κανονισμό, και συγκεκριμένα τον επίδικο εν προκειμένω κανονισμό. 'Οπως αναφέρεται στο προοίμιο του κανονισμού αυτού, σκοπός του είναι η αντικατάσταση της οδηγίας 84/631, κατόπιν της προσχωρήσεως της Κοινότητας στη Σύμβαση της Βασιλείας, της 22ας Μαρτίου 1989 (9), και ενόψει του άρθρου 39 της τετάρτης Συμβάσεως του Λομέ (10) και της αποφάσεως του Συμβουλίου του ΟΟΣΑ σχετικά με τον έλεγχο των διασυνοριακών μεταφορών επικινδύνων αποβλήτων που προορίζονται για αξιοποίηση (11).
8. Στη συνέχεια αναφέρεται στο προοίμιο του κανονισμού ότι τα εθνικά συστήματα παρακολουθήσεως και ελέγχου των μεταφορών αποβλήτων εντός των κρατών μελών πρέπει να ανταποκρίνονται σε ορισμένα ελάχιστα κριτήρια προστασίας και ότι η παρακολούθηση και ο έλεγχος των μεταφορών αποβλήτων πρέπει να οργανώνεται κατά τρόπον ώστε να λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη διαφυλάξεως, προστασίας και βελτιώσεως της ποιότητας του περιβάλλοντος. Το προοίμιο συνεχίζει δε ως εξής:
(...) Η οδηγία 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (12), προβλέπει, στο άρθρο 5, παράγραφος 1, ότι ένα ολοκληρωμένο και επαρκές δίκτυο εγκαταστάσεων διαθέσεως αποβλήτων, που θα δημιουργηθεί από τα κράτη μέλη με κατάλληλα μέτρα (...), πρέπει να καταστήσει την Κοινότητα ως σύνολο αυτάρκη στη διάθεση αποβλήτων και να επιτρέψει στα κράτη μέλη να κινηθούν προς αυτόν τον στόχο ατομικά, λαμβάνοντας υπόψη τις γεωγραφικές συνθήκες ή την ανάγκη ειδικευμένων εγκαταστάσεων για ορισμένα είδη αποβλήτων (...) το άρθρο 7 της ίδιας οδηγίας προβλέπει την κατάρτιση σχεδίων διαχειρίσεως αποβλήτων, (...) τα οποία και θα κοινοποιούνται στην Επιτροπή, και ορίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εμποδίσουν τις μεταφορές αποβλήτων που δεν είναι σύμφωνες με τα σχέδια διαχειρίσεως αποβλήτων που έχουν καταρτίσει (...)
Στη συνέχεια αναφέρεται στο προοίμιο ότι πρέπει να εφαρμόζονται διαφορετικές διαδικασίες, ανάλογα με το είδος των αποβλήτων και τον προορισμό τους, και ιδίως αν προορίζονται για διάθεση ή αξιοποίηση το προοίμιο δε συνεχίζει ως εξής:
(...)οι μεταφορές αποβλήτων πρέπει προηγουμένως να κοινοποιούνται στις αρμόδιες αρχές, (...) έτσι ώστε να μπορούν να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να προβάλλουν αιτιολογημένες αντιρρήσεις ως προς τη μεταφορά
(...) τα κράτη μέλη πρέπει να είναι σε θέση να εφαρμόζουν τις αρχές της εγγύτητας, της προτεραιότητας αξιοποίησης και της αυτάρκειας σε κοινοτικό και εθνικό επίπεδο, σύμφωνα με την οδηγία 75/442/ΕΟΚ, λαμβάνοντας μέτρα, σύμφωνα με τη Συνθήκη, για τη γενική ή μερική απαγόρευση ή προβάλλοντας συστηματικά αντιρρήσεις για τις μεταφορές αποβλήτων για διάθεση, εκτός από την περίπτωση επικίνδυνων αποβλήτων που παράγονται στο κράτος μέλος αποστολής σε τόσο μικρή ποσότητα ώστε η πρόβλεψη νέων ειδικευμένων εγκαταστάσεων διάθεσης σε αυτό το κράτος δεν θα ήταν οικονομικά συμφέρουσα (...)
Οι λοιπές αιτιολογικές σκέψεις αφορούν είτε τις εξωτερικές πτυχές του κανονισμού είτε ορισμένα δευτερεύοντα ζητήματα, όπως είναι η επιστροφή των αποβλήτων και το παράνομο εμπόριο. 'Οπως ανέφερα ήδη, κατά την παρούσα διαδικασία είναι αναγκαίο να εξεταστούν οι εξωτερικές πτυχές του κανονισμού.
9. Οι σκοποί που παρατίθενται στο προοίμιο του κανονισμού αφορούν συνεπώς μόνο την προστασία του περιβάλλοντος και την προστασία της υγείας, δηλαδή δύο στόχους που αναφέρονται στο άρθρο 130 Ρ, παράγραφος 1, της Συνθήκης ως ανήκοντες στην πολιτική της Κοινότητας στον τομέα του περιβάλλοντος. Επ' αυτού ο κανονισμός διαφέρει από την οδηγία 84/631, την οποία, όπως αναφέρθηκε ήδη, επρόκειτο να αντικαταστήσει. Στο προοίμιο της οδηγίας αυτής αναφέρονται τα εξής:
Η διαφορά των διατάξεων που ήδη εφαρμόζονται (...) σχετικά με τη διάθεση των επικίνδυνων αποβλήτων είναι δυνατό να νοθεύσει τους όρους ανταγωνισμού και, ως εκ τούτου, να έχει άμεσες επιπτώσεις στη λειτουργία της κοινής αγοράς (...) ειδικότερα, υπάρχουν διαφορές μεταξύ των διαδικασιών που ισχύουν ως προς την επιτήρηση και τον έλεγχο των διασυνοριακών μεταφορών επικίνδυνων αποβλήτων μέσα στην Κοινότητα (...) κατά συνέπεια, είναι αναγκαίο στον τομέα αυτό να γίνει η προσέγγιση των νομοθεσιών που προβλέπεται στο άρθρο 100 της Συνθήκης. (13)
Η οδηγία στηριζόταν συνεπώς στα άρθρα 100 και 235 της Συνθήκης. Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι κατά τον χρόνο εκδόσεως της οδηγίας η Συνθήκη δεν περιείχε αυτοτελείς διατάξεις για τη θέσπιση περιβαλλοντικών μέτρων. Οσάκις, πριν από την έναρξη της ισχύος της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης, τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος δεν είχαν καμία σχέση με την κοινή αγορά, θεσπίζονταν βάσει του άρθρου 235 της Συνθήκης οσάκις αφορούσαν την κοινή αγορά, στηρίζονταν ταυτόχρονα στα άρθρα 100 και 235.
10. Οι διατάξεις του κανονισμού που είναι κρίσιμες για την παρούσα διαδικασία περιέχονται στον τίτλο Ι (άρθρα 1 και 2), ο οποίος επιγράφεται: Πεδίο εφαρμογής και ορισμοί , στον τίτλο ΙΙ (άρθρα 3 έως 12), ο οποίος επιγράφεται: Μεταφορά αποβλήτων μεταξύ των κρατών μελών , και στον τίτλο ΙΙΙ (άρθρο 13), ο οποίος επιγράφεται: Μεταφορά αποβλήτων στο εσωτερικό κράτους μέλους .
11. Το άρθρο 1 του κανονισμού προβλέπει ότι ο κανονισμός εφαρμόζεται στις μεταφορές αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας καθώς και κατά την είσοδο και έξοδό τους, ενώ στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού απαριθμούνται ορισμένες εξαιρέσεις. Εντούτοις, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου αυτού, από το πεδίο εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του κανονισμού εξαιρούνται, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι μεταφορές αποβλήτων που προορίζονται για αξιοποίηση μόνο και απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ. Το παράρτημα ΙΙ περιέχει τον πράσινο κατάλογο των μη επικινδύνων αποβλήτων, ενώ τα επικίνδυνα απόβλητα περιέχονται στον πορτοκαλί κατάλογο του παραρτήματα ΙΙΙ και στον κόκκινο κατάλογο του παραρτήματος IV (14).
12. Το άρθρο 2 ορίζει ορισμένες έννοιες που χρησιμοποιεί ο κανονισμός. Είναι συγκεκριμένα αξιοσημείωτο ότι οι ορισμοί των αποβλήτων , της διαθέσεως και της αξιοποιήσεως συμπίπτουν με τους ορισμούς που περιέχονται στο άρθρο 1 της οδηγίας 75/442, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου (15). Ως αξιοποίηση , π.χ., νοείται κάθε εργασία που προβλέπεται στο παράρτημα ΙΙ Β της οδηγίας, στο οποίο απαριθμούνται διάφορες ειδικές κατηγορίες ανακτήσεως, αναγεννήσεως και ανακυκλώσεως.
13. 'Οπως ανέφερα ήδη, ο τίτλος ΙΙ του κανονισμού αφορά τις μεταφορές αποβλήτων μεταξύ κρατών μελών. Στον τίτλο αυτό γίνεται διάκριση μεταξύ των αποβλήτων που προορίζονται για διάθεση (κεφάλαιο Α) και των αποβλήτων που προορίζονται για αξιοποίηση (κεφάλαιο Β) (το κεφάλαιο Γ αφορά τη μεταφορά αποβλήτων προς διάθεση και αξιοποίηση μεταξύ κρατών μελών με διαμετακόμιση μέσω τρίτων χωρών). Ενώ οι διατάξεις του κεφαλαίου Α ισχύουν γενικώς για τα απόβλητα προς διάθεση, οι διατάξεις του κεφαλαίου Β ισχύουν μόνο για τα απόβλητα που απαριθμούνται στον πορτοκαλί κατάλογο του παραρτήματος ΙΙΙ και, με ορισμένες αλλαγές, σε άλλα είδη αποβλήτων, που δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ (βλ. άρθρο 10). Επιπλέον, οι υποχρεώσεις πληροφορήσεως που προβλέπονται στο άρθρο 11 ισχύουν για τα απόβλητα που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ.
14. Είναι συνεπώς αναγκαίο να εξεταστούν οι διατάξεις που αφορούν αφενός τα απόβλητα προς διάθεση και, αφετέρου, τα απόβλητα προς αξιοποίηση και να καταβληθεί ιδιαίτερη προσοχή, όσον αφορά τις διαφορές μεταξύ των δύο αυτών ειδών αποβλήτων, προκειμένου να εξακριβωθεί ποια διάταξη της Συνθήκης αποτελεί, αν ληφθεί υπόψη η νομολογία του Δικαστηρίου που θα παρατεθεί κατωτέρω, την ορθή νομική βάση για τον κανονισμό.
15. Για τις μεταφορές τόσο αποβλήτων προς διάθεση όσο και αποβλήτων προς αξιοποίηση προβλέπεται μια δεσμευτική διαδικασία κοινοποιήσεως η κοινοποίηση πραγματοποιείται με το έγγραφο παρακολουθήσεως, που εκδίδεται από την αρμόδια αρχή αποστολής. Ο κοινοποιών συμπληρώνει το έγγραφο παρακολουθήσεως και παρέχει ορισμένα ειδικά στοιχεία, συνάπτει δε σύμβαση με τον παραλήπτη των αποβλήτων. Το έγγραφο αποστέλλεται στο κράτος μέλος προορισμού, ενώ αντίγραφά του αποστέλλονται στα κράτη μέλη αποστολής και διαμετακομίσεως και στον παραλήπτη των αποβλήτων. Στην περίπτωση των αποβλήτων προς διάθεση, αρμόδιο για τη χορήγηση άδειας μεταφοράς είναι το κράτος μέλος προορισμού όπως όμως ανέφερα ήδη, τα κράτη μέλη αποστολής και διαμετακομίσεως λαμβάνουν επίσης κοινοποίηση της μεταφοράς και έχουν το δικαίωμα να προβάλλουν αντιρρήσεις. Στην περίπτωση των αποβλήτων προς αξιοποίηση, τα κράτη μέλη αποστολής, προορισμού και διαμετακομίσεως έχουν το δικαίωμα να προβάλουν αντιρρήσεις κατά της μεταφοράς, μολονότι δεν επιβάλλεται ρητά η χορήγηση άδειας.
16. 'Οσον αφορά τα απόβλητα προς διάθεση, το άρθρο 5, παράγραφος 1, ορίζει τα εξής:
Η μεταφορά μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον αφού ο κοινοποιών λάβει άδεια από την αρμόδια αρχή προορισμού.
Αντίθετα, στην περίπτωση των αποβλήτων προς αξιοποίηση, προβλέπεται η δυνατότητα σιωπηρής συναινέσεως των ενδιαφερομένων αρχών. Το άρθρο 8, παράγραφος 1, ορίζει συγκεκριμένα τα εξής:
Εάν δεν προβληθεί καμία αντίρρηση, η μεταφορά μπορεί να πραγματοποιηθεί μετά την παρέλευση της προθεσμίας των 30 ημερών. Η σιωπηρή συναίνεση λήγει, ωστόσο, ένα ημερολογιακό έτος μετά την ημερομηνία αυτή.
Η εν λόγω προθεσμία των 30 ημερών είναι η προβλεπόμενη από το άρθρο 7, παράγραφος 2, για την προβολή αντιρρήσεων από τις αρμόδιες αρχές προορισμού, αποστολής και διαμετακομίσεως.
17. Υπάρχουν και άλλες σημαντικές διαφορές μεταξύ των διατάξεων που ρυθμίζουν τα απόβλητα προς διάθεση και των διατάξεων που ρυθμίζουν τα απόβλητα προς αξιοποίηση.
18. Για παράδειγμα, όσον αφορά τα απόβλητα προς διάθεση, το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο α', πρώτη περίπτωση, ορίζει τα εξής:
Προκειμένου να τεθούν σε εφαρμογή οι αρχές της εγγύτητας, της προτεραιότητας αξιοποίησης και της αυτάρκειας σε κοινοτικό και εθνικό επίπεδο, σύμφωνα με την οδηγία 75/442/ΕΟΚ, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν μέτρα, σύμφωνα με τη Συνθήκη, για τη γενική ή μερική απαγόρευση των μεταφορών αποβλήτων ή να προβάλλουν συστηματικά αντιρρήσεις για τις εν λόγω μεταφορές. Τα μέτρα αυτά κοινοποιούνται αμέσως στην Επιτροπή, που ενημερώνει τα άλλα κράτη μέλη.
Επιπλέον, το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο β', ορίζει τα εξής:
Οι αρμόδιες αρχές αποστολής και προορισμού, λαμβάνοντας υπόψη τις γεωγραφικές συνθήκες ή την ανάγκη ειδικευμένων εγκαταστάσεων για ορισμένα είδη αποβλήτων, δύνανται να προβάλουν αιτιολογημένες αντιρρήσεις για τη σχεδιαζόμενη μεταφορά, αν δεν είναι σύμφωνη με την οδηγία 75/442/ΕΟΚ, και ιδίως με τα άρθρα 5 και 7:
i) προκειμένου να εφαρμόσουν την αρχή της αυτάρκειας σε κοινοτικό και εθνικό επίπεδο,
ii) σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η εγκατάσταση πρέπει να διαθέσει απόβλητα από πλησιέστερη πηγή και η αρμόδια αρχή έχει δώσει προτεραιότητα στα απόβλητα αυτά,
iii) προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οι μεταφορές συμφωνούν με τα σχέδια διαχείρισης αποβλήτων.
Επιπλέον, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο γ', οι αρμόδιες αρχές αποστολής, προορισμού και διαμετακομίσεως μπορούν να προβάλουν αιτιολογημένες αντιρρήσεις βασιζόμενες σε ορισμένους άλλους λόγους, και συγκεκριμένα αν η μεταφορά αντιβαίνει προς την εθνική νομοθεσία που αφορά την προστασία του περιβάλλοντος, τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή την προστασία της υγείας.
19. Αντίθετα, για τα απόβλητα προς αξιοποίηση το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α', ορίζει μόνο τα εξής:
Οι αρμόδιες αρχές προορισμού και αποστολής δύνανται να προβάλουν αιτιολογημένες αντιρρήσεις για τη σχεδιαζόμενη μεταφορά:
* σύμφωνα με την οδηγία 75/442/ΕΟΚ, και ιδίως το άρθρο 7, ή
* εάν δεν είναι σύμφωνη με τις εθνικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος, τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή την προστασία της υγείας,
(...)
Προβλέπονται επίσης και άλλοι λόγοι, ορισμένους από τους οποίους μπορεί επίσης να επικαλεστεί το κράτος μέλος διαμετακομίσεως (βλ. άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο β').
20. Για τα απόβλητα που προορίζονται προς αξιοποίηση επιτρέπεται συνεπώς η προβολή αντιρρήσεων κατά μιας σχεδιαζόμενης μεταφοράς μόνο όταν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι που αφορούν τη συγκεκριμένη μεταφορά. Αντίθετα, για τα απόβλητα προς διάθεση τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν γενικές ή μερικές απαγορεύσεις ή να προβάλλουν συστηματικά αντιρρήσεις, εφόσον τα μέτρα αυτά είναι σύμφωνα προς τη Συνθήκη.
21. 'Ενδειξη για το είδος των μέτρων που θα συμβιβάζονταν οπωσδήποτε με τη Συνθήκη παρέχει η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση των αποβλήτων της Βαλονίας (16). Στην υπόθεση εκείνη η Επιτροπή είχε ασκήσει προσφυγή λόγω παραβάσεως κατά του Βελγίου, σε σχέση με ένα μέτρο που είχαν λάβει οι περιφερειακές αρχές της Βαλονίας και με το οποίο είχαν απαγορεύσει τη χρήση των τόπων απορρίψεως και αποθέσεως αποβλήτων της Βαλονίας για απόβλητα προερχόμενα από άλλα κράτη μέλη. 'Οσον αφορά τα επικίνδυνα απόβλητα, τα οποία ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 84/631, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι αυτού του είδους η γενική απαγόρευση ήταν ασυμβίβαστη προς την οδηγία, η οποία επέτρεπε μόνο την προβολή αιτιολογημένων αντιρρήσεων σε σχέση με συγκεκριμένες μεταφορές. 'Οσον αφορά όμως τα απόβλητα που δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η απαγόρευση συμβιβαζόταν με το άρθρο 30 της Συνθήκης: συναφώς το Δικαστήριο τόνισε συγκεκριμένα την περιορισμένη χωρητικότητα των υφισταμένων τόπων απορρίψεως αποβλήτων στη Βαλονία, καθώς και ότι είχε παρατηρηθεί μια αφύσικα αυξημένη συρροή αποβλήτων από άλλες περιοχές της Κοινότητας (17).
22. Κατά συνέπεια, όσον αφορά τα απόβλητα προς διάθεση, τα οποία προηγουμένως δεν καλύπτονταν από την οδηγία 84/631, ο κανονισμός επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν ορισμένες απαγορεύσεις τις οποίες δεν επέτρεπε προηγουμένως η οδηγία. Η ανάγκη παροχής της εξουσίας αυτής στα κράτη μέλη συνάγεται από τη νέα αντίληψη που χαρακτηρίζει τη διαχείριση των αποβλήτων, όπως προβλέπεται στο τροποποιημένο κείμενο της οδηγίας 75/442 (η οποία στο εξής θα αναφέρεται απλώς ως οδηγία περί αποβλήτων ). Πράγματι, όπως αναφέρθηκε ήδη, το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να δημιουργήσουν ολοκληρωμένο και κατάλληλο δίκτυο εγκαταστάσεων διάθεσης των αποβλήτων (...) [που θα] επιτρέψει στην Κοινότητα ως σύνολο να καταστεί αυτάρκης στον τομέα της διάθεσης των αποβλήτων και στα κράτη μέλη να τείνουν χωριστά προς τον στόχο αυτόν , ενώ το άρθρο 7 τους επιβάλλει την υποχρέωση να καταρτίζουν σχέδια διαχειρίσεως των αποβλήτων και να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εμποδίζουν τις μεταφορές αποβλήτων που δεν είναι σύμφωνες προς τα σχέδια αυτά. Είναι σαφές ότι σε ορισμένες περιπτώσεις τα μέτρα αυτά θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν τη μερική ή πλήρη απαγόρευση των εισαγωγών αποβλήτων προς διάθεση. Επομένως, ο κανονισμός πόρρω απέχει από του να εναρμονίζει πλήρως τους κανόνες που διέπουν τις μεταφορές αποβλήτων και θα μπορούσε μάλιστα να θεωρηθεί (όπως υποστήριξε ένας σχολιαστής) ως οργανωμένη επανεθνικοποίηση του οικείου τομέα (18).
23. Αντίθετα, όσον αφορά τα απόβλητα προς αξιοποίηση, ο κανονισμός δεν μετέβαλε ουσιαστικά την κατάσταση που επικρατούσε υπό την οδηγία 84/631, καθόσον επιτρέπεται μόνο η προβολή αιτιολογημένων αντιρρήσεων κατά συγκεκριμένων μεταφορών. Κατά τον κανονισμό δηλαδή, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιβάλλουν γενικούς περιορισμούς των μεταφορών αποβλήτων που προορίζονται για αξιοποίηση. Εντούτοις, ακόμη και στην περίπτωση των αποβλήτων προς αξιοποίηση, δεν αποκλείεται πλήρως η επιβολή τέτοιων περιορισμών. Συγκεκριμένα, το άρθρο 130 Τ της Συνθήκης, όπως τροποποιήθηκε με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση, ορίζει τα εξής:
Τα μέτρα προστασίας που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 130 Σ δεν εμποδίζουν τα κράτη μέλη να διατηρούν και να θεσπίζουν μέτρα ενισχυμένης προστασίας. Τα μέτρα αυτά πρέπει να συμβιβάζονται με την παρούσα Συνθήκη και κοινοποιούνται στην Επιτροπή.
Η ακριβής έκταση της εξουσίας αυτής ενδέχεται να μην είναι απολύτως σαφής στην πράξη. Θα μπορούσε, π.χ., να μην είναι σαφές πότε τα μέτρα των κρατών μελών πρέπει να θεωρηθούν ως αυστηρότερα έναντι των κοινοτικών μέτρων και πότε πρέπει αντίθετα να θεωρηθούν ως μέτρα τελείως διαφορετικής κατηγορίας και συνεπώς απαγορευόμενα από το άρθρο 130 Τ (19). Στην παρούσα υπόθεση μπορεί πάντως να υποστηριχθεί ότι τα κράτη μέλη έχουν την εξουσία, εφόσον συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις, να επιβάλλουν αυστηρότερους περιορισμούς στη μεταφορά των αποβλήτων προς αξιοποίηση, επιβάλλοντας, π.χ., γενική ή μερική απαγόρευση των μεταφορών αυτών. Η απαγόρευση αυτή θα έπρεπε τότε να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή, η οποία θα εξέταζε τότε αν συμβιβάζεται με το άρθρο 30 της Συνθήκης.
24. Ο κανονισμός ορίζει, όσον αφορά τόσο τα απόβλητα προς διάθεση όσο και τα απόβλητα προς αξιοποίηση, ότι τα κράτη μέλη προορισμού, αποστολής και διαμετακομίσεως μπορούν να θέτουν ορισμένους όρους για την πραγματοποίηση των μεταφορών αποβλήτων εντός των ορίων της δικαιοδοσίας τους. Με εξαίρεση όμως την περίπτωση των όρων που θέτει το κράτος μέλος προορισμού για τα απόβλητα προς διάθεση, οι όροι αυτοί δεν επιτρέπεται να είναι αυστηρότεροι από τους όρους που επιβάλλονται για τις παρόμοιες μεταφορές που διενεργούνται εξ ολοκλήρου εντός των ορίων της δικαιοδοσίας τους: βλ. άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχεία α' και δ', και άρθρο 7, παράγραφος 3, του κανονισμού.
25. Θα ήθελα επίσης να επισημάνω ότι το κεφάλαιο Γ (άρθρο 12) του τίτλου ΙΙ δίνει στις τρίτες χώρες διαμετακομίσεως το δικαίωμα προβολής αντιρρήσεων.
26. Ο τίτλος ΙΙΙ αφορά τις μεταφορές εντός των κρατών μελών. Το άρθρο 13 ορίζει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να θεσπίσουν ένα κατάλληλο σύστημα παρακολουθήσεως και ελέγχου των μεταφορών αποβλήτων εντός των ορίων της δικαιοδοσίας τους. Το σύστημα αυτό πρέπει να έχει συνοχή με το σύστημα που θεσπίζεται με τον κανονισμό ειδικότερα, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν το σύστημα αυτό στις καθαρά εθνικές μεταφορές.
Η προηγούμενη νομολογία σχετικά με το πεδίο εφαρμογής των άρθρων 100 Α και 130 Ρ
27. Το Δικαστήριο έχει ήδη εξετάσει σε δύο υποθέσεις το ζήτημα κατά πόσον η νομική βάση ενός μέτρου θα έπρεπε να είναι το άρθρο 130 Ρ ή το άρθρο 100 Α.
28. Στην υπόθεση διοξείδιο του τιτανίου (20) η Επιτροπή πρόσβαλε μια οδηγία περί εναρμονίσεως ορισμένων προγραμμάτων εξαλείψεως αποβλήτων της βιομηχανίας διοξειδίου του τιτανίου, για τον λόγο ότι η οδηγία αυτή είχε στηριχθεί, κακώς, στο άρθρο 130 Ρ της Συνθήκης (21). Το Δικαστήριο παρατήρησε καταρχάς ότι
στο πλαίσιο του συστήματος αρμοδιοτήτων της Κοινότητας η επιλογή της νομικής βάσεως μιας πράξεως δεν μπορεί να εξαρτάται μόνο από την πεποίθηση ενός οργάνου ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, αλλά πρέπει να στηρίζεται σε στοιχεία αντικειμενικά και δεκτικά ενδίκου ελέγχου (...) (22).
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο τόνισε ότι, κατά τον σκοπό και το περιεχόμενο της οδηγίας,
η οδηγία αφορά ταυτόχρονα την προστασία του περιβάλλοντος και την εξάλειψη των ανομοιοτήτων στους όρους του ανταγωνισμού (23).
Επειδή, λόγω της φύσεως της διαδικασίας συνεργασίας που προβλέπει το άρθρο 100 Α, αποκλειόταν η χρησιμοποίηση ως νομικής βάσεως αμφοτέρων των άρθρων 100 Α και 130 Ρ, έπρεπε να επιλεγεί ένα από τα δύο αυτά άρθρα. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, ενόψει του άρθρου 130 Π, παράγραφος 2, και του άρθρου 100 Α, παράγραφος 3, το γεγονός και μόνον ότι η οδηγία απέβλεπε στην προστασία του περιβάλλοντος δεν αρκούσε για να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 130 Ρ. Κατόπιν αυτών, το Δικαστήριο κατέληξε ότι κακώς η οδηγία είχε στηριχθεί στο άρθρο 130 Ρ και ότι, αντίθετα, έπρεπε να στηριχθεί στο άρθρο 100 Α (24).
29. Από την απόφαση διοξείδιο του τιτανίου μπορεί συνεπώς να συναχθεί ότι, οσάκις μια οδηγία επιδιώκει εξίσου σκοπούς αναγόμενους στην εσωτερική αγορά και στην προστασία του περιβάλλοντος, η ορθή νομική βάση είναι το άρθρο 100 Α. Εντούτοις, οι δύο αυτοί σκοποί πρέπει να έχουν την ίδια βαρύτητα: τούτο διασαφηνίστηκε στην επόμενη υπόθεση που αφορούσε τη σχέση μεταξύ των άρθρων 100 Α και 130 Ρ.
30. Στη μεταγενέστερη αυτή υπόθεση, την υπόθεση οδηγία περί αποβλήτων (25), η Επιτροπή έβαλλε κατά της νομικής βάσεως της οδηγίας 91/156, η οποία, όπως αναφέρθηκε, τροποποίησε την οδηγία 75/442 περί των στερεών αποβλήτων (26). Η Επιτροπή ισχυρίστηκε πάλι ότι η οδηγία έπρεπε να έχει στηριχθεί στο άρθρο 100 Α και όχι στο άρθρο 130 Ρ. Στην υπόθεση όμως αυτή η προσφυγή της Επιτροπής δεν ευδοκίμησε. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι σκοπός της οδηγίας δεν ήταν η διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των αποβλήτων εντός της εσωτερικής αγοράς, αλλά αντίθετα ο περιορισμός της κυκλοφορίας αυτής, σύμφωνα με την αρχή της διορθώσεως στην πηγή . Μολονότι η οδηγία είχε πράγματι, λόγω των διατάξεών της περί εναρμονίσεως, αποτελέσματα επί της εσωτερικής αγοράς, τα αποτελέσματα αυτά ήσαν δευτερεύοντα και μόνο έναντι του κύριου σκοπού της, ο οποίος αναγόταν στην προστασία του περιβάλλοντος (27).
31. Από την υπόθεση οδηγία περί αποβλήτων συνάγεται ότι τα μέτρα που έχουν επιπτώσεις επί της εσωτερικής αγοράς μπορούν εντούτοις να έχουν ως νομική βάση το άρθρο 130 Ρ, εφόσον οι περιβαλλοντικοί σκοποί που επιδιώκονται με το συγκεκριμένο μέτρο αποτελούν τον κύριο σκοπό του. Η επίδικη στην υπόθεση εκείνη οδηγία διέφερε επομένως από την επίμαχη στην υπόθεση διοξείδιο του τιτανίου οδηγία. Στην τελευταία αυτή υπόθεση ο γενικός εισαγγελέας Tesauro είχε διατυπώσει τις εξής παρατηρήσεις:
Δεν είναι δυνατόν να προσδιορίσουμε μέσα στην προσβαλλομένη οδηγία μια κύρια ή πρωτεύουσα συνιστώσα και μια άλλη απλώς επικουρική και δευτερεύουσα, αλλά μάλλον δύο συνιστώσες, που είναι και οι δύο ουσιώδεις και άρρηκτα συνδεδεμένες. (28)
Αντίθετα, στην υπόθεση οδηγία περί αποβλήτων δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι ο περιβαλλοντικός σκοπός της οδηγίας 91/156 έπρεπε να θεωρηθεί ως η κύρια ή πρωτεύουσα συνιστώσα της.
32. Η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση οδηγία περί αποβλήτων έχει ιδιαίτερη σημασία για την παρούσα υπόθεση. Πράγματι, υφίσταται άμεση σχέση μεταξύ της επίδικης στην υπόθεση εκείνη οδηγίας και της προσβαλλομένης στην παρούσα διαδικασία πράξεως. 'Οπως δηλαδή τονίζει το Συμβούλιο με το υπόμνημα αντικρούσεως, η οδηγία αποτελεί σήμερα το βασικό πλαίσιο για ολόκληρη την κοινοτική νομοθεσία περί αποβλήτων.
33. 'Οπως ήδη αναφέρθηκε, τα μέτρα που επιτρέπεται να λαμβάνονται προς τον σκοπό του περιορισμού των μεταφορών αποβλήτων προς διάθεση θέτουν σε εφαρμογή, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο α', πρώτη περίπτωση, του κανονισμού, τις αρχές της εγγύτητας, της προτεραιότητας αξιοποιήσεως και της αυτάρκειας (...) σύμφωνα με την οδηγία 75/442/ΕΟΚ . Ομοίως, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο β', του κανονισμού, επιτρέπεται η προβολή αιτιολογημένων αντιρρήσεων, όταν η σχεδιαζόμενη μεταφορά δεν είναι σύμφωνη με την οδηγία 75/442/ΕΟΚ, και ιδίως με τα άρθρα 5 και 7 (29). 'Οσον αφορά τα απόβλητα που προορίζονται για αξιοποίηση, επιτρέπεται η προβολή αιτιολογημένων αντιρρήσεων για τη σχεδιαζόμενη μεταφορά, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με την οδηγία 75/442/ΕΟΚ, και ιδίως το άρθρο 7 (30). Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι το άρθρο 7 της οδηγίας προβλέπει την κατάρτιση σχεδίων διαχειρίσεως των αποβλήτων και επιβάλλει την υποχρέωση παρακωλύσεως των μεταφορών αποβλήτων που αντιβαίνουν στα σχέδια αυτά και ότι το άρθρο 5 προβλέπει τη δημιουργία δικτύου εγκαταστάσεων διαθέσεως των αποβλήτων σύμφωνα με την αρχή της αυτάρκειας στον τομέα της διαθέσεως αποβλήτων.
34. 'Οπως τόνισε το Δικαστήριο στην υπόθεση οδηγία περί αποβλήτων , ο σκοπός των διευθετήσεων αυτών δεν είναι η διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των αποβλήτων. Τα μέτρα αυτά αποβλέπουν, αντίθετα, στη διευκόλυνση του κατά το δυνατόν περιορισμού των μεταφορών αυτών, με σκοπό την προστασία του περιβάλλοντος (31). Σύμφωνα με τον ίδιο αυτό σκοπό, ο κανονισμός καθιερώνει μια ομοιόμορφη διαδικασία κοινοποιήσεως, η οποία δίνει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να ελέγχουν τις μεταφορές αποβλήτων σύμφωνα με τα σχέδια διαχειρίσεως που έχουν καταρτίσει. Επομένως, ένας τουλάχιστον από τους κύριους σκοπούς του κανονισμού είναι η εφαρμογή ενός μέτρου που, κατά το Δικαστήριο, ορθώς στηρίχθηκε στο άρθρο 130 Ρ.
Οι ισχυρισμοί του Κοινοβουλίου
35. Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι ο κανονισμός επιδιώκει δύο κύριους σκοπούς: τη ρύθμιση της κυκλοφορίας των αποβλήτων εντός της Κοινότητας και τη ρύθμιση του εξωτερικού εμπορίου αποβλήτων, δηλαδή του εμπορίου αποβλήτων μεταξύ Κοινότητας και τρίτων χωρών. 'Οπως αναφέρθηκε ήδη, οι εξωτερικές πτυχές του κανονισμού δεν χρειάζεται να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
36. Κατά την άποψη του Κοινοβουλίου, η πράξη που ρυθμίζει την κυκλοφορία των αποβλήτων εντός της Κοιβότητας δεν επιτρέπεται να στηρίζεται παρά μόνο στο άρθρο 100 Α της Συνθήκης. Το Κοινοβούλιο αναγνωρίζει βέβαια ότι ο κανονισμός αποβλέπει επίσης στην προστασία του περιβάλλοντος. Εντούτοις, το Κοινοβούλιο τονίζει ότι (όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο στην υπόθεση διοξείδιο του τιτανίου ) το γεγονός ότι μια πράξη αποβλέπει σε περιβαλλοντικούς σκοπούς δεν αρκεί για να εμπίπτει η πράξη αυτή στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 130 Ρ (32).
37. Το Κοινοβούλιο προβαίνει σε διάκριση μεταξύ των σκοπών του κανονισμού και των σκοπών της οδηγίας περί αποβλήτων. Μολονότι το Κοινοβούλιο αναγνωρίζει ότι σκοπός της οδηγίας είναι ο περιορισμός μάλλον παρά η διευκόλυνση των μεταφορών αποβλήτων, υποστηρίζει ότι ο σκοπός του κανονισμού είναι συμπληρωματικός έναντι του σκοπού της οδηγίας: σκοπός του κανονισμού είναι η διευκόλυνση των μεταφορών αποβλήτων που, παρά τους περιορισμούς που επιβάλλονται βάσει της οδηγίας, εντούτοις επιτρέπονται.
38. Με το δικόγραφο απαντήσεως το Κοινοβούλιο προχωρεί ακόμη περισσότερο και υποστηρίζει ότι μια πράξη ενδέχεται να εμπίπτει στο άρθρο 100 Α, ακόμη και αν δεν διευκολύνει την ελεύθερη κυκλοφορία εντός της εσωτερικής αγοράς. Καθώς φαίνεται, το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι αρκεί η εν λόγω πράξη να ρυθμίζει τη διακίνηση αγαθών μεταξύ των κρατών μελών και ότι δεν είναι αναγκαίο να διευκολύνει πράγματι τη διακίνηση αυτή.
39. Το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται επίσης ότι ο τίτλος ΙΙΙ του κανονισμού δεν περιέχει καμία διάταξη βάσει της οποίας να εξαιρείται ο κανονισμός από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 100 Α. Μολονότι ο τίτλος αυτός αφορά μόνο τις μεταφορές αποβλήτων εντός ενός μόνο κράτους μέλους, μπορεί να θεωρηθεί ότι οι διατάξεις του συμπληρώνουν το σύστημα που θεσπίζεται με τον τίτλο ΙΙ. Εν πάση περιπτώσει, ο τίτλος ΙΙΙ δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη πρόσθετες υποχρεώσεις, πέραν των υποχρεώσεων που τους επέβαλλε ήδη η οδηγία περί αποβλήτων.
40. Νομίζω ότι ορθώς το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι οι διατάξεις του τίτλου ΙΙΙ δεν έχουν αφ' εαυτών ως αποτέλεσμα την εξαίρεση του κανονισμού από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 100 Α. Η υποχρέωση θεσπίσεως του κατάλληλου συστήματος για τις εσωτερικές μεταφορές, που να έχει συνοχή με το σύστημα που προβλέπεται στον τίτλο ΙΙ, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως δευτερεύουσα, σε σχέση με τις άλλες υποχρεώσεις που επιβάλλει ο κανονισμός. Πράγματι, το εθνικό σύστημα που θα προέβλεπε ουσιωδώς διαφορετικές διαδικασίες θα μπορούσε να καταστήσει ανενεργούς τους κοινοτικούς κανόνες. Δεν μπορώ συνεπώς να δεχθώ το επιχείρημα που προέβαλε με το υπόμνημα αντικρούσεως το Συμβούλιο, δηλαδή ότι οι υποχρεώσεις του τίτλου ΙΙΙ δεν συμβάλλουν στην εναρμόνιση που επιτυγχάνεται με τον κανονισμό.
41. Το Συμβούλιο υποστηρίζει επίσης ότι ο κανονισμός θεσπίζει κανόνες που ρυθμίζουν την υλική μεταφορά των αποβλήτων και όχι κανόνες που ρυθμίζουν τις εμπορικές συναλλαγές. Νομίζω όμως ότι από το γεγονός αυτό και μόνο δεν θα αποκλειόταν ο χαρακτηρισμός του κανονισμού ως μέτρου που αφορά την εσωτερική αγορά. Δεν μπορεί να υπάρξει διασυνοριακό εμπόριο αγαθών, αν δεν υπάρξει υλική μεταφορά τους από ένα κράτος μέλος σε άλλο: αυτή ακριβώς είναι μία από τις ουσιώδεις διαφορές μεταξύ εμπορευμάτων και υπηρεσιών. Κατά συνέπεια, το μέτρο που εναρμονίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η μεταφορά εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών μπορεί κάλλιστα να χαρακτηριστεί ως μέτρο διευκολύνσεως της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς.
42. Εντούτοις, νομίζω ότι το Κοινοβούλιο δεν απέδειξε ότι ο κανονισμός έπρεπε να εκδοθεί βάσει του άρθρου 100 Α και όχι βάσει του άρθρου 130 Ρ. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο κανονισμός, θεσπίζοντας ομοιόμορφους κανόνες για τις μεταφορές αποβλήτων εντός της Κοινότητας, θα έχει θετικές επιπτώσεις επί της εσωτερικής αγοράς. Πράγματι, η ύπαρξη και μόνο αυτών των εναρμονισμένων κανόνων θα διευκολύνει το έργο των επιχειρηματιών και θα βοηθήσει στην εξίσωση των όρων ανταγωνισμού που επικρατούν στα διάφορα κράτη μέλη. 'Οπως όμως αναφέρθηκε, μια πράξη επιτρέπεται να εκδίδεται βάσει του άρθρου 130 Ρ, ακόμη και αν έχει επιπτώσεις επί της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς. Το κριτήριο συνεπώς είναι αν οι περιβαλλοντικοί σκοποί της πράξεως αποτελούν τον κύριο ή πρωταρχικό στόχο της (33).
43. Αντίθετα απ' ό,τι όμως ισχυρίζεται το Κοινοβούλιο, δεν μπορεί να ειπωθεί ότι μια πράξη επιδιώκει σκοπούς αναγόμενους στην εσωτερική αγορά για τον λόγο και μόνο ότι αφορά τη διακίνηση προϊόντων μεταξύ κρατών μελών: βλ. την υπόθεση οδηγία περί αποβλήτων (34). Πρέπει μάλλον να τεθεί το ερώτημα κατά πόσον ο γενικότερος σκοπός της πράξεως αυτής είναι η διευκόλυνση και όχι ο περιορισμός της διακινήσεως αυτής. 'Οπως τονίζει το Συμβούλιο, είναι σαφές στην παρούσα υπόθεση ότι ο πρωταρχικός σκοπός του κανονισμού είναι να δημιουργήσει τις δυνατότητες παρεμποδίσεως των μεταφορών αποβλήτων.
44. Η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων βέβαια ενδέχεται να διευκολύνεται με τη λήψη μέτρων που εμποδίζουν την κυκλοφορία συγκεκριμένων αγαθών αυτός είναι ο συνηθέστερος τρόπος με τον οποίο επιτυγχάνεται ο σκοπός των μέτρων που αφορούν την εσωτερική αγορά. Για παράδειγμα, η ελεύθερη κυκλοφορία των αλκαλικών ηλεκτρικών στηλών μαγγανίου διευκολύνεται από την επιβολή απαγορεύσεως της πωλήσεως ηλεκτρικών στηλών περιεχουσών υδράργυρο πέραν ορισμένου ορίου σε όλα τα κράτη μέλη. Ο περιορισμός αυτός επιβάλλεται με σκοπό να μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα εντός της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικές στήλες που δεν περιέχουν υπερβολικά μεγάλη ποσότητα υδραργύρου (35). Τα μέτρα όμως που θεσπίζονται με τον τίτλο ΙΙ του κανονισμού δεν ανήκουν στην κατηγορία αυτή. Σκοπός του κανονισμού δεν είναι ο καθορισμός των χαρακτηριστικών των αποβλήτων που θα διευκολύνουν την ελεύθερη κυκλοφορία τους εντός της εσωτερικής αγοράς, αλλά η θέσπιση ορισμένων εναρμονισμένων διαδικασιών για την παρεμπόδιση των μεταφορών αποβλήτων και τον έλεγχό τους σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες και με τις προϋποθέσεις που προβλέπει η οδηγία περί αποβλήτων.
45. Νομίζω συνεπώς ότι οι σκοποί του κανονισμού που ανάγονται στην εσωτερική αγορά, αν υπάρχουν, είναι παρεπόμενοι έναντι του κυρίου σκοπού του, της διευκολύνσεως δηλαδή του περιορισμού των μεταφορών αποβλήτων με σκοπό την προστασία του περιβάλλοντος.
46. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι, κατά την επιδίωξη του σκοπού αυτού, ο κανονισμός επιδιώκει επίσης να εξασφαλιστεί ότι οι επιβαλλόμενοι περιορισμοί θα επηρεάζουν όσο το δυνατόν λιγότερο τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Στην παράγραφο 1 του ψηφίσματος του Συμβουλίου σχετικά με την πολιτική διαχειρίσεως των αποβλήτων αναφέρεται, π.χ., ότι η εναρμόνιση σε κοινοτικό επίπεδο θα πρέπει να ενθαρρυνθεί και να συντονιστεί με την ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς (...) (36). 'Οπως ανέφερα ήδη, η καθιέρωση μιας ενιαίας διαδικασίας κοινοποιήσεως θα επηρεάσει θετικά την εσωτερική αγορά. Ειδικότερα, η διάταξη περί της διαδικασίας της σιωπηρούς συναινέσεως , η οποία προβλέπεται για τα απόβλητα προς αξιοποίηση, σημαίνει ότι τάσσεται αυστηρή προθεσμία για την προβολή αντιρρήσεων, πράγμα που προφανώς αποβαίνει προς όφελος των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών (37). Επιπλέον, η υποχρέωση προβολής αιτιολογημένων αντιρρήσεων κατά των μεταφορών των αποβλήτων αυτών θα μπορούσε, σε ορισμένες περιπτώσεις, να περιορίσει την εξουσία του κράτους μέλους να επιβάλλει γενικές απαγορεύσεις των μεταφορών αυτών (38). Θα πρέπει επίσης να υπενθυμιστεί ότι ο κανονισμός δεν κάνει διακρίσεις, όσον αφορά τις προϋποθέσεις που επιβάλλονται αφενός για τις εθνικές και αφετέρου για τις διασυνοριακές μεταφορές (39).
47. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο κανονισμός, επιδιώκοντας τους περιβαλλοντικούς σκοπούς του, αποβλέπει επίσης στην πρόληψη των νοθεύσεων του ανταγωνισμού και στη διευκόλυνση των μεταφορών αποβλήτων που συμβιβάζονται με τον σκοπό της προστασίας του περιβάλλοντος. Είναι ενούτοις σαφές ότι οι σκοποί αυτοί είναι οπωσδήποτε δευτερεύοντες έναντι του πρωταρχικού σκοπού του κανονισμού. Πράγματι, είναι αυτονόητο ότι τα μέτρα εφαρμογής της περιβαλλοντικής πολιτικής της Κοινότητας πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπον ώστε, κατά το δυνατόν, να είναι σύμφωνα προς την πολιτική που ακολουθεί η Κοινότητα σε άλλους τομείς. Θα ήταν εντούτοις παράλογο να υποστηριχθεί ότι τα μέτρα αυτά πρέπει να στηρίζονται στο άρθρο 100 Α της Συνθήκης για τον λόγο και μόνον ότι συνάδουν προς το άρθρο αυτό.
Πρόταση
48. Συνεπώς, η προσφυγή του Κοινοβουλίου πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να απορριφθεί. Το Κοινοβούλιο θα πρέπει επομένως να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ενώ κατά το άρθρο 69, παράγραφος 4, του κανονισμού αυτού η Ισπανία, παρεμβαίνουσα, θα πρέπει να φέρει τα έξοδά της.
49. Είμαι συνεπώς της γνώμης ότι το Δικαστήριο θα πρέπει:
1) να απορρίψει την προσφυγή,
2) να καταδικάσει το Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα του Συμβουλίου, και
3) να αποφανθεί ότι η Ισπανία, παρεμβαίνουσα, θα φέρει τα δικαστικά έξοδά της.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
(1) * ΕΕ 1993, L 30, σ. 1. Στον γαλλικό τίτλο του κανονισμού αναφέρονται μόνο οι μεταφορές αποβλήτων από και προς την Κοινότητα [ (...) des transferts de dechets a l' entree et a la sortie de la Communaute europeenne ]. Ο αγγλικός τίτλος πάντως είναι ακριβέστερος, καθόσον ανταποκρίνεται καλύτερα προς το περιεχόμενο του κανονισμού.
(2) * Βλ. απόφαση C-70/88, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1990, σ. Ι-2041), η οποία αφορούσε την ενεργητική νομιμοποίηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την άσκηση προσφυγών ακυρώσεως βλ. επίσης άρθρο 173, τρίτη παράγραφος, της Συνθήκης, όπως τροποποιήθηκε με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση.
(3) * Βλ. ειδικότερα άρθρο 130 Ρ, παράγραφος 4, της Συνθήκης (πρώην άρθρο 130 Π, παράγραφος 5).
(4) * Βλ. απόφαση C-70/88, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου ( ραδιενεργός μόλυνση τροφίμων , Συλλογή 1991, σ. Ι-4529, σκέψη 20).
(5) * Ψήφισμα του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 1990, σχετικά με την πολιτική διαχείρισης των αποβλήτων (ΕΕ 1990, C 122, σ. 2).
(6) * ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86.
(7) * Οδηγία 84/631/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 6ης Δεκεμβρίου 1984, για την επιτήρηση και τον έλεγχο εντός της Κοινότητας των διασυνοριακών μεταφορών επικίνδυνων αποβλήτων (ΕΕ L 326, σ. 31).
(8) * Οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991, για την τροποποίηση της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ 1991, L 78, σ. 32).
(9) * Βλ. απόφαση 93/98/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993, σχετικά με τη σύναψη, εξ ονόματος της Κοινότητας, της Σύμβασης για τον έλεγχο της διασυνοριακής διακίνησης επικίνδυνων αποβλήτων και της διάθεσής τους (Σύμβασης της Βασιλείας) (ΕΕ 1993, L 39, σ. 1).
(10) * Βλ. την απόφαση 91/400/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 25ης Φεβρουαρίου 1991, για τη σύναψη της τέταρτης Σύμβασης ΑΚΕ-ΕΟΚ (ΕΕ 1991, L 229, σ. 1).
(11) * Παρίσι, 30 Μαρτίου 1992.
(12) * Η οδηγία αυτή παρατέθηκε ανωτέρω στην υποσημείωση 6 και τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156, η οποία παρατέθηκε ανωτέρω στην υποσημείωση 8.
(13) * Βλ. τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
(14) * Οι κατάλογοι αυτοί βασίζονται στην παρατεθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 11 απόφαση του Συμβουλίου του ΟΟΣΑ, της 30ής Μαρτίου 1992.
(15) * Που παρατέθηκε ανωτέρω στις υποσημειώσεις 6 και 8.
(16) * Υπόθεση 2/90, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1992, σ. Ι-4431).
(17) * Βλ. σκέψεις 20 έως 21 και 31 έως 32 της αποφάσεως.
(18) * Βλ. Geradin, στο: European Law Review, τόμος 18 (1993), σ. 426.
(19) * Βλ. Kraemer, στο Groeben, Thiesing, Ehlermann: Kommentar zum EWG-Vertrag (4η έκδοση, Baden-Baden 1991), σ. 4004 και 4005.
(20) * Υπόθεση C-300/89, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1991, σ. Ι-2867).
(21) * Οδηγία 89/428/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1989, για τον καθορισμό των τρόπων εναρμόνισης των προγραμμάτων μείωσης της ρύπανσης που προκαλούν τα απόβλητα της βιομηχανίας διοξειδίου του τιτανίου με προοπτική την εξάλειψή της (ΕΕ 1989, L 201, σ. 56).
(22) * Σκέψη 10 της αποφάσεως.
(23) * Σκέψη 13 της αποφάσεως.
(24) * Βλ. σκέψεις 21 έως 25 της αποφάσεως.
(25) * Υπόθεση C-155/91, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1993, σ. Ι-939).
(26) * Βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 8.
(27) * Βλ. σκέψεις 18 έως 20 της αποφάσεως και βλ. επίσης υπόθεση C-70/88, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (που παρατέθηκε ανωτέρω στην υποσημείωση 4).
(28) * Βλ. την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20 υπόθεση διοξείδιο του τιτανίου , Συλλογή 1991, σ. Ι-2885.
(29) * Βλ. ανωτέρω, παράγραφο 18.
(30) * Βλ. παράγραφο 19.
(31) * Βλ. την υπόθεση οδηγία περί αποβλήτων , η οποία παρατέθηκε ανωτέρω στην υποσημείωση 25, σκέψεις 10 και 15 της αποφάσεως.
(32) * Βλ. ανωτέρω, παράγραφο 28.
(33) * Βλ. ανωτέρω, παράγραφο 31.
(34) * Η οποία παρατέθηκε ανωτέρω στην υποσημείωση 25.
(35) * Βλ. οδηγία 91/157/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991, για τις ηλεκτρικές στήλες και τους συσσωρευτές που περιέχουν ορισμένες επικίνδυνες ουσίες (ΕΕ 1991, L 78, σ. 38), και συγκεκριμένα τα άρθρα 3 και 9.
(36) * Ψήφισμα του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 1990, που παρατέθηκε ανωτέρω στην υποσημείωση 5 (η υπογράμμιση δική μου).
(37) * Βλ. ανωτέρω, παράγραφο 16.
(38) * Βλ. ανωτέρω, παραγράφους 20 και 23.
(39) * Βλ. ανωτέρω, παράγραφο 24.
Full & Egal Universal Law Academy