Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1 Η παρούσα υπόθεση αφορά προσφυγή της Επιτροπής, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, με αίτημα να αναγνωριστεί ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, μη λαμβάνοντας εμπροθέσμως τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 86/609/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 1986, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των ζώων που χρησιμοποιούνται για πειραματικούς και άλλους επιστημονικούς σκοπούς (στο εξής: οδηγία) (1), και/ή μη ανακοινώνοντας τα μέτρα αυτά στην Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 25 της οδηγίας και από τα άρθρα 5 και 189 της Συνθήκης ΕΚ.
Η εξέλιξη της διαδικασίας
2 Σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του άρθρου 169, η Επιτροπή κοινοποίησε έγγραφο οχλήσεως στο Λουξεμβούργο στις 4 Σεπτεμβρίου 1990 και αιτιολογημένη γνώμη στις 20 Μαου 1992. Η Επιτροπή δεν έλαβε απάντηση από την Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου σε κανένα από τα δύο έγγραφα. Ως εκ τούτου, υπέβαλε το ζήτημα στην κρίση του Δικαστηρίου με προσφυγή της 10ης Μαου 1993.
3 Δεδομένου ότι το Λουξεμβούργο δεν υπέβαλε υπόμνημα αντικρούσεως, η Γραμματεία του Δικαστηρίου ενημέρωσε τους διαδίκους, με έγγραφα της 18ης Αυγούστου 1993, ότι θα εφαρμοζόταν η διαδικασία εκδόσεως ερήμην αποφάσεως βάσει του άρθρου 94 του Κανονισμού Διαδικασίας. Με έγγραφο της 30ής Σεπτεμβρίου 1993 η Επιτροπή ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι, με έγγραφο της 28ης Μαου 1993, δηλαδή λίγο μετά την άσκηση της προσφυγής της, ο εκπρόσωπος του Λουξεμβούργου είχε κοινοποιήσει στην Επιτροπή έναν νόμο του Λουξεμβούργου, προηγούμενο χρονικώς της οδηγίας, ο οποίος την έθετε εν μέρει σε εφαρμογή. Εν τούτοις, η Επιτροπή θεώρησε ότι ορισμένες διατάξεις της οδηγίας δεν είχαν ακόμη μεταφερθεί στο δίκαιο του Λουξεμβούργου. Με μεταγενέστερο έγγραφο της 8ης Νοεμβρίου 1994, η Επιτροπή ζήτησε την έκδοση ερήμην αποφάσεως βάσει του άρθρου 94. Τροποποιώντας κατά τι τα αιτήματά της, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι το Λουξεμβούργο δεν έλαβε εμπροθέσμως όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία· η Επιτροπή προσέθεσε ότι, δεδομένου ότι δεν είχαν ληφθεί μέτρα, δεν χρειαζόταν πλέον να ζητήσει να αναγνωριστεί ότι το Λουξεμβούργο δεν τα ανακοίνωσε στην Επιτροπή.
4 Με έγγραφο της 22ας Ιουνίου 1995, το Δικαστήριο ζήτησε από την Επιτροπή να εξηγήσει, υπό το φως της αιτιολογημένης γνώμης της, τη σχέση μεταξύ των αιτημάτων που προβάλλονται με την προσφυγή της και αυτών που περιλαμβάνονται στο έγγραφο της 8ης Δεκεμβρίου 1994. Με έγγραφο της 27ης Ιουλίου 1995, η Επιτροπή δήλωσε ότι, δεδομένου ότι η οδηγία δεν είχε εφαρμοστεί ακόμη, τα αιτήματα που προέβαλε με την προσφυγή της εξακολουθούσαν να ισχύουν. Εν τούτοις, τροποποίησε κατά τι τα αρχικά της αιτήματα, προκειμένου να λάβει υπόψη τις εξελίξεις της υποθέσεως.
Η διαδικασία βάσει του άρθρου 94
5 Το άρθρο 94, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας ορίζει τα εξής:
«Πριν εκδώσει ερήμην απόφαση, το Δικαστήριο, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, εξετάζει το παραδεκτό της προσφυγής και εξακριβώνει κατά πόσον οι διατυπώσεις έχουν τηρηθεί κανονικά καθώς και αν τα αιτήματα του προσφεύγοντος φαίνονται βάσιμα. Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη διεξαγωγή αποδείξεων.»
6 Συνεπώς, το Δικαστήριο, προκειμένου να εκδώσει ερήμην απόφαση κατά του Λουξεμβούργου, πρέπει να βεβαιωθεί ως προς τα εξής:
α) ότι το εισαγωγικό δικόγραφο είναι παραδεκτό,
β) ότι έχουν τηρηθεί κανονικά οι διατυπώσεις,
γ) ότι η προσφυγή φαίνεται βάσιμη.
Θα εξετάσω τις προϋποθέσεις αυτές κατά σειρά.
Παραδεκτό
7 Από τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο δεν προκύπτει καμία ένδειξη ότι η Επιτροπή δεν τήρησε με τις προϋποθέσεις του άρθρου 169 κατά την άσκηση της προσφυγής της. Πριν κινήσει την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, η Επιτροπή κοινοποίησε προσηκόντως στο Λουξεμβούργο έγγραφο οχλήσεως και αιτιολογημένη γνώμη. Τα αιτήματα της προσφυγής της ενώπιον του Δικαστηρίου επαναλαμβάνουν τα συμπεράσματα που εκτίθενται στην αιτιολογημένη γνώμη. Επομένως, το μόνο ζήτημα που μπορεί να ανακύψει είναι το εάν η τροποποίηση των αιτημάτων της, στην οποία προέβη η Επιτροπή με έγγραφο της 8ης Δεκεμβρίου 1994, καθιστά την προσφυγή της απαράδεκτη.
8 Κατά την άποψή μου, η προσφυγή δεν καθίσταται απαράδεκτη εξ αυτού. Ενώ η Επιτροπή δεν μπορεί να διευρύνει το περιεχόμενο των αιτημάτων της, μπορεί να τα περιορίσει (2). Η Επιτροπή μπορεί επίσης να διασαφηνίσει λεπτομερέστερα τα αιτήματά της κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, προκειμένου να ληφθούν υπόψη στοιχεία που προσκόμισε ο καθού (3). Επιπλέον, βάσει του άρθρου 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο προσφεύγων μπορεί να προβάλει νέους ισχυρισμούς, προκειμένου να ληφθούν υπόψη νομικά ή πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία.
9 Εν προκειμένω, είναι σαφές ότι η Επιτροπή απλώς περιορίζει τα αιτήματά της. Με την αιτιολογημένη γνώμη της και με την προσφυγή της ενώπιον του Δικαστηρίου, η Επιτροπή προέβαλε τον γενικό ισχυρισμό ότι το Λουξεμβούργο δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωση με την οδηγία ή δεν γνωστοποίησε τα μέτρα αυτά στην Επιτροπή. Αφού ο εκπρόσωπος του Λουξεμβούργου της κοινοποίησε τον νόμο του Λουξεμβούργου, η Επιτροπή κατέληξε ότι ο νόμος εφαρμόζει εν μέρει την οδηγία και περιόρισε την προσφυγή της στις διατάξεις που θεωρεί ότι παραμένουν ανεφάρμοστες.
10 Επιπλέον, ο περιορισμός αυτός δεν συνεπάγεται κανένα κώλυμα στην άσκηση των δικαιωμάτων υπερασπίσεως του Λουξεμβούργου. Δεδομένου ότι τα λοιπά αιτήματα της Επιτροπής περιλαμβάνονταν στα αιτήματα που υποβλήθηκαν με την αιτιολογημένη γνώμη και με την προσφυγή, το Λουξεμβούργο είχε κάθε ευκαιρία να τα αντικρούσει κατά τη διάρκεια της διοικητικής φάσεως που προηγήθηκε της ασκήσεως της προσφυγής όπως και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία. Η Επιτροπή δεν μπόρεσε να περιορίσει την προσφυγή της προς το Δικαστήριο, αποκλειστικώς και μόνον λόγω του ότι το Λουξεμβούργο δεν υπέβαλε τον νόμο κατά τη διάρκεια της φάσεως που προηγήθηκε της ασκήσεως της προσφυγής. Θα μπορούσε ακόμη και να είχε αποφευχθεί η ένδικη διαδικασία, εάν το Λουξεμβούργο είχε αποδείξει ότι οι εναπομένουσες διατάξεις της οδηγίας θα εφαρμόζονταν συντόμως. Eάν το Λουξεμβούργο, παρά το ότι δεν απάντησε κατά τη διάρκεια της φάσεως πριν από την άσκηση της προσφυγής, είχε υποβάλει υπόμνημα αντικρούσεως στο οποίο θα είχε επισυναφθεί ο νόμος, θα μπορούσε να είχε υπάρξει ολοκληρωμένη ανταλλαγή ισχυρισμών ενώπιον του Δικαστηρίου επί των λοιπών αιτιάσεων της Επιτροπής, κατά το εναπομένον μέρος της έγγραφης διαδικασίας και κατά την προφορική διαδικασία. Η δυσάρεστη θέση στην οποία βρίσκεται τώρα το Δικαστήριο δεν αποτελεί συνέπεια του ότι η Επιτροπή δεν σεβάστηκε τα δικαιώματα υπερασπίσεως του Λουξεμβούργου, αλλά του ότι η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου δεν συνεργάστηκε με την Επιτροπή και το Δικαστήριο.
11 Εν πάση περιπτώσει, η ανάγκη να διεξαχθεί η δίκη κατά τη διαδικασία εκδόσεως ερήμην αποφάσεως, βάσει του άρθρου 94 του Κανονισμού Διαδικασίας, λόγω της παραλείψεως του Λουξεμβούργου να υποβάλει υπόμνημα αντικρούσεως, δεν έχει επίπτωση στο παραδεκτό της προσφυγής της Επιτροπής. Θα ήταν παράδοξο αν το κράτος μέλος που παρέλειψε να υποβάλει υπόμνημα αντικρούσεως ετίθετο σε καλύτερη θέση από το κράτος μέλος που υπέβαλε το υπόμνημα αυτό.
12 Επιπλέον, το να θεωρείται στις περιπτώσεις αυτές ότι η τροποποίηση ενός αιτήματος καθιστά την προσφυγή απαράδεκτη συνεπάγεται σοβαρά μειονεκτήματα. Τούτο θα ωθούσε τα κράτη μέλη στο να θεσπίζουν νομοθετήματα μόνο σε πολύ μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, ελπίζοντας ότι η συνεπεία αυτού τροποποίηση του αιτήματος της Επιτροπής θα καθιστά την προσφυγή απαράδεκτη. Η δε Επιτροπή μπορεί να αποθαρρύνεται να γνωστοποιεί στο Δικαστήριο τα πραγματικά περιστατικά σε περιπτώσεις όπως η παρούσα. Συνεπώς, η άποψη αυτή αντίκειται στις αρχές της οικονομίας της δίκης και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης.
Κανονική τήρηση των διατυπώσεων
13 Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι διατυπώσεις, όπως η προσήκουσα κλήτευση του καθού, δεν τηρήθηκαν κανονικά. Συνεπώς, μπορώ τώρα να εξετάσω την ουσία.
Ουσία
14 Πριν εκδοθεί ερήμην απόφαση αρκεί, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω (σημείο 6), να «φαίνονται βάσιμα» τα αιτήματα του προσφεύγοντος. Συνεπώς, μπορώ να εξετάσω την ουσία με σχετική συντομία.
Η κοινοτική οδηγία
15 Το άρθρο 1 της οδηγίας εκθέτει τον σκοπό της, ως εξής:
«Στόχος της οδηγίας είναι να εξασφαλίσει ότι, όταν χρησιμοποιούνται ζώα για πειράματα και άλλους επιστημονικούς σκοπούς, οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών για την προστασία τους θα είναι εναρμονισμένες ώστε να μην θίγεται η δημιουργία και η λειτουργία της κοινής αγοράς, ιδίως μέσω στρεβλώσεων του ανταγωνισμού ή εμπορικών φραγμών.»
16 Βάσει του άρθρου 3, η οδηγία έχει εφαρμογή στη χρησιμοποίηση ζώων σε πειράματα που διεξάγονται για την τελειοποίηση και παρασκευή ορισμένων φαρμάκων και άλλων φαρμακευτικών προϋόντων ή για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος προς όφελος της υγείας ή της ευζωίας ανθρώπων και ζώων. Το άρθρο 4 ρυθμίζει τη χρησιμοποίηση ζώων που ανήκουν σε είδη που απειλούνται με εξαφάνιση. Το άρθρο 5 σε συνδυασμό με το παράρτημα ΙΙ θεσπίζει διατάξεις που αφορούν τη γενική φροντίδα, περιποίηση και διαβίωση των ζώων που χρησιμοποιούνται σε πειράματα. Το άρθρο 6 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να ορίζουν την αρχή ή τις αρχές που είναι υπεύθυνες για την επίβλεψη της συμμορφώσεως με την οδηγία. Τα άρθρα 7 και 8 ρυθμίζουν τη διεξαγωγή των πειραμάτων. Τα άρθρα 9 έως 11 θεσπίζουν διατάξεις που αφορούν τη μεταχείριση των ζώων μετά την ολοκλήρωση των πειραμάτων. Το άρθρο 12 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να θεσπίζουν γενικές διαδικασίες για τη γνωστοποίηση των πειραμάτων προς τις αρμόδιες αρχές και ειδικές διαδικασίες για τα πειράματα που συνεπάγονται δυνατούς και παρατεταμένους πόνους. Το άρθρο 13 προβλέπει τη συλλογή και κοινοποίηση στατιστικών στοιχείων από τις αρμόδιες αρχές. Το άρθρο 14 αφορά την εκπαίδευση και άσκηση των προσώπων που συμμετέχουν σε πειράματα.
17 Τα άρθρα 15 έως 18 θεσπίζουν διατάξεις που αφορούν την έγκριση και την καταχώριση σε βιβλία των εγκαταστάσεων εκτροφής και προμηθείας, τα αρχεία που πρέπει να τηρούνται από τις εγκαταστάσεις αυτές και τη θέση αναγνωριστικών σημαδιών στα ζώα που φυλάσσονται στις εγκαταστάσεις αυτές. Τα άρθρα 19 έως 21 θεσπίζουν διατάξεις που αφορούν την έγκριση και την καταχώριση σε βιβλία των εγκαταστάσεων πειραματισμού, τον σχεδιασμό τους, τη διοίκηση και το προσωπικό τους, τα αρχεία που πρέπει να τηρούνται και την προέλευση των ζώων που χρησιμοποιούνται σε πειράματα.
18 Το άρθρο 22 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να αναγνωρίζουν, στο μέτρο του δυνατού, τα αποτελέσματα πειραμάτων που διεξάγονται σε άλλα κράτη μέλη, προκειμένου να αποφεύγεται η άσκοπη επανάληψη πειραμάτων και να παρέχουν προς τούτο στην Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με τη νομοθεσία και τη διοικητική πρακτική τους και τεκμηριωμένες πληροφορίες σχετικά με όλα τα διεξαγόμενα πειράματα· η Επιτροπή οφείλει να συστήσει μόνιμη συμβουλευτική επιτροπή η οποία θα την επικουρεί στην ανταλλαγή πληροφοριών. Το άρθρο 23 επιβάλλει στην Επιτροπή και τα κράτη μέλη την υποχρέωση να ενθαρρύνουν την έρευνα για εναλλακτικές τεχνικές στις οποίες θα χρησιμοποιούνται λιγότερα ζώα ή οι οποίες θα είναι λιγότερο επώδυνες. Βάσει του άρθρου 24, η οδηγία δεν περιορίζει το δικαίωμα των κρατών μελών να εφαρμόζουν αυστηρότερα μέτρα.
19 Το άρθρο 25, παράγραφος 1, επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να θέσουν σε εφαρμογή την οδηγία μέχρι τις 24 Νοεμβρίου 1989 και να πληροφορήσουν την Επιτροπή σχετικά. Το άρθρο 25, παράγραφος 2, επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να ανακοινώνουν στην Επιτροπή τις διατάξεις εσωτερικού δικαίου που θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την οδηγία. Επιπλέον, το άρθρο 26 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να υποβάλλουν τακτικά εκθέσεις προς την Επιτροπή σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνουν στον τομέα αυτόν και να της διαβιβάζουν ανακεφαλαιωτική έκθεση των συλλεγέντων σύμφωνα με το άρθρο 13 στοιχείων. Η Επιτροπή πρέπει να συντάσσει έκθεση προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο.
Ο νόμος του Λουξεμβούργου
20 Ο νόμος της 15ης Μαρτίου 1983, περί της προστασίας της ζωής και της ευζωίας των ζώων, τον οποίο κοινοποίησε στην Επιτροπή ο εκπρόσωπος του Λουξεμβούργου, δεν ρυθμίζει μόνο τη χρησιμοποίηση των ζώων σε πειράματα αλλά, όπως υποδηλώνει ο τίτλος του, αφορά την ευζωία των ζώων γενικώς. Το άρθρο 1 του νόμου θεσπίζει γενική απαγόρευση της θανατώσεως, τραυματισμού ή προκλήσεως πόνου στα ζώα.
21 Τα άρθρα 2 έως 4 αφορούν την κατοχή ζώων. Το άρθρο 2 επιβάλλει σε κάθε πρόσωπο που κατέχει ζώο την υποχρέωση να διασφαλίζει την προσήκουσα διατροφή, φροντίδα και διαβίωσή του και την ικανοποίηση των αναγκών του όσον αφορά την άσκηση και την κίνηση. Είναι δυνατόν να θεσπισθούν ελάχιστες προϋποθέσεις με κανονιστικές αποφάσεις του Μεγάλου Δούκα. Το άρθρο 3 αφορά την εντατική εκτροφή ζώων. Το άρθρο 4 ορίζει ότι τα μη κατοικίδια ζώα πρέπει να φυλάσσονται μόνο σε εγκαταστάσεις σχεδιασμένες για διδασκαλία ή επιστημονικούς σκοπούς και για τη διατήρηση των ειδών που απειλούνται με εξαφάνιση. Επιτρέπεται στον αρμόδιο υπουργό να εισάγει παρεκκλίσεις από το άρθρο 4 όσον αφορά ορισμένα είδη, ενώ μπορεί αυτός να απαγορεύσει την κατοχή ορισμένων ειδών. Με κανονιστικές αποφάσεις του Μεγάλου Δούκα, μπορούν να θεσπίζονται γενικές ή ειδικές προϋποθέσεις ως προς την κατοχή ζώων καθώς και οι προϋποθέσεις για την χορήγηση αδείας, για τη λειτουργία, την καθαριότητα, την ασφάλεια και την επίβλεψη των εγκαταστάσεων. Τα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για τις εγκαταστάσεις πρέπει να διαθέτουν πιστοποιητικό που να βεβαιώνει την ικανότητά τους να φροντίζουν ζώα. Οι προϋποθέσεις εκδόσεως του πιστοποιητικού θα θεσπιστούν με κανονιστική απόφαση του Μεγάλου Δούκα. Οι εκμεταλλευόμενοι τέτοιες εγκαταστάσεις υποχρεούνται να λάβουν άδεια εντός έξι μηνών από της θέσεως του νόμου σε ισχύ.
22 Το άρθρο 5 του νόμου επιβάλλει σε κάθε πρόσωπο που εμπορεύεται ζώα, τα εκτρέφει για εμπορικούς σκοπούς, τα εκμισθώνει, τα χρησιμοποιεί ως μέσο μεταφοράς ή τα επιδεικνύει για εμπορικούς σκοπούς την υποχρέωση να ζητεί άδεια από τον υπουργό, ο οποίος μπορεί να θέτει προϋποθέσεις για τη διασφάλιση της ευζωίας τους. Το άρθρο 6 απονέμει στον υπουργό την εξουσία να περιορίζει την εισαγωγή, εξαγωγή και διαμετακόμιση ζώων για λόγους που αφορούν την προστασία των ζώων και τη διατήρηση του είδους.
23 Το άρθρο 7 αφορά τη μεταφορά ζώων, το δε άρθρο 8 τη σφαγή τους. Υπό την επιφύλαξη ορισμένων εξαιρέσεων, το άρθρο 9 απαιτεί να διεξάγονται οι επώδυνες επεμβάσεις σε ζώα με αναισθησία και από κτηνίατρο. Το άρθρο 10 επιτρέπει τους ακρωτηριασμούς ζώων μόνον κατόπιν εντολής κτηνιάτρου ή για επιτακτικούς ζωοτεχνικούς λόγους που θα καθορισθούν με κανονιστική απόφαση του Μεγάλου Δούκα.
24 Τα άρθρα 11 έως 19, που αφορούν τα πειράματα σε ζωντανά ζώα, είναι αυτά που σχετίζονται αμεσότερα με την παρούσα υπόθεση. Τα άρθρα αυτά ορίζουν τα εξής:
«Άρθρο 11
Μπορούν να διεξάγονται πειράματα σε ζώα μόνο για τους ακόλουθους σκοπούς:
1) α) για την πρόληψη ασθενειών, ανεπαρκειών ή κάθε άλλης ανωμαλίας ή των αποτελεσμάτων τους στους ανθρώπους, στα ζώα ή στα φυτά, περιλαμβανομένου του ελέγχου φαρμάκων, ουσιών ή προϋόντων·
β) για τη διάγνωση ή τη θεραπεία ασθενειών, ανεπαρκειών ή κάθε άλλης ανωμαλίας ή των αποτελεσμάτων τους στους ανθρώπους, στα ζώα ή στα φυτά·
2) για τη διάγνωση και για την αξιολόγηση της φυσιολογικής καταστάσεως·
3) για την παράταση της ζωής των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών·
4) για την προστασία του περιβάλλοντος·
5) για την παραγωγή και τον έλεγχο των τροφίμων·
6) για την εκτροφή των ζώων·
7) για τη μελέτη της συμπεριφοράς των ζώων·
8) για διδασκαλία και εξάσκηση.
Άρθρο 12
Κάθε πρόσωπο που σκοπεύει να διεξαγάγει πειράματα σε ζώντα ζώα για έναν από τους λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 11 πρέπει να ζητήσει την άδεια του υπουργού για κάθε πείραμα.
Η αίτηση πρέπει να δηλώνει τον σκοπό του πειράματος, τη μέθοδο κατά την οποία θα διεξαχθεί, οποιαδήποτε αναισθητικά πρέπει να χρησιμοποιηθούν και το είδος και τον αριθμό των ζώων που θα χρησιμοποιηθούν.
Ο υπουργός επιτρέπει τα πειράματα μόνο εφόσον ο Υπουργός Υγείας έχει χορηγήσει προηγουμένως άδεια για το πρόγραμμα πειραμάτων.
Η άδεια αυτή μπορεί να είναι χρονικώς περιορισμένη. Μπορεί να ανακληθεί οποιαδήποτε στιγμή.
Ο υπεύθυνος για τη διεξαγωγή των πειραμάτων πρέπει να διαθέτει πανεπιστημιακό τίτλο ιατρικής, κτηνιατρικής ή βιολογίας καθώς και την απαραίτητη πρακτική πείρα.
Άρθρο 13
Τα πειράματα σε ζώα μπορούν να διεξάγονται μόνο σε εγκεκριμένα ιδρύματα ή εργαστήρια που διαθέτουν εκπαιδευμένο προσωπικό και τις κατάλληλες εγκαταστάσεις που καθιστούν δυνατή τη φύλαξη των εν λόγω ζώων, ούτως ώστε να προστατεύονται αυτά κατά το δυνατόν από το να υφίστανται πόνο, ταλαιπωρία ή τραυματισμό.
Τα πειράματα που αφορούν τη μελέτη συμπεριφοράς μπορούν να διεξάγονται εκτός των εγκαταστάσεων αυτών.
Άρθρο 14
Εκπαιδευτικά πειράματα μπορούν να διεξάγονται μόνο στην ανώτερη εκπαίδευση.
Άρθρο 15
Δεν επιτρέπεται η χρησιμοποίηση κανενός ζώου σε πείραμα εάν υπάρχει άλλο ζώο μικρότερης ευαισθησίας ή ψυχολογικής αναπτύξεως ή εάν υπάρχει άλλη εύλογη εναλλακτική λύση που καλύπτει τις ανάγκες του πειράματος.
Άρθρο 16
Κάθε πείραμα σε ζώο το οποίο μπορεί να προκαλέσει πόνο ή αγωνία πρέπει να διεξάγεται με τοπική ή γενική αναισθησία ή με παρόμοιες μεθόδους εκτός εάν η αναισθησία και οι μέθοδοι αυτές:
α) είναι πιο τραυματικές για το ζώο απ' ό,τι αυτό καθαυτό το πείραμα·
β) δεν συμβιβάζονται με τον σκοπό του πειράματος και έχει χορηγηθεί σχετική άδεια από τον υπουργό.
Άρθρο 17
Εφόσον ένα ζώο έχει υποστεί ισχυρό πόνο, ταλαιπωρία ή τραυματισμό, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για περαιτέρω πειράματα.
Εάν ένα ζώο μπορεί να επιζήσει μόνο σε κατάσταση πόνου ή ταλαιπωρίας πρέπει να θανατώνεται αμέσως, ακόμη και αν δεν έχει επιτευχθεί ο σκοπός του πειράματος.
Άρθρο 18
Για κάθε πείραμα σε ζώο για το οποίο χορηγείται άδεια, πρέπει να τηρείται αρχείο στο οποίο να καταγράφεται ο σκοπός του πειράματος, η μέθοδος με την οποία διεξάγεται, οποιαδήποτε αναισθητικά χρησιμοποιούνται καθώς και το είδος και ο αριθμός των ζώων που χρησιμοποιούνται.
Τα αρχεία θα διατηρούνται επί τρία έτη και θα είναι διαθέσιμα για επιθεώρηση από τα εποπτικά όργανα.
Άρθρο 19
Ο υπουργός θα αναθέσει σε κτηνίατρο την ευθύνη για τον έλεγχο και την εποπτεία της εφαρμογής των άρθρων του κεφαλαίου VII.»
25 Το άρθρο 20 απαγορεύει ορισμένες μεθόδους που συνεπάγονται βία ή κίνδυνο για άλλα ζώα. Το άρθρο 21 επιβάλλει ποινικές κυρώσεις για την παράβαση του νόμου ή των κανονιστικών αποφάσεων εφαρμογής του. Τα άρθρα 22 έως 25 αφορούν τις εξουσίες και τις ευθύνες των αρχών που είναι υπεύθυνες για την εφαρμογή του νόμου.
Οι ισχυρισμοί της Επιτροπής
26 Με το έγγραφο της 8ης Δεκεμβρίου 1994 η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι δεν είχαν ακόμη μεταφερθεί στο δίκαιο του Λουξεμβούργου οι ακόλουθες διατάξεις της οδηγίας:
1) τα άρθρα 7, παράγραφοι 3 και 4,
2) το άρθρο 8, παράγραφος 4 (δεδομένου ότι το άρθρο 17 του νόμου εφαρμόζει μόνο τα άρθρα 9, παράγραφος 1, και 10 της οδηγίας),
3) το άρθρο 9, παράγραφοι 2 και 3, καθώς και το άρθρο 11 (τα οποία δεν εφαρμόζονται με το άρθρο 17 του νόμου),
4) τα άρθρα 15 έως 18,
5) το άρθρο 19, παράγραφος 4,
6) το άρθρο 22.
Επιπλέον, η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν είχε λάβει γνώση των μέτρων που είχαν ληφθεί βάσει του άρθρου 4 της οδηγίας και ότι δεν της είχαν κοινοποιηθεί οι κανονιστικές αποφάσεις του Μεγάλου Δούκα των οποίων γίνεται μνεία στα άρθρα 9, παράγραφος 3 (για την ακρίβεια τέταρτο εδάφιο, σημείο 3), και 10 του νόμου.
27 Όπως έχει ήδη σημειωθεί, το άρθρο 94, παράγραφος 2, του Κανονισμού του Δικαστηρίου επιτάσσει στο Δικαστήριο να ελέγχει «αν τα αιτήματα του προσφεύγοντος φαίνονται βάσιμα». Ως εκ τούτου, θα εξετάσω διαδοχικά καθένα από τα σημεία αυτά.
Το άρθρο 7, παράγραφοι 3 και 4
28 Το άρθρο 7, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«3. Όταν επιβάλλεται η διεξαγωγή πειράματος, η επιλογή των ειδών πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή και, ενδεχομένως, να αιτιολογείται δεόντως στην αρχή. Κατά την επιλογή μεταξύ πειραμάτων, προτιμώνται εκείνα που απαιτούν τον μικρότερο δυνατό αριθμό ζώων, χρησιμοποιούν ζώα με τον κατώτατο βαθμό νευροφυσιολογικής ευαισθησίας, προκαλούν τον λιγότερο πόνο, ταλαιπωρία, αγωνία ή μόνιμη βλάβη και που αναμένεται να δώσουν τα ικανοποιητικότερα αποτελέσματα.
Τα πειράματα με ζώα που ήταν προηγουμένως ελεύθερα στη φύση εκτελούνται μόνον εφόσον πειράματα με άλλα ζώα δεν επαρκούν για τους σκοπούς του πειράματος.
4. Όλα τα πειράματα σχεδιάζονται κατά τρόπο ώστε τα πειραματόζωα να μην υποφέρουν ούτε να πονούν και να ταλαιπωρούνται άσκοπα. Τα πειράματα υπόκεινται στις διατάξεις του άρθρου 8. Τα μέτρα που καθορίζονται στο άρθρο 9 λαμβάνονται σε όλες τις περιπτώσεις.»
29 Επισημαίνεται ότι το άρθρο 15 του νόμου απαγορεύει τη χρησιμοποίηση ενός ζώου εάν υπάρχει άλλο ζώο μικρότερης ευαισθησίας και ψυχολογικής αναπτύξεως ή αν υφίσταται κατάλληλη εναλλακτική λύση. Νομίζω ότι η διάταξη αυτή επιτυγχάνει, εν μέρει τουλάχιστον, το αποτέλεσμα στο οποίο σκοπεί το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 7. Αντιθέτως, δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια διάταξη του νόμου η οποία να αντιστοιχεί στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 7.
30 Το άρθρο 7, παράγραφος 4, δεν έχει τεθεί σε εφαρμογή με καμία συγκεκριμένη διάταξη. Εν τούτοις, στο μέτρο που συνεπάγεται αυτοτελή υποχρέωση σε σχέση με τις υποχρεώσεις που θεσπίζουν τα άρθρα 8 και 9, όσον αφορά τη χρήση αναισθητικών και τη μεταχείριση των ζώων μετά την ολοκλήρωση των πειραμάτων, το εν λόγω άρθρο αποτελεί διάταξη γενικής φύσεως. Νομίζω ότι τα άρθρα 13, 15, 16, 17 και 18 του νόμου, συνδυαζόμενα μεταξύ τους, σκοπούν στο να διασφαλίζεται ότι τα ζώα που χρησιμοποιούνται σε πειράματα δεν υφίστανται ταλαιπωρία και περιττό πόνο.
Το άρθρο 8, παράγραφος 4
31 Όσον αφορά τη χρήση αναισθητικών, ο ισχυρισμός της Επιτροπής περιορίζεται στο ότι δεν έχει τεθεί σε εφαρμογή το άρθρο 8, παράγραφος 4. Η διάταξη αυτή ορίζει τα εξής:
«Στην περίπτωση κατά την οποία ένα ζώο που έχει υποστεί αναισθησία υποφέρει δυνατό πόνο επειδή έπαυσε η επίδραση του αναισθητικού, πρέπει να του χορηγούνται εγκαίρως αναλγητικά ή, εάν αυτό δεν είναι δυνατόν, να θανατώνεται αμέσως με μη βάναυσο τρόπο, υπό τον όρο ότι τα μέτρα αυτά συμβιβάζονται με τον στόχο του πειράματος.»
32 Το άρθρο 17 του νόμου θέτει εν μέρει σε εφαρμογή τη διάταξη αυτή, ορίζοντας ότι τα ζώα πρέπει να θανατώνονται αμέσως, εφόσον η διατήρηση στη ζωή συνεπάγεται πόνο και ταλαιπωρία. Εν τούτοις, σε αντίθεση με το άρθρο 8, παράγραφος 4, το άρθρο 17 δεν προβλέπει, τουλάχιστον όχι ρητώς, τη χορήγηση αναλγητικών στα ζώα μόλις παύσει η επίδραση του αναισθητικού.
Το άρθρο 9, παράγραφοι 2 και 3, και το άρθρο 11
33 Το άρθρο 9, παράγραφοι 2 και 3, ορίζει τα εξής:
«2. Οι αποφάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 [δηλαδή οι αποφάσεις που αφορούν τη μεταχείριση των ζώων μετά τη λήξη των πειραμάτων] πρέπει να λαμβάνονται από αρμόδιο πρόσωπο, κατά προτίμηση κτηνίατρο.
3. Στην περίπτωση κατά την οποία, με τη λήξη ενός πειράματος:
α) ένα ζώο πρέπει να διατηρηθεί στη ζωή, λαμβάνεται η απαιτούμενη για την κατάσταση της υγείας του μέριμνα, τίθεται υπό την παρακολούθηση κτηνιάτρου ή άλλου αρμόδιου προσώπου και φυλάσσεται υπό συνθήκες που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του άρθρου 5. Ωστόσο, είναι δυνατό να υπάρξει παρέκκλιση από τους όρους που καθορίζονται στο παρόν σημείο όταν, σύμφωνα με τη γνώμη κτηνιάτρου, η παρέκκλιση αυτή δεν επιφέρει καμία ταλαιπωρία για το ζώο·
β) ένα ζώο δεν πρέπει να διατηρηθεί στη ζωή ή δεν μπορεί να επωφεληθεί από τις διατάξεις του άρθρου 5 όσον αφορά τις συνθήκες διαβίωσής του, θανατώνεται το συντομότερο δυνατό με μη βάναυση μέθοδο.»
Το άρθρο 9, παράγραφος 2, συμπληρώνει το άρθρο 7, παράγραφος 1, το οποίο αφορά την επίβλεψη αυτών καθαυτών των πειραμάτων. Η διάταξη αυτή ορίζει τα εξής:
«Τα πειράματα διεξάγονται μόνον από αρμόδια πρόσωπα που έχουν σχετική άδεια ή υπό την άμεση ευθύνη των προσώπων αυτών ή, εάν το σχέδιο πειραματικής δραστηριότητας ή άλλο επιστημονικό σχέδιο επιτρέπεται, σύμφωνα με τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας.»
34 Ο νόμος του Λουξεμβούργου δεν περιλαμβάνει ρητή πρόβλεψη όσον αφορά το αρμόδιο πρόσωπο για τη λήψη αποφάσεων που αφορούν τη μεταχείριση των ζώων μετά την ολοκλήρωση των πειραμάτων. Ενδέχεται να έχει εφαρμογή το άρθρο 12 του νόμου, το οποίο θέτει σε εφαρμογή το άρθρο 7, παράγραφος 1, επιτάσσοντας τη διεξαγωγή των πειραμάτων από ιατρό, κτηνίατρο ή βιολόγο που διαθέτει την απαιτούμενη πείρα. Εν τούτοις, δεν είναι σαφές ότι τούτο ισχύει.
35 Το άρθρο 11 της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Παρά τις λοιπές διατάξεις της παρούσας οδηγίας, εφόσον οι θεμιτοί σκοποί του πειράματος το απαιτούν, η αρχή μπορεί να επιτρέψει την ελευθέρωση του συγκεκριμένου ζώου, εάν έχει βεβαιωθεί ότι έγινε ό,τι ήταν δυνατό για την καλή διαβίωσή του και εφόσον το επιτρέπει η κατάσταση της υγείας του και δεν υπάρχει κίνδυνος για τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον.»
36 Δεν υπάρχει αντίστοιχη διάταξη στον νόμο του Λουξεμβούργου. Εν τούτοις, δεν είναι σαφές εάν το άρθρο 11 απαιτεί κατ' ανάγκην εφαρμογή, καθόσον παρέχει απλώς στην αρμόδια αρχή τη δυνατότητα να επιτρέψει την ελευθέρωση ενός ζώου υπό ορισμένες προϋποθέσεις.
Τα άρθρα 15 έως 18
37 Στον νόμο του Λουξεμβούργου δεν υπάρχουν διατάξεις αντίστοιχες προς τις διατάξεις αυτές, οι οποίες αφορούν τις εγκαταστάσεις εκτροφής και προμηθείας.
Το άρθρο 19, παράγραφος 4
38 Το άρθρο 19, παράγραφος 4, ορίζει τα εξής:
«Στις εγκαταστάσεις πειραματισμού χρησιμοποιούνται κατ' αποκλειστικότητα ζώα που προέρχονται από εγκαταστάσεις εκτροφής ή προμηθείας, εκτός εάν έχει χορηγηθεί γενική ή ειδική απαλλαγή σύμφωνα με τους όρους που καθορίζει η αρχή. Στο μέτρο του δυνατού πρέπει να χρησιμοποιούνται εκτρεφόμενα ζώα. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται αδέσποτα κατοικίδια ζώα για πειράματα. Σε περίπτωση χορήγησης γενικής απαλλαγής βάσει της παρούσας παραγράφου, η απαλλαγή αυτή δεν επεκτείνεται σε αδέσποτους σκύλους και γάτες.»
39 Το άρθρο 19, παράγραφος 4, δεν έχει τεθεί σε εφαρμογή με τον νόμο του Λουξεμβούργου.
Το άρθρο 22
40 Το άρθρο 22 ορίζει τα εξής:
«1. Για να αποφευχθούν άσκοπες επαναλήψεις πειραμάτων που γίνονται προκειμένου να ικανοποιηθούν οι εθνικές ή κοινοτικές νομοθετικές διατάξεις περί υγείας και ασφάλειας, τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν, στο μέτρο του δυνατού, τα αποτελέσματα πειραμάτων που διεξάγονται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, εκτός αν απαιτούνται περαιτέρω δοκιμές για την προστασία της δημόσιας υγείας και ασφάλειας.
2. Προς τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή, όπου αυτό είναι εφικτό και με την επιφύλαξη των όρων που καθορίζονται στις ισχύουσες κοινοτικές οδηγίες, πληροφορίες σχετικά με τη νομοθεσία και τη διοικητική πρακτική τους όσον αφορά τη διεξαγωγή πειραμάτων σε ζώα, συμπεριλαμβανομένων των όρων που πρέπει να πληρούνται πριν από τη διάθεση των προϋόντων στο εμπόριο, καθώς και τεκμηριωμένες πληροφορίες σχετικά με όλα τα πειράματα που διεξάγονται στο έδαφός τους και για τις άδειες ή οποιαδήποτε άλλα διοικητικά στοιχεία αφορούν τα πειράματα αυτά.
3. Η Επιτροπή συνιστά μόνιμη συμβουλευτική επιτροπή στην οποία εκπροσωπούνται τα κράτη μέλη και η οποία επικουρεί την Επιτροπή στην οργάνωση της ανταλλαγής κατάλληλων πληροφοριών, σεβόμενη συγχρόνως το απόρρητο των πληροφοριών αυτών. Παράλληλα επικουρεί την Επιτροπή στα λοιπά ζητήματα που δημιουργεί η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.»
41 Ο νόμος δεν περιλαμβάνει διατάξεις που να θέτουν σε εφαρμογή το άρθρο 22, παράγραφος 1. Δεν είναι σαφές εάν το άρθρο 22, παράγραφος 2, το οποίο επιβάλλει την υποχρέωση παροχής πληροφοριών προς την Επιτροπή, πρέπει να τεθεί σε εφαρμογή με νομοθετικές διατάξεις. Το άρθρο 22, παράγραφος 3, επιβάλλει υποχρεώσεις κυρίως στην Επιτροπή και όχι στα κράτη μέλη.
Το άρθρο 4
42 Ο νόμος δεν περιλαμβάνει διατάξεις που να θέτουν σε εφαρμογή το άρθρο 4, το οποίο απαγορεύει τα πειράματα στα οποία χρησιμοποιούνται ζώα ειδών που απειλούνται με εξαφάνιση, εκτός αν πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις.
Αβεβαιότητα ως προς την ύπαρξη κανονιστικών αποφάσεων του Μεγάλου Δούκα, εκδοθεισών βάσει του άρθρου 9, τέταρτο εδάφιο, σημείο 3, και του άρθρου 10 του νόμου
43 Το άρθρο 9 του νόμου αφορά τις χειρουργικές επεμβάσεις σε ζώα. Το πρώτο εδάφιο του άρθρου αυτού επιτάσσει τη διεξαγωγή των επώδυνων επεμβάσεων με τη χρήση αναισθητικού. Το τέταρτο εδάφιο ορίζει ότι η χορήγηση αναισθητικών δεν απαιτείται, μεταξύ άλλων, «σε περίπτωση μικροεπεμβάσεων που θα προσδιοριστούν με κανονιστική απόφαση του Μεγάλου Δούκα» (σημείο 3).
44 Δεν είναι σαφές γιατί η Επιτροπή φρονεί ότι οι κανονιστικές αποφάσεις που εκδίδονται βάσει της διατάξεως αυτής εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Το άρθρο 9 αφορά τις χειρουργικές επεμβάσεις και όχι τα πειράματα στα ζώα. Όπως έχει ήδη σημειωθεί, η χρήση αναισθητικών όσον αφορά τα πειράματα αντιμετωπίζεται αυτοτελώς με το άρθρο 16 του νόμου.
45 Παρόμοιες σκέψεις ισχύουν όσον αφορά το άρθρο 10 του νόμου, το οποίο ορίζει τα εξής:
«Ακρωτηριασμοί ή μερικοί ακρωτηριασμοί ζώων μπορούν να πραγματοποιούνται μόνο κατόπιν εντολής κτηνιάτρου ή για επιτακτικούς ζωοτεχνικούς λόγους, οι οποίοι θα καθορισθούν με κανονιστική απόφαση του Μεγάλου Δούκα.»
46 Ως εκ τούτου, εν κατακλείδι, είναι προφανές ότι, μολονότι ορισμένοι ισχυρισμοί της Επιτροπής είναι αβάσιμοι, μερικές διατάξεις της οδηγίας παραμένουν πλήρως ή εν μέρει ανεφάρμοστες. Το συμπέρασμα αυτό αρκεί για να αποφανθεί το Δικαστήριο ότι το Λουξεμβούργο παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία.
Πρόταση
47 Ως εκ τούτου, φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει:
1) να αποφανθεί ότι το Λουξεμβούργο, μη λαμβάνοντας εμπροθέσμως τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 86/609/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 1986, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των ζώων που χρησιμοποιούνται για πειραματικούς και άλλους επιστημονικούς σκοπούς, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη·
2) να καταδικάσει το Λουξεμβούργο στα δικαστικά έξοδα.
(1) - ΕΕ 1986, L 358, σ. 1.
(2) - Βλ. την πλέον πρόσφατη απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 1995, C-257/94, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1995, σ. Ι-3041), και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα La Pergola στην υπόθεση C-17/95, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σημείο 2, υποσημείωση 4, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1995 (που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή).
(3) - Απόφαση της 22ας Ιουνίου 1993, C-243/89, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1993, σ. Ι-3353, σκέψη 20).
Full & Egal Universal Law Academy