Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Το Συμβούλιο θέσπισε στις 13 Φεβρουαρίου 1993 τον κανονισμό (ΕΟΚ) 404/93 για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της μπανάνας (1). Ο κανονισμός, ο οποίος άρχισε να ισχύει την 1η Ιουλίου 1993, δημιουργεί τη βάση για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών και για την κοινή ρύθμιση των εισαγωγών σε σχέση με τρίτες χώρες. Με τον κανονισμό ορίστηκε μία δασμολογική ποσόστωση και θεσπίστηκαν ειδικοί κανόνες για την κατανομή της ποσοστώσεως αυτής. Η Γερμανική Κυβέρνηση φρονεί ότι η ποσόστωση έχει ως αποτέλεσμα ελλιπή εφοδιασμό της αγοράς και ότι η κατανομή της ποσοστώσεως εντείνει τον ελλιπή εφοδιασμό των αγορών ορισμένων κρατών μελών και καταλήγει εξάλλου σε απαράδεκτα βάρη για ορισμένες κατηγορίες επιχειρηματιών.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, με προσφυγή που άσκησε στις 14 Μαΐου 1993, ζητεί την ακύρωση του τίτλου ΙV (ρύθμιση των συναλλαγών με τις τρίτες χώρες) και του άρθρου 21, παράγραφος 2, του κανονισμού (κατάργηση μιας δασμολογικής ποσοστώσεως που ίσχυε ειδικά για τη Γερμανία). Το Συμβούλιο ζήτησε να απορριφθεί η προσφυγή.
Προς στήριξη του αιτήματος της Γερμανικής Κυβερνήσεως παρενέβησαν η Ολλανδική και η Βελγική Κυβέρνηση. Προς στήριξη του αιτήματος του Συμβουλίου παρενέβησαν η Βρετανική, η Γαλλική, η Ελληνική, η Ιταλική, η Πορτογαλική και η Ισπανική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή. Η Ιταλική Κυβέρνηση πάντως δεν κατέθεσε παρατηρήσεις.
2. Η Γερμανική Κυβέρνηση κατέθεσε ταυτόχρονα με την προσφυγή της και αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων την οποία το Δικαστήριο απέρριψε με Διάταξη της 29ης Ιουνίου 1993.
3. Τον κανονισμό αυτό δεν προσβάλλει μόνο η Γερμανική Κυβέρνηση. Διάφορες εταιρίες ζήτησαν την ακύρωση του κανονισμού βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ ή άσκησαν αγωγή αποζημιώσεως βάσει του άρθρου 178 της Συνθήκης. Το Δικαστήριο απέρριψε τα αιτήματα ακυρώσεως, ενώ τα αιτήματα αποζημιώσεως διαβιβάστηκαν στο Πρωτοδικείο, το οποίο ανέστειλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 47 του Οργανισμού του Δικαστηρίου τη διαδικασία, μέχρις ότου το Δικαστήριο εκδώσει την απόφασή του επί της υποθέσεως αυτής (2).
4. Το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main υπέβαλε προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με τον κανονισμό αυτό. Αυτό αφορά, μεταξύ άλλων, τις υποθέσεις C-465/93, Atlanta κ.λπ., και C-466/93, Atlanta κ.λπ.. Οι εταιρίες αυτές προσέβαλαν τον κανονισμό ενώπιον του Verwaltungsgericht, το οποίο, αναφερόμενο στην απόφαση του Δικαστηρίου Zuckerfabrik Suederdithmarschen (3), διέταξε προσωρινά μέτρα, οπότε ορισμένες από τις διατάξεις του κανονισμού που αφορούν τις συναλλαγές με τρίτες χώρες δεν τυγχάνουν προσωρινώς εφαρμογής με αποτέλεσμα να εισαγάγουν οι εταιρίες το 1993 μικρότερες ποσότητες μπανανών σε σχέση με τη δασμολογική ποσόστωση (4). Οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις που πρέπει να ισχύουν για τέτοιου είδους προσωρινά μέτρα αποτελούν το αντικείμενο της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως στην υπόθεση C-465/93. Στην υπόθεση C-466/93, το Verwaltungsgericht υπέβαλε ερώτημα ως προς το κύρος του κανονισμού, επειδή θα πρέπει να αποφανθεί επί μιας σειράς ισχυρισμών οι οποίοι κατ' ουσίαν συμπίπτουν με τους ισχυρισμούς τους οποίους προβάλλει η Γερμανική Κυβέρνηση στην παρούσα υπόθεση. To Verwaltungsgericht υπέβαλε τέλος, στο πλαίσιο της υποθέσεως C-389/93, Duerbeck, προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο ως προς την ερμηνεία, μεταξύ άλλων, των διατάξεων του κανονισμού σχετικά με το δικαίωμα συμμετοχής στη δασμολογική ποσόστωση των αποκαλούμενων newcomers.
5. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στηρίζει το αίτημά της ακυρώσεως σε πολλούς λόγους, ένα μέρος των οποίων αφορά πλημμέλειες που αναφέρονται στη θέσπιση του κανονισμού, συγκεκριμένα δε ότι η Επιτροπή δεν τήρησε την αρχή κατά την οποία οι αποφάσεις της λαμβάνονται συλλογικώς, ότι έπρεπε να ζητηθεί εκ νέου η γνώμη του Κοινοβουλίου και ότι το Συμβούλιο δεν τήρησε την υποχρέωσή του αιτιολογήσεως. Περαιτέρω, προβάλλεται
* ότι ο κανονισμός δεν έχει επαρκές έρεισμα στα άρθρα 42 και 43 της Συνθήκης ΕΟΚ, επειδή με αυτόν επιδιώκονται σκοποί αναπτυξιακής πολιτικής και ότι αντίκειται προς τους σκοπούς της γεωργικής πολιτικής που αναφέρονται στο άρθρο 39 της Συνθήκης,
* ότι ο κανονισμός αντιβαίνει προς τις διατάξεις περί ανταγωνισμού της Συνθήκης,
* ότι ο κανονισμός συνιστά παραβίαση των θεμελιωδών δικαιώματων του απαραβίαστου της ιδιοκτησίας και της ελεύθερης ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας, της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αρχής της αναλογικότητας,
* ότι ο κανονισμός αντίκειται προς τις υποχρεώσεις που υπέχει η Κοινότητα δυνάμει της Συμβάσεως του Λομέ και της GΑΤΤ και
* ότι το Συμβούλιο δεν είχε αρμοδιότητα να καταργήσει τη δασμολογική ποσόστωση που ίσχυε ειδικά για τη Γερμανία.
6. Η κρίση επί των λόγων ιδίως που αντλούνται από την παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των γενικών αρχών του δικαίου προϋποθέτει επακριβή γνώση όχι μόνο της ρυθμίσεως των συναλλαγών με τρίτες χώρες που θεσπίστηκε με τον κανονισμό, αλλά και των προϋποθέσεων υπό τις οποίες διενεργείται η παραγωγή και το εμπόριο μπανανών, καθώς και των ρυθμίσεων που ίσχυαν στα διάφορα κράτη μέλη για τις εισαγωγές μπανανών πριν από την έναρξη ισχύος της οργανώσεως αγοράς.
7. Η γνώση αυτή είναι ιδιαιτέρως αναγκαία για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίζονται ορισμένοι από τους ισχυρισμούς της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία προέβαλε μετ' επιτάσεως
* ότι η θεσπισθείσα με τον κανονισμό δασμολογική ποσόστωση καθορίστηκε σε υπερβολικά χαμηλό επίπεδο και θα έχει μάλιστα κατ' ανάγκη ως συνέπεια, όχι μόνο στη Γερμανία, σημαντικούς περιορισμούς στις εισαγωγές και κατ' επέκταση στην κατανάλωση σε σχέση προς τις εισαγωγές ή την κατανάλωση που υφίσταντο πριν από τη θέσπιση του κανονισμού και
* ότι ο περιορισμός αυτός των εισαγωγών και της καταναλώσεως σε συνάρτηση με τις τελείως ασυνήθεις διατάξεις του κανονισμού ως προς τον τρόπο κατανομής της δασμολογικής ποσοστώσεως μεταξύ των επιχειρηματιών της Κοινότητας συνεπάγεται δυσανάλογα βάρη για συγκεκριμένες κατηγορίες επιχειρηματιών.
Σχετικά με τα ζητήματα αυτά υφίσταται ιδίως ριζική διάσταση απόψεων μεταξύ των διαδίκων, όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά, την από οικονομικής απόψεως εκτίμηση των επιπτώσεων από τη νέα οργάνωση αγοράς και την αναγκαιότητα των μέσων που χρησιμοποιούνται με τον κανονισμό για την επίτευξη του σκοπού του.
8. Επομένως, πρόκειται για διάσταση απόψεων ως προς το ζήτημα της ελευθερίας εκτιμήσεως που πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει ο κοινοτικός νομοθέτης σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου που θα εκτεθεί κατωτέρω. Το Δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει πράξεις του νομοθέτη μόνο εφόσον αυτή στηρίζεται σε προφανώς εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ή αποτελεί έκφραση προφανώς πεπλανημένων αξιολογήσεων. Ας μου επιτραπεί όμως εδώ να αναφέρω, προκειμένου να τονίσω τη σημασία της υποθέσεως, ότι, κατά τη γνώμη μου, είναι εξαιρετικά σημαντική η γερμανική επιχειρηματολογία, ότι ο νομοθέτης υπερέβη εν προκειμένω και τα άκρα όρια της εξουσίας του εκτιμήσεως.
9. Στη συνέχεια των προτάσεών μου θα εκθέσω καταρχάς τις προϋποθέσεις και το περιεχόμενο της οργανώσεως αγοράς, κατόπιν δε θα λάβω θέση ως προς την ορθότητα των λόγων που προβάλλει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία. Θα αρχίσω την εξέταση των λόγων αυτών, λαμβάνοντας θέση ως προς το ζήτημα που αφορά τη φερόμενη παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των γενικών αρχών του δικαίου που ισχύουν στο κοινοτικό δίκαιο. Η κατ' αυτόν τον τρόπο έκθεση των απόψεών μου παρουσιάζει πλεονεκτήματα, επειδή με αυτόν αποφεύγονται πολλές επαναλήψεις και επειδή θα με διευκολύνει στην κρίση μου επί ορισμένων από τους υπόλοιπους λόγους.
Η παραγωγή και η εμπορία μπανανών
10. Οι μπανάνες περιλαμβάνονται μεταξύ των σημαντικότερων γεωργικών προϊόντων στο διεθνές εμπόριο. Οι καταναλωτές τις αγαπούν πολύ, επειδή είναι σχετικά φτωχές σε ζάχαρη και λιπαρές ουσίες και δεν περιέχουν χοληστερίνη, ενώ συγχρόνως περιέχουν σημαντικές ποσότητες βιταμινών, μεταλλικών στοιχείων και ινών. Επιπροσθέτως, είναι κατά κάποιο τρόπο συσκευασμένες από τα χέρια της ίδιας της φύσεως.
11. Οι μπανάνες μπορούν να παράγονται καθ' όλο το έτος. Παράγονται σε τροπικές και υποτροπικές περιοχές (γενικώς εντός ζώνης περίπου 30 πλάτους από τον Ισημερινό). Οι άριστες συνθήκες καλλιέργειας είναι ένα κλίμα με μέση θερμοκρασία περίπου 27 C και με ετήσιες βροχοπτώσεις περίπου 200-250 cm. Καλλιέργεια μπανανών υπό μη άριστες συνθήκες συνεπάγεται μακρύτερη περίοδο καλλιέργειας και μικρότερες μπανάνες.
12. Οι μπανάνες που προορίζονται για εξαγωγή μεταφέρονται όταν ακόμα είναι πράσινες και ωριμάζουν στη χώρα καταναλώσεως. Για την παραγωγή μπανανών χρειάζονται εργατικά χέρια. Η μπανάνα είναι ένα φρούτο που απαιτεί προσεκτική μεταχείριση τόσο κατά την ίδια την παραγωγή όσο, ιδίως, και κατά τη συσκευασία του προϊόντος, τη μεταφορά του και την ωρίμανσή του. Η παραγωγή, η μεταφορά και η ωρίμανση απαιτούν τη χρησιμοποίηση κεφαλαίων και έχουν λάβει τόσο σημαντική έκταση ώστε διάφορες φάσεις να ολοκληρώνονται εντός της επιχειρήσεως.
Ο εφοδιασμός των κρατών μελών της Κοινότητας πριν από την έναρξη ισχύος της οργανώσεως της αγοράς
13. Η κατανάλωση μπανανών στα κράτη μέλη καλυπτόταν πριν από την έναρξη ισχύος της οργανώσεως αγοράς με:
* πρώτον, μπανάνες που παράγονταν στην Κοινότητα (στο εξής: κοινοτικές μπανάνες),
* δεύτερον, μπανάνες που παράγονταν σε ορισμένα από τα κράτη με τα οποία η Κοινότητα είχε συνάψει τη Σύμβαση Λομέ (στο εξής: μπανάνες ΑΚΕ),
* τρίτον, μπανάνες που παράγονταν σε άλλα κράτη (στο εξής: μπανάνες τρίτων χωρών).
14. Οι κοινοτικές μπανάνες παράγονται ιδίως στις Κανάριες Νήσους και στα γαλλικά υπερπόντια διαμερίσματα της Γουαδελούπης και της Μαρτινίκας, καθώς και σε μικρότερο βαθμό στη Μαδέρα, τις Αζόρες, την Κρήτη και το Algarve, και τη Λακωνία. Η παραγωγή αυτή καλύπτει περίπου 20 % της καταναλώσεως στην Κοινότητα.
15. Οι μπανάνες ΑΚΕ εισάγονται πρωτίστως από ορισμένα αφρικανικά κράτη, π.χ. το Καμερούν και την ακτή του Ελεφαντοστού, και από ορισμένα νησιά της Καραϊβικής, π.χ. την Tζαμάικα και της Windward Islands. Οι εισαγωγές από τα κράτη ΑΚΕ κάλυπταν περίπου 20 % της καταναλώσεως στην Κοινότητα.
16. Οι μπανάνες τρίτων χωρών προέρχονται ιδίως από ορισμένες χώρες της Κεντρικής ή Νότιας Αμερικής, κατά πρώτο δε λόγο την Κόστα Ρίκα, την Κολομβία, τον Ισημερινό ή τον Παναμά.
17. Τα έσοδα από τις εισαγωγές μπανανών αποτελούν συνήθως για τις οικείες περιοχές και κράτη ουσιώδες μέρος των συνολικών τους εσόδων από εξαγωγές (5) και έχουν επίσης μεγάλη σημασία από κοινωνικής απόψεως καθώς και από απόψεως απασχολήσεως. Στο προοίμιο του νέου κανονισμού τονίζεται ότι:
"Η καλλιέργεια της μπανάνας ενέχει μεγάλη κοινωνική, οικονομική, πολιτιστική και περιβαλλοντική σημασία για τις κοινοτικές περιφέρειες (...) οι οποίες είναι νησιωτικές και απομακρυσμένες και χαρακτηρίζονται από διαρθρωτική καθυστέρηση που επιδεινώνεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, λόγω της οικονομικής εξάρτησης από την καλλιέργεια της μπανάνας."
18. Δεν αμφισβητείται εν προκειμένω και είναι αποφασιστικής σημασίας για την κατανόηση των προβλημάτων τα οποία αντιμετώπιζε ο κοινοτικός νομοθέτης κατά τη θέσπιση της νέας οργανώσεως αγοράς ότι κατά κανόνα υφίστανται σημαντικές διαφορές από απόψεως τιμών και ποιοτήτων μεταξύ των μπανανών τρίτων χωρών, αφενός, και των μπανανών ΑΚΕ και των κοινοτικών μπανανών, αφετέρου. Οι διαφορές αυτές οφείλονται ιδίως στις διαφορετικές κλιματολογικές και γεωγραφικές συνθήκες που υφίστανται στους τόπους παραγωγής, στο διαφορετικό μέγεθος των επιχειρήσεων (από επιχειρήσεις μερικών χιλιάδων εκταρίων σε ορισμένες χώρες της Κεντρικής Αμερικής μέχρι μερικά εκτάρια στα νησιά της Καραϊβικής), στις συνθήκες παραγωγής και μεταφοράς των μπανανών κατά τη μεταφορά κ.λπ. Υπάρχουν γενικώς σημαντικές διαφορές στην ανά εκτάριο αποδοτικότητα (π.χ. περίπου 40 τόννοι σε ορισμένες χώρες της Λατινικής Αμερικής και μεταξύ 10 και 20 τόνων στις χώρες ΑΚΕ). Αυτό ισοδυναμεί γενικώς, μεταξύ άλλων, με εξαιρετικά σημαντικές διαφορές ως προς τις τιμές πωλήσεως. Στο πλαίσιο της υποθέσεως αναφέρθηκαν πολύ διαφορετικά αριθμητικά στοιχεία, αλλά η τάση είναι ίδια, δηλαδή ότι οι μπανάνες τρίτων χωρών είναι κατά πολύ φθηνότερες (μέχρι 100 %) από τις μπανάνες ΑΚΕ οι οποίες επίσης είναι κάπως φθηνότερες από τις κοινοτικές μπανάνες (6).
19. Αρχικά, την παραγωγή και την εμπορία μπανανών Λατινικής Αμερικής ήλεγχε ιδίως μια αμερικανική εταιρία, η United Brands, για τον λόγο δε αυτό αποκαλούνται οι μπανάνες αυτές επίσης "μπανάνες του δολαρίου". Πολυεθνικές εταιρίες που ελέγχουν όλες τις φάσεις παραγωγής και εμπορίας, εν πάση περιπτώσει μέχρι την εκφόρτωση στις χώρες εισαγωγής, έχουν σταθερή δεσπόζουσα θέση στο εμπόριο των μπανανών Λατινικής Αμερικής, ακόμη και όταν σε ορισμένες από τις χώρες αυτές προστέθηκαν ορισμένες οργανώσεις παραγωγών οι οποίες ελέγχουν την εμπορία του προϊόντος. Συνεπεία του κόστους που προκύπτει από τη μεταφορά και την ωρίμανση η εμπορία κοινοτικών μπανανών και μπανανών ΑΚΕ πραγματοποιείται επίσης σε μεγάλη έκταση από μεγάλες εταιρίες ή από ενώσεις παραγωγών.
20. Πριν από την έναρξη ισχύος του νέου κανονισμού δεν υφίστατο στην Κοινότητα κοινή αγορά για τις μπανάνες. Η κατάσταση χαρακτηριζόταν από το ότι η πρόσβαση στην αγορά ορισμένων χωρών ήταν δυνατή, πλήρως ή εν μέρει, μόνο για την εγχώρια παραγωγή και/ή για εισαγωγές από χώρες ΑΚΕ. Πρόκειται για τις αγορές του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ισπανίας, της Γαλλίας, της Ελλάδας και της Πορτογαλίας. Τις αγορές αυτές θα αποκαλώ στο εξής ως κλειστές αγορές. Η ιταλική αγορά εφοδιαζόταν κατά κύριο λόγο αρχικώς από τη Σομαλία * κράτος ΑΚΕ * τα τελευταία όμως χρόνια εφοδιαζόταν κυρίως με μπανάνες τρίτων χωρών.
Οι αγορές στις άλλες χώρες * Κάτω Χώρες, Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Ιρλανδία, Δανία και Γερμανία * εφοδιάζονταν πρωτίστως με μπανάνες τρίτων χωρών. Τις αγορές αυτές θα αποκαλώ στη συνέχεια ανοιχτές αγορές.
21. Οι εισαγωγές μπανανών τρίτων χωρών επιβαρύνονταν με παγιοποιημένο εντός της GATT εισαγωγικό δασμό 20 % επί της αξίας του εμπορεύματος. Εντούτοις, ίσχυε μια ειδική ρύθμιση περί δασμολογικής απαλλαγής ως προς τις εισαγωγές στη Γερμανία. Η ρύθμιση αυτή στηριζόταν σ' ένα πρωτόκολλο που είχε επισυναφθεί στην αναφερόμενη στο άρθρο 136 της Συνθήκης ΕΟΚ σύμβαση εφαρμογής σχετικά με τη σύνδεση των υπερπόντιων χωρών και εδαφών με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Σύμφωνα με το πρωτόκολλο αυτό, καθοριζόταν ετησίως μία ποσόστωση εντός της οποίας η Γερμανία μπορούσε να εισάγει ατελώς. 'Οταν η ποσόστωση αυτή δεν επαρκούσε για να καλύψει τη γερμανική κατανάλωση και οι υπερπόντιες χώρες και εδάφη δεν ήταν σε θέση να καλύψουν την επιπλέον γερμανική ζήτηση, τα οικεία κράτη μέλη δηλώνουν σύμφωνα με την παράγραφο 6 του πρωτοκόλλου ότι είναι "πρόθυμα να συγκατατεθούν σε αντίστοιχη αύξηση της γερμανικής δασμολογικής ποσοστώσεως". Μεταξύ των διαδίκων δεν αμφισβητείται ότι η Γερμανική Κυβέρνηση μπορούσε πάντοτε να επιτυγχάνει αυτή τη συγκατάθεση, δεδομένου ότι τα οικεία κράτη μέλη είχαν αναγνωρίσει ότι δεν ήταν δυνατό για τους Γερμανούς επιχειρηματίες να προμηθεύονται επαρκείς ποσότητες από τις υπερπόντιες χώρες και εδάφη.
22. Αυτές οι πολύ διαφορετικές ρυθμίσεις ως προς την προσφορά μπανανών είχαν ως συνέπεια ότι οι καταναλωτές μπανανών και οι τιμές τους ποίκιλλαν σημαντικά από κράτος μέλος σε κράτος μέλος. 'Ετσι, η κατά μέσον όρο κατανάλωση σε κράτη μέλη με ανοιχτές αγορές ήταν λίγο περισσότερο από 14 kg ανά κάτοικο ετησίως, ενώ η κατά μέσον όρο ετήσια κατανάλωση σε κράτη μέλη με κλειστές αγορές ήταν λίγο μικρότερη από 9 kg ανά κάτοικο.
23. Το προοίμιο του κανονισμού του Συμβουλίου για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της μπανάνας περιέγραφε τις υφιστάμενες συνθήκες αγορές ως εξής, εκθέτοντας συγχρόνως γιατί εν προκειμένω έπρεπε να θεσπιστεί κοινή οργάνωση αγοράς:
"'Οτι μέχρι σήμερα υπήρχαν, στα κράτη μέλη παραγωγής μπανανών της Κοινότητας, εθνικές οργανώσεις αγοράς με σκοπό να εξασφαλίζουν για τους παραγωγούς τη διάθεση της παραγωγής τους στην εθνική αγορά καθώς και έσοδα ανάλογα με το κόστος παραγωγής ότι αυτές οι εθνικές οργανώσεις της αγοράς εφαρμόζουν ποσοτικούς περιορισμούς που εμποδίζουν την υλοποίηση μιας ενιαίας αγοράς των μπανανών ότι ορισμένα από τα κράτη μέλη που δεν είναι παραγωγοί εξασφαλίζουν την προνομιακή διάθεση για τις μπανάνες ΑΚΕ, ενώ άλλα εφαρμόζουν ένα φιλελεύθερο σύστημα εισαγωγών, ένα εκ των οποίων περιλαμβάνει ακόμα και προνομιακή δασμολογική κατάσταση ότι αυτά τα διάφορα καθεστώτα πλήττουν την ελεύθερη κυκλοφορία μπανανών στο εσωτερικό της Κοινότητας και την εφαρμογή ενός κοινού καθεστώτος για τις συναλλαγές με τις τρίτες χώρες και ότι, ενόψει της ενοποίησης της εσωτερικής αγοράς, πρέπει να συσταθεί μια ισόρροπη και εύκαμπτη κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της μπανάνας η οποία θα υποκαθιστά τα διάφορα εθνικά καθεστώτα." (Δεύτερη αιτιολογική σκέψη).
Ο κανονισμός για την κοινή οργάνωση αγοράς
24. Ο κοινοτικός νομοθέτης έλαβε ως βάση ότι η κοινή οργάνωση αγοράς, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα την ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας και ένα κοινό σύστημα συναλλαγών με τρίτες χώρες, έπρεπε να εφαρμοστεί κατά τρόπο ώστε να διασφαλιστούν δεόντως τα συμφέροντα των παραγωγών κοινοτικών μπανανών ή μπανανών ΑΚΕ.
Η βασική σκέψη του νομοθέτη σε σχέση με την επιδιωκόμενη μέσω του κανονισμού προστασία των διαφόρων εν προκειμένω συμφερόντων εκφράζεται στο προοίμιο του κανονισμού ως εξής:
"'Οτι αυτή η κοινή οργάνωση της αγοράς πρέπει, τηρουμένης της κοινοτικής προτίμησης και των διαφόρων διεθνών υποχρεώσεων της Κοινότητας, να επιτρέπει τη διάθεση στην κοινοτική αγορά, σε τιμές δίκαιες τόσο για τους παραγωγούς όσο και για τους καταναλωτές, μπανανών που παράγονται στην Κοινότητα και στα κράτη ΑΚΕ, τα οποία είναι κατά παράδοση προμηθευτές, δίχως να πλήττονται οι εισαγωγές μπανανών που κατάγονται από άλλες προμηθεύτριες τρίτες χώρες και εξασφαλίζοντας επαρκή εισοδήματα στους παραγωγούς." (Τρίτη αιτιολογική σκέψη).
25. Δεν αμφισβητείται στην παρούσα υπόθεση ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θεώρησε ως θεμελιώδη σκοπό του κανονισμού την προστασία των συμφερόντων των κοινοτικών παραγωγών και παραγωγών ΑΚΕ. Το ζήτημα είναι αν το έρεισμα και τα μέσα που επέλεξε ο κοινοτικός νομοθέτης για την επίτευξη του σκοπού αυτού είναι νόμιμα.
26. Εν προκειμένω ουδόλως αμφισβητείται ότι ο κοινοτικός νομοθέτης αντιμετώπιζε ένα εξαιρετικά δύσκολο πρόβλημα, δηλαδή να διασφαλίσει τη διάθεση προϊόντων σε λογικές τιμές τα οποία, ούτε από απόψεως τιμής ούτε από απόψεως ποιότητας, όπως την αντιλαμβάνονται οι καταναλωτές, μπορούν να συναγωνιστούν με προϊόντα από κράτη τα οποία μπορούν να καλύπτουν χωρίς δυσκολία οποιαδήποτε πραγματική ζήτηση που παρουσιάζεται ενδεχομένως εντός της Κοινότητας.
27. Από την εξέταση του κανονισμού γίνονται σαφή τα μέσα τα οποία επέλεξε ο νομοθέτης για την επίτευξη του σκοπού του κανονισμού.
28. Ο κανονισμός, ο οποίος θεσπίστηκε βάσει των άρθρων 42 και 43 της Συνθήκης, κατόπιν γνώμης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, με την αναγκαία ειδική πλειοψηφία, αποτελείται από πέντε τίτλους. Στον τίτλο Ι προβλέπεται η θέσπιση κοινών κανόνων ποιότητας και εμπορίας (7), στον δε τίτλο ΙΙ περιέχονται κανόνες για τις οργανώσεις παραγωγών εντός της Κοινότητας. Οι κανόνες αυτοί ενθαρρύνουν, παραδείγματος χάρη μέσω ενισχύσεων για εγκαταστάσεις, τη δημιουργία τέτοιων οργανώσεων οι οποίες θεωρούνται ότι επιτελούν σημαντικό έργο, μεταξύ άλλων, σε σχέση με τη συγκέντρωση της προσφοράς.
29. Στον τίτλο ΙΙΙ θεσπίζονται κανόνες για ένα σύστημα ενισχύσεων των προϊόντων της Κοινότητας.
30. Πρώτον, στο άρθρο 10 προβλέπεται ότι μπορεί να χορηγηθεί ενίσχυση για διαρθρωτικές βελτιώσεις και άλλα μέτρα προς βελτίωση της ανταγωνιστικής ικανότητας των παραγωγών.
31. Περαιτέρω, με το άρθρο 12 θεσπίζεται ενίσχυση αντισταθμίσεως της ενδεχόμενης απώλειας εισοδήματος. Αυτό το σύστημα ενισχύσεως αιτιολογείται στο προοίμιο ως εξής:
"'Οτι οι εθνικές οργανώσεις αγοράς επέτρεπαν μέχρι σήμερα στους εθνικούς παραγωγούς μπανάνας να αποκομίζουν από την αγορά επαρκή έσοδα ώστε να καλύπτουν το κόστος παραγωγής ότι δεδομένου ότι η υλοποίηση της ενιαίας αγοράς δεν πρέπει να φέρει τους παραγωγούς σε λιγότερο ευνοϊκή κατάσταση από την τωρινή και μπορεί να οδηγήσει σε μεταβολές των τιμών που εφαρμόζονται σ' αυτές τις αγορές, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί αντισταθμιστική ενίσχυση η οποία να καλύπτει την ενδεχόμενη εισοδηματική απώλεια λόγω εφαρμογής του νέου συστήματος και να διατηρήσει την κοινοτική παραγωγή στο κόστος που συνεπάγεται η ιδιαίτερη διαρθρωτική κατάσταση για όσο διάστημα τα διαρθρωτικά μέτρα που θα εφαρμοστούν δεν θα επιτρέπουν την προσαρμογή της (...)" ('Εβδομη αιτιολογική σκέψη).
Η ενίσχυση αντισταθμίσεως υπολογίζεται βάσει της διαφοράς μεταξύ:
* του εισοδήματος ορισμένων ετών αναφοράς * "κατ' αποκοπήν εσόδων αναφοράς" * που πρέπει να καθορισθεί με μεταγενέστερους εκτελεστικούς κανονισμούς, και
* των "μέσων εσόδων παραγωγής" που προσδιορίζονται ετησίως βάσει της μέσης τιμής των κοινοτικών μπανανών που διατίθενται στην αγορά κατόπιν αφαιρέσεως του μέσου κόστους μεταφοράς και παραδόσεως.
Μπορεί να χορηγηθεί συμπληρωματική ενίσχυση υπό ορισμένες ειδικές προϋποθέσεις.
Η ενίσχυση καθορίζεται από την Επιτροπή πριν από την 1η Μαρτίου κάθε έτους για το προηγούμενο έτος, αλλά μπορεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις να καταβληθούν προκαταβολές. Η ενίσχυση εξισώσεως χορηγείται μόνο για την εμπορία μέχρι 854 000 τόνων μπανανών, οι οποίοι κατανέμονται, όπως ορίζεται συγκεκριμένα στον κανονισμό, μεταξύ των διαφόρων περιφερειών παραγωγής (8).
Στο άρθρο 13 ορίζεται τέλος ότι μπορεί να χορηγηθεί πριμοδότηση για την παύση της καλλιέργειας μπανανών.
32. Προβλέφθηκε θέσπιση συστήματος ενισχύσεων για τους παραγωγούς των μπανανών ΑΚΕ. Η Επιτροπή υπέβαλε την 1η Δεκεμβρίου 1992, βάσει του άρθρου 113 της Συνθήκης, πρόταση εκδόσεως κανονισμού στην οποία περιέχονται κανόνες, αφενός μεν, για τεχνική και οικονομική βοήθεια, αφετέρου δε, εισοδηματική ενίσχυση, που καταρχήν αντιστοιχεί προς την ενίσχυση που εφαρμόζεται για τους κοινοτικούς παραγωγούς (9). Ο κανονισμός αυτός δεν έχει ακόμη θεσπισθεί. Σύμφωνα με τις διευκρινίσεις που παρασχέθηκαν, αναμένεται η έκβαση της παρούσας υποθέσεως πριν συζητηθεί περαιτέρω η πρόταση στο Συμβούλιο.
33. Ο τίτλος ΙV του κανονισμού περιέχει κανόνες για τις συναλλαγές με τρίτες χώρες, η δε Γερμανική Κυβέρνηση βάλλει, όπως ελέχθη, κατά της νομιμότητας αυτών των κανόνων.
34. Οι κανόνες αυτοί στηρίζονται, μεταξύ άλλων, σε μία διάκριση μεταξύ παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ και μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ. Οι παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ είναι μπανάνες που εισάγονται από κράτη ΑΚΕ τα οποία παραδοσιακά εξάγουν μπανάνες προς την Κοινότητα, όταν η εισαγωγή πραγματοποιείται εντός των ποσοτικών ορίων που έχουν καθοριστεί σε παράρτημα του κανονισμού. Οι συνολικές ποσότητες αυτών των εισαγωγών ανέρχονται σε 857 700 τόνους (10).
35. Στη ρύθμιση για τις συναλλαγές προβλέπεται ότι η εισαγωγή μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο αφού προσκομισθεί άδεια εισαγωγής που καταρχήν χορηγείται σε οποιονδήποτε υποβάλει σχετική αίτηση. Η έκδοση της άδειας εξαρτάται από την παροχή εγγυήσεως για την πραγματοποίηση της εισαγωγής. Επομένως, η εισαγωγή, εν πάση περιπτώσει, δεν περιορίζεται καταρχήν από ποσοτικής απόψεως. Η ρύθμιση για τις συναλλαγές περιέχει αντιθέτως σημαντικούς κανόνες για την επιβολή δασμών.
36. Οι παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ μπορούν να εισάγονται χωρίς καταβολή δασμού. Για τις εισαγωγές μπανανών από τρίτες χώρες και μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ ανοίγεται δασμολογική ποσόστωση. Αυτό γίνεται, σύμφωνα με τη δέκατη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου:
"προκειμένου να υπάρξουν οι προϋποθέσεις ικανοποιητικής εμπορίας των μπανανών κοινοτικής εσοδείας καθώς και των προϊόντων καταγωγής ΑΚΕ στα πλαίσια των συμφωνιών της Συμβάσεως του Λομέ και να διατηρηθούν ταυτόχρονα στο μέτρο του δυνατού τα παραδοσιακά εμπορικά ρεύματα ανταλλαγών (...)".
Στο άρθρο 18, παράγραφος 1, του κανονισμού ορίζεται συγκεκριμένα:
"Ανοίγεται κάθε έτος δασμολογική ποσόστωση 2 εκατομμυρίων τόνων ανά καθαρό βάρος για τις εισαγωγές μπανάνας από τρίτες χώρες και μη παραδοσιακής μπανάνας ΑΚΕ.
Στα πλαίσια αυτής της δασμολογικής ποσοστώσεως, οι εισαγωγές μπανάνας από τρίτες χώρες υπόκεινται σε δασμό 100 ECU ανά τόνο, ενώ οι εισαγωγές μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ υπόκεινται σε μηδενικό δασμό (...)"
Στο άρθρο 18, παράγραφος 2, ορίζεται, σε συνάρτηση με την προηγούμενη διάταξη, ότι εκτός από την ποσόστωση επιβάλλεται στις μη παραδοσιακές εισαγωγές μπανανών ΑΚΕ δασμός 750 ECU ανά τόνο, στις δε εισαγωγές μπανανών από τρίτες χώρες δασμός 850 ΕCU ανά τόνο. Στην ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου αναφέρεται ότι:
"Στις εκτός δασμολογικής ποσοστώσεως εισαγωγές πρέπει να επιβάλλεται δασμός επαρκούς ύψους που θα επιτρέπει τη διάθεση, υπό αποδεκτές συνθήκες, της κοινοτικής παραγωγής και των παραδοσιακών ποσοτήτων ΑΚΕ."
37. Ο κανονισμός προβλέπει δύο δυνατότητες για την αύξηση της δασμολογικής ποσοστώσεως. Στο άρθρο 16, παράγραφος 1, ορίζεται ότι "κάθε χρόνο καταρτίζεται κατά πρόβλεψη υπολογισμός της παραγωγής και κατανάλωσης στην Κοινότητα, καθώς και των εισαγωγών και των εξαγωγών". Αυτός ο κατά πρόβλεψη υπολογισμός καταρτίζεται, σύμφωνα με την παράγραφο 2, βάσει, μεταξύ άλλων, στοιχείων σχετικά με τις ποσότητες μπανανών που τέθηκαν σε εμπορία στην Κοινότητα κατά το προηγούμενο έτος και της προβλέψεως της καταναλώσεως βάσει ιδίως των προσφάτων καταναλωτικών τάσεων και της εξέλιξης των τιμών στην αγορά. Ο κατά πρόβλεψη αυτός υπολογισμός μπορεί, κατά το άρθρο 16, παράγραφος 3, να αναθεωρείται κατά τη διάρκεια της περιόδου εμπορίας, οπότε η δασμολογική ποσόστωση αναπροσαρμόζεται, εφόσον υφίστανται εξαιρετικές περιστάσεις που επηρεάζουν τις συνθήκες παραγωγής ή εισαγωγής στις οποίες, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνονται οι ιδιαίτερες κλιματολογικές συνθήκες. Ο υπολογισμός αυτός αποτελεί περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 1, βάση για την προσαρμογή της δασμολογικής ποσοστώσεως που ενδεχομένως πρέπει να γίνεται κάθε έτος αν από τον υπολογισμό προκύπτει αύξηση της κοινοτικής ζητήσεως. Κατά το άρθρο 20, η Επιτροπή καταρτίζει τον κατά πρόβλεψη υπολογισμό και ενδεχομένως αποφασίζει για την αύξηση της δασμολογικής ποσοστώσεως, εν πάση δε περιπτώσει σύμφωνα με την ειδική διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως που ορίζεται στο άρθρο 27 του κανονισμού.
38. Το άρθρο 19 ρυθμίζει την κατανομή της δασμολογικής ποσοστώσεως μεταξύ των επιχειρηματιών. Η κατανομή αυτή αιτιολογείται στη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού ως εξής:
"'Οτι προκειμένου να τηρηθούν οι προαναφερόμενοι στόχοι και ταυτόχρονα να ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες εμπορίας μπανάνας για τη διαχείριση δασμολογικής ποσόστωσης πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ, αφενός, των επιχειρηματιών που έχουν ήδη θέσει σε εμπορία μπανάνες τρίτων χωρών και μη παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ και, αφετέρου, των επιχειρηματιών που έχουν ήδη εμπορευθεί μπανάνες κοινοτικής παραγωγής και παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ, συγχρόνως δε να κρατείται μία ποσότητα για τους νέους επιχειρηματίες που ανέλαβαν πρόσφατα εμπορική δραστηριότητα ή πρόκειται να αναλάβουν εμπορική δραστηριότητα στον τομέα αυτό."
Το άρθρο 19, παράγραφος 1, ρυθμίζει ειδικότερα την κατανομή:
"Η δασμολογική ποσόστωση ανοίγεται, από 1ης Ιουλίου 1993, μέχρι ύψους:
α) 66,5 % για τους επιχειρηματίες που ασχολήθηκαν με την εμπορία μπανάνας τρίτων χωρών ή/και μη παραδοσιακής μπανάνας ΑΚΕ
β) 30 % για τους επιχειρηματίες που ασχολήθηκαν με την εμπορία κοινοτικής μπανάνας ή/και παραδοσιακής μπανάνας ΑΚΕ
γ) 3,5 % για τους εγκατεστημένους στην Κοινότητα επιχειρηματίες οι οποίοι άρχισαν να ασχολούνται με την εμπορία μπανάνας πλην της κοινοτικής ή/και παραδοσιακής μπανάνας ΑΚΕ από το 1992."
Ως εμπορία νοείται, κατά το άρθρο 15, περίπτωση 5, η διάθεση στην αγορά σε όλα τα στάδια με εξαίρεση του σταδίου κατά το οποίο το προϊόν τίθεται στη διάθεση του τελικού καταναλωτή.
Από το άρθρο 19, παράγραφος 2, προκύπτει ότι κάθε επιχειρηματίας λαμβάνει βάσει υπολογισμών που διενεργούνται χωριστά σε σχέση με την κατηγορία α και την κατηγορία β άδειες εισαγωγής σε συνάρτηση με τη μέση ποσότητα μπανάνας που πώλησε στα τρία τελευταία χρόνια για τα οποία υπάρχουν στοιχεία. Ρητώς ορίζεται ότι μπανάνες τρίτων χωρών ή/και μη παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ που εισάγονται μέσω αδειών εκδιδομένων για την κατηγορία β δεν συνυπολογίζονται στις ποσότητες που παρέχουν δικαίωμα για άδειες που χορηγούνται στην κατηγορία α. Οι συγκεκριμένοι και αρκετά περίπλοκοι κανόνες για τον υπολογισμό των ποσοστών που αναλογούν στους επιχειρηματίες θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1442/93 της Επιτροπής, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του καθεστώτος εισαγωγής μπανανών στην Κοινότητα (11).
39. Στον τίτλο V του κανονισμού περιέχονται "γενικές διατάξεις", μεταξύ των οποίων η προαναφερθείσα κατάργηση της ειδικής δασμολογικής ποσοστώσεως που ίσχυε για τη Γερμανία. Το άρθρο 23 παρέχει το έρεισμα για τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων προς αντιμετώπιση σοβαρών διαταραχών συνεπεία των εισαγωγών και των εξαγωγών. To άρθρο 30 παρέχει έρεισμα για τη λήψη ειδικών μέτρων, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο προκειμένου να διευκολυνθεί η μετάβαση από τις ρυθμίσεις που ίσχυαν στην κοινή οργάνωση αγοράς που θεσπίστηκε. Επίσης το άρθρο 32 υποχρεώνει την Επιτροπή το αργότερο στο τέλος του τρίτου έτους εφαρμογής του κανονισμού να υποβάλει στο Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση για τη λειτουργία του κανονισμού, ορίζοντας ότι: "στην έκθεση αυτή περιλαμβάνεται, ιδίως, η ανάλυση της εξέλιξης της εμπορικής ροής των μπανανών της Κοινότητας, τρίτων χωρών και ΑΚΕ από της εφαρμογής του παρόντος καθεστώτος. Η έκθεση αυτή συνοδεύεται, ενδεχομένως από τις κατάλληλες προτάσεις".
40. Η διάκριση μεταξύ κοινοτικών μπανανών και παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ αφενός, και μπανανών τρίτων χωρών και μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ, αφετέρου, έχει πολύ μεγάλη σημασία στην παρούσα υπόθεση. Από τα προεκτεθέντα μπορεί να συναχθεί ότι οι παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ αντιμετωπίζονται ως επί το πλείστον από τον κανονισμό ως κοινοτικές μπανάνες, ενώ οι μη παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ αντιμετωπίζονται κατ' ουσίαν ως μπανάνες τρίτων χωρών. Δεδομένου ότι οι μπανάνες ΑΚΕ που εισάγονται στην Κοινότητα στην πραγματικότητα είναι σήμερα μόνο παραδοσιακές μπανάνες, νομίζω ότι δικαιολογείται από απόψεως ερμηνευτικής τεχνικής να μη κάνω διάκριση, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, μεταξύ παραδοσιακών και μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ. 'Οταν αναφέρομαι στις κοινοτικές ή τις μπανάνες ΑΚΕ, θα εννοώ κοινοτικές και παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ, όταν δε αναφέρομαι στις μπανάνες τρίτων χωρών, θα εννοώ μπανάνες τρίτων χωρών και μη παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ.
Λόγοι ακυρώσεως που αντλούνται από την παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων και γενικών αρχών του δικαίου
41. Η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι κανόνες του κανονισμού για τις συναλλαγές με τρίτες χώρες είναι άκυρες, επειδή συνιστούν παραβίαση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας ή, εν πάση περιπτώσει, παρόμοιων προς το δικαίωμα της ιδιοκτησίας δικαιωμάτων, καθώς και του δικαιώματος της ελεύθερης αναπτύξεως επιχειρηματικής δραστηριότητας, καθώς και επειδή συνιστούν παραβίαση της γενικής αρχής της ισότητας και της αρχής της αναλογικότητας.
42. Δεν αμφισβητείται ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι εν λόγω αρχές αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του κοινοτικού δικαίου και ότι οι πράξεις των κοινοτικών οργάνων είναι άκυρες, όταν παραβιάζουν τα δικαιώματα αυτά ή τις εν λόγω αρχές (12).
43. Ομοίως, ούτε μπορεί να αμφισβητηθεί, ούτε πράγματι αμφισβητήθηκε, ότι οι κανόνες του κανονισμού, ιδίως δε η θέσπιση δασμολογικής ποσοστώσεως και η κατανομή της ποσοστώσεως αυτής μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών επιχειρηματιών, συνιστούν έντονη επέμβαση στη σφαίρα των δραστηριοτήτων των επιχειρηματιών και ιδίως στις μορφές επιχειρηματικής δραστηριότητας που υφίστανται για τους επιχειρηματίες οι οποίοι δρουν στις μέχρι τώρα ανοιχτές αγορές.
44. Δεν χρειάζεται, κατά τη γνώμη μου, να εξεταστεί χωριστά το ζήτημα αν οι επίδικοι κανόνες του κανονισμού συνιστούν παραβίαση καθενός από τα δικαιώματα αυτά ή καθεμιάς από τις εν λόγω αρχές. Το κοινό βασικό στοιχείο των λόγων αυτών ακυρώσεως συνίσταται στο ότι υφίσταται διαφορετική μεταχείριση και δυσανάλογη επέμβαση σε ορισμένα προστατευόμενα από τον νόμο συμφέροντα επιχειρηματιών, χωρίς αυτό να δικαιολογείται από τον σκοπό που επιδιώκεται με τον κανονισμό.
45. 'Οσο είναι βέβαιο ότι το δικαίωμα της ιδιοκτησίας προστατεύεται εντός της κοινοτικής έννομης τάξης άλλο τόσο σαφές είναι ότι η προστασία αυτή δεν είναι απόλυτη. Αυτό γίνεται σταθερά δεκτό από το Δικαστήριο σε απόλυτη αντιστοιχία με τις αρχές περί προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας που ισχύουν στα κράτη μέλη καθώς και σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Το ίδιο ισχύει όσον αφορά το δικαίωμα για την ελεύθερη άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων.
'Ετσι, στην απόφασή του Schraeder (13), το Δικαστήριο δέχθηκε ότι:
"(...) τόσο το δικαίωμα ιδιοκτησίας όσο και η ελεύθερη άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων αποτελούν μέρος των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου. Οι αρχές αυτές δεν αποτελούν πάντως απόλυτα προνόμοια, αλλά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε σχέση με τη λειτουργία τους μέσα στην κοινωνία. Κατά συνέπεια, μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί στη χρήση του δικαιώματος κυριότητας και στην ελεύθερη άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, ιδίως στο πλαίσιο κοινής οργανώσεως αγοράς, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί ανταποκρίνονται πάντοτε σε σκοπούς γενικού συμφέροντος που επιδιώκει η Κοινότητα και δεν αποτελούν, ενόψει του επιδιωκόμενου σκοπού, υπέρμετρη και επαχθή επέμβαση που θα προσέβαλε αυτή την ίδια την ουσία των έτσι διασφαλιζομένων δικαιωμάτων." (Σκέψη 15).
46. Το Συμβούλιο και ορισμένοι από τους παρεμβαίνοντες προβάλλουν ότι τα συμφέροντα τα οποία θίγει ο κανονισμός δεν περιλαμβάνονται στα συμφέροντα που καλύπτονται από την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Πρόκειται για τα συμφέροντα των επιχειρηματιών που συνίστανται στη διατήρηση των μεριδίων τους στην αγορά και κατ' αυτόν τον τρόπο συγχρόνως στην αξιοποίηση των επενδύσεων που έχουν πραγματοποιήσει σε εγκαταστάσεις μεταφοράς και ωριμάνσεως (14).
Πρέπει να παραδεχθούμε ότι υφίστανται αμφιβολίες αν τα συμφέροντα αυτά καλύπτονται από την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Εντούτοις, κατά τη γνώμη μου, δεν συντρέχει λόγος εν προκειμένω να λάβει θέση το Δικαστήριο επί του ζητήματος αυτού. Ακόμη και αν τα συμφέροντα αυτά καλύπτονται από την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, μπορούν ασφαλώς να υπόκεινται σε περιορισμούς, ο έλεγχος δε της νομιμότητας των περιορισμών αυτών θα συνέπιπτε σε μεγάλη έκταση, ή θα μπορούσε κάλλιστα να πραγματοποιηθεί εντός του ίδιου πλαισίου, με τον έλεγχο που πρέπει να διενεργείται βάσει των αρχών της ισότητας και της αναλογικότητας. Εν πάση περιπτώσει, κατά τους ελέγχους αυτούς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η φύση των συμφερόντων τα οποία θίγονται.
47. Η γενική αρχή της ισότητας αποτελεί, όπως ελέχθη, αναπόσπαστο μέρος του κοινοτικού δικαίου και διατυπώνεται, εξάλλου συγκεκριμένα στο άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Το Δικαστήριο δέχεται σταθερά ότι η αρχή της ισότητας συνεπάγεται ότι δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται διαφορετικά όμοιες καταστάσεις εκτός αν διαφορετική αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικώς (15).
48. Η Γερμανική Κυβέρνηση, υποστηριζόμενη από την Ολλανδική, προβάλλει ότι η χορήγηση 30 % της συνολικής δασμολογικής ποσοστώσεως στους επιχειρηματίες, οι οποίοι κατά το έτος αναφοράς εμπορεύθηκαν κοινοτικές μπανάνες ή μπανάνες ΑΚΕ, συνεπάγεται αδικαιολόγητη διαφορετική μεταχείριση σε βάρος των παραδοσιακών εισαγωγέων μπανανών τρίτων χωρών και τα αποτελέσματα της διαφορετικής αυτής μεταχειρίσεως ενισχύονται εξάλλου από τον περιορισμό των υφισταμένων δυνατοτήτων εισαγωγής που συνεπάγεται ο καθορισμός της δασμολογικής ποσοστώσεως.
49. Το Συμβούλιο προβάλλει συναφώς, μεταξύ άλλων, ότι η κατά 30 % ποσόστωση είναι αναγκαία και επομένως συνιστά αντικειμενικώς πρόσφορο μέσο για την επίτευξη ενός από τους θεμελιώδεις σκοπούς του κανονισμού, δηλαδή τη διάθεση σε λογικές τιμές κοινοτικών μπανανών και μπανανών ΑΚΕ.
50. Δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι το Συμβούλιο έχει δίκιο, υποστηρίζοντας ότι δικαιολογείται αντικειμενικώς η διαφορετική μεταχείριση των επιχειρηματιών, όπως φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Το ζήτημα αυτό συμπίπτει εν προκειμένω σε μεγάλη έκταση με το ζήτημα κατά πόσο τα βάρη που υφίσταται μία κατηγορία επιχειρηματιών προς όφελος μιας άλλης κατηγορίας είναι δυσανάλογα και εξάλλου μη αναγκαία για την επίτευξη των σκοπών του κανονισμού. Το ζήτημα αυτό μπορεί να εξεταστεί μάλιστα σε συνδυασμό με την εξέταση του ζητήματος που αφορά την αρχή της αναλογικότητας.
51. Το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι η αρχή της αναλογικότητας ισχύει επίσης και για τον κοινοτικό νομοθέτη και ότι η αρχή αυτή συνεπάγεται ότι οι νομικές πράξεις των κοινοτικών οργάνων δεν πρέπει να υπερβαίνουν αυτό που είναι κατάλληλο και αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και ότι ο νομοθέτης πρέπει να επιλέγει μεταξύ περισσοτέρων δυνατών μέτρων το λιγότερο επαχθές. Επιπροσθέτως, τα βάρη αυτά δεν πρέπει να είναι δυσανάλογα σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό (16). Ορθώς ο γενικός εισαγγελέας Capotorti τόνισε ότι "η αρχή της αναλογικότητας αποσκοπεί στην αποτροπή του ενδεχομένου να υπερβαίνουν τα βάρη που επιβάλλονται στους διοικουμένους το μέτρο που απαιτείται για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος για το οποίο πρόκειται. Κατά συνέπεια, εφόσον μία πράξη συνεπάγεται για ορισμένες κατηγορίες υποκειμένων δικαίου υπερβολική αύξηση των βαρών σε σχέση με τις απαιτήσεις * οι οποίες πρέπει να θεωρούνται συγκεκριμένα στο πλαίσιο της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως και ενόψει των διαθέσιμων μέσων * η πράξη αυτή συνιστά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας" (17).
52. Δεν αμφισβητείται ότι ο κοινοτικός νομοθέτης διαθέτει σημαντική ελευθερία κατά την εκτίμηση των μέτρων που πρέπει να εφαρμοστούν για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από αυτόν σκοπό. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ως προς τον έλεγχο στον οποίο προβαίνει βάσει της αρχής της αναλογικότητας ότι:
"(...) ο κοινοτικός νομοθέτης έχει, στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής, διακριτική ευχέρεια αντίστοιχη προς τις πολιτικές ευθύνες που του αναθέτουν τα άρθρα 40 και 43 της Συνθήκης. Κατά συνέπεια, η νομιμότητα μέτρου θεσπιζομένου στον τομέα αυτό μπορεί να επηρεαστεί μόνον όταν το μέτρο είναι προδήλως ακατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκομένου από το αρμόδιο όργανο σκοπού" (18).
53. Ο έλεγχος του Δικαστηρίου ως προς την ορθότητα των εκτιμήσεων στις οποίες στηρίχθηκε ο κοινοτικός νομοθέτης για τη θέσπιση των μέτρων στην οποία προέβη είναι σε περιπτώσεις όπως η παρούσα περιορισμένος. Το Δικαστήριο έχει δεχθεί:
"(...) όταν για τη θέσπιση μιας ρυθμίσεως ο κοινοτικός νομοθέτης είναι αναγκασμένος να εκτιμήσει τα μελλοντικά αποτελέσματα της ρυθμίσεως αυτής και τα αποτελέσματα αυτά δεν μπορούν να προβλεφθούν με ακρίβεια, η εκτίμησή του δεν μπορεί να επικριθεί παρά μόνο εφόσον προκύπτει ότι αυτή είναι καταφανώς εσφαλμένη ενόψει των στοιχείων που ο εν λόγω νομοθέτης διαθέτει κατά τον χρόνο θεσπίσεως της ρυθμίσεως" (19).
54. Η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει, όπως ελέχθη, ότι οι επεμβάσεις που πραγματοποιήθηκαν είναι εξαιρετικά επαχθείς και ότι τα αποτελέσματά τους υφίστανται ειδικά ορισμένες κατηγορίες και όχι άλλες παρόμοιες κατηγορίες, χωρίς να είναι δυνατόν να θεωρηθούν ότι συνιστούν αναγκαία μέσα για την επίτευξη των σκοπών του κανονισμού, και ότι είναι δυσανάλογες σε σχέση με τους σκοπούς του κανονισμού. Αυτό αμφισβητείται από το Συμβούλιο και από τις Κυβερνήσεις, καθώς και από την Επιτροπή, οι οποίες παρενέβησαν υπέρ του Συμβουλίου.
55. Προκειμένου να λάβω θέση επί της διαφοράς είναι αναγκαίο ως προς το σημείο αυτό να εκθέσω τις διαφορές απόψεων που υφίστανται μεταξύ των διαδίκων, ως προς την έννοια των αισθητών αποτελεσμάτων των ληφθέντων μέτρων. Αυτό συνεπάγεται ότι πρέπει να εκτεθεί, αφενός μεν, η άποψη των διαδίκων ως προς το ζήτημα αν η καθορισθείσα με τον κανονισμό δασμολογική ποσόστωση 2 εκατομμυρίων τόνων αρκούσε για να καλυφθεί η υφιστάμενη κατά το χρονικό σημείο θεσπίσεως του κανονισμού κατανάλωση στην Κοινότητα, αφετέρου δε, τα αποτέλεσμα επί των μορφών επιχειρηματικής δραστηριότητας που συνεπάγονται οι ειδικοί κανόνες για την κατανομή της δασμολογικής ποσοστώσεως.
Η δασμολογική ποσόστωση
56. Η δασμολογική ποσόστωση θεσπίστηκε με τον κανονισμό ως μέτρο διαχειρίσεως προκειμένου να επιτευχθούν οι σκοποί του κανονισμού, ιδίως δε να εξασφαλιστεί η διάθεση κοινοτικών μπανανών και παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ σε τιμές εύλογες τόσο για τους καταναλωτές όσο και για τους παραγωγούς. Ο εξαιρετικά υψηλός εισαγωγικός δασμός εκτός ποσοστώσεως παρέχει αναμφισβήτητα ουσιώδη προστασία από τις εισαγωγές μπανανών τρίτων χωρών εκτός ποσοστώσεως.
57. Το Συμβούλιο έλαβε ως βάση ότι η δασμολογική ποσόστωση 2 εκατομμυρίων τόνων μαζί με την κοινοτική παραγωγή μπανανών και τις εισαγωγές από τις χώρες ΑΚΕ θα αρκούσε για να διατηρηθεί η υφιστάμενη κατανάλωση εντός της Κοινότητας. Η άποψη αυτή εκφράζεται προφανώς στην τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, κατά την οποία οι σκοποί του κανονισμού πρέπει να επιτευχθούν "δίχως να πλήττονται οι εισαγωγές μπανανών που κατάγονται από άλλες προμηθεύτριες τρίτες χώρες", και στη δέκατη αιτιολογική σκέψη, κατά την οποία ανοίγεται δασμολογική ποσόστωση για να διευκολυνθεί η σε ικανοποιητικό βαθμό διάθεση κοινοτικών μπανανών και μπανανών ΑΚΕ και να διατηρηθούν "ταυτόχρονα στο μέτρου του δυνατού τα παραδοσιακά εμπορικά ρεύματα ανταλλαγών". Το Συμβούλιο επιβεβαίωσε κατά την προφορική διαδικασία ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός ήταν να διατηρηθεί η υφιστάμενη κατανάλωση εντός της Κοινότητας. Η Επιτροπή συμμερίζεται την άποψη αυτή (20).
Το Συμβούλιο διευκρίνισε ότι η δασμολογική ποσόστωση * το ύψος της οποίας παρέμεινε αμετάβλητο σε σχέση με τη δασμολογική ποσόστωση που προβλεπόταν στην πρόταση που υπέβαλε η Επιτροπή τον Αύγουστο του 1992 * υπολογίστηκε με συναγωγή του μέσου όρου των εισαγωγών μπανανών από τρίτες χώρες κατά το 1989-1991. Η Επιτροπή και το Συμβούλιο θεωρούν τα τρία αυτά έτη ως αντιπροσωπευτικά και ως αποτελούντα την πλέον ορθή βάση υπολογισμού των εισαγωγών με τις οποίες θα μπορούσε να διατηρηθεί η κατανάλωση που υφίστατο κατά το χρονικό σημείο ενάρξεως ισχύος του κανονισμού.
58. Η Γερμανική Κυβέρνηση διατύπωσε έντονες αντιρρήσεις ως προς το ύψος της δασμολογικής ποσοστώσεως, η οποία, κατά την άποψή της, δεν θα καθιστούσε δυνατή τη διατήρηση της υφιστάμενης καταναλώσεως, αλλά αντιθέτως θα σήμαινε δραστικό περιορισμό των υφιστάμενων εισαγωγών και, κατά συνέπεια, της υφιστάμενης καταναλώσεως.
Η εν λόγω Κυβέρνηση αναφέρεται εν προκειμένω στις εισαγωγές και την κατανάλωση του 1992, που είναι σημαντικά υψηλότερες απ' ό,τι κατά το έτος που έλαβε ως βάση το Συμβούλιο. Επιπλέον, προβάλλει ότι αποτελεί σφάλμα σε μία αγορά, η οποία επί δέκα έτη παρουσίασε σταθερή και έντονη ανοδική πορεία να καθορίζεται η αναμενόμενη κατανάλωση βάσει ενός μέσου όρου που συνάγεται από μία προηγούμενη τριετή περίοδο. Η εν λόγω Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι τα τελικά και διορθωμένα αριθμητικά στοιχεία του Eurostat σχετικά με την κατανάλωση μπανάνας για το 1992 ήταν περίπου 3,8 εκατομμύρια τόνοι και ισχυρίζεται ότι ο κανονισμός θα συνεπήγετο ελλιπή κατά 500 000 τόνους εφοδιασμό της αγοράς.
59. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή, που επίσης στηρίζονται στα διορθωμένα αριθμητικά στοιχεία του Eurostat για το 1992, ισχυρίζονται ότι η δασμολογική ποσόστωση υπολογίστηκε στο ορθό ύψος της. Η εφαρμογή ενός μέσου όρου παρέχει την πιστότερη εικόνα της αναμενόμενης καταναλώσεως, επειδή, αφενός μεν, η αρχική και εξαιρετικά υψηλή κατανάλωση στις νέες γερμανικές χώρες έπρεπε να αναμένεται ότι θα σημείωνε πτωτική τάση, αφετέρου δε, τα αριθμητικά στοιχεία για το 1992 είναι τεχνητώς υψηλά. Οι επιχειρηματίες είχαν εισαγάγει το 1992 ιδιαίτερα μεγάλες ποσότητες προκειμένου να εξασφαλίσουν την καλύτερη δυνατή βάση για τη συμμετοχή τους στην ποσόστωση κατά την έναρξη ισχύος της νέας οργανώσεως αγοράς (21).
60. Νομίζω ότι η Γερμανική Κυβέρνηση έχει μέχρις ορισμένου σημείου δίκαιο. Δεν μπορεί, βάσει των υφισταμένων στοιχείων, να θεωρηθεί ως δεδομένο ότι η καθορισθείσα δασμολογική ποσόστωση είναι επαρκής για να διατηρηθεί η υφιστάμενη κατανάλωση.
61. Αποδίδω ιδίως σημασία στο γεγονός ότι η εξέλιξη της καταναλώσεως εντός της Κοινότητας από τα μέσα της δεκαετίας του '80 * σε αντιστοιχία εξάλλου με την εξέλιξη της καταναλώσεως σε παρόμοιες χώρες * παρουσίαζε σταθερά ανοδική πορεία. Οι σχετικοί αριθμοί για την περίοδο 1984-1991, εκφραζόμενοι σε εκατομμύρια τόνων, έχουν ως εξής: 1984: 1 821, 1985: 1 941, 1986: 2 424, 1987: 2 516, 1988: 2 840, 1989: 2 974, 1990: 3 330 και 1991: 3 629 (22). Ο αριθμός του Eurostat για το 1992 είναι, όπως ελέχθη, περίπου 3,8 εκατομμύρια τόνοι. Δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτό, ενόψει αυτής της εξελίξεως, ότι πρέπει να εφαρμοστούν οι κατά μέσον όρο αριθμοί των ετών 1989-1991, συναφώς δε τονίζεται ότι οι αριθμοί του 1989 δεν περιλαμβάνουν τους αριθμούς που αφορούν την κατανάλωση των νέων γερμανικών ομόσπονδων κρατών.
62. Το Συμβούλιο δεν είχε τη δυνατότητα να συμπεριλάβει την κατανάλωση του 1992 στη βάση υπολογισμού για τον καθορισμό του ύψους της ποσοστώσεως. Εντούτοις το Συμβούλιο έπρεπε να αντιληφθεί ότι η εφαρμοσθείσα μέθοδος υπολογισμού * έστω και αν η εφαρμογή κατά μέσον όρο αριθμητικών στοιχείων αποτελεί σε άλλες περιπτώσεις την ορθή μέθοδο * δεν θα παρείχε το ορθότερο αποτέλεσμα. Η σταθερή άνοδος της καταναλώσεως, η οποία, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, θα μπορούσε να συνεχιστεί, αποτελεί ένδειξη ότι, εν πάση περιπτώσει, έπρεπε να ληφθούν ως βάση για τον υπολογισμό τα αριθμητικά στοιχεία του 1991. Αυτό θα σήμαινε ότι η δασμολογική ποσόστωση, ενόψει της παραγωγής κοινοτικών μπανανών και μπανανών ΑΚΕ, θα ήταν υψηλότερη κατά 200 000 έως 300 000 τόνους.
63. Η Γερμανική Κυβέρνηση αναφέρθηκε στο ότι το Συμβούλιο δεν έλαβε υπόψη τις συνέπειες από την αναμενόμενη προσέγγιση των τιμών στις κλειστές και τις ανοικτές αγορές. Η εν λόγω Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι από την πείρα, μεταξύ άλλων της ιταλικής αγοράς, βασίμως μπορούσαν να αναμένονται σημαντικές αυξήσεις της καταναλώσεως στις μέχρι τώρα κλειστές αγορές. Η Κυβέρνηση εξέθεσε ότι αύξηση της καταναλώσεως κατά ένα μόνο κιλό ανά άτομο ετησίως στις αγορές αυτές θα συνεπήγετο αύξηση της καταναλώσεως κατά 230 000 τόνους ετησίως. Δεν αποκλείεται να έχει δίκιο η εν λόγω Κυβέρνηση ως προς τον πραγματικό αυτό ισχυρισμό. Εξάλλου, η εξέλιξη της καταναλώσεως μετά την έναρξη ισχύος της οργανώσεως της αγοράς θα εξαρτηθεί από τα αποτελέσματα των επιπτώσεων της ρυθμίσεως στους μέχρι τώρα υφιστάμενους μηχανισμούς της αγοράς. Παραμένει, μεταξύ άλλων, ανοικτό το ζήτημα αν η προσέγγιση των τιμών * η οποία προφανώς θα χρειαστεί εν πάση περιπτώσει αρκετό χρόνο * θα έχει ως συνέπεια μεγαλύτερη άνοδο της καταναλώσεως στις μέχρι τώρα κλειστές αγορές σε σχέση με τους περιορισμούς της καταναλώσεως που υφίστανται στις μέχρι τώρα ανοιχτές αγορές.
64. Το Συμβούλιο προέβαλε ότι δεν έχει αποφασιστική σημασία το αν η δασμολογική ποσόστωση καθορίστηκε ενδεχομένως σε πολύ χαμηλό επίπεδο. Εκθέτει ότι κατά το άρθρο 18, παράγραφος 1, επιβάλλεται η υποχρέωση αυξήσεως της ποσοστώσεως, όταν, σύμφωνα με τον υπολογισμό τον οποίο καταρτίζει η Επιτροπή κάθε χρόνο, η κοινοτική ζήτηση ανέρχεται και ότι, κατά το άρθρο 16, παράγραφος 3, μπορεί υπό εξαιρετικές περιστάσεις να πραγματοποιηθεί ακόμη και αύξηση της ποσοστώσεως κατά τη διάρκεια του έτους παραγωγής. Το Συμβούλιο αναφέρεται εν προκειμένω στις σκέψεις που διατύπωσε στη Διάταξη επί της αιτήσεως προσωρινών μέτρων που ζήτησε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, όπου το Δικαστήριο υπογράμμισε τις υποχρεώσεις που υπέχουν συναφώς τα όργανα (23).
65. Συντρέχουν διάφορες περιστάσεις που αποδυναμώνουν τη σημασία αυτού του επιχειρήματος.
66. Πρώτον, μπορεί να σημειωθεί ότι η Γερμανική Κυβέρνηση ζήτησε πράγματι αύξηση της ποσοστώσεως, αλλά παρά τις εκτεθείσες ανωτέρω περιστάσεις προσέκρουσε σε άρνηση (24). Επιπροσθέτως, δεν αμφισβητείται ότι η Επιτροπή δεν έχει μέχρι τούδε αναλάβει την πρωτοβουλία για αύξηση της ποσοστώσεως (25).
67. Δεύτερον * κι αυτό είναι σημαντικότερο σε σχέση με την εκτίμηση του επιχειρήματος του Συμβουλίου * πρέπει να υπογραμμισθεί η φύση της υποχρεώσεως που υπέχουν τα όργανα αναφορικά με την αύξηση της ποσοστώσεως.
68. Η δασμολογική ποσόστωση αποτελεί αντικείμενο εκτιμήσεως, σύμφωνα με τους κανόνες περί αναθεωρήσεως που περιέχονται στον κανονισμό, βάσει του κατά πρόβλεψη υπολογισμού της Επιτροπής. Αυτός ο κατά πρόβλεψη υπολογισμός καταρτίζεται σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 2, με βάση:
"* τα διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τις ποσότητες μπανανών που τέθηκαν σε εμπορία στην Κοινότητα κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους κατανεμημένες ανάλογα με την καταγωγή τους,
* τις προβλέψεις παραγωγής και εμπορίας των κοινοτικών μπανανών,
* τις προβλέψεις εισαγωγών παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ,
* τις προβλέψεις κατανάλωσης βάσει ιδίως των προσφάτων καταναλωτικών τάσεων και της εξέλιξης των τιμών στην αγορά".
Οι υπολογισμοί καταρτίζονται μετά την έναρξη ισχύος της οργανώσεως της αγοράς, δηλαδή σε χρονικό σημείο κατά το οποίο δεν υφίστανται πλέον οι συνθήκες που υπήρχαν κατά τον καθορισμό της αρχικής ποσοστώσεως. Επιπροσθέτως, είναι δύσκολο να διαπιστωθεί η πραγματική ζήτηση σε μια αγορά στην οποία οι μηχανισμοί της αγοράς έχουν εν πάση περιπτώσει τεθεί μερικώς σε ισχύ (26). Στα στοιχεία που χρησίμευσαν ως βάση για τον υπολογισμό περιέχονται αριθμοί που στηρίζονται σε προβλέψεις και, επομένως, είναι εξ ορισμού αξιολογικού χαρακτήρα. Είναι αναπόφευκτο να περιλαμβάνει ο υπολογισμός εκτιμήσεις ως προς το τι θεωρείται θετική εξέλιξη των τιμών υπό το πρίσμα του σκοπού του κανονισμού που συνίσταται στη διασφάλιση της διαθέσεως κοινοτικών μπανανών και μπανανών ΑΚΕ σε λογικές τιμές. Η Επιτροπή επιβεβαίωσε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι στην κατάρτιση του υπολογισμού ελήφθησαν υπόψη στοιχεία αξιολογικού χαρακτήρα.
69. Κατά το γράμμα του άρθρου 18, παράγραφος 1, είναι απολύτως σαφές ότι υφίσταται υποχρέωση αυξήσεως της δασμολογικής ποσοστώσεως, όταν από τον υπολογισμό προκύπτει αυξητική τάση της ζητήσεως, είναι όμως επίσης εξαιρετικά σημαντικό να ισχύει η υποχρέωση αυτή μόνο εφόσον η Επιτροπή διαπιστώσει με τον υπολογισμό της ότι η η ζήτηση "θα" ανέλθει.
70. Η κατά το άρθρο 16, παράγραφος 3, δυνατότητα αυξήσεως, κατά τη διάρκεια της περιόδου εμπορίας, της δασμολογικής ποσοστώσεως σε περίπτωση εξαιρετικών περιστάσεων (π.χ. τυφώνων στην Καραϊβική) ελάχιστη σημασία έχει στην αλληλουχία της παρούσας υποθέσεως.
71. Συνοπτικά, μπορεί εν προκειμένω να ληφθεί ως δεδομένο ότι η καθορισθείσα με τον κανονισμό δασμολογική ποσόστωση συνεπάγεται περιορισμό της υφιστάμενης καταναλώσεως και επιπλέον της καταναλώσεως μπανανών η οποία θα υφίστατο χωρίς τη δασμολογική ποσόστωση και ότι η αιτίαση αυτή κατά της νέας οργανώσεως αγοράς δεν μπορεί να απορριφθεί με απλή αναφορά στις δυνατότητες αναθεωρήσεως της δασμολογικής ποσοστώσεως που καθορίστηκε με τον κανονισμό.
Η κατανομή της δασμολογικής ποσοστώσεως
72. Στο άρθρο 19 του κανονισμού ορίζεται, όπως ελέγχθη, ότι η δασμολογική ποσόστωση κατανέμεται κατά τρόπο ώστε 66,5 % να χορηγείται στους επιχειρηματίες οι οποίοι εμπορεύθηκαν μπανάνες τρίτων χωρών και μη παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ, ενώ 30 % χορηγείται στους επιχειρηματίες που εμπορεύθηκαν κοινοτικές μπανάνες και/ή παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ. Το υπόλοιπο 3,5 % χορηγείται στους αποκαλούμενους newcomers. Αυτό σημαίνει ότι 1 330 000 τόνοι κατανέμονται μεταξύ των εμπορευομένων παραδοσιακώς μπανάνες τρίτων χωρών, ενώ οι άδειες εισαγωγής 670 000 τόνων μπανανών τρίτων χωρών κατανέμονται μεταξύ επιχειρηματιών που δεν έχουν προηγουμένως εμπορευθεί τέτοιου είδους μπανάνες.
73. Η Γερμανική Κυβέρνηση επισημαίνει το τελείως ασύνηθες αυτού του τρόπου κατανομής ποσοστώσεων και υπογραμμίζει ότι η μεταφορά του 30 % της ποσοστώσεως στους επιχειρηματίες που εμπορεύονται κοινοτικές μπανάνες και μπανάνες ΑΚΕ σημαίνει μαζική μετατόπιση μεριδίων αγοράς από τους εμπορευομένους παραδοσιακώς μπανάνες τρίτων χωρών στους εμπορευομένους παραδοσιακώς κοινοτικές μπανάνες και μπανάνες ΑΚΕ. Η μετατόπιση αυτή συνεπάγεται ιδιαίτερα σοβαρές επιπτώσεις υπό το πρίσμα του περιορισμού των υφισταμένων δυνατοτήτων εισαγωγής που συνεπάγεται σε απόλυτους αριθμούς η δασμολογική ποσόστωση. Η εν λόγω Κυβέρνηση τονίζει ότι το μέρος των συνολικών εισαγωγών από τρίτες χώρες που πραγματοποιούν οι Γερμανοί επιχειρηματίες σημειώνει πτώση από περίπου 1,35 εκατομμύρια τόνους σε περίπου 0,7 εκατομμύρια τόνους, δηλαδή περίπου 36 % της συνολικής δασμολογικής ποσοστώσεως, ενώ οι επιχειρηματίες της Γαλλίας, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ισπανίας, οι οποίοι μέχρι τώρα εισήγαγαν περιορισμένες ποσότητες μπανανών τρίτων χωρών ή δεν εισήγαγαν καθόλου (Γαλλία περίπου 1 %, Μ. Βρετανία περίπου 3,5 % και Ισπανία 0 % των συνολικών εισαγωγών από τρίτες χώρες) θα λάβουν στο μέλλον ποσοστό 8 έως 10 % της συνολικής δασμολογικής ποσοστώσεως (27).
74. Η Γερμανική Κυβέρνηση υπογραμμίζει τις σοβαρές συνέπειες που θα έχει η μετατόπιση αυτή από τους επιχειρηματίες που δρουν στις ανοιχτές αγορές προς τους επιχειρηματίες που δρουν στις κλειστές αγορές, όχι μόνο ως προς τους άμεσα θιγομένους αλλά και ως προς άλλα τμήματα της κοινωνίας (μη εκμετάλλευση των υφισταμένων λιμενικών και μεταφορικών δυνατοτήτων) καθώς και για τους καταναλωτές, ως προς τους οποίους οι τιμές θα ανέλθουν μέχρι 60 %. Συγχρόνως, η εν λόγω Κυβέρνηση αμφισβητεί ότι η χορήγηση του 30 % σε άλλους επιχειρηματίες πλην των εμπορευομένων παραδοσιακώς μπανάνες τρίτων χωρών είναι αναγκαία για την επίτευξη των σκοπών του κανονισμού και υπογραμμίζει επίσης ότι οι διατάξεις του κανονισμού δεν συνεπάγονται ευνοϊκά αποτελέσματα για τους παραγωγούς κοινοτικών μπανανών και μπανανών ΑΚΕ, αλλά αντιθέτως για τις επιχειρήσεις που εμπορεύονται παραδοσιακώς τις μπανάνες αυτές.
75. Το Συμβούλιο δεν αμφισβητεί ότι το 30 % της ποσοστώσεως συνεπάγεται μετατόπιση πόρων υπέρ των εμπορευομένων κοινοτικές μπανάνες και μπανάνες ΑΚΕ, αλλά τονίζει ότι αυτό είναι αναγκαίο για την πραγματοποίηση των σκοπών του κανονισμού, ιδίως της διασφαλίσεως της διαθέσεως κοινοτικών μπανανών και μπανανών ΑΚΕ, ενώ συγχρόνως το μέρος αυτό της ποσοστώσεως συμβάλλει επίσης στην προώθηση της ολοκληρώσεως των αγορών. Η Ισπανική Κυβέρνηση εκθέτει εν προκειμένω ότι η μετατόπιση ενός μέρους της ποσοστώσεως σε άλλους επιχειρηματίες πλην των εμπορευομένων παραδοσιακώς μπανάνες τρίτων χωρών συμβάλλει συγχρόνως στον περιορισμό της κυρίαρχης θέσεως που έχουν ορισμένες μη ευρωπαϊκές εταιρίες στο πλαίσιο της εμπορίας.
76. Το Συμβούλιο και οι υπέρ αυτού παρεμβαίνοντες προβάλλουν συγχρόνως ότι η Γερμανική Κυβέρνηση υπερβάλλει εξαιρετικά την απώλεια των μεριδίων αγοράς που θα έχει ως συνέπεια η νέα οργάνωση όσον αφορά τους εμπορευομένους παραδοσιακώς μπανάνες τρίτων χωρών.
Το Συμβούλιο τονίζει ιδίως τρεις περιστάσεις που συνεπάγονται ότι οι εμπορευόμενοι μπανάνες τρίτων χωρών πρέπει να αναμένεται ότι θα διατηρήσουν κατ' ουσίαν τα μέχρι τώρα μερίδιά τους στην αγορά. Πρώτον, τη δυνατότητα εισαγωγών εκτός δασμολογικής ποσοστώσεως μέσω καταβολής δασμού 850 ECU ανά τόνο. Δεύτερον, τη δυνατότητα αγοράς αδειών εισαγωγής από τους επιχειρηματίες που έχουν ένα μέρος του ποσοστού του 30 % και, τρίτον, τη δυνατότητα αγοράς κοινοτικών μπανανών και μπανανών ΑΚΕ η οποία επίσης υφίσταται για τους εμπορευομένους παραδοσιακώς μπανάνες τρίτων χωρών.
77. Προκαλεί έκπληξη ότι το Συμβούλιο στο υπόμνημά του αντικρούσεως αναφέρεται στη δυνατότητα μαζικών εισαγωγών μπανανών τρίτων χωρών εκτός δασμολογικής ποσοστώσεως, επειδή το Συμβούλιο κατ' αυτόν τον τρόπο, σε αντίθεση με όσα εξέθεσε σχετικά με το μέγεθος της ποσοστώσεως, θεωρεί εκ των προτέρων δεδομένο ότι θα υπάρξει πιθανώς μεγάλης εκτάσεως ζήτηση που δεν μπορεί να καλυφθεί εντός της δασμολογικής ποσοστώσεως και ότι αυτό προφανώς δεν θα έχει συνέπειες ως προς το μέγεθος της δασμολογικής ποσοστώσεως. Το Συμβούλιο στηρίζεται εν προκειμένω στο ότι οι εμπορευόμενοι παραδοσιακώς μπανάνες τρίτων χωρών θα μπορούν πράγματι να εισαγάγουν 500 000 τόνους πέραν των 1 330 000 τόνων που αντιστοιχούν στο μέρος της ποσοστώσεως που τους αναλογεί, καθόσον ο υψηλός δασμολογικός συντελεστής επί των 500 000 τόνων θα αντισταθμιστεί από τους σχετικά χαμηλούς συντελεστές επί των ποσοτήτων που εισάγονται εντός της δασμολογικής ποσοστώσεως, οπότε ο συνολικός όγκος των εισαγωγών θα δασμολογηθεί με κατά μέσον όρο 305 ECU ανά τόνο.
Δεν πρέπει να δοθεί μεγάλη σημασία στην άποψη του Συμβουλίου ως προς το σημείο αυτό. Δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι επιχειρηματίες θα αντιδράσουν όπως υποθέτει το Συμβούλιο. Το Συμβούλιο αναγνώρισε, εξάλλου, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι οι δασμολογικοί συντελεστές που εφαρμόζονται στις εισαγωγές εκτός ποσοστώσεως ενεργούν αποτρεπτικώς. Επομένως, φαίνεται ορθότερο, όπως εκθέτει η Επιτροπή, να θεωρηθεί ότι οι εισαγωγές εκτός δασμολογικής ποσοστώσεως θα πραγματοποιηθούν μόνο υπό εξαιρετικές περιστάσεις και για σύντομες περιόδους.
78. Πρέπει εξάλλου να αναφερθεί ότι, σε περίπτωση που το Συμβούλιο θα είχε δίκιο ως προς το ότι θα ήταν δυνατό να σημειωθούν σημαντικές εισαγωγές εκτός δασμολογικής ποσοστώσεως, αυτό θα έχει ως συνέπεια, εν πάση περιπτώσει, πολύ μεγάλη άνοδο των τιμών καταναλωτή. Το ποιες επιπτώσεις θα είχε η άνοδος αυτή για την κατανάλωση είναι αυτονόητο ότι εξαρτάται από την αντίδραση των καταναλωτών στην άνοδο των τιμών. Επιπροσθέτως, οι αναμενόμενες από το Συμβούλιο εισαγωγές εκτός ποσοστώσεως θα αυξήσουν σημαντικά την αξία της ποσοστώσεως του 30 % που χορηγείται στους εμπορευομένους παραδοσιακώς κοινοτικές μπανάνες και μπανάνες ΑΚΕ.
79. Η δυνατότητα των εμπορευμένων παραδοσιακώς μπανάνες τρίτων χωρών να αγοράσουν άδειες από τους δικαιούχους της κατηγορίας του 30 % προβλέπεται ρητώς στο άρθρο 20 του κανονισμού. Το γεγονός αυτό δεν προκαλεί, καθ' εαυτό, έκπληξη. Με το ποσοστό του 30 % της ποσοστώσεως αποσκοπείται ακριβώς να διευκολυνθούν οικονομικώς οι επιχειρηματίες, οι οποίοι από απόψεως τόσο τιμών όσο και ποιότητας αντιμετωπίζουν δυσκολίες στον ανταγωνισμό με τις μπανάνες τρίτων χωρών, να εξακολουθήσουν να εμπορεύονται κοινοτικές μπανάνες ή μπανάνες ΑΚΕ. Επίσης, η παροχή του δικαιώματος αποκτήσεως αδειών για την εισαγωγή μπανανών τρίτων χωρών τους παρέχει οικονομικό πλεονέκτημα είτε κάνουν χρήση των αδειών εισαγωγής είτε προσπορίζονται όφελος από την πώληση των αδειών. 'Εχει ήδη διαπιστωθεί η ύπαρξη σημαντικού εμπορίου των αδειών αυτών, που κατά τα στοιχεία που διαθέτει η Επιτροπή αντιστοιχεί περίπου σε 20 % του ποσοστού του 30 %, η δε Γερμανική Κυβέρνηση διευκρίνισε ότι οι άδειες αποτελούν αντικείμενο εμπορίας προς περίπου 450 ECU ανά τόνο.
Επομένως, είναι ορθός ο ισχυρισμός του Συμβουλίου ότι οι εμπορευόμενοι παραδοσιακώς έχουν τη δυνατότητα να αγοράζουν "μερίδια αγοράς" από αυτούς στους οποίους έχει χορηγηθεί ένα μέρος του ποσοστού του 30 %. Και πάλι όμως δεν πρέπει να παροράται ότι αυτό απλώς επιβεβαιώνει τη διαπίστωση ότι ο κανονισμός επιφέρει, μέσω της κατανομής της ποσοστώσεως, μετατόπιση των δυνατοτήτων πραγματοποιήσεως κέρδους από τους εμπορευομένους παραδοσιακώς μπανάνες τρίτων χωρών προς τους εμπορευομένους παραδοσιακώς κοινοτικές μπανάνες και μπανάνες ΑΚΕ με τα συνακόλουθα αποτελέσματα ως προς το επίπεδο των τιμών και την κατανάλωση στις μέχρι τούδε ανοιχτές αγορές. Ούτε πρέπει να παροράται ότι η μετατόπιση αυτή συνεπάγεται σημαντικά πλεονεκτήματα για τους εμπορευομένους κοινοτικές μπανάνες και μπανάνες ΑΚΕ οι οποίοι δεν πραγματοποιούν μόνο εισόδημα από την πώληση των αδειών αλλά μπορούν να πραγματοποιούν τόσο μεγαλύτερο κέρδος από την πώληση κοινοτικών μπανανών και μπανανών ΑΚΕ όσο περισσότερο ανέρχονται οι τιμές των μπανανών τρίτων χωρών * συνεπεία, μεταξύ άλλων, της πωλήσεως αδειών.
80. Η αναφερόμενη από το Συμβούλιο δυνατότητα των εμπορευομένων παραδοσιακώς μπανάνες τρίτων χωρών να αγοράζουν μπανάνες από τους κοινοτικούς παραγωγούς και τους παραγωγούς ΑΚΕ είναι αυτονόητο ότι υφίσταται. 'Οπως διευκρινίσθηκε οι εμπορευόμενοι παραδοσιακώς μπανάνες τρίτων χωρών κατόρθωσαν να απορροφήσουν το 20 % της παραγωγής των Καναρίων Νήσων (ήτοι περίπου 70 000 τόνους) και 30 % της παραγωγής των γαλλικών Υπερποντίων Διαμερισμάτων, ήτοι περίπου 95 000 τόνους). Θα πρέπει όμως ενδεχομένως να θεωρηθεί ότι η Γερμανική Κυβέρνηση έχει δίκιο ως προς το ότι δεν θα είναι εύκολο για τους εμπορευομένους παραδοσιακώς μπανάνες τρίτων χωρών να διεισδύσουν κατά τον τρόπο αυτό στα παραδοσιακά κυκλώματα που εμπορεύονται κοινοτικές μπανάνες και μπανάνες ΑΚΕ. Συνεπεία της σημαντικότατης ενθαρρύνσεως για την εμπορία κοινοτικών μπανανών και μπανανών ΑΚΕ, που αποτελεί μία από τις συνέπειες του κανονισμού, οι εμπορευόμενοι τις μπανάνες αυτές θα έχουν κάθε λόγο να διατηρήσουν τις επιχειρηματικές τους σχέσεις με τους παραγωγούς οι οποίες έχουν αναπτυχθεί επί μία δεκαετία στο πλαίσιο έντονα προστατευομένων αγορών. Η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι ήταν πράγματι αδύνατο για τις γερμανικές επιχειρήσεις να επιτύχουν εισαγωγές κοινοτικών μπανανών και μπανανών ΑΚΕ παρά τις εξαιρετικά επίμονες προσπάθειές τους (28).
Τέλος, δεν πρέπει να παροράται ότι οι ποσότητες αναφοράς, οι οποίες χρησίμευσαν ως βάση για την κατανομή των αδειών θα είναι σταθερά επί σειρά ετών οι ποσότητες που αφορούν έτη κατά τα οποία οι εμπορευόμενοι παραδοσιακώς μπανάνες τρίτων χωρών δεν εμπορεύονταν κοινοτικές μπανάνες ή μπανάνες ΑΚΕ. 'Ετσι, ως βάση για την κατανομή των αδειών 1993 χρησίμευσαν τα έτη 1989-1991, κατά δε το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1442/93 (29), ως βάση για την κατανομή των αδειών 1994 χρησιμεύουν οι ποσότητες που εισήχθησαν κατά τα έτη 1990-1992. Επομένως, μόλις το 1997, όταν οι άδειες θα κατανεμηθούν βάσει των ποσοτήτων που θα έχουν εισαχθεί κατά τα έτη 1993-1995, οι εμπορευόμενοι παραδοσιακώς μπανάνες τρίτων χωρών θα μπορέσουν να συμμετάσχουν σχεδόν πλήρως στο ποσοστό του 30 % βάσει του εμπορίου κοινοτικών μπανανών και μπανανών ΑΚΕ που θα έχει ενδεχομένως αρχίσει.
81. Κατά τη γνώμη μου, με βάση αυτά τα δεδομένα μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο κανονισμός επέφερε βραχυχρονίως με την κατανομή της ποσοστώσεως σημαντικό περιορισμό των ποσοτήτων μπανανών που είναι πράγματι διαθέσιμες για τους μέχρι τούδε εμπορευομένους μπανάνες τρίτων χωρών και ότι, εν πάση περιπτώσει, μέσω της κατανομής της δασμολογικής ποσοστώσεως επήλθε μετατόπιση των δυνατοτήτων πραγματοποιήσεως κέρδους από μία κατηγορία επιχειρηματιών, δηλαδή τους εμπορευομένους παραδοσιακώς μπανάνες τρίτων χωρών, σε μία άλλη κατηγορία, δηλαδή τους εμπορευομένους παραδοσιακώς κοινοτικές μπανάνες και μπανάνες ΑΚΕ.
Εκτίμηση
82. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή ορθώς υπογραμμίζουν ότι η νέα οργάνωση αγοράς αφορά έναν τομέα ο οποίος παρουσιάζει ορισμένες ιδιομορφίες και ως προς τον οποίο σε περιορισμένη μόνο έκταση μπορεί να χρησιμεύσει η πείρα που έχει κτηθεί από άλλες οργανώσεις αγοράς. Ο κοινοτικός νομοθέτης είχε να επιτελέσει ένα πολύ δύσκολο έργο κατά την αξιολόγηση των μελλοντικών επιπτώσεων που εξαρτώνται από μία σειρά παραγόντων που δύσκολα μπορούν να προβλεφθούν, μεταξύ των οποίων οι αντιδράσεις των επιχειρηματιών και των καταναλωτών.
Επομένως, ορθώς επίσης το Συμβούλιο και η Επιτροπή τόνισαν ότι η εκτίμηση των αναγκαίων μέσων για την επίτευξη των σκοπών του κανονισμού μπορεί να μη ληφθεί υπόψη μόνο εφόσον είναι σαφώς εσφαλμένη ενόψει των στοιχείων που διέθετε ο νομοθέτης κατά το χρονικό σημείο της θεσπίσεως του κανονισμού (30).
83. Εντούτοις, παραμένει γεγονός ότι ο κανονισμός χρησιμοποιεί μέσα * τη δασμολογική ποσόστωση και ιδίως τους ειδικούς κανόνες για την κατανομή της * που συνιστούν αισθητή επέμβαση στις υφιστάμενες μορφές επιχειρηματικής δραστηριότητας. Τα μερίδια αγοράς των επιχειρηματιών ορισμένων χωρών μελών περιορίζονται και σημαντικές δυνατότητες πραγματοποιήσεως κέρδους μετατοπίζονται σε επιχειρηματίες άλλων κρατών μελών. Κατά τη γνώμη μου, μπορούσε να προβλεφθεί ότι ο κανονισμός θα επέφερε αισθητές διαταραχές στις μέχρι τούδε ανοικτές αγορές, όπως άνοδο των τιμών, πτώση των πωλήσεων με τον συνακόλουθο κίνδυνο απολύσεων, μη εκμετάλλευση εγκαταστάσεων, αυτό δε τόσο ως προς τις επιχειρήσεις που εμπορεύονται απευθείας μπανάνες όσο και τις επιχειρήσεις που μεταφέρουν (εφοπλιστικές εταιρίες, λιμάνια, σιδηρόδρομοι) μπανάνες και πραγματοποιούν την ωρίμανσή τους (31). Εξάλλου, είναι σαφές ότι ορισμένες από τις ζημίες αυτές αντισταθμίζονται μέχρις ορισμένου σημείου από τις υψηλότερες τιμές των μπανανών που μπορούν να επιτευχθούν συνεπεία του περιορισμού της προσφοράς στις μέχρι τούδε ανοιχτές αγορές.
84. Είναι ορθό, όπως υποστηρίζει το Συμβούλιο, ότι η δημιουργία μιας κοινής αγοράς για τις μπανάνες δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς δραστικές μεταβολές στη μέχρι τούδε δομή της αγοράς, εν πάση δε περιπτώσει όταν λαμβάνεται ως δεδομένο ότι η νέα οργάνωση αγοράς θα διασφαλίσει τη διάθεση της κοινοτικής παραγωγής μπανανών και την τήρηση των υποχρεώσεων της ΕΚ έναντι των χωρών ΑΚΕ. Επρόκειτο για τη δημιουργία μιας κοινής αγοράς με βάση, αφενός μεν, αγορές στις οποίες το εμπόριο χαρακτηριζόταν κατ' εξοχήν από τις πωλήσεις μη ανταγωνιστικών εμπορευμάτων, πράγμα που είχε υπαγορεύσει την προστασία των αγορών αυτών, αφετέρου δε, αγορές στις οποίες εισάγονταν κατ' εξοχήν ανταγωνιστικά προϊόντα χωρίς ποσοτικούς περιορισμούς.
85. Σε μια τέτοια κατάσταση είναι χωρίς αμφιβολία ορθό ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι επιφυλακτικό ως προς τον καθορισμό στενών ορίων σχετικά με την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως του νομοθέτη * ακόμη και σε μία κατάσταση κατά την οποία είναι γνωστό ότι ο επίμαχος κανονισμός θεσπίστηκε με μειοψηφία ορισμένων κρατών μελών και στην οποία μπορεί να θεωρηθεί ότι η μειοψηφία αυτή αποτελείται εν πάση περιπτώσει από ορισμένα από τα κράτη μέλη των οποίων η κοινωνία θα υποστεί σημαντικό μέρος των βαρών που συνδέονται με τη δημιουργία της κοινής αγοράς.
86. Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει εντούτοις ότι τα εφαρμοσθέντα μέσα είναι προφανώς παράνομα, επειδή οι σκοποί του κανονισμού, μεταξύ των οποίων ιδίως η διασφάλιση της διαθέσεως κοινοτικών μπανανών και μπανανών ΑΚΕ σε λογικές τιμές, θα μπορούσε να επιτευχθεί με άλλα εξίσου αποτελεσματικά μέσα που δεν θα είχαν τις βλαπτικές συνέπειες που συνδέονται με τα ήδη χρησιμοποιηθέντα μέσα. Η Γερμανική Κυβέρνηση αναφέρεται ιδίως στη δυνατότητα δημιουργίας μιας οργανώσεως στην οποία οι τιμές των κοινοτικών μπανανών και των μπανανών ΑΚΕ θα καταστούν ανταγωνιστικές μέσω άμεσων ενισχύσεων στους παραγωγούς. Τα μέσα για την ενίσχυση αυτή θα μπορούσαν να εξασφαλισθούν με τον δασμό που επιβάλλεται στις μπανάνες τρίτων χωρών. Ο δασμολογικός συντελεστής θα μπορούσε εν πάση περιπτώσει να καθορισθεί κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η κάλυψη των δαπανών που θα συνεπήγετο η ενίσχυση. Η Γερμανική Κυβέρνηση τονίζει ότι μια τέτοια οργάνωση, θεωρούμενη συνολικώς, θα επέφερε μικρότερο κοινωνικό κόστος, επειδή οι μπανάνες δεν θα παρουσίαζαν υπό το καθεστώς μιας τέτοιας οργανώσεως μεγαλύτερη ανοδική πορεία ως προς τις τιμές απ' ό,τι απαιτείται για τη χρηματοδότηση της ενισχύσεως στους παραγωγούς. Η Κυβέρνηση προβάλλει ότι η λύση που προκρίθηκε συνεπάγεται άνοδο των τιμών και, επομένως, προκάλεσε αύξηση του κόστους για τους καταναλωτές σε επίπεδο το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ το κόστος που θα συνεπήγετο η οργάνωση που είχε προτείνει η Κυβέρνηση.
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή, ενόψει της επιχειρηματολογίας αυτής, εκθέτουν κατ' ουσίαν ότι μια τέτοια οργάνωση θα ήταν δυσανάλογα δαπανηρή και επιβαρυντική για τον προϋπολογισμό της Κοινότητας και, επιπλέον, επικαλούνται τη σημαντική ελευθερία εκτιμήσεως που διαθέτει ο κοινοτικός νομοθέτης.
87. Κατά τη γνώμη μου, είναι αρκετά σαφές ότι οι προσπάθειες που κατέβαλαν το Συμβούλιο και η Επιτροπή στην παρούσα υπόθεση για να αντικρούσουν την επιχειρηματολογία της Γερμανικής Κυβερνήσεως σχετικά με την ενίσχυση στους παραγωγούς θα μπορούσαν να έχουν περισσότερο πειστικά αποτελέσματα. Εξακολουθεί να είναι αμφίβολο αν το Συμβούλιο μπορούσε πράγματι να επιλέξει άλλα λιγότερο, και για τους καταναλωτές και για τον επιχειρηματικό κόσμο σε ορισμένα από τα κράτη μέλη, επαχθή μέσα για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με τον κανονισμό σκοπών. Εντούτοις, νομίζω ότι είναι σαφές ότι δεν υφίσταται κανένα τόσο προφανές σφάλμα ως προς την κατά τα ανωτέρω επιλογή των μέσων για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με τον κανονισμό σκοπών, ώστε το Δικαστήριο, στο πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας που ασκεί, να έχει τη δυνατότητα να ακυρώσει την επιλογή αυτή.
88. Προκειμένου στη συνέχεια να ληφθεί θέση επί του ζητήματος αν τα συγκεκριμένως επιλεχθέντα μέσα είναι παράνομα, επειδή διαμορφώθηκαν εντός του πλαισίου του υπό κρίση κανονισμού κατά τρόπο επαχθέστερο απ' ό,τι ήταν αναγκαίο για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με τον κανονισμό σκοπών, πρέπει να λεχθεί, πρώτον, ότι το γεγονός ότι κατά τον τρόπο αυτό προκαλείται αύξηση των τιμών καταναλωτή σε ορισμένα κράτη μέλη δεν μπορεί, θεωρούμενο αυτοτελώς, να επηρεάσει το κύρος του κανονισμού. Αφενός μεν, αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως αναγκαία συνέπεια της πραγματοποιήσεως της κοινής αγοράς στην οποία πρέπει να ευθυγραμμιστούν μέχρις ορισμένου σημείου οι μέχρι τούδε υφιστάμενες σημαντικές διαφορές τιμών που υφίστανται στις ανοιχτές και τις κλειστές αγορές, αφετέρου δε, κατά τη γνώμη μου, δεν υφίσταται στο κοινοτικό δίκαιο καμία νομική προστασία από την αύξηση των τιμών καταναλωτή, όπως η εν προκειμένω, εφόσον η αύξηση αυτή είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της διαθέσεως των ίδιων των κοινοτικών προϊόντων.
89. Η Γερμανική Κυβέρνηση προέβαλε ότι, στην περίπτωση κατά την οποία δεν ακυρωθεί η ποσόστωση αυτή καθ' εαυτή, θα πρέπει εν πάση περιπτώσει να ακυρωθεί η δασμολογική ποσόστωση που καθορίστηκε συγκεκριμένα, επειδή είναι ανεπαρκής για την κάλυψη της ζητήσεως. 'Οπως ελέχθη, πρέπει να ληφθεί ως βάση ότι η ποσόστωση καθορίστηκε κάπως υπερβολικά χαμηλά. Εντούτοις, κατά τη γνώμη μου, αυτό δεν συνιστά τόσο σοβαρό σφάλμα ώστε να δικαιολογείται η ακύρωση από το Δικαστήριο των διατάξεων του κανονισμού που αφορούν τον καθορισμό της δασμολογικής ποσοστώσεως.
90. Η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει περαιτέρω μετ' επιτάσεως ότι η μεταφορά ποσοστού 30 % της δασμολογικής ποσοστώσεως από τους εμπορευομένους παραδοσιακώς μπανάνες τρίτων χωρών στους εμπορευομένους παραδοσιακώς κοινοτικές μπανάνες και μπανάνες ΑΚΕ είναι άνευ λόγου επαχθής, επειδή η διασφάλιση της διαθέσεως των κοινοτικών μπανανών και των μπανανών ΑΚΕ υφίσταται ήδη σε μεγάλο βαθμό συνεπεία του καθορισμού της δασμολογικής ποσοστώσεως η οποία αναγκάζει τους εμπόρους να ικανοποιούν την υφιστάμενη στην Κοινότητα ζήτηση μέσω των κοινοτικών μπανανών και των μπανανών ΑΚΕ.
91. Το Συμβούλιο και οι παρεμβαίνοντες υπέρ αυτού προβάλλουν επιπλέον ότι η δασμολογική ποσόστωση δεν είναι επαρκής. Η από απόψεως ανταγωνισμού κατάσταση των κοινοτικών μπανανών και των μπανανών ΑΚΕ σε σχέση με τις μπανάνες τρίτων χωρών καθιστά απολύτως αναγκαία τη διασφάλιση της διαθέσεώς τους μέσω του πρόσθετου κινήτρου που συνίσταται στο ότι η διάθεση των μπανανών αυτών αποτελεί το έρεισμα για τη γένεση δικαιώματος επί του μέρους της δασμολογικής ποσοστώσεως που ισχύει για μπανάνες τρίτων χωρών.
92. Η Γερμανική Κυβέρνηση υπογραμμίζει εν προκειμένω ότι η προβλεπόμενη στον τίτλο ΙΙΙ του κανονισμού ενίσχυση αντισταθμίσεως θα λειτουργήσει στην πράξη κατά τρόπο ώστε να απομακρύνεται οποιοσδήποτε κίνδυνος αδυναμίας διαθέσεως κοινοτικών μπανανών σε ανταγωνιστικές τιμές και ότι το σύστημα της ενισχύσεως αντισταθμίσεως, όπως προβλέπεται, θα μπορούσε επίσης να επεκταθεί και να ισχύσει για παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ. Η εν λόγω Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι η αντιστάθμιση συνεπάγεται ότι διασφαλίζεται στους παραγωγούς η πλήρης κάλυψη της διαφοράς μεταξύ της τιμής που έχουν επιτύχει οι παραγωγοί κατά το έτος αναφοράς και της μέσης τιμής που επιτυγχάνεται ήδη κατά το έτος της πωλήσεως. 'Οταν εξασφαλίζεται ο παραγωγός μέσω της ενισχύσεως αντισταθμίσεως, η μεταφορά του ποσοστού του 30 % δεν έχει ουσιαστικά άλλο σκοπό από το να καταστήσει τους εισαγωγείς, που έχουν μερίδιο στο ποσοστό, πλουσιότερους.
93. 'Εναντι του ισχυρισμού αυτού, το Συμβούλιο προβάλλει ότι η ενίσχυση αντισταθμίσεως δεν έχει ως σκοπό να αποτελέσει, κατά τον τρόπο που εκθέτει η Γερμανική Κυβέρνηση, ένα μέσο για τη διασφάλιση της διαθέσεως των προϊόντων, αλλ' απλώς την κάλυψη της διαφοράς τιμών, όταν πράγματι αυτή εμφανίζεται. Το Συμβούλιο υπογραμμίζει ότι η ενίσχυση χορηγείται, κατά το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού, μόνο για την αντιστάθμιση "ενδεχόμενης" απώλειας εισοδήματος. Η Επιτροπή διατυπώνει την άποψη αυτή υπό την έννοια ότι η ενίσχυση αντισταθμίσεως αποτελεί απλώς δείκτη ασφαλείας στην περίπτωση κατά την οποία τα άλλα μέσα του κανονισμού αποδεικνύονται ανεπαρκή.
Το Συμβούλιο τονίζει περαιτέρω ότι η ενίσχυση αντισταθμίσεως καταβάλλεται εν πάση περιπτώσει για πρώτη φορά κατά το επόμενο έτος και ισχύει μόνο μεσοπρόθεσμα, δηλαδή μέχρις ότου οι διαρθρωτικές μεταβολές θα έχουν καταστήσει την κοινοτική παραγωγή περισσότερο ανταγωνιστική. Επομένως, η ενίσχυση, κατά το Συμβούλιο δεν είναι δυνατό να έχει τα αποτελέσματα που εκθέτει η Γερμανική Κυβέρνηση.
94. Είναι δύσκολο να γίνει δεκτή η επιχειρηματολογία του Συμβουλίου κατά την οποία η ενίσχυση αντισταθμίσεως είναι πρόσφορη, από τεχνικής απόψεως, να συμβάλλει στη διασφάλιση της διαθέσεως των κοινοτικών μπανανών. Το ότι η ενίσχυση προβλέπεται μόνο ως μεσοπρόθεσμο μέσο δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ του ότι η ενίσχυση, καθόσον χρόνο υφίσταται, δεν μπορεί να συμβάλει στη διάθεση των κοινοτικών μπανανών, ούτε δε το γεγονός ότι η ενίσχυση καταβάλλεται καταρχήν εκ των υστέρων αποτελεί βάσιμο επιχείρημα, καθόσον η δυνατότητα προκαταβολής έναντι συστάσεως ασφαλείας προβλέπεται ρητώς από τον κανονισμό (βλ. άρθρο 12, παράγραφος 7). Υπάρχει εντούτοις ένα στοιχείο που μπορεί να προταθεί κατά της Γερμανικής Κυβερνήσεως, ότι δηλαδή η ενίσχυση θα έχει ως συνέπεια ότι συγκεκριμένος παραγωγός δεν θα έχει συμφέρον στην τιμή που μπορεί να επιτύχει για τις μπανάνες του: η ενίσχυση καταβάλλεται βάσει του μέσου όρου τιμών του έτους πωλήσεως. Ο συγκεκριμένος παραγωγός, ο οποίος δεν γνωρίζει τις τιμές πωλήσεως των άλλων παραγωγών και, επομένως τον μέσο όρο τιμών, ο οποίος διαμορφώνεται κατά τη διάρκεια του έτους, θα επιδιώξει κατά συνέπεια να επιτύχει την καλύτερη δυνατή τιμή από τους αγοραστές του.
95. Εντούτοις, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι δυνατόν επί του παρόντος να ληφθεί θέση επί της ορθότητας της απόψεως της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι η ενίσχυση αντισταθμίσεως θα έχει, σε αντίθεση προς τον σκοπό της, ως αποτέλεσμα ότι η μεταφορά του ποσοστού 30 % θα αποδειχθεί περιττή και επομένως αδικαιολόγητη. Αν προκύψει ότι η εξέλιξη θα είναι αυτή που εκθέτει η Γερμανική Κυβέρνηση, δηλαδή ότι η ενίσχυση αντισταθμίσεως θα λειτουργήσει πράγματι ως ένα πρόσθετο μέσο παράλληλα με τα κύρια μέσα που χρησιμοποιεί ο κανονισμός για τη διασφάλιση της διαθέσεως των κοινοτικών μπανανών, πρέπει να αναμένεται ότι αυτό θα αποτελέσει αφορμή για την τροποποίηση της νομοθεσίας.
96. Ενόψει των ανωτέρω, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η χορήγηση ποσοστού 30 % στους εμπορευομένους κοινοτικές μπανάνες και μπανάνες ΑΚΕ αποτελεί αποτελεσματικό μέσο για τη διασφάλιση της διαθέσεως των μπανανών αυτών. Είναι πιθανόν ότι θα προκύψει έντονος ανταγωνισμός για την εξασφάλιση μεριδίων στις πωλήσεις αυτών των εμπορευμάτων. Θα εμφανιστούν νέοι αγοραστές στην αγορά και οι παραδοσιακοί αγοραστές θα επιδιώξουν να διατηρήσουν την πρόσβαση τους προμηθευτές τους. Εν προκειμένω υφίσταται σημαντικό κίνητρο. Η αξία των μεριδίων της δασμολογικής ποσοστώσεως θα είναι σημαντική, εν πάση περιπτώσει καθ' όσον χρόνο η δασμολογική ποσόστωση θα εξακολουθεί να παραμένει σε χαμηλό επίπεδο. Επιπροσθέτως, το ποσοστό 30 % θα συμβάλλει στην επιδιωκόμενη ολοκλήρωση των μέχρι τούδε διαφορετικών αγορών.
97. Επομένως, δεν υφίστανται σοβαρές αμφιβολίες ως προς την καταλληλότητα του μέσου αυτού για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Το ζήτημα είναι αν είναι υπερβολικό.
98. 'Οπως προκύπτει, είναι αμφίβολο αν η διασφάλιση διαθέσεως των κοινοτικών μπανανών και των μπανανών ΑΚΕ σε λογικές τιμές δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσω συνδυασμού δασμολογικής ποσοστώσεως και ενισχύσεως αντισταθμίσεως, ίσως υπό κάπως διαφοροποιημένη μορφή ή μέσω αναμορφώσεως των κανόνων περί κατανομής της δασμολογικής ποσοστώσεως που θα ήταν λιγότερο επαχθής για τους εμπορευομένους παραδοσιακώς μπανάνες τρίτων χωρών.
99. Συνοψίζοντας, θεωρώ ότι υπάρχουν στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούσε να ακυρωθεί η θεσπισθείσα οργάνωση. Εντούτοις, τα στοιχεία αυτά δεν έχουν τη σαφήνεια και τη βαρύτητα που πρέπει να υφίστανται προκειμένου να στηριχθεί σ' αυτά η κρίση ότι το Συμβούλιο κατά την επιλογή των μέσων για την επίτευξη των σκοπών του κανονισμού υπερέβη τα όρια της διακριτικής του εξουσίας. Η επιλογή που πραγματοποιήθηκε ως προς τα μέσα που έπρεπε να εφαρμοσθούν και οι συνέπειές τους για την κατανομή των βαρών που προκαλούνται από την εφαρμογή της εσωτερικής αγοράς με τη διασφάλιση της διαθέσεως κοινοτικών μπανανών και μπανανών ΑΚΕ τελεί εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας του νομοθέτη και προδήλως δεν στηρίζεται σε εσφαλμένες εκτιμήσεις ως προς τις προϋποθέσεις και τα αποτελέσματα της επιλογής. Ο νομοθέτης παρέμεινε εντός των ορίων τα οποία έχουν καθοριστεί με τη νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά τον καθορισμό των πραγματικών δεδομένων που αποτελούν το έρεισμα της νομοθετικής τους δράσεως και τα οποία αφορούν, αφενός μεν, τον συγκεκριμένο καθορισμό του σκοπού που επιδιώκεται να πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο των διατάξεων της Συνθήκης, αφετέρου δε, την επιλογή των κατάλληλων μέσων (32).
Ο λόγος που αντλείται από την παράβαση των διατάξεων της Συνθήκης περί ανταγωνισμού
100. Η Γερμανική Κυβέρνηση, υποστηριζόμενη από τη Βελγική Κυβέρνηση, προβάλλει ότι οι κανόνες του κανονισμού περί κατανομής της δασμολογικής ποσοστώσεως θα έχουν συνέπειες που θα είναι σε αντίθεση προς τις διατάξεις της Συνθήκης περί ανταγωνισμού, τις οποίες το Συμβούλιο οφείλει να τηρεί κατ' ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 5 και 90 της Συνθήκης. Η Γερμανική Κυβέρνηση εκθέτει ότι θα επέλθει παγιοποίηση της υφιστάμενης κατανομής της αγοράς, επειδή οι μέχρι τούδε εμπορευόμενοι κοινοτικές μπανάνες και μπανάνες ΑΚΕ δεν θα αντιμετωπίζουν πλέον κανενός είδους ανταγωνισμό στις παραδοσιακές τους αγορές και, κατ' αυτόν τον τρόπο, θα έχουν τη δυνατότητα να συμπεριφέρονται κατά τρόπο αντίθετο προς τον ανταγωνισμό. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, ο ανταγωνισμός θα αποκλεισθεί, αυτό δε για διάφορους λόγους. Η Κυβέρνηση εκθέτει συγκεκριμένα ότι οι εμπορευόμενοι κοινοτικές μπανάνες και μπανάνες ΑΚΕ θα μπορούν να επιτυγχάνουν δυσαναλόγως υψηλά κέρδη, επειδή τουλάχιστον οι κοινοτικοί παραγωγοί θα μπορούν, με βάση τη θεσπισθείσα ενίσχυση αντισταθμίσεως, να πωλούν τις μπανάνες τους σε "τιμές ντάμπινγκ", ότι δεν είναι δυνατόν για τους εμπορευομένους παραδοσιακώς μπανάνες τρίτων χωρών να προμηθεύονται από τους κοινοτικούς παραγωγούς και τους παραγωγούς ΑΚΕ και ότι, τέλος, δεν υφίσταται καμία ουσιαστική δυνατότητα προσβάσεως στην αγορά των αποκαλουμένων newcomers, επειδή το μέρος αυτό της δασμολογικής ποσοστώσεως έχει καθοριστεί υπερβολικά χαμηλά * 3,5 % της συνολικής ποσοστώσεως, που αντιστοιχεί σε 70 000 τόνους επί ενός συνόλου 2 εκατομμυρίων τόνων.
101. 'Οπως εκθέτει το Συμβούλιο και ορισμένοι από τους παρεμβαίνοντες, από το άρθρο 42 της Συνθήκης προκύπτει ότι οι κανόνες περί ανταγωνισμού της Συνθήκης εφαρμόζονται στην παραγωγή και στο εμπόριο των γεωργικών προϊόντων μόνο κατά το μέτρο που ορίζεται από το Συμβούλιο (33).
Η Συνθήκη αφήνει στο Συμβούλιο τη φροντίδα να αποφασίζει αν και κατά πόσο οι κανόνες περί ανταγωνισμού πρέπει να εφαρμόζονται στον τομέα της γεωργίας. Επομένως, η Συνθήκη, ενόψει των ειδικών συνθηκών που υφίστανται στον τομέα της γεωργίας, παρέχει στο Συμβούλιο ευρύτερες αρμοδιότητες από αυτές που έχει σε άλλους τομείς. Το Συμβούλιο μπορεί, στην περίπτωση κατά την οποία οι σκοποί των κανόνων περί γεωργίας δεν συμβιβάζονται με τους κανόνες περί ανταγωνισμού, να δίνει την προτεραιότητα στους κανόνες περί γεωργίας (34).
102. Επομένως, δεν υπάρχει λόγος να εξετασθεί αν η οργάνωση αγοράς συνεπάγεται πράγματι περιορισμούς του ανταγωνισμού οι οποίοι σε άλλες περιπτώσεις θα μπορούσαν να ήταν αντίθετοι προς τις διατάξεις της Συνθήκης περί ανταγωνισμού. Πρέπει απλώς να αναφερθεί ότι οι κανόνες της οργανώσεως αγοράς που αφορούν συναλλαγές με τρίτες χώρες, όπως και άλλοι κανόνες περί εμπορίου που προβλέπονται στο πλαίσιο κοινών οργανώσεων αγοράς, περιορίζουν κατ' ανάγκη μέχρις ορισμένου σημείου τον ανταγωνισμό σε βάρος των εισαγομένων εμπορευμάτων. Εξάλλου, από τα προεκτεθέντα σχετικά με τα αποτελέσματα των κανόνων του κανονισμού περί κατανομής της δασμολογικής ποσοστώσεως προκύπτει ότι κάθε άλλο παρά σαφής είναι η απάντηση στο ζήτημα αν οι κανόνες αυτοί θα έχουν ως συνέπεια παγιοποίηση των μέχρι τούδε μορφών επιχειρηματικής δραστηριότητας ή αν αντιθέτως θα συμβάλλουν στο άνοιγμα των αγορών. Τέλος το Συμβούλιο δεν υποχρεούται, όσον αφορά τους newcomers, να τους χορηγήσει μέρος της ποσοστώσεως συγκεκριμένου ύψους, και αν ακόμη θεωρηθεί ότι έχει υποχρέωση χορηγήσεως οιουδήποτε ποσού (35).
103. Η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει ότι στο προοίμιο του κανονισμού δεν εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους είναι αναγκαίο να περιοριστεί ο ανταγωνισμός προκειμένου να επιτευχθούν οι σκοποί του κανονισμού και, επομένως, ο κανονισμός δεν ανταποκρίνεται στην υποχρέωση αιτιολογήσεως που επιβάλλεται με το άρθρο 190 της Συνθήκης.
Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί. Καθόσον η Γερμανική Κυβέρνηση έχει τη γνώμη ότι οι ειδικές διατάξεις για την κατανομή της δασμολογικής ποσοστώσεως δεν είναι καθ' εαυτές επαρκώς αιτιολογημένες, οφείλω να παρατηρήσω ότι το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως τηρείται, όσον αφορά τους κανονισμούς, όταν η αιτιολογία, όσο λακωνική και αν είναι, καθιστά σαφή τον κύριο σκοπό του κανονισμού (36), και όταν με την εκτιθέμενη αιτιολογία διευκρινίζονται τα ουσιώδη σημεία των λαμβανομένων μέτρων. Επομένως, η αιτιολογία μπορεί να περιορίζεται στην επισήμανση, αφενός, της συνολικής καταστάσεως που υπαγόρευσε την έκδοση του κανονισμού και, αφετέρου, των γενικών σκοπών που πρέπει να επιτευχθούν με αυτόν (37).
104. Η αιτιολογία που περιέχεται στο προοίμιο σχετικά με τους κανόνες περί κατανομής ποσοστώσεως είναι λακωνική. Στη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού εκτίθεται εν προκειμένω ότι:
"(...) προκειμένου να τηρηθούν οι προαναφερόμενοι στόχοι και ταυτόχρονα να ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες της εμπορίας μπανάνας, για τη διαχείριση της δασμολογικής ποσοστώσεως πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ, αφενός, των επιχειρηματιών που έχουν ήδη θέση σε εμπορία μπανάνες τρίτων χωρών και μη παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ και, αφετέρου, των επιχειρηματιών που έχουν ήδη εμπορευθεί μπανάνες κοινοτικής παραγωγής και παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ (...)"
105. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το εν λόγω χωρίο αναφέρεται στους "προαναφερόμενους στόχους" και επομένως στους αναφερόμενους ομοίως στην τρίτη αιτιολογική σκέψη σκοπούς σχετικά με τη διασφάλιση της διαθέσεως κοινοτικών μπανανών και μπανανών ΑΚΕ, καθώς επίσης και στο ότι η διάκριση μεταξύ εμπορευομένων μπανάνες τρίτων χωρών και εμπορευομένων κοινοτικές μπανάνες και μπανάνες ΑΚΕ πρέπει να γίνεται λαμβανομένων υπόψη των ειδικών συνθηκών που υφίστανται ως προς τη διάθεση μπανανών.
Κατά τη γνώμη μου, η αιτιολογία αυτή πρέπει να επαρκεί για την τήρηση της προϋποθέσεως που ισχύει, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ως προς την αιτιολόγηση κανονισμού όπως ο υπό κρίση.
Ο λόγος που αντλείται από το γεγονός ότι ο κανονισμός αντιβαίνει προς τους σκοπούς της γεωργικής πολιτικής
106. Η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει ότι ο κανονισμός, ιδίως δε οι κανόνες για τις συναλλαγές με τις τρίτες χώρες, συνιστά παράβαση του άρθρου 39 της Συνθήκης, στο οποίο απαριθμούνται οι σκοποί της κοινής γεωργικής πολιτικής. Η εν λόγω Κυβέρνηση προβάλλει ότι ο κανονισμός επιδιώκει σκοπούς οι οποίοι αντίκεινται προς τους σκοπούς που απαριθμούνται στο άρθρο 39 ή δεν καλύπτονται από τους σκοπούς αυτούς και ότι χρησιμοποιεί μέσα τα οποία δεν είναι πρόσφορα για την επίτευξη των σκοπών αυτών.
107. Από το άρθρο 40, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, προκύπτει ότι η κοινή οργάνωση αγοράς "δύναται να περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την επίτευξη των στόχων του άρθρου 39, ιδίως δε ρυθμίσεις των τιμών, ενισχύσεις τόσο για την παραγωγή όσο και για την εμπορία των διαφόρων προϊόντων (...), κοινούς μηχανισμούς σταθεροποιήσεως των εισαγωγών ή των εξαγωγών". Από το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, προκύπτει ότι "η κοινή οργάνωση πρέπει να περιορίζεται στην επιδίωξη των στόχων του άρθρου 39", δηλαδή:
"α) να αυξάνει την παραγωγικότητα στον τομέα της γεωργίας με την ανάπτυξη της τεχνικής προόδου, με την εξασφάλιση της ορθολογικής αναπτύξεως της γεωργικής παραγωγής, καθώς και της αρίστης χρησιμοποιήσεως των συντελεστών παραγωγής, ιδίως του εργατικού δυναμικού
β) να εξασφαλίζει κατ' αυτόν τον τρόπο ένα δίκαιο βιοτικό επίπεδο στον γεωργικό πληθυσμό, ιδίως με την αύξηση του ατομικού εισοδήματος των εργαζομένων στη γεωργία
γ) να σταθεροποιεί τις αγορές
δ) να εξασφαλίζει τον εφοδιασμό
ε) να διασφαλίζει λογικές τιμές κατά την προσφορά αγαθών στους καταναλωτές".
108. Το Δικαστήριο έχει τονίσει ότι οι σκοποί αυτοί διατυπώνονται ευρέως και ότι ενδεχομένως μπορεί να μη συμπίπτουν. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι τα κοινοτικά όργανα πρέπει να επιδιώκουν την εξισορρόπηση ενδεχομένως αντιφατικών μεταξύ τους σκοπών, αλλά έχει επίσης δεχθεί ότι επιτρέπεται να δίνεται προσωρινώς προτεραιότητα στον έναν ή τον άλλο σκοπό, όταν αυτό επιβάλλεται από τις οικονομικές περιστάσεις (38). Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι το Συμβούλιο πρέπει να διαθέτει ευρεία διακριτική εξουσία σε σχέση με την πραγματοποίηση των σκοπών του άρθρου 39 (39).
109. Πρέπει, πρώτον, να παρατηρηθεί ότι μπορεί να μη ληφθεί υπόψη το μέρος της επιχειρηματολογίας της Γερμανικής Κυβερνήσεως, όπου αυτή ισχυρίζεται ότι τα εφαρμοσθέντα με τον κανονισμό μέσα είναι απρόσφορα για την επίτευξη των απαριθμούμενων στο άρθρο 39 σκοπών. Η επιχειρηματολογία αυτή συμπίπτει γενικώς κατ' ουσίαν με την επιχειρηματολογία επί της οποίας έλαβα θέση όσον αφορά τους ισχυρισμούς της Κυβερνήσεως, ότι ο κανονισμός συνιστά παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των εφαρμοστέων γενικών αρχών του δικαίου.
110. Η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει ότι η διασφάλιση της κοινοτικής παραγωγής και η διατήρηση των εισοδημάτων των παραγωγών δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των σκοπών του άρθρου 39 και ότι, επομένως, δεν είναι δυνατόν να επιδιώκονται με τον κανονισμό οι σκοποί αυτοί.
111. Η άποψη αυτή στηρίζεται σε μία υπερβολικά στενή ερμηνεία των σκοπών του άρθρου 39 και εξάλλου είναι αντίθετη προς την πρακτική του Συμβουλίου. Είναι σαφές, σύμφωνα με την περιγραφή των σκοπών της διατάξεως αυτής, ότι εμπεριέχεται σαφώς η αντίληψη ότι οι οργανώσεις αγοράς επιδιώκουν τη διατήρηση της υφιστάμενης κοινοτικής παραγωγής, όχι μόνο για τη σταθεροποίηση των αγορών και την εξασφάλιση του εφοδιασμού, αλλά επίσης και για τη διατήρηση της απασχολήσεως στους οικείους τομείς και, κατ' αυτόν τον τρόπο, τη διασφάλιση δικαίου βιοτικού επιπέδου στους ενδιαφερομένους. Αυτό επιβεβαιώνεται από την απαρίθμηση στο άρθρο 40, παράγραφος 3, των μέσων που μπορούν να χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο των οργανώσεων αγοράς, μεταξύ των οποίων ενισχύσεις στην παραγωγή και σταθεροποίηση των εισαγωγών και των εξαγωγών. Ομοίως, είναι σαφές ότι μια οργάνωση αγοράς μπορεί να έχει ως σκοπό τη διατήρηση των εισοδημάτων των παραγωγών. Ρητώς αναφέρεται, όπως ελέχθη, ότι ένας από τους σκοπούς της γεωργικής πολιτικής συνίσταται στη διασφάλιση δίκαιου βιοτικού επιπέδου στον γεωργικό πληθυσμό. Νομίζω ότι ούτε μπορεί να γίνει δεκτό ούτε είναι αναγκαίο να θεωρηθεί βάσει του γράμματος της διατάξεως ότι το άρθρο 39, στοιχείο β', έχει την έννοια ότι σκοπός αυτός μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω αυξήσεως της παραγωγικότητας στον τομέα της γεωργίας.
112. Η Κυβέρνηση προβάλλει περαιτέρω ότι ο κανονισμός δεν συντελεί στην αύξηση της παραγωγικότητας στον τομέα της γεωργίας. Το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ήδη για τον λόγο ότι υπάρχουν πράγματι διατάξεις στον κανονισμό προς τον σκοπό αυτό (διατάξεις περί κοινών κανόνων ποιότητας και οργανώσεων παραγωγών). Επιπροσθέτως, νομίζω ότι είναι εσφαλμένο να υποστηριχθεί, όπως πράττει η Γερμανική Κυβέρνηση, ότι η ενίσχυση αντισταθμίσεως καθιστά τελείως άνευ ενδιαφέροντος για τους παραγωγούς τη βελτίωση της παραγωγικότητάς τους. 'Οπως ελέχθη, ο συγκεκριμένος παραγωγός θα έχει συμφέρον, ανεξάρτητα από την ενίσχυση αντισταθμίσεως, να πετύχει την καλύτερη δυνατή τιμή για τις μπανάνες του και, επομένως, συγχρόνως να αυξήσει την παραγωγικότητά του.
113. 'Οσον αφορά τον λόγο που αντλεί η Κυβέρνηση από το γεγονός ότι ο κανονισμός δεν συμβάλλει στη σταθεροποίηση της αγοράς, νομίζω ότι ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, επειδή ακριβώς οι περισσότερες από τις διατάξεις του κανονισμού αποσκοπούν πράγματι στη διασφάλιση της κοινοτικής παραγωγής και στη ρύθμιση των εισαγωγών.
114. Τέλος, πρέπει να λάβω θέση επί του λόγου που αντλεί η Κυβέρνηση από το γεγονός ότι ο κανονισμός δεν αποσκοπεί στη διασφάλιση του εφοδιασμού των καταναλωτών σε λογικές τιμές. Η Κυβέρνηση προβάλλει ότι ο κανονισμός αντίκειται ευθέως ως προς τα δύο αυτά σημεία με τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 39. Είναι φυσικό το ότι η Κυβέρνηση προβάλλει αυτόν τον λόγο. 'Ενα ουσιώδες ζήτημα, σε συνάρτηση με τις γνώμες που διατυπώθηκαν ως προς τη σχέση του κανονισμού με τις γενικές αρχές του δικαίου, ήταν κατά πόσον ο κανονισμός διασφαλίζει άλλους σκοπούς γεωργικής πολιτικής σε βάρος του εφοδιασμού της αγοράς και των τιμών καταναλωτή. Το ζήτημα αυτό, όπως ενδεχομένως έγινε αντιληπτό, μου προκάλεσε ορισμένες δυσκολίες. Αντιθέτως, νομίζω ότι είναι σχετικώς σαφές ότι δεν θα είναι ορθό να προσαφθεί στο Συμβούλιο, βάσει του άρθρου 39 της Συνθήκης, ότι απέδωσε σε άλλους σκοπούς μεγαλύτερη σημασία απ' ό,τι στους δύο σκοπούς για τους οποίους πρόκειται εδώ. 'Οπως ελέχθη, ο κοινοτικός νομοθέτης έχει, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τη δυνατότητα να δίνει προσωρινά, εφόσον είναι αναγκαίο, την προτεραιότητα σε ορισμένους από τους σκοπούς αυτούς στο πλαίσιο της εκτιμήσεώς του ως προς τον καλύτερο τρόπο με τον οποίο μπορούν να επιτευχθούν οι σκοποί της γεωργικής πολιτικής.
Ο λόγος που αντλείται από την έλλειψη νομίμου ερείσματος
115. Η Γερμανική Κυβέρνηση τονίζει ότι μια κοινή οργάνωση αγοράς πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, να περιορίζεται στην επιδίωξη των αναφερομένων στο άρθρο 39 σκοπών και ότι το άρθρο 43 της Συνθήκης δεν παρέχει επαρκές έρεισμα για τη θέσπιση του κανονισμού, επειδή ο κανονισμός αυτός περιέχει διατάξεις με τις οποίες επιδιώκονται σκοποί αναπτυξιακής πολιτικής. Η Κυβέρνηση αναφέρεται στις διατάξεις που θέτουν τις μπανάνες που παράγονται στις χώρες ΑΚΕ σε προνομιακή θέση από δασμολογικής απόψεως, ιδίως δε στις διατάξεις με τις οποίες επιδιώκεται με διαφορετικό τρόπο η διασφάλιση της διαθέσεως παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ. Οι σκοποί του κανονισμού ως προς τα σημεία αυτά δεν είναι μόνο εμπορικής πολιτικής αλλά και αναπτυξιακής πολιτικής. Επομένως, το νόμιμο έρεισμα θα έπρεπε να είναι παράλληλο με το άρθρο 43 και το άρθρο 235 ή το άρθρο 238. Τα μέτρα δεν αποτελούν απλώς και μόνο, κατά την άποψη της Κυβερνήσεως, εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Κοινότητας σε σχέση με τη Σύμβαση Λομέ.
116. Το Συμβούλιο και οι παρεμβαίνοντες υπέρ αυτού αναφέρονται στη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία το άρθρο 43 αποτελεί επαρκές έρεισμα για κάθε ρύθμιση που αφορά την παραγωγή και την εμπορία γεωργικών προϊόντων, όταν η ρύθμιση αυτή συμβάλλει στην πραγματοποίηση των αναφερομένων στο άρθρο 39 σκοπών, ακόμη και αν η συγκεκριμένη ρύθμιση αποβλέπει στην πραγματοποίηση ορισμένων άλλων σκοπών οι οποίοι θεωρούνται παρεπόμενοι σε σχέση με την επίτευξη των σκοπών που εντάσσονται στη γεωργική πολιτική (40). Το Συμβούλιο ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι σκοποί για τους οποίους πρόκειται εδώ πρέπει να θεωρηθούν ότι αποτελούν σκοπούς οι οποίοι ενδεχομένως * εφόσον είναι αναγκαίο * μπορούν να επιτευχθούν βάσει του άρθρου 113 της Συνθήκης περί εμπορικής πολιτικής, ακόμη και αν συνίστανται στην επίτευξη στόχων αναπτυξιακής πολιτικής (41), και ότι η έλλειψη αναφοράς στο νομικό αυτό έρεισμα δεν μπορεί να θεμελιώσει ακύρωση, δεδομένου ότι η κατά το άρθρο 43 διαδικασία θεσπίσεως πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 113.
117. Το Δικαστήριο πρέπει να δεχθεί ότι το αναφερόμενο έρεισμα είναι επαρκές. Είναι σαφές ότι το έρεισμα για τη θέσπιση κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα ενός γεωργικού προϊόντος είναι καταρχήν το άρθρο 43 και, κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει λόγος να χρησιμοποιηθούν άλλα νομικά ερείσματα απλώς και μόνο επειδή η οργάνωση αγοράς μεταξύ των διατάξεών της για την οργάνωση των συναλλαγών με τρίτες χώρες συμπεριλαμβάνει κανόνες που πρέπει να θεωρηθούν ότι συνιστούν εκπλήρωση των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει η Κοινότητα κατά τη σύναψη διεθνών συμφωνιών που υιοθετήθηκαν βάσει του άρθρου 238 της Συνθήκης και σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στη διάταξη αυτή. Κατά τη γνώμη μου, είναι ορθό, όπως το υπογραμμίζει και η Βρετανική Κυβέρνηση, να θεωρηθούν τα ειδικά προνομιακά μέτρα για τις παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ ως εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχει η Κοινότητα από τη Σύμβαση Λομέ (βλ. το εκτιθέμενο κατωτέρω πρωτόκολλο που αφορά τις μπανάνες).
Ο λόγος που αντλείται από το γεγονός ότι ο κανονισμός αντίκειται προς τη Σύμβαση Λομέ
118. Οι μπανάνες ΑΚΕ μπορούσαν να εισάγονται ατελώς στην Κοινότητα πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού. Βάσει του κανονισμού, οι μπανάνες ΑΚΕ θεωρούνται από δασμολογικής απόψεως, όπως ελέχθη, ως παραδοσιακές μπανάνες (δηλαδή μπανάνες που εισάγονται εντός του αναφερθέντος πλαισίου των 857 000 τόνων) οι οποίες εισάγονται ατελώς. Οι μη παραδοσιακές μπανάνες εισάγονται ατελώς εντός της δασμολογικής ποσοστώσεως, ενώ σε περίπτωση εισαγωγών εκτός ποσοστώσεως επιβάλλεται δασμός 750 ECU ανά τόνο. Επομένως, οι μη παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ απολαύουν προτιμήσεως σε σχέση με τις μπανάνες τρίτων χωρών, δεδομένου ότι στις μπανάνες τρίτων χωρών επιβάλλεται δασμός 100 ECU ανά τόνο σε περίπτωση εισαγωγών εντός της δασμολογικής ποσοστώσεως και δασμός 850 ECU σε περίπτωση εισαγωγών εκτός ποσοστώσεως.
119. Η Γερμανική Κυβέρνηση, υποστηριζόμενη από την Ολλανδική Κυβέρνηση, προβάλλει ότι αντίκειται προς τη Σύμβαση Λομέ η επιβολή δασμού για τις μη παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ που εισάγονται εκτός δασμολογικής ποσοστώσεως. Η Κυβέρνηση αναφέρεται στο άρθρο 168 της Τέταρτης Συμβάσεως Λομέ (42), στην πρώτη παράγραφο του οποίου ορίζεται ότι "τα προϊόντα καταγωγής των κρατών ΑΚΕ εισάγονται στην Κοινότητα άνευ δασμών και φόρων ισοδύναμου αποτελέσματος", στην δε παράγραφο 2, στοιχείο α', αυτού ορίζεται ότι:
"Τα προϊόντα καταγωγής των κρατών ΑΚΕ (τα περισσότερα από τα γεωργικά προϊόντα, μεταξύ των οποίων μπανάνες) εισάγονται στην Κοινότητα, κατά παρέκκλιση από το γενικό καθεστώς που ισχύει έναντι των τρίτων χωρών, σύμφωνα με τις ακόλουθες διατάξεις:
i) εισάγονται άνευ δασμών τα προϊόντα για τα οποία οι ισχύουσες κατά τη στιγμή της εισαγωγής τους κοινοτικές διατάξεις δεν προβλέπουν την εφαρμογή, εκτός από δασμούς, κανενός άλλου μέτρου σχετικά με την εισαγωγή τους,
ii) για τα άλλα προϊόντα πλην των αναφερομένων στο σημείο i, η Κοινότητα λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να τους εξασφαλίσει ευνοϊκότερη μεταχείριση από εκείνη που παρέχεται για τα ίδια προϊόντα στις τρίτες χώρες οι οποίες απολαύουν της ρήτρας του μάλλον ευνοουμένου κράτους."
Η εν λόγω Κυβέρνηση προβάλλει ότι με τον κανονισμό θεσπίζεται ένας γενικός δασμός για μη παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ που εισάγονται εκτός δασμολογικής ποσοστώσεως και ότι αυτό αντίκειται προς το άρθρο 168, παράγραφος 2, στοιχείο α, περίπτωση i. Προϊόντα για τα οποία, όπως οι μη παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ, "(οι κοινοτικές διατάξεις) δεν προβλέπουν την εφαρμογή, εκτός από δασμούς, κανενός άλλου μέτρου σχετικά με την εισαγωγή τους" πρέπει πράγματι να εισάγονται άνευ δασμών. Η Κυβέρνηση εκθέτει ότι το Συμβούλιο δεν μπορεί στην παρούσα αλληλουχία να χαρακτηρίσει τη ρύθμιση περί δασμολογικής ποσοστώσεως ως κάτι διαφορετικό από απόψεως ουσίας και ευρύτερο από απόψεως περιεχομένου από ό,τι μία διάταξη περί επιβολής δασμού, εφόσον με τον λόγο που προβάλλει περί παραβάσεως της GATT αμφισβητεί ότι η ρύθμιση μπορεί να εξομοιωθεί προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών.
120. Το Συμβούλιο και οι παρεμβαίνοντες υπέρ αυτού προβάλλουν ότι τα προϊόντα για τα οποία πρόκειται εδώ εμπίπτουν στο άρθρο 128, παράγραφος 2, στοιχείο α', περίπτωση ii, επειδή η ρύθμιση περί δασμολογικής ποσοστώσεως δεν μπορεί να εξομοιωθεί με δασμολογικό μέτρο, αλλά πρέπει πράγματι να θεωρηθεί ως μέτρο που καλύπτεται από τη φράση "δεν προβλέπουν την εφαρμογή, εκτός από δασμούς, κανενός άλλου μέτρου σχετικά με την εισαγωγή τους" της περιπτώσεως i. Επομένως, η ρύθμιση εμπίπτει στην περίπτωση ii και πληροί την προϋπόθεση της διατάξεως αυτής κατά την οποία στα προϊόντα ΑΚΕ πρέπει (η Κοινότητα) να εξασφαλίσει "ευνοϊκότερη μεταχείριση από εκείνη που παρέχεται για τα ίδια προϊόντα στις τρίτες χώρες οι οποίες απολαύουν της ρήτρας του μάλλον ευνοούμενου κράτους".
121. Κατά τη γνώμη μου, η άποψη αυτή του Συμβούλιου είναι ορθή. Μια δασμολογική ποσόστωση * ιδίως με σημαντικές διαφορές των δασμολογικών συντελεστών ως προς τα προϊόντα που εισάγονται εντός ποσοστώσεως και εκτός ποσοστώσεως * είναι κάτι διαφορετικό από ουσιαστικής απόψεως και ευρύτερο από απόψεως περιεχομένου απ' ό,τι ένας γενικός δασμός. Η κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση ερμηνεία της διατάξεως θα έχει ως συνέπεια την αδυναμία εφαρμογής των δασμολογικών ποσοστώσεων ως μέσου ρυθμίσεως των εισαγωγών μπανανών ΑΚΕ κατά τρόπο ώστε να υφίσταται διαφορετική μεταχείριση των παραδοσιακών και των μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ. Δεν φαίνεται να υπάρχει κανένας λόγος για το ότι η Κοινότητα, προκειμένου να εφαρμοστεί μια τέτοια διαφορετική μεταχείριση θα πρέπει κατ' ανάγκη να προβεί σε ποσοτικούς περιορισμούς αντί να εφαρμόσει μια δασμολογική ποσόστωση η οποία μέχρις ορισμένου σημείου συνεπάγεται αποτελέσματα αντίστοιχα προς τα αποτελέσματα των ποσοτικών περιορισμών.
122. Από το επισυναφθέν στη Σύμβαση Λομέ πρωτόκολλο 5 για τις μπανάνες προκύπτει ότι η Κοινότητα μπορεί να προβεί σε μια τέτοια διαφορετική μεταχείριση μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ σε σχέση με τις παραδοσιακές. Στο πρωτόκολλο ορίζεται εκ προοιμίου ότι:
"Η Κοινότητα και τα κράτη ΑΚΕ συμφωνούν για τους στόχους βελτίωσης των συνθηκών παραγωγής και εμπορίας μπανανών στα κράτη ΑΚΕ και διατηρήσεως των πλεονεκτημάτων που έχουν οι παραδοσιακοί προμηθευτές σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του παρόντος πρωτοκόλλου, και συμφωνούν να ληφθούν τα ενδεδειγμένα μέτρα για την επίτευξη των στόχων αυτών." (δική μου η υπογράμμιση).
Κατά συνέπεια, στο άρθρο 1 ορίζεται ότι:
"'Οσον αφορά τις εξαγωγές των μπανανών τους στις αγορές της Κοινότητας, κανένα κράτος ΑΚΕ δεν θα βρεθεί σε λιγότερο ευνοϊκή θέση απ' ό,τι στο παρελθόν ή στο παρόν, όσον αφορά την πρόσβασή του στις παραδοσιακές αγορές του και τα πλεονεκτήματά του στις αγορές αυτές." (δική μου η υπογράμμιση).
Στις διατάξεις αυτές προσαρτάται το παράρτημα LΧΧΙV, που περιέχει μια κοινή δήλωση για το πρωτόκολλο. Με τη δήλωση αυτή αναγνωρίζεται ότι:
"Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι το άρθρο 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 5 δεν εμποδίζει την Κοινότητα να θεσπίσει, κατόπιν ουσιαστικών διαβουλεύσεων με τα κράτη ΑΚΕ, κοινούς κανόνες για τις μπανάνες, εφόσον οι κανόνες αυτοί δεν θέτουν κανένα από τα κράτη ΑΚΕ, τα οποία είναι παραδοσιακοί προμηθευτές της Κοινότητας, σε δυσμενέστερη μοίρα από αυτή στην οποία βρισκόταν ή βρίσκεται σ' ό,τι αφορά την πρόσβαση στην Κοινότητα και τα πλεονεκτήματά του έναντι αυτής." (δική μου η υπογράμμιση).
123. Σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκομίστηκαν κατά τη διαδικασία, η Κοινότητα προέβη σε ουσιαστικές διαβουλεύσεις με τα κράτη ΑΚΕ σχετικά με τη θέσπιση της νέας οργανώσεως αγοράς.
124. Ενόψει των δεδομένου αυτών, έχω τη γνώμη ότι δεν αντίκειται στη Σύμβαση Λομέ το να γίνεται διάκριση στο πλαίσιο της οργανώσεως αγοράς μεταξύ παραδοσιακών και μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ και το ότι οι μη παραδοσιακές μπανάνες βρίσκονται από δασμολογικής απόψεως, σε συνάρτηση με τη θέσπιση της οργανώσεως αγοράς, σε δυσμενέστερη θέση απ' ό,τι μέχρι τούδε.
Ο λόγος που αντλείται από το ότι ο κανονισμός συνιστά παράβαση των υποχρεώσεων που η Κοινότητα υπέχει από την GATΤ
125. Η Γερμανική Κυβέρνηση, υποστηριζόμενη από τη Βελγική και την Ολλανδική Κυβέρνηση, τονίζει ότι η Κοινότητα και τα κράτη μέλη δεν δεσμεύονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, από την GΑΤΤ (43), και προβάλλει ότι οι νομικές πράξεις της Κοινότητας που αντίκεινται προς την GATT είναι επομένως παράνομες και πρέπει να ακυρώνονται. Πράγματι, η GAΤΤ εμπεριέχεται στο νομικό έρεισμα βάσει του οποίου το Δικαστήριο οφείλει να ελέγχει τη νομιμότητα των νομικών πράξεων της Κοινότητας. Αυτό επιβεβαιώθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Ιουνίου 1988 στην υπόθεση Fediol (44) και της 7ης Μαΐου 1991 στην υπόθεση Nakajima (45). Η νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία η GΑΤΤ δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα, αφορά μόνο τη δυνατότητα των πολιτών να επικαλούνται ενώπιον εθνικών δικαστηρίων δικαιώματα που αντλούνται από συμβάσεις προς στήριξη των αιτημάτων τους και, επομένως, δεν έχει σημασία για υποθέσεις στις οποίες κράτος μέλος προσφεύγει στο Δικαστήριο, ζητώντας την ακύρωση κοινοτικής νομικής πράξεως, λόγω αντιθέσεώς της προς τις υποχρεώσεις που υπέχει η Κοινότητα από την GΑΤΤ.
126. Το Συμβούλιο και οι παρεμβαίνοντες υπέρ αυτού αμφισβητούν ότι υφίσταται οποιαδήποτε παράβαση της GΑΤΤ και ότι η GΑΤΤ μπορεί να αποτελέσει εν προκειμένω έρεισμα για τον έλεγχο νομιμότητας που ασκεί το Δικαστήριο. Υποστηρίζουν ιδίως ότι οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο δεν δέχθηκε την ύπαρξη άμεσου αποτελέσματος της GΑΤΤ συνεπάγονται ομοίως ότι η GΑΤΤ δεν μπορεί να εφαρμόζεται σε σχέση με προσφυγές ακυρώσεως που ασκεί κράτος μέλος. Υπογραμμίζουν τον ειδικό χαρακτήρα των κανόνων της GΑΤΤ. Τονίζουν ότι η GΑΤΤ περιέχει μία σειρά δεσμευτικών κανόνων οι οποίοι, τόσο συνεπεία ενός ιδιαίτερου συστήματος διευθετήσεως των διαφορών όσο και μιας σειράς γενικών και ειδικών δυνατοτήτων για τη χορήγηση εξαιρέσεων, εφαρμόζονται μάλλον μέσω διπλωματικών διαπραγματεύσεων παρά με νομικά μέσα. Η Επιτροπή εξέθεσε ότι η GΑΤΤ δεν χαρακτηρίζεται τόσο από την ύπαρξη κατά κυριολεξία δικαιώματος των μετεχόντων μερών να απαιτούν την τήρηση των κανόνων της GΑΤΤ, αλλά μάλλον από τη δυνατότητα επιτεύξεως, μέσω διαπραγματεύσεων μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, μιας συνολικής εξισορροπήσεως πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων. Το άμεσο αποτέλεσμα της συμφωνίας θα αποτελούσε στοιχείο ξένο προς το σύστημα.
Το Συμβούλιο και οι παρεμβαίνοντες υπέρ αυτού προβάλλουν ότι θα ανακύψουν σοβαρές δυσκολίες σε σχέση με τις προσπάθειες που ήδη καταβάλλονται εντός του πλαισίου της GΑΤΤ για την επίλυση των προβλημάτων τα οποία προκλήθηκαν από την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα της μπανάνας και γενικότερα από τη Σύμβαση Λομέ και επιπλέον θα επέλθουν δύσκολα αποδεκτές συνέπειες, αν το Δικαστήριο θεωρήσει ορθό τον ισχυρισμό της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας ότι οι νομικές πράξεις της Κοινότητας πρέπει να μπορούν να ελέγχονται όχι μόνο επί διεθνούς επιπέδου βάσει των μηχανισμών που ορίζονται στις συμφωνίες αλλά από το Δικαστήριο βάσει αυτοτελούς εξουσίας προς έλεγχο της τηρήσεως των διατάξεων της Συμβάσεως.
127. Το Δικαστήριο υπογραμμίζει παγίως ότι τα αποτελέσματα μιας διεθνούς συμφωνίας στην έννομη τάξη της Κοινότητας καθορίζονται λαμβανομένων υπόψη των σκοπών και της φύσεως της συμφωνίας αυτής. Αυτό υπογραμμίστηκε κυρίως με την απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 1982, Kupferberg (46), στην οποία το Δικαστήριο τόνισε ότι τα αποτελέσματα που έχουν εντός της Κοινότητας οι διατάξεις μιας διεθνούς συμφωνίας δεν είναι δυνατόν να καθορίζονται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η διεθνής προέλευση των εν λόγω διατάξεων και ότι από τις αρχές του διεθνούς δικαίου προκύπτει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να καθορίζουν ποια αποτελέσματα θα παράγουν οι διατάξεις της συμφωνίας στις εσωτερικές έννομες τάξεις τους.
128. Τα συμβαλλόμενα μέρη πρέπει φυσικά να διασφαλίζουν τα δεσμευτικά αποτελέσματα διεθνών συμφωνιών. Ουδόλως όμως απαιτείται, εκτός αν μπορεί να συναχθεί κάτι διαφορετικό από τη συγκεκριμένη συμφωνία, ότι απαιτείται από τα δικαιοδοτικά όργανα να ελέγχουν εντός των εσωτερικών εννόμων τάξεων την τήρηση των διεθνών υποχρεώσεων (47). Εξυπακούεται ότι ο έλεγχος αυτός είναι δυνατός και συμβάλλει στη διασφάλιση της τηρήσεως των διεθνών υποχρεώσεων, αλλά το γεγονός ότι οι έννομες τάξεις των συμβαλλομένων μερών δεν περιέχουν κανόνες που παρέχουν στα δικαιοδοτικά όργανα μια τέτοια εξουσία ελέγχου δεν συνιστά αφ' εαυτού παράβαση του διεθνούς δικαίου.
129. Είναι σαφές ότι η GΑΤΤ περιλαμβάνεται στις διεθνείς συμφωνίες που δεν επιβάλλουν ιδιαίτερη υποχρέωση ελέγχου, βάσει του εσωτερικού δικαίου, της τηρήσεως των κανόνων της. Αυτό επιρρωννύεται από το γεγονός ότι αποτελεί εξαίρεση η δυνατότητα άμεσης επικλήσεως της GΑΤΤ ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων στο πλαίσιο των εννόμων τάξεων των συμβαλλομένων μερών. Αυτό ισχύει είτε οι έννομες αυτές τάξεις είναι καταρχήν κλειστές σε σχέση με την τήρηση διεθνών υποχρεώσεων, εκτός αν οι υποχρεώσεις αυτές έχουν αποτελέσει μέρος του εσωτερικού δικαίου μέσω θεσπίσεως εθνικών κανόνων, είτε οι έννομες αυτές τάξεις είναι καταρχήν * όπως συμβαίνει με την κοινοτική έννομη τάξη * ανοικτές σε σχέση με την τήρηση διεθνών υποχρεώσεων.
130. 'Οταν το ζήτημα των αποτελεσμάτων που παράγει μια διεθνή συμφωνία στις έννομες τάξεις των συμβαλλομένων μερών δεν ρυθμίζεται από τη συμφωνία, εναπόκειται, σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Kupferberg, "στα αρμόδια δικαστήρια, και ιδίως στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της αρμοδιότητας δυνάμει της Συνθήκης, να το επιλύσει, όπως και κάθε άλλο ζήτημα ερμηνείας σχετικό με την εφαρμογή της συμφωνίας εντός της Κοινότητας" (σκέψη 17).
131. Επομένως, είναι σαφές ότι το ζήτημα που αφορά τα αποτελέσματα της GΑΤΤ εντός της κοινοτικής έννομης τάξεως κρίνεται από το Δικαστήριο. Η απόφαση αυτή είναι ουσιώδης. 'Εχει μεγάλη σημασία τόσο από πρακτικής απόψεως όσο και από απόψεως αρχής. Αποδοχή της αντιλήψεως της Γερμανικής Κυβερνήσεως θα ενίσχυε τη δυνατότητα άμεσης διεισδύσεως της GΑΤΤ στην κοινοτική έννομη τάξη και θα συνεπήγετο τη διασφάλιση της τηρήσεως της συμφωνίας εκ μέρους των κοινοτικών οργάνων, ακόμη και αν το Δικαστήριο θα όφειλε να περιορίσει τον έλεγχό του στις πλέον προφανείς παραβάσεις της GΑΤΤ. Εντούτοις, η αποδοχή αυτή θα μπορούσε επίσης να σημαίνει αισθητή μεταβολή των δυνατοτήτων των αρμοδίων κοινοτικών οργάνων να προασπίζουν εντός του καθορισθέντος νομικού πλαισίου της GΑΤΤ τα κοινοτικά συμφέροντα. Το Δικαστήριο δεν θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να αποφανθεί επί του επίμαχου αυτού ζητήματος, χωρίς να λάβει σοβαρά υπόψη τις απόψεις που διατύπωσαν το Συμβούλιο και η Επιτροπή.
132. Είναι φυσικό εξάλλου να ληφθεί ως βάση η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία η GΑΤΤ δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα (48).
133. Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί τόσο σε υποθέσεις που αφορούν τα ζητήματα συμφωνίας κοινοτικών νομικών πράξεων με την GΑΤΤ όσο και σε υποθέσεις που αφορούν αντίστοιχα ζητήματα σχετικά με εθνικά μέτρα ότι η GΑΤΤ δεν παρέχει στους ιδιώτες δικαιώματα που μπορούν αυτοί να επικαλεσθούν ενώπιον των δικαστηρίων των κρατών μελών (49).
134. Η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει ότι από το γεγονός ότι η GΑΤΤ δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα δεν συνάγεται ότι η συμφωνία αυτή δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως έρεισμα για τον έλεγχο νομιμότητας σε προσφυγές που ασκούνται βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης.
135. Είναι ενδεχομένως ορθό ότι δεν μπορεί άνευ ετέρου να συναχθεί από το γεγονός ότι μία διάταξη δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα ότι η διάταξη αυτή δεν μπορεί να τύχει επικλήσεως στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως που ασκείται βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης. Η άποψη αυτή ενισχύεται από την απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Μαΐου 1991 στην υπόθεση Nakajima (50), στην οποία το Δικαστήριο όφειλε να αποφανθεί, στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως που είχε ασκήσει μία επιχείρηση σύμφωνα με το άρθρο 173, επί του ζητήματος αν ένας κανονισμός αντιντάμπινγκ ήταν παράνομος λόγω αντιθέσεώς του προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν για την Κοινότητα από την GΑΤΤ και στην οποία το Συμβούλιο είχε υποστηρίξει ότι η επιχείρηση δεν μπορούσε να προβάλλει τον λόγο αυτό, επειδή οι σχετικοί κανόνες της GΑΤΤ δεν είχαν άμεσο αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε εν προκειμένω:
"Πρέπει, ωστόσο, να αναγνωριστεί ότι, εν προκειμένω, η Nakajima δεν επικαλείται το άμεσο αποτέλεσμα των εν λόγω διατάξεων. Στην πραγματικότητα, με τον ισχυρισμό αυτό, η προσφεύγουσα αμφισβητεί, παρεμπιπτόντως, σύμφωνα με το άρθρο 184 της Συνθήκης, το κύρος του νέου βασικού κανονισμού, επικαλούμενη μια από τις φάσεις ελέγχου της νομιμότητας που περιέχονται στο άρθρο 173 της Συνθήκης, ήτοι παραβίαση της Συνθήκης ή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή της." (σκέψη 28).
136. Πάντως, είναι δεδομένο ότι το Δικαστήριο δεν δέχθηκε γενικώς στην υπόθεση Nakajima ότι οι απορρέουσες από την GΑΤΤ υποχρεώσεις μπορούν να τυγχάνουν επικλήσεως στο πλαίσιο προσφυγής που ασκείται βάσει του άρθρου 173. Πράγματι, το Δικαστήριο τόνισε ότι, όπως θα εξετασθεί διεξοδικώς κατωτέρω, από τον επίδικο κοινοτικό κανονισμό προέκυπτε σαφώς ότι αυτός θεσπίστηκε κατ' εφαρμογή των κανόνων της GΑΤΤ που επικαλούνταν η προσφεύγουσα.
137. Κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι μια διεθνής συμφωνία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινοτικής έννομης τάξεως ότι η συμφωνία αυτή συναποτελεί επίσης μέρος του νομικού ερείσματος βάσει του οποίου το Δικαστήριο ασκεί τον έλεγχό του νομιμότητας κατά το άρθρο 173.
Είναι ενδεχόμενο να υπάρχει δυνατότητα επικλήσεως μιας συμφωνίας στο πλαίσιο προσφυγής που ασκείται κατά το άρθρο 173, ανεξάρτητα από το ότι η συμφωνία αυτή δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα. Μπορεί να υπάρξει και περίπτωση κατά την οποία οι λόγοι για τους οποίους θεωρείται ότι η συμφωνία δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα να είναι τέτοιας φύσεως ώστε συγχρόνως να συνάγεται ότι η συμφωνία δεν συναποτελεί μέρος του ερείσματος βάσει του οποίου το Δικαστήριο ασκεί τον έλεγχό του νομιμότητας.
138. Η τελευταία αυτή περίπτωση συντρέχει, κατά τη γνώμη μου, όσον αφορά την GΑΤΤ. Επομένως, είναι αναγκαίο να εκτεθούν οι σκέψεις βάσει των οποίων το Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι η GΑΤΤ έχει άμεσο αποτέλεσμα.
139. Το Δικαστήριο έλαβε ως αφετηρία με την απόφασή του της 12ης Δεκεμβρίου 1972, International Fruit Co., τη διαπίστωση ότι ήταν αναγκαίο να εξετασθεί αν οι διατάξεις της GAΤΤ "γεννούν υπέρ των πωλητών της Κοινότητας το δικαίωμα να τις επικαλούνται ενώπιον δικαστηρίου, προκειμένου να προσβάλουν το κύρος μιας κοινοτικής πράξεως" και αποφάνθηκε ότι "προς τούτο, πρέπει να ερευνηθεί το πνεύμα, η οικονομία και η διατύπωση της γενικής συμφωνίας". Κατά συνέπεια το Δικαστήριο θεμελίωσε την κρίση του ότι η GΑΤΤ δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα ως εξής:
"Η συμφωνία αυτή, βασισμένη, κατά το προοίμιό της, στην αρχή των διαπραγματεύσεων 'επί τη βάσει της αμοιβαιότητας και των αμοιβαίως παρεχομένων ωφελημάτων' , χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη ελαστικότητα των διατάξεών της, ιδίως των σχετικών με τις δυνατότητες παρεκκλίσεως, τα μέτρα που μπορούν να ληφθούν ενώπιον εξαιρετικών δυσκολιών και τη ρύθμιση των διαφορών μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. (σκέψη 21).
Για τη διευθέτηση των διαφορών, τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση, έγγραφες παραστάσεις ή προτάσεις προς 'εξέταση μετά πνεύματος κατανοήσεως' , έρευνες συνοδευόμενες ενδεχομένως από συστάσεις, διαβουλεύσεις ή αποφάσεις των συμβαλλομένων μερών, συμπεριλαμβανομένης της εξουσιοδοτήσεως ορισμένων συμβαλλομένων μερών να αναστέλλουν έναντι άλλων την εφαρμογή κάθε παραχωρήσεως ή άλλης υποχρεώσεως που πηγάζει από τη γενική συμφωνία, και, τέλος, σε περίπτωση τέτοιας αναστολής, τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου μέρους να καταγγείλει τη συμφωνία. (σκέψη 25).
Τέλος, σε περίπτωση που, λόγω υποχρεώσεως αναληφθείσας δυνάμει της γενικής συμφωνίας ή παραχωρήσεως σχετικής με προτίμηση, ορισμένοι παραγωγοί υφίστανται ή κινδυνεύουν να υποστούν σοβαρή ζημία, το άρθρο ΙX προβλέπει τη δυνατότητα για ένα συμβαλλόμενο μέρος να αναστείλει μονομερώς την εκτέλεση της υποχρεώσεως, καθώς και να αποσύρει ή να τροποποιήσει την παραχώρηση, είτε κατόπιν συνεννοήσεως με το σύνολο των συμβαλλομένων μερών, και ελλείψει συμφωνίας μεταξύ των ενδιαφερομένων συμβαλλομένων μερών, είτε και χωρίς προηγούμενη συνεννόηση και προσωρινά, αν συντρέχουν λόγοι επείγοντος." (σκέψη 26).
Οι σκέψεις αυτές επαναλαμβάνονται στην απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Οκτωβρίου 1973 στην υπόθεση Schlueter, στο πλαίσιο δε της αποφάσεως της 16ης Μαρτίου 1983 στις υποθέσεις SΙΟΤ και SΡΙ/SΑΜΙ το Δικαστήριο παραπέμπει ρητώς στις σκέψεις αυτές.
140. Είναι ενδεχομένως ορθό να θεωρηθεί ότι οι σκέψεις στις οποίες αναφέρεται το Δικαστήριο, θεωρούμενες αυτοτελώς και μεμονωμένως, δεν είναι καθοριστικές για το αποτέλεσμα.
141. Οι κανόνες της GΑΤΤ, καίτοι μέχρις ορισμένου σημείου έχουν ασαφές περιεχόμενο, είναι εν πάση περιπτώσει κατά το πλείστον επαρκώς σαφείς και απαλλαγμένοι αιρέσεων ώστε να μπορούν να εφαρμόζονται ενδεχομένως από το Δικαστήριο (βλ. συναφώς την κατωτέρω εκτιθέμενη απόφαση της 22ας Ιουνίου 1989 στην υπόθεση Fediol) (51).
142. Είναι επίσης σαφές, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ότι η έλλειψη αμοιβαιότητας όσον αφορά την εκ μέρους άλλων συμβαλλομένων μερών αναγνώριση των εσωτερικών αποτελεσμάτων της συμφωνίας δεν αποτελεί καθ' εαυτή εμπόδιο για να αποδεχθεί η Κοινότητα τέτοιου είδους αποτελέσματα (βλ. συναφώς την απόφαση στην υπόθεση Kupferberg, σκέψη 18).
143. Περαιτέρω, είναι βέβαιο, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ότι η ύπαρξη ειδικού συστήματος διακανονισμού των διαφορών στο πλαίσιο μιας διεθνούς συμφωνίας δεν αποτελεί, θεωρούμενη αυτοτελώς, εμπόδιο για να θεωρηθεί ότι η συμφωνία παράγει αποτελέσματα στο εσωτερικό της κοινοτικής έννομης τάξεως (βλ. συναφώς, π.χ., την απόφαση στην υπόθεση Fediol (52).
144. Το ουσιώδες στοιχείο για το Δικαστήριο ήταν η συνολική εκτίμηση της GΑΤΤ. Οι διάφορες περιστάσεις που αναφέρθηκαν εξετάστηκαν βάσει του "πνεύματος και της οικονομίας" της συμφωνίας και είχαν ως αποτέλεσμα τον σχηματισμό συνολικής κρίσεως κατά την οποία η GΑΤΤ δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα. Νομίζω ότι δεν μπορεί να επικριθεί η αναφορά του Δικαστηρίου στην "ελαστικότητα" που ενυπάρχει στην GΑΤΤ, αν ληφθούν υπόψη οι δυνατότητες που υφίστανται για τα συμβαλλόμενα μέρη να έρθουν σε διαπραγματεύσεις ως προς τις απαλλαγές, καθώς και ενόψει των πολύ γενικών και μέχρις ορισμένου σημείου ασαφών διατάξεων περί εξαιρέσεων. Επίσης, δεν υφίσταται κανένας λόγος να ασκηθεί κριτική κατά του Δικαστηρίου επειδή υπογράμμισε τους ειδικούς κανόνες περί διακανονισμού των διαφορών, που περιέχονται στην GΑΤΤ, και μπορεί ευλόγως να ληφθεί υπόψη εν προκειμένω η πρακτική που διαμορφώθηκε σε σχέση με το σύστημα διακανονισμού των διαφορών. Πράγματι, εναπόκειται σε μεγάλη έκταση στα συμβαλλόμενα μέρη να λύσουν τις διαφορές αυτές μέσω διαπραγματεύσεων (53).
145. Ενόψει των δεδομένων αυτών, νομίζω ότι ορθώς το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι η GATT δεν μπορεί άνευ ετέρου να τύχει επικλήσεως στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως κατά το άρθρο 173 της Συνθήκης.
Το αντίθετο συμπέρασμα θα μπορούσε να μεταβάλει τη φύση των υποχρεώσεων που έχει η Κοινότητα εντός του πλαισίου που έχει καθορίσει η ίδια η GΑΤΤ. Το Δικαστήριο πρέπει να εφαρμόζει την GΑΤΤ μόνο στο πλαίσιο του ελέγχου του νομιμότητας, όταν υφίστανται ιδιαίτερα στοιχεία βάσει των οποίων συνάγεται ότι οι νομικές πράξεις των οργάνων πρέπει να υπαχθούν σ' αυτόν τον έλεγχο.
146. Το Δικαστήριο, καθόσον γνωρίζω, υιοθέτησε την άποψη αυτή με τις δύο προαναφερθείσες αποφάσεις του στις υποθέσεις Fediol και Nakajima. Το Δικαστήριο, όπως ελέχθη, έπρεπε στις δύο υποθέσεις να αποφανθεί επί αιτημάτων ιδιωτών, τα οποία στηρίζονταν στους κανόνες της GΑΤΤ, που αφορούσαν την ακύρωση νομικών πράξεων της Κοινότητας (54), και δέχθηκε και στις δύο υποθέσεις να προβεί στον έλεγχο που ζητούσαν οι προσφεύγουσες βάσει των κανόνων της GΑΤΤ.
147. Εντούτοις, είναι σημαντικό το ότι το Δικαστήριο και στις δύο αποφάσεις στήριξε το συμπέρασμα αυτό στο ότι μέσω της αναφοράς στους σχετικούς κανόνες της GΑΤΤ υφίσταντο ειδικά στοιχεία που συνηγορούσαν υπέρ του ελέγχου αυτού.
148. Στην απόφαση Fediol το Δικαστήριο αναφέρθηκε καταρχάς στη νομολογία του σχετικά με την έλλειψη άμεσου αποτελέσματος της GΑΤΤ και στη συνέχεια εξέθεσε ότι:
"Δεν μπορεί, ωστόσο, να συναχθεί από τη νομολογία αυτή ότι οι ιδιώτες δεν μπορούν να επικαλεστούν ενώπιον του Δικαστηρίου τις διατάξεις της ΓΣΔΕ προκειμένου να ελεγχθεί αν η συμπεριφορά που καταγγέλεται με καταγγελία υποβληθείσα δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού 2641/84 συνιστά αθέμιτη εμπορική πρακτική υπό την έννοια του εν λόγω κανονισμού. Πράγματι, οι διατάξεις της ΓΣΔΕ συνιστούν μέρος των κανόνων του διεθνούς δικαίου, στους οποίους παραπέμπει το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, σύμφωνα με ερμηνεία που επιβεβαιώνεται από τον συνδυασμό της δεύτερης και της τέταρτης αιτιολογικής σκέψης του ίδιου κανονισμού." (σκέψη 19, με δική μου υπογράμμιση).
Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι:
"Εφόσον ο κανονισμός 2641/84 παρέχει στους ενδιαφερομένους επιχειρηματίες το δικαίωμα να επικαλούνται τις διατάξεις της ΓΣΔΕ στην καταγγελία που υποβάλλουν στην Επιτροπή, προκειμένου να αποδειχθεί ο αθέμιτος χαρακτήρας των εμπορικών πρακτικών, από τις οποίες θεωρούν ότι ζημιώνονται, οι ίδιοι αυτοί επιχειρηματίες έχουν το δικαίωμα να προσφύγουν στο Δικαστήριο για να υποβάλουν σε έλεγχο νομιμότητας την απόφαση της Επιτροπής που αποτελεί εφαρμογή των διατάξεων αυτών." (σκέψη 22, με δική μου υπογράμμιση)
149. Στην απόφαση Nakajima το Δικαστήριο αναφέρθηκε καταρχάς στο ότι:
"Κατά τη δεύτερη και τρίτη αιτιολογική σκέψη του νέου βασικού κανονισμού, αυτός θεσπίστηκε σύμφωνα με τις υφιστάμενες διεθνείς υποχρεώσεις, και ιδίως αυτές που απορρέουν από το άρθρο VΙ της Γενικής Συμφωνίας και του κώδικα αντιντάμπινγκ." (σκέψη 30, με δική μου υπογράμμιση).
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο διαπίστωσε:
"Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο νέος βασικός κανονισμός, το κύρος του οποίου αμφισβητείται από την προσφεύγουσα, εκδόθηκε προς εκπλήρωση των διεθνών υποχρεώσεων της Κοινότητας, στην οποία, συνεπώς, εναπόκειται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, να εξασφαλίζει τη συμμόρφωση προς τις διατάξεις της Γενικής Συμφωνίας και τα μέτρα που έχουν θεσπιστεί για την εφαρμογή της (...)" (σκέψη 31, με δική μου υπογράμμιση).
150. Κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο κοινοτικός νομοθέτης, στον κανονισμό για τις μπανάνες δεν αναφέρθηκε στην GATT κατά τρόπο ώστε η συμφωνία να συναποτελεί επομένως μέρος του ερείσματος βάσει του οποίου το Δικαστήριο ασκεί τον έλεγχό του νομιμότητας.
151. Επομένως, το συμπέρασμά μου είναι ότι το Συμβούλιο ορθώς ισχυρίζεται ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία δεν μπορεί να αντλήσει κανένα δικαίωμα από την GΑΤΤ στην παρούσα υπόθεση. Κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται να εξεταστεί το ζήτημα αν ο κανονισμός συνιστά ενδεχομένως παράβαση των κανόνων της GΑΤΤ.
Ο λόγος που αντλείται από το ότι η κατάργηση της ειδικής δασμολογικής ποσοστώσεως που ίσχυε μέχρι τούδε για τη Γερμανία είναι παράνομη
152. Ο κανονισμός για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της μπανάνας ορίζει στο άρθρο 21, παράγραφος 2, ότι "καταργείται η δασμολογική ποσόστωση που προβλέπεται στο πρωτόκολλο το οποίο αφορά τη δασμολογική ποσόστωση στις εισαγωγές μπανανών, και το οποίο επισυνάπτεται ως παράρτημα στη συνθήκη εφαρμογής σχετικά με τη σύνδεση των υπερποντίων χωρών και εδαφών στην Κοινότητα, όπως προβλέπεται στο άρθρο 136 της Συνθήκης."
153. Η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει ότι το εν λόγω πρωτόκολλο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Συνθήκης και ότι, επομένως, δεν μπορεί να καταργηθεί με νομική πράξη που θεσπίζεται βάσει του άρθρου 43 της Συνθήκης, αλλά μόνο σύμφωνα με τους κανόνες της Συνθήκης που αφορούν την τροποποίησή της. Η εν λόγω Κυβέρνηση δεν δέχεται ότι το πρωτόκολλο περιέχει κανόνες οι οποίοι παρέχουν έρεισμα για την ίδια του την κατάργηση. Προβάλλει ότι το πρωτόκολλο αποτελεί μέρος ενός συμβιβασμού και ότι μπορεί να θεωρηθεί ως ένα είδος αντιπαροχής για το ότι η Γερμανία δέχτηκε να εξασφαλιστεί, μέσω συνάψεως συνθήκης, ιδιαίτερα ευνοϊκή θέση στις πρώην αποικίες άλλων κρατών μελών.
154. Το Συμβούλιο και οι παρεμβαίνοντες υπέρ αυτού τονίζουν ότι στην παράγραφο 4, τρίτο εδάφιο, του πρωτοκόλλου ορίζεται ότι "το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής, αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία περί της καταργήσεως ή της τροποποιήσεως της ποσοστώσεως αυτής" και ισχυρίζονται ότι η διάταξη αυτή αποτελεί επαρκές έρεισμα για την επίμαχη διάταξη του άρθρου 21, παράγραφος 2.
155. Είναι αναμφισβήτητο ότι το πρωτόκολλο αποτελεί μέρος της Συνθήκης και ότι εθεωρείτο ότι ίσχυε κατά το χρονικό σημείο της θεσπίσεως της οργανώσεως αγοράς, καίτοι η προβλεπόμενη στο άρθρο 136 σύμβαση εφαρμογής για τη σύνδεση των υπερποντίων χωρών και εδαφών με την Κοινότητα, στην οποία είχε επισυναφθεί το πρωτόκολλο, δεν ήταν πλέον σε ισχύ.
156. Εξάλλου, είναι επίσης βέβαιο ότι η δασμολογική ποσόστωση μπορεί καταρχήν να καταργηθεί μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης που αφορούν την τροποποίηση των συνθηκών, εκτός αν το ίδιο το πρωτόκολλο περιέχει άλλους κανόνες για τη διαδικασία που πρέπει να εφαρμοστεί για την κατάργηση της ποσοστώσεως.
157. Το καθοριστικό ζήτημα στην παρούσα αλληλουχία είναι, επομένως, αν η προαναφερθείσα διάταξη της παραγράφου 4, τρίτο εδάφιο, του πρωτοκόλλου παρέχει ένα τέτοιο έρεισμα.
158. Η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει καταρχάς ότι η διάταξη αυτή, ως συνιστώσα εξαίρεση από τον κανονικώς ισχύοντα όρο της τηρήσεως της διαδικασίας τροποποιήσεως των Συνθηκών, πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς και τονίζει ότι η άποψη αυτή ενισχύεται από τα προεκτεθέντα σχετικά με τους λόγους που υπαγόρευσαν τη θέσπιση του πρωτοκόλλου. Επιπροσθέτως, το ειδικό έρεισμα για την κατάργηση παρέχει, κατά το γράμμα του, απλώς τη δυνατότητα καταργήσεως της δασμολογικής ποσοστώσεως για ένα έτος κάθε φορά και όχι επί μονίμου βάσεως, όπως έπραξε το Συμβούλιο, η διάταξη δε αυτή, κατά το γράμμα της και τη θέση της εντός του πρωτοκόλλου, παρέχει απλώς έρεισμα για την κατάργηση ποσοστώσεων που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 4, δεύτερο εδάφιο, δηλαδή ποσοστώσεων που έχουν καθοριστεί σε έτη κατά τα οποία "οι εισαγωγές (έχουν μειωθεί) σε σχέση με τις εισαγωγές του έτους 1956", το οποίο αποτελούσε το βασικό έτος για τον καθορισμό της ποσοστώσεως. Κατά συνέπεια, το έρεισμα για την κατάργηση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως προς ποσοστώσεις που έχουν καθορισθεί σε έτη κατά τα οποία οι εισαγωγές, ως προς το συγκεκριμένο έτος, δεν έχουν μειωθεί σε σχέση με το 1956.
159. Η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να είναι ορθή, ανεξαρτήτως του ότι γίνεται γενικώς δεκτό ότι ένα έρεισμα που παρέχει τη δυνατότητα καταργήσεως, όπως το εν προκειμένω, πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς.
160. Είναι αναγκαίο, προκειμένου να καταδειχθεί το αβάσιμο της απόψεως της Γερμανικής Κυβερνήσεως, να αναλυθεί η διάρθρωση του πρωτοκόλλου. Με τις δύο πρώτες παραγράφους του πρωτοκόλλου ορίζεται η ποσόστωση για το χρονικό διάστημα μέχρι της πλήρους εφαρμογής του κοινού δασμολογίου (αντιστοίχως 90 % για τη χρονική περίοδο μέχρι το τέλος του δεύτερου σταδίου και 80 % μέχρι το τέλος του τρίτου σταδίου των ποσοτήτων που εισήχθησαν το 1956). Στο πρώτο εδάφιο της τρίτης παραγράφου καθορίζεται, σε συνάρτηση με την πρώτη και δεύτερη παράγραφο, ένας κανόνας περί αυξήσεως των ετησίων ποσοστώσεων στην περίπτωση κατά την οποία οι εισαγωγές του προηγουμένου έτους θα υπερέβαιναν τις ποσότητες του 1956, ενώ στο δεύτερο εδάφιο περιέχεται ένας κανόνας για την περίπτωση κατά την οποία οι συνολικές εισαγωγές θα μειώνονταν σε σχέση με το 1956.
161. Στην τέταρτη παράγραφο του πρωτοκόλλου ορίζονται τα εξής:
"Από την ολοκληρωτική εφαρμογή του κοινού δασμολογίου, η ποσόστωση ορίζεται στο 75 % των εισαγωγών του έτους 1956. Η ποσόστωση αυτή επαυξάνεται κατά τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 3, πρώτο εδάφιο.
Αν οι εισαγωγές μειωθούν σε σχέση με την εισαγωγή του έτους 1956, η ετήσια ποσόστωση που προβλέπεται ανωτέρω δεν δύναται να υπερβεί το 75 % των εισαγωγών του προηγουμένου έτους.
Το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής, αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία περί της καταργήσεως ή της τροποποιήσεως της ποσοστώσεως αυτής."
'Οπως προκύπτει, υφίσταται ορισμένη παραλληλία μεταξύ της ρυθμίσεως των περιπτώσεων που αναφέρονται στην πρώτη και τη δεύτερη παράγραφο και της περιπτώσεως που αναφέρεται στην τέταρτη παράγραφο, η διάκριση δε μεταξύ των τριών περιόδων οφείλεται στις διαφορές μεταξύ των εγγυημένων ελαχίστων μεγεθών της δασμολογικής ποσοστώσεως.
Επιπλέον, είναι σημαντικό στην παρούσα αλληλουχία το ότι η διάταξη περί καταργήσεως της ποσοστώσεως ισχύει μόνο για την περίοδο για την οποία ισχύει η παράγραφος 4, δηλαδή την περίοδο που έπεται της πλήρους εφαρμογής του κοινού δασμολογίου. Κατά συνέπεια, η παρασχεθείσα δυνατότητα για την κατάργηση της ποσοστώσεως συνδέεται με την εφαρμογή του κοινού δασμολογίου.
162. Δεν φαίνεται να υφίσταται κανένας λόγος για να θεωρηθεί ότι η δυνατότητα καταργήσεως υφίσταται μόνο για την περίπτωση στην οποία αναφέρεται το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου αυτής (την περίπτωση δηλαδή κατά την οποία οι εισαγωγές μειώνονται σε σχέση με το 1956) και όχι και στην περίπτωση στην οποία αναφέρεται το πρώτο εδάφιο της παραγράφου αυτής.
163. Αντιθέτως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το Συμβούλιο έχει δίκιο, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια ερμηνεία της διατάξεως θα προϋπέθετε ότι η δυνατότητα καταργήσεως θα έπρεπε ρητώς να συνδέεται με το δεύτερο εδάφιο στο οποίο θα είχε περιληφθεί ως περίπτωση δύο.
Οι λέξεις "της ποσοστώσεως αυτής" στο τρίτο εδάφιο δεν μπορούν παρά να έχουν την έννοια ότι αφορούν ποσοστώσεις που καθορίζονται μετά την οριστική εφαρμογή του δασμολογίου, ανεξαρτήτως του αν η ποσόστωση καθορίζεται σύμφωνα με το πρώτο ή το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4.
164. Δεν υπάρχει λόγος να αποδοθεί σημασία στο ότι η κατ' εφαρμογή του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 4 κατάργηση πραγματοποιείται μέσω μιας γενικής διατάξεως που ισχύει μέχρις ότου ενδεχομένως καταργηθεί, πράγμα που έχει ως συνέπεια ότι δεν λαμβάνεται κάθε έτος απόφαση περί καταργήσεως.
Ο λόγος που αντλείται από πλημμέλειες κατά τη θέσπιση του κανονισμού
α) Μη τήρηση της αρχής της συλλογικότητας στο πλαίσιο της συμμετοχής της Επιτροπής στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων
165. Η Γερμανική Κυβέρνηση τονίζει ότι το άρθρο 43 της Συνθήκης εξαρτά τη λήψη αποφάσεων του Συμβουλίου από πρόταση της Επιτροπής και ότι το Συμβούλιο, κατά το άρθρο 149, παράγραφος 1 (55), μπορεί να τροποποιεί την πρόταση της Επιτροπής μόνον ομοφώνως. Η εν λόγω Κυβέρνηση προβάλλει ότι το άρθρο 149, παράγραφος 1, δεν τηρήθηκε, επειδή το Συμβούλιο θέσπισε τον επίμαχο κανονισμό με ειδική πλειοψηφία βάσει προτάσεως που δεν τροποποιήθηκε προσηκόντως σε σχέση με την αρχική πρόταση της Επιτροπής. Το μέλος της Επιτροπής που συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις του Συμβουλίου δεν ήταν εξουσιοδοτημένο να προβεί στις αναγκαίες τροποποιήσεις επ' ονόματι της Επιτροπής.
Η Γερμανική Κυβέρνηση τόνισε στο δικόγραφο της προσφυγής της ότι υφίστανται ορισμένα στοιχεία τα οποία δικαιολογούν τη σκέψη ότι η πρόταση της Επιτροπής τροποποιήθηκε από το αρμόδιο για τον τομέα της γεωργίας μέλος της Επιτροπής και τον πρόεδρο της Επιτροπής χωρίς να τηρηθεί η αρχή της συλλογικότητας και ότι θεωρεί ότι η άποψη αυτή ενισχύεται από τις διευκρινίσεις τις οποίες παρέσχε το Συμβούλιο με το υπόμνημά του αντικρούσεως ως προς τις περιστάσεις που αφορούν τις σχετικές διαπραγματεύσεις. Η Κυβέρνηση τονίζει ότι από τα στοιχεία που προσκόμισε το Συμβούλιο προκύπτει ότι το περιεχόμενο του τελικώς θεσπισθέντος κανονισμού είναι το αποτέλεσμα ενός συμβιβασμού της προεδρίας με τον οποίο επιτεύχθηκε κατόπιν μακρών διαπραγματεύσεων τον Δεκέμβριο του 1992 επαρκής σύμπτωση απόψεων στο Συμβούλιο και ότι το εν λόγω μέλος της Επιτροπής υιοθέτησε την πρόταση αυτή επ' ονόματι της Επιτροπής προκειμένου ο συμβιβασμός να είναι πλέον δυνατό να υιοθετηθεί με ειδική πλειοψηφία. Η Κυβέρνηση τονίζει συγχρόνως ότι το Συμβούλιο διευκρίνισε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση επί της αιτήσεως προσωρινών μέτρων ότι ο συμβιβασμός αυτός ήταν αποτέλεσμα μιας μακράς νυκτερινής συνεδριάσεως και υποστηρίζει ότι από τα στοιχεία αυτά προκύπτει αναγκαίως ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να γνώριζε τον συμβιβασμό αυτό, όταν εξουσιοδότησε το εν λόγω μέλος της σε σχέση με τις εν λόγω διαπραγματεύσεις στο Συμβούλιο και ότι, επομένως, το μέλος δεν μπορούσε να ήταν "δεόντως εξουσιοδοτημένο".
166. Το Συμβούλιο θεωρεί ότι ο λόγος αυτός δεν ευσταθεί. Αναφέρεται καταρχήν στην επιχειρηματολογία της Επιτροπής και προβάλλει ότι το Συμβούλιο δικαιολογημένα μπορούσε να λαμβάνει ως δεδομένο ότι το μέλος της Επιτροπής που συμμετέχει στις διαπραγματεύσεις του Συμβουλίου έχει την εξουσία να τροποποιεί πρόταση της Επιτροπής επ' ονόματί της, όταν προβαίνει σε τέτοιες τροποποιήσεις.
167. Η Επιτροπή προβάλλει ομοίως ότι ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι το εν λόγω μέλος της ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένο, σύμφωνα με την αρχή της συλλογικότητας, να τροποποιήσει την αρχική της πρόταση. Η Επιτροπή αναφέρει εξάλλου ότι οι σχετικές πολυήμερες συνεδριάσεις του Συμβουλίου τον Δεκέμβριο του 1992 ήταν αφιερωμένες σε διάφορες σημαντικές προτάσεις και ότι η πρόταση για την έκδοση κανονισμού για τις μπανάνες ήταν μόνο μία μεταξύ πολλών ως προς τις οποίες επιτεύχθηκε στο πλαίσιο συνολικής λύσεως επαρκής σύμπτωση απόψεων.
Η Επιτροπή έχει τη γνώμη ότι ο λόγος που προβάλλει η Γερμανική Κυβέρνηση μπορεί ήδη να απορριφθεί ενόψει του ότι η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η πρότασή της τροποποιήθηκε δεόντως και ότι δεν υφίσταται καμία περίπτωση που να μπορεί να αποτελέσει αφορμή αμφιβολιών εν προκειμένω.
168. Για λόγους τάξεως, η Επιτροπή διευκρινίζει πάντως ότι από το 1991 είχε εξετάσει την "υπόθεση των μπανανών" και γνώριζε κατά την υποβολή της προτάσεως στο Συμβούλιο ότι για να υιοθετηθεί η πρόταση αυτή έπρεπε ενδεχομένως να τροποποιηθεί ως προς ορισμένα σημεία συνεπεία των συζητήσεων στο πλαίσιο του Συμβουλίου. Η Επιτροπή εκθέτει στη συνέχεια τα εξής:
"* Με βάση αυτά ακριβώς τα δεδομένα το συλλογικό όργανο επιφόρτισε το αρμόδιο για τη γεωργία μέλος (το οποίο τότε ήταν ο Mac Sharry) να διαπραγματευθεί τον φάκελο 'μπανάνες' στο Συμβούλιο από τις 14 έως τις 17 Δεκεμβρίου 1992 στο πλαίσιο του συνολικού συμβιβασμού. Σε μία τέτοια κατάσταση, η οποία ουδόλως είναι ασυνήθης, το υπεύθυνο μέλος της Επιτροπής παραμένει συνεχώς σε στενή επαφή με το συλλογικό όργανο προκειμένου να ζητήσει, αν χρειαστεί, ειδικές οδηγίες. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για την επίτευξη συμβιβασμού και τελικής αποφάσεως στο πλαίσιο μιας τόσο δύσκολης διαπραγματεύσεως, αυτό δε συμβαίνει και ως προς όλους τους γεωργικούς μαραθώνιους. Η Επιτροπή εκπλήσσεται από το ότι η προσφεύγουσα * κυβέρνηση κράτους μέλους * φαίνεται τώρα να προσπαθεί να θέσει εν αμφιβόλω μια πρακτική που έχει καθιερωθεί από 30 ετών.
* Κατόπιν της συνεδριάσεως του Συμβουλίου της 14ης έως 17ης Δεκεμβρίου 1992, ο αρμόδιος επίτροπος πληροφόρησε το συλλογικό όργανο για τα αποτελέσματα αυτής της συνεδριάσεως, ιδίως για τον συμβιβασμό 'μπανάνες' , το δε συλλογικό όργανο δεν διατύπωσε τότε καμία αντίρρηση, ούτε ως προς τη διαδικασία ούτε ως προς το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων.
* Τέλος, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι ο συμβιβασμός της 17ης Δεκεμβρίου 1992 * όσο σημαντικός και αν ήταν * είχε μόνο πολιτικό χαρακτήρα και ότι η επίσημη απόφαση (η μόνη έγκυρη από νομική άποψη) θεσπίστηκε μόλις κατά τη συνεδρίαση του Συμβουλίου της 14ης Φεβρουαρίου 1993 κατόπιν ψηφοφορίας με ειδική πλειοψηφία. Το συλλογικό όργανο διέθετε επομένως επαρκή χρόνο για να εξετάσει εκ νέου τον φάκελο και να δώσει στο νέο μέλος της Επιτροπής που ήταν επιφορτισμένο με τη γεωργία (Steichen) ειδικές οδηγίες επί του θέματος αυτού ή για να θέσει, ενδεχομένως, εκ νέου υπό εξέταση ορισμένα στοιχεία του πολιτικού συμβιβασμού. Η Επιτροπή όμως (τόσο με την παλαιά όσο και με τη νέα της σύνθεση μετά την 1η Ιανουαρίου 1993) δεν διαπίστωσε κανένα λόγο για να συζητήσει εκ νέου την υπόθεση.
* Μετά τη ρητή απόφαση του Συμβουλίου, της 19ης Φεβρουαρίου 1993, το συλλογικό όργανο ενημερώθηκε για τα αποτελέσματα (που αντιστοιχούσαν στον πολιτικό συμβιβασμό του Δεκεμβρίου) και τα έλαβε υπόψη χωρίς να διατυπώσει αντιρρήσεις."
169. Κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο λόγος που προβάλλει η Γερμανική Κυβέρνηση πρέπει να απορριφθεί.
Η Κυβέρνηση δεν μπόρεσε να αποδείξει την ύπαρξη συγκεκριμένων περιστάσεων από τις οποίες να προκύπτει ότι δεν τηρήθηκαν οι σχετικοί κανόνες, μεταξύ των οποίων η αρχή της συλλογικότητας, ως προς τη συμμετοχή της Επιτροπής στη νομοθετική διαδικασία της Κοινότητας. Κατά τη γνώμη μου, αυτό αρκεί για να απορριφθεί ο λόγος που προβάλλει η Κυβέρνηση.
170. Εξάλλου, η αρχή της συλλογικότητας τηρείται, κατά τη γνώμη μου, όταν η Επιτροπή έχει λάβει απόφαση ως προς τις τροποποιήσεις που πρέπει ενδεχομένως να επέλθουν στην αρχική της πρόταση κατά τις διαπραγματεύσεις στο Συμβούλιο. Το μέλος της Επιτροπής το οποίο εκπροσωπεί την Επιτροπή κατά τις διαπραγματεύσεις στο Συμβούλιο μπορεί να τροποποιήσει την υφιστάμενη πρόταση της Επιτροπής μόνο όταν οι σχετικές τροποποιήσεις δεν εξέρχονται του πλαισίου το οποίο έχει καθορίσει η Επιτροπή με την απόφασή της. 'Οταν οι τροποποιήσεις δεν περιορίζονται, κατά τα ανωτέρω, εντός του πλαισίου της αποφάσεως αυτής, το ζήτημα που αφορά την τροποποίηση πρέπει να υποβάλλεται στην Επιτροπή.
β) 'Ελλειψη αναφοράς του θεσπισθέντος κανονισμού στην τελική πρόταση της Επιτροπής
171. Η Γερμανική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι στην αιτιολογία του κανονισμού αναφέρεται η αρχική πρόταση της Επιτροπής του Αυγούστου 1992, όπως δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και, επομένως, όχι η τελική πρόταση της Επιτροπής. Η εν λόγω Κυβέρνηση προβάλλει ότι ο κανονισμός συνιστά επομένως παράβαση του άρθρου 190, κατά το οποίο οι κανονισμοί του Συμβουλίου πρέπει "να αιτιολογούνται και να αναφέρονται στις προτάσεις ή γνώμες που απαιτούνται κατά την παρούσα συνθήκη".
172. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί. Η Γερμανική Κυβέρνηση θέτει ως προς το σημείο αυτό ζήτημα νομιμότητας μιας μακρόχρονης πρακτικής η οποία μέχρι σήμερα δεν έχει δώσει λαβή για επικρίσεις και ως προς την οποία, κατά τη γνώμη μου, δεν υφίσταται κανένας ουσιαστικός λόγος επικρίσεων.
Μπορεί να θεωρηθεί ως δεδομένο ότι από το γράμμα του άρθρου 190 * η χρησιμοποίηση της λέξεως "πρόταση" στον πληθυντικό * δεν μπορεί να συναχθεί ότι πρέπει κατ' ανάγκη να αναφέρεται τόσο η αρχική όσο και η ενδεχομένως μετέπειτα τροποποιηθείσα πρόταση της Επιτροπής. Το συμφέρον που πρέπει να προστατεύεται σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 190 διασφαλίζεται, κατά τη γνώμη μου, πλήρως με την αναφορά στην πρώτη πρόταση που υποβάλλει η Επιτροπή * ιδίως όταν αυτή, σύμφωνα με την πρακτική της Επιτροπής και όπως συνέβη εν προκειμένω, είναι η πρόταση που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (56).
γ) Ο λόγος που αντλείται από το ότι δεν ζητήθηκε εκ νέου η γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
173. Η Γερμανική Κυβέρνηση τονίζει ότι η τελικώς υιοθετηθείσα πρόταση διαφέρει σε ορισμένα σημεία από την πρόταση επί της οποίας εξέφερε τη γνώμη του το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και προβάλλει, υποστηριζόμενη από την Ολλανδική και τη Βελγική Κυβέρνηση, ότι πρόκειται για ουσιώδεις τροποποιήσεις που θα μπορούσαν να υιοθετηθούν μόνο αν η πρόταση είχε εκ νέου υποβληθεί στο Κοινοβούλιο προκειμένου αυτό να διατυπώσει τη γνώμη του.
174. Το Συμβούλιο και οι υπέρ αυτού παρεμβαίνοντες αμφισβητούν ότι πρόκειται για τόσο ουσιώδεις τροποποιήσεις ώστε να έπρεπε να ζητηθεί εκ νέου η γνώμη του Κοινοβουλίου.
175. Το Δικαστήριο έχει με τη νομολογία του διευκρινίσει τα κριτήρια τα οποία είναι καθοριστικά για το ζήτημα πότε απαιτείται να ζητηθεί εκ νέου η γνώμη του Κοινοβουλίου. Το Δικαστήριο δέχθηκε τελευταία με την απόφασή του της 5ης Οκτωβρίου 1993, Driessen (57), ότι απαιτείται να ζητηθεί εκ νέου η γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου:
"Κάθε φορά που το κείμενο που τελικά υιοθετείται, θεωρούμενο στο σύνολό του, διαφέρει ως προς το ίδιο του το ουσιαστικό περιεχόμενο από αυτό για το οποίο ζητήθηκε η γνώμη του Κοινοβουλίου, με εξαίρεση τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι τροποποιήσεις αντιστοιχούν, ως προς τα ουσιώδη σημεία, στις επιθυμίες που εξέφρασε το ίδιο το Κοινοβούλιο (...)" (σκέψη 23).
Οι εν λόγω τροποποιήσεις πρέπει επομένως να αξιολογούνται βάσει της συνολικής προτάσεως και πρέπει να αφορούν "το ίδιο το ουσιαστικό περιεχόμενο του κειμένου".
176. Εξάλλου, είναι, κατά τη γνώμη μου, θεμιτό, όπως εκθέτει το Συμβούλιο, σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς τον ουσιώδη χαρακτήρα της τροποποιήσεως να λαμβάνεται υπόψη αν η αντίρρηση διατυπώθηκε ή μη από το ίδιο το Κοινοβούλιο.
177. Η Γερμανική Κυβέρνηση αναφέρεται στις τρεις κατά τα κατωτέρω τροποποιήσεις, οι οποίες, κατά την άποψή της, είναι τόσο σημαντικές ώστε έπρεπε προηγουμένως να είχε ζητηθεί από το Κοινοβούλιο να διατυπώσει εκ νέου τη γνώμη του.
178. Η πρώτη αφορά τους κανόνες της αρχικής προτάσεως σχετικά με τις δυνατότητες εισαγωγής μπανανών τρίτων χωρών και μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ. Στο άρθρο 17 της προτάσεως οριζόταν ότι οι εισαγωγές αυτών των προϊόντων "πραγματοποιούνται στο πλαίσιο μιας βασικής ποσοστώσεως 2 εκατομμυρίων τόνων, και μιας πρόσθετης ποσοστώσεως, ο όγκος της οποίας καθορίζεται κάθε χρόνο με βάση την πρόβλεψη". Η πρόταση έθετε ως προϋπόθεση ότι έπρεπε να επιβάλλεται ο παγιοποιημένος εντός της GΑΤΤ δασμός 20 % επί της αξίας του προϊόντος. Η πρόταση αυτή, η οποία επομένως συνεπήγετο πράγματι ποσοτικούς περιορισμούς και έναν κατ' αξία δασμό, τροποποιήθηκε με την προεκτεθείσα δασμολογική ποσόστωση, όπου ο δασμολογικός συντελεστής ήταν 0 ή 100 ECU ανά τόνο εντός ποσοστώσεως και 750 ή 850 ECU ανά τόνο εκτός ποσοστώσεως.
179. Η Γερμανική Κυβέρνηση επισημαίνει ιδίως ότι η τροποποίηση του κατ' αξίαν δασμού σε κατά ποσότητα δασμό είναι ουσιώδης, επειδή ο εφαρμοζόμενος κατά ποσότητα δασμός συνεπάγεται πράγματι υψηλότερο δασμό, ακόμη και εντός της δασμολογικής ποσοστώσεως, και επειδή η τροποποίηση είναι ενδεχομένως αντίθετη προς τις σύμφωνα με την GAΤΤ υποχρεώσεις της Κοινότητας.
180. Οι εν λόγω τροποποιήσεις είναι, και κατά τη γνώμη μου επίσης, σημαντικές, πλην όμως θα ήταν εσφαλμένο να υποτεθεί ότι οι τροποποιήσεις αυτές, θεωρούμενες υπό το πρίσμα της όλης οικονομίας του κανονισμού, μπορούν να θεωρηθούν ότι θίγουν την ουσία του. Ο αρχικώς προταθείς ποσοτικός περιορισμός είχε, όπως ακριβώς και οι τελικώς υιοθετηθείσες διατάξεις της προτάσεως που αφορούν τη δασμολογική ποσόστωση, ως σκοπό να καταστήσει δυνατόν στην Κοινότητα τον έλεγχο των εισαγωγών. Η τροποποίηση της ρυθμίσεως περί εισαγωγών υπό την έννοια της μεταβολής ενός κατά κυριολεξία ποσοτικού περιορισμού σε δασμολογική ποσόστωση είναι σχεδόν άνευ ουσιαστικής σημασίας, όπως μπορεί να συναχθεί από την εξέταση των πρακτικών συνεπειών της δασμολογικής ποσοστώσεως. Εξάλλου, δεν αμφισβητείται ότι η τροποποίηση της βάσεως για τον υπολογισμό του δασμού (εντός της δασμολογικής ποσοστώσεως) θα συνεπάγεται κατ' ουσίαν μικρότερη αύξηση της δασμολογικής επιβαρύνσεως, χωρίς όμως να μπορεί να λεχθεί ότι αυτό θίγει την ουσία της προτάσεως.
181. Η άλλη από τις επίμαχες τροποποιήσεις αφορά τους κανόνες περί κατανομής της ποσοστώσεως. Στο προοίμιο της αρχικής προτάσεως αναφερόταν ότι οι κανόνες αυτοί έπρεπε "να εγγυώνται την εμπορία στην κοινοτική αγορά των μπανανών που παράγονται στην Κοινότητα καθώς και των ποσοτήτων που εισάγονται (...) από τα κράτη ΑΚΕ, τα οποία είναι παραδοσιακοί προμηθευτές (...)" (δέκατη αιτιολογική σκέψη). Προς τον σκοπό αυτό θεσπίστηκε ένα αποκαλούμενο "σύστημα εταιρικής σχέσεως". Το σύστημα αυτό περιελάμβανε, κατά το άρθρο 17, παράγραφος 3, της προτάσεως, 30 % του συνολικού ύψους της βασικής ποσοστώσεως και της πρόσθετης ποσοστώσεως που ενδεχομένως θα θεσπιζόταν, η δε διαχείριση του ποσοστού αυτού θα έπρεπε να γίνει σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπονταν στα άρθρα 19, 20 και 21. Ο βασικός κανόνας περιέχεται στο άρθρο 19, παράγραφος 1, κατά το οποίο οι δυνατότητες για την ποσόστωση του 30 % ήταν "ανοιχτές για κάθε επιχειρηματία εγκατεστημένο στην Κοινότητα ο οποίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διακινήσει στο κοινοτικό εμπόριο μια ορισμένη ποσότητα που αποτελείται από μπανάνες κοινοτικές ή/και παραδοσιακές ΑΚΕ". Στο άρθρο 19, παράγραφος 2, της προτάσεως ορίζεται:
"Οι επιχειρηματίες που έχουν διακινήσει για δικό τους λογαριασμό κατά τη διάρκεια των ετών 1989-1991 μια ελάχιστη ποσότητα μπανανών κοινοτικών ή παραδοσιακών ΑΚΕ λαμβάνουν, μετά από σχετική αίτησή τους, ένα πιστοποιητικό εισαγωγής υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 20, παράγραφος 1, σημείο 1, για ποσότητα ίση ή μικρότερη από τον μέσον όρο της ποσότητας που έχει διακινηθεί στο εμπόριο κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής."
Στην τελικώς υιοθετηθείσα πρόταση η εν λόγω ρύθμιση εταιρικής σχέσεως τροποποιήθηκε σε μία ρύθμιση κατά την οποία το δικαίωμα για τη χορήγηση ποσοστού 30 % δεν εξαρτάται από την υποχρέωση εισαγωγής ορισμένων ποσοτήτων κοινοτικών μπανανών και μπανανών ΑΚΕ, αλλά από την εμπορία μπανανών κατά τα τρία προηγούμενα έτη.
182. Οι τελικώς θεσπισθέντες κανόνες καθιστούν, κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, μεγαλύτερα τα πλεονεκτήματα που παρέχονται στους εμπορευομένους παραδοσιακώς κοινοτικές μπανάνες και μπανάνες ΑΚΕ, επειδή καθίσταται δυσκολότερο στους εμπορευομένους παραδοσιακώς μπανάνες τρίτων χωρών να αποκτήσουν ένα μέρος του ποσοστού αυτού.
183. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για ουσιώδη τροποποίηση, αλλ' ούτε όμως πρέπει να υπάρχει και αμφιβολία ότι η τροποποίηση αυτή δεν θίγει την ουσία του κανονισμού.
Ο τροποποιηθείς κανόνας έχει τον ίδιο σκοπό όπως ο αρχικώς προβλεπόμενος και μπορεί να ληφθεί ως δεδομένο ότι ο αρχικώς προτεινόμενος κανόνας δεν θα είχε κατ' ουσίαν πολύ διαφορετικά αποτελέσματα από αυτά τα οποία έχει ο τελικώς θεσπισθείς κανόνας.
184. Η τρίτη από τις επίμαχες τροποποιήσεις αφορά τους κανόνες περί του ποσοστού που έχουν στην ποσόστωση οι αποκαλούμενοι newcomers. Στην αρχική πρόταση προβλεπόταν 5 % του ποσοστού του 70 %, που είχε ανοιχθεί για τους εμπορευομένους μπανάνες τρίτων χωρών, για τους νέους επιχειρηματίες οι οποίοι αρχίζουν για πρώτη φορά να εμπορεύονται μπανάνες για το συγκεκριμένο έτος. Επιπροσθέτως, το ποσοστό του 30 % είχε επίσης ανοιχθεί καταρχήν για τέτοιου είδους επιχειρηματίες. Στην τελικώς υιοθετηθείσα πρόταση ανοίγεται, όπως ελέχθη, ειδικό ποσοστό 3,5 % για τους newcomers.
185. Η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει ότι η τελικώς υιοθετηθείσα πρόταση καθιστά ουσιωδώς δυσμενέστερες τις δυνατότητες εισόδου των newcomers στην αγορά και ότι οι δυνατότητες αυτές έχουν μεγάλη σημασία προκειμένου να διασφαλιστεί ουσιαστικός ανταγωνισμός στην αγορά. Επομένως, οι τροποποιήσεις είναι ουσιώδεις επειδή έπρεπε να έχουν παραγματοποιηθεί αφού θα είχε ζητηθεί εκ νέου η γνώμη του Κοινοβουλίου.
186. Δεν πρόκειται για ασήμαντες τροποποιήσεις. Τα δικαιώματα των newcomers έχουν σημασία για τη λειτουργία της αγοράς. Εντούτοις, κατά τη γνώμη μου, είναι σαφές ότι οι τροποποιήσεις αυτές δεν απαιτούσαν την εκ νέου υποβολή της προτάσεως στο Κοινοβούλιο. Η χειροτέρευση της καταστάσεως των newcomers που συνεπάγεται η πρόταση είναι παρά ταύτα περιορισμένης εκτάσεως. Οι newcomers έλαβαν και με την τελικώς υιοθετηθείσα πρόταση μικρότερο μέρος της συνολικής ποσοστώσεως και, παρ' όλα αυτά, εξακολουθούν να έχουν τη δυνατότητα να αγοράζουν κοινοτικές μπανάνες και μπανάνες ΑΚΕ, εφόσον μπορούν να ανεύρουν προμηθευτές, και κατ' αυτόν τον τρόπο να αποκτήσουν με τον καιρό ένα μέρος του ποσοστού του 30 %.
187. Κατά συνέπεια δεν νομίζω ότι έπρεπε να ζητηθεί εκ νέου η γνώμη του Κοινοβουλίου.
Πρόταση
188. Βάσει όλων αυτών των σκέψων προτείνω στο Δικαστήριο:
* να απορρίψει την προσφυγή,
* να καταδικάσει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα του Συμβουλίου,
* να αποφασίσει ότι κάθε ένας από τους παρεμβαίνοντες φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
(1) * ΕΕ L 47, σ. 1 .
(2) * Πρόκειται για τις υποθέσεις Τ-516/93, Pacific Fruit Company, T-517/93, Leon van Parijs, T-518/93, Anton Duerbeck, T-519/93, Comafrica, και Τ-520/93, Pacific Fruit Company Italy.
(3) * Υποθέσεις C-143/88 και C-92/89, Συλλογή 1991, σ. Ι-415.
(4) * Το Verwaltungsgericht εξάρτησε τα προσωρινά μέτρα από την προϋπόθεση ότι οι εταιρίες, καθόσον εκκρεμεί η υπόθεση, δεν θα χρησιμοποιήσουν τις άδειές τους για το 1994 στην έκταση που αντιστοιχεί προς τις ποσότητες τις οποίες αφορούν τα προσωρινά μέτρα.
(5) * Οι ακόλουθοι αριθμοί παρέχουν μία εικόνα των χωρών που παράγουν μπανάνες ως προς το μέγεθος της παραγωγής τους εκφραζόμενο σε ποσοστό επί τοις εκατό σε σχέση με τα συνολικά τους έσοδα από τις εξαγωγές (1988):
%
ΕΚ Γουαδελούπη 60,0
Μαρτινίκα 49,0
Μαδέρα 33,0
Κανάριοι Νήσοι 20,0
ΑΚΕ Δομήνικα 69,3
Αγία Λουκία 59,1
'Αγιος Βικέντιος
και Γρεναδίνες 42,2
Σομαλία 20,0
Γρενάδα 16,6
Μπελίζ 4,2
Ακτή Ελεφαντοστού 4,1
Σουρινάμ 4,0
Τζαμάικα 2,3
Καμερούν 1,1
Τρίτες Χώρες Ονδούρα 36,3
Παναμάς 29,0
Κόστα Ρίκα 19,7
Ισημερινός 13,6
Κολομβία 5,2
(6) * Η Γερμανική Κυβέρνηση διευκρινίζει στο δικόγραφο της προσφυγής της ότι ήδη οι ισχύουσες τιμές cif για τις μπανάνες τρίτων χωρών ως προς τα έτη 1987 έως 1992 ήταν κατά μέσο 450 ECU (1992: 432) ανά τόνο, μεταξύ 650 και 750 ΕCU ανά τόνο ως προς τις μπανάνες ΑΚΕ και τις κοινοτικές μπανάνες (1992: ΑΚΕ 626, ΕΚ 754), στη δε Ισπανία ανέρχονταν μάλιστα σε 830 ΕCU ανά τόνο. Η Βρετανική Κυβέρνηση διευκρίνισε με το υπόμνημά της ότι οι τιμές fob ήταν το 1992 ως προς τις μπανάνες τρίτων χωρών κατά μέσο όρο 242 ECU ανά τόνο, για τις μπανάνες ΑΚΕ 466 ECU ανά τόνο (93 % υψηλότερες) και για τις κοινοτικές μπανάνες 551 ECU ανά τόνο (128 % υψηλότερες).
(7) * Ο λόγος θεσπίσεως αυτών των κανόνων είναι, σύμφωνα με το προοίμιο, ο εξής:
'Οτι για να καταστεί δυνατός ο εφοδιασμός της αγοράς με προϊόντα ομοιογενούς και επαρκούς ποιότητας τηρουμένων των ιδιαιτεροτήτων και των διάφορων παραγομένων ποικιλιών και για να εξασφαλιστεί η διάθεση κοινοτικών προϊόντων σε συμφέρουσες τιμές που εγγυώνται επαρκή έσοδα, θα πρέπει να θεσπιστούν κοινοί ποιοτικοί κανόνες για τη νωπή μπανάνα και, εάν είναι αναγκαίο, κανόνες εμπορίας για τα μεταποιημένα προϊόντα με βάση τις μπανάνες. (Τέταρτη αιτιολογική σκέψη).
(8) * Σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 2, η ποσότητα κατανέμεται ως εξής:
1) 420 000 τόνοι για τις Καναρίους Νήσους
2) 150 000 τόνοι για τη Γουαδελούπη
3) 219 000 τόνοι για τη Μαρτινίκα
4) 50 000 τόνοι για τη Μαδέρα, τις Αζόρες και το Algarve
5) 15 000 τόνοι για την Κρήτη και τη Λακωνία
(9) * ΕΕ 1992, C 344, σ. 9.
(10) * Στο παράρτημα ορίζονται τα ακόλουθα:
Τόνοι/καθαρό βάρος
Ακτή του Ελεφαντοστού 155 000
Καμερούν 155 000
Σουρινάμ 38 000
Σομαλία 60 000
Τζαμάικα 105 000
Αγία Λουκία 127 000
'Αγιος Βικέντιος και Γρεναδίνες 82 000
Δομήνικα 71 000
Μπελίζ 40 000
Πράσινο Ακρωτήριο 4 800
Γρενάδα 14 000
Μαδαγασκάρη 5 900
857 770.
(11) * ΕΕ L 142, σ. 6.
(12) * Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, 5/88, Wachauf (Συλλογή 1989, σ. 2609, σκέψη 17), της 11ης Ιουλίου 1989, 265/87, Schraeder (Συλλογή 1989, σ. 2237, σκέψη 21), και της 25ης Οκτωβρίου 1978, 103/77 και 145/77, Royal Scholten-Honig (Συλλογή τόμος 1978, σ. 625).
(13) * Βλ. ανωτέρω υποσημείωση 12.
(14) * Πρέπει να αναφερθεί ότι στην προαναφερθείσα υπόθεση C-466/93, Αtlanta κ.λπ., το δικαστήριο που υπέβαλε προδικαστικά ερωτήματα στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων στο ότι οι επίμαχες διατάξεις του κανονισμού στερούν από τους επιχειρηματίες των τρίτων χωρών το προϊόν των επενδύσεων που πραγματοποίησαν στον τομέα της εμπορίας μπανανών , δεδομένου ότι με την αφαίρεση ποσοτήτων (...) μειώνεται η αξία εγκαταστάσεών τους τις οποίες δημιούργησαν σε διάστημα που υπερβαίνει τις τρεις δεκαετίες και εφόσον οι εγκαταστάσεις που δημιούργησαν με δικές τους επενδύσεις για την κάλυψη των αναγκών όλων των σταδίων της εμπορίας μπανανών δεν μπορούν πλέον να αποτελέσουν αντικείμενο οικονομικής εκμεταλλεύσεως .
(15) * Βλ., π.χ., τις αποφάσεις της 19ης Οκτωβρίου 1977, 124/76 και 20/77, Moulins et Huileries de Pont-a-Mousson (Συλλογή τόμος 1977, σ. 535, σκέψη 17), και της 13ης Δεκεμβρίου 1984, 106/83, Sermide (Συλλογή 1984, σ. 4209, σκέψη 28).
(16) * Βλ., π.χ., την απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-331/88, Fedesa (Συλλογή 1990, σ. Ι-4023, σκέψη 13).
(17) * Απόφαση της 5ης Ιουλίου 1977, 114/76, Bela-Muehle (Συλλογή τόμος 1977, σ. 385).
(18) * Βλ. την προπαρατεθείσα απόφαση Fedesa, σκέψη 14. Βλ. επίσης την απόφαση της 11ης Μαρτίου 1987, 279/84, 280/84, 285/84 και 286/84, Rau (Συλλογή 1987, σ. 1069, σκέψη 34).
(19) * Απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1990, C-267/88 έως C-285/88, Wuidart (Συλλογή 1990, σ. Ι-435, σκέψη 14). Βλ., επίσης τις αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1973, 40/72, Schroeder (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 397), και της 13ης Ιουνίου 1972, 9/71 και 11/71, Compagnie d' approvisionnement κατά Επιτροπής (Rec. 1972, σ. 391, σκέψη 39).
(20) * Στην ανακοίνωση προς τον Τύπο της Επιτροπής, της 8ης Απριλίου 1992, σχετικά με τη μελλοντική κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα της μπανάνας αναφερόταν, μεταξύ άλλων, ότι το επίπεδο της ποσοτικής ποσοστώσεως (...) θα αντιστοιχεί στον σημερινό όγκο εισαγωγών μπανανών ζώνης δολαρίου και θα μπορεί να αυξηθεί. Τα αποτέλεσματά της επί των τιμών καταναλωτή, ως προς τους καταναλωτές που προμηθεύονται ειδικότερα μπανάνες της ζώνης δολαρίου, θα είναι επομένως πολύ περιορισμένα .
(21) * Το Συμβούλιο εκθέτει στο υπόμνημά του αντικρούσεως ότι η ποσόστωση υπολογίστηκε ορθώς, ακόμη κι αν συνυπολογιστεί ο αριθμός του 1992. Το αποτέλεσμα αυτό επιτυγχάνεται εντούτοις με τον συνυπολογισμού του αντίστοιχου χαμηλότερου αριθμού του 1988.
(22) * Βλ. παράρτημα 1 των παρατηρήσεων της Επιτροπής. Τα αριθμητικά στοιχεία υπολογίστηκαν βάσει των στοιχείων της FΑΟ, των κρατών μελών και του Eurostat και αντιστοιχούν γενικά στα αριθμητικά στοιχεία που περιέχονται στο παράρτημα 1 του δικογράφου της προσφυγής, στο Gutachen της Zentrale Markt και Preisberichtstelle fuer Erzeugnisse der Land-, Forst- und Ernaehrungwirtschaft GmbH.
(23) * Στις σκέψεις 43, 44 και 45 της Διατάξεως του Δικαστηρίου εκτίθενται τα εξής:
Το Συμβούλιο δέχεται ότι οι προβλέψεις στις οποίες στηρίχθηκε μπορούν να αποδειχθούν εσφαλμένες, δεδομένου ότι δεν διαθέτει εν προκειμένω επαρκή πείρα. Είναι αλήθεια ότι, όπως ισχυρίζεται η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Συμβούλιο προτίθεται να τροποποιήσει τις καθοριζόμενες με το άρθρο 18 ποσοστώσεις μόνο σε περίπτωση σημαντικής μεταβολής της οικονομικής συγκυρίας. Δέχεται εντούτοις, ότι εάν εμφανιστεί έλλειψη τόσο μεγάλης κλίμακας όπως η προβαλλόμενη από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, τα κοινοτικά όργανα θα υποχρεωθούν να αντιδράσουν.
Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι, αν διαπιστωθεί μια τέτοια ανάγκη κατά τη διάρκεια της περιόδου εμπορίας, το άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού προβλέπει την υποχρέωση των κοινοτικών οργάνων να προσαρμόσουν ανάλογα τη δασμολογική ποσόστωση, λαμβάνοντας υπόψη τις εξαιρετικές περιστάσεις που επηρεάζουν ιδίως τους όρους των εισαγωγών. Στην περίπτωση αυτή, η προσαρμογή πρέπει να πραγματοποιηθεί κατά τη διαδικασία του άρθρου 27, εναπόκειται δηλαδή στη Επιτροπή να λάβει μέτρα, κατόπιν γνωμοδοτήσεως της επιτροπής διαχειρίσεως μπανάνας. Αν τα ληφθέντα μέτρα δεν είναι σύμφωνα προς τη γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως, το Συμβούλιο μπορεί να λάβει διαφορετική απόφαση σε προθεσμία ενός μηνός.
Από αυτό προκύπτει ότι, αν η Επιτροπή συμπεράνει ότι βάσει αξιοπίστων αντικειμενικών στοιχείων η ποσόστωση είναι ανεπαρκής για να καλύψει επαρκώς τη ζήτηση και αν οι προβλέψεις του Συμβουλίου αποδειχθούν εσφαλμένες, ο κανονισμός υποχρεώνει στην πραγματικότητα την Επιτροπή και, ενδεχομένως, το Συμβούλιο να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα, τα δε κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να ασκήσουν προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου σε περίπτωση που τα εν λόγω κοινοτικά όργανα παραβούν τις υποχρεώσεις τους.
(24) * Η Γερμανική Κυβέρνηση διευκρίνισε ότι τόσο τον Οκτώβριο του 1993 όσο και την άνοιξη του 1994 είχε ζητήσει αύξηση της δασμολογικής ποσοστώσεως. Η πρώτη αίτηση δεν έγινε δεκτή, επειδή, κατά την Επιτροπή, η εν λόγω Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι υφίστατο ανάγκη προς τούτο και επειδή οι Γερμανοί επιχειρηματίες δεν είχαν επαρκώς καταβάλει προσπάθεια για ν' αγοράσουν κοινοτικές μπανάνες ή μπανάνες ΑΚΕ. Στη δεύτερη αίτηση, μέχρι του χρονικού σημείου της συνεδριάσεως, δεν έχει δοθεί απάντηση.
'Οπως διευκρινίστηκε, η δασμολογική ποσόστωση αναμένεται να αυξηθεί κατά 100 000 τόνους το 1994 και κατά 200 000 τόνους το 1995 συνεπεία του αποτελέσματος των διαπραγματεύσεων με τις οποίες τέθηκε τέλος στη διαφορά που είχε αναφυεί στο πλαίσιο της GΑΤΤ μεταξύ ΕΚ και ορισμένων από τις χώρες της Κεντρικής και της Νότιας Αμερικής που εξάγουν μπανάνες.
(25) * Με τον κανονισμό (ΕΚ) 490/94 (ΕΕ L 62, σ. 10) και τον κανονισμό (ΕΚ) 3298/93 (ΕΕ L 296, σ. 48), η Επιτροπή παρέσχε πάντως τη δυνατότητα για συνολικές εισαγωγές εντός της ποσοστώσεως 1 070 000 τόνων στο πρώτο εξάμηνο του 1994. Δεν υπάρχουν στοιχεία ως προς τις συνέπειες που θα έχει αυτό για το μέγεθος των εισαγωγών εντός ποσοστώσεως κατά τα δύο τελευταία τρίμηνα του έτους.
(26) * Εξάλλου, η Επιτροπή διευκρίνισε επίσης κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι δεν κατόρθωσε να καταρτίσει τον κατά πρόβλεψη υπολογισμό σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού για το 1994, επειδή αντιμετώπισε βασικά προβλήματα και ουσιαστικές δυσκολίες ως προς την κατάρτιση του εν λόγω υπολογισμού.
(27) * Βλ. εν προκειμένω τους πίνακες στο παράρτημα 1 του υπομνήματος απαντήσεως.
(28) * Η Κυβέρνηση προσκόμισε ένα έγγραφο της οργανώσεως παραγωγών μιας χώρας ΑΚΕ, κατά το οποίο η οργάνωση αυτή δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις προτάσεις για αγορά, επειδή οι πωλήσεις προορίζονται αποκλειστικά για ορισμένους αγοραστές που αναφέρονται συγκεκριμένα στο εν λόγω έγγραφο. Εντούτοις, το Συμβούλιο διευκρίνισε με το υπόμνημά του ανταπαντήσεως ότι το σημαντικότερο μέρος των προϊόντων της χώρας αυτής απορροφάται ήδη από μία επιχείρηση η οποία μέχρι τούδε εμπορευόταν μόνο μπανάνες τρίτων χωρών.
Στην αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως στο πλαίσιο της υποθέσεως C-465/93, Atlanta κ.λπ., το εθνικό δικαστήριο έλαβε ως δεδομένο βάσει των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν ότι δεν ήταν δυνατό για τις ενάγουσες εταιρίες να προμηθευτούν κοινοτικές μπανάνες και μπανάνες ΑΚΕ.
(29) * Περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του καθεστώτος εισαγωγής μπανανών στην Κοινότητα (ΕΕ L 142, σ. 6).
(30) * Βλ. την προαναφερθείσα απόφαση Wuidart κ.λπ., υποσημείωση 19.
(31) * Πρέπει εξάλλου να αναφερθεί ότι στην αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως στην υπόθεση C-465/93, το εθνικό δικαστήριο έλαβε ως δεδομένο ότι οι ενάγουσες εταιρίες ήδη κατά τον χρόνο των προσωρινών μέτρων είχαν αναγκαστεί να αναστείλουν κατά ένα πέμπτο τις δραστηριότητές τους στο πλαίσιο του χονδρικού εμπορίου και να απολύσουν περίπου 200 εργαζομένους επί συνόλου περίπου 2 000 προσώπων.
(32) * Βλ. συνεκδικασθείσες υποθέσεις 197/80 έως 200/80, 243/80, 245/80 και 247/80, Lundwigshafener Walzmuehle Erling κ.λπ. (Συλλογή 1981, σ. 3211).
(33) * Βλ. συναφώς τον κανονισμό 26/62 του Συμβουλίου, περί εφαρμογής ορισμένων κανόνων ανταγωνισμού στην παραγωγή και στην εμπορία γεωργικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 35). Ο κανονισμός αυτός δεν έχει ως σκοπό, ούτε εξάλλου τη δυνατότητα, να περιορίσει την ευχέρεια του Συμβουλίου να επιλέγει κατά τη θέσπιση οργανώσεων αγοράς τα μέσα που θεωρεί ως τα πλέον πρόσφορα για την πραγματοποίηση των σκοπών της γεωργικής πολιτικής.
(34) * Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1980, 139/79, Μaizena κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 359). Στη σκέψη 23 εκτίθεται ότι:
Η εγκαθίδρυση συστήματος ανόθευτου ανταγωνισμού δεν είναι ο μόνος στόχος που μνημονεύεται στο άρθρο 3 της Συνθήκης, το οποίο προβλέπει επίσης, κυρίως, τη θέσπιση κοινής πολιτικής στον τομέα της γεωργίας. Οι συντάκτες της Συνθήκης, εν επιγνώσει του ότι η σύγχρονη επιδίωξη των δύο αυτών στόχων μπορούσε να αποδειχθεί δυσχερής σε ορισμένες στιγμές και σε ορισμένες περιπτώσεις, προέβλεψαν στο άρθρο 42, εδάφιο 1, ότι:
οι διατάξεις του κεφαλαίου του σχετικού με τους κανόνες του ανταγωνισμού δεν εφαρμόζονται στην παραγωγή και στο εμπόριο των γεωργικών προϊόντων, παρά μόνο κατά το μέτρο που ορίζεται από το Συμβούλιο στο πλαίσιο των διατάξεων και σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 43, παράγραφοι 2 και 3, λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους του άρθρου 30.
'Ετσι αναγνωρίζονται συγχρόνως η υπεροχή της αγροτικής πολιτικής σε σχέση με τους στόχους της Συνθήκης στο πεδίο του ανταγωνισμού και η εξουσία του Κοινοβουλίου να αποφασίζει σε ποιο μέτρο εφαρμόζονται οι κανόνες ανταγωνισμού στον γεωργικό τομέα. Κατά την άσκηση αυτής της εξουσίας, όπως και κατά την εφαρμογή όλης της γεωργικής πολιτικής, το Συμβούλιο διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως.
(35) * Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία στην προαναφερθείσα υπόθεση C-389/93, Duerbeck, να λάβει θέση επί του ζητήματος αν οι εκτελεστικές διατάξεις που θέσπισε η Επιτροπή, όσον αφορά τον κανονισμό για τους newcomers, τηρούν την αρχή της αναλογικότητας.
Ως προς την κατανομή της δασμολογικής ποσοστώσεως, βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 1982, 213/81 έως 215/81, Νοrddeutsches Vieh- und Fleischkontor Herbert Will (Συλλογή 1982, σ. 3583), και της 12ης Δεκεμβρίου 1973, 131/73, Grosoli (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 847).
(36) * Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1978, 125/77, Koninklijke Scholten-Honig (Συλλογή τόμος 1978, σ. 625, σκέψη 19).
(37) * Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1978, 87/78, Welding (Συλλογή 1978, σ. 779, σκέψη 11).
(38) * Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, 203/86, Ισπανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 4563, σκέψη 10).
(39) * Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 19ης Μαρτίου 1992, C-311/90, Hierl (Συλλογή 1992, σ. Ι-2061, σκέψη 13).
(40) * Βλ., συναφώς, την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, 68/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 855), την απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 1989, 131/87, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1989, σ. 3743), και της 17ης Μαρτίου 1993, C-155/91, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1993, σ. Ι-939).
(41) * Βλ. την απόφαση της 26ης Μαρτίου 1987, 45/86, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1987, σ. 1493, σκέψη 20).
(42) * ΕΕ 1991, L 229, σ. 3.
(43) * Αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 1972 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 21/72 έως 24/72, International Fruit Company (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 279), της 19ης Νοεμβρίου 1975, 38/75, Nederlandse Spoorwegen (Συλλογή τόμος 1975, σ. 435), της 16ης Μαρτίου 1983, 266/81, SΙΟΤ (Συλλογή 1983, σ. 731), της 16ης Μαρτίου 1983 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 267/81 έως 269/81, SΡΙ και SAΜΙ (Συλλογή 1983, σ. 801), της 16ης Μαρτίου 1983 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 290/81 και 291/81, Singer και Geigy (Συλλογή 1983, σ. 847), της 22ας Ιουνίου 1989, 70/87, Fediol (Συλλογή 1989, σ. 1781), και της 7ης Μαΐου 1991, C-69/89, Nakajima (Συλλογή 1991, σ. Ι-2069).
(44) * Βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 43.
(45) * Βλ. υποσημείωση 43.
(46) * Υπόθεση 104/81 (Συλλογή 1982, σ. 3641, σκέψη 17). Βλ. επίσης την απόφαση του Δικαστηρίου της 30ής Σεπτεμβρίου 1987, 12/86, Demirel (Συλλογή 1987, σ. 3719).
(47) * Αυτό διατυπώνεται από το Δικαστήριο με την απόφαση Kupferberg ως εξής:
Κατά τους γενικούς κανόνες του διεθνούς δικαίου, τα μέρη οφείλουν να εκτελούν με καλή πίστη κάθε συμφωνία. Ενώ κάθε συμβαλλόμενο μέρος ευθύνεται για την πλήρη εκτέλεση των υποχρεώσεων που αναλαμβάνει, έχει απεναντίας την ευχέρεια να προσδιορίζει τα κατάλληλα νομικά μέσα για την επίτευξη του σκοπού αυτού στην έννομη τάξη του, εκτός εάν η συμφωνία, ερμηνευομένη ενόψει του αντικειμένου και του στόχου της, προσδιορίζει η ίδια τα μέσα αυτά. (σκέψη 18).
(48) * Η νομολογία αυτή επικρίνεται στην επιστήμη. Βλ., π.χ., Hahn και Schuster, Zum Verstoss von gemeinschaftlichem Sekundaerrecht gegen das GATT, στο Europarecht 1993, σ. 261, με περαιτέρω παραπομπές στη βιβλιογραφία, και, ιδίως, Petersmann, Application of GATT by the Court of EC, στο Common Market Law Review 1983, σ. 397. Ο Kapteyn, Τhe Domestic Law Effect of Rules of International Law Within the European Community System of Law and the Question of the Self-Executing Character of GATT Rules, στο The International Lawyer, 1974, σ. 74, υποστηρίζει ότι η νομολογία του Δικαστηρίου θα μπορούσε να ήταν καλύτερα αιτιολογημένη.
(49) * Οι σημαντικότερες εν προκειμένω αποφάσεις είναι η προαναφερθείσα απόφαση International Fruit Co., της 24ης Οκτωβρίου 1973, 9/73, Schlueter (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 709), SΙΟΤ (όπ.π.), και SΡΙ και SΑΜΙ (όπ.π.).
(50) * Βλ. υποσημείωση 43.
(51) * Το Δικαστήριο δέχθηκε στη σκέψη 20 της αποφάσεως αυτής:
Πρέπει να παρατηρηθεί επίσης ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 1972, International Fruit Co., της 24ης Οκτωβρίου 1973, Schlueter, και της 16ης Μαρτίου 1983, SΡΙ και SΑΜΙ, όπ.π., δεν αμφισβητείται ότι τις διατάξεις της ΓΣΔΕ χαρακτηρίζει μεγάλη ελαστικότητα, ιδίως αυτές που αφορούν τις δυνατότητες εξαιρέσεως, τα μέτρα που μπορούν να θεσπιστούν σε περίπτωση εξαιρετικών δυσχερειών και τον διακανονισμό των διαφορών μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Η εκτίμηση αυτή δεν εμποδίζει, πάντως, το Δικαστήριο να ερμηνεύει και να εφαρμόζει τους κανόνες της ΓΣΔΕ υπό το πρίσμα οριμένης περιπτώσεως, προκειμένου να εξετάσει αν ορισμένες εμπορικές πρακτικές πρέπει να θεωρηθούν ασυμβίβαστες προς τους κανόνες αυτούς. Οι διατάξεις της ΓΔΣΕ έχουν δικό τους περιεχόμενο που πρέπει να συγκεκριμενοποιείται εκάστοτε διά της ερμηνευτικής οδού ενόψει της εφαρμογής τους.
(52) * Το Δικαστήριο δέχθηκε στη σκέψη 21 τα ακόλουθα:
Τέλος, το γεγονός ότι η ΓΣΔΕ προβλέπει στο άρθρο ΧΧΙΙΙ ειδική διαδικασία για τον διακανονισμό των διαφορών μεταξύ των συμβαλλομένων μερών δεν μπορεί να αποκλείσει την ερμηνευτική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. 'Οπως έκρινε το Δικαστήριο στην απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 1982, 104/81, Kupferberg (Συλλογή 1982, σ. 3641), σχετικά με τις μικτές επιτροπές που συστήθηκαν με τις συμφωνίες ελευθέρου εμπορίου και στις οποίες ανατέθηκε η διαχείριση και η ορθή εκτέλεση των συμφωνιών αυτών, το γεγονός και μόνο ότι τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν δημιουργήσει ιδιαίτερο θεσμικό πλαίσιο για διαβουλεύσεις και διαπραγματεύσεις μεταξύ τους σχετικά με την εκτέλεση συμφωνίας δεν είναι αρκετό για να αποκλειστεί κάθε εφαρμογή της συμφωνίας αυτής από το Δικαστήριο.
(53) * 'Οσον αφορά το σύστημα διακανονισμού των διαφορών στο πλαίσιο της GΑΤΤ, βλ. Pescatore, Davey και Lowenfeld, Handbook of GATT Dispute Settlements , New York/Deventer, 1991:
Είναι ενδεχομένως χρήσιμο να παρατεθούν από την εισαγωγή του Davey τα ακόλουθα:
(...) το σύστημα του διακανονισμού των διαφορών, όπως λειτουργεί ήδη, μπορεί να συνοψισθεί ως εξής: αν τα δύο μέρη δεν κατορθώνουν να λύσουν μια διαφορά μέσω διαβουλεύσεων και διαπραγματεύσεων, το μέρος που θεωρεί ότι βλάπτεται μπορεί να ζητήσει να συσταθεί ένα panel (επιτροπή) για να αποφανθεί επί της διαφοράς. Η αίτηση υποβάλλεται στο Συμβούλιο της GΑΤΤ. Δεν υφίσταται απόλυτο δικαίωμα για τη σύσταση αυτής της επιτροπής, αλλά με τις βελτιώσεις που επήλθαν το 1989 προβλέπεται ότι, εφόσον το ζητήσει συμβαλλόμενο μέρος, συγκροτείται επιτροπή κατά τη δεύτερη συνεδρίαση του Συμβουλίου, στην ημερήσια διάταξη της οποίας περιέχεται η διάταξη, εκτός αν το Συμβούλιο αποφασίσει διαφορετικά (...) (σ. 66)
Η έκθεση της επιτροπής δεν έχει, καθ' εαυτή ή αφ' εαυτής, δεσμευτική ισχύ. Αποτελεί απλώς τη γνώμη των μελών της επιτροπής. Πρέπει να υιοθετηθεί από το Συμβούλιο εν ονόματι των συμβαλλομένων μερών. Καίτοι τα ζητήματα που συζητήθηκαν στην έκθεση δεν αποτελούν αντικείμενο εκ νέου συζητήσεως ενώπιον του Συμβουλίου, δεν είναι ασύνηθες τα τελευταία χρόνια μεμονωμένα συμβαλλόμενα μέρη να διατυπώνουν τη διαφωνία τους ως προς ορισμένα σημεία της εκθέσεως της επιτροπής. Η έννοια αυτών των επιφυλάξεων είναι ασαφής, σε περίπτωση που το Συμβούλιο υιοθετήσει πράγματι την έκθεση, επειδή το Συμβούλιο παραδοσιακώς δεν ενεργεί ελλείψει consensus. Επομένως, το επιφυλασσόμενο μέρος αποδέχεται κατά κάποιο τρόπο την έκθεση παρά τις διατυπωθείσες επιφυλάξεις. Εν πάση περιπτώσει, η πρακτική κατά την οποία απαιτείται consensus σημαίνει ότι το ηττώμενο μέρος (τουλάχιστον ένα σημαντικό ηττώμενο μέρος) μπορεί να παρακωλύσει επ' αόριστον την υιοθέτηση εκθέσεως της επιτροπής, προβάλλοντας ότι την εξετάζει και αναζητεί δυνατές λύσεις που μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο διαπραγματεύσεως με το μέρος το οποίο δικαιώνει η έκθεση (...) (σ. 68)
Το σύστημα διακανονισμού των διαφορών της GΑΤΤ, όπως λειτούργησε επί πολλά έτη, προσομοιάζει από πολλές σημαντικές απόψεις προς ένα σύστημα δικαιοδοτικής φύσεως: ουδέτεροι κριτές αποφαίνονται αν ένα συμβαλλόμενο μέρος παρέβη τη Γενική Συμφωνία και συνήθως συνιστούν την παύση της παραβάσεως, εφόσον έχει διαπιστωθεί η ύπαρξή της. Ορισμένοι επικριτές του συστήματος ισχυρίζονται ότι το σύστημα θα μπορούσε να αποκτήσει εντονότερο δικαιοδοτικό χαρακτήρα, ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η έκδοση σαφέστερων αποφάσεων επί της ουσίας των διαφορών και αποτελεσματικότερη η εφαρμογή των αποφάσεων. Συγχρόνως, άλλοι επικριτές ισχυρίζονται ότι η φύση και η βασική φιλοσοφία της GΑΤΤ επιβάλλει να χρησιμοποιείται το σύστημα μόνο προκειμένου να διευκολύνονται οι διακανονισμοί των εμπορικών διαφορών μέσω διαπραγματεύσεων (...) (σ. 70)
Αυτές οι δύο αντιμαχόμενες απόψεις αναφέρονται συχνά στο δικαιικό πρότυπο στο οποίο τονίζεται η δικαιοδοτική κρίση και στο μη δικαιικό πρότυπο, στο οποίο η έμφαση δίνεται στη διαπραγμάτευση και το consensus. Στην απλή της μορφή, η δικαιική άποψη συνίσταται στο ότι η Γενική Συμφωνία αποτελεί έναν κώδικα συμπεριφοράς και υλοποιεί μία εξισορρόπηση παραχωρήσεων. Αν ένα συμβαλλόμενο μέρος παραβεί τον κώδικα αυτό ή ανατρέψει την ισορροπία, η συμπεριφορά αυτή πρέπει να πατάσσεται και να ασκείται πίεση στο μέρος αυτό για να συμμορφωθεί με τον κώδικα ή να αποκαταστήσει την ισορροπία, με την παροχή άδειας, εφόσον είναι αναγκαίο, στο αιτούν μέρος να λάβει ανταποδοτικά μέτρα. Εξάλλου, η μη δικαιική άποψη συνίσταται στο ότι η Γενική Συμφωνία δεν αποτελεί αφ' εαυτής κώδικα συμπεριφοράς, αλλά μάλλον δέσμευση των συμβαλλομένων μερών να συνεργάζονται σε εμπορικά θέματα καθώς και να επιδιώκουν μια αμοιβαίως αποδεκτή λύση σε περίπτωση οιασδήποτε διαφωνίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούνται γενικώς ότι υποστηρίζουν τη δικαιική άποψη, ενώ η Ιαπωνία και η ΕΚ θεωρούνται οπαδοί της αντίθετης γνώμης. Οι πλέον ανεπτυγμένες και μη ευρωπαϊκές βιομηχανικές χώρες έχουν την τάση να υποστηρίζουν τη δικαιική άποψη, επειδή θεωρούν ότι αποτελεί αποτελεσματικότερη προστασία των δικαιωμάτων των μικρών χωρών . (σ. 70-71).
(54) * Στην υπόθεση Fediol επρόκειτο για μια αίτηση που είχε υποβάλει μια ένωση βιομηχανιών στην Επιτροπή, με την οποία της ζητούσε να κινήσει νέα διαδικασία σχετικά με μια φερόμενη ως αθέμιτη εμπορική πρακτική της Αργεντινής. Η αίτηση αυτή στηριζόταν στο γεγονός ότι ένας κανονισμός του Συμβουλίου, με τον οποίον ως αθέμιτες εμπορικές πρακτικές χαρακτηρίζονται όλες οι πρακτικές τρίτων χωρών που είναι ασυμβίβαστες, στον τομέα του διεθνούς εμπορίου, είτε προς το διεθνές δίκαιο είτε προς τους γενικά αποδεκτούς κανόνες . Δεν αμφισβητούνταν ότι ο ορισμός αυτός είχε σχέση με την GΑΤΤ. Η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση, επικαλούμενη ότι δεν υφίστατο αθέμιτη εμπορική πρακτική, κατόπιν δε αυτού η Fediol άσκησε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης.
Στην υπόθεση Nakajima το Δικαστήριο έλαβε θέση επί του ζητήματος αν ο κανονισμός αντιντάμπινγκ του Συμβουλίου ήταν αντίθετος προς τον κώδικα αντιντάμπινγκ που υιοθετήθηκε στο πλαίσιο της GΑΤΤ.
(55) * 'Ηδη άρθρο 189 Α, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ.
(56) * Το Δικαστήριο απέρριψε έναν κάπως αντίστοιχο λόγο με την απόφασή του της 29ης Μαρτίου 1990, C-62/88, Ελλάδα κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1990, σ. Ι-1527), με την οποία δέχθηκε ότι μολονότι η διάταξη αυτή επιβάλλει, όπως καθίσταται σαφές από το γράμμα της, την υποχρέωση να μνημονεύεται η πρόταση της Επιτροπής στις πράξεις που δεν επιτρέπεται να εκδοθούν παρά μόνο κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, εντούτοις δεν επιβάλλει την υποχρέωση να αναφέρεται αν η οικεία πράξη είναι σύμφωνη με αυτή την πρόταση ή όχι. (σκέψη 29).
(57) * Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-13/92 έως C-16/92 (Συλλογή 1993, σ. Ι-4751).
Full & Egal Universal Law Academy