Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Α - Εισαγωγή
1 Αντικείμενο των σημερινών υποθέσεων είναι κυρίως το ζήτημα της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ Επιτροπής και Συμβουλίου στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως της αγοράς βοείου κρέατος. Η κοινή οργάνωση αυτή θεσπίστηκε το 1968 με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968 (1). Σκοπός αυτής της οργανώσεως αγοράς είναι «η σταθεροποίηση των αγορών και η εξασφάλιση ενός δικαίου βιοτικού επιπέδου στον ενδιαφερόμενο γεωργικό πληθυσμό». Για την επίτευξη του σκοπού αυτού ο κανονισμός προβλέπει διάφορα μέσα παρεμβάσεως (2).
2 Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, τα μέτρα παρεμβάσεως αυτά είναι:
- ενισχύσεις για ιδιωτική αποθεματοποίηση και
- αγορές που πραγματοποιούνται από τους οργανισμούς παρεμβάσεως.
Στην παράγραφο 2 μνημονεύεται μια σειρά προϋόντων για τα οποία είναι δυνατή η λήψη μέτρων παρεμβάσεως. Πρόκειται για τα χονδρά βοοειδή και για τα νωπά ή τα διατηρημένα με απλή ψύξη κρέατα των ζώων αυτών υπό μορφή ολόκληρων σφαγίων, ημισφαγίων, συμπληρωμένων τεταρτημορίων, εμπροσθίων ή οπισθίων τεταρτημορίων, που ανταποκρίνονται στην κοινοτική κλίμακα κατατάξεως σφαγίων βοοειδών την οποία προβλέπει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1208/81. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 3, αυτός ο πίνακας μπορεί να τροποποιείται από το Συμβούλιο, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, σύμφωνα με τη διαδικασία ψηφοφορίας του άρθρου 43, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ.
3 Αντικείμενο των παρουσών υποθέσεων είναι οι αγορές που πραγματοποιούν οι οργανισμοί παρεμβάσεως: όταν η τιμή του βοείου κρέατος στην αγορά πέφτει κάτω από ορισμένο όριο, οι οργανισμοί παρεμβάσεως προβαίνουν σε αγορές τέτοιου κρέατος. Συνεπώς μειώνεται η ποσότητα βοείου κρέατος στην ελεύθερη αγορά και η τιμή του, η οποία διέπεται από τους νόμους της αγοράς και της ζητήσεως, αυξάνει και πάλι.
4 Το άρθρο 26 του κανονισμού 805/68 προβλέπει τη σύσταση μιας επιτροπής διαχειρίσεως βοείου κρέατος. Η επιτροπή αυτή αποτελείται από αντιπροσώπους των κρατών μελών και προεδρεύεται από αντιπρόσωπο της Επιτροπής.
5 Το άρθρο 27 ρυθμίζει τη λεγόμενη «διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως». Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής προτείνει στην επιτροπή διαχειρίσεως διάφορα μέτρα. Η επιτροπή διαχειρίσεως διατυπώνει τη γνώμη της επί των μέτρων αυτών εντός της προθεσμίας που ορίζει ο πρόεδρος. Η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει μέτρα που είναι αμέσως εκτελεστά, χωρίς να είναι υποχρεωμένη να αναμείνει τη διατύπωση της γνώμης της ανωτέρω επιτροπής διαχειρίσεως. Τα μέτρα αυτά ανακοινώνονται στο Συμβούλιο μόνον εφόσον δεν είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής. Στην περίπτωση αυτή το Συμβούλιο μπορεί, εφαρμόζοντας τη διαδικασία ψηφοφορίας του άρθρου 43, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ, να λάβει διαφορετική απόφαση.
6 Η σημαντικότερη για τις παρούσες υποθέσεις διάταξη του κανονισμού 805/68 είναι το άρθρο 6, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2066/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992 (3) (στο εξής: άρθρο 6 του κανονισμού 805/68). Ο κανονισμός 2066/92 εκδόθηκε στο πλαίσιο της αναμορφώσεως της γεωργικής πολιτικής.
7 ςΟπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις, στην κοινοτική αγορά βοείου κρέατος είχε ανατραπεί η ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως, πράγμα που καθιστούσε αναγκαία τη λήψη μέτρων για τη μείωση της τιμής παρεμβάσεως (4). Οι αρνητικές συνέπειες που θα είχε η μείωση αυτή για τους παραγωγούς έπρεπε να αντισταθμιστούν από τη χορήγηση ορισμένων πριμοδοτήσεων. Τούτο όμως δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να οδηγήσει σε αύξηση της συνολικής παραγωγής (5).
8 ύΟπως προκύπτει επίσης από τις αιτιολογικές σκέψεις, μεταξύ των σκοπών του Συμβουλίου καταλέγεται η προώθηση της εκτατικοποιήσεως της κτηνοτροφίας (6). Κατά την εκτατική μέθοδο εκτροφής των ζώων τα ζώα, αντίθετα απ' ό,τι συμβαίνει στην περίπτωση της εντατικής εκτροφής, εκτρέφονται στα λιβάδια και δεν τους χορηγούνται ούτε ειδικές ζωοτροφές ούτε ορμόνες.
9 Ο κανονισμός 2066/92 τροποποίησε το άρθρο 6 και καθόρισε ανώτατες ετήσιες ποσότητες για τις εκ μέρους των οργανισμών παρεμβάσεως αγορές, οι οποίες κλιμακώνονται ως εξής:
- 750 000 τόνοι για το 1993,
- 650 000 τόνοι για το 1994,
- 550 000 τόνοι για το 1995,
- 400 000 τόνοι για το 1996,
- 350 000 τόνοι από το 1997 και εντεύθεν.
10 Κατά τα λοιπά, το άρθρο 6 καθιερώνει ορισμένους γενικούς κανόνες και θέτει γενικές προϋποθέσεις για τη θέσπιση των μέτρων παρεμβάσεως.
11 Η παράγραφος 7 του άρθρου 6 παραπέμπει στην προαναφερθείσα διαδικασία του άρθρου 27 και ορίζει τα εξής:
«7. Σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 27:
- προσδιορίζονται οι κατηγορίες, ποιότητες ή ομάδες ποιοτήτων των προϋόντων που είναι επιλέξιμες για την παρέμβαση,
- αποφασίζεται η προκήρυξη ή η επανάληψη των διαγωνισμών και η αναστολή τους στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 3, τελευταία περίπτωση,
- καθορίζονται οι τιμές αγοράς καθώς και οι ποσότητες που γίνονται δεκτές στην παρέμβαση,
- καθορίζεται το ποσό της προσαύξησης που αναφέρεται στην παράγραφο 5,
- θεσπίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου, και ιδίως οι λεπτομέρειες που αποβλέπουν στην αποφυγή πτωτικής τάσης των τιμών της αγοράς,
- θεσπίζονται, ενδεχομένως, μεταβατικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή του παρόντος καθεστώτος.
Η Επιτροπή αποφασίζει:
- την έναρξη των αγορών της παραγράφου 4 καθώς και την αναστολή τους κατά την περίπτωση κατά την οποία δεν πληρούνται πλέον μία ή περισσότερες από τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην εν λόγω παράγραφο,
- την αναστολή των αγορών που αναφέρονται στην παράγραφο 3, πρώτη περίπτωση.»
12 Το άρθρο 6α, παράγραφος 2, προβλέπει μια παρέκκλιση από τον πίνακα προϋόντων που καθορίζει το Συμβούλιο για τα μέτρα παρεμβάσεως. Ο προσδιορισμός των βοοειδών για τα οποία ισχύει η παρέκκλιση αυτή πραγματοποιείται βάσει του βάρους.
13 Βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 7, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 859/89, της 29ης Μαρτίου 1989 (7). Η πέμπτη αιτιολογική σκέψη και το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού παραπέμπουν σε έναν άλλο κανονισμό του Συμβουλίου, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1208/81, της 28ης Απριλίου 1981 (8). Ο κανονισμός αυτός θεσπίζει την κοινοτική κλίμακα κατατάξεως των σφαγίων χονδρών βοοειδών. νΟπως προκύπτει από το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, τα κριτήρια για την κατάταξη των ζώων είναι η ηλικία τους, το φύλο τους, η διάπλαση και η κατάσταση παχύνσεώς τους.
14 Ο κανονισμός 859/89 της Επιτροπής, ο οποίος περιέχει τις εκτελεστικές διατάξεις για τα μέτρα παρεμβάσεως, προβλέπει στο άρθρο 4, παράγραφος 1, τα προϋόντα τα οποία μπορούν να αγοράζουν οι οργανισμοί παρεμβάσεως. Συναφώς ο κανονισμός αυτός προσδιορίζει, μεταξύ άλλων, τις κατηγορίες και τις ποιότητες των προϋόντων για τα οποία εφαρμόζεται η παρέμβαση, όπως προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 7, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 805/68, περί κοινής οργανώσεως της αγοράς.
15 Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 685/93 (9) η Επιτροπή πρόσθεσε στις διατάξεις του άρθρου 4 ένα επιπλέον κριτήριο. Η νέα ρύθμιση προβλέπει ότι μπορούν να αγοράζονται μόνο τα προϋόντα «που προέρχονται από σφάγια των οποίων το βάρος δεν υπερβαίνει:
- 380 kg από τον πρώτο διαγωνισμό του Ιουλίου 1993,
- 360 kg από τον πρώτο διαγωνισμό του Ιανουαρίου 1994,
- 340 kg από τον πρώτο διαγωνισμό του Ιουλίου 1994».
Κατ' αυτής ακριβώς της ρυθμίσεως βάλλουν τόσο η Γαλλία όσο και η Ιρλανδία.
16 Στις 25 Μαου 1993 η Γαλλία άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή κατά της Επιτροπής και ζήτησε από το Δικαστήριο:
- να ακυρώσει τον κανονισμό (ΕΟΚ) 685/93 της Επιτροπής, της 24ης Μαρτίου 1993, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 859/89 περί των λεπτομερειών εφαρμογής των γενικών και ειδικών μέτρων παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος,
- να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
17 Στις 4 Ιουνίου 1993 η Ιρλανδία άσκησε επίσης προσφυγή κατά της Επιτροπής και ζήτησε από το Δικαστήριο:
- να αναγνωρίσει ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 685/93 της Επιτροπής, της 24ης Μαρτίου 1993, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 859/89 περί των λεπτομερειών εφαρμογής των γενικών και ειδικών μέτρων παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος, είναι ανίσχυρος,
- να διατάξει όλα τα περαιτέρω μέτρα που είναι αναγκαία και κατάλληλα για την ικανοποίηση του αιτήματος της προσφυγής της Ιρλανδίας,
- να καταδικάσει την Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.
18 Η Επιτροπή ζήτησε σε αμφότερες τις υποθέσεις:
- την απόρριψη της προσφυγής ως αβάσιμης,
- την καταδίκη της προσφεύγουσας στα δικαστικά έξοδα.
19 Το Ηνωμένο Βασίλειο παρενέβη στη δίκη υπέρ της Επιτροπής.
20 Τόσο η Γαλλία όσο και η Ιρλανδία υπέβαλαν αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, οι αιτήσεις όμως αυτές απορρίφθηκαν με διάταξη της 16ης Ιουλίου 1993.
21 Με διάταξη της 22ας Μαρτίου 1995 αποφασίστηκε η συνεκδίκαση των δύο υποθέσεων.
Β - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
1) Αρμοδιότητα της Επιτροπής - Παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 7, του κανονισμού 805/68
22 Προς στήριξη της προσφυγής ακυρώσεως που άσκησαν βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ, η Ιρλανδία και η Γαλλία ισχυρίζονται καταρχάς ότι συντρέχει παράβαση κανόνα δικαίου, και συγκεκριμένα του άρθρου 6, παράγραφος 7, του κανονισμού 805/68, και ότι η Επιτροπή ήταν αναρμόδια να εκδώσει τον επίδικο κανονισμό. Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι αρμοδιότητα για τον καθορισμό ανωτάτου ορίου για το βάρος των σφαγίων είχε μόνο το Συμβούλιο και όχι η Επιτροπή.
23 Σημασία συναφώς έχουν κυρίως το άρθρο 6, παράγραφος 7, του κανονισμού 805/68 και η έκταση των αρμοδιοτήτων που μεταβιβάστηκαν με τη διάταξη αυτή στην Επιτροπή. Ειδικότερα δε πρέπει να εξεταστεί η σχέση που υφίσταται μεταξύ των διαφόρων ρυθμίσεων που περιέχουν οι κατ' ιδίαν διατάξεις της παραγράφου 7.
24 Κατά την άποψη της Γαλλίας, η ρύθμιση που περιέχεται στην πέμπτη περίπτωση, παρά τη γενική διατύπωσή της, δεν αποτελεί ρύθμιση που μεταβιβάζει στην Επιτροπή εκτενείς αρμοδιότητες. Μολονότι δηλαδή προβλέπεται ότι οι «λεπτομέρειες εφαρμογής» του άρθρου 6 θεσπίζονται από την Επιτροπή, η αρμοδιότητα αυτή της Επιτροπής δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι ευρύτερη από τις ειδικές αρμοδιότητες που μεταβιβάζονται στην Επιτροπή με τις διατάξεις της παραγράφου 7, πρώτη έως και τέταρτη περίπτωση. Εφόσον κατά την παράγραφο 7, πρώτη περίπτωση, η Επιτροπή μπορεί να προσδιορίζει τις «κατηγορίες, ποιότητες ή ομάδες ποιοτήτων των προϋόντων που είναι επιλέξιμες για την παρέμβαση», οροθετείται ταυτόχρονα το πλαίσιο της αρμοδιότητας της Επιτροπής προς προσδιορισμό των προϋόντων που μπορούν να τύχουν παρεμβάσεως. Η Επιτροπή δεν μπορεί να επιβάλλει περιορισμούς πέραν των ανωτέρω.
25 Οι κατ' ιδίαν κατηγορίες σφαγίων βοοειδών προσδιορίστηκαν από το ίδιο το Συμβούλιο με τον κανονισμό 1208/81, περί της θεσπίσεως κοινοτικής κλίμακας κατατάξεως των σφαγίων χονδρών βοοειδών.
26 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ορίζει τις διάφορες κατηγορίες σφαγίων χονδρών βοοειδών. Οι κατηγορίες αυτές προσδιορίζονται σε συνάρτηση με το φύλο και την ηλικία των ζώων. Η παράγραφος 2 του άρθρου 3 ορίζει ότι η κατάταξη των σφαγίων πραγματοποιείται σε συνάρτηση με τη διάπλαση και την κατάσταση παχύνσεως.
27 Αφού συνεπώς το βάρος των σφαγίων δεν έχει καμία σημασία από την άποψη της κλίμακας κατατάξεως, η Επιτροπή δεν μπορεί, κατά την άποψη πάντα της Γαλλίας, να θεσπίζει κανέναν περιορισμό ως προς το βάρος των σφαγίων, έστω και αν πρόκειται για εκτελεστικό μέτρο θεσπιζόμενο στο πλαίσιο της παραγράφου 7, πέμπτη περίπτωση, του κανονισμού 805/68.
28 Στα ανωτέρω το Ηνωμένο Βασίλειο αντιτάσσει ότι υφίσταται οπωσδήποτε σχέση μεταξύ των κριτηρίων της κλίμακας κατατάξεως και του βάρους των σφαγίων και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή κινήθηκε εντός των ορίων των κριτηρίων που έχει θέσει το Συμβούλιο.
29 Η Επιτροπή στηρίζει την επιχειρηματολογία της μόνον στην πέμπτη περίπτωση της παραγράφου 7. Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι κατά τον προσδιορισμό των κατηγοριών, ποιοτήτων ή ομάδων ποιοτήτων των προϋόντων που μπορούν να τύχουν παρεμβάσεως (άρθρο 6, παράγραφος 7, πρώτη περίπτωση) δεν επιτρέπεται η επιβολή ορίων ως προς το βάρος.
30 Κατά την άποψη της Επιτροπής όμως, η ρύθμιση της πέμπτης περιπτώσεως, δηλαδή η αρμοδιότητα θεσπίσεως εκτελεστικών κανόνων του άρθρου 6, πρέπει να ερμηνευθεί ευρύτερα απ' ό,τι οι προηγούμενες διατάξεις της παραγράφου αυτής. Συναφώς η Επιτροπή παραπέμπει στη νομολογία του Δικαστηρίου, το οποίο έχει αναγνωρίσει ότι στον τομέα ιδίως της γεωργικής πολιτικής η Επιτροπή έχει ευρείες αρμοδιότητες. Κατά το Δικαστήριο, μόνον η Επιτροπή είναι σε θέση «να παρακολουθεί συνεχώς και προσεκτικά την εξέλιξη των γεωργικών αγορών και να ενεργεί με την επιβαλλόμενη σε κάθε κατάσταση ταχύτητα». Τα όρια αυτής της ευρείας αρμοδιότητας προσδιορίζονται από τους γενικούς θεμελιώδεις σκοπούς της οργανώσεως των αγορών και όχι τόσο από τη διατύπωση της εξουσιοδοτικής διατάξεως (10).
31 Ο επιδιωκόμενος εν προκειμένω σκοπός, συνεχίζει η Επιτροπή, είναι η επίτευξη των ανωτάτων ετησίων ποσοτήτων που έχει καθορίσει το Συμβούλιο με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 805/68 ως προς τις αγορές από τους οργανισμούς παρεμβάσεως. Συναφώς το Συμβούλιο έχει προβλέψει τα εξής δύο μέτρα:
- τη μείωση της τιμής παρεμβάσεως, δηλαδή της τιμής στην οποία αγοράζεται το κρέας από τους οργανισμούς παρεμβάσεως (11),
- τη μείωση, μέσω αυξήσεως των συντελεστών, των ποσοτήτων για τις οποίες εφαρμόζεται η παρέμβαση (12).
32 Κατά την άποψη της Επιτροπής, τα δύο αυτά μέτρα δεν επαρκούν πλέον, προκειμένου να εξασφαλιστεί η τήρηση των ανώτατων ετησίων ποσοτήτων που έχει καθορίσει το Συμβούλιο, χωρίς να δημιουργηθεί πτωτική τάση των τιμών της αγοράς, την οποία ακριβώς ήθελε να αποφύγει η Επιτροπή (13). Η Επιτροπή αναγκάστηκε συνεπώς να θεσπίσει ένα επιπλέον μέτρο, και συγκεκριμένα να επιβάλει ανώτατο όριο για το βάρος των σφαγίων. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ενήργησε εντός των ορίων των εκτελεστικών εξουσιών της, αφού το ανωτέρω μέτρο αποτελεί μέσο προς επίτευξη του σκοπού που καθορίζεται στο άρθρο 6.
33 Για να επιλυθεί το ζήτημα αυτό, το όλο σύστημα παρεμβάσεως πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως της αγοράς βοείου κρέατος και της αναμορφώσεως της γεωργικής πολιτικής.
34 Η γεωργική πολιτική εκπονείται από το Συμβούλιο. Το Συμβούλιο εκδίδει τις νομικές πράξεις που είναι αναγκαίες για την επίτευξη των σκοπών που καθορίζει: π.χ. τον κανονισμό 805/68 για την κοινή οργάνωση της αγοράς βοείου κρέατος ή τον κανονισμό 2066/92, με τον οποίο υλοποιείται στον τομέα της κοινής οργανώσεως της αγοράς βοείου κρέατος η αναμόρφωση της γεωργικής πολιτικής. Η εκτέλεση των νομικών πράξεων του Συμβουλίου αποτελεί έργο της Επιτροπής (άρθρο 145, τρίτη περίπτωση, της Συνθήκης ΕΚ).
35 Και στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο έχει μεταβιβάσει στην Επιτροπή την αρμοδιότητα εκτελέσεως (άρθρο 6, παράγραφος 7, πέμπτη περίπτωση, του κανονισμού 805/68). Το μόνο ζήτημα που τίθεται αφορά την έκταση των αρμοδιοτήτων που έχει μεταβιβάσει.
α) Νομολογία
36 Στον τομέα της γεωργίας το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει, όπως άλλωστε υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι οι αρμοδιότητες αυτές είναι εκτεταμένες. Για παράδειγμα, το Δικαστήριο δέχθηκε στην υπόθεση Rey Soda (14) ότι υπάρχουν πρακτικοί λόγοι για τους οποίους η έννοια «εκτέλεση» πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως. Κατά το Δικαστήριο, επειδή μόνο η Επιτροπή είναι σε θέση να παρακολουθεί με προσοχή τις γεωργικές αγορές και να ενεργεί αρκετά ταχέως, ενδέχεται το Συμβούλιο να της μεταβιβάζει, στον τομέα της γεωργικής πολιτικής, ευρείες εξουσίες ως προς τις εκτιμήσεις και τις ενέργειες στις οποίες προβαίνει. Το Συμβούλιο πάντως μπορεί να θέτει προϋποθέσεις για την άσκηση των εξουσιών από την Επιτροπή. Επιπλέον, η διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως δίνει στο Συμβούλιο τη δυνατότητα να εξακολουθήσει να έχει δυνατότητα παρεμβάσεως. ςΟταν το Συμβούλιο έχει μεταβιβάσει στην Επιτροπή ευρείες αρμοδιότητες, τα όρια των αρμοδιοτήτων αυτών πρέπει να προσδιορίζονται κυρίως σε συνάρτηση με τους βασικούς γενικούς στόχους της οργανώσεως αγοράς και όχι βάσει του γράμματος της εξουσιοδοτικής διατάξεως. Η αντίληψη αυτή του Δικαστηρίου εκφράστηκε επίσης στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 279/84, 280/84, 285/84 και 286/84 (15), στην υπόθεση 27/85 (16) και στην υπόθεση 265/85 (17).
37 Ενδιαφέρον παρουσιάζουν εν προκειμένω οι προτάσεις στην υπόθεση C-240/90 (18), κατά τις οποίες υπάρχει το τεκμήριο ότι, αν εξαιρεθούν ορισμένες ειδικές περιπτώσεις στις οποίες το Συμβούλιο θεωρεί σκόπιμο να ασκήσει το ίδιο τις εκτελεστικές εξουσίες, οποιαδήποτε αναγκαία εξουσία εκτελέσεως των νομικών πράξεων του Συμβουλίου μεταβιβάζεται στην Επιτροπή. Το τεκμήριο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής. Εν πάση δε περιπτώσει, το Συμβούλιο μπορεί να διατηρήσει σε κάποιο βαθμό τη δυνατότητα ελέγχου, επιλέγοντας τη διαδικασία των επιτροπών διαχειρίσεως (19).
38 Από τα ανωτέρω όμως προκύπτει μόνον ότι, στον τομέα της γεωργίας, το Συμβούλιο μπορεί να μεταβιβάζει στην Επιτροπή ευρεία αρμοδιότητα, τούτο όμως δεν σημαίνει ότι έχει πάντοτε τέτοια υποχρέωση. Αν δηλαδή το Συμβούλιο δεν έχει απονείμει ευρεία αρμοδιότητα, τότε η Επιτροπή μπορεί - σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου - να θεσπίζει μόνον τις εκτελεστικές διατάξεις που δεν αντιβαίνουν στη βασική ρύθμιση ή στις εκτελεστικές διατάξεις που έχει θεσπίσει το Συμβούλιο (20).
39 Τούτο σημαίνει ότι το Συμβούλιο μπορεί να αναθέτει στην Επιτροπή ευρείες αρμοδιότητες στον τομέα της γεωργίας. Το Συμβούλιο όμως έχει τη δυνατότητα να παρεμβαίνει το ίδιο σε ορισμένες περιπτώσεις, επιλέγοντας τη διαδικασία των επιτροπών διαχειρίσεως, ή, κατά το άρθρο 145 της Συνθήκης ΕΚ, να επιβάλλει ορισμένους όρους για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής ή να ασκεί το ίδιο απευθείας εκτελεστικές αρμοδιότητες σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις (21). Σε περίπτωση που το Συμβούλιο έχει απονείμει στην Επιτροπή ευρείες εξουσίες, οι εξουσίες αυτές περιορίζονται μόνο από τους γενικούς σκοπούς της οργανώσεως αγοράς (22).
β) βΕκταση της κατά το άρθρο 6, παράγραφος 7, πέμπτη περίπτωση, αρμοδιότητας
40 Το ζήτημα επομένως εν προκειμένω είναι αν το Συμβούλιο απένειμε στην Επιτροπή, με το άρθρο 6, παράγραφος 7, πέμπτη περίπτωση, ευρεία αρμοδιότητα και αν ο επίδικος εν προκειμένω κανονισμός της Επιτροπής καλύπτεται από την ευρεία αυτή αρμοδιότητα.
41 Συναφώς πρέπει καταρχάς να εξετασθεί αν το μέτρο που θέσπισε η Επιτροπή, δηλαδή η καθιέρωση ανώτατου ορίου για το βάρος των σφαγίων, μπορεί να θεωρηθεί ως εκτελεστική διάταξη.
42 Δεν αμφισβητείται ότι με τη λήψη του μέτρου αυτού η Επιτροπή επιδίωκε, τουλάχιστον μεταξύ άλλων, την εξασφάλιση της τηρήσεως των ανώτατων ποσοτικών ορίων που καθιέρωσε για την παρέμβαση το Συμβούλιο με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 805/68. Από την άποψη αυτή η επίδικη ρύθμιση μπορεί να θεωρηθεί ως εκτελεστικό μέτρο. Το αν η ρύθμιση αυτή ήταν πράγματι η ενδεδειγμένη για την επίτευξη του ανωτέρω σκοπού θα πρέπει να εξακριβωθεί κατά την εξέταση της αναλογικότητας του μέτρου αυτού.
43 Κατά συνέπεια, η Επιτροπή ενήργησε εντός των ορίων της αρμοδιότητάς της να θεσπίζει εκτελεστικές διατάξεις, εκτός αν η αρμοδιότητα αυτή δεν ήταν ευρεία, αλλ' είχε περιοριστεί από το Συμβούλιο. Στις περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο θεώρησε ότι η αρμοδιότητα της Επιτροπής ήταν ευρεία, η αρμοδιότητα αυτή είχε μεταβιβαστεί στην Επιτροπή με τη χρησιμοποίηση γενικής διατυπώσεως. Εν πάση δε περιπτώσει, οι ρυθμίσεις δεν περιείχαν μνεία των μέτρων που έπρεπε να θεσπίσει η Επιτροπή για την εκτέλεση του άρθρου ή των κριτηρίων βάσει των οποίων έπρεπε να ενεργήσει.
44 Συναφώς η Επιτροπή παραπέμπει στις προτάσεις που ανέπτυξα στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 279/84, 280/84, 284/84, 285/84 και 286/84 (23). Θα ήθελα πάντως να επιστήσω την προσοχή του Δικαστηρίου επί του γεγονότος ότι και τότε εξέφρασα την άποψη ότι οι ενέργειες της Επιτροπής πρέπει οπωσδήποτε να συνάδουν προς όσα πρόβλεψε το Συμβούλιο. Επομένως η Επιτροπή δεν μπορεί να στηρίξει στις προτάσεις μου τον ισχυρισμό της ότι το Συμβούλιο της μεταβίβασε ευρύτατες αρμοδιότητες.
45 Στις ανωτέρω υποθέσεις ετίθετο το ερώτημα αν η Επιτροπή είχε την εξουσία να καθιερώσει τη χορήγηση ενισχύσεως. Στο ερώτημα αυτό είχα δώσει αρνητική απάντηση, με το σκεπτικό, μεταξύ άλλων, ότι το Συμβούλιο δεν είχε προβλέψει τη χορήγηση ενισχύσεως και επομένως ούτε η Επιτροπή μπορούσε να προβλέψει τη χορήγηση ενισχύσεως ή να χορηγήσει τέτοια ενίσχυση.
46 Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο δεν μεταβίβασε στην Επιτροπή ευρείες αρμοδιότητες. Το Συμβούλιο δεν μεταβίβασε απλώς, χρησιμοποιώντας γενική διατύπωση, την αρμοδιότητα θεσπίσεως εκτελεστικών διατάξεων στην Επιτροπή. Αντίθετα, με το άρθρο 6 του κανονισμού 805/68 δίδει επακριβείς οδηγίες ως προς την πραγματοποίηση της παρεμβάσεως, π.χ. καθορίζει τις ανώτατες ετήσιες ποσότητες για τις αγοραζόμενες από τους οργανισμούς παρεμβάσεως ποσότητες. Επιπλέον, το Συμβούλιο καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορούν να λαμβάνονται τα μέτρα παρεμβάσεως. Με την παράγραφο δε 7 του άρθρου 6, με την οποία μεταβιβάζει στην Επιτροπή την εξουσία εκτελέσεως του άρθρου 6, το Συμβούλιο καθορίζει επακριβώς τί πρέπει να ρυθμίσει η Επιτροπή στο πλαίσιο της παρεμβάσεως και ποια κριτήρια πρέπει να εφαρμόσει. Από αυτό συνάγεται ότι σκοπός του Συμβουλίου δεν ήταν η μεταβίβαση στην Επιτροπή όλων των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων. Αντίθετα, ήθελε μάλλον να διατηρήσει εξουσία συναποφάσεως, πράγμα που άλλωστε έπραξε, αφού έκανε χρήση της δυνατότητας που του παρέχει το άρθρο 145 της Συνθήκης ΕΚ και επέβαλε όρους για την εκ μέρους της Επιτροπή εκτέλεση.
47 Από την άποψη αυτή η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων με το άρθρο 6, παράγραφος 7, πέμπτη περίπτωση, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την απονομή ευρείας αρμοδιότητας. Εφόσον το Συμβούλιο καθορίζει τους όρους τόσο επακριβώς, πώς θα ήταν δυνατόν - όπως ορθώς τονίζει η Ιρλανδία - να μεταβιβάσει στην Επιτροπή τόσο ευρεία αρμοδιότητα, ώστε να μπορεί να καταστρατηγεί τις διατάξεις που θέσπισε το Συμβούλιο;
48 Εφόσον συνεπώς η αρμοδιότητα της Επιτροπής δεν είναι ευρεία, οροθετείται από τη ρύθμιση που έχει θεσπίσει το Συμβούλιο.
49 οΟπως ορθά υποστηρίζει η Γαλλία, το Συμβούλιο μεταβίβασε στην Επιτροπή μόνο την αρμοδιότητα προσδιορισμού των κατηγοριών, ομάδων και ποιοτήτων για τις οποίες μπορεί να ισχύσει η παρέμβαση. Αφού όμως το βάρος των σφαγίων δεν αποτελεί κριτήριο στο πλαίσιο της κλίμακας κατατάξεως, η Επιτροπή δεν μπορεί να καθιερώσει κανένα τέτοιο κριτήριο.
50 Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει αντίθετη άποψη και ισχυρίζεται ότι δεν υφίσταται καμία διαφορά, από την άποψη των αποτελεσμάτων, μεταξύ της εξαιρέσεως ορισμένων ποιοτήτων ή κατηγοριών και του αποκλεισμού των προϋόντων που υπερβαίνουν ορισμένο βάρος.
51 Το ζήτημα όμως αυτό δεν έχει καμιά σημασία, εφόσον το Συμβούλιο περιόρισε την αρμοδιότητα της Επιτροπής μόνο στον προσδιορισμό των ποιοτικών κατηγοριών.
52 Σε μια παρόμοια υπόθεση το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η Επιτροπή δεν ήταν αρμόδια να καθορίσει ανώτατο όριο αποζημιώσεως βάσει ορισμένων κριτηρίων, επειδή το Συμβούλιο είχε ήδη καθορίσει ορισμένα κριτήρια με τον βασικό κανονισμό που είχε εκδώσει (24). Αν επομένως οι διατάξεις του βασικού κανονισμού του Συμβουλίου περιορίζουν εξ υπαρχής τις αρμοδιότητες της Επιτροπής, τότε τα κριτήρια που έχουν καθοριστεί με τον κανονισμό αυτό για την εκ μέρους της Επιτροπής εκτέλεση έχουν κατ' ανάγκη περιοριστικά αποτελέσματα. Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται ούτε από την απόφαση στην υπόθεση 240/90 (25). Στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο δέχθηκε μεν ότι η Επιτροπή ήταν αρμόδια, μολονότι το Συμβούλιο είχε θεσπίσει επακριβείς διατάξεις για την εκ μέρους της Επιτροπής εκτέλεση, αλλά δεν έλαβε θέση επί του ζητήματος αν στην Επιτροπή είχαν μεταβιβαστεί ευρείες αρμοδιότητες. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου στηρίχθηκε κυρίως στο γεγονός ότι η Επιτροπή δεν είχε ρυθμίσει «ουσιώδη» ζητήματα γεωργικής πολιτικής. Θα πρέπει συνεπώς να εξετασθεί αν τούτο συμβαίνει και στην προκειμένη περίπτωση.
53 Το γεγονός εξάλλου ότι η αρμοδιότητα της Επιτροπής περιορίζεται μόνο στις ποιοτικές κατηγορίες είναι απολύτως κατανοητό. Η αγορά λειτουργεί σύμφωνα με τις κλίμακες κατατάξεως που έχει καθορίσει το Συμβούλιο. Επομένως, η ρύθμισή της με μέτρα παρεμβάσεως πρέπει επίσης να κινείται εντός των ορίων αυτών των κλιμάκων κατατάξεως. Δεν επιτρέπεται η καθιέρωση νέων κριτηρίων.
54 Για τον λόγο αυτό είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι μπορεί να αποκλείει συγκεκριμένα προϋόντα από τα μέτρα παρεμβάσεως, απλώς με το να μη λαμβάνει μέτρα παρεμβάσεως για τα προϋόντα αυτά - πώς θα ήταν συνεπώς δυνατόν να μην της επιτρέπεται να περιορίζει το βάρος; Η Επιτροπή δεν έχει τη δυνατότητα αυτή, επειδή η ρύθμιση ολόκληρης της αγοράς πρέπει να στηρίζεται μόνο στις κλίμακες κατατάξεως που έχει θεσπίσει το Συμβούλιο.
55 Εξάλλου, το Συμβούλιο είχε πλήρη επίγνωση του ότι επέβαλε τον περιορισμό αυτόν. Δεν αμφισβητείται ότι η καθιέρωση ανώτατου ορίου για το βάρος των σφαγίων είχε συζητηθεί από το Συμβούλιο, αλλά τελικά η πρόταση αυτή απορρίφθηκε. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί βέβαια να θεωρηθεί, όπως υποστηρίζει άλλωστε το Ηνωμένο Βασίλειο, ως ένδειξη περί κατανομής αρμοδιοτήτων. Αποδεικνύει όμως ότι το Συμβούλιο δεν ήθελε να επιβάλει κανένα περιορισμό ως προς το βάρος. Δηλαδή το Συμβούλιο δεν λησμόνησε π.χ. να παραθέσει επιπλέον στο άρθρο 6, παράγραφος 7, πρώτη περίπτωση, έναν περιορισμό ως προς το βάρος, αλλ' εξαίρεσε, με πλήρη επίγνωση, το ζήτημα αυτό από την αρμοδιότητα της Επιτροπής.
56 Το Συμβούλιο πρόβλεψε περιορισμό ως προς το βάρος μόνο σε μία περίπτωση, και συγκεκριμένα με το άρθρο 6α, παράγραφος 2, του κανονισμού 805/68, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2066/92 (26). Η ρύθμιση αυτή θεσπίστηκε από το ίδιο το Συμβούλιο, πράγμα από το οποίο μπορεί να συναχθεί ότι όρια ως προς βάρος μπορούν να επιβάλλονται μόνο κατ' εξαίρεση, και μάλιστα όχι από την Επιτροπή.
57 ήΟπως προκύπτει από τα ανωτέρω λεχθέντα, δεν είναι δυνατόν να συναχθεί το αντίθετο συμπέρασμα, το οποίο συνάγει το Ηνωμένο Βασίλειο, δηλαδή ότι η ειδική περίπτωση του άρθρου 6α έπρεπε να ρυθμιστεί από το Συμβούλιο, ενώ όλοι οι άλλοι περιορισμοί ως προς το βάρος μπορούν να επιβάλλονται από την Επιτροπή.
58 Η άποψη του Ηνωμένου Βασιλείου δεν μπορεί να γίνει δεκτή ούτε αν ληφθεί υπόψη η σχέση που υφίσταται, κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, μεταξύ των κατηγοριών και του βάρους των σφαγίων. Είναι βέβαιο ότι υφίσταται σχέση μεταξύ των κατηγοριών, οι οποίες προσδιορίζονται σε συνάρτηση με την ηλικία των ζώων, και του βάρους. Η σχέση όμως αυτή δεν είναι τόσο επακριβώς προσδιορισμένη, ώστε να είναι δυνατή η υπαγωγή ορισμένου βάρους σε ορισμένη κατηγορία. Για τον λόγο αυτόν η ρύθμιση που αφορά τις κατηγορίες των προϋόντων ουδέποτε μπορεί να αφορά και το βάρος.
γ) γΑρθρο 5 του κανονισμού 805/68
59 Οι προσφεύγουσες παραθέτουν το άρθρο 5 του κανονισμού 805/68 ως ένα επιπλέον επιχείρημα περί της αναρμοδιότητας της Επιτροπής. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 3, για την τροποποίηση του πίνακα των προϋόντων που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο μέτρων παρεμβάσεως αρμόδιο είναι μόνο το Συμβούλιο. Η Επιτροπή, επιβάλλοντας ανώτατο όριο ως προς το βάρος των σφαγίων, προέβη σε τροποποίηση του πίνακα, πράγμα που κατά το άρθρο 5, παράγραφος 3, δεν ήταν αρμόδια να πράξει.
60 Το Ηνωμένο Βασίλειο αμφισβητεί - ορθώς, κατά τη γνώμη μου - ότι το μέτρο της Επιτροπής αποτελεί τροποποίηση του πίνακα προϋόντων. Ο πίνακας προβλέπει μόνο τα προϋόντα για τα οποία μπορούν καταρχήν να λαμβάνονται μέτρα παρεμβάσεως. Για τα προϋόντα αυτά μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί. Περιορισμούς προβλέπει και το ίδιο το Συμβούλιο, αφού με το άρθρο 6, παράγραφος 7, πρώτη περίπτωση, επιτρέπει στην Επιτροπή να προσδιορίσει ορισμένες κατηγορίες, ομάδες και ποιότητες για τα μέτρα παρεμβάσεως. Τούτο όμως δεν αποτελεί ενέργεια εμπίπτουσα στο άρθρο 5, παράγραφος 3. Ο πίνακας των προϋόντων για τα οποία μπορούν καταρχήν να λαμβάνονται μέτρα παρεμβάσεως παραμένει αμετάβλητος.
61 Από το άρθρο 5 μπορεί πάντως να συναχθεί κάτι άλλο. Για τις βασικές αποφάσεις αρμόδιο παραμένει το Συμβούλιο. Ο προσδιορισμός των προϋόντων για τα οποία μπορούν καταρχήν να λαμβάνονται μέτρα παρεμβάσεως αποτελεί τέτοια βασική απόφαση, αφού καθορίζει σε τελική ανάλυση για ποια προϋόντα ρυθμίζεται η αγορά και για ποια όχι.
62 Με την απόφαση στην απόφαση Kφster, το Δικαστήριο επίσης αποφάνθηκε ότι οι βασικές αποφάσεις λαμβάνονται από το Συμβούλιο, «βασικές» αποφάσεις είναι δε αυτές που προσδιορίζουν τις βασικές κατευθυντήριες γραμμές της κοινοτικής πολιτικής (27).
63 Η κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ Συμβουλίου και Επιτροπής, όπως έχει καθοριστεί από το Δικαστήριο, θα μπορούσε να αποτελεί μια επιπλέον ένδειξη για το ότι η Επιτροπή δεν επιτρεπόταν να ενεργήσει εν προκειμένω. Η Επιτροπή έλαβε ενδεχομένως όχι μόνο ένα απλό εκτελεστικό μέτρο, αλλά και ένα μέτρο με σοβαρότερες συνέπειες. ςΟπως υποστηρίζει η ίδια η Επιτροπή, το μέτρο αυτό προοριζόταν να αποτελέσει προειδοποίηση και κίνητρο για τους παραγωγούς, ώστε αφενός να σφάζουν τα ζώα τους ενωρίτερα και αφετέρου να προσανατολισθούν μακροπρόθεσμα στην εκτροφή ειδών με μικρότερο βάρος. Με τον κανονισμό αυτόν δηλαδή η Επιτροπή επιδίωκε μια αλλαγή προσανατολισμού της γεωργικής πολιτικής. Σε άλλο σημείο η Επιτροπή ισχυρίζεται επίσης ότι ο κανονισμός αποτελεί, κατά την άποψή της, τη λογική συνέχεια και συμπλήρωση της αναμορφώσεως της γεωργικής πολτικής.
Τούτο όμως αποτελεί σαφώς έργο του Συμβουλίου, το οποίο δίδει τις κατευθυντήριες γραμμές της γεωργικής πολιτικής. Η Επιτροπή δηλαδή δεν είχε αρμοδιότητα για την έκδοση του επίδικου κανονισμού.
64 Το άρθρο 2 του κανονισμού 805/68, του οποίου έγινε συναφώς επίκληση, δεν ασκεί εν προκειμένω καμία επιρροή, αφού ρυθμίζει την ενθάρρυνση των πρωτοβουλιών των ενδιαφερομένων επαγγελματιών.
65 Το γεγονός ότι δεν υφίστατο αρμοδιότητα της Επιτροπής δεν αναιρείται από τον ισχυρισμό της ότι δεν θα μπορούσε να επιτύχει τον σκοπό που είχε θέσει το Συμβούλιο, αν δεν είχε εκδώσει τον επίδικο κανονισμό. Ακόμη και αν, όπως ισχυρίζεται, η παράλειψή της να ενεργήσει αντέβαινε προς το άρθρο 6, παράγραφος 7, του κανονισμού 805/68, εντούτοις ούτε στις περιπτώσεις αυτές οι ενέργειές της μπορούν να βαίνουν πέραν των ορίων των αρμοδιοτήτων της.
66 Εξάλλου, η επιχειρηματολογία αυτή θα ήταν βάσιμη μόνο σε περίπτωση κατά την οποία το ανώτατο όριο βάρους που καθιέρωσε ήταν το μοναδικό μέτρο που θα μπορούσε να ληφθεί. Τούτο θα πρέπει να εξεταστεί αργότερα. αΟμως, ακόμη και αν δεν υπήρχε καμία άλλη δυνατότητα, για τη θέσπιση του μέτρου αυτού αρμόδιο θα ήταν μόνο το Συμβούλιο. Η Επιτροπή θα μπορούσε να υποβάλει ανάλογη πρόταση στο Συμβούλιο, αλλά η ίδια δεν θα είχε καμία εξουσία να θεσπίσει το μέτρο αυτό.
67 Τέλος, η Επιτροπή ισχυρίζεται, προκειμένου να αποδείξει ότι είχε αρμοδιότητα, ότι είχε ήδη θεσπίσει ανώτατο όριο βάρους για τα σφάγια, στο πλαίσιο της ενισχύσεως για την ιδιωτική αποθεματοποίηση. Προς αντίκρουση του ισχυρισμού αυτού οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι το σύστημα της ιδιωτικής αποθεματοποιήσεως είναι τελείως διαφορετικό από το σύστημα της παρεμβάσεως. Στο πλαίσιο της ιδιωτικής αποθεματοποιήσεως δεν υπάρχουν τόσο αυστηροί περιορισμοί όσο στο πλαίσιο της παρεμβάσεως. Το Ηνωμένο Βασίλειο αμφισβητεί πάντως ότι η εξουσία της Επιτροπής στον τομέα της ενισχύσεως για την ιδιωτική αποθεματοποίηση είναι ευρύτερη απ' ό,τι στο πλαίσιο της παρεμβάσεως.
68 Το ανωτέρω ζήτημα δεν χρειάζεται εν προκειμένω να εξετασθεί ενδελεχέστερα, αφού από το γεγονός ότι η Επιτροπή έχει ήδη καθορίσει κάποιο ανώτατο όριο βάρους δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να συναχθεί ότι της είχε πράγματι μεταβιβασθεί η σχετική αρμοδιότητα.
69 Η Επιτροπή παραπέμπει ακόμη σε ένα άλλο κριτήριο ως προς το βάρος, το οποίο επιβλήθηκε στο πλαίσιο των εκτελεστικών μέτρων. Στην περίπτωση όμως εκείνη επρόκειτο για διατάξεις καθαρά τεχνικής φύσεως, και συγκεκριμένα για τον καθορισμό της τρέχουσας τιμής σε συνάρτηση με το βάρος. Η περίπτωση εκείνη είναι τελείως διαφορετική από την εξαίρεση ορισμένων προϋόντων από το σύστημα παρεμβάσεως λόγω του βάρους τους και μόνο.
δ) δΑρθρο 155 της Συνθήκης ΕΚ
70 Τέλος θα ήθελα να εξετάσω ακόμη, όσον αφορά το ζήτημα της αρμοδιότητας της Επιτροπής, τον ισχυρισμό της Ιρλανδίας ότι υφίσταται επίσης παράβαση του άρθρου 155, πρώτη και τέταρτη περίπτωση, της Συνθήκης ΕΚ.
71 ΚΟπως ορθά ισχυρίζεται το Ηνωμένο Βασίλειο, η πρώτη περίπτωση του ανωτέρω άρθρου αφορά μόνο τον έλεγχο της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου από άλλους. Η Επιτροπή εξετάζει βέβαια και τις δικές της ενέργειες, αλλ' εκ των προτέρων και όχι εκ των υστέρων βάσει του άρθρου 155 της Συνθήκης ΕΚ.
72 Εν προκειμένω μπορεί να γίνει δεκτό ότι υφίσταται παράβαση των διατάξεων της τέταρτης περιπτώσεως, διότι, όταν η Επιτροπή υπερβαίνει τις εξουσίες της, δεν ασκεί τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που της έχει αναθέσει το Συμβούλιο.
73 Το συμπέρασμα συνεπώς είναι ότι η Επιτροπή υπερέβη τις αρμοδιότητές της. Οι εξουσίες που της απονέμει το άρθρο 6, παράγραφος 7, πέμπτη περίπτωση, αφορούν μόνο τις μεταβιβάσεις αρμοδιοτήτων που προβλέπουν οι προηγούμενες διατάξεις. Τούτο δεν σημαίνει ότι η ρύθμιση αυτή καθίσταται, ως διάταξη παρέχουσα γενική εκτελεστική αρμοδιότητα, κενή περιεχομένου. Προς απόδειξη τούτου θα ήθελα να αναφέρω τον κανονισμό 859/89 της Επιτροπής (28). Η έκδοση του κανονισμού αυτού στηρίχθηκε κυρίως στο άρθρο 6, παράγραφος 7, του κανονισμού 805/68, όπως είχε τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 571/89 του Συμβουλίου, της 2ας Μαρτίου 1989 (29). Το κείμενο του άρθρου αυτού διαφέρει ανεπαίσθητα μόνο από το κείμενο που περιέχεται στον κανονισμό 2066/92. Από την εξέταση του προαναφερθέντος κανονισμού της Επιτροπής διαπιστώνεται ότι, εκτός από τις ρυθμίσεις που στηρίζονται στο άρθρο 6, παράγραφος 7, πρώτη έως τέταρτη περίπτωση, θεσπίστηκαν και άλλα εκτεταμένα εκτελεστικά μέτρα, με τα οποία προσδιορίζονται π.χ. ο τόπος στον οποίο πραγματοποιείται η παρέμβαση και ο εξοπλισμός των οργανισμών παρεμβάσεως ή ρυθμίζονται η επισήμανση, η μεταποίηση και η συσκευασία του κρέατος. Κατά συνέπεια, υπάρχουν επίσης αρκετές ρυθμίσεις που μπορούν να θεσπιστούν βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 7, πέμπτη περίπτωση, του κανονισμού 805/68.
2) Προσωρινό συμπέρασμα
74 Οι ανωτέρω διαπιστώσεις αρκούν ήδη για να γίνει δεκτή η προσφυγή και να ακυρωθεί ο επίδικος κανονισμός. Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεν θα ακολουθούσε την πρόταση αυτή, πρέπει να εξετασθούν επίσης οι λοιποί λόγοι ακυρώσεως.
3) Αναλογικότητα
75 Ως επιπλέον λόγο ακυρώσεως στο πλαίσιο του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ οι προσφεύγουσες επικαλούνται την παραβίαση της γενικής αρχής της αναλογικότητας.
76 Το Δικαστήριο εξετάζει την αναλογικότητα με κριτήριο το αν το μέσο που έχει επιλεγεί για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού είναι το κατάλληλο και δεν υπερβαίνει το αναγκαίο προς τούτο μέτρο (30).
α) Σκοποί που επιδικώκει η Επιτροπή
77 Ως πρώτο βήμα της εξετάσεως της αναλογικότητας ενδείκνυται συνεπώς η εξακρίβωση των σκοπών που επιδιώκει η Επιτροπή με τον επίδικο εν προκειμένω κανονισμό.
78 Καταρχάς η Επιτροπή επιδιώκει τη μείωση της παραγωγής βοείου κρέατος και τη μείωση των αγοραζόμενων από τους οργανισμούς παρεμβάσεως ποσοτήτων. Οι σκοποί αυτοί αντιστοιχούν προς τους σκοπούς που έχει θέσει το Συμβούλιο με τον κανονισμό 2066/92.
79 Η Επιτροπή αναφέρει επιπλέον ότι επιδίωκε να προειδοποιήσει τους παραγωγούς σφαγίων χονδρών βοοειδών. Η προειδοποίηση αυτή έχει αφενός βραχυπρόθεσμο χαρακτήρα και επιδιώκεται να έχει ως αποτέλεσμα την ενωρίτερη σφαγή των βοοειδών. Μακροπρόθεσμα όμως το μέτρο αυτό αποβλέπει σε αλλαγή προσανατολισμού, όσον αφορά τις εκτρεφόμενες φυλές. Σκοπός του είναι να εκτρέφονται φυλές με μικρότερο βάρος. Επιπλέον, επιδιώκεται η χρησιμοποίηση λιγότερων ορμονών. Αυτό που θέλει να επιτύχει η Επιτροπή είναι να στραφούν και πάλι οι παραγωγοί του τομέα αυτού αποκλειστικά και μόνο στην αγορά και να μη θεωρούν πλέον την παρέμβαση ως «δεύτερη αγορά».
β) Εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών
80 Κατά την εξέταση της καταλληλότητας του μέτρου πρέπει τώρα να τεθεί το ερώτημα αν οι ανωτέρω περιγραφέντες σκοποί μπορούν να επιτευχθούν με τον επίδικο κανονισμό. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει επίσης να εξετασθεί αν η Επιτροπή εκτίμησε ορθά και έλαβε επίσης ορθά υπόψη το σημείο αφετηρίας ή την αρχικώς υφισταμένη κατάσταση.
81 Για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών στον τομέα του εμπορίου γεωργικών προϋόντων η νομολογία του Δικαστηρίου αναγνωρίζει στην Επιτροπή και στην επιτροπή διαχειρίσεως ευρεία διακριτική ευχέρεια. Τούτο σημαίνει ότι το Δικαστήριο εξετάζει μόνο αν συντρέχει πρόδηλη πλάνη ή κατάχρηση εξουσίας και αν η Επιτροπή υπερέβη προδήλως τα όρια της διακριτικής ευχέρειάς της (31).
82 ηΟπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις του επίδικου κανονισμού και τα δικόγραφα της Επιτροπής, η Επιτροπή εκτιμά την υφισταμένη κατάσταση ως εξής:
Στην αγορά βοείου κρέατος υπάρχει υπερπαραγωγή, η οποία οφείλεται στην αύξηση του βάρους των σφαγίων. Η αύξηση αυτή οφείλεται πάλι σε διάφορους λόγους. Μια από τις αιτίες είναι ότι, όταν η κατάσταση στην αγορά είναι αβέβαιη και επομένως οι τιμές χαμηλές, πολλοί παραγωγοί αναβάλλουν τη σφαγή των ζώων τους, με σκοπό είτε να αναμείνουν την επίτευξη υψηλότερων τιμών στην αγορά είτε να πωλήσουν το κρέας στους οργανισμούς παρεμβάσεως. ςΑλλες αιτίες είναι ότι τα τελευταία έτη έχει αυξηθεί η χρήση ζωοτροφών μεγάλης θρεπτικής αξίας, των οποίων οι τιμές έχουν μειωθεί, ότι χρησιμοποιούνται ολοένα και περισσότερες ορμόνες και ότι οι πρόοδοι της γενετικής δίνουν τη δυνατότητα εκτροφής φυλών με ιδιαίτερα μεγάλο βάρος.
83 Μια άλλη διαπίστωση της Επιτροπής είναι ότι τα μέτρα παρεμβάσεως έχουν γίνει για πολλούς παραγωγούς μια δεύτερη αγορά, ότι οι παραγωγοί δεν προσανατολίζονται πλέον προς την αγορά, όπου επικρατεί ο νόμος της προσφοράς και της ζητήσεως, αλλά παράγουν με σκοπό την πώληση των προϋόντων τους στους οργανισμούς παρεμβάσεως.
84 Κατά την Επιτροπή, τα σφάγια χονδρών βοοειδών πωλούνται όλο και περισσότερο προς τους οργανισμούς παρεμβάσεως, επειδή δεν μπορούν να διατεθούν στην ελεύθερη αγορά τόσο εύκολα όσο τα σφάγια των βοοειδών με μικρό βάρος.
85 Εφόσον, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η Επιτροπή διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια, πρέπει εν προκειμένω μόνο να εξετασθεί αν συντρέχει πρόδηλη πλάνη της.
86 Τούτο ακριβώς ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες. Θα εξετάσω πάντως μόνο τα επιχειρήματα των προσφευγουσών που μπορούν να θέσουν εν αμφιβόλω την ορθότητα της εκτιμήσεως της Επιτροπής.
87 Η Γαλλία ισχυρίζεται ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι στους οργανισμούς παρεμβάσεως πωλούνται κυρίως χονδρά βοοειδή. Ακόμη και οι παραγωγοί σφαγίων βοοειδών με μικρό βάρος ενδέχεται να στρέφουν την παραγωγή τους προς το σύστημα της παρεμβάσεως. Η Γαλλία πάντως δεν αμφισβητεί ότι υφίσταται μια τέτοια «δεύτερη αγορά». Η Γαλλία υπογραμμίζει μόνο το γεγονός ότι η «εκτός ελεύθερης αγοράς» παραγωγή υπάρχει σε όλους τους τομείς της αγοράς βοείου κρέατος, επομένως και στον τομέα των σφαγίων χονδρών βοοειδών. Από την επιχειρηματολογία της Ιρλανδίας συνάγεται επίσης ότι υφίσταται οπωσδήποτε μια «δεύτερη αγορά», δηλαδή το σύστημα παρεμβάσεως. Η Ιρλανδία ισχυρίζεται ότι, αν το τμήμα της ιρλανδικής παραγωγής που εξαιρείται από την παρέμβαση (περίπου 60 %) δεν μπορούσε πλέον να πωλείται στον οργανισμό παρεμβάσεως, αλλά διετίθετο στην ελεύθερη αγορά, θα μειωνόταν η τιμή στην αγορά. Επομένως όμως η Ιρλανδία αναγνωρίζει έμμεσα ότι το 60 % της παραγωγής της προορίζεται για την παρέμβαση.
88 ηΟσον αφορά τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι η ζήτηση σφαγίων με μικρότερο βάρος είναι μεγαλύτερη απ' ό,τι η ζήτηση σφαγίων χονδρών βοοειδών, οι δύο προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι είναι βέβαιο ότι υφίσταται αγορά για τα σφάγια χονδρών βοοειδών. Τούτο εξάλλου δεν αμφισβητείται από την Επιτροπή. Η Επιτροπή λέγει απλώς ότι η ζήτηση δεν είναι τόσο μεγάλη και για τον λόγο αυτό θα ήθελε να ωθήσει τους παραγωγούς να παρακολουθούν την αγορά προσεκτικά.
89 Οι προσφεύγουσες δεν αντέκρουσαν ρητά ούτε τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η σφαγή αναβάλλεται σκόπιμα. Η Ιρλανδία ισχυρίζεται απλώς ότι η σφαγή των ζώων των εκτρεφόμενων στην Ιρλανδία φυλών δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιείται ενωρίτερα. Επειδή η εκτροφή των ζώων είναι εκτατική, δηλαδή εκτρέφονται σε λιβάδια, η ανάπτυξή τους είναι βραδύτερη απ' ό,τι στην περίπτωση της εντατικής εκτροφής. Το χρονικό σημείο της σφαγής συναρτάται προς τη σχέση μεταξύ του μυϋκού ιστού και του λίπους. ςΟταν η εκτροφή είναι εκτατική, το καταλληλότερο χρονικό σημείο για τη σφαγή, δηλαδή η καλύτερη δυνατή σχέση μεταξύ των δύο κριτηρίων, επιτυγχάνεται αργότερα.
90 Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι ακόμη και στην περίπτωση εκτατικής παραγωγής αφενός η σφαγή μπορεί να πραγματοποιείται ενωρίτερα και αφετέρου μπορούν να εκτρέφονται φυλές βοοειδών με μικρότερο βάρος.
91 Δεδομένου ότι πρέπει να αναγνωρισθεί ότι η Επιτροπή έχει εν προκειμένω ευρεία εξουσία εκτιμήσεως και επιπλέον η άποψή της υποστηρίζεται από το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο ισχυρίζεται ότι, αν γίνουν ορισμένες αλλαγές, η σφαγή μπορεί να πραγματοποιείται ενωρίτερα, δεν αποδεικνύεται ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση της υφισταμένης καταστάσεως.
γ) Το ενδεδειγμένο του μέτρου
92 Λαμβανομένων υπόψη των διαπιστώσεων της Επιτροπής σχετικά με την υφισταμένη κατάσταση, πρέπει να εξετασθεί τώρα αν οι σκοποί που έθεσε η Επιτροπή μπορούν να επιτευχθούν με τον επίδικο εν προκειμένω κανονισμό. Και στο σημείο αυτό πρέπει να αναγνωρισθεί ότι η Επιτροπή διαθέτει ευρεία ευχέρεια, οπότε το μόνο που πρέπει να εξετασθεί είναι αν το μέτρο είναι προδήλως ακατάλληλο για την επίτευξη των εν λόγω σκοπών (32).
93 μΕνας από τους σκοπούς της Επιτροπής συνίστατο στη μείωση των ποσοτήτων κρέατος που πωλούνται προς τους οργανισμούς παρεμβάσεως. Η μείωση αυτή μπορεί να επιτευχθεί με την καθιέρωση ανωτάτου ορίου για το βάρος των σφαγίων. Κατά την άποψη της Επιτροπής, οι κτηνοτρόφοι μπορούν να παράγουν ελαφρότερα σφάγια, σφάζοντας τα ζώα τους νωρίτερα. Τούτο σημαίνει ότι όλα τα ζώα που πωλούνταν μέχρι τούδε στους οργανισμούς παρεμβάσεως θα εξακολουθούσαν να αγοράζονται από τους οργανισμούς αυτούς, αλλά το βάρος τους θα ήταν μικρότερο. Με τον τρόπο αυτό μειώνεται η συνολική ποσότητα του κρέατος που πωλείται προς τους οργανισμούς παρεμβάσεως - υπό την προϋπόθεση και μόνο πάντως ότι δεν θα πωλούνται περισσότερα ζώα απ' ό,τι προηγουμένως. Το ενδεχόμενο αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί. Αφού η τιμή παρεμβάσεως είναι ίση με ή μικρότερη από την τρέχουσα τιμή στην αγορά, οι κτηνοτρόφοι θα εξακολουθήσουν να πωλούν στους οργανισμούς παρεμβάσεως μόνο τα ζώα που δεν μπορούν να πωλήσουν στην ελεύθερη αγορά. Αφού, κατά την Επιτροπή, συνεχίζεται η αγορά από τους οργανισμούς παρεμβάσεως εξίσου μεγάλου αριθμού ζώων, δεν αλλάζουν οι συνθήκες στην ελεύθερη αγορά, δηλαδή παραμένουν αμετάβλητοι ο αριθμός των ζώων που μπορούν να πωληθούν στην ελεύθερη αγορά και, συνακόλουθα, ο αριθμός επίσης των ζώων που πωλούνται στους οργανισμούς παρεμβάσεως. Προϋπόθεση πάντως είναι να μην αυξηθεί γενικά το ζωικό κεφάλαιο. Τούτο δεν είναι δυνατόν βραχυπρόθεσμα, αλλά ούτε πιθανό για το μέλλον, αφού στην περίπτωση αυτή οι παραγωγοί θα έχαναν την πριμοδότηση που καταβάλλει η Επιτροπή για τη μείωση του ζωικού κεφαλαίου. Δεν είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ότι ο συλλογισμός της Επιτροπής στηρίζεται σε πρόδηλη πλάνη. Αν συνεπώς γίνει δεκτή η επιχειρηματολογία της Επιτροπής, μπορεί να επιτευχθεί με το μέτρο αυτό η μείωση της συνολικής ποσότητας του κρέατος που πωλείται στους οργανισμούς παρεμβάσεως.
94 Στα ανωτέρω η Ιρλανδία αντιτάσσει ότι τα ζώα δεν είναι δυνατόν να σφάζονται νωρίτερα, πράγμα που σημαίνει ότι τα μέτρα παρεμβάσεως δεν θα μπορούσαν να ισχύσουν σε καμία περίπτωση για τα σφάγια αυτά. Τα σφάγια αυτά θα έπρεπε συνεπώς να διατεθούν στην ελεύθερη αγορά, πράγμα που θα είχε ως αποτέλεσμα την πτώση των τιμών. Η πτώση των τιμών δεν έχει μόνο ως συνέπεια την πώληση προς τους οργανισμούς παρεμβάσεως πολύ περισσότερων ζώων απ' ό,τι προηγουμένως, αλλά έχει ως αποτέλεσμα - όταν η πτώση των τιμών είναι ιδιαίτερα σημαντική - να τίθεται επίσης σε ενέργεια το λεγόμενο «δίκτυ ασφαλείας». Η σχετική ρύθμιση περιέχεται στο άρθρο 6, παράγραφος 4, του κανονισμού 805/68. Πρόκειται για μέτρα παρεμβάσεως που εφαρμόζονται σε ιδιαίτερα κρίσιμες καταστάσεις. Για το δίκτυ ασφαλείας αυτό δεν προβλέπονται ετήσιες ανώτατες ποσότητες κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1. Επομένως, το μέτρο της Επιτροπής μπορεί να οδηγήσει, κατά την άποψη της Ιρλανδίας, στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από το επιδιωκόμενο: στη δυνατότητα απεριόριστων πωλήσεων προς τους οργανισμούς παρεμβάσεως.
95 ςΟπως διαπιστώθηκε ήδη, δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη, όταν θεώρησε ότι τα ζώα μπορούν να σφάζονται νωρίτερα. Για τον λόγο αυτό το επιχείρημα της Ιρλανδίας πρέπει να απορριφθεί.
96 Το επιχείρημα της Ιρλανδίας θα έπρεπε επίσης να απορριφθεί, ακόμη και αν το ανώτατο όριο που έθεσε η Επιτροπή για το βάρος των σφαγίων ίσχυε και για το δίκτυ ασφαλείας. Νομίζω όμως ότι τούτο δεν μπορεί να γίνει δεκτό, αφού η ίδια η Επιτροπή θέσπισε τη διάταξη του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 859/89, η οποία αποτελεί εκτελεστική διάταξη για την επιλογή των κατηγοριών, ποιοτήτων ή ομάδων ποιοτήτων κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 805/68. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, δεν ρυθμίζει όμως το δίκτυ ασφαλείας, αλλά το σύνηθες σύστημα παρεμβάσεως με καθορισμένες ετήσιες ανώτατες ποσότητες. Το ανώτατο όριο βάρους των σφαγίων πρέπει να ισχύει συνεπώς μόνο στο πλαίσιο αυτό. Εντούτοις, το επιχείρημα της Ιρλανδίας δεν αποδεικνύει ότι το μέτρο της Επιτροπής δεν ήταν το ενδεδειγμένο, αφού μάλιστα η δήλωση ότι το 60 % της συνολικής παραγωγής θα έπρεπε να πωλείται στην ελεύθερη αγορά αντί στους οργανισμούς παρεμβάσεως αποτελεί ακριβώς ένδειξη για την ύπαρξη μιας δευτερεύουσας αγοράς. Δεν αμφισβητείται ότι επί του παρόντος κανένα προϋόν της Ιρλανδίας δεν πωλείται στους οργανισμούς παρεμβάσεως. Η Επιτροπή επέλεξε ακριβώς το κατάλληλο αυτό χρονικό σημείο για τη θέσπιση του περιορισμού αυτού, επειδή οι συνέπειες θα ήταν όσο το δυνατόν λιγότερο αισθητές και οι παραγωγοί θα διέθεταν αρκετό χρόνο, ώστε να προσαρμοστούν - εφόσον ήταν αναγκαίο - στις νέες συνθήκες. Οι συνέπειες δεν μπορούν επομένως να είναι τόσο δραματικές, όπως τις περιγράφει η Ιρλανδία. Ούτε επομένως και στο σημείο αυτό μπορεί να αποδειχθεί ότι υπήρξε πρόδηλη πλάνη της Επιτροπής. Συνεπώς το μέτρο αποτελεί καταρχήν το ενδεδειγμένο μέτρο για την επίτευξη της μειώσεως της ποσότητας κρέατος που πωλείται προς τους οργανισμούς παρεμβάσεως.
97 ςΑλλη μία επιδίωξη της Επιτροπής ήταν να παύσει η παραγωγή χονδρών βοοειδών, εφόσον για τα προϋόντα αυτά δεν υφίσταται πλέον ελεύθερη αγορά, δηλαδή ζήτηση.
98 Το επίμαχο μέτρο, με το να αποκλείει την εφαρμογή των μέτρων παρεμβάσεως στα σφάγια χονδρών βοοειδών, καθιστά σαφές ότι η Επιτροπή επιδίωκε τον αναπροσανατολισμό της παραγωγής προς φυλές βοοειδών με μικρότερο βάρος. Επομένως, η Επιτροπή ενθαρρύνει τους παραγωγούς να παρακολουθούν προσεκτικά την αγορά και να εκτρέφουν χονδρά βοοειδή, μόνον όταν υπάρχει ανάλογη ζήτηση. ηΟταν δεν υπάρχει τέτοια ζήτηση, ο παραγωγός θα πρέπει να αλλάξει την παραγωγή του και ενδεχομένως να παύσει επίσης να χρησιμοποιεί ορμόνες. Το μέτρο της Επιτροπής αποτελεί συνεπώς το ενδεδειγμένο μέτρο για την επίτευξη του σκοπού της, τουλάχιστον όσον αφορά την επιδίωξή της να απευθύνει ορισμένη προειδοποίηση, πράγμα που και επέτυχε.
99 Το μέτρο της Επιτροπής μπορεί επίσης να ματαιώσει το ενδεχόμενο να μη συναρτούν οι παραγωγοί, σε περιόδους κρίσεως, όταν η τιμή στην αγορά είναι χαμηλή, το χρονικό σημείο της σφαγής προς τις συνθήκες της αγοράς, αλλά να αναμένουν την αύξηση της τιμής στην αγορά, ειδάλλως δε να πωλούν τα προϋόντα τους προς τον οργανισμό παρεμβάσεως. Η τελευταία αυτή δυνατότητα αποκλείεται πλέον εκ των προτέρων. Εν πάση περιπτώσει, η ρύθμιση της αγοράς ισχύει για όλα τα προϋόντα, ακόμη και για όσα δεν αγοράζουν ευθέως οι οργανισμοί παρεμβάσεως. Ο οργανισμός παρεμβάσεως όμως δεν αποτελεί πλέον βέβαιο πελάτη. Αυτό μπορεί ενδεχομένως να ωθήσει τους παραγωγούς να παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς την αγορά, ώστε να σφάζουν τα ζώα τους νωρίτερα, εφόσον είναι αναγκαίο, και συνεπώς να υπαχθούν πιθανώς στα ευεργετικά μέτρα παρεμβάσεως.
100 Το μέτρο είναι συνεπώς ενδεδειγμένο για την επίτευξη των σκοπών της Επιτροπής.
101 Η Γαλλία ισχυρίζεται ότι το μέτρο αυτό αντιβαίνει προς τον σκοπό προωθήσεως της εκτατικοποιήσεως της κτηνοτροφίας. Η δυσμενής αντιμετώπιση των φυλών βοοειδών με μεγάλο βάρος ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα την επέκταση της εκτροφής φυλών με μικρότερο βάρος, στην περίπτωση των οποίων η χρησιμοποίηση ορμονών αποφέρει μεγαλύτερα κέρδη. Συναφώς επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, κατά τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, η εκτατική εκτροφή μπορεί να αφορά και άλλες φυλές, με μικρότερο βάρος, και ότι το μέτρο που έλαβε δεν αντιβαίνει προς τον σκοπό προωθήσεως της εκτατικοποιήσεως της κτηνοτροφίας. Η άποψη αυτή της Επιτροπής δεν είναι προφανώς παράλογη. Αφού πρέπει να αναγνωρισθεί ότι η Επιτροπή έχει ευρεία διακριτική εξουσία, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το μέτρο δεν αντιβαίνει προς τον σκοπό προωθήσεως της εκτατικοποιήσεως της παραγωγής.
δ) Αναγκαιότητα
102 Το τελευταίο σημείο που πρέπει να εξετασθεί στο πλαίσιο αυτό είναι η αναγκαιότητα του μέτρου.
103 Το Δικαστήριο εκτιμά την αναγκαιότητα αυτή με κριτήριο το αν τα μέτρα βαίνουν πέραν αυτού που είναι πρόσφορο και αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Το μέτρο πρέπει συναφώς να είναι ανάλογο προς τη σπουδαιότητα του σκοπού και απαραίτητο για την επίτευξή του (33).
104 Κατά τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, ο επίδικος εν προκειμένω κανονισμός αποτελεί απαραίτητο μέσο για την εξασφάλιση της λειτουργίας της αγοράς και την επίτευξη της τηρήσεως των ετήσιων ανώτατων ορίων που έχει καθορίσει το Συμβούλιο
105 Αν ληφθεί υπόψη η παρούσα κατάσταση, θα μπορούσε να είναι αμφίβολο κατά πόσον το μέτρο είναι αναγκαίο για την τήρηση της ετήσιας ανώτατης ποσότητας που έχει καθορίσει το Συμβούλιο, αφού, όπως αναφέρθηκε ήδη, επί του παρόντος δεν πωλούνται προς τους οργανισμούς παρεμβάσεως σφάγια χονδρών βοοειδών. Εφόσον όμως οι οργανισμοί παρεμβάσεως αυτοί αναγκασθούν να αρχίσουν να αγοράζουν τόσο σημαντικές ποσότητες όσο και στο παρελθόν, το μέτρο της Επιτροπής θα είναι αναγκαίο για την επίτευξη των προαναφερθέντων σκοπών, δηλαδή της μειώσεως της ποσότητας κρέατος που αγοράζουν οι οργανισμοί παρεμβάσεως, του αναπροσανατολισμού της αγοράς και της μειώσεως της παραγωγής. Ούτε στο σημείο αυτό μπορεί να αποδειχθεί ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη.
106 Η Γαλλία ισχυρίζεται όμως ότι η Επιτροπή είχε στη διάθεσή της και ηπιότερα μέσα, όπως είναι η περαιτέρω αύξηση των συντελεστών μειώσεως ή η εξαίρεση ορισμένων κατηγοριών ή ποιοτήτων από την εφαρμογή των μέτρων παρεμβάσεως.
107 Στα ανωτέρω η Επιτροπή αντιτάσσει ότι δεν είναι δυνατή καμία περαιτέρω αύξηση των συντελεστών μειώσεως. ςΟσο μεγαλύτερες είναι οι ποσότητες κρέατος που προσφέρονται στους οργανισμούς παρεμβάσεως προς πώληση, τόσο υψηλότερος πρέπει να είναι ο καθοριζόμενος συντελεστής μειώσεως. Αφού οι παραγωγοί γνωρίζουν ότι οι προσφορές τους θα μειωθούν, οι προσφορές αυτές καθορίζονται εκ των προτέρων σε αναλογικά υψηλότερα επίπεδα, ώστε η Επιτροπή αναγκάζεται να καθορίσει σε ανάλογο ύψος τους συντελεστές μειώσεως. Το αποτέλεσμα είναι ότι ότι το ποσοστό των συντελεστών κυμαίνεται μεταξύ 90 και 95 %. Καμία περαιτέρω αύξηση δεν είναι πλέον δυνατή, αφού η μείωση κατά 100 % θα σήμαινε ότι οι οργανισμοί παρεμβάσεως δεν θα αγοράζουν πλέον καθόλου κρέας.
108 ςΟσον αφορά την εξαίρεση ορισμένων κατηγοριών ή ποιοτήτων, δεν αντιλαμβάνομαι για ποιο λόγο η εξαίρεση αυτή θα αποτελούσε ηπιότερο μέσο. Και στην περίπτωση αυτή θα ήταν ενδεχόμενο να πλήττονται περισσότερο ορισμένα κράτη μέλη. Ούτε η περαιτέρω μείωση της τιμής παρεμβάσεως αποτελεί, κατά την άποψη της Επιτροπής, καμία πρόοδο, διότι, αν οι τιμές παρεμβάσεως είναι πολύ χαμηλές, τα εμπορεύματα διατίθενται προς πώληση στην ελεύθερη αγορά, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των τιμών στην αγορά.
109 άΟσον αφορά την εκ μέρους της Ιρλανδίας μνεία μιας ηπιότερης ρυθμίσεως, η οποία θεσπίστηκε υπέρ της Δανίας σε άλλο μεν τομέα, αλλά πάντως στο πλαίσιο μέτρων παρεμβάσεως, πρέπει να τονισθεί ότι η Επιτροπή έχει την ευχέρεια να εκτιμά το πότε και το ποια μέτρα θεσπίζει.
110 Εξάλλου, θεωρώ ότι το επίμαχο μέτρο αποτελεί ήπιο μέσο, αφού θεσπίστηκε σε χρονικό σημείο κατά το οποίο δεν ήσαν αναγκαία τα μέτρα παρεμβάσεως. Επιπλέον, στα κράτη μέλη δίδεται ορισμένο χρονικό διάστημα, ώστε να μπορέσουν να προβούν σε αναπροσανατολισμό της παραγωγής τους. ςΟσον αφορά τον ισχυρισμό των προσφευγουσών ότι το χρονικό αυτό διάστημα δεν επαρκεί, πρέπει να υπομνησθεί ότι τα μέτρα παρεμβάσεως δεν αποτελούν δεύτερη αγορά, αλλ' απλώς ειδικά μέτρα για περίπτωση ιδιαίτερα μεγάλης υφέσεως στην αγορά. Εκτός από τις αγορές στις οποίες προβαίνουν οι οργανισμοί παρεμβάσεως, εξακολουθεί να υπάρχει η δυνατότητα χορηγήσεως ενισχύσεως για ιδιωτική αποθεματοποίηση, ως προς την οποία δεν υπάρχει, όπως υποστήριξε η Επιτροπή κατά την προφορική διαδικασία χωρίς να αντικρουσθεί, κανένα ανάλογο όριο ως προς το βάρος των σφαγίων.
111 Πρέπει επομένως να γίνει δεκτό ότι το μέτρο της Επιτροπής ήταν αναγκαίο και το ενδεδειγμένο και επομένως δεν ήταν δυσανάλογο.
4) Απαγόρευση διακρίσεων
112 Ως τρίτο λόγο ακυρώσεως στο πλαίσιο του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ οι προσφεύγουσες προβάλλουν την παραβίαση της αρχής περί απαγορεύσεως των διακρίσεων που προβλέπεται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ και στο άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ (που αποτελεί πλέον το άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΚ).
113 Σύμφωνα με τη γενική αυτή αρχή, απαγορεύεται, αν δεν υπάρχει αντικειμενικός δικαιολογητικός λόγος, η διαφορετική μεταχείριση όμοιων καταστάσεων και η ίδια μεταχείριση διαφορετικών καταστάσεων. Η Ιρλανδία και η Γαλλία ισχυρίζονται ότι ο καθορισμός ανωτάτου ορίου για το βάρος των σφαγίων έχει ως αποτέλεσμα ότι από τα μέτρα παρεμβάσεως εξαιρούνται κυρίως τα προϋόντα τους. Κατά τις προσφεύγουσες, ο κανονισμός δεν προβλέπει μεν ρητά ότι τα προϋόντα της Γαλλίας και της Ιρλανδίας δεν μπορούν πλέον να πωλούνται προς τους οργανισμούς παρεμβάσεως, αλλά το ανώτατο όριο του βάρους έχει καθοριστεί κατά τρόπο ώστε από τα μέτρα παρεμβάσεως να αποκλείονται ακριβώς τα προϋόντα της Γαλλίας και της Ιρλανδίας. Κατά τους ισχυρισμούς των προσφευγουσών, τα προϋόντα τους αποκλείονται από τα μέτρα παρεμβάσεως μέχρι ποσοστό 60 %.
α) αΑνιση μεταχείριση
114 ηΟταν εξετάζεται αν συντρέχει δυσμενής διάκριση, πρέπει καταρχάς να τίθεται το ερώτημα αν υπάρχει πράγματι άνιση μεταχείριση. Είναι γεγονός ότι τα προϋόντα των προσφευγουσών αντιμετωπίζονται διαφορετικά από τα προϋόντα των άλλων κρατών μελών, όσον αφορά τις αγορές στις οποίες προβαίνουν οι οργανισμοί παρεμβάσεως. Η Επιτροπή ισχυρίζεται βέβαια ότι πλήττονται και άλλα κράτη μέλη. Ακόμη όμως και αν τούτο συμβαίνει, δεν πλήττονται πάντως στον ίδιο βαθμό - και τούτο είναι αναμφισβήτητο - στον οποίο πλήττονται οι προσφεύγουσες.
115 Παρά ταύτα, δεν μπορεί εν προκειμένω να γίνει αυτόματα δεκτό ότι υπάρχει άνιση μεταχείριση, αν δεν εξετασθούν τα ιδιαίτερα στοιχεία της παρεμβάσεως.
116 Παραπάνω τόνισα ήδη ότι οι οργανισμοί παρεμβάσεως δεν συνιστούν «δεύτερη αγορά». Αντίθετα, ως σύστημα παρεμβάσεως νοείται το αποτέλεσμα της επενέργειας διαφόρων μέτρων, τα οποία εξυπηρετούν όλα τον σκοπό σταθεροποιήσεως της αγοράς βοείου κρέατος. Οι οργανισμοί παρεμβάσεως αγοράζουν ορισμένες ποσότητες βοείου κρέατος, με σκοπό να μειώσουν την προσφορά, δηλαδή την ποσότητα κρέατος στην αγορά. Το αποτέλεσμα είναι ότι ενισχύεται γενικά η αγορά, δηλαδή για όλα τα προϋόντα βοείου κρέατος, και αυξάνει η τιμή. Συναφώς η Επιτροπή έχει ως έργο να προσδιορίζει τις ποσότητες και κατηγορίες του κρέατος που αγοράζουν οι οργανισμοί παρεμβάσεως κατά τρόπο ώστε το αποτέλεσμα να είναι όσο το δυνατό μεγαλύτερο. Το γεγονός δηλαδή ότι οι οργανισμοί παρεμβάσεως αγοράζουν κρέας από ορισμένους παραγωγούς δεν σημαίνει ότι οι οργανισμοί αυτοί επιδιώκουν να παράσχουν οφέλη στους παραγωγούς αυτούς. Αντίθετα, πρόθεσή τους είναι να παράσχουν οφέλη σε όλους τους προμηθευτές της αγοράς. Από αυτό συνάγεται όμως ότι, χωρίς να έχει καμία σημασία ποιοι παραγωγοί πωλούν κρέας προς τους οργανισμούς παρεμβάσεως, η πώληση αυτή έχει θετικά αποτελέσματα για όλους τους προμηθευτές της αγοράς. Από την άποψη αυτή η εξαίρεση ορισμένων προϋόντων από την εφαρμογή των μέτρων παρεμβάσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δυσμενής μεταχείριση των προϋόντων αυτών, εκτός αν οι κτηνοτρόφοι παρήγαν με σκοπό μόνο την παρέμβαση. Τα προϋόντα των προσφευγουσών ωφελούνται από τη σταθεροποίηση της αγοράς όπως ακριβώς και όλα τα άλλα προϋόντα. Θα υφίστατο δυσμενής διάκριση ή άνιση μεταχείριση, μόνον εφόσον τα προϋόντα της Γαλλίας και της Ιρλανδίας αποκλείονταν από τις θετικές συνέπειες των μέτρων παρεμβάσεως.
117 Ως άνιση μεταχείριση θα μπορούσε να ενδεχομένως να θεωρηθεί επίσης το γεγονός ότι οι παραγωγοί σφαγίων χονδρών βοοειδών είναι αναγκασμένοι σε μεγαλύτερο βαθμό απ' ό,τι οι άλλοι παραγωγοί να διαθέτουν την παραγωγή τους στην αγορά. Αλλά ακόμη και αν υφίσταται σύστημα παρεμβάσεως προς στήριξη των αγορών, όλοι οι παραγωγοί είναι κατ' αρχήν υποχρεωμένοι να διαθέτουν την παραγωγή τους στην αγορά. Τα μέτρα παρεμβάσεως θεσπίζονται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν στην αγορά παρατηρείται ύφεση.
118 Για τον λόγο αυτόν δεν υφίσταται άνιση μεταχείριση.
β) Δικαιολογητικός λόγος
119 Ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι εν προκειμένω υφίσταται άνιση μεταχείριση της Γαλλίας και της Ιρλανδίας έναντι των λοιπών κρατών μελών, η άνιση αυτή μεταχείριση θα ήταν δικαιολογημένη.
120 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, υφίσταται δικαιολογητικός λόγος, όταν η άνιση μεταχείριση στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία εξασφαλίζουν την ισόρροπη κατανομή των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων μεταξύ των ενδιαφερομένων, χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ των εδαφών των κρατών μελών (34).
121 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι τήρησε τις προϋποθέσεις που ισχύουν για τη δικαιολόγηση της άνισης μεταχειρίσεως, αφού ο καθορισμός ορίου για το βάρος αποτελεί αντικειμενικό κριτήριο.
122 Τούτο όμως δεν αρκεί ως δικαιολογητικός λόγος, αφού το αντικειμενικό κριτήριο πρέπει να εξασφαλίζει ισόρροπη κατανομή των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων μεταξύ των ενδιαφερομένων. Αυτό είναι εν προκειμένω αμφίβολο, διότι, αν υποτεθεί ότι υπάρχει άνιση μεταχείριση, δυσμενούς μεταχειρίσεως έτυχαν δύο μόνο κράτη μέλη.
123 Με τις προτάσεις που ανέπτυξα στην υπόθεση C-27/90 (35) υποστήριξα ότι η νομολογία του Δικαστηρίου (36) πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η περαιτέρω εξέταση του δικαιολογητικού λόγου πρέπει να περιορισθεί στο ζήτημα αν για την επιλεγείσα λύση δεν φαίνεται να υπάρχει κανείς σαφής αντικειμενικός λόγος και επομένως συντρέχει αυθαιρεσία.
124 Ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι εξαίρεσε τα σφάγια χονδρών βοοειδών από τα μέτρα παρεμβάσεως, με σκοπό την αποφυγή της γενικής αυξήσεως του βάρους των βοοειδών, η οποία δεν θα υπάκουε στους νόμους της αγοράς, και, συνακόλουθα, την αποφυγή της αυξήσεως της ποσότητας κρέατος που αγοράζουν οι οργανισμοί παρεμβάσεως, αρκεί ως δικαιολογητικός λόγος των ενεργειών της Επιτροπής.
125 Συναφώς η Ιρλανδία ισχυρίζεται ότι σε μια παρόμοια περίπτωση η Επιτροπή επέτρεψε την ειδική μεταχείριση της Δανίας, ώστε να γίνουν λιγότερο αισθητές ορισμένες σοβαρότατες συνέπειες. Η Επιτροπή υπογραμμίζει το γεγονός ότι η εν λόγω ρύθμιση θεσπίστηκε, αφού η Δανία είχε επιστήσει την προσοχή της επί του προβλήματος αυτού κατά τις διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν της αναμορφώσεως της γεωργικής πολιτικής. Η Ιρλανδία δεν έκανε χρήση της δυνατότητας αυτής. Η Ιρλανδία διατύπωσε παρατηρήσεις για πρώτη φορά στο πλαίσιο της επιτροπής διαχειρίσεως, οι δε παρατηρήσεις της αυτές ελήφθησαν υπόψη. Επιπλέον, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν πρόκειται για παρόμοια περίπτωση. Στην πρώτη περίπτωση τα προϋόντα της Δανίας θα αποκλείονταν πλήρως από την εφαρμογή των μέτρων παρεμβάσεως. Τούτο δεν συμβαίνει με τα ιρλανδικά βοοειδή, αφού εξακολουθεί να υπάρχει η δυνατότητα πωλήσεως των ζώων στους οργανισμούς παρεμβάσεως, εφόσον τα ζώα αυτά σφάζονται ενωρίτερα. Δεδομένου ότι δεν φαίνεται να υπάρχει πρόδηλη πλάνη της Επιτροπής και πρέπει να αναγνωρισθεί ότι η Επιτροπή διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια, οι ισχυρισμοί της αρκούν για να γίνει δεκτό ότι δεν υφίσταται άνιση μεταχείριση.
126 ηΟπως ορθά τονίζει το Ηνωμένο Βασίλειο, δεν υφίσταται άλλωστε ούτε παραβίαση της αρχής περί απαγορεύσεως των διακρίσεων κατά το άρθρο 6, παράγραφος 6, του κανονισμού 805/68, όπως ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για την ίση μεταχείριση στο πλαίσιο των διαγωνισμών και όχι για την ίση μεταχείριση στο πλαίσιο του γενικού προσδιορισμού των προϋόντων που μπορούν να πωλούνται προς τους οργανισμούς παρεμβάσεως.
127 Τέλος, θα ήθελα επίσης να αναφέρω ότι η Επιτροπή ορθώς τονίζει ότι η αναμόρφωση της γεωργικής πολιτικής δεν μπορούσε να μην έχει αρνητικά αποτελέσματα για ορισμένα κράτη μέλη. Κατά την Επιτροπή όμως, τούτο πρέπει να εξετασθεί εντός του όλου πλαισίου της αναμορφώσεως αυτής, οπότε θα διαπιστωθεί ότι με τις κατ' ιδίαν διατάξεις κατανέμονται ισόρροπα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα.
128 Από τα ανωτέρω προκύτει ότι δεν υπήρξε καμία παραβίαση της αρχής περί απαγορεύσεως των διακρίσεων.
129 Τέλος, πρέπει επίσης να εξετασθούν ορισμένοι λόγοι ακυρώσεως, τους οποίους προβάλλει μόνο η Ιρλανδία στην υπόθεση C-307/93.
5) Προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
α) Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που δημιουργήθηκε λόγω της εκ μέρους της Επιτροπής ενθαρρύνσεως ορισμένης συμπεριφοράς
130 Το πρώτο επιχείρημα στο σημείο αυτό αφορά την παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Συναφώς η Ιρλανδία ισχυρίζεται ότι μετά την εισδοχή της στην Ευρωπαϋκή Κοινότητα προσάρμοσε το ζωικό κεφάλαιό της στις συνθήκες ζητήσεως που επικρατούν στην ηπειρωτική Ευρώπη. Οι παραγωγοί της άρχισαν να εκτρέφουν όλο και περισσότερο φυλές βοοειδών της ηπειρωτικής Ευρώπης, δηλαδή με μεγαλύτερο βάρος.
131 Επιπλέον, τα νέα μέτρα που θεσπίστηκαν στον τομέα του γάλακτος είχαν ως συνέπεια, κατά την Ιρλανδία, την αύξηση του βάρους των ζώων. Η επιδιωκόμενη με τα μέτρα αυτά μείωση του αριθμού των αγελάδων γαλακτοπαραγωγής είχε ως συνέπεια την αύξηση του αριθμού των θηλαζουσών αγελάδων. Το ένα τέταρτο των αγελάδων αυτών ανήκουν σε φυλές της ηπειρωτικής Ευρώπης, δηλαδή με μεγάλο βάρος, και στην πλειονότητά τους διασταυρώνονται επίσης με τέτοιες φυλές. Η εξαίρεση των φυλών με μεγάλο βάρος από την εφαρμογή των μέτρων παρεμβάσεως, την οποία αποφάσισε η Επιτροπή πρόσφατα, αντιβαίνει προς τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη της Ιρλανδίας ότι η Επιτροπή θα εξακολουθήσει να προωθεί την εκτροφή φυλών με μεγάλο βάρος. Συναφώς η Ιρλανδία επικαλείται τη νομολογία του Δικαστηρίου, όπως έχει διαμορφωθεί με την απόφαση στην υπόθεση 120/86 (37) και με την απόφαση στην υπόθεση 120/86 (38). Προϋπόθεση για να δεχθεί το Δικαστήριο στις ανωτέρω υποθέσεις την ύπαρξη δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ήταν ότι η Κοινότητα είχε ωθήσει τους επιχειρηματίες, με τις πράξεις της, να προβούν σε ορισμένες ενέργειες (39).
132 Στην προκειμένη όμως περίπτωση δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι υπήρξε τέτοιου είδους ενθάρρυνση. ηΟσον αφορά την προσαρμογή της κτηνοτροφίας προς τη ζήτηση εντός της Ευρωπαϋκής Κοινότητας, η Ιρλανδία δεν ανέφερε κανένα μέτρο της Επιτροπής που την ώθησε ρητά να επιδείξει τη συμπεριφορά αυτή. Ούτε άλλωστε γνωρίζω να υπήρξε τέτοιο μέτρο.
133 Ομοίως, τα μέτρα τα οποία θέσπισε η Επιτροπή σχετικά με τη γαλακτοκομική παραγωγή δεν μπορούν να θεωρηθούν ως παρότρυνση για μεταβολές εντός της αγοράς βοείου κρέατος. Με τη θέσπιση των εν λόγω μέτρων η Επιτροπή επιδίωκε τη μείωση της παραγωγής γάλακτος. Από την επιδίωξη αυτή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να συναχθεί ότι ενθάρρυνε την αύξηση της παραγωγής σ' έναν άλλο τομέα, τον τομέα του βοείου κρέατος, δεδομένου μάλιστα ότι στον τομέα αυτόν η ζήτηση δεν είναι μεγαλύτερη από την προσφορά. Εν πάση δε περιπτώσει, οι κτηνοτρόφοι πρέπει να προσαρμόζουν την παραγωγή τους προς τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά βοείου κρέατος.
134 Ως ένα άλλο μέτρο της Κοινότητας που δημιούργησε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στους Ιρλανδούς κτηνοτρόφους η Ιρλανδία αναφέρει την προώθηση της εκτατικοποιήσεως της κτηνοτροφίας, η οποία υποβοηθείται από τη χορήγηση πριμοδοτήσεων.
135 Στα ανωτέρω η Επιτροπή αντιτάσσει ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι υπήρξε ενθάρρυνση, μόνο εφόσον είχε προβλεφθεί ρητά η χορήγηση πριμοδοτήσεως για την προώθηση της εκτροφής φυλών με μεγάλο βάρος. Η εκτατικοποίηση της κτηνοτροφίας δεν απαιτεί αυτόματα την εκτροφή φυλών χονδρών βοοειδών.
136 Η ορθότητα των ανωτέρω αμφισβητείται από την Ιρλανδία, αλλά, όπως αναφέρθηκε ήδη ανωτέρω, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι η Επιτροπή έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια στον τομέα αυτόν. Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτό ότι η εκτατικοποίηση της κτηνοτροφίας δεν συνεπάγεται αυτόματα την εκτροφή φυλών βοοειδών με μεγαλύτερο βάρος. Από την άποψη αυτή δεν μπορεί η προώθηση της εκτατικοποιήσεως της κτηνοτροφίας να θεωρηθεί ούτε ως ενθάρρυνση της παραγωγής ζώων μεγάλου βάρους από την Κοινότητα.
137 Συναφώς επιβάλλεται επιπλέον να αναφερθεί ότι η Ιρλανδία έχει τονίσει επανειλημμένα ότι η κτηνοτροφία στην Ιρλανδία είναι από αιώνων εκτατική. Δεν είναι συνεπώς δυνατόν να ενθαρρύνθηκε αυτή η μορφή κτηνοτροφίας από μέτρο της Ευρωπαϋκής Κοινότητας.
138 Το γεγονός ότι το Συμβούλιο προωθεί την εκτατικοποίηση της κτηνοτροφίας με τη χορήγηση πριμοδοτήσεων θα μπορούσε το πολύ να δημιουργήσει στους κτηνοτρόφους την εμπιστοσύνη ότι δεν πρόκειται ούτε τα επόμενα χρόνια να παροτρυνθούν να δώσουν άλλον προσανατολισμό στην παραγωγή τους. Ο παράγοντας όμως από τον οποίον εξαρτάται η αλλαγή προσανατολισμού της παραγωγής είναι κατ' ανάγκη η κατάσταση που επικρατεί στην αγορά. Το Συμβούλιο θα εξακολουθήσει να προωθεί την εκτατικοποίηση της κτηνοτροφίας όσο η εκτατικοποίηση αυτή δεν θα αντιβαίνει προς τον κύριο σκοπό της αναμορφώσεως της γεωργικής πολιτικής, δηλαδή τη μείωση της παραγωγής κρέατος. Τούτο συνάγεται επίσης από το γεγονός ότι το Συμβούλιο τονίζει ρητά, με την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2066/92, ότι ο επαναπροσδιορισμός των πριμοδοτήσεων δεν θα πρέπει να επιφέρει αύξηση της συνολικής παραγωγής. Κατά συνέπεια, οι παραγωγοί δεν μπορούν να θεωρήσουν ότι η προώθηση της εκτατικοποιήσεως της κτηνοτροφίας τούς ωθεί να παράγουν χωρίς να λαμβάνουν πλέον υπόψη τις συνθήκες της αγοράς.
139 Απ' όλες τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η προώθηση της εκτατικοποιήσεως της κτηνοτροφίας δεν αποτέλεσε ενθάρρυνση για την εκτροφή φυλών βοοειδών μεγάλου βάρους.
140 Το μόνο στοιχείο που θα έπρεπε ακόμη να εξετασθεί στο πλαίσιο της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης είναι επομένως η προσδοκία των παραγωγών ότι θα εξακολουθούσαν να έχουν τη δυνατότητα να πωλούν τα προϋόντα τους στους οργανισμούς παρεμβάσεως. Ο ισχυρισμός της Ιρλανδίας ότι οι Ιρλανδοί παραγωγοί κρέατος εξαρτώνται από τις πωλήσεις που πραγματοποιούν προς τους οργανισμούς παρεμβάσεως αποτελεί - όπως ορθά υποστηρίζει η Επιτροπή - ένδειξη για το ότι οι Ιρλανδοί παραγωγοί θεωρούν το σύστημα παρεμβάσεως ως δεύτερη αγορά. Η Ιρλανδία πάντως αμφισβητεί, σε άλλο σημείο, το γεγονός αυτό. Το - αναμφισβήτητο - γεγονός ότι από τα τέλη του 1993 δεν παραδόθηκε στους οργανισμούς παρεμβάσεως βόειο κρέας αποτελεί επίσης ένδειξη για το ότι οι Ιρλανδοί παραγωγοί λαμβάνουν υπόψη τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά. Αλλά ακόμη και αν το σύστημα παρεμβάσεως θεωρούνταν πράγματι ως «δεύτερη αγορά», δεν θα μπορούσε να έχει δημιουργηθεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, αφού, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, οι κτηνοτρόφοι έχουν καταρχήν την υποχρέωση να προσαρμόζουν την παραγωγή τους στις συνθήκες της αγοράς. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να εφαρμόζεται το σύστημα της παρεμβάσεως.
141 Κατά συνέπεια, θα μπορούσε να έχει δημιουργηθεί μόνο η εμπιστοσύνη ότι οι Ιρλανδοί κτηνοτρόφοι θα εξακολουθούσαν να έχουν τη δυνατότητα, σε περιόδους κρίσεως, να πωλούν τα προϋόντα τους στους οργανισμούς παρεμβάσεως. ςΟπως όμως έχει ήδη αποδειχθεί, ο σκοπός του συστήματος της παρεμβάσεως είναι η ρύθμιση της αγοράς και όχι η αγοραπωλησία ορισμένων προϋόντων. Οι Ιρλανδοί κτηνοτρόφοι δηλαδή δεν θα μπορούσαν να προσδοκούν ότι οι οργανισμοί παρεμβάσεως θα αγόραζαν οπωσδήποτε τα προϋόντα τους στο πλαίσιο των μέτρων παρεμβάσεως.
142 Θα μπορούσε ως αντεπιχείρημα να προβληθεί ότι το Συμβούλιο προβλέπει ορισμένη κλιμάκωση στον καθορισμό των ετήσιων ανώτατων ορίων για τις ποσότητες παρεμβάσεως και μάλιστα καταβάλλει πριμοδοτήσεις ως αντιστάθμισμα της μειώσεως της τιμής παρεμβάσεως. Εδώ όμως πρόκειται για έναν καταρχήν περιορισμό των μέτρων παρεμβάσεως. Η αγορά δηλαδή δεν ρυθμίζεται πλέον στην ίδια έκταση όπως πριν. Για τον λόγο αυτόν μπορεί και ο βαθμός στηρίξεως της τιμής να μην είναι ο ίδιος όπως πριν, οπότε οι παραγωγοί υφίστανται ζημίες. Επιδίωξη του Συμβουλίου είναι να αντισταθμίσει αυτές τις ζημίες.
143 Στην προκειμένη περίπτωση όμως δεν πρόκειται για περιορισμό των μέτρων παρεμβάσεως, αλλ' απλώς για τον καθορισμό των προϋόντων που θα αγοράζονται με σκοπό τη ρύθμιση της αγοράς. Από την άποψη αυτή οι Ιρλανδοί παραγωγοί δεν υφίστανται ζημίες· τα μέτρα παρεμβάσεως εξακολουθούν να ρυθμίζουν την αγορά στον ίδιο βαθμό όπως και πριν. Η ρύθμιση αυτή αποβαίνει προς όφελος και των Ιρλανδών παραγωγών.
144 Κατά συνέπεια, δεν υφίσταται δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των Ιρλανδών παραγωγών, την οποία θα μπορούσε να έχει προσβάλει το μέτρο της Επιτροπής.
145 Πάντως, η Επιτροπή προβλέπει, με τον επίδικο εν προκειμένω κανονισμό 685/93, τον σταδιακό περιορισμό του βάρους των σφαγίων, προκειμένου να προστατευθεί «η νόμιμη εμπιστοσύνη των παραγωγών» (40).
β) Ελήφθη επαρκώς υπόψη;
146 Κατά την άποψη της Ιρλανδίας, ούτε αυτή η κλιμάκωση αρκεί για την προστασία των νόμιμων συμφερόντων των Ιρλανδών παραγωγών. Εντούτοις, και εδώ πρέπει να αναγνωρισθεί ότι η Επιτροπή διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια. Η Επιτροπή θέσπισε το μέτρο, αφού προέβη σε εξέτασή του από κοινού με τους αντιπροσώπους των κρατών μελών και σε ευρείας εκτάσεως ανάλυση της αγοράς. Η ρύθμιση πρέπει συνεπώς να θεωρηθεί ότι επαρκεί για να δώσει στους παραγωγούς τη δυνατότητα να προσαρμόσουν την παραγωγή τους, εφόσον τούτο είναι αναγκαίο. Κατά συνέπεια, δεν προκύπτει ότι συντρέχει παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
6) Προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων
147 Σχετικά με τον ισχυρισμό της Ιρλανδίας ότι ο επίδικος κανονισμός της Επιτροπής προσβάλλει τα θεμελιώδη δικαιώματα των Ιρλανδών παραγωγών βοείου κρέατος, επειδή τους αποστερεί τον καρπό του μόχθου τους, η Επιτροπή τονίζει ορθά ότι δεν έχει προσβληθεί κανένα θεμελιώδες δικαίωμα.
α) Η ιδιοκτησία
148 Δεν μπορεί να υπάρχει προσβολή του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, αφού η δυνατότητα πωλήσεως κρέατος προς τους οργανισμούς παρεμβάσεως δεν αποτελεί μορφή του δικαιώματος ιδιοκτησίας, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι το σύστημα παρεμβάσεως αποτελεί απλώς σύστημα ρυθμίσεως της αγοράς.
β) Η ελευθερία ασκήσεως επαγγέλματος
149 Ούτε στην ελευθερία ασκήσεως επαγγέλματος επιβάλλεται κανείς περιορισμός. Ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία οι Ιρλανδοί παραγωγοί δεν προσαρμόζονταν στις συνθήκες της αγοράς και εξηρτώντο από τις πωλήσεις τους προς τους οργανισμούς παρεμβάσεως, ο κανονισμός της Επιτροπής δεν θα τους εμπόδιζε να εξακολουθήσουν να ασκούν το επάγγελμά τους και να παράγουν σφάγια χονδρών βοοειδών. Αν στη συνέχεια δεν μπορούν να πωλήσουν τα προϋόντα τους, τούτο θα οφείλεται στον νόμο της προσφοράς και της ζητήσεως, δηλαδή εν προκειμένω στη χαμηλή ζήτηση.
7) Κατάχρηση εξουσίας
150 Ούτε ο ισχυρισμός της Ιρλανδίας ότι η Επιτροπή ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας χρειάζεται να εξετασθεί ενδελεχέστερα. Συναφώς η Ιρλανδία προβάλλει τους ίδιους ισχυρισμούς όπως και σε σχέση με την αναρμοδιότητα της Επιτροπής. Η κατάχρηση εξουσίας όμως συνίσταται στο ότι ένα όργανο άσκησε τις εξουσίες του για άλλο σκοπό και όχι τον προβλεπόμενο. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η έκδοση του κανονισμού εξυπηρετεί άλλο σκοπό και όχι τον αναφερόμενο στον κανονισμό αυτό.
8) Παράβαση ουσιώδους τύπου
151 Αβάσιμος είναι επίσης ο τελευταίος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η Ιρλανδία, δηλαδή ο ισχυρισμός περί παραβάσεως ουσιώδους τύπου. Κατά την άποψη της Ιρλανδίας, ο επίδικος κανονισμός της Επιτροπής δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένος, επειδή η αιτιολογία του είναι εσφαλμένη. Η υποχρέωση αιτιολογήσεως ρυθμίζεται από το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ, το οποίο ορίζει ότι οι κανονισμοί πρέπει να αιτιολογούνται. Η Επιτροπή όμως το έχει πράξει εν προκειμένω. Το αν η συλλογιστική της Επιτροπής είναι ορθή πρέπει να εξετασθεί αλλού, και συγκεκριμένα σε σχέση με την αναλογικότητα, και δεν έχει εδώ καμία σημασία.
152 Κατά συνέπεια, από όλους τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως βάσιμοι είναι οι λόγοι ακυρώσεως που στηρίζονται στην αναρμοδιότητα της Επιτροπής και την παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 7, του κανονισμού 805/68.
Επί των δικαστικών εξόδων
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.
Γ - Πρόταση
153 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να ακυρώσει τον κανονισμό (ΕΟΚ) 685/93 της Επιτροπής και
2) να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
(1) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72).
(2) - Τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 805/68.
(3) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 2066/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 για την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 468/87 για τον καθορισμό των γενικών κανόνων του καθεστώτος ειδικής πριμοδότησης υπέρ των παραγωγών βοείου κρέατος καθώς και του κανονισμού (ΕΟΚ) 1357/80 για την καθιέρωση καθεστώτος πριμοδότησης για τη διατήρηση του πληθυσμού των θηλαζουσών αγελάδων (ΕΕ L 215, σ. 49).
(4) - Πρώτη και δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2066/92.
(5) - Τρίτη και τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2066/92.
(6) - Δέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2066/92.
(7) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 859/89 της Επιτροπής, της 29ης Μαρτίου 1989, περί των λεπτομερειών εφαρμογής των μέτρων παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 91, σ. 5). Ο κανονισμός αυτός καταργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2456/93 της Επιτροπής, της 1ης Σεπτεμβρίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, όσον αφορά τα γενικά και ειδικά μέτρα παρέμβασης στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 225, σ. 4). Ο κανονισμός 2456/93 εφαρμόζεται από τη δεύτερη δημοπρασία του Σεπτεμβρίου 1993. Με τις προτάσεις μου δεν θα ασχοληθώ με τον κανονισμό 2456/93, αφού κανείς από τους ισχυρισμούς των διαδίκων δεν τον αφορά.
(8) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 1208/81 του Συμβουλίου, της 28ης Απριλίου 1981, περί της θεσπίσεως κοινοτικής κλίμακας κατατάξεως σφαγίων των χονδρών βοοειδών (ΕΕ L 123, σ. 3).
(9) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 685/93 της Επιτροπής, της 24ης Μαρτίου 1993, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 859/89 περί των λεπτομερειών εφαρμογής των γενικών και ειδικών μέτρων παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 73, σ. 9).
(10) - Απόφαση της 30ής Oκτωβρίου 1975 στην υπόθεση 23/75, Rey Soda (Συλλογή τόμος 1975, σ. 399, σκέψεις 10 έως 14).
(11) - Δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2066/92.
(12) - Καταρχάς η Επιτροπή κινεί τη διαδικασία δημοπρασίας για τις αγορές από τους οργανισμούς παρεμβάσεως. Προκειμένου να μειωθούν οι προσφερόμενες στη συνέχεια ποσότητες, καθορίζονται ορισμένοι συντελεστές μειώσεως (άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 859/89).
(13) - Βλ. άρθρο 6, παράγραφος 7, πέμπτη περίπτωση, του κανονισμού 805/68.
(14) - Προαναφερθείσα στην υποσημ. 10.
(15) - Απόφαση της 11ης Μαρτίου 1987, Rau κ.λπ. κατά Επιτροπής, σχετικά με το λεγόμενο «βούτυρο Ξριστουγέννων» (Συλλογή 1987, σ. 1069, σκέψη 14).
(16) - Απόφαση της 11ης Μαρτίου 1987, Vandemoortele κατά Επιτροπής, σχετικά με το λεγόμενο «βούτυρο Ξριστουγέννων» (Συλλογή 1987, σ. 1129, σκέψη 14).
(17) - Απόφαση της 11ης Μαρτίου 1987, Van den Bergh en Jurgens κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 1155, σκέψη 14).
(18) - Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs της 3ης Ιουνίου 1992 στην υπόθεση C-240/90, Γερμανία κατά Επιτροπής, επί της οποίας εκδόθηκε απόφαση στις 27 Οκτωβρίου 1992 (Συλλογή 1992, σ. I-5383, και συγκεκριμένα σ. I-5404).
(19) - Προτάσεις στην υπόθεση C-240/90, όπ.π., σ. Ι-5416 και Ι-5417, σημείο 36.
(20) - Απόφαση της 2ας Μαου 1990 στην υπόθεση C-357/88, Hopermann (Συλλογή 1990, σ. I-1669, σκέψη 7), και απόφαση της 2ας Μαου 1990 στην υπόθεση C-358/88, Hopermann (Συλλογή 1990, σ. I-1687, σκέψη 8).
(21) - Αρθρο 145, τρίτη περίπτωση, της Συνθήκης ΕΚ.
(22) - Βλ. υπόθ. 23/75, όπ.π., συνεκδ. υποθ. 279/84, 280/84, 284/84, 285/84 και 286/84, όπ.π., υπόθ. 27/85, όπ.π., υπόθ. 265/85, όπ.π. (βλ. υποσημ. 10, 15, 16 και 17 αντίστοιχα).
(23) - Βλ. προτάσεις της 5ης Δεκεμβρίου 1986 (Συλλογή 1987, σ. 1069, και συγκεκριμένα σ. 1101, σημεία 102 και 105).
(24) - Απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1988 στην υπόθεση 264/86, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 973, σκέψεις 20 και 21).
(25) - Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1992 στην υπόθεση C-240/90, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-5383, σκέψεις 36 και 37).
(26) - Κατά τη διάταξη αυτή, οι οργανισμοί παρεμβάσεως μπορούν, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 5, παράγραφος 2, να αγοράζουν κρέας αρσενικών βοοειδών (μόσχων), όταν το βάρος του σφαγίου κυμαίνεται από 150 έως 200 kg.
(27) - Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1970 στην υπόθεση 25/70, Kφster (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 617, σκέψη 6).
(28) - Προπαρατεθείς στην υποσημ. 7.
(29) - Κανονισμός (ΕOΚ) 571/89 του Συμβουλίου, της 2ας Μαρτίου 1989, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος, για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1302/73 και για την παράταση του κανονισμού (ΕΟΚ) 4132/88 (ΕΕ L 61, σ. 43).
(30) - Απόφαση της 8ης Απριλίου 1992 στην υπόθεση C-256/90, Mignini (Συλλογή 1992, σ. Ι-2651, σκέψη 16).
(31) - Απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 1977 στην υπόθεση 29/77, Roquette Frθres (Συλλογή τόμος 1977, σ. 541, σκέψεις 19, 20 και 21), και απόφαση της 25ης Μαου 1978 στην υπόθεση 136/77, Racke (Συλλογή τόμος 1978, σ. 385, σκέψη 4).
(32) - Απόφαση Mignini, προπαρατεθείσα στην υποσημ. 30.
(33) - Αποφάσεις της 21ης Ιανουαρίου 1992 στην υπόθεση C-319/90, Pressler (Συλλογή 1992, σ. Ι-203, σκέψη 12), της 27ης Νοεμβρίου 1991 στην υπόθεση C-199/90, Italtrade (Συλλογή 1991, σ. Ι-5545, σκέψη 12), και της 28ης Ιουνίου 1990 στην υπόθεση C-174/89, Ηoche (Συλλογή 1990, σ. Ι-2681, σκέψη 19).
(34) - Αποφάσεις της 2ας Ιουλίου 1974 στην υπόθεση 153/73, Holtz & Willemsen κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1974, σ. 347, σκέψη 13), της 13ης Ιουλίου 1978 στην υπόθεση 8/78, Milac (Συλλογή τόμος 1978, σ. 533, σκέψη 18), και της 13ης Δεκεμβρίου 1984 στην υπόθεση 106/83, Sermide (Συλλογή 1984, σ. 4209, σκέψη 28).
(35) - Προτάσεις της 14ης Νοεμβρίου 1990 στην υπόθεση C-27/90, SITPA, επί της οποίας εκδόθηκε απόφαση στις 24 Ιανουαρίου 1991 (Συλλογή 1991, σ. Ι-133, και συγκεκριμένα σ. Ι-147, σημείο 32).
(36) - Απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1990 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-267/88 έως C-285/88, Wuidart κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. Ι-435, σκέψη 14).
(37) - Απόφαση της 28ης Απριλίου 1988, Mulder (Συλλογή 1988, σ. 2321).
(38) - Απόφαση της 28ης Απριλίου 1988, Von Deetzen (Συλλογή 1988, σ. 2355).
(39) - Απόφαση Mudler, όπ.π. (υποσημ. 37), σκέψη 24, και απόφαση Von Deetzen, όπ.π. (υποσημ. 38), σκέψη 13.
(40) - Δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 685/93.
Full & Egal Universal Law Academy