Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Η αναίρεση αυτή ασκήθηκε από τον Klinke, υπάλληλο του Δικαστηρίου, κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 30 Μαρτίου 1993 στην υπόθεση Τ-30/92 (1). Με την απόφαση αυτή, το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή που είχε ασκήσει ο Klinke ζητώντας να αναγνωριστεί ότι η κατάταξή του σε βαθμό, κατά τον διορισμό του σε θέση υπαλλήλου της κατηγορίας Α, δεν ήταν σύμφωνη προς το ισχύον δίκαιο.
2. Ο αναιρεσείων εισήλθε στην υπηρεσία του Δικαστηρίου υπό την ιδιότητα του γλωσσομαθούς νομικού στο Τμήμα Μεταφράσεως της γερμανικής γλώσσας την 1η Απριλίου 1982. Κατετάγη στον βαθμό LA 6. Από 1ης Ιουνίου 1985, ο αναιρεσείων τοποθετήθηκε προσωρινά στην Υπηρεσία Πληροφοριών του Δικαστηρίου, στην οποία διορίστηκε υπάλληλος διοικήσεως την 1η Ιουλίου 1991, μετά την επιτυχία του σε εσωτερικό διαγωνισμό. Κατετάγη στον βαθμό Α 7, κλιμάκιο 3, συγχρόνως δε αποφασίστηκε να του χορηγηθεί αποζημίωση ίση προς τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που ελάμβανε στον βαθμό LA 6, κλιμάκιο 6, και των αποδοχών που αντιστοιχούν στη νέα κατάταξή του στον βαθμό Α 7, κλιμάκιο 3.
3. Ο Klinke υπέβαλε ένσταση κατά της αποφάσεως διορισμού του ως υπαλλήλου διοικήσεως καθόσον τον κατέταξε στον βαθμό Α 7 και ζήτησε να γίνει κατάταξη στον βαθμό Α 6. Ισχυρίστηκε, αφενός μεν, ότι η ΑΔΑ, κατατάσσοντάς τον στον βαθμό Α 7, δεν έλαβε υπόψη το εξαιρετικό γεγονός ότι είχε ασκήσει τα καθήκοντα που αντιστοιχούν στη θέση στην οποία τελικά διορίστηκε επί έξι έτη. Καίτοι αναγνώρισε ότι η ΑΔΑ διαθέτει διακριτική ευχέρεια συναφώς, υποστήριξε ότι
η άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην κατάταξη στον βαθμό Α 6. Τούτο απαιτεί η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των υπαλλήλων: κανένας υπάλληλος δεν μπορεί να υπηρετήσει σε μία θέση επί έξι έτη παραμένοντας στον εισαγωγικό βαθμό .
Επιπλέον, υποστήριξε ότι η προσωρινή τοποθέτησή του ήταν παράνομη και ότι η αρχή του καθήκοντος αρωγής, την οποία καθιερώνει το άρθρο 24 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων (στο εξής: ΚΥΚ), επιβάλλει την κατάταξή του στον βαθμό Α 6 προκειμένου να αρθούν τα αρνητικά αποτελέσματα της εν λόγω προσωρινής τοποθετήσεως. Στην ένσταση αναφέρονται στη συνέχεια τα εξής:
Ο διορισμός (...) του κάτωθι υπογεγραμμένου στη θέση αυτή συνιστά τρόπον τινά τακτοποίηση της καταστάσεώς του πρόκειται για θέση την οποία κατείχε επί έξι έτη υπό την ιδιότητα υπαλλήλου προσωρινώς τοποθετημένου. Εάν η τακτοποίηση αυτή γίνει βάσει διορισμού με κατάταξη στον εισαγωγικό βαθμό (Α 7) της νέας κατηγορίας, τα αρνητικά αποτελέσματα της προηγουμένης προσωρινής τοποθετήσεως * η οποία αντίκειται στον ΚΥΚ και επομένως είναι παράνομη * θα παραταθούν εις βάρος του κάτωθι υπογεγραμμένου.
4. Με απόφαση της διοικητικής επιτροπής της 20ής Ιανουαρίου 1992, η ένσταση αυτή απορρίφθηκε. Η διοικητική επιτροπή διαπίστωσε ότι η κατάταξη αποφασίστηκε (...) σύμφωνα με την πάγια πρακτική του Δικαστηρίου, που καθιερώθηκε στο πλαίσιο της νομολογίας κατά τη σύσκεψη επί διοικητικών θεμάτων της 11ης Ιουλίου 1979 . Η απόφαση της διοικητικής επιτροπής αναφέρει στη συνέχεια τα εξής:
Κατά τη νομολογία, ο διορισμός υπαλλήλου στον ανώτερο βαθμό των βασικών σταδιοδρομιών και των ενδιαμέσων σταδιοδρομιών δεν μπορεί να γίνει παρά μόνον κατ' εξαίρεση και ανήκει σε κάθε περίπτωση στη διακριτική εξουσία της διοικήσεως.
Κατά την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας, με την προαναφερθείσα απόφασή της της 11ης Ιουλίου 1979 που ελήφθη στην προσπάθεια τηρήσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως κατά την πρόσληψη των υπαλλήλων, το Δικαστήριο έλαβε την απόφαση αρχής περί προσλήψεως στον βαθμό Α 7 των υπαλλήλων που προέρχονται από τον γλωσσικό κλάδο.
Ενόψει των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, η διοικητική επιτροπή κατέληξε στο ότι, εφαρμόζοντας σε σας αυτή την απόφαση αρχής, η διοίκηση δεν προέβη σε πεπλανημένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και δεν σας μεταχειρίστηκε κατά τρόπο άνισο σε σχέση με τη μεταχείριση άλλων υπαλλήλων που κλήθηκαν να ασκήσουν ανάλογα καθήκοντα.
Το συμπέρασμα αυτό δεν αλλάζει από το γεγονός ότι τοποθετηθήκατε προσωρινώς στην Υπηρεσία Πληροφοριών επί έξι περίπου έτη. Αφενός, δεν μπορείτε να επικαλεστείτε τον φερόμενο παράνομο χαρακτήρα της πρακτικής αυτής στην οποία συναινέσατε και η οποία ανταποκρινόταν στις προσωπικές σας επιθυμίες. Αφετέρου, η επαγγελματική πείρα την οποία αποκτήσατε κατά την άσκηση των καθηκόντων αυτών ελήφθη υπόψη, εντός των ορίων που επιτρέπει το άρθρο 32 του ΚΥΚ, για την κατάταξή σας σε κλιμάκιο στον νέο βαθμό σας.
5. Ο Klinke άσκησε στη συνέχεια προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου, προβάλλοντας μεταξύ άλλων λόγων την καταφανώς εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και την παράβαση του καθήκοντος αρωγής που προβλέπει το άρθρο 24 του ΚΥΚ. Το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή ως αβάσιμη.
6. Προς στήριξη της αιτήσεώς του αναιρέσεως, ο Klinke ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση των τριών μνημονευθέντων λόγων. Το καθού ζήτησε, κυρίως, να απορριφθεί η αναίρεση ως απαράδεκτη και, επικουρικώς, να απορριφθεί η αναίρεση ως αβάσιμη.
7. Προς στήριξη των περί απαραδέκτου αιτημάτων, το καθού ισχυρίζεται ότι η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφασίζει επί αναιρέσεως περιορίζεται στην εξέταση μόνο νομικών ζητημάτων και ότι οι λόγοι του αναιρεσείοντος αφορούν μόνον πραγματικά ζητήματα. Το καθού δεν διευκρίνισε αυτή την ένσταση απαραδέκτου.
8. Εκφράζοντας την άποψή μου επί της ενστάσεως αυτής, πρέπει να επισημάνω, αφενός, ότι τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως ουδόλως αμφισβητούνται από τους διαδίκους και, αφετέρου, ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι η αρμοδιότητά του στο πλαίσιο της αναιρέσεως είναι επίσης (...) να ελέγχει αν το Πρωτοδικείο, στο πλαίσιο των διαπιστώσεων και εκτιμήσεων οι οποίες υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητά τους, προέβησαν σε ακριβή νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών (...) (2).
Δεδομένου ότι η αίτηση αναιρέσεως απηχεί κατ' ουσία μόνο την άποψη του αναιρεσείοντος ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη το περιεχόμενο των αρχών του κοινοτικού δικαίου * πράγμα το οποίο κατά το άρθρο 51 του Οργανισμού (ΕΟΚ) του Δικαστηρίου συνιστά νόμιμο λόγο αναιρέσεως * φρονώ ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή.
9. Πριν προχωρήσω στην εξέταση των διαφόρων λόγων που αφορούν την ουσία της υποθέσεως, θεωρώ χρήσιμο να υπενθυμίσω την έκταση του δικαστικού ελέγχου σε μία υπόθεση όπως η παρούσα.
10. Τόσο ο Klinke όσο και η ΑΔΑ θεωρούν δεδομένο ότι η ΑΔΑ διαθέτει διακριτική ευχέρεια να λαμβάνει αποφάσεις όπως η προσβαλλομένη. Εντούτοις, ο Klinke είναι της γνώμης ότι η άσκηση της εξουσίας αυτής έπρεπε οπωσδήποτε να καταλήξει στον διορισμό του στον βαθμό Α 6. Το γεγονός ότι άσκησε επί έξι έτη και κατά τρόπον απολύτως ικανοποιητικό τα καθήκοντα που αντιστοιχούν στη θέση στην οποία τελικώς διορίστηκε έπρεπε οπωσδήποτε, κατά την άποψή του, να συνεπάγεται την κατάταξη αυτή. Η ίδια η ουσία της απόψεως του Klinke * εάν την αντελήφθην καλώς * είναι ότι, υπό κανονικές συνθήκες, ήτοι εάν είχε διοριστεί στη θέση αυτή από την έναρξη της προσωρινής τοποθετήσεώς του θα μπορούσε να αναμένει προαγωγή αφού άσκησε τα καθήκοντα κατά τρόπο ικανοποιητικό επί έξι έτη.
11. Σύμφωνα με την αιτιολογία επί της οποίας στηρίζεται η απόφαση της ΑΔΑ, είναι βέβαιο ότι η ΑΔΑ έλαβε υπόψη την περίοδο των έξι ετών κατά την οποία ο Klinke κατείχε τη θέση. Ωστόσο, είναι επίσης σαφές ότι πρόκειται για ένα μόνο από τα στοιχεία τα οποία η ΑΔΑ έλαβε υπόψη. Επρόκειτο πιθανώς για δύσκολη απόφαση της ΑΔΑ, διότι * κατά την άποψή μου εν πάση περιπτώσει * το στοιχείο που προβάλλει ο Klinke έχει συγκεκριμένη σημασία.
12. Εν πάση περιπτώσει, ο σκοπός του δικαστικού ελέγχου δεν είναι να υποκαταστήσει στην εκτίμηση της ΑΔΑ την εκτίμηση του δικαστικού οργάνου.
Το καθήκον του δικαστικού οργάνου είναι να ελέγχει αν η εκδοθείσα απόφαση δεν πάσχει ελαττώματα ικανά να επιφέρουν την ακύρωσή της και, επομένως, στην υπό κρίση υπόθεση, να αποφανθεί επί του βασίμου της απόψεως του αναιρεσείοντος ότι οι ισχύουσες διατάξεις του παρέχουν δικαίωμα διορισμού στον βαθμό Α 6 με το αιτιολογικό ότι απασχολήθηκε στη θέση του κατά τρόπο ικανοποιητικό επί έξι έτη και πλέον.
Δεν αμφισβητείται συναφώς ούτε άλλωστε αμφισβητήθηκε, πρώτον, ότι κατά γενικό κανόνα ο διορισμός υπαλλήλου διοικήσεως γίνεται στον βαθμό Α 7 και μόνον εξαιρετικώς στον βαθμό Α 6 και, στη συνέχεια, ότι ο ΚΥΚ δεν επιβάλλει ειδικά όρια στην ευχέρεια της ΑΔΑ να μη διορίζει στον βαθμό Α 6.
13. 'Οσον αφορά τους διαφορετικούς λόγους που προβλήθηκαν προς στήριξη της αναιρέσεως, ο πρώτος συνίσταται στο ότι το Πρωτοδικείο προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση του προβληθέντος προς στήριξη της προσφυγής λόγου σχετικά με την καταφανώς εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.
Ενώπιον του Πρωτοδικείου, ο Klinke είχε υποστηρίξει ότι, λαμβανομένης υπόψη της μακράς πείρας του στην Υπηρεσία Πληροφοριών και της μεγάλης εκτιμήσεως της ικανότητάς του από τον ιεραρχικά προϊστάμενό του, η ΑΔΑ δεν μπορούσε να κρίνει ότι η προσωπική του κατάσταση δικαιολογούσε την πρόσληψή του στον βαθμό Α 7 χωρίς να υποπέσει σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.
Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η επιχειρηματολογία αυτή προϋποθέτει ότι η εκτίμηση των προσόντων του προσφεύγοντος από την ΑΔΑ εμφανίζεται ουσιώδης για την εφαρμογή ή τη μη εφαρμογή του άρθρου 31, παράγραφος 2 του ΚΥΚ (σκέψη 24 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
Εν πάση περιπτώσει, εκτίθεται στην συνέχεια στην απόφαση, από τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 6ης Ιουνίου 1985, 146/84, De Santis κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1985, σ. 1723) προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται η πρόσληψη στον ανώτερο βαθμό μιας σταδιοδρομίας παρά μόνον κατ' εξαίρεση, όταν η προσφυγή στο άρθρο 31, παράγραφος 2, δικαιολογείται από τις ειδικές ανάγκες της υπηρεσίας, οι οποίες απαιτούν την πρόσληψη υπαλλήλου με ιδιαίτερα προσόντα . Επομένως, το άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ έχει ως σκοπό να μπορεί η ΑΔΑ να μεριμνά για τις ιδιάζουσες ανάγκες μιας ειδικής υπηρεσίας προσφέροντας ελκυστικούς όρους για να προσελκύσει υποψηφίους με ιδιαίτερα προσόντα.
14. Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε στη συνέχεια ότι ο Klinke δεν παρέσχε καμιά ένδειξη ικανή προς απόδειξη του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ανάγκες της Υπηρεσίας Πληροφοριών απαιτούσαν την πρόσληψη υπαλλήλου με ιδιαίτερα προσόντα (σκέψη 27). Κατά συνέπεια, κατά το Πρωτοδικείο, τα προσόντα του προσφεύγοντος δεν είχαν σημασία για τον καθορισμό της κατατάξεώς του σε βαθμό κατά τον διορισμό του και, αν ο προσφεύγων είχε εξαιρετικά προσόντα για να καταλάβει τη θέση στην οποία διορίστηκε σε βαθμό Α 7 και την οποία κατέχει κατά γενική ικανοποίηση, αυτό δεν σημαίνει ότι για την πλήρωση αυτής της θέσεως απαιτούνταν εξαιρετικά προσόντα (σκέψη 28).
15. Ούτε ο αναιρεσείων ούτε το αναιρεσίβλητο μπορούν να δεχθούν τη συλλογιστική αυτή. Αναφέρονται, μεταξύ άλλων, στις αποφάσεις της 1ης Δεκεμβρίου 1983, 343/82, Michael κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 4023), της 5ης Οκτωβρίου 1988, 314/86 και 315/86, De Szy-Tarisse και Feyaerts κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 6013), και της 7ης Μαΐου 1991, Τ-18/90, Jongen κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-187) και προβάλλουν ότι, κατά τη νομολογία αυτή, το άρθρο 31, παράγραφος 2, παρέχει ευρεία διακριτική ευχέρεια στην ΑΔΑ για να εκτιμήσει, μεταξύ άλλων, την επαγγελματική πείρα του προσλαμβανομένου προσώπου (3).
16. 'Οσον αφορά το ζήτημα αν το άρθρο 31, παράγραφος 2, επιτρέπει να ληφθούν υπόψη ατομικά προσόντα του προσλαμβανομένου υπαλλήλου κατά την κατάταξή του σε βαθμό, ως βάση για την απάντηση πρέπει προφανώς να ληφθεί υπόψη η διατύπωση της διατάξεως (4).
17. 'Οπως ορθώς ισχυρίστηκαν τα μέρη, οι διατάξεις σιωπούν όσον αφορά τα κριτήρια τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη για να διοριστεί ένας υπάλληλος στον ανώτερο βαθμό. Επομένως, δεν αμφισβητείται ότι, όπως προκύπτει από τη διατύπωσή του, το άρθρο 31, παράγραφος 2, δεν αποκλείει να λάβει η ΑΔΑ υπόψη τα προσόντα του υπαλλήλου προκειμένου να τον κατατάξει σε βαθμό. Ενόψει της σιωπής της διατάξεως, νομίζω ότι χρειάζονται αρκετά πειστικά επιχειρήματα προκειμένου να δοθεί ερμηνεία κατά την οποία η διάταξη εμποδίζει την ΑΔΑ να λάβει υπόψη απολύτως θεμιτούς λόγους που αφορούν τα προσόντα του υπαλλήλου.
18. Δεν είναι εύκολο να εντοπιστούν τέτοια επιχειρήματα. 'Ενα επιχείρημα θα μπορούσε να είναι ότι το άρθρο 32 του ΚΥΚ ρυθμίζει ρητώς τον τρόπο κατά τον οποίο πρέπει να ληφθεί υπόψη η επαγγελματική πείρα του προσλαμβανομένου υπαλλήλου. Το άρθρο 32 προβλέπει πράγματι τα εξής:
Ο προσλαμβανόμενος υπάλληλος κατατάσσεται στο πρώτο κλιμάκιο του βαθμού του.
Εντούτοις, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται, προκειμένου να λάβει υπόψη την κατάρτιση και την ειδική επαγγελματική πείρα του ενδιαφερομένου, να του χορηγήσει βελτίωση αρχαιότητας κατά κλιμάκιο στον βαθμό αυτό η βελτίωση αυτή δεν δύναται να υπερβαίνει τους 72 μήνες στους βαθμούς Α 1 έως Α 4, LA 3 και LA 4 και τους 48 μήνες στους άλλους βαθμούς.
Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι σκοπός του άρθρου 32 είναι η επιβράβευση της προηγούμενη επαγγελματικής πείρας του προσλαμβανομένου υπαλλήλου, ενώ ο σκοπός του άρθρου 31, παράγραφος 2, είναι να ληφθούν υπόψη οι ιδιάζουσες ανάγκες της υπηρεσίας οι οποίες απαιτούν την πρόσληψη υπαλλήλων με ιδιαίτερα προσόντα κατ' αυτόν τον τρόπο, αποκλείεται να επιβραβευθεί η προηγούμενη επαγγελματική πείρα διττώς. Εντούτοις, για να ισχύει το επιχείρημα αυτό, πρέπει να μπορούν να προβληθούν βάσιμοι λόγοι που να δικαιολογούν την άποψη ότι το άρθρο 32 ρύθμισε εξαντλητικά τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αξιολογούνται η εκπαίδευση και η επαγγελματική πείρα του προσλαμβανομένου υπαλλήλου. Είναι δύσκολο να διακρίνω τέτοιους λόγους, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος, μεταξύ άλλων, ότι η απόφαση κατατάξεως σε βαθμό λαμβάνεται ταυτοχρόνως με την απόφαση κατατάξεως σε κλιμάκιο. Επομένως, παραπέμποντας στην παρατεθείσα από τους διαδίκους νομολογία, σας προτείνω να αναιρέσετε την απόφαση του Πρωτοδικείου κατά το μέρος αυτό.
19. Ενόψει του περιεχομένου του άρθρου 54 του Οργανισμού (ΕΟΚ) του Δικαστηρίου και δεδομένου ότι η απόφαση είναι ώριμη προς εκδίκαση, σας προτείνω επιπλέον να αποφανθείτε οριστικά επί της διαφοράς.
20. Στο πλαίσιο του πρώτου λόγου, υπολείπεται επομένως να εξεταστεί μόνο το ζήτημα αν η ΑΔΑ υπέπεσε πράγματι σε πλάνη κατά την εκτίμηση διορίζοντας τον Klinke στον βαθμό Α 7, παρά τη μακρά πείρα του στο πλαίσιο της Υπηρεσίας Πληροφοριών και της μεγάλης εκτιμήσεως της ικανότητάς του από τον ιεραρχικά προϊστάμενό του, δεδομένου ότι ο δικαστικός έλεγχος περιορίζεται στο ζήτημα αν η ΑΔΑ έκανε χρήση της εξουσίας της κατά τρόπο προδήλως εσφαλμένο (5).
21. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί δεδομένου ότι ο Klinke δεν προσπάθησε καν να αποδείξει ότι ευσταθεί η βασική σκέψη η οποία είναι συμφυής προς την άποψη που υποστηρίζει, ήτοι ότι ορισμένη επαγγελματική πείρα μπορεί να παράσχει, στο πρόσωπο το οποίο την έχει, δικαίωμα να διοριστεί στον ανώτερο βαθμό της σταδιοδρομίας.
22. 'Οσον αφορά τον δεύτερο λόγο, ο οποίος στηρίζεται στην παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Πρωτοδικείο τον απέρριψε βάσει των ακολούθων σκέψεων (σκέψεις 35 έως 37):
"Σε κάθε περίπτωση, το Πρωτοδικείο θεωρεί ότι η δυσμενής διάκριση της οποίας ισχυρίζεται ότι υπήρξε θύμα ο προσφεύγων πρέπει να ερευνηθεί υπό το φως του λόγου υπάρξεως της διατάξεως κατά την εφαρμογή της οποίας ισχυρίζεται ότι έγινε εις βάρος του διάκριση, όπως αυτός καθορίστηκε στην προαναφερθείσα απόφαση De Santis κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Πρέπει σχετικά να τονιστεί ότι το κρίσιμο στοιχείο συγκρίσεως δεν είναι η κατηγορία ή ο κλάδος απ' όπου προέρχονται οι υπάλληλοι που διορίστηκαν ούτε τα προσόντα τους, αλλά οι ειδικές ανάγκες των διαφόρων προς πλήρωση θέσεων.
Το Πρωτοδικείο έλαβε γνώση κατά τη συνεδρίαση του γεγονότος ότι από της ανακοινώσεως της αποφάσεως της 11ης Ιουλίου 1979 στα ενδιαφερόμενα μέλη του προσωπικού, κανένας υπάλληλος που προήρχετο από τον κλάδο LA και μεταπήδησε στην κατηγορία Α δεν προσελήφθη σε βαθμό διαφορετικό από τον βαθμό Α 7. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ο προσφεύγων δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι θέσεις όμοιες με τη δική του πληρώθηκαν στον βαθμό Α 6."
23. Στο πλαίσιο της αναιρέσεως, ο Klinke υποστηρίζει ότι κακώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το κρίσιμο στοιχείο συγκρίσεως έγκειται μόνο στις ειδικές απαιτήσεις των διαφόρων προς πλήρωση θέσεων. Ο Klinke ισχυρίζεται ότι το στοιχείο συγκρίσεως, για να εκτιμηθεί η διάκριση της οποίας υπήρξε θύμα, "δεν μπορεί να είναι παρά η ατομική κατάσταση των ανταγωνιστών (εν προκειμένω θεωρητικώς) οι οποίοι συμμετέσχον με επιτυχία στον διαγωνισμό", ο οποίος προκηρύχθηκε για την πλήρωση της θέσεως στην οποία τελικώς διορίστηκε. Με την αίτηση αναιρέσεως, επιβεβαιώνεται επιπλέον ότι η κατάσταση του Klinke διαφέρει από την κατάσταση όλων των ανταγωνιστών για τη θέση αυτή καθώς και από την κατάσταση όλων των ανταγωνιστών οι οποίοι προσδοκούν να διοριστούν για πρώτη φορά σε οποιαδήποτε θέση: ο αναιρεσείων κατέχει de facto τη θέση, την οποία καλείται να καταλάβει κατά νόμο, επί έξι και πλέον έτη ασκώντας τις δραστηριότητες που αντιστοιχούν στη θέση αυτή .
24. Δεν μπορώ να ευθυγραμμιστώ προς τη συλλογιστική του Πρωτοδικείου, λαμβανομένου υπόψη αυτού που εξέθεσα ανωτέρω όσον αφορά την εξουσία εκτιμήσεως την οποία το άρθρο 31, παράγραφος 2, παρέχει στην ΑΔΑ. Δεν μπορώ να δεχθώ ούτε τη θέση του Klinke.
25. Ο Klinke ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση συνιστά δυσμενή διάκριση, ήτοι ότι η ΑΔΑ είτε μεταχειρίστηκε παρεμφερείς καταστάσεις κατά διαφορετικό τρόπο είτε μεταχειρίστηκε διαφορετικές καταστάσεις κατά όμοιο τρόπο χωρίς τούτο να δικαιολογείται αντικειμενικά.
Ο Klinke δεν ισχυρίστηκε ότι η ΑΔΑ διόρισε στον βαθμό Α 6 άλλα πρόσωπα τα οποία βρίσκονταν σε κατάσταση ανάλογη προς τη δική του. Επομένως, ο λόγος που προβάλλει ο Klinke πρέπει να νοηθεί υπό την έννοια ότι η ΑΔΑ μεταχειρίστηκε διαφορετικές καταστάσεις κατά όμοιο τρόπο, πράγμα το οποίο αποδίδει, κατά την άποψή μου, τη θεμελιώδη άποψη του Klinke καίτοι κατείχε τη θέση κατά τρόπο ικανοποιητικό επί έξι έτη, αποτέλεσε αντικείμενο της ίδιας μεταχειρίσεως με αυτήν η οποία επιφυλάσσεται στα πρόσωπα τα οποία προσλαμβάνονται χωρίς τη σχετική επαγγελματική πείρα.
Ο λόγος αυτός που στηρίζεται σε δυσμενή διάκριση εκφράζει προφανώς μόνο τη βασική θέση ότι στην ΑΔΑ εναπόκειται να συναγάγει το συμπέρασμα που επιθυμούσε ο Klinke από το γεγονός ότι είχε υπηρετήσει επί έξι έτη στην επίμαχη θέση.
Ο λόγος αυτός δεν μεταβάλλει, κατά την άποψή μου, την ουσία της υποθέσεως. Τα έξι έτη υπηρεσίας στη θέση αυτή συνιστούν ένα από τα στοιχεία τα οποία η ΑΔΑ έπρεπε να λάβει υπόψη, και το οποίο έλαβε υπόψη, στο πλαίσιο της εξουσίας εκτιμήσεώς της όπως ήδη τονίστηκε, το στοιχείο αυτό δεν είναι ικανό να επιβάλει στην ΑΔΑ να ασκήσει την εξουσία εκτιμήσεώς της κατά συγκεκριμένο τρόπο και κατά συνέπεια να λάβει απόφαση υπό την έννοια που επιθυμεί ο Klinke.
26. Σας προτείνω επομένως να ακυρώσετε την αιτιολογία η οποία οδήγησε το Πρωτοδικείο στην απόρριψη του λόγου αυτού, ο οποίος στηρίζεται στην παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, αλλά να διατηρήσετε την απόρριψη του λόγου αναγνωρίζοντας ότι η ΑΔΑ δεν παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
27. Τέλος, ο Klinke φρονεί ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του τον λόγο τον οποίο προέβαλε όσον αφορά το καθήκον αρωγής. Ο Klinke ισχυρίζεται, ακριβέστερα, ότι το καθήκον αρωγής, το οποίο καθιερώνει το άρθρο 24 του ΚΥΚ, επέβαλλε στην ΑΔΑ να αποκαταστήσει τις αρνητικές συνέπειες τις οποίες υπέστη λόγω της προσωρινής τοποθετήσεώς του η οποία ήταν παράνομη ή αντέκειτο προς τον ΚΥΚ.
28. Το Πρωτοδικείο απέρριψε τον λόγο αυτό ως απαράδεκτο βάσει των ακολούθων σκέψεων (σκέψεις 41 και 42):
Το Πρωτοδικείο επισημαίνει ότι ο προσφεύγων παραδέχεται ότι η προσωρινή τοποθέτησή του στην Υπηρεσία Πληροφοριών διήρκεσε περίπου έξι έτη πριν λήξει κατά τον χρόνο προσλήψεώς του υπό την ιδιότητα υπαλλήλου διοικήσεως την 1η Ιουλίου 1991. Επισυνήψε άλλωστε στο δικόγραφό του αντίγραφο υπομνήματος, της 5ης Ιουνίου 1985, με το οποίο τον πληροφόρησε ότι ο Γραμματέας του Δικαστηρίου για την απόφαση του Δικαστηρίου, που ελήφθη κατά τη σύσκεψη για διοικητικά θέματα της 22ας Μαΐου 1985, η οποία ενέκρινε τη διάθεσή του στην Υπηρεσία Πληροφοριών. Το υπόμνημα αυτό αποσαφηνίζει ότι θα ασκήσει τα καθήκοντα υπαλλήλου διοικήσεως στην υπηρεσία αυτή προσωρινά, διατηρώντας τον βαθμό προελεύσεώς του.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, διαπιστώνεται ότι η προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ για την αμφισβήτηση της νομιμότητας της προσωρινής τοποθετήσεώς του στην εν λόγω υπηρεσία έχει λήξει από πολλού.
29. Με την αίτηση αναιρέσεως, ο Klinke βάλλει κατά της συλλογιστικής αυτής, υποστηρίζοντας ότι η προσωρινή τοποθέτηση είχε επιβλαβείς συνέπειες μόνο λόγω της διάρκειάς της επί έξι και πλέον έτη. Συνεχίζει: Το επιχείρημα αυτό το οποίο αφορά τη διάρκεια προσωρινής τοποθετήσεως, μη προβλεπομένης στον ΚΥΚ, επί έξι έτη και πλέον διαφέρει από αυτό που το Πρωτοδικείο νόμισε ότι αντελήφθη. Μόνον η παρατεινόμενη διάρκεια της καταστάσεως η οποία κατά βάση αντίκειται προς το δίκαιο του κανονισμού υπήρξε δυσμενής για τον Klinke.
30. Ας μου επιτραπεί η παρατήρηση ότι ούτε ο λόγος αυτός μεταβάλλει την ουσία της υποθέσεως επικαλούμενος το καθήκον αρωγής, ο Klinke δεν μπορεί να επιβάλει στην ΑΔΑ, κατά την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως, υποχρέωση ως προς την επέλευση αποτελέσματος που δεν προβλέπεται από τον ΚΥΚ.
31. Εκτός από την παρατήρηση αυτή, φρονώ ότι ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε τον λόγο αυτό απαράδεκτο, διότι εάν επιτρεπόταν στον υπάλληλο να δεχθεί να υποστεί τις αρνητικές συνέπειες μέτρου της ΑΔΑ, το οποίο είναι δήθεν παράνομο, για να μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ανά πάσα στιγμή ότι οι συνέπειες αυτές μπορούν να αρθούν με την εφαρμογή της γενικής αρχής του καθήκοντος αρωγής, τούτο θα συνιστούσε παραβίαση του συστήματος των προσφυγών που προβλέπεται στα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ.
Ακόμα και αν γινόταν δεκτή η άποψη του Klinke, ότι του προκάλεσε βλάβη η διάρκεια της προσωρινής τοποθετήσεως, ο κατάλληλος τρόπος αντιδράσεως εν πάση περιπτώσει θα ήταν να ζητήσει να τεθεί τέρμα στην προσωρινή τοποθέτηση και να κινήσει κατά τον τρόπο αυτό τη διαδικασία που προβλέπουν τα εν λόγω άρθρα.
32. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως του Klinke είναι αβάσιμη στο σύνολό της. Ακόμη και αν από την εξέταση προέκυψε ότι το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν πρέπει να επικυρωθεί ως προς όλα τα σημεία, το διατακτικό της αποφάσεως ευσταθεί για άλλους νομικούς λόγους και η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με τη νομολογία Lestelle κατά Επιτροπής (6).
33. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αποδείχθηκε σε ορισμένο βαθμό ανακριβής και ότι, εκ του λόγου τούτου, η άσκηση αναιρέσεως δεν ήταν αδικαιολόγητη, φρονώ ότι βάσει του άρθρου 122, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του Κανονισμού Διαδικασίας κάθε διάδικος πρέπει να φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Πρόταση
Λαμβανομένων υπόψη των προηγουμένων σας προτείνω:
* να απορρίψετε την αναίρεση ως αβάσιμη
και
* να αποφασίσετε ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) * Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-375.
(2) * Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Μαΐου 1993, C-220/91 P, Επιτροπή, Stahlwerke Peine-Salzgitter (Συλλογή 1993, σ. Ι-2393, σκέψη 30).
(3) * Βλ., για παράδειγμα, τη σκέψη 26 της αποφάσεως De Szy-Tarisse και Feyaerts κατά Επιτροπής, όπου το Δικαστήριο έκρινε:
(...) πρέπει να τονιστεί ότι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Διοκαστηρίου, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή απολαύει ευρείας διακριτικής εξουσίας στα πλαίσια που έχουν ορίσει τα άρθρα 31 και 32, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως ή οι εσωτερικές διατάξεις που εκδόθηκαν κατ' εφαρμογή των άρθρων αυτών, κατά την εκτίμηση της προηγούμενης επαγγελματικής πείρας του προσώπου που διορίζεται ως μόνιμος υπάλληλος τόσο όσον αφορά τη φύση και τη διάρκεια της πείρας αυτής, όσο και ως προς τον λίγο-πολύ στενό σύνδεσμο που μπορεί να έχει με τις απαιτήσεις της προς πλήρωση θέσεως.
(4) * Το άρθρο 31, παράγραφοι 1 και 2, ορίζει τα εξής:
1. Οι υποψήφιοι που έχουν επιλεγεί κατά τον τρόπο αυτό διορίζονται:
* υπάλληλοι της κατηγορίας Α ή του γλωσσικού κλάδου:
στον εισαγωγικό βαθμό της κατηγορίας ή του κλάδου τους,
(...)
2. Εντούτοις, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται να παρεκκλίνει από τις ανωτέρω διατάξεις μέσα στα ακόλουθα όρια:
α) για τους βαθμούς Α 1, Α 2, Α 3 και LΑ 3:
(...)
β) για τους άλλους βαθμούς:
* κατά το ένα τρίτο, αν πρόκειται για κενωθείσες θέσεις,
* κατά το ήμισυ, αν πρόκειται για θέσεις που έχουν πρόσφατα δημιουργηθεί (...) .
(5) * Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Φεβρουαρίου 1990, Τ-38/89, Hochbaum κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-43, σκέψη 24).
(6) * Απόφαση της 9ης Ιουνίου 1992, C-30/91 P (Συλλογή 1992, σ. Ι-3755). Στη σκέψη 28 το Δικαστήριο έκρινε: (...) αν το σκεπτικό μιας αποφάσεως του Πρωτοδικείου ενέχει παράβαση του κοινοτικού δικαίου, αλλά το διατακτικό της αποφάσεως είναι βάσιμο για άλλους νομικούς λόγους, η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί.
Full & Egal Universal Law Academy