Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Kύριοι δικαστές,
1. Στην παρούσα υπόθεση, η οποία αφορά προσφυγή ασκηθείσα βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη την υποχρέωσή της να μεταφέρει στην ιταλική έννομη τάξη την οδηγία 90/486/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Σεπτεμβρίου 1990 (1), που τροποποιεί την οδηγία 84/529/ΕΟΚ (2), για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τους ηλεκτροκίνητους ανελκυστήρες. Στο προοίμιο της οδηγίας 90/486 αναφέρεται ότι "η διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 84/529 αποτελεί επείγον θέμα, δεδομένου ότι οι κατασκευαστές αντιμετωπίζουν σημαντικά τεχνικά εμπόδια στις ενδοκοινοτικές εμπορικές συναλλαγές, τα οποία ενέχουν κινδύνους για την αγορά".
2. Το άρθρο 2 της οδηγίας 90/486 ορίζει τα εξής:
"1. Tα κράτη μέλη εκδίδουν και δημοσιεύουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία σε προθεσμία 6 μηνών από την κοινοποίησή της. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.
2. Tα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων εσωτερικού δικαίου που θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία."
Η οδηγία κοινοποιήθηκε στα κράτη μέλη στις 24 Σεπτεμβρίου 1990. Κατά συνέπεια, η προθεσμία για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο κάθε κράτους μέλους έληξε στις 24 Μαρτίου 1991.
3. Η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 169 με έγγραφο της 28ης Ιουνίου 1991, με το οποίο επέστησε την προσοχή της Ιταλικής Κυβερνήσεως επί του γεγονότος ότι η οδηγία έπρεπε να έχει μεταφερθεί στις εθνικές νομοθεσίες μέχρι τις 24 Μαρτίου 1991 και της επισήμανε ότι δεν είχε λάβει καμία πληροφορία από την οποία να προκύπτει ότι η μεταφορά αυτή είχε πραγματοποιηθεί ήδη στην Ιταλία. Επιπλέον, με το έγγραφο αυτό η Επιτροπή ανέφερε ότι, αν η Ιταλική Κυβέρνηση πίστευε ότι η ισχύουσα εθνική νομοθεσία ήταν ήδη σύμφωνη προς την οδηγία, έπρεπε να της ανακοινώσει το κείμενο των εν λόγω διατάξεων και να αναφέρει σαφώς τα άρθρα της οδηγίας προς τα οποία αντιστοιχούσαν οι ιταλικές αυτές διατάξεις. Η Επιτροπή κάλεσε την Ιταλική Κυβέρνηση να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της εντός διμήνου από την παραλαβή του εγγράφου.
4. Δεδομένου ότι εντός της προθεσμίας αυτής δεν διατυπώθηκαν παρατηρήσεις, η Επιτροπή εξέδωσε στις 9 Μαρτίου 1992 αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία ζήτησε από την Ιταλία να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί με την οδηγία εντός διμήνου.
5. Δεδομένου ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν απάντησε καθόλου, η Επιτροπή άσκησε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου στις 28 Μαΐου 1993.
6. Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αρνήθηκε, κατά την ανάπτυξη των αμυντικών της ισχυρισμών, ότι υφίστατο παράβαση του κοινοτικού δικαίου, αλλά παρατήρησε ότι, όπως είχε επισημάνει η ίδια η Επιτροπή με το δικόγραφο της προσφυγής της, το άρθρο 3 του ιταλικού νόμου 142, της 19ης Φεβρουαρίου 1992, περί εκτελέσεως των υποχρεώσεων που υπέχει η Ιταλία λόγω της συμμετοχής της στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (του νόμου του 1991 περί Κοινοτήτων), επιτρέπει στην Ιταλική Κυβέρνηση να μεταφέρει στο εθνικό δίκαιο, με την έκδοση κανονιστικών πράξεων, τις κοινοτικές οδηγίες που απαριθμούνται στο παράρτημα C του νόμου αυτού και μεταξύ των οποίων καταλέγεται και η οδηγία 90/486. Επιπλέον, η Ιταλική Κυβέρνηση δήλωσε ότι είχε ήδη εκπονηθεί η αναγκαία ρύθμιση. Εξέφρασε δε την ελπίδα ότι το σχετικό κείμενο θα εγκρινόταν οριστικά πριν από το τέλος του 1993, δεδομένου ότι η νομοθετική διαδικασία περιλαμβάνει διάφορα στάδια (π.χ. γνωμοδότηση του ιταλικού Συμβουλίου της Επικρατείας και των διαφόρων κοινοβουλευτικών επιτροπών που είναι αρμόδιες επί του θέματος). Η Ιταλική Δημοκρατία εξέφρασε την ελπίδα ότι κατόπιν αυτού η παρούσα δίκη θα καθίστατο άνευ αντικειμένου.
7. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται διατάξεις, την ακολουθούμενη πρακτική ή καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξης του, προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που απορρέουν από τις κοινοτικές οδηγίες (3).
8. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ο εκπρόσωπος της Ιταλικής Κυβερνήσεως δήλωσε ότι η εν λόγω ρύθμιση είχε ήδη εγκριθεί και επρόκειτο να δημοσιευθεί. Εντούτοις, ακόμη και αν υποτεθεί ότι έχει πλέον τεθεί τέρμα στην παράβαση, δεν αμφισβητείται ότι η ρύθμιση αυτή δεν ίσχυε κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής, η οποία αποτελεί την κρίσιμη συναφώς ημερομηνία (4).
Πρόταση
9. Κατόπιν των ανωτέρω προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη εκδίδοντας εμπροθέσμως τις αναγκαίες διατάξεις για τη μεταφορά στην ιταλική έννομη τάξη της οδηγίας 90/486/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Σεπτεμβρίου 1990, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη,
2) να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
(1) - ΕΕ 1990, L 270, σ. 21.
(2) - ΕΕ 1984, L 300, σ. 86.
(3) - Βλ. π.χ. τις αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1976, 52/75, Επιτροπή κατά Ιταλίας (ΕCR 1976, σ. 277), και της 18ης Μαρτίου 1980, 91/79, Επιτροπή κατά Ιταλίας (ΕCR 1980, σ. 1099).
(4) - Βλ. τη σημερινή απόφαση στην υπόθεση C-313/93, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, σκέψη 10.
Full & Egal Universal Law Academy