Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1 Τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε στο Δικαστήριο το Centrale Raad van Beroep (Kάτω Ξώρες) αφορούν την ερμηνεία των άρθρων 2 και 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (1), καθώς και την ερμηνεία του κεφαλαίου Ι (Κάτω Ξώρες), σημείο 2, του παραρτήματος VI του ιδίου κανονισμού (2).
Πιο συγκεκριμένα, το εθνικό δικαστήριο ζητεί να μάθει αν η θεσπιζόμενη από το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 αρχή της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ημεδαπών και διακινουμένων εργαζομένων πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι ένα πρόσωπο που δεν είναι υπήκοος των Κάτω Ξωρών και δεν έχει ούτε κατοικήσει ούτε εργαστεί για ορισμένη περίοδο στο κράτος αυτό δικαιούται, εντούτοις, να τύχει για την εν λόγω περίοδο της ίδιας μειώσεως εισφορών που δικαιούται ο ημεδαπός σε περίπτωση προαιρετικής ασφαλίσεως, λόγω της ιδιότητας του ανωτέρω προσώπου ως μέλους της οικογενείας και/ή ως επιζώντος συζύγου διακινουμένου εργαζομένου.
2 Για να κατανοηθεί το υποβληθέν ερώτημα πρέπει, κατ' αρχάς να παρατεθεί το εθνικό και κοινοτικό κανονιστικό πλαίσιο.
Ο Algemene Ouderdomswet (νόμος περί γενικής ασφαλίσεως γήρατος, στο εξής: ΑΟW), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1957, θέσπισε συνταξιοδοτικό σύστημα υπό το οποίο το μέγιστο ποσό της συντάξεως γήρατος υπολογίζεται αποκλειστικώς βάσει των συμπληρωθέντων συνταξίμων ετών. Βάσει του ΑΟW, ασφαλίζονται υποχρεωτικώς όλοι οι Ολλανδοί υπήκοοι που κατοικούν στις Κάτω Ξώρες, καθώς και αυτοί που λόγω της παροχής εξαρτημένης εργασίας εντός του κράτους αυτού υπόκεινται σε φόρο μισθωτών υπηρεσιών.
Πέραν της υποχρεωτικής ασφαλίσεως, ο ΑΟW προβλέπει τη δυνατότητα προαιρετικής ασφαλίσεως. Σκοπός της προαιρετικής ασφαλίσεως είναι η «κτήση» συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων για τις περιόδους που δεν καλύπτονται από την υποχρεωτική ασφάλιση. Οι προϋποθέσεις της προαιρετικής ασφαλίσεως καθορίστηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 35 του ΑΟW, με διαδοχικά βασιλικά διατάγματα που αφορούν ειδικά την καταβολή των προαιρετικών εισφορών. Για την παρούσα υπόθεση έχουν ιδιαίτερη σημασία το άρθρο 2 του βασιλικού διατάγματος της 24ης Φεβρουαρίου 1961 και το άρθρο 3 του βασιλικού διατάγματος της 22ας Δεκεμβρίου 1971. Το άρθρο 2 του βασιλικού διατάγματος της 24ης Φεβρουαρίου 1961 προβλέπει ότι «η εισφορά ισούται, για κάθε πλήρες ημερολογιακό έτος της περιόδου, με το ανώτατο ποσό που μπορεί να οφείλει ο ασφαλισμένος για το εν λόγω έτος βάσει του Algemene Ouderdomswet» (παράγραφος 1)· τούτο, εντούτοις, δεν ισχύει για τον υπήκοο των Κάτω Ξωρών, η εισφορά του οποίου «ανέρχεται, για κάθε πλήρες ημερολογιακό έτος της εν λόγω περιόδου, ως προς το οποίο μπορεί να αποδείξει πλήρως έναντι του Sociale Verzekeringsbank ότι κάτι τέτοιο είναι ευνοϋκότερο γι' αυτόν, σε ποσοστό επί του εισοδήματός του κατά το εν λόγω ημερολογιακό έτος, ίσο με το ποσοστό που ισχύει για το έτος αυτό βάσει του άρθρου 28 του Algemene Ouderdomswet, πάντως δε ίσο τουλάχιστον προς το 5 % του ποσού που ο ασφαλιζόμενος μπορεί να οφείλει κατ' ανώτατο όριο για το εν λόγω έτος βάσει αυτού του νόμου» (παράγραφος 2). Το άρθρο 3 του βασιλικού διατάγματος της 22ας Δεκεμβρίου 1971 περιέχει διατάξεις ανάλογες με αυτές που μόλις παρατέθηκαν· πράγματι, η μοναδική διαφορά είναι ότι αυτό το τελευταίο βασιλικό διάταγμα αναφέρεται επίσης στον Algemene Weduwen- en Wezenwet (νόμο περί γενικής ασφαλίσεως χηρών και περί ελαχίστου ορίου διαβιώσεως).
Πρέπει, εξάλλου, να υπομνηστεί ότι κατά το άρθρο 9 του βασιλικού διατάγματος της 24ης Φεβρουαρίου 1961, η σύζυγος αυτού που κάνει χρήση του δικαιώματος καταβολής προαιρετικών εισφορών, η οποία ήταν συζευγμένη ή συζεύχθηκε με αυτόν κατά την περίοδο την οποία αφορά η καταβολή των εισφορών, θεωρείται, για την περίοδο αυτή, ασφαλισμένη βάσει του ΑΟW, αρκεί κατά το χρονικό αυτό διάστημα να έχει συμπληρώσει το 15ο έτος και να μην έχει υπερβεί το 65ο έτος της ηλικίας της.
3 Τα πρόσωπα που ασφαλίζονται βάσει του ΑΟW, είτε πρόκειται περί υποχρεωτικής είτε περί προαιρετικής ασφαλίσεως, δικαιούνται συντάξεως γήρατος μόλις συμπληρώσουν το 65ο έτος της ηλικίας τους. Η ανώτατη σύνταξη γήρατος αποκτάται μετά από ασφαλιστική περίοδο 50 ετών, διανυομένη μεταξύ του 15ου και του 65ου έτους της ηλικίας· για κάθε μη συντάξιμο έτος η σύνταξη μειώνεται κατά 2 %.
Αφού ο ΑΟW τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1957, ήταν προδήλως αδύνατον να υπάρχει ασφάλιση πριν από την ημερομηνία αυτή, με συνέπεια κανείς να μην μπορεί να τύχει πλήρους συντάξεως γήρατος πριν από το 2007. Γι' αυτό, ο Ολλανδός νομοθέτης θέσπισε μια μεταβατική ρύθμιση, που περιέχεται στα άρθρα 55 και 56 του ΑΟW, η οποία επιτρέπει να θεωρούνται ως ασφαλιστικές περίοδοι, υπό την έννοια του ΑΟW, αυτές που διανύθηκαν μεταξύ του δεκάτου πέμπτου έτους της ηλικίας του ασφαλισμένου και της 1ης Ιανουαρίου 1957, αρκεί το εν λόγω πρόσωπο να πληροί τρεις προϋποθέσεις: α) να ήταν κάτοικος Κάτω Ξωρών μεταξύ του 59ου και του 65ου έτους της ηλικίας του (προϋπόθεση των «έξι ετών») (3)· β) να είναι Ολλανδός υπήκοος ή να εξομοιώνεται προς Ολλανδό υπήκοο (η εν λόγω προϋπόθεση προδήλως δεν αφορά τους κοινοτικούς υπηκόους, οι οποίοι απολαύουν του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας βάσει του κανονισμού 1408/71)· γ) να εξακολουθεί να κατοικεί στις Κάτω Ξώρες μετά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του (προϋπόθεση της «σημερινής κατοικίας», η οποία, εντούτοις, δεν ισχύει για τα πρόσωπα που έχουν ασφαλιστεί, βάσει του ΑΟW, χωρίς διακοπή από την 1η Ιανουαρίου 1957 μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους).
4 Λαμβανομένου υπόψη ότι τα πλεονεκτήματα αυτού του μεταβατικού καθεστώτος, το οποίο στηρίζεται στα κριτήρια της ιθαγενείας και της κατοικίας, δεν ίσχυαν για όλους τους διακινουμένους εργαζομένους, το Συμβούλιο, για να αποτρέψει ενδεχόμενες δυσμενείς διακρίσεις, πρόσθεσε ορισμένες ειδικές διατάξεις στο κοινοτικό σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων. Συγκεκριμένα, το κεφάλαιο Ι (Κάτω Ξώρες), σημείο 2, του παραρτήματος VI του κανονισμού 1408/71, το οποίο αφορά ειδικά την «εφαρμογή της ολλανδικής νομοθεσίας περί της γενικής ασφαλίσεως γήρατος», προβλέπει ότι:
«α) Ως περίοδοι ασφαλίσεως, που πραγματοποιήθηκαν δυνάμει της ολλανδικής νομοθεσίας περί της γενικής ασφαλίσεως γήρατος, θεωρούνται, επίσης, οι περίοδοι προ της 1ης Ιανουαρίου 1957 κατά τη διάρκεια των οποίων ο δικαιούχος μη πληρών τις προϋποθέσεις, υπό τις οποίες δύνανται να εξομοιωθούν οι εν λόγω περίοδο με περιόδους ασφαλίσεως, κατοικούσε στο έδαφος των Κάτω Ξωρών μετά τη συμπλήρωση του 15ου έτους της ηλικίας του ή κατά τη διάρκεια των οποίων ο εν λόγω δικαιούχος, ενώ κατοικούσε στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, ασκούσε μισθωτή δραστηριότητα στις Κάτω Ξώρες για λογαριασμό εργοδότη εγκατεστημένου στη χώρα αυτή.
(...)
γ) γΟσον αφορά την ύπανδρη γυναίκα ο σύζυγος της οποίας δικαιούται συντάξεως, δυνάμει της ολλανδικής νομοθεσίας περί της γενικής ασφαλίσεως γήρατος, λαμβάνονται επίσης υπόψη ως περίοδοι ασφαλίσεως οι περίοδοι αυτού του γάμου οι οποίες προηγούνται της ημερομηνίας κατά την οποία η ενδιαφερόμενη συμπλήρωσε το 65ο έτος της ηλικίας της και κατά τη διάρκεια των οποίων κατοικούσε στο έδαφος ενός η περισσοτέρων κρατών μελών, εφόσον οι περίοδοι αυτές συμπίπτουν με τις περιόδους ασφαλίσεως που συμπλήρωσε ο σύζυγός της υπό τη νομοθεσία αυτή και με τις περιόδους ασφαλίσεως που πρέπει να ληφθούν υπόψη σύμφωνα με την περίπτωση αα.
(...)
ε) εΟσον αφορά τη γυναίκα η οποία είχε υπανδρευθεί και της οποίας ο σύζυγος είχε υπαχθεί στην ολλανδική νομοθεσία περί της γενικής ασφαλίσεως γήρατος ή θεωρείται ότι έχει συμπληρώσει περιόδους ασφαλίσεως δυνάμει των διατάξεων της περιπτώσεως αα, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των δύο προηγούμενων περιπτώσεων.
(...)».
5 Ας έλθω τώρα στα πραγματικά περιστατικά που αποτέλεσαν την αφορμή της παρούσας δίκης. Στις 23 Νοεμβρίου 1948 οι σύζυγοι Cabanis-Issarte, αμφότεροι Γάλλοι υπήκοοι, μετακόμισαν, λόγω της επαγγελματικής δραστηριότητας του Cabanis, στις Κάτω Ξώρες. Εκτός από την περίοδο από τις 20 Οκτωβρίου 1960 μέχρι τις 12 Νοεμβρίου 1963 (προσωρινή εγκατάσταση στη Γαλλία), κατοίκησαν στις Κάτω Ξώρες μέχρι τις 15 Ιουλίου 1969, ημερομηνία κατά την οποία επέστρεψαν οριστικώς στη Γαλλία. Ο Cabanis άσκησε την επαγγελματική του δραστηριότητα μέχρι τις 18 Φεβρουαρίου 1969, δηλαδή μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του, ημερομηνία κατά την οποία του απονεμήθηκε πλήρης σύνταξη υπό την έννοια του ΑΟW. Την ίδια ημερομηνία η σύζυγός του έλαβε σύνταξη συζύγου υπό την έννοια του ΑΟW (4).
Μετά τον θάνατο του Cabanis, ο οποίος επήλθε στις 7 Οκτωβρίου 1977, χορηγήθηκε στην Cabanis-Issarte (στο εξής: προσφεύγουσα) από 1ης Απριλίου 1978, βάσει του ΑΟW, η προβλεπόμενη για όσους ζουν μόνοι σύνταξη, η οποία μειώθηκε από τον Bestuur van de Sociale Verzekeringsbank (οργανισμό κοινωνικών ασφαλίσεων, στο εξής: SVB) για τα 29 έτη που δεν καλύπτονταν από ασφάλιση. Η μείωση αυτή αφορούσε την περίοδο από τις 13 Μαου 1924 μέχρι τις 23 Νοεμβρίου 1948, δηλαδή από τη συμπλήρωση του 15ου έτους της ηλικίας μέχρι την εγκατάσταση στις Κάτω Ξώρες, καθώς και την περίοδο από τις 15 Ιουλίου 1969 μέχρι τις 13 Μαου 1974, δηλαδή από την οριστική μετακόμιση στη Γαλλία μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας.
Ειδικά όσον αφορά αυτή την τελευταία περίοδο (1969-1974), ο ίδιος ο SVB παρέσχε στην προσφεύγουσα τη δυνατότητα να αποκτήσει συνταξιοδοτικά δικαιώματα μέσω προαιρετικής ασφαλίσεως και καθόρισε, στηριζόμενος στο άρθρο 3 του βασιλικού διατάγματος της 22ας Δεκεμβρίου 1971, τις σχετικές εισφορές βάσει του ανωτάτου ποσού εισφοράς που μπορεί να οφείλει ο ασφαλισμένος.
6 H Cabanis-Issarte, θεωρώντας ότι εδικαιούτο - βάσει του άρθρου 3 του κανονισμού 1408/71 (5) - να τύχει της ίδιας μειώσεως εισφορών που αναγνωρίζεται στους ημεδαπούς, προσέφυγε κατά της πράξεως καθορισμού των εισφορών ενώπιον του Raad van Beroep του υΑμστερνταμ, το οποίο δέχτηκε την προσφυγή της. Κατά της αποφάσεως αυτής ο SVB άσκησε έφεση ενώπιον του Centrale Raad van Beroep, το οποίο, με σκοπό την επίλυση της διαφοράς, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση, εφαρμόζεται, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 και δη η θεσπιζόμενη στο άρθρο 3 αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, σε πρόσωπα όπως η εφεσίβλητη βάσει του άρθρου 2 αυτού;
α) επειδή η εφεσίβλητη πρέπει να θεωρηθεί ως δικαιούχος βάσει του παραρτήματος V, κεφάλαιο Η, σημείο 2, περίπτωση αα, του κανονισμού αυτού (σύμφωνα με την αρίθμηση του παραρτήματος αυτού κατά τον χρόνο εκδόσεως της εφεσιβαλλομένης αποφάσεως);
β) επειδή πρέπει να θεωρηθεί ως μέλος της οικογενείας ή (τελικά) ως επιζών πρόσωπο, υπό την έννοια του άρθρου 2 του κανονισμού αυτού, διότι βάσει του άρθρου 9 του τότε ισχύοντος βασιλικού διατάγματος της 24ης Φεβρουαρίου 1961 ήταν ασφαλισμένη (καλυπτομένη από την ασφάλιση τρίτου) συνεπεία καταβολής εισφορών, στο πλαίσιο συστήματος προαιρετικής ασφαλίσεως, εκ μέρους του αποβιώσαντος συζύγου της (για την περίοδο από 20 Οκτωβρίου 1960 μέχρι 12 Νοεμβρίου 1963);
γ) επειδή πρέπει να θεωρηθεί ως μέλος της οικογενείας ή ως επιζών πρόσωπο, θα πρέπει δε να αναγνωριστθεί ότι οι διατάξεις του σημείου 2, περίπτωση εε, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του σημείου 2, περίπτωση γγ, του προαναφερθέντος παραρτήματος, εφαρμόζονται όχι μόνο στην τελευταία προαναφερθείσα περίοδο αλλά και πέραν αυτής;
2) Μπορεί να θεωρηθεί ότι σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση χάνονται, συνεπεία της ασκήσεως του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας, τα πλεονεκτήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, οπότε δεν επιτυγχάνεται ο σκοπός των άρθρων 48 έως 51 της Συνθήκης ΕΟΚ, και, στην περίπτωση αυτή, ποιες είναι οι συνέπειες ως προς την επίμαχη στην παρούσα δίκη προϋπόθεση της ιθαγενείας για τη μείωση εισφορών;»
Επί του πρώτου ερωτήματος
7 Πρέπει, συνεπώς, να εξακριβωθεί αν η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ημεδαπών και διακινουμένων εργαζομένων, όπως έχει θεσπιστεί από το άρθρο 3 του κανονισμού 1408/71, επιτρέπει στα πρόσωπα που τελούν στην κατάσταση της προσφεύγουσας να τυγχάνουν της μειώσεως εισφορών που δικαιούνται οι ημεδαποί.
Καλόν είναι να διευκρινιστεί από τώρα ότι εν προκειμένω το ζήτημα έγκειται αποκλειστικώς στο ποσό των εισφορών που οφείλονται, στο πλαίσιο της προαιρετικής ασφαλίσεως, για την περίοδο από τις 15 Ιουλίου 1969 (ημερομηνία κατά την οποία η προσφεύγουσα έπαυσε να κατοικεί στις Κάτω Ξώρες) μέχρι τις 13 Μαου 1974 (ημερομηνία συμπληρώσεως του 65ου έτους της ηλικίας της), ενώ δεν αμφισβητείται ότι για την εν λόγω περίοδο η προσφεύγουσα δεν έχει δικαίωμα να της αναγνωρισθούν «πλασματικές» περίοδοι ασφαλίσεως, ούτε βάσει του ΑΟW ούτε βάσει του παραρτήματος VI του κανονισμού 1408/71. Υπενθυμίζω, εξάλλου, ότι κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου ούτε η προσφεύγουσα ούτε ο σύζυγός της κατοικούσαν στις Κάτω Ξώρες και ότι ο τελευταίος δεν υπαγόταν πλέον στον ΑΟW εξ απόψεως καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, δεδομένου ότι ήδη ελάμβανε σύνταξη γήρατος.
8 Το ίδιο το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται σε τρεις διαφορετικές διατάξεις, και συγκεκριμένα στο άρθρο 2 του κανονισμού 1408/71 και στις περιπτώσεις αα και εε του σημείου 2 του κεφαλαίου Ι του παραρτήματος VI του ίδιου κανονισμού, διατάξεις από τις οποίες θα μπορούσε να συναχθεί το δικαίωμα της προσφεύγουσας για την εν λόγω μείωση εισφορών. Η δυνατότητα εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων προϋποθέτει, προφανώς, ότι η προσφεύγουσα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής ratione personae του κανονισμού 1408/71, είτε υπό την ιδιότητα του εργαζομένου είτε υπό την ιδιότητα του μέλους οικογενείας ή του επιζώντος.
Συναφώς, δεν νομίζω ότι χρειάζεται να υπενθυμίσω ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, ορίζοντας το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του ίδιου κανονισμού, προβλέπει δύο σαφώς διακρινόμενες μεταξύ τους κατηγορίες δικαιούχων: από τη μία τους εργαζόμενους και από την άλλη τα μέλη των οικογενειών τους και τους επιζώντες.
9 Μολονότι είναι αναμφισβήτητο ότι η Cabanis-Issarte, μη έχοντας ποτέ εργαστεί στις Κάτω Ξώρες ούτε σε άλλο κράτος μέλος, δεν έχει την ιδιότητα του εργαζομένου υπό την έννοια του κανονισμού 1408/71, είναι άλλο τόσο αναμφισβήτητο ότι εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού ως μέλος της οικογενείας και, ακολούθως, ως επιζών σύζυγος διακινουμένου εργαζομένου (6).
Ωστόσο, όπως ανέφεραν εν εκτάσει όλοι όσοι κατέθεσαν παρατηρήσεις στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, τούτο δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι επί της προσφεύγουσας έχει εφαρμογή η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ημεδαπών και διακινουμένων εργαζομένων. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (7), ενώ αυτοί που έχουν την ιδιότητα του εργαζομένου υπό την έννοια του κανονισμού μπορούν να επικαλούνται το δικαίωμα επί των παροχών, τις οποίες προβλέπει ο κανονισμός, ως ίδιον δικαίωμα, τα μέλη της οικογενείας ή οι επιζώντες ενός εργαζομένου μπορούν να επικαλούνται αποκλειστικώς παράγωγα δικαιώματα, δηλαδή δικαιώματα που έχουν αποκτήσει υπό αυτές τις ιδιότητές τους.
Συνεπώς, εκείνο που, σε τελική ανάλυση, έχει σημασία στην παρούσα υπόθεση είναι να εξακριβωθεί, πρώτον, αν η υπαγωγή σε σύστημα προαιρετικής ασφαλίσεως αποτελεί ίδιον δικαίωμα ή, αντιθέτως, παράγωγο δικαίωμα, παρεχόμενο σε όσους έχουν την ιδιότητα του μέλους της οικογενείας ή του επιζώντος, και, δεύτερον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, ποιες είναι οι διατάξεις επί των οποίων στηρίζεται το εν λόγω δικαίωμα.
10 Λαμβανομένου υπόψη ότι όλοι οι κάτοικοι των Κάτω Ξωρών καλύπτονται απευθείας και ατομικώς από τον ΑΟW, από τη συμπλήρωση του 15ου έτους και μέχρι το 65ο έτος της ηλικίας τους, ανεξαρτήτως φύλου και οικογενειακής καταστάσεως, είναι πρόδηλο ότι το συνταξιοδοτικό δικαίωμα δεν αποτελεί δικαίωμα παρεχόμενο στα μέλη της οικογενείας ή στους επιζώντες ενός διακινουμένου εργαζομένου, αλλά ίδιον δικαίωμα, με αποτέλεσμα και η ίδια η υπαγωγή στο σύστημα προαιρετικής ασφαλίσεως να πρέπει να αποτελεί, καταρχήν, ίδιον δικαίωμα κάθε προσώπου.
Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται (στο σημείο ββ του πρώτου ερωτήματος) στο γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια της περιόδου από τις 20 Οκτωβρίου 1960 μέχρι τις 12 Νοεμβρίου 1963, η προσφεύγουσα ήταν (συν)ασφαλισμένη κατά τον ΑΟW, βάσει του άρθρου 9 του βασιλικού διατάγματος της 24ης Φεβρουαρίου 1961, ως σύζυγος προαιρετικώς ασφαλισμένου κατά τον ΑΟW και, συνεπώς, υπό την ιδιότητά της ως μέλους οικογενείας.
11 Μπορεί το γεγονός αυτό να θεωρηθεί αρκετό ώστε να γίνει δεκτό ότι η ένταξη στο σύστημα προαιρετικής ασφαλίσεως για την εν λόγω περίοδο αποτελεί για την προσφεύγουσα παράγωγο δικαίωμα, δυνάμενο να ασκηθεί, κατά συνέπεια, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που προβλέπονται για τους ημεδαπούς;
Η απάντηση πρέπει να είναι αρνητική. Συγκεκριμένα, παρόλον ότι είναι αλήθεια ότι, κατά την περίοδο στην οποία αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο, η προσφεύγουσα είχε ασφαλισθεί προαιρετικώς λόγω του ότι ο σύζυγός της υπαγόταν σε σύστημα προαιρετικής ασφαλίσεως, δηλαδή λόγω της ιδιότητάς της ως μέλους της οικογενείας, είναι επίσης αλήθεια ότι, κατά την κρίσιμη περίοδο από 15 Ιουλίου 1969 έως 13 Μαου 1974, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να επικαλεστεί κανένα δικαίωμα ως μέλος της οικογενείας. Συγκεκριμένα, κατά την εν λόγω περίοδο, ο σύζυγος της προσφεύγουσας δεν ασκούσε πλέον καμία εργασιακή δραστηριότητα, αλλά ελάμβανε ήδη σύνταξη γήρατος, και δεν κατοικούσε καν στο έδαφος των Κάτω Ξωρών.
Επομένως, η δυνατότητα της προσφεύγουσας να επικαλεστεί την προαιρετική ασφάλιση όσον αφορά την εν λόγω περίοδο συνιστά ίδιον δικαίωμα, που η ολλανδική νομοθεσία αναγνωρίζει σε όλους όσοι προτίθενται να συνεχίσουν να ασφαλίζονται μετά την παύση της υποχρεωτικής ασφαλίσεως, η οποία, στην περίπτωση της προσφεύγουσας, επήλθε μετά την οριστική της μετακόμιση στη Γαλλία.
12 Ούτε μου φαίνεται ότι η προσφεύγουσα μπορεί, με σκοπό τη μείωση εισφορών που ζητεί, να επικαλεστεί τις διατάξεις του παραρτήματος VI, κεφάλαιο Ι, σημείο 2, περιπτώσεις αα και εε (στις οποίες αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο στα στοιχεία αα και γγ του πρώτου ερωτήματος).
Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι οι έγγαμες γυναίκες μπορούν να επικαλεστούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τις διατάξεις του παραρτήματος VΙ του κανονισμού, για να τους αναγνωρισθούν περίοδοι ασφαλίσεως υπό την έννοια του ΑΟW, δεν ασκεί καμία επιρροή επί του τρόπου προαιρετικής ασφαλίσεως, ο οποίος εξακολουθεί να ρυθμίζεται από το εθνικό δίκαιο (8) και σε καμία περίπτωση δεν λαμβάνεται υπόψη από το εν λόγω παράρτημα.
13 Κατόπιν των ανωτέρω, υπενθυμίζω ότι το σημείο 2, περίπτωση αα, του παραρτήματος έχει σκοπό να εξασφαλίσει στον ενδιαφερόμενο, που δεν απολαύει των μεταβατικών πλεονεκτημάτων που προβλέπει ο ΑΟW, τη δυνατότητα να αποκτήσει συνταξιοδοτικά δικαιώματα για τις περιόδους που προηγήθηκαν της 1ης Ιανουαρίου 1957 και για τις οποίες υπάρχει ορισμένος σύνδεσμος με τις Κάτω Ξώρες, είτε από άποψη κατοικίας του ενδιαφερομένου είτε από άποψη μισθωτής δραστηριότητας.
Επομένως, η διάταξη αυτή, η οποία ασφαλώς δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να διευρυνθεί το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, δεν έχει εφαρμογή στα πρόσωπα που, όπως η προσφεύγουσα (9), δεν έχουν την ιδιότητα του εργαζομένου υπό την έννοια του κανονισμού 1408/71. Εξάλλου, η ανωτέρω διάταξη αφορά αποκλειστικώς τις προγενέστερες της 1ης Ιανουαρίου 1957 περιόδους ασφαλίσεως, ενώ το ζήτημα εν προκειμένω έγκειται στο ποσό των εισφορών που αφορούν την περίοδο 1969-1974.
14 Τέλος, ούτε το σημείο 2, περίπτωση εε, του παραρτήματος μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει στην προσφεύγουσα, απλώς και μόνον επειδή έχει υπανδρευθεί πρόσωπο υπαγόμενο στην ολλανδική νομοθεσία περί ασφαλίσεως γήρατος, να τύχει της εν λόγω μειώσεως εισφορών.
Συγκεκριμένα, πρέπει εν προκειμένω να τονιστεί ότι κατά την υπό εξέταση περίοδο ο σύζυγος της προσφεύγουσας δεν υπαγόταν στην ολλανδική νομοθεσία από άποψη καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, όπως, αντιθέτως, απαιτείται από το σημείο 2, περίπτωση εε, το οποίο παραπέμπει, συναφώς, στη διάταξη της περιπτώσεως γγ. Εν πάση δε περιπτώσει, η προσφεύγουσα δεν θα μπορούσε, ούτως ή άλλως, να επικαλεστεί τις διατάξεις αυτές, δεδομένου ότι, όπως έχει ήδη λεχθεί, η ένταξη στο σύστημα προαιρετικής ασφαλίσεως αποτελεί ίδιον δικαίωμα της προσφεύγουσας και όχι δικαίωμα αναγνωριζόμενο σε αυτήν υπό την ιδιότητά της ως μέλους της οικογενείας και/ή ως επιζώντος συζύγου διακινουμένου εργαζομένου.
15 Οι πιο πάνω παρατηρήσεις με οδηγούν, επομένως, στο συμπέρασμα ότι ούτε το άρθρο 2 του κανονισμού 1408/71 ούτε οι διατάξεις που περιέχονται στο παράρτημα VΙ, κεφάλαιο Ι, σημείο 2, του ίδιου κανονισμού επιτρέπουν στα πρόσωπα που τελούν στην κατάσταση της προσφεύγουσας να τυγχάνουν της μειώσεως εισφορών που αναγνωρίζεται στους ημπεδαπούς στο πλαίσιο της προαιρετικής ασφαλίσεως.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
16 Με το δεύτερο ερώτημα ζητείται, στην ουσία, από το Δικαστήριο να αποφανθεί αν η μεταχείριση που επιφυλάχθηκε στην Cabanis-Issarte συμβιβάζεται με την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, και συγκεκριμένα με τα άρθρα 48 και 51 της Συνθήκης.
Συναφώς, υπενθυμίζω εκ προοιμίου ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «ο στόχος των άρθρων 48 μέχρι 51 δεν επιτυγχάνεται αν οι εργαζόμενοι, ασκώντας το δικαίωμά τους προς ελεύθερη κυκλοφορία, αναγκάζονται να χάσουν τα πλεονεκτήματα στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως που τους αναγνωρίζει η νομοθεσία κράτους μέλους» (10). Συγκεκριμένα, η συνέπεια αυτή θα μπορούσε να αποτρέψει τον κοινοτικό εργαζόμενο από την άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και, κατά συνέπεια, θα αποτελούσε εμπόδιο στην άσκηση της ελευθερίας αυτής (11). Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει, για παράδειγμα, ότι θα προέκυπτε δυσμενής διάκριση, αν οι όροι κτήσεως ή διατηρήσεως του δικαιώματος παροχών καθορίζονταν από τον εθνικό νομοθέτη κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, στην πράξη, να τους πληρούν μόνον οι υπήκοοι του ενδιαφερομένου κράτους μέλους (12).
17 Τούτο, προδήλως δεν συμβαίνει εν προκειμένω, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ποτέ δεν άσκησε άμεσα, δηλαδή ως εργαζόμενη, το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας, εφόσον ποτέ δεν εργάστηκε στις Κάτω Ξώρες ούτε σε κάποιο άλλο κράτος μέλος.
Είναι αλήθεια ότι στην υπόθεση Spruyt (13) το Δικαστήριο έκρινε ότι αποτελεί ενδεχομένως εμπόδιο για την έγγαμη γυναίκα που έχει την πρόθεση να συνοδεύσει τον σύζυγό της, ο οποίος εγκαθίσταται σε άλλο κράτος μέλος, το γεγονός ότι η εφαρμογή του σημείου 2, περίπτωση αα, σε συνδυασμό με το σημείο 2, περίπτωση εε, του παραρτήματος VΙ, δεν επιτρέπει να ληφθούν υπόψη για τη γυναίκα αυτή οι προγενέστερες του γάμου περίοδοι κατοικίας στις Κάτω Ξώρες, δημιουργώντας έτσι διαφορετική μεταχείριση μεταξύ ανδρών και αγάμων γυναικών από τη μια πλευρά και εγγάμων γυναικών από την άλλη, η οποία οδηγεί σε διακρίσεις και αντίκειται προς τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας.
Πρέπει, ωστόσο, να παρατηρηθεί ότι η υπόθεση που μας ενδιαφέρει είναι εντελώς διαφορετική, καθότι δεν αφορά τη άρνηση να αναγνωριστούν προγενέστερες της ενάρξεως ισχύος του ΑΟW περίοδοι ασφαλίσεως υπέρ έγγαμης γυναίκας που όντως κατοικούσε στις Κάτω Ξώρες κατά την επίμαχη περίοδο, αλλά αποκλειστικώς τον τρόπο εντάξεως σε σύστημα προαιρετικής ασφαλίσεως όσον αφορά περίοδο μεταγενέστερη όχι μόνον της ενάρξεως ισχύος του ΑΟW, αλλά και της συμπληρώσεως της συντάξιμης ηλικίας του συζύγου.
18 Βέβαια, θα μπορούσαμε να διερωτηθούμε αν η τωρινή κατάσταση της προσφεύγουσας, στην περίπτωση που ήταν γνωστή στον σύζυγο κατά το χρονικό σημείο της εγκαταστάσεώς του στις Κάτω Ξώρες, θα ήταν ικανή να τον οδηγήσει να μη κάνει χρήση του δικαιώματός του περί ελεύθερης κυκλοφορίας.
Ωστόσο, δεν μου φαίνεται ότι το πρόβλημα μπορεί να τεθεί σοβαρά σ' αυτή τη βάση, αν μάλιστα ληφθούν υπόψη τα χαρακτηριστικά του επίμαχου συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων. Συγκεκριμένα, το σύστημα αυτό, όπως υπογράμμισε η Επιτροπή, βασίζεται στην αρχή της αλληλεγγύης: εξ ου το γεγονός ότι επιτρέπεται αποκλειστικώς στους υπηκόους με κανένα ή με πολύ περιορισμένο εισόδημα να ενταχθούν στο σύστημα προαιρετικής ασφαλίσεως και να τύχουν πλήρους συντάξεως καταβάλλοντας ελάχιστες εισφορές, δηλαδή εισφορές ίσες μόνο με το 5 % του κατ' ανώτατο όριο οφειλομένου ποσού. Τούτο, εξάλλου, εξηγεί τους λόγους που οδήγησαν τον Ολλανδό νομοθέτη να προβλέψει ότι η δυνατότητα καταβολής μειωμένων εισφορών ισχύει μόνο για τους ημεδαπούς· ο περιορισμός αυτός φυσικά δεν έχει εφαρμογή - βάσει του παραρτήματος VΙ, κεφάλαιο Ι, σημείο 2, του κανονισμού - σε αυτούς που έχουν την ιδιότητα του εργαζομένου υπό την έννοια του ίδιου κανονισμού.
19 Ενόψει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο Centrale Raad van Beroep την ακόλουθη απάντηση:
«1) Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αντίκειται στην εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως που περιορίζει το δικαίωμα προς μείωση εισφορών, στο πλαίσιο προαιρετικής ασφαλίσεως, στους ημπεδαπούς και στα πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του εργαζομένου υπό την έννοια του ίδιου κανονισμού.
2) Δεν προκύπτει ότι η επίτευξη του σκοπού των άρθρων 48 και 51 της Συνθήκης διακυβεύεται από την ύπαρξη εθνικών ρυθμίσεων όπως η επίμαχη.»
1 Μετά τις προτάσεις που ανέπτυξα στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως στις 21 Σεπτεμβρίου 1994 (14), το Δικαστήριο αποφάσισε την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας. Συγχρόνως παρέπεμψε την υπόθεση στην ολομέλεια και έθεσε μερικές ερωτήσεις ειδικά ως προς την άποψη των διαδίκων της κύριας δίκης, της Επιτροπής και των κρατών μελών επί της διακρίσεως μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων, η οποία διατυπώθηκε με την απόφαση Kermaschek (15) και επαναλήφθηκε στη συνέχεια με τη μεταγενέστερη νομολογία (16) (στο εξής: νομολογία Kermaschek).
Υπενθυμίζω ότι βάσει της διακρίσεως αυτής, ενώ όσοι έχουν την ιδιότητα του εργαζομένου υπό την έννοια του κανονισμού (EOK) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6, στο εξής: κανονισμός), μπορούν να επικαλούνται το δικαίωμα επί των παροχών, τις οποίες προβλέπει ο κανονισμός, ως ίδιον δικαίωμα, τα μέλη της οικογενείας ή οι επιζώντες ενός εργαζομένου μπορούν να επικαλούνται μόνον παράγωγα δικαιώματα, δηλαδή δικαιώματα που έχουν αποκτήσει υπό την ιδιότητά τους ως μελών της οικογενείας και/ή επιζώντων ενός εργαζομένου.
2 Υπενθυμίζω ότι η Cabanis-Issarte, Γαλλίδα υπήκοος, κατοικούσε επί δεκαοκτώ σχεδόν έτη στις Κάτω Ξώρες λόγω της επαγγελματικής δραστηριότητας του συζύγου της (17). Ζήτησε να τύχει της ίδιας μειώσεως εισφορών που δικαιούνται οι Ολλανδοί υπήκοοι - βάσει του Algemene Ouderdomswet (νόμου περί γενικής ασφαλίσεως γήρατος, στο εξής: ΑΟW) - σε περίπτωση αποκτήσεως συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων μέσω προαιρετικής ασφαλίσεως, αλλά τούτο όσον αφορά μια περίοδο κατά την οποία ούτε κατοικούσε ούτε εργαζόταν στο κράτος αυτό.
Κατόπιν αυτού, το Centrale Raad van Beroep, εθνικό δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η διαφορά μεταξύ της Cabanis-Issarte και του Bestuur van de Sociale Verzekeringsbank (ολλανδικού οργανισμού κοινωνικών ασφαλίσεων, στο εξής: SVB), ζήτησε από το Δικαστήριο την ερμηνεία των άρθρων 2 και 3 του κανονισμού, καθώς και των σημείων 2α, 2ε και 2γ του κεφαλαίου Ι του παραρτήματος VI του ίδιου κανονισμού, προκειμένου να προσδιοριστεί αν οι διατάξεις αυτές επιτρέπουν σε ένα πρόσωπο που τελεί στην κατάσταση της Cabanis-Issarte να τύχει της μειώσεως εισφορών που δικαιούνται οι ημεδαποί.
3 Υπενθυμίζω στη συνέχεια ότι με τις προτάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 1994 πρότεινα στο Δικαστήριο να δώσει στο εθνικό δικαστήριο την απάντηση ότι οι ανωτέρω διατάξεις του κανονισμού πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν αντίκεινται στην εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως που περιορίζει το δικαίωμα προς μείωση εισφορών, στο πλαίσιο προαιρετικής ασφαλίσεως, στους ημεδαπούς και στα πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του εργαζομένου υπό την έννοια του κανονισμού.
4 Παραμένω πεπεισμένος, για τους λόγους που ήδη εξέθεσα με τις προτάσεις αυτές (18), ότι η Cabanis-Issarte δεν μπορεί λυσιτελώς να επικαλεστεί, για να τύχει της μειώσεως εισφορών, τις διατάξεις του παραρτήματος VI, κεφάλαιο Ι, σημείο 2, περιπτώσεις αα και εε, τις οποίες αναφέρει το αιτούν δικαστήριο στα σημεία αα και γγ του πρώτου ερωτήματος. Συναφώς, περιορίζομαι εδώ να υπενθυμίσω ότι το γεγονός ότι οι έγγαμες γυναίκες μπορούν να επικαλεστούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τις διατάξεις του παραρτήματος VI του κανονισμού, για να τους αναγνωριστούν περίοδοι ασφαλίσεως υπό την έννοια του AOW, δεν ασκεί καμία απολύτως επιρροή όσον αφορά τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο σύστημα προαιρετικής ασφαλίσεως, οι οποίες εξακολουθούν να ρυθμίζονται από το εθνικό δίκαιο και, εν πάση περιπτώσει, δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη στο εν λόγω παράρτημα.
Ομοίως, εξακολουθώ να είμαι της γνώμης ότι η εφαρμογή στην περίπτωση που μας απασχολεί της διακρίσεως μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων, όπως προκύπτει από τη νομολογία Kermaschek, οδηγεί αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι η Cabanis-Issarte δεν δικαιούται να τύχει της εν λόγω μειώσεως εισφορών (19). Πράγματι, αν ληφθεί υπόψη ότι όλοι οι κάτοικοι των Κάτω Ξωρών καλύπτονται απευθείας και ατομικώς από τον AOW, από το 15ο μέχρι το 65ο έτος της ηλικίας τους, ανεξαρτήτως φύλου και οικογενειακής καταστάσεως, είναι πρόδηλο ότι το συνταξιοδοτικό δικαίωμα, άρα και ο ίδιος ο τρόπος υπαγωγής σε σύστημα προαιρετικής ασφαλίσεως, δεν αποτελεί δικαίωμα παρεχόμενο στα μέλη της οικογενείας ή στους επιζώντες ενός διακινουμένου εργαζομένου, αλλά ίδιον δικαίωμα κάθε προσώπου.
5 Τούτου λεχθέντος, ομολογώ ότι, όταν πρότεινα στο Δικαστήριο να εφαρμόσει στην περίπτωση της Cabanis-Issarte τη διάκριση μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων, είχα κάποιον δισταγμό, οφειλόμενο ακριβώς στις συνέπειες της διακρίσεως αυτής επί της ελευθερίας κυκλοφορίας, η οποία ναι μεν δεν διακυβεύεται από τη διάκριση αυτή αλλά ούτε και ενθαρρύνεται. Ο δισταγμός αυτός έγινε ακόμη μεγαλύτερος όταν, μερικούς μήνες αργότερα, στις προτάσεις που ανέπτυξα στο πλαίσιο της υποθέσεως Krid (20), υποστήριξα, σύμφωνα με προηγούμενη τοποθέτηση του Δικαστηρίου (21), ότι η νομολογία Kermaschek δεν έχει εφαρμογή στα μέλη της οικογενείας και στoυς επιζώντες εργαζομένων τρίτων χωρών με τις οποίες η Κοινότητα έχει συνάψει συμφωνίες συνεργασίας.
Τελικά, πρόκειται περί διακρίσεως η οποία με βάζει σε σκέψεις για πολλούς και διαφόρους λόγους. Συνεπώς, η επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, λαμβανομένων μάλιστα υπόψη των απαντήσεων του SVB, των κρατών μελών και της Επιτροπής στις ερωτήσεις που έθεσε το Δικαστήριο επί του υπό εξέταση ζητήματος, μου παρέχει την ευκαιρία να εμβαθύνω περισσότερο στο ζήτημα αυτό.
6 Θεωρώ σκόπιμο να υπενθυμίσω εκ προοιμίου ότι, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού «τα πρόσωπα που κατοικούν στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη και για τα οποία ισχύουν οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού υπόκεινται στις υποχρεώσεις και απολαύουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους, υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του, υπό την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού». Συνεπώς, η εν λόγω διάταξη καθιερώνει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των ημεδαπών και των προσώπων επί των οποίων έχει εφαρμογή ο κανονισμός, αρκεί να κατοικούν στο έδαφος ενός κράτους μέλους και υπό την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του ίδιου κανονισμού.
Ο κανονισμός, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, «ισχύει για μισθωτούς ή μη μισθωτούς που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη και είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη (...) καθώς και για τα μέλη της οικογένειάς τους και για τους επιζώντες τους». Καθόσον μας αφορά εν προκειμένω, πρέπει στη συνέχεια να διευκρινισθεί ότι «ως "μέλος της οικογένειας" νοείται κάθε πρόσωπο που ορίζεται ή αναγνωρίζεται ως μέλος της οικογένειας ή που ορίζεται ως μέλος του νοικοκυριού από τη νομοθεσία δυνάμει της οποίας καταβάλλονται οι παροχές ή (...) από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί» (άρθρο 1, στοιχείο σττ). Ο όρος «επιζών» ορίζεται κατ' ανάλογο στην ουσία τρόπο (άρθρο 1, στοιχείο ζζ). Όμως, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η παραπομπή που γίνεται στις εθνικές νομοθεσίες βρίσκει ένα όριο στην έννοια του «προσώπου η συντήρηση του οποίου βαρύνει κυρίως» τον εργαζόμενο, με αποτέλεσμα, στην περίπτωση αυτή, να θεωρείται πάντοτε ότι, από απόψεως εφαρμογής του κανονισμού, πληρούται η προϋπόθεση περί κατοχής της ιδιότητας του «μέλους της οικογένειας» και/ή του «επιζώντος» (22).
7 Οι προαναφερθείσες διατάξεις καθιστούν πρόδηλο, αφενός, ότι ο κανονισμός έχει εφαρμογή όχι μόνον επί των εργαζομένων αλλά και επί των μελών της οικογενείας τους και/ή των επιζώντων και, αφετέρου, ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, αν δεν υφίστανται ειδικές διατάξεις του ίδιου κανονισμού, θα πρέπει να τυγχάνει εφαρμογής τόσο έναντι των εργαζομένων όσο και έναντι των μελών της οικογενείας τους.
Εντός αυτού του κανονιστικού πλαισίου πρέπει να ενταχθεί η νομολογία Kermaschek, η οποία, κατά την άποψή μου, ενέχει κάποιες αντιφάσεις. Εν πάση περιπτώσει, θεωρώ σκόπιμη μια βραχεία ανάλυση της νομολογίας αυτής, ειδικά προς τον σκοπό να κατανοηθεί καλύτερα το σκεπτικό που αποτελεί τη βάση της διακρίσεως μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων. Το σημείο αφετηρίας για την εξέταση αυτή δεν μπορεί να είναι άλλο από την απόφαση Kermaschek.
8 Με την απόφαση αυτή, κληθέν να αποφανθεί επί της δυνατότητας εφαρμογής των άρθρων 67 έως 70 του κανονισμού, τα οποία αφορούν τις παροχές ανεργίας, στη σύζυγο - υπήκοο τρίτης χώρας - ενός μη διακινηθέντος Γερμανού εργαζομένου, ο οποίος συνεπώς δεν είχε κάνει χρήση των κανόνων περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού «αφορά δύο σαφώς χωριστές κατηγορίες: αφενός, τους εργαζομένους και, αφετέρου, τα μέλη της οικογενείας τους και τους επιζώντες» (23). Εκκινώντας από την προϋπόθεση αυτή, θεωρητικοποίησε στη συνέχεια τη διάκριση μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων, διάκριση την οποία επιβεβαιώνουν, πάντοτε κατά το Δικαστήριο, το άρθρο 2, παράγραφος 2, καθώς και το άρθρο 1, στοιχεία σττ και ζζ (24).
Πράγματι, το άρθρο 2, παράγραφος 2, βάσει του οποίου οι εργαζόμενοι που δεν είναι υπήκοοι ενός κράτους μέλους εξομοιώνονται με τους υπηκόους κράτους μέλους όσον αφορά τα δικαιώματα των επιζώντων των εργαζομένων αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι οι επιζώντες είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη, περιορίζεται να προβλέπει ότι οι (κοινοτικοί) υπήκοοι μέλη της οικογενείας ενός εργαζομένου που είναι υπήκοος τρίτης χώρας μπορούν να επικαλεστούν τον κανονισμό υπό την ιδιότητά τους ως επιζώντων. Συνεπώς, η εν λόγω διάταξη, η οποία ασφαλώς ασκούσε επιρροή στην υπόθεση εκείνη, δεδομένου ότι η Kermaschek - πριν καταστεί μέλος της οικογενείας κοινοτικού υπηκόου - κατοικούσε και εργαζόταν σε κράτος μέλος, δείχνει, και μάλιστα κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι οι εργαζόμενοι που δεν είναι υπήκοοι ενός κράτους μέλους δεν δικαιούνται να επικαλεστούν τους κανόνες του κανονισμού υπό την ιδιότητά τους ως εργαζομένων, ούτε ακόμη και αν είναι μέλη της οικογενείας κοινοτικού υπηκόου. Από τη σκοπιά αυτή, δεν μου φαίνεται ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού στηρίζει, τουλάχιστον τόσο ευρέως και γενικώς όσο η μεταγενέστερη νομολογία, τη διάκριση μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων.
Ομοίως, ναι μεν το άρθρο 1, στοιχεία σττ και ζζ, του κανονισμού παραπέμπει, για τον προσδιορισμό του «μέλους της οικογένειας» και/ή του «επιζώντος», στις εθνικές νομοθεσίες δυνάμει των οποίων καταβάλλονται οι παροχές ή στη νομοθεσία του κράτους κατοικίας του εν λόγω προσώπου, η παραπομπή όμως αυτή γίνεται μόνον για να προσδιοριστεί αν πρόκειται ή όχι περί προσώπου που είναι μέλος του νοικοκυριού του εργαζομένου (25), και ασφαλώς όχι υπό την έννοια, όπως αντιθέτως υποστήριξαν κατά την παρούσα διαδικασία μερικά κράτη μέλη και ο SVB, ότι έχει επαφεθεί στις κατ' ιδίαν εθνικές νομοθεσίες να καθορίσουν ποιες παροχές, μεταξύ αυτών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, θα χορηγούνται στα μέλη της οικογενείας ενός εργαζομένου.
9 Η διάκριση μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων, όπως προκύπτει από την απόφαση Kermaschek, επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια κατ' επανάληψη (26). Συναφώς, θεωρώ σημαντικό να υπογραμμίσω ότι, στις περισσότερες υποθέσεις που ήχθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου, οι παροχές που δεν είχαν χορηγηθεί βάσει του κανονισμού, καθότι είχαν χαρακτηριστεί ως ίδια δικαιώματα, χορηγήθηκαν εντούτοις δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 (27), βάσει του οποίου ο εργαζόμενος υπήκοος ενός κράτους μέλους απολαύει, στο έδαφος των άλλων κρατών μελών, «των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους».
Συνεπώς, η ευρεία ερμηνεία της εννοίας του «κοινωνικού πλεονεκτήματος», όπως δίδεται από το Δικαστήριο κατά πάγια νομολογία (28), παρέχει τη δυνατότητα να χορηγηθούν στο μέλος της οικογενείας του εργαζομένου - εφόσον χαρακτηριστούν ως κοινωνικό πλεονέκτημα ... για τον εργαζόμενο - ορισμένες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως των οποίων η καταβολή δεν επιτρέπεται βάσει του κανονισμού, για τον λόγο ότι δεν θεωρούνται ως παράγωγα δικαιώματα κτηθέντα λόγω της ιδιότητας του μέλους της οικογενείας του εργαζομένου (29). Κατά τον τρόπο αυτόν, όπως κατέστησε σαφές ειδικά η Γαλλική Κυβέρνηση, καταλήγουμε στην εξάλειψη των ενδεχομένων αρνητικών συνεπειών της εφαρμογής της νομολογίας Kermaschek.
10 Εντούτοις, το γεγονός που εξέθεσα μόλις πιο πάνω δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να θεωρηθεί ικανό να άρει τις αμφιβολίες που δημιουργεί η διάκριση μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων. Το αποδεικνύει, αφενός, η ίδια η υπόθεση που μας απασχολεί, υπό την έννοια ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 δεν μπορεί πάντοτε να χρησιμοποιείται για να παρακάμπτονται τα σύμφυτα με τη διάκριση αυτή όρια· αφετέρου, η ίδια η νομολογία Kermaschek, εξεταζομένη στο σύνολό της, καθιστά πρόδηλο ότι η διάκριση αυτή, η οποία διατυπώθηκε - γιατί να το αποσιωπήσω; - σε μια ασφαλώς ιδιαίτερη περίπτωση και αιτιολογήθηκε όσον αφορά αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση (30), απέκτησε στη συνέχεια υπερβολικά μεγάλες διαστάσεις, έτσι ώστε να υφίσταται ο κίνδυνος να έλθει σε αντίθεση με τον ίδιο τον σκοπό του κανονισμού, ο οποίος πρέπει πρωτίστως και προς παντός να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων.
Συναφώς, ασφαλώς δεν στερείται σημασίας να υπενθυμίσω το περιεχόμενο της πέμπτης αιτιολογικής σκέψεως του κανονισμού, κατά την οποία «οι κανόνες συντονισμού των εθνικών νομοθεσιών περί κοινωνικής ασφαλίσεως εντάσσονται στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων υπηκόων των κρατών μελών και οφείλουν, ως εκ τούτου, να συμβάλλουν στη βελτίωση του επιπέδου ζωής τους και των συνθηκών απασχολήσεώς τους, εγγυώμενοι στο εσωτερικό της Κοινότητος, αφενός, ίση μεταχείριση σε όλους τους υπηκόους των κρατών μελών έναντι των διαφόρων εθνικών νομοθεσιών και, αφετέρου, την απόλαυση των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως από τους εργαζομένους και τα πρόσωπα που έλκουν απ' αυτούς δικαιώματα, ανεξάρτητα από τον τόπο απασχολήσεως ή κατοικίας τους».
11 Είναι πάντως κατά την άποψή μου αναντίρρητο ότι ο σκοπός αυτός τουλάχιστον θα υποβαθμιστεί αν επιτραπεί σε κάθε εθνική νομοθεσία να προσδιορίζει, μέσω καθορισμού των σχετικών χαρακτηριστικών, τις παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως τις οποίες δικαιούνται να λαμβάνουν τα μέλη της οικογενείας και/ή οι επιζώντες των εργαζομένων. Επιπλέον, όπως τόνισε η Επιτροπή, αυτού του είδους οι παροχές αναγνωρίζονται πλέον όλο και περισσότερο, λαμβανομένης υπόψη ιδίως της εξελίξεως της κοινωνίας, ως ίδια παρά ως παράγωγα δικαιώματα.
Από τη σκοπιά αυτή, είναι σαφέστατο ότι η διατήρηση της διακρίσεως μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων, όπως η διάκριση αυτή διατυπώνεται από της αποφάσεως Kermaschek και εντεύθεν, καταλήγει να οδηγεί στο «ισχνότατο» συμπέρασμα ότι τα μέλη της οικογενείας ενός εργαζομένου δικαιούνται οπωσδήποτε (αν όχι αποκλειστικά) τις παροχές λόγω ασθενείας, τα οικογενειακά επιδόματα, καθώς και τις συντάξεις σε χήρες και ορφανά. Εντούτοις, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των παροχών αυτών, μου φαίνεται θεμιτό να διερωτηθώ ποια είναι η αξία και το περιεχόμενο της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως κατ' άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού, αρχής που - καλόν είναι να επαναλάβω - έχει καθιερωθεί, υπό την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του κανονισμού, έναντι όχι όλων των εργαζομένων, αλλά όλων των προσώπων επί των οποίων έχει εφαρμογή ο κανονισμός, περιλαμβανομένων συνεπώς και των μελών της οικογενείας και/ή των επιζώντων των εργαζομένων.
12 Δεν μπορώ δε να μην υπενθυμίσω ότι, αντιθέτως, η διάκριση μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων δεν έχει εφαρμογή (όπως ήδη ανέφερα προηγουμένως) προκειμένου περί των μελών της οικογενείας εργαζομένων τρίτων χωρών με τις οποίες η Κοινότητα έχει συνάψει συμφωνίες συνεργασίας. Πράγματι, με την απόφαση Kziber (31), η οποία αφορούσε ένα επίδομα ανεργίας που ζητούσε η κόρη Μαροκινού εργαζομένου, το Δικαστήριο αποφάνθηκε, όσον αφορά το περιεχόμενο των δικαιωμάτων του μέλους της οικογενείας Μαροκινού εργαζομένου το οποίο κατοικεί μαζί του, ότι «η αρχή της εξαλείψεως κάθε διακρίσεως με βάση την ιθαγένεια στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως σημαίνει ότι ο ενδιαφερόμενος, ο οποίος πληροί όλες τις προβλεπόμενες από εθνική νομοθεσία προϋποθέσεις για τη χορήγηση παροχών ανεργίας που προβλέπονται υπέρ των νέων οι οποίοι αναζητούν εργασία, δεν μπορεί να στερηθεί τις παροχές αυτές λόγω της ιθαγενείας του» (32).
Με την επακολουθήσασα απόφαση Krid (33), το Δικαστήριο, από το οποίο είχε ρητώς ζητηθεί να εφαρμόσει τη νομολογία Kermaschek και επί των μελών της οικογενείας των εργαζομένων τρίτων χωρών με τις οποίες η Κοινότητα έχει συνάψει συμφωνίες συνεργασίας - στην περίπτωση εκείνη επρόκειτο περί της συμφωνίας συνεργασίας με την Αλγερία -, αποφάνθηκε ότι δεν μπορούσε να εφαρμοστεί η νομολογία αυτή, καθότι το προσωπικό πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας «δεν συμπίπτει με το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2 του κανονισμού 1408/71». Την άποψη αυτή μπορώ να συμμερισθώ μόνον εν μέρει. Πράγματι, είναι αλήθεια ότι η ύπαρξη, στις εν λόγω συμφωνίες, διατάξεων που προβλέπουν την εξάλειψη κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγενείας μεταξύ, αφενός, των ημεδαπών και, αφετέρου, των εργαζομένων τρίτων χωρών και των μελών της οικογενείας τους επιτρέπει - ελλείψει των διατάξεων εφαρμογής που όμως έχει προβλεφθεί να θεσπιστούν από το συμβούλιο συνεργασίας - να μη περιοριστεί, όσον αφορά τα μέλη της οικογενείας των εργαζομένων, η κατά τον τρόπο αυτόν προβλεπόμενη ισότητα μεταχειρίσεως μόνο στις παροχές που χαρακτηρίζονται ως παράγωγα δικαιώματα. Όμως, είναι εξίσου αλήθεια, κατά την άποψή μου, ότι αυτό δεν είναι λόγος να καταστεί ανενεργός η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, όπως καθιερώνεται στο άρθρο 3 του κανονισμού, κάθε φορά που η περί ης πρόκειται παροχή δεν προβλέπεται ρητώς από τον ίδιο κανονισμό μόνον και αποκλειστικώς υπέρ των εργαζομένων.
13 Εξάλλου, υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί ήδη η απόφαση κύριος και κυρία F. (34), με την οποία το Δικαστήριο δέχθηκε ακριβώς ότι, «στο πλαίσιο του καθ' ύλην πεδίου εφαρμογής του κανονισμού και ελλείψει ειδικής αντίθετης διατάξεως, τα μέλη της οικογένειας των εργαζομένων πρέπει να απολαύουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη νομοθεσία του κράτους διαμονής τους υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του κράτους αυτού. Συνεπώς, όσον αφορά την απόλαυση των δικαιωμάτων δυνάμει μιας εθνικής νομοθεσίας που προβλέπει τη χορήγηση επιδομάτων για αναπήρους, ούτε ο ίδιος ο εργαζόμενος ούτε τα μέλη της οικογενείας του μπορούν να τίθενται σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση με τους υπηκόους του κράτους διαμονής, λόγω του γεγονότος και μόνο ότι δεν έχουν την ιθαγένεια του κράτους αυτού». Συνεπώς, το Δικαστήριο κατέληξε στο ότι ο κανονισμός και ειδικά τα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 1, δεν επιτρέπουν να μη χορηγηθεί στο τέκνο διακινουμένου εργαζομένου το επίδομα που προβλέπεται υπέρ των ενηλίκων με ειδικές ανάγκες (35).
Η ίδια λύση, καλόν είναι να υπογραμμιστεί, έγινε δεκτή από το Δικαστήριο και με την επακολουθήσασα απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1976, Inzirillo (36), η οποία είναι συνεπώς μεταγενέστερη, έστω και για λίγο, της αποφάσεως Kermaschek. Προσθέτω ότι η λύση αυτή μου φαίνεται ως περισσότερο συνάδουσα όχι μόνο προς τον σκοπό, αλλά και προς το ίδιο το γράμμα των κρίσιμων διατάξεων του κανονισμού.
14 Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι τα μέλη της οικογενείας των εργαζομένων δικαιούνται να λάβουν όλες τις παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπει ο κανονισμός, αλλ' απλούστατα ότι αυτά δικαιούνται, δυνάμει της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, να λάβουν τις ως άνω παροχές, κάθε φορά που το γράμμα του κανονισμού δεν αντιτίθεται σ' αυτό. Με άλλα λόγια, θεωρώ ότι πρέπει οπωσδήποτε να διατηρηθεί η διάκριση μεταξύ εργαζομένων και μελών της οικογενείας, με συνέπεια μερικές παροχές να εξακολουθήσουν να καταβάλλονται αποκλειστικώς στους εργαζομένους (37), ενώ πρέπει οπωσδήποτε να καταργηθεί η διάκριση μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων, αν αυτή νοείται, όπως στη νομολογία Kermaschek, υπό την έννοια ότι τα μέλη της οικογενείας των εργαζομένων δικαιούνται μόνον των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως για τις οποίες προβλέπεται ρητώς από τις διάφορες εθνικές νομοθεσίες ότι μπορούν να χορηγηθούν και υπέρ αυτών.
Τελικά, η άποψη που μόλις εξέθεσα, η οποία άλλωστε τελεί εν πλήρει αρμονία με τις αποφάσεις κύριος και κυρία F. και Inzirillo, συνεπάγεται ότι το αν πρόκειται για ίδιο ή παράγωγο δικαίωμα πρέπει να κρίνεται βάσει του κανονισμού και όχι των κατ' ιδίαν εθνικών νομοθεσιών. Εξηγούμαι: λαμβανομένου υπόψη ότι σκοπός του κανονισμού είναι ουσιαστικώς το να εξασφαλιστεί η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων και ότι ακριβώς με την προοπτική αυτή εμπίπτουν στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού τα μέλη της οικογενείας και/ή οι επιζώντες των εργαζομένων, η έννοια του παραγώγου δικαιώματος, άρα και η έννοια των παροχών που δικαιούνται τα μέλη της οικογενείας των εργαζομένων υπό την ιδιότητά τους αυτή, δεν μπορεί παρά να είναι έννοια του κοινοτικού δικαίου. Τούτο με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα μέλη της οικογενείας των εργαζομένων δικαιούνται, δυνάμει της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, να λαμβάνουν όλες εκείνες τις παροχές που χορηγούνται στους ημεδαπούς και που με κανένα τρόπο δεν συνδέονται με την άσκηση εργασιακής δραστηριότητας, άρα δεν αποτελούν ίδιον δικαίωμα του εργαζομένου.
Η ερμηνεία αυτή δεν μου φαίνεται ότι έρχεται καθόλου σε αντίθεση με το γεγονός (που παρά ταύτα έτυχε επικλήσεως κατά τη διαδικασία) ότι ο κανονισμός σκοπεί στον συντονισμό των εθνικών νομοθεσιών στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, χωρίς όμως να προβλέπει καμία εναρμόνιση. Συναφώς, περιορίζομαι να τονίσω ότι η λύση που προτείνω δεν συνεπάγεται κανένα είδος εναρμονίσεως και ότι ασφαλώς δεν θίγεται ούτε καν ακροθιγώς η ποικιλία των εθνικών νομοθεσιών που διέπουν τον τομέα αυτόν.
15 Επιστρέφοντας στην περίπτωση που μας απασχολεί, όπου το επίμαχο αντικείμενο είναι η μείωση εισφορών την οποία δικαιούνται μόνον οι ημεδαποί στο πλαίσιο της προαιρετικής υπαγωγής στο συνταξιοδοτικό σύστημα, θεωρώ χρήσιμο να υπογραμμίσω ότι η Cabanis-Issarte, όπως προκύπτει από το ίδιο το σημείο ββ του πρώτου ερωτήματος, απέκτησε, όσον αφορά ορισμένες περιόδους ασφαλίσεως, συνταξιοδοτικά δικαιώματα υπό την ιδιότητά της ως μέλους της οικογενείας διακινουμένου εργαζομένου, συνεπώς δε ως παράγωγο δικαίωμα υπό την έννοια της νομολογίας Kermaschek· όσον δε αφορά άλλες περιόδους ασφαλίσεως, απέκτησε συνταξιοδοτικά δικαιώματα ως ίδιον δικαίωμα. Ακριβέστερα, κατά τις περιόδους που κατοικούσε στις Κάτω Ξώρες, απέκτησε τα εν λόγω δικαιώματα ως ίδιον δικαίωμα, δεδομένου ότι ο AOW έχει εφαρμογή εφ' όλων των κατοίκων· αντιθέτως, κατά τις περιόδους που υπέκειτο σε μεταβατικό καθεστώς ή κατά τις οποίες δεν κατοικούσε στις Κάτω Ξώρες, απέκτησε τα ως άνω δικαιώματα υπό την ιδιότητα της συζύγου διακινουμένου εργαζομένου, συνεπώς δε ως παράγωγο δικαίωμα.
Τούτου λεχθέντος, διευκρινίζω ότι το επίμαχο ζήτημα συνίσταται εν προκειμένω μόνο στο ύψος των εισφορών που οφείλονται, στο πλαίσιο της προαιρετικής ασφαλίσεως, για την περίοδο από 15 Ιουλίου 1969 (ημερομηνία κατά την οποία η Cabanis-Issarte έπαυσε να κατοικεί στις Κάτω Ξώρες) μέχρι 13 Μαου 1974 (ημερομηνία συμπληρώσεως του 65ου έτους της ηλικίας της). Δεδομένου ότι κατά την περίοδο αυτή η μεν Cabanis-Issarte δεν κατοικούσε πλέον στις Κάτω Ξώρες ο δε σύζυγός της είχε ήδη συνταξιοδοτηθεί, η εφαρμογή της νομολογίας Kermaschek θα οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι, κατά την υπό εξέταση περίοδο, η απόκτηση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων αποτελεί ίδιον δικαίωμα της ενδιαφερομένης, με συνέπεια αυτή να μην μπορεί να αξιώσει τη μείωση εισφορών που δικαιούνται οι ημεδαποί.
16 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω παρατηρήσεων, είναι σαφές ότι δεν είναι αυτή η κατεύθυνση που προτείνω στο Δικαστήριο να ακολουθήσει εν προκειμένω. Εξάλλου, παρατηρώ ότι η περίπτωση της Cabanis-Issarte καθιστά εναργέστατες τις παράλογες συνέπειες που μπορεί να έχει η διάκριση μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων. Πράγματι, εν προκειμένω, η ιδιότητα του ιδίου ή παραγώγου δικαιώματος αναγνωρίζεται με κριτήριο τα χαρακτηριστικά της εθνικής νομοθεσίας, ενώ καθόλου δεν λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι το εν λόγω δικαίωμα, για την Cabanis-Issarte, συνδέεται στενώς με την ιδιότητά της ως μέλους της οικογενείας ενός εργαζομένου.
Και πράγματι, τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που απέκτησε η Cabanis-Issarte βάσει της ολλανδικής νομοθεσίας εξαρτώνται αποκλειστικώς από το γεγονός ότι πρόκειται περί της συζύγου ενός διακινουμένου εργαζομένου, ο οποίος άσκησε την επαγγελματική του δραστηριότητα στις Κάτω Ξώρες. Τούτο αποδεικνύεται επιπλέον από το ότι μέχρι τον θάνατο του συζύγου της η Cabanis-Issarte δεν ελάμβανε αυτοτελή σύνταξη, αλλά τα συνταξιοδοτικά της δικαιώματα ενσωματώνονταν σ' αυτά του συζύγου της ο οποίος ελάμβανε σύνταξη εγγάμου. Από τη σκοπιά αυτή, το γεγονός ότι κατά την επίμαχη περίοδο η μεν Cabanis-Issarte δεν κατοικούσε στις Κάτω Ξώρες, ο δε σύζυγος είχε πλέον συνταξιοδοτηθεί, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να υποβληθεί η δυνατότητα κτήσεως συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, την οποία άλλωστε προσέφερε στην Cabanis-Issarte ο ίδιος ο SVB, σε επαχθέστερες προϋποθέσεις από αυτές που ισχύουν για τους ημεδαπούς.
Τελικά, θεωρώ ότι, βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού, ερμηνευομένου υπό το πρίσμα του άρθρου 3, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, η Cabanis-Issarte έχει δικαίωμα να τύχει, υπό την ιδιότητά της ως μέλους της οικογενείας διακινουμένου εργαζομένου, της ίδιας μειώσεως εισφορών που δικαιούνται οι ημεδαποί στο πλαίσιο της προαιρετικής ασφαλίσεως.
17 Δεδομένου ότι προτείνω στο Δικαστήριο να αναθεωρήσει, έστω και μερικώς, τη νομολογία Kermaschek, θεωρώ αναγκαίο να αξιολογήσω τη σκοπιμότητα χρονικού περιορισμού των αποτελεσμάτων της αποφάσεως που θα δέχεται την πρότασή μου.
Προσθέτω ότι ο SVB και τα κράτη μέλη, όταν έλαβαν θέση επί του ζητήματος αυτού, σε απάντηση ερωτήσεως που έθεσε επί τούτου το Δικαστήριο κατά την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, ζήτησαν από το Δικαστήριο, σε περίπτωση εγκαταλείψεως της νομολογίας Kermaschek, να περιορίσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της αποφάσεως. Η ίδια η Επιτροπή, καίτοι θεωρεί ότι οι χρηματοοικονομικές συνέπειες δεν θα είναι στην πράξη καθόλου σημαντικές για τα συστήματα κοινωνικών ασφαλίσεων, δεν προέβαλε αντιρρήσεις όσον αφορά τον εν λόγω περιορισμό.
18 Συναφώς, υπενθυμίζω εκ προοιμίου ότι, ως γνωστόν, η ερμηνεία την οποία δίδει το Δικαστήριο σε έναν κανόνα του κοινοτικού δικαίου κατά την άσκηση της αρμοδιότητας που του απονέμει το άρθρο 177 της Συνθήκης διευκρινίζει και αποσαφηνίζει την έννοια και το περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, όπως αυτός πρέπει ή θα έπρεπε να εφαρμόζεται από της θέσεώς του σε ισχύ. Συνεπώς, κατ' αρχήν, ο ερμηνευόμενος κατ' αυτόν τον τρόπο κανόνας μπορεί και πρέπει να εφαρμόζεται από τον δικαστή ακόμη και σε έννομες σχέσεις που γεννήθηκαν και διαμορφώθηκαν πριν από την ερμηνευτική απόφαση, αρκεί να μη πρόκειται περί εννόμων σχέσεων που έχουν ήδη λήξει και, αντιθέτως, να πληρούνται οι προϋποθέσεις που επιτρέπουν να αχθεί ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου διαφορά ως προς την εφαρμογή του κανόνα αυτού (38).
Συνεπώς, μόνον όταν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις περιορίζει το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν της γενικής αρχής της ασφαλείας δικαίου, τη δυνατότητα των ενδιαφερομένων να επικαλεστούν την κατά τον τρόπον αυτόν ερμηνευθείσα διάταξη (39). Στις περιπτώσεις που έλαβε τέτοια απόφαση, το Δικαστήριο, αφενός, έλαβε υπόψη τον κίνδυνο υπάρξεως σοβαρών οικονομικών επιπτώσεων, οφειλομένων ιδίως στον μεγάλο αριθμό των εννόμων σχέσεων που συστάθηκαν καλή τη πίστει βάσει της ρυθμίσεως που θεωρήθηκε βασίμως ως ισχύουσα, και, αφετέρου, εκτίμησε αν υπήρχε αντικειμενική και σημαντική αβεβαιότητα ως προς το περιεχόμενο των κοινοτικών διατάξεων που αποτελούσαν αντικείμενο της ερμηνευτικής αποφάσεως.
19 Πάντως, τονίζω κατ' αρχάς ότι δεν πιστεύω ότι η εγκατάλειψη της νομολογίας Kermaschek είναι δυνατόν, λαμβανομένων υπόψη όσων παρατηρήθηκαν ανωτέρω, να έχει σημαντικές χρηματοοικονομικές συνέπειες για τους οργανισμούς κοινωνικών ασφαλίσεων των κρατών μελών, πράγμα που επιβεβαιώνεται από τις ίδιες τις απαντήσεις των κρατών σε επί τούτου ερώτηση του Δικαστηρίου (40). Ωστόσο, παραμένει το γεγονός ότι η λύση που προτείνω συνεπάγεται την ανατροπή μιας εικοσαετούς πλέον νομολογίας, οπότε δεν μπορεί να μην αναγνωριστεί η ύπαρξη αντικειμενικής και σημαντικής αβεβαιότητας ως προς το περιεχόμενο των ερμηνευθεισών διατάξεων.
Συνεπώς, θεωρώ ότι εν προκειμένω επιβάλλεται ένας περιορισμός των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως. Βέβαια, στο πλαίσιο της υποχρεωτικής τηρήσεως της αρχής περί παροχής πλήρους δικαστικής προστασίας, θεμελιώδους αρχής που το Δικαστήριο οφείλει να διασφαλίζει, πρέπει οπωσδήποτε να μη θιγούν τα δικαιώματα εκείνων που πριν από την ημερομηνία της αποφάσεως άσκησαν ένδικη προσφυγή ή προέβαλαν ισοδύναμη ένσταση.
20 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων, θεωρώ ότι πρέπει να προτείνω μια διαφορετική λύση από αυτή στην οποία κατέληξα με τις προτσεις μου της 21ης Σεπτεμβρίου 1994. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο εθνικό δικαστήριο την ακόλουθη απάντηση:
«1) Τα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντίκεινται σε εθνική ρύθμιση που δεν παρέχει στα μέλη της οικογενείας και/ή στους επιζώντες ενός εργαζομένου υπό την έννοια του ίδιου κανονισμού, για λόγους αναγόμενους στην κατοικία, το δικαίωμα να τύχουν της μειώσεως εισφορών που δικαιούνται οι ημεδαποί στο πλαίσιο της προαιρετικής ασφαλίσεως.
2) Τα μέλη της οικογενείας και/ή οι επιζώντες ενός εργαζομένου δεν μπορούν να επικαλεστούν τα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 προς στήριξη απαιτήσεων σχετικών με προγενέστερες της ημερομηνίας της αποφάσεως του Δικαστηρίου περιόδους ασφαλίσεως, εκτός αν έχουν ήδη ασκήσει ένδικη προσφυγή ή προβάλει ισοδύναμη ένσταση.»
(1) - Βλ. την κωδικοποίηση υπό τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6).
(2) - Πρέπει να διευκρινιστεί, εν προκειμένω, ότι την εποχή που τελέστηκαν τα επίμαχα περιστατικά επρόκειτο περί του κεφαλαίου Η, σημείο 2, του παραρτήματος V.
(3) - Ωστόσο, η υποχρέωση αυτή μετριάζεται από το άρθρο 2 του βασιλικού διατάγματος της 3ης Δεκεμβρίου 1985, κατά το οποίο όποιος έχει εγκαταλείψει τις Κάτω Ξώρες, αλλά εξακολουθεί να ασφαλίζεται βάσει του ΑΟW, θεωρείται, όσον αφορά την προϋπόθεση των τριών ετών, ότι κατοικεί στη χώρα αυτή.
(4) - Συγκεκριμένα, η Cabanis-Issarte υπαγόταν στην υποχρεωτική ασφάλιση για τις περιόδους κατά τις οποίες κατοικούσε στις Κάτω Ξώρες όσο και στην προαιρετική ασφάλιση, δεδομένου ότι είχε (συν)ασφαλισθεί βάσει του άρθρου 9 του βασιλικού διατάγματος της 24ης Φεβρουαρίου 1961 για την περίοδο από 20 Οκτωβρίου 1960 έως 12 Νοεμβρίου 1963, καθότι ο σύζυγός της είχε καταβάλει προαιρετικώς τις εισφορές για την εν λόγω περίοδο.
(5) - Το άρθρο 3, παράγραφος 1, ορίζει ότι: «Τα πρόσωπα που κατοικούν στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη και για τα οποία ισχύουν οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού υπόκεινται στις υποχρεώσεις και απολαύουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του, υπό την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού».
(6) - Οι έννοιες του «μέλους της οικογενείας» και του «επιζώντος» ορίζονται στο άρθρο 1, στοιχείο ζζ, και στο άρθρο 1, στοιχείο σττ, αντιστοίχως του εν λόγω κανονισμού.
(7) - Βλ. την απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1976, 40/76, Kermaschek (Συλλογή τόμος 1976, σ. 599, σκέψη 8). Βλ., ως την πλέον πρόσφατη απόφαση με το ίδιο περιεχόμενο, την απόφαση της 27ης Μαου 1993, C-310/91, Schmid (Συλλογή 1993, σ. Ι-3011, σκέψη 12).
(8) - Υπενθυμίζω, συναφώς, την απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1987, 43/86, De Rijke (Συλλογή 1987, σ. 3611), με την οποία το Δικαστήριο δέχτηκε ότι μια έγγαμη γυναίκα δεν μπορούσε, βάσει του σημείου 2, περίπτωση γγ, του παραρτήματος VΙ, να επικαλεστεί το δικαίωμα υπαγωγής της στο σύστημα προαιρετικής ασφαλίσεως, αφ' ης στιγμής είχε ήδη παρέλθει η σχετική προθεσμία που είχε τάξει ο ΑΟW.
(9) - Πάντως, πρέπει να διευκρινιστεί εν προκειμένω ότι η διάταξη αυτή, κατά το μέρος που έχει σχέση με τη διάταξη του σημείου 2, περίπτωση γγ, εφαρμόστηκε επί της προσφεύγουσας. Συγκεκριμένα, της αναγνωρίστηκε ως περίοδος ασφαλίσεως υπό την έννοια του ΑΟW η περίοδος από το 1948 (έτος εγκαταστάσεως με τον σύζυγό της στις Κάτω Ξώρες) μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1957 (ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του ΑΟW).
(10) - Απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1986, 284/84, Spruyt (Συλλογή 1986, σ. 685, σκέψη 19).
(11) - Βλ. συναφώς, ως την πλέον πρόσφατη απόφαση, την απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1994, C-12/93, Drake (Συλλογή 1994, σ. Ι-4337).
(12) - Βλ. συναφώς, μεταξύ άλλων αποφάσεων, την απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1991, C-349/87, Παράσχη (Συλλογή 1991, σ. Ι-4501, σκέψη 23).
(13) - Προαναφερθείσα, σκέψη 25.
(14) - Παραπέμπω στις προτάσεις αυτές όχι μόνον για την περιγραφή των πραγματικών περιστατικών και του κοινοτικού και εθνικού κανονιστικού πλαισίου, αλλά και για όλες τις πτυχές της υποθέσεως που δεν συνδέονται με τη διάκριση μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων. Πράγματι, οι παρατηρήσεις που ακολουθούν αφορούν αποκλειστικώς την εν λόγω διάκριση και τις συνέπειές της στην περίπτωση που μας απασχολεί.
(15) - Απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1976, 40/76 (Συλλογή τόμος 1976, σ. 599, σκέψη 8).
(16) - Απόφαση της 6ης Ιουνίου 1985, 157/84, Frascogna (Συλλογή 1985, σ. 1739, σκέψεις 16 και 17)· απόφαση της 20ής Ιουνίου 1985, 94/84, Deak (Συλλογή 1985, σ. 1873, σκέψεις 14 έως 16)· απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1987, 147/87, Zaoui (Συλλογή 1987, σ. 5511, σκέψεις 12 και 13)· απόφαση της 8ης Ιουλίου 1992, C-243/91, σ. Ι-4401, σκέψεις 8 και 9)· απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, C-78/91, Hughes (Συλλογή 1992, σ. Ι-4839, σκέψεις 25 και 26)· και απόφαση της 27ης Μαου 1993, C-310/91, Schmid (Συλλογή 1993, σ. Ι-3011, σκέψεις 12 και 13).
(17) - Ακριβέστερα, η Cabanis-Issarte κατοικούσε στις Κάτω Ξώρες από τις 23 Νοεμβρίου 1948 μέχρι τις 15 Ιουλίου 1969, με μία διακοπή μεταξύ 20ής Οκτωβρίου 1960 και 12ης Νοεμβρίου 1963.
(18) - Βλ., ιδίως, σημεία 12 έως 14.
(19) - Βλ., συναφώς, σημεία 9 έως 11 των προτάσεων της 21ης Σεπτεμβρίου 1994.
(20) - Προτάσεις της 23ης Φεβρουαρίου 1995 στην υπόθεση C-103/94, επί της οποίας εκδόθηκε απόφαση στις 5 Απριλίου 1995 (Συλλογή 1995, σ. Ι-719).
(21) - Απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 1991, C-18/90, Kziber (Συλλογή 1991, σ. Ι-199, σκέψη 28).
(22) - Βλ. άρθρο 1, στοιχείο σττ, πρώτη περίπτωση, δεύτερη φράση, και άρθρο 1, στοιχείο ζζ, δεύτερη φράση.
(23) - Απόφαση Kermaschek (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 2), σκέψεις 6 και 7.
(24) - Όπ.π., σκέψη 8.
(25) - Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από το γεγονός, που έχω ήδη τονίσει, ότι η ως άνω παραπομπή στις εθνικές νομοθεσίες βρίσκει ένα όριο στην έννοια του προσώπου η συντήρηση του οποίου βαρύνει κυρίως τον εργαζόμενο.
(26) - Βλ. τις αποφάσεις που αναφέρθηκαν στην υποσημείωση 3.
(27) - Κανονισμός του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33).
(28) - Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 27ης Μαρτίου 1985, 249/83, Hoeckx (Συλλογή 1985, σ. 973).
(29) - Το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 εις τρόπον ώστε να περιλάβει στην έννοια του κοινωνικού πλεονεκτήματος το ειδικό επίδομα γήρατος (απόφαση Frascogna, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψεις 20 έως 24), το προβλεπόμενο για τους νέους εργαζομένους επίδομα αναμονής (απόφαση Deak, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψεις 21 έως 24), τις παροχές υπέρ ατόμων με ειδικές ανάγκες (απόφαση Schmid, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψεις 18 έως 22). Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η υπόθεση η οποία μάλιστα αφορούσε την ίδια παροχή υπέρ ατόμων με ειδικές ανάγκες που αφορούσε και η υπόθεση Schmid. Η διαφορετική λύση στην οποία κατέληξε το Δικαστήριο οφείλεται στο ότι η κρίσιμη και στις δύο περιπτώσεις εθνική νομοθεσία δεν επέτρεπε στους υπηκόους τρίτων χωρών, ακόμη και αν ήσαν μέλη της οικογενείας ημεδαπού, να ζητήσουν την εν λόγω παροχή. Σε αντίθεση με τη Schmid, η καίτοι σύζυγος (κοινοτικού) διακινουμένου εργαζομένου, δεν ήταν υπήκοος κράτους μέλους. Συναφώς, δεν μπορώ πάντως να μην παρατηρήσω ότι το Δικαστήριο είχε αναγνωρίσει πάντοτε βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 2, ότι δικαιούτο το επίδομα ανεργίας νέων ο Deak, μέλος της οικογενείας διακινουμένου εργαζομένου αλλά υπήκοος τρίτης χώρας· και τούτο, παρά το ότι η κρίσιμη στην υπόθεση εκείνη εθνική νομοθεσία δεν επέτρεπε τη χορήγηση του ως άνω επιδόματος ούτε και στα μη κοινοτικά μέλη της οικογενείας των ημεδαπών.
(30) - Πράγματι, δεν πρέπει να λησμονείται η ιδιαιτερότητα της περιπτώσεως που οδήγησε στη διάκριση μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων. Αναφέρομαι ειδικά στο γεγονός ότι η Kermaschek ζητούσε παροχές ανεργίας έχοντας εργαστεί σε ένα κράτος μέλος και στη συνέχεια μετακινηθεί σε άλλο κράτος μέλος, όπου απέκτησε, μόνον όμως αφότου εγκατέλειψε την εργασιακή της δραστηριότητα, την ιδιότητα του μέλους της οικογενείας κοινοτικού (μη διακινουμένου) εργαζομένου. Το γεγονός ότι ζήτησε τις παροχές αυτές υπό την ιδιότητά της ως μέλους της οικογενείας εργαζομένου εξηγείται ακριβώς από το ότι επρόκειτο περί υπηκόου τρίτης χώρας· πράγματι, στην αντίθετη περίπτωση, οι εν λόγω παροχές θα εζητούντο υπό την ιδιότητα του εργαζομένου. Μετά τη διευκρίνιση αυτή, πρέπει πάντως να ομολογήσω ότι έχω ουκ ολίγες αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής του κανονισμού σε ένα πρόσωπο που τελεί στην κατάσταση της Kermaschek: και μάλιστα, ακόμη και αν το δικαίωμα λήψεως παροχών ανεργίας θεωρηθεί ως παράγωγο δικαίωμα. Πράγματι, μολονότι ο κανονισμός έχει εφαρμογή όχι μόνον επί των διακινουμένων εργαζομένων αλλά εφ' όλων των εργαζομένων, ακόμη και επ' αυτών (των μη διακινουμένων) οι οποίοι μετακινούνται εντός της Κοινότητας για διαφόρους λόγους και όχι για την άσκηση εργασιακής δραστηριότητας, και συνεπώς και επί των μελών της οικογενείας (των μη διακινουμένων εργαζομένων) που μετακινούνται, δεν μπορώ να κατανοήσω πώς το μέλος της οικογενείας μη διακινουμένου εργαζομένου, το οποίο ποτέ δεν έχει μετακινηθεί υπό την ιδιότητά του ως μέλους της οικογενείας εργαζομένου, θα μπορεί να αξιώσει «παράγωγα δικαιώματα». Εντούτοις, η προσέγγιση αυτή επιβεβαιώθηκε από το Δικαστήριο στην απόφαση Zaoui (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 3). Πράγματι, στον Zaoui, Αλγερινό υπήκοο, ο οποίος, όπως προέκυπτε, ουδέποτε είχε μετακινηθεί εντός της Κοινότητας, το Δικαστήριο αρνήθηκε ένα συμπληρωματικό επίδομα υπέρ συνταξιούχων που καταβαλλόταν από ένα εθνικό ασφαλιστικό ταμείο και που είχε ζητήσει ο Zaoui υπό την ιδιότητά του ως συζύγου Γαλλίδας υπηκόου ουδέποτε έχουσας ασκήσει το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της Κοινότητας, μόνον και μόνον για τον λόγο ότι θεώρησε ότι επρόκειτο περί ιδίου και όχι παραγώγου δικαιώματος. Τούτο συνεπάγεται, όπως και στην υπόθεση Kermaschek, ότι αν, βάσει της επίμαχης εθνικής νομοθεσίας, η ζητουμένη παροχή είχε διαμορφωθεί ως παράγωγο δικαίωμα αποκτώμενο λόγω της ιδιότητας του μέλους της οικογενείας, το μέλος αυτό θα την δικαιούνταν.
(31) - Απόφαση προαναφερθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψη 28.
(32) - Συναφώς, δεν στερείται ενδιαφέροντος να υπενθυμίσω ότι ο γενικός εισαγγελέας Van Gerven, με τις προτάσεις που ανέπτυξε στο πλαίσιο της εν λόγω υποθέσεως, είχε αντιθέτως υποστηρίξει ότι «η ερμηνεία των άρθρων 2 και 3 του κανονισμού 1408/71 στην υπόθεση Kermaschek, που επιβεβαιώθηκε και εφαρμόστηκε στην περίπτωση του επιδόματος αναμονής με την απόφαση Deak, πρέπει να ισχύσει επίσης και για το άρθρο 41 της Συμφωνίας. Λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου και του περιεχομένου της Συμφωνίας, καθώς και του γράμματος του άρθρου 41, που αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ίσης μεταχειρίσεως, δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτό ότι η διάταξη αυτή παρέχει στα μέλη της οικογενείας Μαροκινού εργαζομένου ευρύτερα δικαιώματα (ήτοι όχι μόνο παρεπόμενα αλλά και ίδια) από τα παρεχόμενα στα μέλη της οικογενείας εργαζομένου κοινοτικού υπηκόου με τον κανονισμό 1408/71, ο οποίος αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας» (Συλλογή 1991, σ. Ι-219).
(33) - Απόφαση προαναφερθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψεις 38 και 39.
(34) - Απόφαση της 17ης Ιουνίου 1975, 7/75 (Συλλογή τόμος 1975, σ. 195, σκέψεις 16 και 17).
(35) - Με την ίδια απόφαση το Δικαστήριο δέχθηκε επίσης ότι, «πράγματι, αν δεν συνέβαινε αυτό, ο εργαζόμενος, έχοντας την ανησυχία να εξασφαλίσει στο ανάπηρο τέκνο του τη διαρκή λήψη των επιδομάτων που αυτό έχει ανάγκη λόγω της καταστάσεώς του, θα παροτρυνόταν να μη μείνει στο κράτος μέλος όπου έχει εγκατασταθεί και έχει βρει εργασία, πράγμα που θα ήταν αντίθετο προς τον σκοπό που επιδιώκεται από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων εντός της Κοινότητας, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα που αναγνωρίζεται βάσει της εν λόγω αρχής στον εργαζόμενο και στα μέλη της οικογένειάς του να παραμένει στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο αυτός έχει εργαστεί, υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται με τον κανονισμό 1251/70 της Επιτροπής, της 19ης Ιουνίου 1970» (σκέψη 20). Τέλος, θεωρώ ότι δεν στερείται ενδιαφέροντος να υπενθυμίσω ότι η επίμαχη στην υπόθεση εκείνη εθνική νομοθεσία είναι ακριβώς αυτή που ήταν επίμαχη στις υποθέσεις όπου όμως το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας τη διάκριση μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων, κατέληξε στο αντίθετο συμπέρασμα, ότι δηλαδή ο κανονισμός δεν είχε εφαρμογή: τούτο δε ακριβώς για τον λόγο ότι το δικαίωμα προς λήψη επιδόματος υπέρ ενηλίκου με ειδικές ανάγκες χαρακτηρίστηκε ως ίδιον δικαίωμα.
(36) - Υπόθεση 63/76 (Συλλογή τόμος 1976, σ. 767, σκέψεις 15 έως 17). Και η υπόθεση εκείνη αφορούσε το επίδομα υπέρ ενηλίκου με ειδικές ανάγκες, το οποίο η εθνική νομοθεσία χαρακτήριζε ως ίδιον δικαίωμα.
(37) - Περί αυτού πρόκειται, όχι μόνον για τις παροχές που είναι σύμφυτες με τις επαγγελματικές ασθένειες και τα εργατικά ατυχήματα, αλλά και για αυτές ταύτες τις παροχές λόγω ανεργίας, οι οποίες, δυνάμει των άρθρων 67 έως 70 του κανονισμού, καταβάλλονται μόνον σε αυτούς που χαρακτηρίζονται ως εργαζόμενοι υπό την έννοια του ίδιου κανονισμού.
(38) - Βλ. τις αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 1980, 61/79, Denkavit italiana (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 605, σκέψη 16), και 66/79, 127/79 και 128/79, Salumi (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 627, σκέψη 9).
(39) - Βλ. απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, 43/75, Defrenne (Συλλογή τόμος 1976, σ. 175, σκέψεις 69 έως 75)· επίσης, ως την πλέον πρόσφατη, απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman (Συλλογή 1995, σ. Ι-0000, σκέψεις 139 έως 146).
(40) - Πράγματι, όταν τους ζητήθηκε να αναφέρουν τις δυνάμενες να ανακύψουν στην πράξη χρηματοοικονομικές συνέπειες της ενδεχομένης εγκαταλείψεως της νομολογίας Kermaschek για τους οργανισμούς κοινωνικών ασφαλίσεων, τα κράτη μέλη και ο SVB δεν ήσαν σε θέση να παράσχουν συναφώς κανένα στοιχείο.
Full & Egal Universal Law Academy