ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
GIUSEPPE TESAURO
της 29ης Φεβρουαρίου 1996 ( *1 )
1.
Μετά τις προτάσεις που ανέπτυξα στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως στις 21 Σεπτεμβρίου 1994 ( 1 ), το Δικαστήριο αποφάσισε την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας. Συγχρόνως παρέπεμψε την υπόθεση στην ολομέλεια και έθεσε μερικές ερωτήσεις ειδικά ως προς την άποτψη των διαδίκων της κύριας δίκης, της Επιτροπής και των κρατών μελών επί της διακρίσεως μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων, η οποία διατυπώθηκε με την απόφαση Kermaschek ( 2 ) και επαναλήφθηκε στη συνέχεια με τη μεταγενέστερη νομολογία ( 3 ) (στο εξής: νομολογία Kermaschek).
Υπενθυμίζω ότι βάσει της διακρίσεως αυτής, ενώ όσοι έχουν την ιδιότητα του εργαζομένου υπό την έννοια του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6, στο εξής: κανονισμός), μπορούν να επικαλούνται το δικαίωμα επί των παροχών, τις οποίες προβλέπει ο κανονισμός, ως ίδιον δικαίωμα, τα μέλη της οικογενείας ή οι επιζώντες ενός εργαζομένου μπορούν να επικαλούνται μόνον παράγωγα δικαιώματα, δηλαδή δικαιώματα που έχουν αποκτήσει υπό την ιδιότητά τους ως μελών της οικογενείας και/ή επιζώντων ενός εργαζομένου.
2.
Υπενθυμίζω ότι η Cabanis-Issarte, Γαλλίδα υπήκοος, κατοικούσε επί δεκαοκτώ σχεδόν έτη στις Κάτω Χώρες λόγω της επαγγελματικής δραστηριότητας του συζύγου της ( 4 ). Ζήτησε να τύχει της ίδιας μειώσεως εισφορών που δικαιούνται οι Ολλανδοί υπήκοοι — βάσει του Algemene Ouderdomswet (νόμου περί γενικής ασφαλίσεως γήρατος, στο εξής: AOW) — σε περίπτωση αποκτήσεως συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων μέσω προαιρετικής ασφαλίσεως, αλλά τούτο όσον αφορά μια περίοδο κατά την οποία ούτε κατοικούσε ούτε εργαζόταν στο κράτος αυτό.
Κατόπιν αυτού, το Centrale Raad van Beroep, εθνικό δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η διαφορά μεταξύ της Cabanis-Issarte και του Bestuur van de Sociale Verzekeringsbank (ολλανδικοί οργανισμού κοινωνικών ασφαλίσεων, στο εξής: SVB), ζήτησε από το Δικαστήριο την ερμηνεία των άρθρων 2 και 3 του κανονισμού, καθώς και των σημείων 2α, 2ε και 2γ του κεφαλαίου Ι του παραρτήματος VI του ίδιου κανονισμού, προκειμένου να προσδιοριστεί αν οι διατάξεις αυτές επιτρέπουν σε ένα πρόσωπο που τελεί στην κατάσταση της Cabanis-Issarte να τύχει της μειώσεως εισφορών που δικαιούνται οι ημεδαποί.
3.
Υπενθυμίζω στη συνέχεια ότι με τις προτάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 1994 πρότεινα στο Δικαστήριο να δώσει στο εθνικό δικαστήριο την απάντηση ότι οι ανωτέρω διατάξεις του κανονισμού πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν αντίκεινται στην εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως που περιορίζει το δικαίωμα προς μείωση εισφορών, στο πλαίσιο προαιρετικής ασφαλίσεως, στους ημεδαπούς και στα πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του εργαζομένου υπό την έννοια του κανονισμού.
4.
Παραμένω πεπεισμένος, για τους λόγους που ήδη εξέθεσα με τις προτάσεις αυτές ( 5 ), ότι η Cabanis-Issarte δεν μπορεί λυσιτελώς να επικαλεστεί, για να τύχει της μειώσεως εισφορών, τις διατάξεις του παραρτήματος VI, κεφάλαιο Ι, σημείο 2, περιπτώσεις α' και ε', τις οποίες αναφέρει το αιτούν δικαστήριο στα σημεία α' και γ' του πρώτου ερωτήματος. Συναφώς, περιορίζομαι εδώ να υπενθυμίσω ότι το γεγονός ότι οι έγγαμες γυναίκες μπορούν να επικαλεστούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τις διατάξεις του παραρτήματος VI του κανονισμού, για να τους αναγνωριστούν περίοδοι ασφαλίσεως υπό την έννοια του AOW, δεν ασκεί καμία απολύτως επιρροή όσον αφορά τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο σύστημα προαιρετικής ασφαλίσεως, οι οποίες εξακολουθούν να ρυθμίζονται από το εθνικό δίκαιο και, εν πάση περιπτώσει, δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη στο εν λόγω παράρτημα.
Ομοίως, εξακολουθώ να είμαι της γνώμης ότι η εφαρμογή στην περίπτωση που μας απασχολεί της διακρίσεως μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων, όπως προκύπτει από τη νομολογία Kermaschek, οδηγεί αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι η Cabanis- Issarte δεν δικαιούται να τύχει της εν λόγω μειώσεως εισφορών ( 6 ). Πράγματι, αν ληφθεί υπόψη ότι όλοι οι κάτοικοι των Κάτω Χωρών καλύπτονται απευθείας και ατομικώς από τον AOW, από το 15ο μέχρι το 65ο έτος της ηλικίας τους, ανεξαρτήτως φύλου και οικογενειακής καταστάσεως, είναι πρόδηλο ότι το συνταξιοδοτικό δικαίωμα, άρα και ο ίδιος ο τρόπος υπαγωγής σε σύστημα προαιρετικής ασφαλίσεως, δεν αποτελεί δικαίωμα παρεχόμενο στα μέλη της οικογενείας ή στους επιζώντες ενός διακινουμένου εργαζομένου, αλλά ίδιον δικαίωμα κάθε προσώπου.
5.
Τούτου λεχθέντος, ομολογώ ότι, όταν πρότεινα στο Δικαστήριο να εφαρμόσει στην περίπτωση της Cabanis-Issarte τη διάκριση μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων, είχα κάποιον δισταγμό, οφειλόμενο ακριβώς στις συνέπειες της διακρίσεως αυτής επί της ελευθερίας κυκλοφορίας, η οποία ναι μεν δεν διακυβεύεται από τη διάκριση αυτή αλλά ούτε και ενθαρρύνεται. Ο δισταγμός αυτός έγινε ακόμη μεγαλύτερος όταν, μερικούς μήνες αργότερα, στις προτάσεις που ανέπτυξα στο πλαίσιο της υποθέσεως Krid ( 7 ), υποστήριξα, σύμφωνα με προηγούμενη τοποθέτηση του Δικαστηρίου ( 8 ), ότι η νομολογία Kermaschek δεν έχει εφαρμογή στα μέλη της οικογενείας και στους επιζώντες εργαζομένων τρίτων χωρών με τις οποίες η Κοινότητα έχει συνάψει συμφωνίες συνεργασίας.
Τελικά, πρόκειται περί διακρίσεως η οποία με βάζει σε σκέψεις για πολλούς και διαφόρους λόγους. Συνεπώς, η επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, λαμβανομένων μάλιστα υπόψη των απαντήσεων του SVB, των κρατών μελών και της Επιτροπής στις ερωτήσεις που έθεσε το Δικαστήριο επί του υπό εξέταση ζητήματος, μου παρέχει την ευκαιρία να εμβαθύνω περισσότερο στο ζήτημα αυτό.
6.
Θεωρώ σκόπιμο να υπενθυμίσω εκ προοιμίου ότι, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού «τα πρόσωπα που κατοικούν στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη και για τα οποία ισχύουν οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού υπόκεινται στις υποχρεώσεις και απολαύουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους, υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του, υπό την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού». Συνεπώς, η εν λόγω διάταξη καθιερώνει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των ημεδαπών και των προσώπων επί των οποίων έχει εφαρμογή ο κανονισμός, αρκεί να κατοικούν στο έδαφος ενός κράτους μέλους και υπό την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του ίδιου κανονισμού.
Ο κανονισμός, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, «ισχύει για μισθωτούς ή μη μισθωτούς που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη και είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη (...) καθώς και για τα μέλη της οικογένειάς τους και για τους επιζώντες τους». Καθόσον μας αφορά εν προκειμένω, πρέπει στη συνέχεια να διευκρινισθεί ότι «ως “μέλος της οικογένειας” νοείται κάθε πρόσωπο που ορίζεται ή αναγνωρίζεται ως μέλος της οικογένειας ή που ορίζεται ως μέλος του νοικοκυριού από τη νομοθεσία δυνάμει της οποίας καταβάλλονται οι παροχές ή (...) από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί» (άρθρο 1, στοιχείο στ'). Ο όρος «επιζών» ορίζεται κατ' ανάλογο στην ουσία τρόπο (άρθρο 1, στοιχείο ζ'). Όμως, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η παραπομπή που γίνεται στις εθνικές νομοθεσίες βρίσκει ένα όριο στην έννοια του «προσώπου η συντήρηση του οποίου βαρύνει κυρίως» τον εργαζόμενο, με αποτέλεσμα, στην περίπτωση αυτή, να θεωρείται πάντοτε ότι, από απόψεως εφαρμογής του κανονισμού, πληρούται η προϋπόθεση περί κατοχής της ιδιότητας του «μέλους της οικογένειας» και/ή του «επιζώντος» ( 9 ).
7.
Ol προαναφερθείσες διατάξεις καθιστούν πρόδηλο, αφενός, ότι ο κανονισμός έχει εφαρμογή όχι μόνον επί των εργαζομένων αλλά και επί των μελών της οικογενείας τους και/ή των επιζώντων και, αφετέρου, ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, αν δεν υφίστανται ειδικές διατάξεις του ίδιου κανονισμού, θα πρέπει να τυγχάνει εφαρμογής τόσο έναντι των εργαζομένων όσο και έναντι των μελών της οικογενείας τους.
Εντός αυτού του κανονιστικού πλαισίου πρέπει να ενταχθεί η νομολογία Kermaschek, η οποία, κατά την άποψη μου, ενέχει κάποιες αντιφάσεις. Εν πάση περιπτώσει, θεωρώ σκόπιμη μια βραχεία ανάλυση της νομολογίας αυτής, ειδικά προς τον σκοπό να κατανοηθεί καλύτερα το σκεπτικό που αποτελεί τη βάση της διακρίσεως μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων. Το σημείο αφετηρίας για την εξέταση αυτή δεν μπορεί να είναι άλλο από την απόφαση Kermaschek.
8.
Με την απόφαση αυτή, κληθέν να αποφανθεί επί της δυνατότητας εφαρμογής των άρθρων 67 έως 70 του κανονισμού, τα οποία αφορούν τις παροχές ανεργίας, στη σύζυγο — υπήκοο τρίτης χώρας — ενός μη διακινηθέντος Γερμανού εργαζομένου, ο οποίος συνεπώς δεν είχε κάνει χρήση των κανόνων περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού «αφορά δύο σαφώς χωριστές κατηγορίες: αφενός, τους εργαζομένους και, αφετέρου, τα μέλη της οικογενείας τους και τους επιζώντες» ( 10 ). Εκκινώντας από την προϋπόθεση αυτή, θεωρητικοποίησε στη συνέχεια τη διάκριση μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων, διάκριση την οποία επιβεβαιώνουν, πάντοτε κατά το Δικαστήριο, το άρθρο 2, παράγραφος 2, καθώς και το άρθρο 1, στοιχεία στ' και ζ' ( 11 ).
Πράγματι, το άρθρο 2, παράγραφος 2, βάσει του οποίου οι εργαζόμενοι που δεν είναι υπήκοοι ενός κράτους μέλους εξομοιώνονται με τους υπηκόους κράτους μέλους όσον αφορά τα δικαιώματα των επιζώντων των εργαζομένων αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι οι επιζώντες είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη, περιορίζεται να προβλέπει ότι οι (κοινοτικοί) υπήκοοι μέλη της οικογενείας ενός εργαζομένου που είναι υπήκοος τρίτης χώρας μπορούν να επικαλεστούν τον κανονισμό υπό την ιδιότητά τους ως επιζώντων. Συνεπώς, η εν λόγω διάταξη, η οποία ασφαλώς ασκούσε επιρροή στην υπόθεση εκείνη, δεδομένου ότι η Kermaschek — πριν καταστεί μέλος της οικογενείας κοινοτικού υπηκόου — κατοικούσε και εργαζόταν σε κράτος μέλος, δείχνει, και μάλιστα κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι οι εργαζόμενοι που δεν είναι υπήκοοι ενός κράτους μέλους δεν δικαιούνται να επικαλεστούν τους κανόνες του κανονισμού υπό την ιδιότητα τους ως εργαζομένων, ούτε ακόμη και αν είναι μέλη της οικογενείας κοινοτικού υπηκόου. Από τη σκοπιά αυτή, δεν μου φαίνεται ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού στηρίζει, τουλάχιστον τόσο ευρέως και γενικώς όσο η μεταγενέστερη νομολογία, τη διάκριση μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων.
Ομοίως, ναι μεν το άρθρο 1, στοιχεία στ' και ζ', του κανονισμού παραπέμπει, για τον προσδιορισμό του «μέλους της οικογένειας» παι/ή του «επιζώντος», στις εθνικές νομοθεσίες δυνάμει των οποίων καταβάλλονται οι παροχές ή στη νομοθεσία του κράτους κατοικίας του εν λόγω προσώπου, η παραπομπή όμως αυτή γίνεται μόνον για να προσδιοριστεί αν πρόκειται ή όχι περί προσώπου που είναι μέλος του νοικοκυριού του εργαζομένου ( 12 ), και ασφαλώς όχι υπό την έννοια, όπως αντιθέτως υποστήριξαν κατά την παρούσα διαδικασία μερικά κράτη μέλη και ο SVB, ότι έχει επαφεθεί στις κατ' ιδίαν εθνικές νομοθεσίες να καθορίσουν ποιες παροχές, μεταξύ αυτών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, θα χορηγούνται στα μέλη της οικογενείας ενός εργαζομένου.
9.
Η διάκριση μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων, όπως προκύπτει από την απόφαση Kermaschek, επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια κατ' επανάληψη ( 13 ). Συναφώς, θεωρώ σημαντικό να υπογραμμίσω ότι, στις περισσότερες υποθέσεις που ήχθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου, οι παροχές που δεν είχαν χορηγηθεί βάσει του κανονισμού, καθότι είχαν χαρακτηριστεί ως ίδια δικαιώματα, χορηγήθηκαν εντούτοις δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 ( 14 ), βάσει του οποίου ο εργαζόμενος υπήκοος ενός κράτους μέλους απολαύει, στο έδαφος των άλλων κρατών μελών, «των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους».
Συνεπώς, η ευρεία ερμηνεία της εννοίας του «κοινωνικού πλεονεκτήματος», όπως δίδεται από το Δικαστήριο κατά πάγια νομολογία ( 15 ), παρέχει τη δυνατότητα να χορηγηθούν στο μέλος της οικογενείας του εργαζομένου — εφόσον χαρακτηριστούν ως κοινωνικό πλεονέκτημα ... για τον εργαζόμενο — ορισμένες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως των οποίων η καταβολή δεν επιτρέπεται βάσει του κανονισμού, για τον λόγο ότι δεν θεωρούνται ως παράγωγα δικαιώματα κτηθέντα λόγω της ιδιότητας του μέλους της οικογενείας του εργαζομένου ( 16 ). Κατά τον τρόπο αυτόν, όπως κατέστησε σαφές ειδικά η Γαλλική Κυβέρνηση, καταλήγουμε στην εξάλειψη των ενδεχομένων αρνητικών συνεπειών της εφαρμογής της νομολογίας Kermaschek.
10.
Εντούτοις, το γεγονός που εξέθεσα μόλις πιο πάνω δεν μπορεί, πατά την άποψή μου, να θεωρηθεί ικανό να άρει τις αμφιβολίες που δημιουργεί η διάκριση μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων. Το αποδεικνύει, αφενός, η ίδια η υπόθεση που μας απασχολεί, υπό την έννοια ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 δεν μπορεί πάντοτε να χρησιμοποιείται για να παρακάμπτονται τα σύμφυτα με τη διάκριση αυτή όρια αφετέρου, η ίδια η νομολογία Kermaschek, εξεταζόμενη στο σύνολό της, καθιστά πρόδηλο ότι η διάκριση αυτή, η οποία διατυπώθηκε — γιατί να το αποσιωπήσω; — σε μια ασφαλώς ιδιαίτερη περίπτωση και αιτιολογήθηκε όσον αφορά αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση ( 17 ), απέκτησε στη συνέχεια υπερβολικά μεγάλες διαστάσεις, έτσι ώστε να υφίσταται ο κίνδυνος να έλθει σε αντίθεση με τον ίδιο τον σκοπό του κανονισμού, ο οποίος πρέπει πρωτίστως και προς παντός να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων.
Συναφώς, ασφαλώς δεν στερείται σημασίας να υπενθυμίσω το περιεχόμενο της πέμπτης αιτιολογικής σκέψεως του κανονισμού, κατά την οποία «οι κανόνες συντονισμού των εθνικών νομοθεσιών περί κοινωνικής ασφαλίσεως εντάσσονται στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων υπηκόων των κρατών μελών και οφείλουν, ως εκ τούτου, να συμβάλλουν στη βελτίωση του επιπέδου ζωής τους και των συνθηκών απασχολήσεως τους, εγγυώμενοι στο εσωτερικό της Κοινότητος, αφενός, ίση μεταχείριση σε όλους τους υπηκόους των κρατών μελών έναντι των διαφόρων εθνικών νομοθεσιών και, αφετέρου, την απόλαυση των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως από τους εργαζομένους και τα πρόσωπα που έλκουν απ' αυτούς δικαιώματα, ανεξάρτητα από τον τόπο απασχολήσεως ή κατοικίας τους».
11.
Είναι πάντως πατά την άποψη μου αναντίρρητο ότι ο σκοπός αυτός τουλάχιστον θα υποβαθμιστεί αν επιτραπεί σε κάθε εθνική νομοθεσία να προσδιορίζει, μέσω καθορισμού των σχετικών χαρακτηριστικών, τις παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως τις οποίες δικαιούνται να λαμβάνουν τα μέλη της οικογενείας και/ή οι επιζώντες των εργαζομένων. Επιπλέον, όπως τόνισε η Επιτροπή, αυτού του είδους οι παροχές αναγνωρίζονται πλέον όλο και περισσότερο, λαμβανομένης υπόψη ιδίως της εξελίξεως της κοινωνίας, ως ίδια παρά ως παράγωγα δικαιώματα.
Από τη σκοπιά αυτή, είναι σαφέστατο ότι η διατήρηση της διακρίσεως μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων, όπως η διάκριση αυτή διατυπώνεται από της αποφάσεως Kermaschek και εντεύθεν, καταλήγει να οδηγεί στο «ισχνότατο» συμπέρασμα ότι τα μέλη της οικογενείας ενός εργαζομένου δικαιούνται οπωσδήποτε (αν όχι αποκλειστικά) τις παροχές λόγω ασθενείας, τα οικογενειακά επιδόματα, καθώς και τις συντάξεις σε χήρες και ορφανά. Εντούτοις, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των παροχών αυτών, μου φαίνεται θεμιτό να διερωτηθώ ποια είναι η αξία και το περιεχόμενο της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως κατ' άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού, αρχής που — καλόν είναι να επαναλάβω — έχει καθιερωθεί, υπό την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του κανονισμού, έναντι όχι όλων των εργαζομένων, αλλά όλων των προσώπων επί των οποίων έχει εφαρμογή ο κανονισμός, περιλαμβανομένων συνεπώς και των μελών της οικογενείας και/ή των επιζώντων των εργαζομένων.
12.
Δεν μπορώ δε να μην υπενθυμίσω ότι, αντιθέτως, η διάκριση μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων δεν έχει εφαρμογή (όπως ήδη ανέφερα προηγουμένως) προκειμένου περί των μελών της οικογενείας εργαζομένων τρίτων χωρών με τις οποίες η Κοινότητα έχει συνάψει συμφωνίες συνεργασίας. Πράγματι, με την απόφαση Kziber ( 18 ), η οποία αφορούσε ένα επίδομα ανεργίας που ζητούσε η κόρη Μαροκινού εργαζομένου, το Δικαστήριο αποφάνθηκε, όσον αφορά το περιεχόμενο των δικαιωμάτων του μέλους της οικογενείας Μαροκινού εργαζομένου το οποίο κατοικεί μαζί του, ότι «η αρχή της εξαλείψεως κάθε διακρίσεως με βάση την ιθαγένεια στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως σημαίνει ότι ο ενδιαφερόμενος, ο οποίος πληροί όλες τις προβλεπόμενες από εθνική νομοθεσία προϋποθέσεις για τη χορήγηση παροχών ανεργίας που προβλέπονται υπέρ των νέων οι οποίοι αναζητούν εργασία, δεν μπορεί να στερηθεί τις παροχές αυτές λόγω της ιθαγενείας του» ( 19 ).
Με την επακολουθήσασα απόφαση Kiid ( 20 ), το Δικαστήριο, από το οποίο είχε ρητώς ζητηθεί να εφαρμόσει τη νομολογία Kermaschek και επί των μελών της οικογενείας των εργαζομένων τρίτων χωρών με τις οποίες η Κοινότητα έχει συνάψει συμφωνίες συνεργασίας — στην περίπτωση εκείνη επρόκειτο περί της συμφωνίας συνεργασίας με την Αλγερία —, αποφάνθηκε ότι δεν μπορούσε να εφαρμοστεί η νομολογία αυτή, καθότι το προσωπικό πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας «δεν συμπίπτει με το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2 του κανονισμού 1408/71». Την άποψη αυτή μπορώ να συμμερισθώ μόνον εν μέρει. Πράγματι, είναι αλήθεια ότι η ύπαρξη, στις εν λόγω συμφωνίες, διατάξεων που προβλέπουν την εξάλειψη κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγενείας μεταξύ, αφενός, των ημεδαπών και, αφετέρου, των εργαζομένων τρίτων χωρών και των μελών της οικογενείας τους επιτρέπει — ελλείψει των διατάξεων εφαρμογής που όμως έχει προβλεφθεί να θεσπιστούν από το συμβούλιο συνεργασίας — να μη περιοριστεί, όσον αφορά τα μέλη της οικογενείας των εργαζομένων, η κατά τον τρόπο αυτόν προβλεπόμενη ισότητα μεταχειρίσεως μόνο στις παροχές που χαρακτηρίζονται ως παράγωγα δικαιώματα. Όμως, είναι εξίσου αλήθεια, κατά την άποψη μου, ότι αυτό δεν είναι λόγος να καταστεί ανενεργός η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, όπως καθιερώνεται στο άρθρο 3 του κανονισμού, κάθε φορά που η περί ης πρόκειται παροχή δεν προβλέπεται ρητώς από τον ίδιο κανονισμό μόνον και αποκλειστικώς υπέρ των εργαζομένων.
13.
Εξάλλου, υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί ήδη η απόφαση κύριος και κυρία F. ( 21 ), με την οποία το Δικαστήριο δέχθηκε ακριβώς ότι, «στο πλαίσιο του καθ' ύλην πεδίου εφαρμογής του κανονισμού και ελλείψει ειδικής αντίθετης διατάξεως, τα μέλη της οικογένειας των εργαζομένων πρέπει να απολαύουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη νομοθεσία του κράτους διαμονής τους υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του κράτους αυτού. Συνεπώς, όσον αφορά την απόλαυση των δικαιωμάτων δυνάμει μιας εθνικής νομοθεσίας που προβλέπει τη χορήγηση επιδομάτων για αναπήρους, ούτε ο ίδιος ο εργαζόμενος ούτε τα μέλη της οικογενείας του μπορούν να τίθενται σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση με τους υπηκόους του κράτους διαμονής, λόγω του γεγονότος και μόνο ότι δεν έχουν την ιθαγένεια του κράτους αυτού». Συνεπώς, το Δικαστήριο κατέληξε στο ότι ο κανονισμός και ειδικά τα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 1, δεν επιτρέπουν να μη χορηγηθεί στο τέκνο διακινουμένου εργαζομένου το επίδομα που προβλέπεται υπέρ των ενηλίκων με ειδικές ανάγκες ( 22 ).
Η ίδια λύση, καλόν είναι να υπογραμμιστεί, έγινε δεκτή από το Δικαστήριο και με την επακολουθήσασα απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1976, Inzirillo ( 23 ), η οποία είναι συνεπώς μεταγενέστερη, έστω και για λίγο, της αποφάσεως Kermaschek. Προσθέτω ότι η λύση αυτή μου φαίνεται ως περισσότερο συνάδουσα όχι μόνο προς τον σκοπό, αλλά και προς το ίδιο το γράμμα των κρίσιμων διατάξεων του κανονισμού.
14.
Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι τα μέλη της οικογενείας των εργαζομένων δικαιούνται να λάβουν όλες τις παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπει ο κανονισμός, αλλ' απλούστατα ότι αυτά δικαιούνται, δυνάμει της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, να λάβουν τις ως άνω παροχές, κάθε φορά που το γράμμα του κανονισμού δεν αντιτίθεται σ' αυτό. Με άλλα λόγια, θεωρώ ότι πρέπει οπωσδήποτε να διατηρηθεί η διάκριση μεταξύ εργαζομένων και μελών της οικογενείας, με συνέπεια μερικές παροχές να εξακολουθήσουν να καταβάλλονται αποκλειστικώς στους εργαζομένους ( 24 ), ενώ πρέπει οπωσδήποτε να καταργηθεί η διάκριση μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων, αν αυτή νοείται, όπως στη νομολογία Kermaschek, υπό την έννοια ότι τα μέλη της οικογενείας των εργαζομένων δικαιούνται μόνον των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως για τις οποίες προβλέπεται ρητώς από τις διάφορες εθνικές νομοθεσίες ότι μπορούν να χορηγηθούν και υπέρ αυτών.
Τελικά, η άποψη που μόλις εξέθεσα, η οποία άλλωστε τελεί εν πλήρει αρμονία με τις αποφάσεις κύριος και κυρία F. και Inzirillo, συνεπάγεται ότι το αν πρόκειται για ίδιο ή παράγωγο δικαίωμα πρέπει να κρίνεται βάσει του κανονισμού και όχι των κατ' ιδίαν εθνικών νομοθεσιών. Εξηγούμαι: λαμβανομένου υπόψη ότι σκοπός του κανονισμού είναι ουσιαστικώς το να εξασφαλιστεί η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων και ότι ακριβώς με την προοπτική αυτή εμπίπτουν στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού τα μέλη της οικογενείας και/ή οι επιζώντες των εργαζομένων, η έννοια του παραγώγου δικαιώματος, άρα και η έννοια των παροχών που δικαιούνται τα μέλη της οικογενείας των εργαζομένων υπό την ιδιότητα τους αυτή, δεν μπορεί παρά να είναι έννοια του κοινοτικού δικαίου. Τούτο με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα μέλη της οικογενείας των εργαζομένων δικαιούνται, δυνάμει της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, να λαμβάνουν όλες εκείνες τις παροχές που χορηγούνται στους ημεδαπούς και που με κανένα τρόπο δεν συνδέονται με την άσκηση εργασιακής δραστηριότητας, άρα δεν αποτελούν ίδιον δικαίωμα του εργαζομένου.
Η ερμηνεία αυτή δεν μου φαίνεται ότι έρχεται καθόλου σε αντίθεση με το γεγονός (που παρά ταύτα έτυχε επικλήσεως κατά τη διαδικασία) ότι ο κανονισμός σκοπεί στον συντονισμό των εθνικών νομοθεσιών στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, χωρίς όμως να προβλέπει καμία εναρμόνιση. Συναφώς, περιορίζομαι να τονίσω ότι η λύση που προτείνω δεν συνεπάγεται κανένα είδος εναρμονίσεως και ότι ασφαλώς δεν θίγεται ούτε καν ακροθιγώς η ποικιλία των εθνικών νομοθεσιών που διέπουν τον τομέα αυτόν.
15.
Επιστρέφοντας στην περίπτωση που μας απασχολεί, όπου το επίμαχο αντικείμενο είναι η μείωση εισφορών την οποία δικαιούνται μόνον οι ημεδαποί στο πλαίσιο της προαιρετικής υπαγωγής στο συνταξιοδοτικό σύστημα, θεωρώ χρήσιμο να υπογραμμίσω ότι η Cabanis-Issarte, όπως προκύπτει από το ίδιο το σημείο β' του πρώτου ερωτήματος, απέκτησε, όσον αφορά ορισμένες περιόδους ασφαλίσεως, συνταξιοδοτικά δικαιώματα υπό την ιδιότητά της ως μέλους της οικογενείας διακινουμένου εργαζομένου, συνεπώς δε ως παράγωγο δικαίωμα υπό την έννοια της νομολογίας Kermaschek όσον δε αφορά άλλες περιόδους ασφαλίσεως, απέκτησε συνταξιοδοτικά δικαιώματα ως ίδιον δικαίωμα. Ακριβέστερα, κατά τις περιόδους που κατοικούσε στις Κάτω Χώρες, απέκτησε τα εν λόγω δικαιώματα ως ίδιον δικαίωμα, δεδομένου ότι ο AOW έχει εφαρμογή εφ' όλων των κατοίκων αντιθέτως, κατά τις περιόδους που υπέκειτο σε μεταβατικό καθεστώς ή κατά τις οποίες δεν κατοικούσε στις Κάτω Χώρες, απέκτησε τα ως άνω δικαιώματα υπό την ιδιότητα της συζύγου διακινουμένου εργαζομένου, συνεπώς δε ως παράγωγο δικαίωμα.
Τούτου λεχθέντος, διευκρινίζω ότι το επίμαχο ζήτημα συνίσταται εν προκειμένω μόνο στο ύψος των εισφορών που οφείλονται, στο πλαίσιο της προαιρετικής ασφαλίσεως, για την περίοδο από 15 Ιουλίου 1969 (ημερομηνία πατά την οποία η Cabanìs-Issaite έπαυσε να κατοικεί στις Κάτω Χώρες) μέχρι 13 Μαΐου 1974 (ημερομηνία συμπληρώσεως του 65ου έτους της ηλικίας της). Δεδομένου ότι κατά την περίοδο αυτή η μεν Cabanis-Issarte δεν κατοικούσε πλέον στις Κάτω Χώρες ο δε σύζυγός της είχε ήδη συνταξιοδοτηθεί, η εφαρμογή της νομολογίας Kermaschek θα οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι, κατά την υπό εξέταση περίοδο, η απόκτηση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων αποτελεί ίδιον δικαίωμα της ενδιαφερόμένης, με συνέπεια αυτή να μην μπορεί να αξιώσει τη μείωση εισφορών που δικαιούνται οι ημεδαποί.
16.
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω παρατηρήσεων, είναι σαφές ότι δεν είναι αυτή η κατεύθυνση που προτείνω στο Δικαστήριο να ακολουθήσει εν προκειμένω. Εξάλλου, παρατηρώ ότι η περίπτωση της Cabanis-Issarte καθιστά εναργέστατες τις παράλογες συνέπειες που μπορεί να έχει η διάκριση μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων. Πράγματι, εν προκειμένω, η ιδιότητα του ιδίου ή παραγώγου δικαιώματος αναγνωρίζεται με κριτήριο τα χαρακτηριστικά της εθνικής νομοθεσίας, ενώ καθόλου δεν λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι το εν λόγω δικαίωμα, για την Cabanis-Issarte, συνδέεται στενώς με την ιδιότητά της ως μέλους της οικογενείας ενός εργαζομένου.
Και πράγματι, τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που απέκτησε η Cabanis-Issarte βάσει της ολλανδικής νομοθεσίας εξαρτώνται αποκλειστικώς από το γεγονός ότι πρόκειται περί της συζύγου ενός διακινουμένου εργαζομένου, ο οποίος άσκησε την επαγγελματική του δραστηριότητα στις Κάτω Χώρες. Τούτο αποδεικνύεται επιπλέον από το ότι μέχρι τον θάνατο του συζύγου της η Cabanis-Issarte δεν ελάμβανε αυτοτελή σύνταξη, αλλά τα συνταξιοδοτικά της δικαιώματα ενσωματώνονταν σ' αυτά του συζύγου της ο οποίος ελάμβανε σύνταξη εγγάμου. Από τη σκοπιά αυτή, το γεγονός ότι κατά την επίμαχη περίοδο η μεν Cabanis-Issarte δεν κατοικούσε στις Κάτω Χώρες, ο δε σύζυγος είχε πλέον συνταξιοδοτηθεί, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να υποβληθεί η δυνατότητα κτήσεως συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, την οποία άλλωστε προσέφερε στην Cabanis-Issarte ο ίδιος o SVB, σε επαχθέστερες προϋποθέσεις από αυτές που ισχύουν για τους ημεδαπούς.
Τελικά, θεωρώ ότι, βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού, ερμηνευομένου υπό το πρίσμα του άρθρου 3, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, η Cabanis-Issarte έχει δικαίωμα να τύχει, υπό την ιδιότητά της ως μέλους της οικογενείας διακινουμένου εργαζομένου, της ίδιας μειώσεως εισφορών που δικαιούνται οι ημεδαποί στο πλαίσιο της προαιρετικής ασφαλίσεως.
17.
Δεδομένου ότι προτείνω στο Δικαστήριο να αναθεωρήσει, έστω και μερικώς, τη νομολογία Kermaschek, θεωρώ αναγκαίο να αξιολογήσω τη σκοπιμότητα χρονικού περιορισμού των αποτελεσμάτων της αποφάσεως που θα δέχεται την πρόταση μου.
Προσθέτω ότι o SVB και τα κράτη μέλη, όταν έλαβαν θέση επί του ζητήματος αυτού, σε απάντηση ερωτήσεως που έθεσε επί τούτου το Δικαστήριο κατά την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, ζήτησαν από το Δικαστήριο, σε περίπτωση εγκαταλείψεως της νομολογίας Kermaschek, να περιορίσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της αποφάσεως. Η ίδια η Επιτροπή, καίτοι θεωρεί ότι οι χρηματοοικονομικές συνέπειες δεν θα είναι στην πράξη καθόλου σημαντικές για τα συστήματα κοινωνικών ασφαλίσεων, δεν προέβαλε αντιρρήσεις όσον αφορά τον εν λόγω περιορισμό.
18.
Συναφώς, υπενθυμίζω εκ προοιμίου ότι, ως γνωστόν, η ερμηνεία την οποία δίδει το Δικαστήριο σε έναν κανόνα του κοινοτικού δικαίου κατά την άσκηση της αρμοδιότητας που του απονέμει το άρθρο 177 της Συνθήκης διευκρινίζει και αποσαφηνίζει την έννοια και το περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, όπως αυτός πρέπει ή θα έπρεπε να εφαρμόζεται από της θέσεώς του σε ισχύ. Συνεπώς, κατ' αρχήν, ο ερμηνευόμενος κατ' αυτόν τον τρόπο κανόνας μπορεί και πρέπει να εφαρμόζεται από τον δικαστή ακόμη και σε έννομες σχέσεις που γεννήθηκαν και διαμορφώθηκαν πριν από την ερμηνευτική απόφαση, αρκεί να μη πρόκειται περί εννόμων σχέσεων που έχουν ήδη λήξει και, αντιθέτως, να πληρούνται οι προϋποθέσεις που επιτρέπουν να αχθεί ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου διαφορά ως προς την εφαρμογή του κανόνα αυτού ( 25 ).
Συνεπώς, μόνον όταν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις περιορίζει το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν της γενικής αρχής της ασφαλείας δικαίου, τη δυνατότητα των ενδιαφερομένων να επικαλεστούν την κατά τον τρόπον αυτόν ερμηνευθείσα διάταξη ( 26 ). Στις περιπτώσεις που έλαβε τέτοια απόφαση, το Δικαστήριο, αφενός, έλαβε υπόψη τον κίνδυνο υπάρξεως σοβαρών οικονομικών επιπτώσεων, οφειλομένων ιδίως στον μεγάλο αριθμό των εννόμων σχέσεων που συστάθηκαν καλή τη πίστει βάσει της ρυθμίσεως που θεωρήθηκε βασίμως ως ισχύουσα, και, αφετέρου, εκτίμησε αν υπήρχε αντικειμενική και σημαντική αβεβαιότητα ως προς το περιεχόμενο των κοινοτικών διατάξεων που αποτελούσαν αντικείμενο της ερμηνευτικής αποφάσεως.
19.
Πάντως, τονίζω κατ' αρχάς ότι δεν πιστεύω ότι η εγκατάλειψη της νομολογίας Kermaschek είναι δυνατόν, λαμβανομένων υπόψη όσων παρατηρήθηκαν ανωτέρω, να έχει σημαντικές χρηματοοικονομικές συνέπειες για τους οργανισμούς κοινωνικών ασφαλίσεων των κρατών μελών, πράγμα που επιβεβαιώνεται από τις ίδιες τις απαντήσεις των κρατών σε επί τούτου ερώτηση του Δικαστηρίου ( 27 ). Ωστόσο, παραμένει το γεγονός ότι η λύση που προτείνω συνεπάγεται την ανατροπή μιας εικοσαετούς πλέον νομολογίας, οπότε δεν μπορεί να μην αναγνωριστεί η ύπαρξη αντικειμενικής και σημαντικής αβεβαιότητας ως προς το περιεχόμενο των ερμηνευθεισών διατάξεων.
Συνεπώς, θεωρώ ότι εν προκειμένω επιβάλλεται ένας περιορισμός των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως. Βέβαια, στο πλαίσιο της υποχρεωτικής τηρήσεως της αρχής περί παροχής πλήρους δικαστικής προστασίας, θεμελιώδους αρχής που το Δικαστήριο οφείλει να διασφαλίζει, πρέπει οπωσδήποτε να μη θιγούν τα δικαιώματα εκείνων που πριν από την ημερομηνία της αποφάσεως άσκησαν ένδικη προσφυγή ή προέβαλαν ισοδύναμη ένσταση.
20.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων, θεωρώ ότι πρέπει να προτείνω μια διαφορετική λύση από αυτή στην οποία κατέληξα με τις προτσεις μου της 21ης Σεπτεμβρίου 1994. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο εθνικό δικαστήριο την ακόλουθη απάντηση:
«1)
Τα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντίκεινται σε εθνική ρύθμιση που δεν παρέχει στα μέλη της οικογενείας και/ή στους επιζώντες ενός εργαζομένου υπό την έννοια του ίδιου κανονισμού, για λόγους αναγόμενους στην κατοικία, το δικαίωμα να τύχουν της μειώσεως εισφορών που δικαιούνται οι ημεδαποί στο πλαίσιο της προαιρετικής ασφαλίσεως.
2)
Τα μέλη της οικογενείας και/ή οι επιζώντες ενός εργαζομένου δεν μπορούν να επικαλεστούν τα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 προς στήριξη απαιτήσεων σχετικών με προγενέστερες της ημερομηνίας της αποφάσεως του Δικαστηρίου περιόδους ασφαλίσεως, εκτός αν έχουν ήδη ασκήσει ένδικη προσφυγή ή προβάλει ισοδύναμη ένσταση.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 1 ) Παραπέμπω στις προτάσεις αυτές όχι μόνον για την περιγραφή των πραγματικών περιστατικών και του κοινοτικού και εθνικού κανονιστικού πλαισίου, αλλά και για όλες τις πτυχές της υποθέσεως που δεν συνδέονται με τη διάκριση μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων. Πράγματι, οι παρατηρήσεις που ακολουθούν αφορούν αποκλειστικώς την εν λόγω διάκριση και τις συνέπειές της στην περίπτωση που μας απασχολεί.
( 2 ) Απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1976, 40/76 (Συλλογή τόμος 1976, σ. 599, σκέψη 8).
( 3 ) Απόφαση της 6ης Ιουνίου 1985, 157/84, Frascogna (Συλλογή 1985, σ. 1739, σκέψεις 16 και 17) απόφαση της 20ής Ιουνίου 1985, 94/84, Deák (Συλλογή 1985, σ. 1873, σκέψεις 14 έως 16) απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1987, 147/87, Zaoui (Συλλογή 1987, σ. 5511, σκέψεις 12 και 13) απόφαση της 8ης Ιουλίου 1992, C-243/91, Taghavi (Συλλογή 1992, σ. Ι-4401, σκέψεις 8 και 9) απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, C-78/91, Hughes (Συλλογή 1992, ο. I-4839, σκέψεις 25 και 26) και απόφαση της 27ης Μαίου 1993, C-310/91, Schmid (Συλλογή 1993, σ. Ι-3011, σκέψεις 12 και 13).
( 4 ) Ακριβέστερα, η Cabanis-Issarte κατοικούσε στις Κάτω Χώρες από τις 23 Νοεμβρίου 1948 μέχρι τις 15 Ιουλίου 1969, με μία διακοπή μεταξύ 20ής Οκτωβρίου 1960 και 12ης Νοεμβρίου 1963.
( 5 ) Βλ., ιδίως, σημεία 12 έως 14.
( 6 ) Βλ., συναφώς, σημεία 9 έως 11 των προτάσεων της 21ης Σεπτεμβρίου 1994.
( 7 ) Προτάσεις της 23ης Φεβρουαρίου 1995 στην υπόθεση C-103/94, επί της οποίας εκδόθηκε απόφαση στις 5 Απριλίου 1995 (Συλλογή 1995, σ. Ι-719).
( 8 ) Απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 1991, C-18/90, Kziber (Συλλογή 1991, σ. Ι-199, σκέψη 28).
( 9 ) Βλ. άρθρο 1, στοιχείο στ', πρώτη περίπτωση, δεύτερη φράση, και άρθρο 1, στοιχείο ζ', δεύτερη φράση.
( 10 ) Απόφαση Kermaschek (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 2), σκέψεις 6 και 7.
( 11 ) Όπ.π., σκέψη 8.
( 12 ) Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από το γεγονός, που έχω ήδη τονίσει, ότι η ως άνω παραπομπή στις εθνικές νομοθεσίες βρίσκει ένα όριο στην έννοια του προσώπου η συντήρηση του οποίου βαρύνει κυρίως τον εργαζόμενο.
( 13 ) Βλ. τις αποφάσεις που αναφέρθηκαν στην υποσημείωση 3.
( 14 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, ο. 33).
( 15 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 27ης Μαρτίου 1985, 249/83, Hoeckx (Συλλογή 1985, α 973).
( 16 ) Το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 εις τρόπον ώατε να περιλάβει στην έννοια του κοινωνικού πλεονεκτήματος το ειδικό επίδομα γήρατος (απόφαση Frascogna, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψεις 20 έως 24), το προβλεπόμενο για τους νέους εργαζομένους επίδομα αναμονής (απόφαση Deák, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψεις 21 έως 24), τις παροχές υπέρ ατόμων με ειδικές ανάγκες (απόφαση Schmid, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψεις 18 έως 22). Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η υπόθεση Taghavi, η οποία μάλιστα αφορούσε την ίδια παροχή υπέρ ατόμων με ειδικές ανάγκες που αφορούσε και η υπόθεση Schmid. Η διαφορετική λύση στην οποία κατέληξε το Δικαστήριο οφείλεται στο ότι η κρίσιμη και στις δύο περιπτώσεις εθνική νομοθεσία δεν επέτρεπε οτους υπηκόους τρίτων χωρών, ακόμη και αν ήσαν μέλη της οικογενείας ημεδαπού, να ζητήσουν την εν λόγω παροχή. Σε αντίθεση με τη Schmid, η Taghavi, καίτοι οΰζυγος (κοινοτικού) διακινουμένου εργαζομένου, δεν ήταν υπήκοος κράτους μέλους. Συναφώς, δεν μπορώ πάντως να μην παρατηρήσω ότι το Δικαστήριο είχε αναγνωρίσει πάντοτε βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 2, ότι δικαιούτο το επίδομα ανεργίας νέων ο Dcak, μέλος της οικογενείας διακινουμένου εργαζομένου αλλά υπήκοος τρίτης χώρας και τούτο, παρά το ότι η κρίσιμη στην υπόθεση εκείνη εθνική νομοθεσία δεν επέτρεπε τι] χορήγηση του ως άνω επιδόματος ούτε και στα μη κοινοτικά μέλη της οικογενείας των ημεδαπών.
( 17 ) Πράγματι, δεν πρέπει να λησμονείται η ιδιαιτερότητα της περιπτώσεως που οδήγησε στη διάκριαη μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων. Αναφέρομαι ειδικά στο γεγονός ότι η Kermaschek ζητούσε παροχές ανεργίας έχοντας εργαστεί σε ένα κράτος μέλος και στη συνέχεια μετακινηθεί σε άλλο κράτος μέλος, όπου απέκτησε, μόνον όμως αφότου εγκατέλειψε την εργασιακή της δραστηριότητα, την ιδιότητα του μέλους της οικογενείας κοινοτικού (μη διακινουμένου) εργαζομένου. Το γεγονός ότι ζήτησε τις παροχές αυτές υπό την ιδιότητά της ως μέλους της οικογενείας εργαζομένου εζηγείται ακριβώς από το ότι επρόκειτο περί υπηκόου τρίτης χώρας πράγματι, στην αντίθετη περίπτωση, οι εν λόγω παροχές θα εζητουντο υπό την ιδιότητα του εργαζομένου. Μετά τη διευκρίνιση αυτή, πρέπει πάντως να ομολογήσω ότι έχω ουκ ολίγες αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής του κανονισμού σε ένα πρόσωπο που τελεί στην κατάσταση της Kermaschek: και μάλιστα, ακόμη και αν το δικαίωμα λήψεως παροχών ανεργίας θεωρηθεί ως παράγωγο δικαίωμα. Πράγματι, μολονότι ο κανονισμός έχει εφαρμογή όχι μόνον επί των διακινουμένων εργαζομένων αλλά εφ' όλων των εργαζομένων, ακόμη και επ' αυτών (των μη διακινουμένων) οι οποίοι μετακινούνται εντός της Κοινότητας για διαφόρους λόγους και όχι για την άσκηση εργασιακής δραστηριότητας, και συνεπώς και επί των μελών της οικογενείας (των μη διακινουμένων εργαζομένων) που μετακινούνται, δεν μπορώ να κατανοήσω πώς το μέλος της οικογενείας μη διακινουμένου εργαζομένου, το οποίο ποτέ δεν έχει μετακινηθεί υπό την ιδιότητά του ως μέλους της οικογενείας εργαζομένου, θα μπορεί να αξιώσει «παράγωγα δικαιώματα». Εντούτοις, η προσέγγιση αυτή επιβεβαιώθηκε από το Δικαστήριο στην απόφαση Zaoui (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 3). Πράγματι* στον Zaoui, Αλγερινό υπήκοο, ο οποίος, όπως προέκυπτε, ουδέποτε είχε μετακινηθεί εντός της Κοινότητας, το Δικαστήριο αρνήθηκε ένα συμπληρωματικό επίδομα υπέρ συνταξιούχων που καταβαλλόταν από ένα εθνικό ασφαλιστικό ταμείο και που είχε ζητήσει o Zaoui υπό την ιδιότητα του ως συζύγου Γαλλίδας υπηκόου ουδέποτε έχουσας ασκήσει το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της Κοινότητας, μόνον και μόνον για τον λόγο ότι θεώρησε ότι επρόκειτο περί ιδίου και όχι παραγώγου δικαιώματος. Τούτο συνεπάγεται, όπως και στην υπόθεση Kermaschek, ότι αν, βάσει της επίμαχης εθνικής νομοθεσίας, η ζητούμενη παροχή, είχε διαμορφωθεί ως παράγωγο δικαίωμα αποκτώμενο λόγω της ιδιότητας του μέλους της οικογενείας, το μέλος αυτό θα την δικαιούνταν.
( 18 ) Απόφαση προαναφερθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψη 28.
( 19 ) Συναφώς, δεν στερείται ενδιαφέροντος να υπενθυμίσω ότι ο γενικός εισαγγελέας Van Gerven, με τις προτάσεις που ανέπτυξε στο πλαίσιο της εν λόγω υποθέσεως, είχε αντιθέτως υποστηρίξει ότι «η ερμηνεία των άρθρων 2 και 3 του κανονισμού 1408/71 στην υπόθεση Kermaschek, που επιβεβαιώθηκε και εφαρμόστηκε στην περίπτωση του επιδόματος αναμονής με την απόφαση Deak, πρέπει να ισχύσει επίσης και για το άρθρο 41 της Συμφωνίας. Λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου και του περιεχομένου της Συμφωνίας, καθώς και του γράμματος του άρθρου 41, που αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ίσης μεταχειρίσεως, δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτό ότι η διάταξη αυτή παρέχει στα μέλη της οικογενείας Μαροκινού εργαζομένου ευρύτερα δικαιώματα (ήτοι όχι μόνο παρεπόμενα αλλά και ίδια) από τα παρεχόμενα στα μέλη της οικογενείας εργαζομένου κοινοτικού υπηκόου με τον κανονισμό 1408/71, ο οποίος αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας» (Συλλογή 1991, σ. Ι-219).
( 20 ) Απόφαση προαναφερθείσα στην υποσημείωαη 7, σκέψεις 38 και 39.
( 21 ) Απόφαση της 17ης Ιουνίου 1975, 7/75 (Συλλογή τόμος 1975, σ. 195, σκέψεις 16 και 17).
( 22 ) Με την ίδια απόφαση το Δικαστήριο δέχθηκε επίσης ότι, «πράγματι, αν δεν συνέβαινε αυτό, ο εργαζόμενος, έχοντας την ανησυχία να εξασφαλίσει στο ανάπηρο τέκνο του τη διαρκή λήψη των επιδομάτων που αυτό έχει ανάγκη λόγω της καταστάσεως του, θα παροτρυνόταν να μη μείνει στο κράτος μέλος όπου έχει εγκατασταθεί και έχει βρει εργασία, πράγμα που θα ήταν αντίθετο προς τον σκοπό που επιδιώκεται από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων εντός της Κοινότητας, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα που αναγνωρίζεται βάσει της εν λόγω αρχής στον εργαζόμενο και στα μέλη της οικογένειάς του να παραμένει στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο αυτός έχει εργαστεί, υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται με τον κανονισμό 1251/70 της Επιτροπής, της 19ης Ιουνίου 1970» (σκέψη 20). Τέλος, θεωρώ ότι δεν στερείται ενδιαφέροντος να υπενθυμίσω ότι η επίμαχη στην υπόθεση εκείνη εθνική νομοθεσία είναι ακριβώς αυτή που ήταν επίμαχη στις υποθέσεις Taghavi και Schmid (προαναφερθείσες στην υποσημείωση 3), όπου όμως το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας τη διάκριση μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων, κατέληξε στο αντίθετο συμπέρασμα, ότι δηλαδή ο κανονισμός δεν είχε εφαρμογή: τούτο δε ακριβώς για τον λόγο ότι το δικαίωμα προς λήψη επιδόματος υπέρ ενηλίκου με ειδικές ανάγκες χαρακτηρίστηκε ως ίδιον δικαίωμα.
( 23 ) Υπόθεση 63/76 (Συλλογή τόμος 1976, σ. 767, σκέψεις 15 έως 17). Και η υπόθεση εκείνη αφορούσε το επίδομα υπέρ ενηλίκου με ειδικές ανάγκες, το οποίο η εθνική νομοθεσία χαρακτήριζε ως ίδιον δικαίωμα.
( 24 ) Περί αυτού πρόκειται, όχι μόνον για τις παροχές που είναι οΰμφυτες με τις επαγγελματικές ασθένειες και τα εργατικά ατυχήματα, άλλα και για αυτές ταύτες τις παροχές λόγω ανεργίας, οι οποίες, δυνάμει των άρθρων 67 έως 70 του κανονισμού, καταβάλλονται μόνον σε αυτούς που χαρακτηρίζονται ως εργαζόμενοι υπό την έννοια του ίδιου κανονισμού.
( 25 ) Βλ. τις αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 1980, 61/79, Denkavit italiana (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 605, σκέψη 16), και 66/79, 127/79 και 128/79, Salumi (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 627, σκέψη 9).
( 26 ) Βλ. απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, 43/75, Defrenne (Συλλογή τόμος 1976, σ. 175, σκέψεις 69 έως 75) επίσης, ως την πλέον πρόσφατη, απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman (Συλλογή 1995, ο. Ι-4921, σκέψεις 139 έως 146).
( 27 ) Πράγματι, όταν τους ζητήθηκε να αναφέρουν τις δυνάμενες να ανακύψουν στην πράξη χρηματοοικονομικές συνέπειες της ενδεχομένης εγκαταλείψεως της νομολογίας Kermaschek για τους οργανισμός κοινωνικών ασφαλίσεων, τα κράτη μέλη και o SVB δεν ήσαν σε θέση να παράσχουν συναφώς κανένα στοιχείο.
Full & Egal Universal Law Academy