Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1. Στην υπό κρίση υπόθεση, το ένατο τμήμα του tribunal du travail de Bruxelles σας υπέβαλε διάφορα ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (1) και, ιδίως, του άρθρου του 46, παράγραφος 3.
Ι. Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία
2. Ο Α. Del Grosso, ιταλικής ιθαγένειας, ήταν ασφαλισμένος στην Ιταλία από το 1938 μέχρι το 1946 και, εν συνεχεία, υπήχθη στο βελγικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως των μισθωτών εργαζομένων. Από τις 10 Ιανουαρίου 1977 αναγνωρίστηκε ως ανίκανος προς εργασία και του καταβλήθηκαν παροχές ασθενείας, καλούμενες αποζημίωση πρωτογενούς ανικανότητας, επί ένα έτος από της ενάρξεως της ανικανότητας προς εργασία, και αποζημίωση αναπηρίας από τις 10 Ιανουαρίου 1978. Από 1ης Νοεμβρίου 1978 μέχρι 8 Μαρτίου 1979 επιχείρησε να ξαναεργαστεί (και έπαυσε, επομένως, να λαμβάνει την αποζημίωση), αλλά αναγνωρίστηκε εκ νέου ως ανίκανος προς εργασία από τις 9 Μαρτίου 1979. Εισέπραξε, επομένως, πάλι αποζημίωση πρωτογενούς ανικανότητας επί ένα έτος και του καταβάλλεται αποζημίωση αναπηρίας από τις 9 Μαρτίου 1980.
3. Μετά την πρώτη αναγνώριση της καταστάσεως αναπηρίας του στις 10 Ιανουαρίου 1978, διαβιβάστηκε αίτηση συντάξεως αναπηρίας από το βελγικό Institut national d' assurance maladie-invalidite (στο εξής: ΙΝΑΜΙ) στον αρμόδιο φορέα στην Ιταλία κατά την έννοια των κανονισμών 1408/71 και (ΕΟΚ) 574/72 (2), ήτοι στο Instituto nazionale della previdenza sociale (στο εξής: INPS) της Πάρμας. Ο εν λόγω φορέας εξέδωσε, στις 13 Σεπτεμβρίου 1979, απόφαση χορηγήσεως συντάξεως αναπηρίας αρχομένης από 1ης Φεβρουαρίου 1978. Μετά τη δεύτερη αναγνώριση της καταστάσεως αναπηρίας, ο ΙΝΑΜΙ κίνησε νέα διαδικασία ενώπιον του INPS της Πάρμας. Στις 12 Νοεμβρίου 1980, ο φορέας αυτός έλαβε νέα απόφαση απ' όπου προκύπτει ότι ο Α. Del Grosso συνέχιζε να εισπράττει την ιταλική σύνταξη αναπηρίας αδιαλείπτως από τις 10 Ιανουαρίου 1978, δηλαδή ακόμη κι όταν είχε ξαναρχίσει να εργάζεται στο Βέλγιο ή όταν εισέπραττε αποζημίωση πρωτογενούς ανικανότητας κατά την έννοια της βελγικής νομοθεσίας. Το ύψος της συντάξεως επανυπολογίστηκε και, όπως διευκρινίζει η απόφαση, "για την περίοδο από 1ης Νοεμβρίου 1978 μέχρι 30 Μαρτίου 1980 η σύνταξη χορηγείται στο ελάχιστο ποσοστό που προβλέπεται από την ιταλική νομοθεσία, λόγω του ότι το Βέλγιο ανέστειλε κατά την εν λόγω περίοδο την καταβολή των εις βάρος του παροχών".
4. Αμέσως μόλις παρέλαβε την απόφαση αυτή, ο ΙΝΑΜΙ, με απόφαση της 23ης Δεκεμβρίου 1980, επανυπολόγισε τις οφειλόμενες παροχές, αυτή τη φορά για την περίοδο από 9 Μαρτίου 1979 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1980, προβαίνοντας σε εφαρμογή μιας εθνικής ρήτρας περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως προβλεπομένης στο άρθρο 70, παράγραφος 2 (το οποίο, μετά το βασιλικό διάταγμα 19 της 4ης Δεκεμβρίου 1978, κατέστη άρθρο 76 quater, παράγραφος 2), του νόμου της 9ης Αυγούστου 1963, περί θεσπίσεως και οργανώσεως συστήματος υποχρεωτικής ασφαλίσεως ασθενείας και σχετικών αποζημιώσεων, το πρώτο εδάφιο του οποίου ορίζει:
"Οι προβλεπόμενες από τον παρόντα νόμο παροχές δεν χορηγούνται όταν η βλάβη που προκύπτει από ασθένεια, τραυματισμό, λειτουργικές ανωμαλίες ή θάνατο αποκαθίσταται δυνάμει άλλης βελγικής νομοθετικής ρυθμίσεως, αλλοδαπής νομοθεσίας ή του κοινού δικαίου. Ωστόσο, όταν τα χορηγούμενα δυνάμει αυτής της νομοθεσίας ή του κοινού δικαίου ποσά είναι μικρότερα από τις ασφαλιστικές παροχές, ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να λάβει από τον ασφαλιστικό οργανισμό τη σχετική διαφορά."
5. Στις 6 Απριλίου 1982, η Union nationale des mutualites socialistes (στο εξής: UNMS), ασφαλιστικός φορέας κατά το βελγικό δίκαιο, κατέθεσε, ενώπιον του tribunal du travail de Bruxelles, αγωγή αποδόσεως των αδικαιολογήτως καταβληθέντων στον Α. Del Grosso ποσών για την περίοδο από 9 Μαρτίου 1979 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1980. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι τα ποσά που αποτελούν αντικείμενο της εν λόγω αγωγής υπολογίστηκαν βάσει διαφορετικών νομοθεσιών:
* από τις 9 Μαρτίου 1979 μέχρι τις 8 Μαρτίου 1980 (σώρευση της βελγικής αποζημιώσεως ασθενείας πρωτογενούς ανικανότητας και της ιταλικής συντάξεως αναπηρίας) κατ' εφαρμογήν του άρθρου 76 quater, παράγραφος 2, του βελγικού νόμου της 9ης Αυγούστου 1963
* από τις 9 Μαρτίου 1980 μέχρι τις 31 Μαρτίου 1980 (σώρευση της βελγικής αποζημιώσεως αναπηρίας και της ιταλικής συντάξεως αναπηρίας), ομοίως κατ' εφαρμογήν του άρθρου 76 quater, παράγραφος 2, του βελγικού νόμου της 9ης Αυγούστου 1963
* από την 1η Απριλίου 1980 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1980, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 46, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71.
6. Ο Α. Del Grosso αμφισβήτησε τον χαρακτήρα ως αχρεωστήτου του ποσού που αντιστοιχεί στην περίοδο από τις 9 Μαρτίου 1979 μέχρι τις 31 Μαρτίου 1980, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι το συμπλήρωμα συντάξεως που του είχε χορηγηθεί από τον INPS, προκειμένου να φθάσει το ποσόν της συντάξεώς του το προβλεπόμενο από την ιταλική νομοθεσία ελάχιστο ποσό, συνιστούσε παροχή εξ ελευθεριότητας του ιταλικού κράτους και όχι αποκατάσταση ζημίας, ότι είχε ως αποτέλεσμα τη μετατροπή της ιταλικής συντάξεως αναπηρίας σε αυτοτελή παροχή και ότι, εάν έπρεπε να εφαρμοστεί κάποιος κανόνας απαγορεύων τη σώρευση, αυτός έπρεπε να είναι ο προβλεπόμενος στο άρθρο 46, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71.
ΙΙ. Τα προδικαστικά ερωτήματα
7. Για να μπορέσει να αποφασίσει επί της ενώπιόν του διαφοράς, το tribunal du travail de Bruxelles, με απόφασή του της 17ης Ιουνίου 1993, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα κάτωθι ερωτήματα:
1) Μπορεί να χαρακτηρισθεί ως "αυτοτελής παροχή" η ιταλική κοινωνική παροχή που φέρει την ονομασία "σύνταξη αναπηρίας";
2) 'Εχει εφαρμογή το άρθρο 46, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς (...) που διακινούνται εντός της Κοινότητας, οσάκις χορηγείται συγχρόνως, αφενός, τέτοια παροχή * υπολογιζόμενη με βάση το σύστημα του συνυπολογισμού και του αναλογικού επιμερισμού και η οποία ανέρχεται, μετά την προσθήκη συμπληρώματος, στο επίπεδο της ελάχιστης μηνιαίας συντάξεως που προβλέπεται από το σύστημα της υποχρεωτικής ασφαλίσεως αναπηρίας και γήρατος των μισθωτών * και, αφετέρου, βελγικό επίδομα ασθενείας και αναπηρίας (που αποκαλείται "πρωτογενής") ή ακόμη
3) αποτελεί ή όχι το εν λόγω ιταλικό "συμπλήρωμα συντάξεως αναπηρίας" αποκατάσταση της ίδιας βλάβης υπό την έννοια του άρθρου 70, παράγραφος 2, που κατέστη στη συνέχεια του άρθρου 30, τρίτο εδάφιο, του νόμου της 30ής Δεκεμβρίου 1988 "76 quater, παράγραφος 2", του νόμου της 9ης Αυγούστου 1963, περί οργανώσεως ενός συστήματος υποχρεωτικής ασφαλίσεως ασθενείας και αναπηρίας, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1, περίπτωση 1, του βασιλικού διατάγματος 19 της 4ης Δεκεμβρίου 1978, επομένως, έχει την ίδια φύση με αυτό; Μπορεί, συνεπώς, να καταβληθεί σωρευτικά; (3)
8. Πρέπει να διευκρινιστεί ότι η διαφορά αυτή είναι διαφορετική από τη διαφορά επί της οποίας το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1993 (4) και η οποία αφορούσε τον υπολογισμό της συντάξεως γήρατος του Α. Del Grosso.
ΙΙΙ. Εξέταση των υποβληθέντων ερωτημάτων
1. Η έννοια της αυτοτελούς παροχής
9. Η έκφραση "αυτοτελής παροχή" δεν απαντά στους κοινοτικούς κανονισμούς. Αντιθέτως, χρησιμοποιείται στη νομολογία του Δικαστηρίου που αναφέρεται στις σωρεύσεις συντάξεων, από την απόφαση Collini (5) και μετά, ως σημαίνουσα την παροχή που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1408/71, ήτοι την πλήρη σύνταξη που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους μέλους του αρμόδιου φορέα, κατ' εφαρμογήν αυτής και μόνον της νομοθεσίας και άνευ συνυπολογισμού των περιόδων που συμπληρώθηκαν υπό τις νομοθεσίες των άλλων κρατών μελών στα οποία υπήγετο ο ενδιαφερόμενος.
Με την έννοια αυτή, επομένως, το Δικαστήριο παραπέμπει σε μια μέθοδο υπολογισμού ορισμένης παροχής, αυτή που αφορά στο άρθρο 46, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1408/71.
10. Εν προκειμένω, ο εναγόμενος αναγνωρίζει ότι το δικαίωμά του επί της ιταλικής συντάξεως αναπηρίας αποκτήθηκε βάσει της διαδοχικής υπαγωγής του στο ιταλικό και βελγικό σύστημα, κατ' εφαρμογήν του συστήματος συνυπολογισμού των περιόδων ασφαλίσεως και αναλογικού επιμερισμού των παροχών. Ωστόσο, το γεγονός ότι το ποσό της αναλογικώς επιμερισμένης παροχής ανέρχεται, με την προσθήκη ενός συμπληρώματος, στο ύψος της προβλεπόμενης από την ιταλική νομοθεσία ελάχιστης παροχής και ότι το ποσόν αυτό είναι επίσης εκείνο που θα προέκυπτε εάν επρόκειτο για αυτοτελή παροχή, είχε, κατ' αυτόν, ως αποτέλεσμα τη μετατροπή της αναλογικώς επιμερισμένης παροχής σε αυτοτελή παροχή.
11. Επιβάλλεται, συναφώς, να παρατηρηθεί ότι το γεγονός ότι δύο παροχές, υπολογισθείσες, εκάστη, βάσει ιδίων κανόνων, είναι του αυτού ποσού ουδόλως συνεπάγεται ότι πρέπει να θεωρούνται ως υπολογισθείσες βάσει πανομοιοτύπων μεθόδων. Η έννοια της αυτοτελούς παροχής αναφέρεται στη μέθοδο υπολογισμού που περιγράφεται στο άρθρο 46, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1408/71, η οποία διαφέρει από τη μέθοδο υπολογισμού που βασίζεται στο σύστημα του συνυπολογισμού και του αναλογικού επιμερισμού. Η προσθήκη ενός συμπληρώματος στην αναλογικώς επιμερισθείσα αρχική παροχή, έχουσα ως αποτέλεσμα ότι το προκύπτον ποσό ισούται με αυτό που θα προέκυπτε βάσει άλλης μεθόδου υπολογισμού, δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση τη μέθοδο υπολογισμού της αρχικής αυτής παροχής και τον χαρακτηρισμό που απορρέει από αυτήν.
2. Η δυνατότητα αντιτάξεως στον εναγόμενο της εθνικής ρήτρας απαγορεύουσας τη σώρευση
12. Με το δεύτερο και τρίτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν το άρθρο 46, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1408/71 έχει εφαρμογή σε περίπτωση σωρεύσεως, αφενός, μιας παροχής αναπηρίας, υπολογισθείσας κατόπιν συνυπολογισμού των περιόδων ασφαλίσεως και αναλογικού επιμερισμού, προσαυξημένης με ένα συμπλήρωμα για να φθάσει το προβλεπόμενο από την ιταλική νομοθεσία ελάχιστο ποσό, και, αφετέρου, μιας βελγικής παροχής ασφαλίσεως ασθενείας (δεύτερο ερώτημα) και αν το "συμπλήρωμα" της ιταλικής συντάξεως αναπηρίας συνιστά ή όχι αποκατάσταση της ίδιας βλάβης κατά την έννοια του βελγικού νόμου, με άλλα λόγια, αν είναι ή όχι της ίδιας φύσεως (και, επομένως, είναι ή όχι σωρεύσιμο) με αυτό (τρίτο ερώτημα).
13. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το τρίτο ερώτημα, σε κατά λέξη ανάγνωση, αφορά αποκλειστικά ένα πρόβλημα χαρακτηρισμού, από την άποψη των βελγικών κανόνων που απαγορεύουν τη σώρευση, του συμπληρωματικού ποσού συντάξεως αναπηρίας που χορηγήθηκε από την Ιταλία προκειμένου να φθάσει η σύνταξη αυτή το προβλεπόμενο από την ιταλική νομοθεσία ελάχιστο ποσό. 'Οπως όμως έχει καταστεί σαφές από το Δικαστήριο στην υπόθεση Stefanutti (6), ένα τέτοιο ζήτημα χαρακτηρισμού εμπίπτει στο εθνικό δίκαιο και εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει το περιεχόμενο και το νόημα των διατάξεων της δικής του νομοθεσίας ως προς τη σώρευση παροχών. Είναι βέβαιον ότι το εθνικό δικαστήριο δεν αναμένει τέτοια απάντηση.
14. Φρονώ ότι το τρίτο ερώτημα, για να είναι η απάντηση που θα δοθεί σ' αυτό χρήσιμη στο αιτούν δικαστήριο, πρέπει να τοποθετηθεί, μαζί με το δεύτερο ερώτημα, στο πλαίσιο της διαφοράς που υποβλήθηκε στο εν λόγω δικαστήριο. Το ενδιαφέρον των δύο ερωτημάτων συνίσταται στο να εξεταστεί αν η ρήτρα περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως του άρθρου 76 quater, παράγραφος 2, του βελγικού νόμου της 9ης Αυγούστου 1963 μπορεί να αντιταχθεί στον εναγόμενο σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1408/71. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη, πράγματι, οι εθνικές ρήτρες περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως μπορούν να αντιταχθούν στον δικαιούχο παροχών τις οποίες δεν αφορά η εξαίρεση που περιγράφεται στη δεύτερη περίοδο της παραγράφου 2 του άρθρου 12. Δυνάμει της εξαιρέσεως αυτής, η εθνικού δικαίου ρήτρα περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως δεν είναι αντιτάξιμη "όταν ο δικαιούχος λαμβάνει παροχές της ίδιας φύσεως για αναπηρία, γήρας, θάνατο (συντάξεις) ή επαγγελματική ασθένεια που καταβάλλονται από τους φορείς δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 46, 50, 51 ή του άρθρου 60, παράγραφος 1, περίπτωση β'" (7). Με άλλα λόγια, η εφαρμογή του άρθρου 46, παράγραφος 3, σε συνδυασμό με τις δύο άλλες προϋποθέσεις εφαρμογής της εξαιρέσεως που προβλέπεται στη δεύτερη περίοδο της παραγράφου 2 του άρθρου 12 (παροχές της ίδιας φύσεως περιλαμβανόμενες στις απαριθμούμενες παροχές), θα απέκλειε κάθε εφαρμογή της εθνικής ρήτρας περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως.
15. Το να εξεταστεί αν μια εθνική ρήτρα περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως μπορεί να αντιταχθεί στον δικαιούχο παροχών ισοδυναμεί με το να αποδειχθεί ότι δεν συντρέχει η περίπτωση την οποία αφορά η εξαίρεση η προβλεπόμενη στη δεύτερη περίοδο της παραγράφου 2 του άρθρου 12 του κανονισμού 1408/71. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, είναι αναγκαία μια τριπλή εξέταση: 1) αν οι λαμβανόμενες από τον εναγόμενο παροχές είναι "της ίδιας φύσεως" (σ' αυτήν ακριβώς την έκφραση αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα), 2) αν κάθε μια από τις παροχές αντιστοιχεί σε παροχές "για αναπηρία, γήρας, θάνατο (συντάξεις) ή επαγγελματική ασθένεια" και 3) αν οι παροχές αυτές "καταβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 46, 50, 51 ή του άρθρου 60, παράγραφος 1, περίπτωση β', του κανονισμού".
16. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (8), οι παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως πρέπει να θεωρούνται ότι είναι της ιδίας φύσεως όταν το αντικείμενο και ο σκοπός τους καθώς και η βάση υπολογισμού και οι προϋποθέσεις χορηγήσεώς τους είναι πανομοιότυπες. Η εξέταση και ο χαρακτηρισμός των παροχών αυτών πρέπει να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες. Συγκεκριμένα, κατά τη συγκριτική ανάλυση των παροχών αυτών, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η δομή του κανονισμού 1408/71 και, κυρίως, τα διάφορα κεφάλαια που συνθέτουν τον τίτλο ΙΙΙ και περιέχουν τις διατάξεις που προσιδιάζουν στις διάφορες κατηγορίες παροχών.
17. Εάν εξεταστεί η βάσει του βελγικού νόμου ληφθείσα από τον εναγόμενο παροχή για την περίοδο για την οποία αμφισβητείται το αχρεώστητον, ήτοι από τις 9 Μαρτίου 1979 μέχρι τις 8 Μαρτίου 1980 (9), διαπιστώνεται ότι πρόκειται για παροχή ασθενείας καλούμενη "αποζημίωση πρωτογενούς ανικανότητας", αντιπροσωπεύουσα τμήμα (60 %) των αποδοχών που χάνει ο εργαζόμενος λόγω της ανικανότητάς του προς εργασία, για κάθε εργάσιμη ημέρα επί χρονικό διάστημα ενός έτους αρχομένου από την ημερομηνία ενάρξεως της ανικανότητάς του προς εργασία (βλ. το άρθρο 46 του νόμου της 9ης Αυγούστου 1963). Πρόκειται, συνεπώς, για αποζημίωση ασθενείας του τύπου "παροχές εις χρήμα" κατά την έννοια των άρθρων 19 επ. που περιλαμβάνονται στο σχετικό με την ασθένεια και τη μητρότητα κεφάλαιο 1 του τίτλου ΙΙΙ του κανονισμού 1408/71, ήτοι για "παροχές εις χρήμα προκειμένου να βοηθηθεί ο ενδιαφερόμενος να διατηρήσει τα εισοδήματά του κατά την περίοδο που τελεί σε ανικανότητα προς εργασία λόγω ασθενείας" (10). Μια τέτοια παροχή υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 23 του κανονισμού.
Μπορεί ήδη να παρατηρηθεί ότι η βελγική παροχή που μας απασχολεί εδώ δεν πληροί τις δύο τελευταίες προϋποθέσεις του άρθρου 12, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, δεδομένου ότι, 1) αντίθετα προς τη βελγική "αποζημίωση αναπηρίας" που χορηγήθηκε στον εναγόμενο κατά την τελευταία περίοδο που μνημονεύεται στο σημείο 5 ανωτέρω, δεν πρόκειται περί παροχής "για αναπηρία, γήρας, θάνατο (συντάξεις) ή επαγγελματική ασθένεια", και 2) δεν πρόκειται ούτε περί παροχής καταβαλλομένης "σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 46, 50 και 51 ή του άρθρου 60, παράγραφος 1, περίπτωση β'" εφόσον πρόκειται, όπως μόλις προείπα, περί παροχής καταβαλλομένης σύμφωνα με το άρθρο 23.
18. Επιπλέον, η βελγική και η ιταλική παροχή δεν είναι "της ίδιας φύσεως". Πράγματι, ενώ η εν λόγω βελγική παροχή αποτελεί αποζημίωση ασθενείας υπολογιζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 23 του κανονισμού 1408/71, δεν αμφισβητείται ότι η ιταλική παροχή συνιστά σύνταξη αναπηρίας υπολογιζόμενη βάσει του άρθρου 46, παράγραφος 3, του κανονισμού. Η διάταξη αυτή περιλαμβάνεται στο σχετικό με το γήρας και τον θάνατο (συντάξεις) κεφάλαιο 3 του τίτλου ΙΙΙ του κανονισμού, αλλά εφαρμόζεται κατ' αναλογία στις παροχές αναπηρίας που χορηγούνται κατ' εφαρμογήν της ιταλικής νομοθεσίας. Το σχετικό με την αναπηρία κεφάλαιο 2 του τίτλου ΙΙΙ του κανονισμού 1408/71 διακρίνει, πράγματι, δύο είδη νομοθεσιών: αυτές κατά τις οποίες το ποσό των παροχών αναπηρίας είναι ανεξάρτητο της διάρκειας των περιόδων ασφαλίσεως (τμήμα 1, άρθρα 37 έως 39) και αυτές κατά τις οποίες το ποσό των παροχών εξαρτάται από την εν λόγω διάρκεια (τμήμα 2, άρθρο 40). Η ιταλική νομοθεσία ανήκει στο δεύτερο είδος, πράγμα που επιβεβαιώνει το παράρτημα IV του κανονισμού. Κατά το άρθρο 40, παράγραφος 1, του κανονισμού, οι παροχές που χορηγούνται κατ' εφαρμογήν τέτοιας νομοθεσίας υπολογίζονται βάσει των διατάξεων του σχετικού με το γήρας και τον θάνατο κεφαλαίου 3 του τίτλου ΙΙΙ του κανονισμού.
Εν συνόψει, εάν συγκριθούν μεταξύ τους οι δύο παροχές που λαμβάνει ο Α. Del Grosso, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι δεν είναι της ίδιας φύσεως. Η μια είναι παροχή ασθενείας καταβαλλόμενη εις χρήμα και υπολογιζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 23 του κανονισμού 1408/71, ενώ η άλλη είναι σύνταξη αναπηρίας υπολογιζόμενη βάσει του άρθρου 46.
19. Η μόνη αμφιβολία η οποία ενδεχομένως χρήζει συναφώς διευκρινίσεως είναι η αναφερόμενη στην επίπτωση που έχει το χορηγούμενο κατ' εφαρμογήν του ιταλικού νόμου συμπλήρωμα παροχής επί του συμπεράσματος στο οποίο μόλις κατέληξα.
Κατά τη γνώμη μου, ο χαρακτηρισμός της ιταλικής συντάξεως αναπηρίας μάλλον ως "αναλογικώς επιμερισμένης παροχής" παρά ως "αυτοτελούς παροχής", όπως πρότεινα ανωτέρω (σημείο 11), δεν έχει καμία επίπτωση επί της λύσεως της διαφοράς, εφόσον η βελγική αποζημίωση πρωτογενούς ανικανότητας (παροχή ασθενείας) και η ιταλική παροχή αναπηρίας (αυτοτελής ή αναλογικώς επιμερισμένη) θα παραμείνουν εν πάση περιπτώσει παροχές διαφορετικής φύσεως κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1408/71.
20. Επομένως, από τα διάφορα στοιχεία που εξέθεσα ανωτέρω, μπορώ να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι, προφανώς, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 12, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, και ότι η εθνική διάταξη περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως μπορεί να αντιταχθεί στον εναγόμενο σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1408/71.
IV. Συμπέρασμα
21. Για τους διαφόρους προεκτεθέντες λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα διάφορα ερωτήματα που του υπέβαλε το tribunal du travail de Bruxelles με την απόφασή του της 17ης Ιουνίου 1993:
"1) 'Οσον αφορά συντάξεις χορηγούμενες σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 1408/71, η έκφραση 'αυτοτελής παροχή' χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει την παροχή που υπολογίστηκε βάσει του άρθρου 46, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, δηλαδή την πλήρη σύνταξη που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους μέλους του αρμόδιου φορέα, κατ' εφαρμογήν μόνης της νομοθεσίας αυτής και χωρίς να λάβει χώρα συνυπολογισμός των περιόδων που συμπληρώθηκαν υπό τις νομοθεσίες των άλλων κρατών μελών στις οποίες είχε υπαχθεί ο εργαζόμενος. Συνεπώς, παρόμοια έκφραση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να προσδιοριστεί ιταλική κοινωνικοασφαλιστική παροχή αποκαλούμενη 'σύνταξη αναπηρίας' , ακόμη και κατόπιν συμπληρώματος προκειμένου να φθάσει το ποσόν της προβλεπομένης από την ιταλική νομοθεσία κατωτάτης συντάξεως, εφόσον η παροχή αυτή υπολογίστηκε αρχικώς σύμφωνα με το σύστημα συνυπολογισμού των περιόδων ασφαλίσεως και αναλογικού επιμερισμού.
2) Το άρθρο 12, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1408/71 δεν αποκλείει την εφαρμογή περιλαμβανομένης σε εθνική νομοθεσία διατάξεως περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, κατ' εφαρμογήν της οποίας διακινούμενος εργαζόμενος εισπράττει παροχές ασθενείας εις χρήμα, που σκοπό έχουν να αντισταθμίσουν την υφιστάμενη απώλεια εισοδημάτων λόγω της οφειλόμενης στην ασθένεια ανικανότητας προς εργασία, ενώ λαμβάνει, εξάλλου, σύνταξη αναπηρίας εντός άλλου κράτους μέλους, καταβαλλόμενη σύμφωνα με το άρθρο 46 του κανονισμού 1408/71 και ενδεχομένως προσαυξημένη κατά ένα συμπληρωματικό ποσό που καθορίζει η νομοθεσία του άλλου αυτού κράτους μέλους, προκειμένου να φθάσει το ποσόν της προβλεπομένης από τον νόμο αυτό κατωτάτης συντάξεως."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) * 'Οπως κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6).
(2) * Κανονισμός (ΕΟΚ) 574/72 περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, όπως κωδικοποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ 1983, L 230, σ. 86). Βλ. τον κατάλογο των αρμοδίων φορέων στο παράρτημα 2 του κανονισμού 574/72 (ΕΕ 1983, L 230, σ. 133).
(3) * Το ερώτημα παρατίθεται όπως διορθώθηκε σύμφωνα με την επιστολή που απέστειλε στο Δικαστήριο στις 29 Ιουνίου 1993 ο πρόεδρος του ενάτου τμήματος του tribunal du travail.
(4) * Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1993, C-113/92, C-114/92 και C-156/92, Fabrizzi κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. Ι-6707).
(5) * Αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1987, 323/86, Collini (Συλλογή 1987, σ. 5489, σκέψεις 10, 15) της 21ης Μαρτίου 1990, C-199/88, Cabras (Συλλογή 1990, σ. Ι-1023) της 6ης Ιουνίου 1990, C-342/88, Spits (Συλλογή 1990, σ. Ι-2259, σκέψη 12) της 18ης Φεβρουαρίου 1992, C-5/91, Di Prinzio (Συλλογή 1992, σ. Ι-897, σκέψη 34) και της 11ης Ιουνίου 1992, C-90/91 και C-91/91, Di Crescenzo και Casagrande (Συλλογή 1992, σ. Ι-3851, σκέψη 19).
(6) * Απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1987, 197/85, Stefanutti (Συλλογή 1987, σ. 3855, σκέψη 16).
(7) * Η εξαίρεση αυτή γίνεται περισσότερο κατανοητή όταν ληφθεί υπόψη ότι τα άρθρα 46, 50, 51 και 60, παράγραφος 1, περίπτωση β', αποτελούν ήδη διατάξεις αποσκοπούσες στον καθορισμό του μέγιστου ποσού που μπορεί να λάβει ο δικαιούχος παροχών.
(8) * Προσφάτως, απόφαση της 8ης Ιουλίου 1992, C-102/91, Knoch (Συλλογή 1992, σ. Ι-4341, σκέψη 40).
(9) * Τουτέστιν, μόνον η πρώτη από τις τρεις περιόδους που διακρίναμε στο σημείο 5, ανωτέρω, μας αφορά εδώ, δηλαδή η περίοδος κατά την οποία χορηγήθηκε στον εναγόμενο αποζημίωση πρωτογενούς ανικανότητας κατά την έννοια του βελγικού δικαίου.
(10) * Van Raepenbusch S., La securite sociale des personnes qui circulent a l' interieur de la Communaute economique europeenne, 1991, σ. 396, αριθ. 254. Βλ. επίσης τους πίνακες IV-1 και IV-2 του τίτλου Ασθένεια * Χρηματικές αποζημιώσεις που περιλαμβάνουν οι Συγκριτικοί πίνακες των καθεστώτων κοινωνικής ασφαλίσεως που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , δέκατη πέμπτη έκδοση (την 1η Ιουλίου 1988), Γενικό καθεστώς (μισθωτοί της βιομηχανίας και του εμπορίου) , που εκδίδει η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σ. 44 και 46.
Full & Egal Universal Law Academy