Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. To Finanzgericht Duesseldorf υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα που ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της γερμανικής εταιρίας Klaus Thierschmidt GmbH (στο εξής: Thierschmidt) και του Hauptzollamt Essen. Η διαφορά δημιουργήθηκε από την απόφαση των τελωνειακών αρχών να συνυπολογίσουν στη δασμολογητέα αξία υφαντουργικών προϊόντων που εισήγαγε η Thierschmidt από το Χονγκ Κονγκ και την Ταϊβάν, ποσό που περιέλαβε στο τιμολόγιό του ο εξαγωγέας προς κάλυψη δαπανών χαρακτηριζομένων ως "δαπανών ποσοστώσεων".
2. Το Δικαστήριο έχει ήδη επιληφθεί δύο φορές του ζητήματος του τελωνειακού καθεστώτος των δαπανών ποσοστώσεων. Στην πρώτη υπόθεση, Ospig, 7/83, το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του στις 9 Φεβρουαρίου 1984 (1). Στη δεύτερη υπόθεση Ospig, C-29/93, το Δικαστήριο δεν έχει ακόμα αποφανθεί, οι προτάσεις μου όμως επί της υποθέσεως αυτής αναπτύχθηκαν στις 2 Φεβρουαρίου 1994.
3. Το Δικαστήριο, επομένως, γνωρίζει καλώς τα πραγματικά δεδομένα εκ των οποίων ανέκυψαν τα ζητήματα που έχουν τεθεί υπό την κρίση του. Θα αρκεστώ λοιπόν να υπομνήσω ορισμένα στοιχεία.
4. Στο πλαίσιο των συμφωνιών ΓΣΔΕ, που είναι γωνστές ως πολυινικές συμφωνίες, η Κοινότητα συνήψε συμφωνίες με πολλές χώρες που παράγουν υφαντουργικά προϊόντα (όσον αφορά την Ταϊβάν, η συμφωνία συνήφθη με την εμπορική οργάνωση "Taiwan Textile Organisation"). Σκοπός των συμφωνιών αυτών είναι ο καθορισμός των διαφόρων κατηγοριών υφαντουργικών προϊόντων που μπορούν να εισαχθούν από τις αντίστοιχες τρίτες χώρες στην Κοινότητα. Οι εταίροι της Κοινότητας καθορίζουν οι ίδιοι τον τρόπο κατανομής των ποσοστώσεων αυτών στους εξαγωγείς τους. Σε ορισμένες χώρες, οι ποσοστώσεις κατανέμονται κατόπιν πλειοδοτικού διαγωνισμού, ενώ σε άλλες βάσει των ποσοτήτων που εξήχθησαν κατά τα έτη αναφοράς. Σε ορισμένες χώρες οι διοικητικές αρχές ζητούν την καταβολή ορισμένου ποσού για τη χορήγηση ποσοστώσεων εξαγωγής, ενώ σε άλλες οι ποσοστώσεις κατανέμονται δωρεάν. Σε ορισμένες χώρες η κατανομή πραγματοποιείται καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, ενώ σε άλλες πραγματοποιείται άπαξ ετησίως.
5. Γενικώς, δεν απαγορεύεται στους επιχειρηματίες να εκχωρούν την ποσόστωσή τους σε άλλους επιχειρηματίες. Αναπτύσσεται μια πραγματική εμπορία ποσοστώσεων, η δε τιμή των προς μεταβίβαση ποσοστώσεων εξαρτάται από την προσφορά και τη ζήτηση. Στο πλαίσιο της πρώτης υποθέσεως Ospig διαπιστώθηκε ότι κατά το τέλος του έτους, όταν η εξαγωγική ποσόστωση έχει σχεδόν εξαντληθεί, η τιμή μπορεί να είναι περισσότερο αυξημένη, ενώ μπορεί να είναι μειωμένη κατά τους προηγούμενους μήνες.
6. Δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί εισαγωγή στην Κοινότητα χωρίς να προσκομιστεί η απόδειξη ότι οι εισαγόμενες ποσότητες εμπορευμάτων καλύπτονται με εξαγωγική ποσόστωση. Στην περίπτωση που εξαγωγέας έλαβε ποσόστωση την οποία δεν έχει ακόμα εξαντλήσει, η εξαγωγή πραγματοποιείται στο πλαίσιο αυτής της ποσοστώσεως. Εάν ο εξαγωγέας δεν διαθέτει (ή δεν διαθέτει πλέον) ποσόστωση, αναγκάζεται να αγοράσει ποσόστωση τρίτου. Η αναγκαία ποσόστωση μπορεί να αγοραστεί από τον εισαγωγέα και να τεθεί στη διάθεση του εξαγωγέα. Μπορεί, επίσης, να αγοράσει την ποσόστωση ο ίδιος ο εξαγωγέας.
Και στις δύο περιπτώσεις, η αγορά των υφαντουργικών προϊόντων συνεπάγεται την τέλεση χωριστών εμπορικών πράξεων οι οποίες συνεπάγονται την πραγματοποίηση δαπανών. Είτε αγόρασε την εξαγωγική ποσόστωση ο ίδιος ο εισαγωγέας απευθείας από τρίτον, είτε την αγορά αυτή την πραγματοποίησε ο εξαγωγέας, το ζήτημα που ανακύπτει είναι κατά πόσον η δασμολογητέα αξία των εισαχθέντων υφαντουργικών προϊόντων περιλαμβάνει τις δαπάνες για την απόκτηση των εξαγωγικών ποσοστώσεων (δαπάνες ποσοστώσεων), και κατά πόσον η δασμολογητέα αξία είναι απλώς η προκύπτουσα από το τιμολόγιο τιμή των υφαντουργικών προϊόντων.
7. Το ζήτημα αυτό εξετάστηκε καταρχάς από τη συμβουλευτική επιτροπή που συνεστήθη στο πλαίσιο εφαρμογής του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας (2). Μετά από μακρά συζήτηση η Επιτροπή αποφάσισε να αντιμετωπίσει τις δαπάνες ποσοστώσεων κατά τον τρόπο που τις αντιμετωπίζουν οι αμερικανικές τελωνειακές αρχές, αποδεχόμενη δηλαδή ότι οι δαπάνες που καταβάλλονται απευθείας από τον εισαγωγέα σε τρίτον μπορούν να μην συνυπολογίζονται στη δασμολογητέα αξία. Η πρώτη υπόθεση Ospig αφορούσε το ζήτημα κατά πόσον οι δαπάνες στις οποίες υποβάλλεται ο εξαγωγέας για την απόκτηση εξαγωγικών ποσοστώσεων από τρίτους μπορούν, επίσης, να μην συνυπολογίζονται στη δασμολογητέα αξία. Το Δικαστήριο έκρινε ότι και οι δύο καταστάσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο. Είτε καταβάλλονται από τον εισαγωγέα είτε από τον εξαγωγέα οι δαπάνες ποσοστώσεων δεν πρέπει να συνυπολογίζονται στη δασμολογητέα αξία. Το Δικαστήριο αιτιολόγησε την επιλογή αυτής της λύσεως τονίζοντας ιδίως ότι "διαφορετική λύση θα δημιουργούσε πράγματι αδικαιολόγητη ανισότητα μεταξύ των εισαγωγέων της Κοινότητας, παρόλο που βρίσκονται σε ανάλογη θέση, και κατ' ακολουθία θα ερχόταν σε αντίθεση με το δίκαιο, ομοιόμορφο και ουδέτερο σύστημα υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας, το οποίο έχει θεσπιστεί με τον κανονισμό 1224/80 του Συμβουλίου" (σκέψη 17).
8. Η δεύτερη υπόθεση Ospig αφορά το κατά πόσον έχει σημασία, ως προς τον συνυπολογισμό των δαπανών ποσοστώσεων στη δασμολογητέα αξία, αν οι εξαγωγικές ποσοστώσεις αποκτήθηκαν σε χώρα στην οποία δεν είναι νόμιμη η εμπορία τους. Είχα τότε προτείνει στο Δικαστήριο να δώσει στο ερώτημα αυτό την απάντηση ότι δεν έχει σημασία αν οι ποσοστώσεις αποκτήθηκαν σε χώρα στην οποία η εμπορία τους δεν είναι νόμιμη, εφόσον έχει αποδειχθεί ότι έχουν πράγματι πραγματοποιηθεί οι δαπάνες για την αγορά των εξαγωγικών ποσοστώσεων.
9. Η παρούσα υπόθεση ανέκυψε από την πρακτική των γερμανικών τελωνειακών αρχών να εφαρμόζουν τον κανονισμό περί δασμολογητέας αξίας λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι η λύση της πρώτης αποφάσεως Ospig εφαρμόζεται μόνο όταν ο εισαγωγέας ή ο εξαγωγέας υποβλήθηκαν σε δαπάνες για την απόκτηση εξαγωγικών ποσοστώσεων από τρίτους, δηλαδή μόνο όταν πρόκειται περί δαπανών για ποσοστώσεις που είναι γνωστές ως "ποσοστώσεις τρίτων". Οι γερμανικές τελωνειακές αρχές αμφισβητούν τη δυνατότητα εφαρμογής αυτής της λύσεως και επί δαπανών για ποσοστώσεις καλούμενες "προσωπικές", δηλαδή επί της περιπτώσεως "δαπανών" στις οποίες υποβλήθηκε πράγματι ο εξαγωγέας ο οποίος πραγματοποίησε την εξαγωγή στο πλαίσιο ποσοστώσεων που του έχουν χορηγηθεί απευθείας, προκειμένου αυτός να αποκτήσει ποσοστώσεις, ή τις οποίες υπολόγισε προκειμένου να καλύψει την αγοραία αξία των ποσοστώσεων, βάσει των τιμών που διαμορφώνονται συνήθως στη σχετική αγορά.
10. Η παρούσα υπόθεση παρέχει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να διευκρινίσει αν αυτή η ερμηνεία του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας είναι βάσιμη.
Τα πραγματικά περιστατικά που προκάλεσαν τη διαφορά είναι τα ακόλουθα: μεταξύ 1987 και 1989 η Thierschmidt παρήγγειλε στο Χονγκ Κονγκ και την Ταϊβάν υφαντουργικά προϊόντα τα οποία κατόπιν εισήγαγε στην Κοινότητα. Η εξαγωγική εταιρία του Χονγκ Κονγκ ήταν η επιχείρηση J. Wong & Co (στο εξής: Wong), η οποία παρέσχε, επίσης, τις αναγκαίες ποσοστώσεις εξαγωγής. Η εν λόγω επιχείρηση ανέγραψε στο τιμολόγιο χωριστά τις δαπάνες ποσοστώσεων, τόσο εκείνες που αφορούσαν προσωπικές της ποσοστώσεις όσο και εκείνες οι οποίες αφορούσαν ποσοστώσεις εξαγωγής που αγοράστηκαν από τρίτους. Η Thierschmidt δεν δήλωσε αυτές τις δαπάνες ποσοστώσεων κατά την εισαγωγή των εμπορευμάτων.
11. Οι γερμανικές αρχές πραγματοποίησαν εκ των υστέρων έλεγχο στις εγκαταστάσεις της Thierschmidt. Στο πλαίσιο αυτού του ελέγχου διαπιστώθηκε, όσον αφορά τις εισαγωγές από το Χονγκ Κονγκ, πρώτον, ότι οι δαπάνες ποσοστώσεων δεν είχαν αναγραφεί για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, και δεύτερον, ότι ήταν αδύνατον να καθοριστεί, για τις διάφορες παρτίδες εμπορευμάτων, αν οι δαπάνες ποσοστώσεων που είχαν περιληφθεί στο τιμολόγιο αφορούσαν "προσωπικές" ποσοστώσεις της Wong ή δαπάνες για την απόκτηση ποσοστώσεων "προερχομένων από τρίτους". Οι γερμανικές αρχές έκριναν ότι έπρεπε να συνυπολογιστούν στη δασμολογητέα αξία όλες οι δαπάνες ποσοστώσεων και προχώρησαν στην έκδοση πράξεως για την εκ των υστέρων είσπραξη ενός σημαντικού ποσού.
'Οσον αφορά την εισαγωγή από την Ταϊβάν, οι τελωνειακές αρχές προχώρησαν στην έκδοση αντίστοιχης απόφασης, στηριζόμενες στο γεγονός ότι η εμπορία ποσοστώσεων δεν είναι νόμιμη στην Ταϊβάν και ότι κατά τη γνώμη τους, σύμφωνα με τη νομολογία Ospig, ο μη συνυπολογισμός στη δασμολογητέα αξία των δαπανών για ποσοστώσεις επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση που οι άδειες εισαγωγής αποκτήθηκαν νομίμως.
12. Η Thierschmidt προσέφυγε στο Finanzgericht Duesseldorf κατά της αποφάσεως των τελωνειακών αρχών, το δικαστήριο δε αυτό αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τρία προδικαστικά ερωτήματα. Το πρώτο ερώτημα αφορά τις δαπάνες ποσοστώσεων που αντιστοιχούν σε "προσωπικές" ποσοστώσεις του εξαγωγέα, το τρίτο αφορά τις δαπάνες ποσοστώσεων για τις εξαγωγές από την Ταϊβάν και το δεύτερο αφορά το περιεχόμενο της υποχρεώσεως του εισαγωγέα να αναγράφει χωριστά τις δαπάνες ποσοστώσεων. Στο Δικαστήριο κατέθεσαν παρατηρήσεις η Thierschmidt, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή.
Το πρώτο ερώτημα
13. Το πρώτο ερώτημα έχει ως εξής: "Συνυπολογίζεται στη δασμολογητέα αξία το ποσό που καταβάλλει ο αγοραστής στον πωλητή για τις χορηγούμενες στον πωλητή άδειες εξαγωγής (ποσοστώσεις εξαγωγής);"
14. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή υποστήριξαν την άποψη ότι στο ερώτημα, με την τροποποίηση στην οποία θα αναφερθώ κατωτέρω, πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση, ενώ η Thierschmidt υποστήριξε ότι η απάντηση πρέπει να είναι αρνητική.
15. Προκειμένου να δοθεί απάντηση απαιτείται ερμηνεία του κανονισμού 1224/80 περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων.
16. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού ορίζει: "η δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων που καθορίζεται κατ' εφαρμογήν του παρόντος άρθρου είναι η συναλλακτική αξία, δηλαδή η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή όταν πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητος, μετά από προσαρμογή που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 8 (...)". Το άρθρο 3, παράγραφος 3, στοιχείο α', ορίζει: "η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή είναι η συνολική πληρωμή που έγινε ή πρόκειται να γίνει από τον αγοραστή προς τον πωλητή, ή υπέρ του πωλητή, για τα εισαγόμενα εμπορεύματα και περιλαμβάνει όλες τις πληρωμές που έγιναν ή πρόκειται να γίνουν, ως όρος της πωλήσεως των εισαγομένων εμπορευμάτων, από τον αγοραστή προς τον πωλητή, ή από τον αγοραστή σε τρίτο συμβαλλόμενο μέρος για να εκπληρώσει μια υποχρέωση του πωλητή (...)".
17. Το άρθρο 8, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 3, παράγραφος 1, προβλέπει ότι "στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εισαγόμενα εμπορεύματα τιμή προστίθενται" ορισμένα έξοδα, παρεπόμενα της τιμής αυτής από οικονομική άποψη. Το άρθρο 8 απαριθμεί περιοριστικώς τα έξοδα που είναι δυνατόν να συνυπολογισθούν στη δασμολογητέα αξία, χωρίς όμως στον σχετικό πίνακα να περιλαμβάνονται οι δαπάνες ποσοστώσεων. Αυτό σημαίνει ότι στην περίπτωση που κριθεί ότι οι δαπάνες για "προσωπικές" ποσοστώσεις, στις οποίες αναφέρεται το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, συνυπολογίζονται στη δασμολογητέα αξία, τότε θα πρέπει να θεωρηθούν ως αναπόσπαστο τμήμα της συναλλακτικής αξίας, περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 3 (βλ. σχετικώς την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-219/88, Malt (3)).
18. Δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, στην παρούσα υπόθεση η χορήγηση των εξαγωγικών ποσοστώσεων στις επιχειρήσεις έγινε χωρίς την εκ μέρους τους πραγματοποίηση δαπανών, με τον όρο δαπάνες για "προσωπικές" ποσοστώσεις νοείται στην περίπτωση αυτή ποσό που υπολόγισε ο οικείος εξαγωγέας και το οποίο αντιστοιχεί, καταρχήν, στην αξία της συγκεκριμένης εξαγωγικής ποσοστώσεως, δηλαδή στο ποσό που ο αγοραστής ή ο πωλητής όφειλε να καταβάλει προκειμένου να αγοράσει εξαγωγική ποσόστωση από τρίτο. Συνεπώς, ο όρος δαπάνες για "προσωπικές" ποσοστώσεις εκφράζει μια έννοια που διαμόρφωσαν οι επιχειρηματίες του κλάδου και η οποία χρησιμοποιείται, στο πλαίσιο του τελωνειακού δικαίου, με σκοπό τη δημιουργία μιας νομικής καταστάσεως που θα συνεπάγεται ότι για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας δεν έχει σημασία αν ο πωλητής διαθέτει εξαγωγικές ποσοστώσεις κατά τον χρόνο εξαγωγής ή δεν διαθέτει, οπότε είναι υποχρεωμένος να τις αγοράσει από τρίτον.
19. Το επιχείρημα αυτό της ισότητας μεταχειρίσεως αποτελεί το κυριότερο επιχείρημα για τον μη συνυπολογισμό στη δασμολογητέα αξία των δαπανών για "προσωπικές" ποσοστώσεις, όπως ακριβώς και των δαπανών για ποσοστώσεις "προερχόμενες από τρίτους". Ωστόσο, συντρέχουν πολλοί λόγοι που επιβάλλουν οι δύο αυτοί τύποι "δαπανών" να μην αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο.
20. Οι δαπάνες για "προσωπικές" ποσοστώσεις αποτελούν πλασματικές δαπάνες. Για τον πωλητή δεν συνεπάγεται καμία εκταμίευση ή απόκτηση των αναγκαίων εξαγωγικών ποσοστώσεων. Αν έχει τη δυνατότητα πραγματικής αυξήσεως της τιμής που καταβάλλει ο αγοραστής για τα εμπορεύματα, επειδή η ζήτηση για το αντίστοιχο προϊόν είναι μεγαλύτερη από εκείνη που μπορεί να ικανοποιήσει στο πλαίσιο των ποσοστώσεων που διαθέτει, αυτό σημαίνει ότι το σύστημα των ποσοστώσεων του παρέχει τη δυνατότητα αυξήσεως του περιθωρίου κέρδους και όχι ότι ο εν λόγω επιχειρηματίας * ο οποίος διαθέτει τις αναγκαίες ποσοστώσεις * υποβλήθηκε σε δαπάνες για την πραγματοποίηση της εξαγωγής λόγω του συστήματος των ποσοστώσεων.
21. Ορθώς κατά τη γνώμη μου το Bundesfinanzhof υπογράμμισε στην απόφασή του της 24ης Απριλίου 1990 (VII R 55/89) ότι: "κατά το άρθρο 3, παράγραφος 3, στοιχείο α', του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας του 1980, η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή περιλαμβάνει όλες τις πληρωμές που έγιναν ή πρόκειται να γίνουν (...) ως όρος της πωλήσεως των εισαγομένων εμπορευμάτων από τον αγοραστή προς τον πωλητή. Περιλαμβάνει επίσης τα ποσά που καταβάλλει ο αγοραστής των εισαγομένων εμπορευμάτων στον πωλητή για τις ίδιες ποσοστώσεις αυτού. Αντιθέτως προς τις πληρωμές που καλύπτουν την αγορά ποσοστώσεων από τρίτους, οι εν λόγω πληρωμές σχετίζονται άμεσα με την εμπορική συμφωνία και δεν καλύπτουν το αντίτιμο για αγορά εξαγωγικών δικαιωμάτων από τρίτους. Καταλήγουν στον ίδιο τον πωλητή και όχι, μέσω αυτού, σε τρίτο πρόσωπο (...) Δεν πρέπει να συνυπολογίζεται κανένα εικονικό ποσό για εξαγωγικές ποσοστώσεις που έχουν χορηγηθεί στον ίδιο τον πωλητή, καθόσον η τιμή των εμπορευμάτων και, συνεπώς, η τελωνειακή τους αξία δεν πρέπει να μειώνεται τεχνητώς."
22. Στην απόφαση Ospig το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε ούτε άμεσα ούτε έμμεσα επί του ζητήματος αυτού. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε μόνον ως προς το αν "οι δαπάνες για την απόκτηση ελευθέρων ποσοστώσεων" πρέπει να συνυπολογίζονται στη δασμολογητέα αξία τονίζοντας ρητώς ότι "τα έξοδα ποσόστωσης που απαιτούνται για την απόκτηση ποσοστώσεων εξαγωγής" δεν αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της δασμολογητέας αξίας.
23. Η Thierschmidt και το Finanzgericht Duesseldorf υποστηρίζουν ότι οι σκέψεις που διατύπωσε το Δικαστήριο για να δικαιολογήσει τη λύση αυτή ισχύουν και ως προς τις δαπάνες για "προσωπικές" ποσοστώσεις. Η άποψη αυτή δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτή. Εκείνο που κυρίως υπογράμμισε το Δικαστήριο είναι ότι το σύστημα των ποσοστώσεων, σκοπός του οποίου είναι ο έλεγχος της ποσότητας των εισαγομένων υφαντουργικών προϊόντων από ορισμένες τρίτες χώρες, επιδιώκει σκοπό διαφορετικό από εκείνον του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας, ο οποίος αποβλέπει στη θέσπιση δικαίου, ενιαίου και ουδέτερου συστήματος εκτιμήσεως της δασμολογητέας αξίας, στο πλαίσιο της εφαρμογής του κοινού δασμολογίου. Οι σκέψεις αυτές θα μπορούσαν να εφαρμοστούν ως προς τις "προσωπικές" ποσοστώσεις μόνον εφόσον οι δαπάνες για πλασματικές "προσωπικές" ποσοστώσεις θα μπορούσαν επίσης να θεωρηθούν ως φυσική συνέπεια του συστήματος των ποσοστώσεων. 'Οπως υπογραμμίστηκε αυτό δεν συμβαίνει. Οι δαπάνες για "προσωπικές" ποσοστώσεις δεν καλύπτουν δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ο πωλητής λόγω της εφαρμογής αυτού του συστήματος.
24. Φρονώ, επομένως, ότι η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα είναι ότι οι καλούμενες "προσωπικές" ποσοστώσεις πρέπει να συνυπολογίζονται στη δασμολογητέα αξία.
25. Οι σκέψεις αυτές στηρίζονται στην αντίληψη ότι ο όρος δαπάνες για "προσωπικές" ποσοστώσεις δεν εκφράζει πραγματικές δαπάνες για απόκτηση ποσοστώσεων. 'Οπως τονίστηκε, αυτό συμβαίνει στην περίπτωση του Χονκγ Κονγκ και της Ταϊβάν. Ωστόσο, σύμφωνα με τα προσκομισθέντα στοιχεία ορισμένες χώρες ζητούν την καταβολή ποσού για τη χορήγηση ποσοστώσεων. Επιβάλλεται, επομένως, να εξεταστεί αν οι δαπάνες αυτές μπορούν να χαρακτηρισθούν ως δαπάνες για "προσωπικές" ποσοστώσεις ή δαπάνες για ποσοστώσεις "προερχόμενες από τρίτους".
26. Θεωρώ περισσότερο εύλογο να χαρακτηρισθούν ως δαπάνες "προερχόμενες από τρίτους", δεδομένου ότι στην πράξη αντιπροσωπεύουν δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε ο πωλητής, η οποία είναι δυνατόν να αποδειχθεί με τον ίδιο τρόπο που αποδεικνύονται οι δαπάνες ποσοστώσεων στις οποίες υποβλήθηκε ο αγοραστής ή ο πωλητής για την απόκτηση εξαγωγικών ποσοστώσεων από τρίτους, καθόσον οι σχετικές δαπάνες εμφαίνονται στα τιμολόγια αγοράς εξαγωγικών ποσοστώσεων.
Το δεύτερο ερώτημα
27. Το δεύτερο ερώτημα του Finanzgericht είναι το ακόλουθο: "Πρέπει οι ποσοστώσεις να αναγράφονται χωριστά;"
28. Ο λόγος για τον οποίο υποβλήθηκε το ερώτημα αυτό είναι ότι η Thierschmidt παρέλειψε να αναγράψει στη διασάφησή της τις δαπάνες ποσοστώσεων, επειδή κατά τη γνώμη της δεν έπρεπε να συνυπολογισθούν στη δασμολογητέα αξία ούτε οι δαπάνες για "προσωπικές" ποσοστώσεις ούτε οι δαπάνες για ποσοστώσεις "προερχόμενες από τρίτους". Συνεπώς είναι δυσχερές να καθορισθεί, βάσει των εγγράφων της Thierschmidt, αν οι δαπάνες για ποσοστώσεις αφορούν ποσοστώσεις "προσωπικές" ή "προερχόμενες από τρίτους".
29. Οι γερμανικές τελωνειακές αρχές εφαρμόζουν τον κανονισμό περί δασμολογητέας αξίας εκτιμώντας ότι ο εισαγωγέας πρέπει πάντοτε να προσδιορίζει τις δαπάνες για ποσοστώσεις, είτε αυτές είναι "προσωπικές" είτε "προερχόμενες από τρίτους", και ότι οι δαπάνες για ποσοστώσεις πρέπει να περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία εάν δεν έχουν προσδιοριστεί στη σχετική διασάφηση. Την πρακτική αυτή επιβεβαίωσε το Bundesfinanzhof με την απόφασή του της 12ης Ιουνίου 1991 (VIΙ R 98/89).
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστήριζει την ίδια άποψη στις παρατηρήσεις που κατέθεσε στο Δικαστήριο.
30. Εάν το Δικαστήριο συμφωνεί με τη νομική ανάλυση επί της οποίας στηρίζεται η προτεινόμενη απάντηση στο πρώτο ερώτημα, τότε πρέπει να θεωρηθεί ότι ο εισαγωγέας υποχρεούται να αναγράφει πάντοτε τις δαπάνες για "προσωπικές" ποσοστώσεις στη διασάφησή του. Οι δαπάνες αυτές αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της τιμής του εμπορεύματος και πρέπει, κατά συνέπεια, να αναγράφονται ως στοιχείο της δασμολογητέας αξίας.
Αντιθέτως, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι "προερχόμενες από τρίτους" ποσοστώσεις δεν πρέπει να συνυπολογίζονται στη δασμολογητέα αξία. Πρέπει, ωστόσο, να εξεταστεί αν πρέπει να αναγράφονται χωριστά.
Ο κανονισμός περί δασμολογητέας αξίας περιλαμβάνει στο άρθρο 3, παράγραφος 4, και στο άρθρο 15 πίνακα ορισμένων δαπανών οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία ακόμα και αν πράγματι καταβλήθηκαν ή πρόκειται να καταβληθούν για τα εισαγόμενα εμπορεύματα, υπό τον όρο πάντως ότι οι δαπάνες αυτές πρέπει να "διακρίνονται". Ο κανονισμός περί δασμολογητέας αξίας περιλαμβάνει διατάξεις που επιβάλλουν ρητώς τη χωριστή αναγραφή, ώστε οι αντίστοιχες δαπάνες να μην περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία. Οι δαπάνες για ποσοστώσεις δεν αναφέρονται ούτε στο άρθρο 3, παράγραφος 4, ούτε στο άρθρο 15. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές δεν νομίζω ότι είναι δυνατόν να συναχθεί από τον κανονισμό περί δασμολογητέας αξίας υποχρέωση των εισαγωγέων να αναγράφουν χωριστά τις δαπάνες για "προερχόμενες από τρίτους" ποσοστώσεις, με συνέπεια τον συνυπολογισμό των εν λόγω δαπανών στη δασμολογητέα αξία σε περίπτωση μη τηρήσεως αυτής της υποχρεώσεως. Τυχόν υποχρέωση χωριστής αναγραφής, επισύρουσα μια τέτοια κύρωση, προϋποθέτει αναγκαστικά την ύπαρξη ρητής νομικής βάσεως στον κανονισμό.
31. Εξάλλου, και η Επιτροπή αμφισβητεί την ύπαρξη υποχρεώσεως χωριστής αναγραφής των δαπανών για ποσοστώσεις "προερχόμενες από τρίτους". Θεωρώ επίσης ορθή την άποψη της Επιτροπής ως προς τα υπόλοιπα ζητήματα. Η Επιτροπή τονίζει ότι το πρόβλημα είναι ποιος φέρει το βάρος της αποδείξεως. Η βάση είναι ότι η συναλλακτική αξία και, επομένως, η δασμολογητέα αξία, περιλαμβάνει όλες τις πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν για την εισαγωγή των συγκεκριμένων εμπορευμάτων και, επομένως, και τα ποσά που καταβλήθηκαν από τον αγοραστή στον πωλητή για την απόκτηση των εξαγωγικών ποσοστώσεων, τουλάχιστον όταν οι ποσοστώσεις αυτές χορηγήθηκαν στον πωλητή έναντι αντιτίμου. Εναπόκειται επομένως στον αγοραστή να αποδείξει ότι μια συγκεκριμένη πληρωμή αντιπροσωπεύει δαπάνη για ποσοστώσεις "προερχόμενες από τρίτους", δεδομένου ότι αυτός είναι που έχει συμφέρον να μη συνυπολογιστούν στη δασμολογητέα αξία οι εν λόγω δαπάνες.
Η Επιτροπή τονίζει, επίσης, ότι η λύση αυτή είναι σύμφωνη με την καταρχήν κατανομή των υποχρεώσεων μεταξύ εισαγωγέα και τελωνειακών αρχών. Ο εισαγωγέας υποχρεούται να παράσχει τις αναγκαίες αποδείξεις σχετικά με τα περιλαμβανόμενα στις διασαφήσεις του, ενώ υποχρέωση των διοικητικών αρχών είναι να ελέγχουν τα αποδεικτικά στοιχεία που τους προσκομίζονται. Το άρθρο 10 του κανονισμού περί δασμολογητέας αξίας επιβεβαιώνει τη γενική αυτή κατανομή υποχρεώσεων στο πλαίσιο του προσδιορισμού της δασμολογητέας αξίας. Κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, ο εισαγωγέας υποβάλλει στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές τα έγγραφα και τα ενημερωτικά στοιχεία που απαιτούνται για τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας.
32. Συμφωνώ, επομένως, με την άποψη της Επιτροπής ότι στο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο αγοραστής, ο οποίος προβάλλει τον ισχυρισμό ότι οι πληρωμές που πραγματοποίησε υπέρ του πωλητή για την απόκτηση εξαγωγικών ποσοστώσεων δεν πρέπει να συνυπολογιστούν στη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων, οφείλει να αποδείξει ότι ο πωλητής πραγματοποίησε πράγματι πληρωμή για την απόκτηση της εξαγωγικής ποσοστώσεως καθόσον η απάντηση αυτή προϋποθέτει ότι δεν υπέχει υποχρέωση χωριστής αναγραφής των δαπανών για ποσοστώσεις "προερχόμενες από τρίτους".
Το τρίτο ερώτημα
33. Το τρίτο ερώτημα του Finanzgericht είναι το ακόλουθο: "Οι προκύπτουσες από την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 4134/86 δαπάνες για την απόκτηση ποσοστώσεων, πρέπει να θεωρούνται ως δαπάνες για απόκτηση ποσοστώσεων προκύπτουσες από την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 4136/86;"
34. Ο λόγος υποβολής του ερωτήματος αυτού είναι ότι η Thierschmidt εισάγει εμπορεύματα από την Ταϊβάν. Οι συμφωνίες επιβολής ποσοστώσεων επί των εισαγωγών που πραγματοποιεί η Κοινότητα από την Ταϊβάν έχουν συναφθεί, όπως προαναφέρθηκε, με έναν εμπορικό οργανισμό, τον Taiwan Textile Organisation, οι δε σχετικοί κανόνες εισαγωγής θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 4134/86 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986 (4), ενώ οι γενικοί κανόνες εισαγωγής στην Κοινότητα τέθηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 4136/86 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, περί του κοινού καθεστώτος εισαγωγών ορισμένων κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών (5).
35. Το ζήτημα των δαπανών για ποσοστώσεις "προερχόμενες από τρίτους", για τις εισαγωγές από την Ταϊβάν, απετέλεσε, όπως προαναφέρθηκε, αντικείμενο ενός προδικαστικού ερωτήματος στο πλαίσιο της υποθέσεως C-29/93, Ospig, επί της οποίας ανέπτυξα τις προτάσεις μου στις 2 Φεβρουαρίου 1994.
36. Απο τη Διάταξη παραπομπής στην παρούσα υπόθεση συνάγεται ότι το Finanzgericht Duesseldorf λαμβάνει ως δεδομένο ότι είναι νόμιμη στην Ταϊβάν η εμπορία των εξαγωγικών ποσοστώσεων και ότι υποβάλλει το ερώτημα αυτό προκειμένου το Δικαστήριο να αποφανθεί αν οι διαφορές μεταξύ του συστήματος εισαγωγής από την Ταϊβάν και του γενικού συστήματος εισαγωγών επηρεάζουν το νομικό καθεστώς στο οποίο υπόκεινται οι δαπάνες για ποσοστώσεις "προερχόμενες από τρίτους", ως προς τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας. Το αιτούν δικαστήριο τονίζει ότι η σημαντικότερη διαφορά μεταξύ των δύο συστημάτων έγκειται στο γεγονός ότι ο σχετικός με την Ταϊβάν κανονισμός δεν περιλαμβάνει διατάξεις σχετικές με τον λεγόμενο "διπλό" έλεγχο που προβλέπει το γενικό καθεστώς εισαγωγών: ειδικότερα στο ότι ο έλεγχος, ο οποίος συνίσταται στο ότι οι αρχές της χώρας εξαγωγής χορηγούν καταρχάς άδεια εξαγωγής, οι δε κοινοτικές τελωνειακές αρχές χορηγούν, στη συνέχεια, άδεια εισαγωγής, κατόπιν υποβολής αδείας εξαγωγής, δεν προβλέπεται ως προς τις εισαγωγές από την Ταϊβάν. Στην απόφασή του περί παραπομπής, το Finanzgericht αφήνει να νοηθεί ότι η διαφορά αυτή είναι σημαντική και ότι δεν συντρέχει λόγος αντιμετωπίσεως των δαπανών για ποσοστώσεις κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που προβλέπει ο γενικός κανονισμός, επειδή αφορούν εισαγωγές από την Ταϊβάν. Η Thierschmidt και η Επιτροπή διατυπώνουν την ίδια άποψη. Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν διατύπωσε άποψη ως προς το ζήτημα αυτό.
37. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία αναφέρθηκε ότι στην πράξη οι γερμανικές τελωνειακές αρχές εφαρμόζουν το σύστημα εισαγωγής από την Ταϊβάν κατά τον ίδιο τρόπο που εφαρμόζουν το γενικό σύστημα εισαγωγών, υπό την έννοια δηλαδή ότι οι προερχόμενες από την Ταϊβάν εισαγωγές υπόκεινται σε διπλό έλεγχο.
38. Κατά την άποψή μου δεν χωρεί αμφιβολία ότι οι δαπάνες για ποσοστώσεις που προκύπτουν από την εφαρμογή του κανονισμού 4134/86 πρέπει να αντιμετωπίζονται ακριβώς όπως οι δαπάνες ποσοστώσεων που διέπονται από τον κανονισμό 4136/86.
Πρόταση
Για τους λόγους αυτούς προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στα ερωτήματα του Finanzgericht Duesseldorf:
"1) Τα ποσά που καταβάλλει ο αγοραστής στον πωλητή για τις άδειες εξαγωγής (ποσοστώσεις εξαγωγής) που χορηγούνται δωρεάν στον πωλητή συνυπολογίζονται στη δασμολογητέα αξία.
2) Αγοραστής που ισχυρίζεται ότι τα ποσά που κατέβαλε στον πωλητή για ποσοστώσεις εξαγωγής δεν πρέπει να συνυπολογισθούν στη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων οφείλει να αποδείξει ότι ο πωλητής προμηθεύθηκε τις ποσοστώσεις εξαγωγής έναντι αντιτίμου.
3) Οι δαπάνες για ποσοστώσεις που προκύπτουν από την εφαρμογή του κοινοτικού συστήματος που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 4134/86 πρέπει να αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο με τις δαπάνες για ποσοστώσεις που προκύπτουν από το σύστημα που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 4136/86."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
(1) * Συλλογή 1984, σ. 609.
(2) * Κανονισμός (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 218), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3193/80, της 8ης Δεκεμβρίου 1980 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/010, σ. 213).
(3) * Aπόφαση της 28ης Μαρτίου 1990 (Συλλογή 1990, σ. Ι-1481), όπου το Δικαστήριο τονίζει ότι:
Πρέπει εξάλλου να σημειωθεί ότι το άρθρο 8 του κανονισμού 1224/80, στο οποίο παραπέμπει το προαναφερθέν άρθρο 3, παράγραφος 1, απαριθμεί περιοριστικά τα παρεπόμενα έξοδα που πρέπει να προστίθενται στην πληρωτέα αξία ή πράγματι πληρωθείσα τιμή για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας. Αφού τα έξοδα αγοράς των πιστοποιητικών γνησιότητας δεν αναφέρονται σ' αυτόν τον κατάλογο, συνάγεται ότι τα έξοδα αυτά δεν μπορούν να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, παρά μόνο να θεωρηθούν ότι αποτελούν μέρος της τιμής των εμπορευμάτων (σκέψη 11).
(4) * ΕΕ L 386, σ. 1.
(5) * ΕΕ L 387, σ. 42.
Full & Egal Universal Law Academy