Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1. Η υπό κρίση υπόθεση είναι μία από τις τρεις συναφείς υποθέσεις στο πλαίσιο των οποίων η Επιτροπή άσκησε προσφυγή κατά της Ιταλίας δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης (1). Στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιταλία, παραλείποντας να ζητήσει την επιστροφή της ενισχύσεως ύψους 70 δισεκατομμυρίων λιρών Ιταλίας (LIT) που χορηγήθηκε παρανόμως στην επιχείρηση Aluminia και της ενισχύσεως ύψους 30 δισεκατομμυρίων LIT που χορηγήθηκε παρανόμως στην επιχείρηση Comsal το 1987, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την απόφαση 90/224/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 24ης Μαΐου 1989 (2), σχετικά με την ενίσχυση της Ιταλικής Κυβερνήσεως προς τις επιχειρήσεις Aluminia και Comsal, οι οποίες αποτελούν κρατικές βιομηχανίες αλουμινίου (στο εξής: απόφαση).
2. Τον Δεκέμβριο του 1984 και τον Νοέμβριο του 1985, η Επιτροπή κίνησε δύο χωριστές διαδικασίες δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 2, οι οποίες αφορούσαν τις χρηματοοικονομικές πτυχές ενός σχεδίου το οποίο της είχε υποβληθεί από τις ιταλικές αρχές για την αναδιάρθρωση της κρατικής βιομηχανίας αλουμινίου κατά την περίοδο 1983-1988. Με απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1986, η Επιτροπή περάτωσε τις διαδικασίες αυτές και επέτρεψε, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τη χορήγηση της ενισχύσεως που προέβλεπε το σχέδιο αναδιαρθρώσεως. Μία από αυτές τις προϋποθέσεις ήταν ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν θα χορηγούσε περαιτέρω ενίσχυση υπό οιανδήποτε μορφή στην κρατική βιομηχανία αλουμινίου έως το τέλος του 1988.
3. Με τον νόμο 910 της 22ας Δεκεμβρίου 1986 (3), η Ιταλική Κυβέρνηση εξουσιοδότησε τον όμιλο EFIM (Ente di partecipazione al finanziamento delle industrie manifatturiere), δημόσιο φορέα αρμόδιο για τη συμμετοχή και τη χορήγηση χρηματοδοτήσεως στις βιομηχανίες, να εκδώσει ομολογιακό δάνειο ύψους 150 δισεκατομμυρίων LIT. Οι τόκοι του δανείου αυτού καθώς και κάθε άλλη επιβάρυνση θα εβάρυναν το Δημόσιο. Στις 18 Σεπτεμβρίου 1987, οι ιταλικές αρχές επέτρεψαν στον EFIM να χρησιμοποιήσει ποσό 100 δισεκατομμυρίων LIT από το ομολογιακό δάνειο για να χρηματοδοτήσει επενδύσεις σε δύο κρατικές επιχειρήσεις αλουμινίου, την Aluminia (70 δισεκατομμύρια LIT) και την Compagnia Sarde Alluminio Spa (Comsal) (30 δισεκατομμύρια LIT). Τα μέτρα αυτά δεν κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή όπως προβλέπεται από το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
4. Όταν η Επιτροπή έλαβε γνώση της αποφάσεως της Ιταλικής Κυβερνήσεως να προβεί στη χρηματοδότηση επενδύσεων στην κρατική βιομηχανία αλουμινίου, ζήτησε από τις ιταλικές αρχές περαιτέρω πληροφορίες. Βάσει των πληροφοριών που έλαβε κατόπιν αυτού, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η χορήγηση χρηματοδοτήσεως ύψους 100 δισεκατομμυρίων LIT στις επιχειρήσεις Aluminia και Comsal συνιστούσε κρατική ενίσχυση υπό την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης και, στις 28 Σεπτεμβρίου 1988, κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2. Η διαδικασία αυτή οδήγησε στην έκδοση, στις 24 Μαΐου 1989, της επίδικης αποφάσεως, της οποίας τα άρθρα 1 και 2 έχουν ως εξής:
"Άρθρο 1
Οι δύο ενισχύσεις με τη μορφή ατόκων δανείων μετατρέψιμων σε ίδια κεφάλαια και ανερχόμενων σε 70 και 30 δισεκατομμύρια λίρες Ιταλίας, τα οποία η Ιταλική Κυβέρνηση χορήγησε προς τις επιχειρήσεις Aluminia και Comsal, είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, δεδομένου ότι οι ενισχύσεις αυτές εχορηγήθησαν κατά παράβαση του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ και των όρων που τίθενται στην απόφαση της Επιτροπής της 17ης Δεκεμβρίου 1986.
Ως εκ τούτου, οι εν λόγω ενισχύσεις πρέπει να καταργηθούν και να επιστραφούν από τους αποδέκτες.
Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν είναι δυνατόν να μετατρέψει σε ίδια κεφάλαια τα δύο δάνεια των 70 και 30 δισεκατομμυρίων λιρών Ιταλίας.
Άρθρο 2
Η Ιταλική Κυβέρνηση ενημερώνει την Επιτροπή, εντός δύο μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας απόφασης, σχετικά με τα μέτρα που έχει λάβει για να συμμορφωθεί προς αυτήν."
5. Η απόφαση κοινοποιήθηκε στην Ιταλική Κυβέρνηση με έγγραφο της 7ης Ιουνίου 1989. Η καθής κυβέρνηση δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την απόφαση εντός της προθεσμίας που έτασσε το άρθρο 2, άσκησε δε κατά της αποφάσεως αυτής προσφυγή ακυρώσεως η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση στην υπόθεση Ιταλία κατά Επιτροπής (4). Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι δεν επρόκειτο για κρατική ενίσχυση υπό την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, και ότι η Επιτροπή παρέλειψε να εκτιμήσει κατά πόσον η ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά στο πλαίσιο των παρεκκλίσεων που θεσπίζονται από το άρθρο 93, παράγραφος 3, στοιχείο γ', της Συνθήκης.
6. Κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου, η Επιτροπή κάλεσε, με έγγραφα της 3ης Δεκεμβρίου 1991 και της 27ης Ιανουαρίου 1992, την Ιταλική Κυβέρνηση να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να επιτύχει την επιστροφή της παράνομης κρατικής ενισχύσεως σύμφωνα με την απόφαση και να ενημερώσει σχετικά την Επιτροπή. Η καθής κυβέρνηση δεν απάντησε στα έγγραφα αυτά. Ως εκ τούτου, στις 26 Ιουνίου 1992, ο αρμόδιος επί θεμάτων ανταγωνισμού Επίτροπος απευθύνθηκε εγγράφως στην Ιταλική Κυβέρνηση αναφέροντας ότι επρόκειτο να προτείνει στην Επιτροπή την κίνηση διαδικασίας για την εκτέλεση της αποφάσεως. Με έγγραφο της 14ης Οκτωβρίου 1992, οι ιταλικές αρχές ζήτησαν πρόσθετη περίοδο χάριτος, ισχυριζόμενες ότι η κατάργηση της επίμαχης ενισχύσεως έπρεπε να επιχειρηθεί στο πλαίσιο του όλου προγράμματος ιδιωτικοποιήσεως των δημοσίων επιχειρήσεων, το οποίο σχεδίαζε να εφαρμόσει η Ιταλική Κυβέρνηση. Με έγγραφο της 10ης Μαρτίου 1993, η Επιτροπή τόνισε την επείγουσα ανάγκη εξαλείψεως των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού τις οποίες προκαλούσε η μη εκτέλεση της αποφάσεως και όρισε ως ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας για την εκτέλεση της αποφάσεως την 31η Μαρτίου 1993. Μη έχοντας λάβει καμία απάντηση στο έγγραφο αυτό, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
7. Με τους ισχυρισμούς της ενώπιον του Δικαστηρίου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Ιταλική Κυβέρνηση, παραλείποντας να αναζητήσει την ενίσχυση που καταβλήθηκε παρανόμως στις επιχειρήσεις Aluminia και Comsal και, ως εκ τούτου, να συμμορφωθεί προς την απόφαση, παρέβη το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης. Κατά την Επιτροπή, η παράβαση του άρθρου 93, παράγραφος 2, είχε δυσμενείς επιπτώσεις στη λειτουργία της κοινής αγοράς, δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις Aluminia και Comsal εξακολουθούν να επωφελούνται από παράνομη ενίσχυση. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η ενίσχυση καταβλήθηκε προ πέντε και πλέον ετών και υποστηρίζει ότι το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεως των δημοσίων επιχειρήσεων, στο οποίο αναφέρεται η Ιταλική Κυβέρνηση, δεν δικαιολογεί την παράλειψη της Ιταλίας να εκτελέσει την απόφαση.
8. Η Ιταλική Κυβέρνηση αναφέρει ότι, στο πλαίσιο του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεως των δημοσίων επιχειρήσεων, αποφάσισε, με το νομοθετικό διάταγμα 340 της 18ης Ιουλίου 1992, να διαλύσει τον EFIM, ο οποίος αντιμετώπιζε σοβαρές οικονομικές δυσκολίες. Το νομοθετικό διάταγμα 340 επικυρώθηκε με το νομοθετικό διάταγμα 362 της 14ης Αυγούστου 1992, το νομοθετικό διάταγμα 414 της 20ής Οκτωβρίου 1992 και το νομοθετικό διάταγμα 487 της 19ης Δεκεμβρίου 1992. Το νομοθετικό αυτό διάταγμα μετατράπηκε από το Ιταλικό Κοινοβούλιο στον νόμο 33 της 17ης Φεβρουαρίου 1993 (5). Ο νόμος 33 προέβλεπε ότι, στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως του EFIM, όλες οι δημόσιες επιχειρήσεις που ανήκαν στον EFIM, μεταξύ των οποίων η Aluminia και η Comsal, θα διαλύονταν ή θα πωλούνταν προς τρίτους. Ανάλογα με την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν, ορισμένες επιχειρήσεις θα πωλούνταν αμέσως, άλλες θα πωλούνταν μετά από αναδιάρθρωση, ενώ άλλες θα διαλύονταν. Όσον αφορά τις επιχειρήσεις της βιομηχανίας αλουμινίου, το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο e, του νόμου 33 προέκρινε την αναδιάρθρωση, ενόψει του ότι βρίσκονταν σε υπανάπτυκτες περιοχές με υψηλό ποσοστό ανεργίας.
9. Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η ένταξη των επιχειρήσεων Aluminia και Comsal στο πρόγραμμα εκκαθαρίσεως του EFIM και η κατάσταση του ενεργητικού τους δημιουργούν αντικειμενικές δυσκολίες για την εφαρμογή της αποφάσεως. Αναγνωρίζει ότι οι δυσκολίες αυτές δεν την απαλλάσσουν από την υποχρέωση να απαιτήσει την επιστροφή της παρανόμως καταβληθείσας ενισχύσεως. Υποστηρίζει, ωστόσο, ότι η απόφαση πρέπει να εφαρμοστεί με έναν τρόπο ο οποίος θα πρέπει να καθοριστεί σε συνεργασία με την Επιτροπή στο πλαίσιο του προγράμματος αναδιαρθρώσεως της βιομηχανίας αλουμινίου, το οποίο συνοδεύει τη διαδικασία εκκαθαρίσεως του EFIM. Η καθής αναφέρει ότι η Επιτροπή εξετάζει επί του παρόντος κατά πόσον το πρόγραμμα αυτό συμβιβάζεται με το άρθρο 92 της Συνθήκης.
10. Κατόπιν της θέσεως του EFIM υπό εκκαθάριση, η Επιτροπή δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα της 17ης Μαρτίου 1993 μια "ανακοίνωση βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ προς τα άλλα κράτη μέλη και τους λοιπούς ενδιαφερομένους σχετικά με την ενίσχυση την οποία αποφάσισε να χορηγήσει η Ιταλία στον EFIM" (6). Η Ιταλική Κυβέρνηση γνωστοποίησε την απάντησή της στην ανακοίνωση αυτή με έγγραφο της 24ης Μαρτίου 1993. Αναφέρει ότι, αφού διαμόρφωσε το τελικό σχέδιο αναδιαρθρώσεως της βιομηχανίας αλουμινίου, υπέβαλε το σχέδιο αυτό στην Επιτροπή, προκειμένου αυτή να εξετάσει κατά πόσον συμβιβάζεται τόσο με το άρθρο 92 όσο και με την απόφαση της Επιτροπής. Η καθής κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή, προτού ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή, όφειλε να λάβει υπόψη της το νομικό καθεστώς που προέκυψε από την εκκαθάριση του EFIM και την απάντηση της Ιταλικής Κυβερνήσεως στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 17ης Μαρτίου 1993.
11. Η καθής κυβέρνηση αναφέρει ότι, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, του νόμου 33, η εκκαθάριση του EFIM πρέπει να έχει ολοκληρωθεί εντός διετίας, η οποία λήγει στις 21 Ιανουαρίου 1995. Οι επιχειρήσεις που ανήκουν στο EFIM και δεν θα έχουν πωληθεί έως την ημερομηνία αυτή θα διαλυθούν. Όταν μια επιχείρηση πωλείται, η ενίσχυση επιστρέφεται μόλις πραγματοποιηθεί η πώληση όταν μια επιχείρηση διαλύεται, η ενίσχυση επιστρέφεται κατά την εκκαθάριση. Όσον αφορά την Comsal, η επιστροφή της ενισχύσεως και, συνεπώς, η εκτέλεση της αποφάσεως εξαρτάται από τον έλεγχο τον οποίο διενεργεί η Επιτροπή στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, η οποία κινήθηκε με την ανακοίνωση της Επιτροπής της 17ης Μαρτίου 1993. Η Ιταλική Κυβέρνηση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, δεδομένων των δυσκολιών που παρουσιάζει η εκκαθάριση του EFIM και της δυνατότητας επιστροφής της επίδικης ενισχύσεως κατά το πέρας της εκκαθαρίσεως, δεν υφίσταται παράλειψη συμμορφώσεως προς την απόφαση.
12. Δεν μπορώ να δεχθώ τα επιχειρήματα αυτά. Σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 2, αν η Επιτροπή διαπιστώσει ότι ορισμένη ενίσχυση που χορηγείται από ένα κράτος δεν συμβιβάζεται με τη Συνθήκη, "αποφασίζει ότι το εν λόγω κράτος οφείλει να την καταργήσει ή να την τροποποιήσει εντός προθεσμίας που η ίδια καθορίζει". Συνεπώς, η Επιτροπή μπορεί να διατάξει τις εθνικές αρχές να αναζητήσουν την παρανόμως καταβληθείσα ενίσχυση (7).
13. Τα άρθρα 1 και 2 της αποφάσεως προβλέπουν σαφώς την υποχρέωση της Ιταλικής Κυβερνήσεως να ζητήσει από τις επιχειρήσεις Aluminia και Comsal να επιστρέψουν την παρανόμως καταβληθείσα ενίσχυση. Η καθής κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι δεν ζήτησε την επιστροφή της ενισχύσεως. Αναφέρει ότι η ένταξη της Aluminia και της Comsal στη διαδικασία διαλύσεως του EFIM καθιστά την αναζήτηση της ενισχύσεως δυσχερή.
14. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλεστούν διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξης τους για να αποφύγουν την εκτέλεση των υποχρεώσεων που υπέχουν από το κοινοτικό δίκαιο (8). Το μόνο μέσο άμυνας το οποίο μπορεί να επικαλεστεί ένα κράτος μέλος κατά προσφυγής ασκηθείσας βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, είναι αυτό που βασίζεται στην απόλυτη αδυναμία της ορθής εκτελέσεως της αποφάσεως (9). Στην υπό κρίση υπόθεση, η Ιταλική Κυβέρνηση δεν ισχυρίζεται απόλυτη αδυναμία εκτελέσεως της αποφάσεως ούτε προβάλλει επιχειρήματα τα οποία να μπορούν να θεμελιώσουν αυτό το συμπέρασμα.
15. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το κράτος μέλος το οποίο, κατά την εκτέλεση αποφάσεως ληφθείσας βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, συναντά δυσχέρειες που δεν είχαν προβλεφθεί και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν ή αντιλαμβάνεται ότι θα υπάρξουν συνέπειες που δεν είχε υπολογίσει η Επιτροπή, οφείλει να θέσει τα προβλήματα αυτά στην κρίση της Επιτροπής προτείνοντας κατάλληλες τροποποιήσεις της αποφάσεως. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή και το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος οφείλουν να τηρήσουν τον κανόνα που διαπνέει το άρθρο 5 της Συνθήκης και ο οποίος επιβάλλει στα κράτη μέλη και στα κοινοτικά όργανα καθήκον ειλικρινούς συνεργασίας. Η Επιτροπή και το κράτος μέλος οφείλουν να συνεργαστούν καλόπιστα για να υπερπηδήσουν τις δυσκολίες, τηρουμένων πλήρως των διατάξεων της Συνθήκης και ιδίως εκείνων που αφορούν τις κρατικές ενισχύσεις (10).
16. Έτσι ερμηνευόμενη, η αρχή της συνεργασίας μπορεί να μετριάσει τις αυστηρές συνέπειες του κανόνα σύμφωνα με τον οποίο το μόνο μέσο άμυνας το οποίο μπορεί να επικαλεστεί ένα κράτος μέλος κατά προσφυγής ασκηθείσας βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, είναι ο ισχυρισμός ότι η ορθή εκτέλεση της αποφάσεως είναι απολύτως αδύνατη. Ωστόσο, για να μπορεί το κράτος μέλος να επικαλεστεί την αρχή αυτή πρέπει να πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Πρώτον, το κράτος μέλος οφείλει να καταβάλει ειλικρινείς προσπάθειες για την επιστροφή της παρανόμως καταβληθείσας ενισχύσεως. Καταρχήν, οι προσπάθειες αυτές πρέπει να αρχίσουν μόλις η Επιτροπή εκδώσει την απόφασή της και διατάξει την αναζήτηση της παράνομης ενισχύσεως. Δεύτερον, αν το κράτος μέλος αντιμετωπίζει αντικειμενικές δυσκολίες, οφείλει να ενημερώσει προσηκόντως την Επιτροπή σχετικά με τις δυσκολίες αυτές. Τρίτον, οφείλει να υποβάλει στην Επιτροπή συγκεκριμένες προτάσεις για τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να υπερπηδηθούν οι δυσκολίες αυτές τηρουμένων πλήρως των διατάξεων της Συνθήκης που αφορούν τις κρατικές ενισχύσεις.
17. Στην υπό κρίση περίπτωση, δεν μπορεί να λεχθεί ότι η συμπεριφορά της Ιταλίας υπήρξε σύμφωνη με το καθήκον συνεργασίας. Η απόφαση κοινοποιήθηκε στην Ιταλία στις 7 Ιουνίου 1989. Η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή στις 7 Ιουλίου 1993. Η Ιταλική Κυβέρνηση είχε άνεση χρόνου προκειμένου να συμμορφωθεί προς την απόφαση. Μετά την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-261/89, με την οποία απορρίφθηκε η εκ μέρους της Ιταλίας προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή επανειλημμένως κάλεσε την καθής κυβέρνηση να λάβει τα αναγκαία εκτελεστικά μέτρα. Όπως ανέφερα προηγουμένως, η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αντέδρασε θετικά στις οχλήσεις της Επιτροπής (11).
18. Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν εξηγεί ποιες ήταν οι δυσκολίες που την εμπόδισαν να αναζητήσει την ενίσχυση. Ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι η εκκαθάριση του EFIM καθιστά την αναζήτηση της ενισχύσεως που χορηγήθηκε στην Aluminia και την Comsal δύσκολη, δεν είναι σαφής ο λόγος για τον οποίο η καθής κυβέρνηση δεν μπορούσε να απαιτήσει την επιστροφή της ενισχύσεως προτού αποφασίσει τη διάλυση του EFIM και ανεξάρτητα από την εκκαθάρισή του. Σημειώνω ότι η διάλυση του EFIM πραγματοποιήθηκε στις 18 Ιουλίου 1992 με το νομοθετικό διάταγμα 340 του 1992, πολύ αργότερα από τη λήξη της προθεσμίας εντός της οποίας η καθής κυβέρνηση όφειλε να συμμορφωθεί προς την απόφαση.
19. Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν επικαλείται, επίσης, καμία προσπάθεια προς αναζήτηση της ενισχύσεως. Καίτοι αναφέρει ότι είναι δυνατή η αναζήτηση της ενισχύσεως με τον τρόπο που θα αποφασιστεί σε συνεργασία με την Επιτροπή, δεν διατυπώνει συγκεκριμένες προτάσεις προς την Επιτροπή για τη λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων. Αντιθέτως, αναφέρεται αορίστως στη δυνατότητα αναζητήσεως της ενισχύσεως στο μέλλον, όταν θα περατωθεί η εκκαθάριση του EFIM.
20. Η Ιταλική Κυβέρνηση παραπέμπει στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 17ης Μαρτίου 1993. Δεν αντιλαμβάνομαι τι σχέση έχει η ανακοίνωση αυτή με την παρούσα δίκη. Όπως ήδη ανέφερα, η Επιτροπή, στις 17 Μαρτίου 1993, δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα ανακοίνωση βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, προς τα άλλα κράτη μέλη και τους λοιπούς ενδιαφερόμενους σχετικά με την ενίσχυση την οποία αποφάσισε να χορηγήσει η Ιταλία στον EFIM.
21. Στην ανακοίνωση αυτή, η Επιτροπή αναφέρει ότι οι ιταλικές αρχές, μολονότι ενημέρωσαν την Επιτροπή για τα μέτρα με τα οποία ετέθη ο EFIM υπό εκκαθάριση, δεν τήρησαν την υποχρέωση ανακοινώσεως που προβλέπεται από το άρθρο 93, παράγραφος 3. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί κάθε χορηγηθείσα ενίσχυση ως μη κοινοποιηθείσα. Η Επιτροπή αναφέρει επίσης ότι ορισμένες επιχειρήσεις οι οποίες ανήκαν προηγουμένως στον όμιλο EFIM πωλούνται ή μεταβιβάζονται σε άλλες ιταλικές δημόσιες επιχειρήσεις στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως του EFIM. Δεν παρέχεται καμία πληροφορία όσον αφορά τη μέθοδο αποτιμήσεως των περιουσιακών στοιχείων αυτών των επιχειρήσεων και, λόγω αυτής της ελλείψεως διαφάνειας, δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί αν ακολουθήθηκε η συνήθης διαδικασία εκκαθαρίσεως και αν οι σχετικές διαδικασίες μεταβιβάσεως περιέχουν στοιχεία ενισχύσεως (12). Η Επιτροπή εξηγεί τους διάφορους τρόπους με τους οποίους, κατά τη γνώμη της, θα μπορούσε να έχει χορηγηθεί ενίσχυση.
22. Η ανακοίνωση της Επιτροπή δεν αναφέρεται στην Aluminia. Όσον αφορά την Comsal (η οποία μετωνομάστηκε σε Alumix), η Επιτροπή αναφέρει ότι στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως του EFIM προβλέπεται η χορήγηση επιπλέον ποσών για την αναδιάρθρωση της Comsal, τουτέστιν ποσά πλέον των 30 δισεκατομμυρίων LIT στα οποία αναφέρεται η απόφαση. Σχετικά με τα ποσά αυτά δεν υποβλήθηκε στην Επιτροπή κανένα πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως. Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι "είναι ιδιαίτερα πιθανόν ότι η εφαρμογή ενός τέτοιου προγράμματος θα περιλαμβάνει ενισχύσεις" και ότι, εφόσον δεν της έχουν κοινοποιηθεί λεπτομερή στοιχεία όσον αφορά το εν λόγω πρόγραμμα, δεν μπορεί να κρίνει κατά πόσον η ενίσχυση αυτή συμβιβάζεται με τη Συνθήκη (13).
23. Από την ανακοίνωση της Επιτροπής προκύπτει σαφώς ότι η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, για ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στον όμιλο EFIM και οι οποίες είναι διάφορες από την ενίσχυση που αποτελεί το αντικείμενο της αποφάσεως. Αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Ιταλική Κυβέρνηση, το γεγονός ότι η Επιτροπή εξετάζει επί του παρόντος, στο πλαίσιο μιας νέας διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, την εκκαθάριση του EFIM και την οικονομική κατάσταση της Comsal δεν σημαίνει ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή. Μολονότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να επιστραφεί κάποτε, μετά την εκκαθάριση του EFIM, η παράνομη ενίσχυση που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας δίκης, γεγονός παραμένει ότι η Ιταλία δεν συμμορφώθηκε προς την απόφαση χωρίς να προβάλει βάσιμη δικαιολογία.
24. Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή αναφέρει ότι η υποχρέωση της Aluminia και της Comsal να επιστρέψουν εντόκως την παράνομη ενίσχυση που τους χορηγήθηκε δεν εξαλείφει τη ζημία την οποία η χορήγηση της ενισχύσεως προξένησε ήδη σε άλλες επιχειρήσεις που δρουν ανταγωνιστικώς στην ίδια αγορά. Η προσφεύγουσα παραπέμπει στη νομολογία του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία με την αναγνώριση, στο πλαίσιο προσφυγής κατά το άρθρο 169, του ότι ένα κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη μπορεί να θεμελιωθεί η ευθύνη που ενδεχομένως φέρει το κράτος μέλος, συνεπεία της παραβάσεώς του, έναντι άλλων κρατών μελών, έναντι της Επιτροπής ή έναντι ιδιωτών (14). Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ανάλογες αρχές ισχύουν και για τις προσφυγές που ασκούνται δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 2, και ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί ρητώς ως προς το ζήτημα αυτό με την απόφασή του στην υπό κρίση υπόθεση.
25. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η εκ μέρους του Δικαστηρίου αναγνώριση του ότι ένα κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη παραλείποντας να αναζητήσει παρανόμως χορηγηθείσα κρατική ενίσχυση μπορεί να θεμελιώσει τυχόν ευθύνη του κράτους μέλους αυτού συνεπεία της εν λόγω παραβάσεως. Ειδικότερα, μια τέτοια αναγνώριση της παραβάσεως μπορεί να έχει σημασία για επιχειρήσεις ανταγωνίστριες της επιχειρήσεως που έλαβε την παράνομη ενίσχυση.
26. Ωστόσο, στην υπό κρίση υπόθεση, δεν είναι απαραίτητο να προβεί το Δικαστήριο στη δήλωση την οποία ζητεί η Επιτροπή με το σκεπτικό ότι μια απόφαση καταδικαστική για ένα κράτος μέλος μπορεί να θεμελιώσει τυχόν ευθύνη του κράτους μέλους έναντι τρίτων. Η δήλωση αυτή ενδείκνυται στην περίπτωση των προσφυγών που ασκούνται δυνάμει του άρθρου 169, προκειμένου να καταδειχθεί ότι η Επιτροπή έχει συμφέρον στη συνέχιση της δίκης ακόμα και αν το καθού κράτος μέλος έχει θέσει τέρμα στην παράβαση (15). Στην υπό κρίση περίπτωση, όμως, το έννομο συμφέρον της Επιτροπής δεν αμφισβητείται. Συνεπώς, δεν είναι απαραίτητο να προβεί το Δικαστήριο σε δήλωση σχετικά με την ευθύνη που θα υπέχει ενδεχομένως η Ιταλία από την απόφαση που θα εκδοθεί στην παρούσα δίκη.
Συμπέρασμα
27. Συνεπώς, φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει:
1) να αναγνωρίσει ότι η Ιταλία, παραλείποντας να εκτελέσει την απόφαση 90/224/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 24ης Μαΐου 1989, σχετικά με την ενίσχυση της Ιταλικής Κυβερνήσεως προς τις επιχειρήσεις Aluminia και Comsal, οι οποίες αποτελούν κρατικές βιομηχανίες αλουμινίου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ
2) να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
(1) * Βλ. επίσης υπόθεση C-348/93, Alfa Romeo και υπόθεση C-350/93, Lanerossi (οι οποίες δεν έχουν ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή).
(2) * ΕΕ 1990, L 118, σ. 42.
(3) * Gazzetta Ufficiale della Repubblica Italiana αριθ. 301 του 1986, Supplemento ordinario αριθ. 1.
(4) * Απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1991, υπόθεση C-261/89, Συλλογή 1991, σ. Ι-4437.
(5) * Gazzetta Ufficiale della Repubblica Italiana αριθ. 39 του 1993.
(6) * EE 1993, C 75, σ. 2.
(7) * Απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1987, υπόθεση 310/85, Deufil κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 901, σκέψη 24.
(8) * Απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, υπόθεση C-5/89, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1990, σ. Ι-3437, σκέψη 18.
(9) * Αποφάσεις της 15ης Ιανουαρίου 1986, υπόθεση 52/84, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1986, σ. 89 (υπόθεση Boch), σκέψεις 14 και 16 της 2ας Φεβρουαρίου 1989, υπόθεση 94/87, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1989, σ. 175, σκέψεις 8 και 9 της 10ης Ιουνίου 1993, υπόθεση C-183/91, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1993, σ. Ι-3131, σκέψη 10.
(10) * Υπόθεση 52/84, Επιτροπή κατά Βελγίου (βλ. υποσημείωση 9), σκέψη 16 υπόθεση 94/87, Επιτροπή κατά Γερμανίας (βλ. υποσημείωση 9), σκέψη 9 υπόθεση C-183/91, Επιτροπή κατά Ελλάδος (βλ. υποσημείωση 9), σκέψη 19.
(11) * Βλ. ανωτέρω, παράγραφο 6.
(12) * ΕΕ 1993, C 75, σ. 2 και 3.
(13) * Όπ. π. σ. 4.
(14) * Αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 1990, υπόθεση C-263/88, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1990, σ. Ι-4611, σκέψη 9 της 17ης Ιουνίου 1987, υπόθεση 154/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1987, σ. 2717, σκέψη 6.
(15) * Βλ. τις υποθέσεις που αναφέρονται στην υποσημείωση 14.
Full & Egal Universal Law Academy