ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
WALTER VAN GERVEN
της 27ης Σεπτεμβρίου 1994 ( *1 )
1.
Στις τρεις προκείμενες υποθέσεις, από τις οποίες οι δύο αφορούν την εισαγωγή σταφίδας και η τρίτη την εισαγωγή βύσσινων, το College van Beroep voor het Bedrijfsleven σας έθεσε διάφορα προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με διατάξεις κανονισμών που καθιερώνουν ελάχιστες τιμές κατά την εισαγωγή γεωργικών προϊόντων από τρίτες χώρες. Προς αποφυγή σοβαρών διαταράξεων της κοινοτικής αγοράς ορισμένων ευαίσθητων προϊόντων, έχει προβλεφθεί ο καθορισμός μιας ελάχιστης τιμής κατά την εισαγωγή των εν λόγω προϊόντων και η επιβολή μιας εξισωτικής (ή αντισταθμιστικής) εισφοράς σε περίπτωση μη τηρήσεως της τιμής αυτής. Στις τρεις υποθέσεις που έχουν αχθεί ενώπιον σας, οι αρμόδιες για την εφαρμογή της ρυθμίσεως αυτής εθνικές αρχές έκριναν ότι οι ελάχιστες τιμές εισαγωγής δεν είχαν τηρηθεί και απαίτησαν την καταβολή εξισωτικών εισφορών υπολογιζόμενων με βάση ανακατασκευασμένες τιμές. Τα ερωτήματα που σας έχουν υποβληθεί αφορούν, μεταξύ άλλων, την αρμοδιότητα της Επιτροπής να παρέχει στις αρμόδιες εθνικές αρχές την εξουσία ανακατασκευής της τιμής κατά την εισαγωγή καθώς και τις μεθόδους υπολογισμού που εφαρμόζονται για την ανακατασκευή της τιμής αυτής.
Για λόγους σαφήνειας της αναλύσεως, θα εξετάσω καταρχάς τα πραγματικά περιστατικά, τις εφαρμοστέες κανονιστικές διατάξεις και τα ερωτήματα που έχουν τεθεί στις υποθέσεις της σταφίδας και στη συνέχεια θα εξετάσω κατά τον ίδιο τρόπο την υπόθεση των βύσσινων.
Υποθέσεις της σταφίδας (C-351/93 καιC-352/93)
Τα πραγματικά περιστατικά
2.
Οι υποθέσεις C-351/93 και C-352/93 αφορούν εισαγωγές σταφίδας από την Τουρκία. Κατόπιν εκτεταμένης έρευνας, η ολλανδική Fiscale Inlichtingen- en Opsporingsdienst (Υπηρεσία Πατάξεως της Φοροδιαφυγής) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπήρχε οργανωμένη απάτη, με σκοπό την αποφυγή της τηρήσεως της υποχρεώσεως περί ελάχιστης τιμής κατά την εισαγωγή. Το χρησιμοποιούμενο τέχνασμα είναι το ίδιο και στις δύο υποθέσεις, αλλά οι εισαγωγές πραγματοποιήθηκαν σε διαφορετικό χρόνο (1984 και 1989) και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής διαφορετικών κοινοτικών κανονισμών. Πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι υποθέσεις αυτές ήχθησαν ενώπιον των δικαστηρίων ως αντιπροσωπευτικές πλειόνων άλλων, δεδομένου ότι η απάτη έχει διαρκέσει, στην πραγματικότητα, επί πολλά έτη, με τη συμμετοχή διαφόρων εταιριών. Η έρευνα, η οποία άρχισε το 1984, ολοκληρώθηκε μόλις το 1989, γεγονός που οφείλεται, όπως υποστήριξε ο καθού στην κύρια δίκη Minister van Landbouw, Natuurbeheer en Visserij (Υπουργός Γεωργίας, Φυσικού Περιβάλλοντος και Αλιείας), σε τρεις λόγους. Ο πρώτος έγκειται στο γεγονός ότι σας είχαν υποβληθεί ερωτήματα σχετικά με το κύρος των κανονισμών βάσει των οποίων επιβάλλονταν οι αντισταθμιστικές εισφορές κατά την εισαγωγή (υπόθεση 77/86, για την οποία θα γίνει λόγος κατωτέρω). Ο δεύτερος λόγος ήταν ότι συνεχιζόταν, στην Ελβετία συγκεκριμένα, η διεξαγωγή ανακρίσεως κατά μιας από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, της εταιρίας Stolp. Τέλος, επιχειρήθηκε καταρχάς η σφαιρικότερη καταπολέμηση της φοροδιαφυγής κατά την εισαγωγή σταφίδας, με αφετηρία τη σκέψη ότι ήταν ανώφελο να εξαρθρωθεί ένας μεμονωμένος μηχανισμός περιγραφής του νόμου, δεδομένου ότι παρόμοιος μηχανισμός θα μπορούσε να ανασυγκροτηθεί αλλού σχεδόν αμέσως.
3.
Προκειμένου να διασαφηνίσω τον χρησιμοποιούμενο μηχανισμό, θα εκθέσω διεξοδικά τα πραγματικά περιστατικά της απλούστερης από τις δύο υποθέσεις, δηλαδή της υποθέσεως C-351/93. Η υπόθεση αυτή αφορά την εισαγωγή μιας μοναδικής παρτίδας 1500 κιβωτίων, το καθένα από τα οποία περιείχε 12,5 χιλιόγραμμα (kg) σταφίδας «sultanas — special clean», δηλαδή συνολικού καθαρού βάρους 18750 kg, που είχαν αποσταλεί από την Τουρκία στο Ρόττερνταμ με το πλοίο Karaman. Στον φάκελο της δικογραφίας που μας διαβιβάστηκε από το εθνικό δικαστήριο βρίσκουμε τα ακόλουθα έγγραφα:
—
11 Ιανουαρίου 1989: πρόταση ή βεβαίωση πωλήσεως από την εταιρία Stolp International BV (στο εξής: Stolp), με έδρα το Bunschoten, προς την εταιρία Verkade Kon. BV, με έδρα το Zaandam. Η σύμβαση αφορά 1500 κιβώτια, στην τιμή των 2,15 ολλανδικών φιορινίων (HFL) ανά χιλιόγραμμο·
—
12 Ιανουαρίου 1989: βεβαίωση αγοράς πολλών παρτίδων σταφίδας, την οποία απηύθυνε η Stolp στην Izmir Fig Packers, εταιρία εδρεύουσα στη Σμύρνη της Τουρκίας το συμφωνηθέν τίμημα ανέρχεται σε 1050 δολάρια ΗΠΑ (US$) (είναι δηλαδή χαμηλότερο από την ελάχιστη τιμή εισαγωγής), οι δε όροι είναι «free declared, duty paid, FOT Rotterdam» (έχουν καταβληθεί όλα τα τέλη, free on truck, Ρόττερνταμ)·
—
17 Ιανουαρίου 1989: τιμολόγιο πωλήσεως της Izmir Fig Packers προς τη Stolp, σχετικά με 1500 κιβώτια σταφίδας ευρισκόμενα επί του πλοίου Karaman, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος των 1050 US$ ανά τόνο (που είναι χαμηλότερο από την ελάχιστη τιμή εισαγωγής), υπό τους όρους «ex terminal Rotterdam»·
—
17 Ιανουαρίου 1989, δηλαδή με την ίδια ημερομηνία, τιμολόγιο πωλήσεως της ίδιας ποσότητας και ποιότητας σταφίδας (πάντοτε επί του πλοίου Karaman) εκδοθέν από τον Alpaslan Besikcioglu (από τη Σμύρνη της Τουρκίας) προς μία εταιρία Fitmay Ltd, με έδρα το Λονδίνο το συμφωνηθέν τίμημα ανέρχεται σε 1200 US$ ανά τόνο, είναι δηλαδή υψηλότερο από την ελάχιστη τιμή εισαγωγής, ενώ οι όροι είναι «CF Rotterdam» (cost and freight Ρόττερνταμ)·
—
25 Ιανουαρίου 1989: τιμολόγιο της Fitmay προς την Izmir Fig Packers σχετικά με 18750 kg τουρκικής σουλτανίνας, αντί τιμήματος 1212 US$ ανά τόνο, ενώ οι όροι είναι «CF Rotterdam»·
—
15 Φεβρουαρίου 1989: διασάφηση για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία 1500 κιβωτίων σταφίδας ευρισκομένων επί του Karaman, υποβληθείσα στο όνομα της Fitmay από τον εκτελωνιστή Van der Linde, εγκατεστημένο στο Ρόττερνταμ η αναγραφόμενη τιμή εισαγωγής ανέρχεται σε 2544 HFL ανά τόνο·
—
15 Φεβρουαρίου 1989, δηλαδή με την ίδια ημερομηνία, τιμολόγιο πωλήσεως 1500 κιβωτίων, «ex Karaman», από τη Stolp στη Verkade, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος των 2,15 HFL ανά χιλιόγραμμο, δηλαδή 2150 HFL ανά τόνο·
—
21 Φεβρουαρίου 1989: περατώθηκε ο φορολογικός έλεγχος και απαιτήθηκε από τον εκτελωνιστή Van der Linde η καταβολή εξισωτικής εισφοράς.
Με λίγα λόγια, ο Alpaslan Besikcioglu (από τη Σμύρνη) πωλεί, σε τιμή υψηλότερη από την ελάχιστη τιμή, στη Fitmay (στο Λονδίνο), η οποία διεκπεραιώνει τις διατυπώσεις εισαγωγής και μεταπωλεί στην Izmir Fig Packers (στη Σμύρνη). Η εταιρία αυτή πωλεί, σε τιμή χαμηλότερη από την τιμή εισαγωγής, στη Stolp (στις Κάτω Χώρες), η οποία μεταπωλεί στη Verkade.
Από την έρευνα που διεξήγαγε η Υπηρεσία Πατάξεως της Φοροδιαφυγής προκύπτει ότι ο Alpaslan Besikcioglu ελέγχει κατά 99 % την εταιρία Izmir Fig Packers, το δε υπόλοιπο 1 % ανήκει σε κάποιον ονόματι Kemal Besikcioglu. Η έδρα της επιχειρήσεως του Alpaslan Besikcioglu και εκείνη της εταιρίας Izmir Fig Packers βρίσκονται στην ίδια διεύθυνση, στη Σμύρνη. Σε τακτά χρονικά διαστήματα ο Alpaslan Besikcioglu εμβάζει ποσά στον τραπεζικό λογαριασμό της Izmir Fig Packers στο Λονδίνο για την κάλυψη του ελλείμματος που της προξενεί η μεταπώληση επί ζημία (στην προκείμενη υπόθεση, η Izmir Fig Packers αγόρασε από τη Fitmay αντί 1212 US$ ανά τόνο και μεταπώλησε στη Stolp αντί 1050 US$). Κατά τη διάρκεια μιας ακροάσεως, ο Τούρκος υπήκοος που έχει την κυριότητα και τη διεύθυνση της εταιρίας Fitmay εξέθεσε ότι είχε δεχθεί να αναλάβει τις διατυπώσεις εισαγωγής της σταφίδας στην Κοινότητα, με την παρεμβολή του εκτελωνιστή Van der Linde, αντί αμοιβής που ανερχόταν στο 1 % του καθαρού κόστους του εμπορεύματος.
Με απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1989, ο Inspecteur der Invoerrechten en Accijnzen te Rotterdam (επιθεωρητής τελών εισαγωγής και εμμέσων φόρων του Ρόττερνταμ) προσδιόρισε το ποσό της εξισωτικής εισφοράς που όφειλε ο εκτελωνιστής Van der Linde σε 8329,80 HFL. Όταν κλήθηκε από το College van Beroep voor het Bedrijfsleven va αιτιολογήσει τον υπολογισμό του, ο εν λόγω επιθεωρητής εξήγησε (επιστολή της 23ης Μαρτίου 1989 του επιθεωρητή προς τον πρόεδρο του δικαστηρίου) ότι είχε λάβει ως αφετηρία του υπολογισμού του το τίμημα που είχε συμφωνηθεί μεταξύ της Izmir Fig Packers και της Stolp, κατόπιν μετατροπής του σε φιορίνια με βάση τις τιμές συναλλάγματος της 15ης Φεβρουαρίου 1989. Προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι όροι της πωλήσεως «ex terminal Ρόττερνταμ», αφαίρεσε από το τίμημα τα έξοδα εκφορτώσεως, τα οποία υπολόγισε κατ' αποκοπή σε ορισμένο ποσό ανά εμπορευματοκιβώτιο. Το υπόλοιπο ποσό, κατόπιν μετατροπής του σε ECU, του παρέχει τη δυνατότητα να προσδιορίσει την εξισωτική εισφορά που οφείλεται ανά τόνο, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3519/88 ( 1 ), ο οποίος προέβλεπε τους συντελεστές που ίσχυαν κατά τον χρόνο της θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία. Ο επιθεωρητής προβαίνει, επομένως, σε ένα πολύπλοκο υπολογισμό που του επιτρέπει να προσδιορίσει την τιμή εισαγωγής πριν από την επιβολή της εξισωτικής εισφοράς.
4.
Στην υπόθεση C-352/93, ο μηχανισμός και οι εμπλεκόμενοι είναι ακριβώς οι ίδιοι. Η διασάφηση για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία υποβλήθηκε στις 25 Ιουνίου 1984 και αφορά την εισαγωγή 13 εμπορευματοκιβωτίων σταφίδας (καθαρού βάρους 241900 kg). Ο φορολογικός έλεγχος ολοκληρώθηκε στις 9 Φεβρουαρίου 1989 και απαιτήθηκε από τον εκτελωνιστή Van der Linde η καταβολή εξισωτικής εισφοράς. Ο υπολογισμός της εισφοράς είναι πολύ πιο περίπλοκος, λόγω της νομοθεσίας που ίσχυε κατά τον χρόνο της εισαγωγής.
Η εφαρμοστέα νομοθεσία και τα υποβληθέντα ερωτήματα
Υπόθεση C-352/93 (διασάφηση για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία της 25ης Ιουνίου 1984)
5.
Εξετάζοντας την εφαρμοστέα νομοθεσία με χρονολογική σειρά, διαπιστώνουμε ότι από την 1η Απριλίου 1977 μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 1986 ο βασικός κανονισμός είναι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 516/77 του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 1977, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών ( 2 ). Το άρθρο 14, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει τη δυνατότητα εφαρμογής κατάλληλων μέτρων διασφαλίσεως στις συναλλαγές με τις τρίτες χώρες, αν εντός της Κοινότητας η αγορά ενός ή περισσοτέρων προϊόντων που καλύπτει ο κανονισμός υφίσταται ή απειλείται να υποστεί, λόγω των εισαγωγών ή εξαγωγών, σοβαρές διαταράξεις που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τους στόχους του άρθρου 39 της Συνθήκης.
Οι τρόποι εφαρμογής των μέτρων διασφαλίσεως που προβλέπει η διάταξη αυτή καθορίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 521/77 του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 1977 ( 3 ). Το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού αναφέρει μια σειρά στοιχείων που παρέχουν τη δυνατότητα να εκτιμηθεί εάν υπάρχει διατάραξη ή απειλή σοβαρής διαταράξεως στην αγορά ενός προϊόντος (όγκος των εισαγωγών, εξέλιξη των τιμών κ.λπ.). Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ', προβλέπει ότι τα μέτρα που μπορούν να ληφθούν για όλα τα προϊόντα είναι τα εξής: — ένα σύστημα ελάχιστων τιμών, των οποίων αν υπολείπονται οι τιμές εισαγωγής, επιβάλλεται ως προϋπόθεση να πραγματοποιείται η εισαγωγή σε τιμή τουλάχιστον ίση με την ελάχιστη τιμή που έχει καθοριστεί για το οικείο προϊόν —η ολική ή μερική αναστολή των εξαγωγών.
Κατόπιν διαταράξεων στην αγορά της σταφίδας κατά την περίοδο εμπορίας 1981/82, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2742/82 ( 4 ), ο οποίος προβλέπει, στο άρθρο 2, μια ελάχιστη τιμή 106,7 ECU ανά 100 kg καθαρά και μια εξισωτική εισφορά 16,0 ECU ανά 100 kg καθαρά σε περίπτωση μη τηρήσεως της ελάχιστης τιμής. Για την αποφυγή των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού που απορρέουν από τις νομισματικές διακυμάνσεις προβλέπεται ένα σύστημα συντελεστών. Η εξισωτική εισφορά οφείλεται, όταν η τιμή κατά την εισαγωγή είναι κατώτερη από την ελάχιστη τιμή που ισχύει κατά την ημέρα της εισαγωγής. Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1 ( 5 ), τα στοιχεία που συνιστούν την τιμή εισαγωγής είναι τα ακόλουθα: α) η τιμή FOB στη χώρα καταγωγής και β) το κόστος μεταφοράς και ασφαλίσεως μέχρι τον τόπο εισόδου στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας. Το άρθρο 4, παράγραφος 3 ( 6 ), προβλέπει τα ακόλουθα:
«Εάν το τιμολόγιο που κατατίθεται στις τελωνειακές αρχές δεν έχει συνταχθεί από τον εξαγωγέα στη χώρα από την οποία κατάγονται τα προϊόντα ή εάν οι αρχές δεν αποδέχονται ότι η δηλωθείσα τιμή αντανακλά την τιμή FOB στη χώρα καταγωγής, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να καθορίσουν αυτή την τιμή, ιδίως με αναφορά στην τιμή μεταπωλήσεως από τον εισαγωγέα.»
6.
Το κύρος του κανονισμού 2742/82 και, ιδίως, το ποσό της εξισωτικής εισφοράς τέθηκαν υπό αμφισβήτηση στις υποθέσεις 77/86 ( 7 ) και 291/86 ( 8 ), τις επονομαζόμενες «υποθέσεις της σταφίδας». Οι εισαγωγείς σταφίδας αμφισβητούσαν, μεταξύ άλλων, ότι η εξισωτική εισφορά έπρεπε να είναι σταθερή, καθόσον θεωρούσαν ότι θα ήταν αρκετό να προβλεφθεί ότι η εισφορά αυτή θα ισούται προς τη διαφορά μεταξύ της ελάχιστης τιμής και της τιμής εισαγωγής. Ο καθορισμός ενός σταθερού ποσού εξισωτικής εισφοράς ήταν, επιπροσθέτως, αδικαιολόγητος, καθόσον μάλιστα οι διακυμάνσεις των τιμών συναλλάγματος και οι συχνές μεταβολές των ελάχιστων τιμών, που οφείλονταν, μεταξύ άλλων, στο σύστημα των συντελεστών, δεν επέτρεπαν να προσδιοριστεί με βεβαιότητα, κατά τον χρόνο της πωλήσεως του εμπορεύματος, ποια θα ήταν η ελάχιστη τιμή και η τιμή εισαγωγής κατά τον χρόνο της θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία. Η δε Επιτροπή εξήγησε ότι είχε υπολογίσει το ποσό της εξισωτικής εισφοράς αφαιρώντας τη χαμηλότερη τιμή στη διεθνή αγορά από την ελάχιστη τιμή, διότι έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι τιμές στη διεθνή αγορά, οι οποίες θα μπορούσαν να προκαλέσουν τις μεγαλύτερες διαταράξεις στην εσωτερική αγορά της Κοινότητας. Κρίνοντας ότι η θέσπιση ενιαίας εξισωτικής εισφοράς με σταθερό συντελεστή, η οποία επιβάλλεται ακόμη και στην περίπτωση πολύ μικρής διαφοράς της τιμής εισαγωγής από την ελάχιστη τιμή, συνιστούσε οικονομική κύρωση και ότι η Επιτροπή δεν είχε αποδείξει ότι ένα τέτοιο σύστημα ήταν αναγκαίο για να διασφαλιστεί ο σκοπός του κανονισμού 521/77, το Δικαστήριο κήρυξε άκυρο τον κανονισμό 2742/82, καθόσον θέσπιζε «εξισωτική εισφορά με σταθερό συντελεστή ίσο προς τη διαφορά μεταξύ της ελάχιστης τιμής και της χαμηλότερης τιμής στη διεθνή αγορά».
Κατόπιν της πρώτης αποφάσεως που εκδώσατε, τον Φεβρουάριο 1988, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 994/88 ( 9 ), με τον οποίο υπενθύμισε την κοινοτική νομοθεσία που εφαρμόζεται στην επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών και διευκρίνισε ότι οι εμπορευόμενοι είχαν αξίωση να τους επιστραφεί η διαφορά μεταξύ, αφενός, του ποσού της εξισωτικής εισφοράς που είχε καταβληθεί κατ' εφαρμογή του κανονισμού 2742/82 και, αφετέρου, του ποσού που προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ της εφαρμοστέας ελάχιστης τιμής που καθορίστηκε σύμφωνα με τον κανονισμό 2742/82 και της τιμής εισαγωγής κατά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία.
7.
Αυτές είναι οι διατάξεις που ίσχυαν κατά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, τον Ιούνιο 1984 (υπόθεση C-352/93), σχετικά με τις οποίες το College van Beroep voor het Bedrijfsleven σας υπέβαλε, με διάταξη της 23ης Απριλίου 1993, τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1)
Μπορεί ο κανονισμός (ΕΟΚ) 994/88 να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι συνιστά, σε αντικατάσταση της διατάξεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 2742/82 που κηρύχθηκε ανίσχυρη με την απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Φεβρουαρίου 1988 στην υπόθεση 77/86, νόμιμο έρεισμα για τον υπολογισμό εξισωτικής ή αντισταθμιστικής εισφοράς που επιβάλλεται για πρώτη φορά;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: έχει στην περίπτωση αυτή ο εν λόγω κανονισμός την έννοια ότι η εξισωτική εισφορά πρέπει να υπολογιστεί επί της διαφοράς μεταξύ της ελάχιστης τιμής εισαγωγής και της διαπιστωθείσας τιμής εισαγωγής ή πρέπει να ληφθεί υπόψη η κατ' αποκοπήν βάση επιβολής που κηρύχθηκε ανίσχυρη και στη συνέχεια, εφόσον είναι αναγκαίο, να διορθωθεί η βάση αυτή κατ' εφαρμογή των διατάξεων του προαναφερθέντος κανονισμού;
3)
'Εχει το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2742/82 της Επιτροπής την έννοια ότι, όταν οι αρμόδιες αρχές δεν είναι πεπεισμένες ότι η ανωτέρω τιμή αντιπροσωπεύει την τιμή FOB στη χώρα καταγωγής,
α)
o μόνος σκοπός για τον οποίο επιτρέπεται να εξακριβώνονται πραγματικά στοιχεία είναι ο προσδιορισμός της τιμής εισαγωγής που συμφωνήθηκε πράγματι και καταβλήθηκε, άμεσα ή έμμεσα, μεταξύ εξαγωγέα και εισαγωγέα;
ή
β)
οι αρμόδιες αρχές είναι ελεύθερες να ανακατασκευάζουν οι ίδιες, σε σχέση με την οικεία συναλλαγή, την τιμή κατά την εισαγωγή, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2742/82, και, στο πλαίσιο της ανακατασκευής αυτής, να λαμβάνουν υπόψη:
—
άλλες συναλλαγές, πέραν των συναλλαγών μεταξύ εξαγωγέα και εισαγωγέα, με τις οποίες, κατά τις αρχές αυτές, επιδιώκεται αποκλειστικώς ή εν μέρει η αποφυγή της επιβολής εξισωτικής εισφοράς κατά την εισαγωγή ή οι οποίες έστω δεν θα πραγματοποιούνταν, αν δεν είχαν ως αποτέλεσμα την εν όλω ή εν μέρει αποφυγή της επιβολής της αντισταθμιστικής εισφοράς,
και
—
την εξέλιξη της τιμής του προϊόντος κατά τα διάφορα στάδια της εμπορίας του μετά την εισαγωγή;
4)
Στην περίπτωση που περιγράφεται ανωτέρω στο τρίτο ερώτημα, υπό στοιχείο β', είναι η προαναφερθείσα διάταξη ανίσχυρη, για τον λόγο ότι ο κανονισμός του Συμβουλίου δεν απονέμει στην Επιτροπή την εξουσία να παρέχει στις αρμόδιες εθνικές αρχές τόσο ευρεία διακριτική ευχέρεια για την επίλυση του ζητήματος αν η τιμή κατά την εισαγωγή είναι, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, υψηλότερη ή χαμηλότερη από την ελάχιστη τιμή εισαγωγής;»
Υπόθεση C-351/93 (διασάφηση για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία της 25ης Φεβρουαρίου 1989)
8.
Με το άρθρο 4α του κανονισμού 516/77, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 988/84 ( 10 ), το Συμβούλιο καθιερώνει την αρχή μιας ελάχιστης τιμής κατά την εισαγωγή της σταφίδας για κάθε περίοδο εμπορίας και επιφυλάσσεται να ορίσει τους γενικούς κανόνες εφαρμογής, που μπορούν να προβλέπουν, μεταξύ άλλων, ένα σύστημα προκαθορισμού της τιμής αυτής. Επομένως, η ελάχιστη τιμή κατά την εισαγωγή δεν επιβάλλεται πλέον ως μέτρο διασφαλίσεως, αλλά έχει σαφώς μόνιμο χαρακτήρα. Όμοιες διατάξεις περιέχονται στο άρθρο 9 του βασικού κανονισμού 426/86, ο οποίος αντικατέστησε τον κανονισμό 516/77 από την 1η Μαρτίου 1986.
Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2089/85 ( 11 ), για τον καθορισμό των γενικών κανόνων σχετικά με το σύστημα της ελάχιστης τιμής κατά την εισαγωγή για τις σταφίδες, το Συμβούλιο όρισε ότι η ελάχιστη τιμή κατά την εισαγωγή καθορίζεται πριν από την έναρξη της περιόδου εμπορίας και ότι οι εξισωτικές εισφορές καθορίζονται σε σχέση με μια κλίμακα τιμών κατά την εισαγωγή.
Τον Ιούλιο 1985η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2237/85 ( 12 ), σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος ελάχιστης τιμής κατά την εισαγωγή για τις σταφίδες. Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, τα στοιχεία στα οποία συνίσταται η τιμή κατά την εισαγωγή είναι τα ακόλουθα: α) η τιμή FOB στη χώρα καταγωγής και β) τα έξοδα μεταφοράς και ασφαλίσεως έως το σημείο εισόδου στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας. Σύμφωνα με τον κανονισμό, ως «τιμή FOB» νοείται η τιμή που έχει καταβληθεί ή πρόκειται να καταβληθεί για την ποσότητα των προϊόντων που περιέχονται σε ένα φορτίο, συμπεριλαμβανομένης της δαπάνης για την τοποθέτηση του φορτίου σε μεταφορικό μέσο στον χώρο φορτώσεως του πλοίου στη χώρα καταγωγής, καθώς και άλλες δαπάνες που δημιουργούνται στην εν λόγω χώρα. Η τιμή FOB δεν περιλαμβάνει το κόστος οποιασδήποτε υπηρεσίας με το οποίο επιβαρύνεται ο πωλητής αφότου τα προϊόντα τοποθετηθούν στο μεταφορικό μέσο. Όσον αφορά τον προσδιορισμό της τιμής κατά την εισαγωγή, το άρθρο 2 του κανονισμού προβλέπει ότι η τιμή αυτή δηλώνεται στη διασάφηση για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, ενώ η διασάφηση συνοδεύεται από όλα τα έγγραφα που είναι απαραίτητα για την εξακρίβωση της τιμής. Η παράγραφος 3 του άρθρου αυτού ορίζει τα ακόλουθα:
«Σε περίπτωση που:
α)
το τιμολόγιο το οποίο υποβάλλεται στις τελωνειακές αρχές δεν έχει εκδοθεί από τον εξαγωγέα στη χώρα καταγωγής των προϊόντων ( 13 )
ή
β)
οι αρχές δεν έχουν βεβαιωθεί ότι η τιμή που δηλώνεται κατά την είσοδο των εμπορευμάτων αντιπροσωπεύει την πραγματική τιμή εισαγωγής
ή
γ)
η πληρωμή δεν έχει πραγματοποιηθεί μέσα στα χρονικά όρια (...)
οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν τα απαιτούμενα μέτρα για τον προσδιορισμό της τιμής αυτής, ιδίως σε συνάρτηση με την τιμή μεταπωλήσεως που εφαρμόζει ο εισαγωγέας.»
9.
Σχετικά με αυτές τις διατάξεις που εφαρμόζονταν ως προς τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία τον Φεβρουάριο 1989 το College van Beroep voor het Bedrijfsleven σας υπέβαλε τα ακόλουθα ερωτήματα, τα οποία παραθέτω για λόγους πληρότητας αλλά τα οποία δεν διαφέρουν, παρά μόνο ως προς τις εφαρμοζόμενες διατάξεις, από τα ερωτήματα 3 και 4 της υποθέσεως C-352/93:
« 1)
Έχει το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β', του κανονισμού (ΕΟΚ) 2237/85 της Επιτροπής, σε συνδυασμό με το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΟΚ) 426/86 του Συμβουλίου, την έννοια ότι, όταν οι αρμόδιες αρχές δεν είναι πεπεισμένες ότι η τιμή που δηλώνεται κατά τη θέση των εμπορευμάτων σε ελεύθερη κυκλοφορία αντιπροσωπεύει την πραγματική τιμή εισαγωγής,
α)
ο μόνος σκοπός για τον οποίο επιτρέπεται να εξακριβώνονται πραγματικά στοιχεία είναι ο προσδιορισμός της τιμής εισαγωγής που συμφωνήθηκε πράγματι και καταβλήθηκε, άμεσα ή έμμεσα, μεταξύ εξαγωγέα και εισαγωγέα;
ή
β)
οι αρμόδιες αρχές είναι ελεύθερες να ανακατασκευάζουν οι ίδιες, σε σχέση με την οικεία συναλλαγή, την τιμή κατά την εισαγωγή, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2237/85, και, στο πλαίσιο της ανακατασκευής αυτής, να λαμβάνουν υπόψη:
—
άλλες συναλλαγές, πέραν των συναλλαγών μεταξύ εξαγωγέα και εισαγωγέα, με τις οποίες, κατά τις αρχές αυτές, επιδιώκεται αποκλειστικώς ή εν μέρει η αποφυγή της επιβολής εξισωτικής εισφοράς κατά την εισαγωγή ή οι οποίες έστω δεν θα πραγματοποιούνταν, αν δεν είχαν ως αποτέλεσμα την εν όλω ή εν μέρει αποφυγή της επιβολής της αντισταθμιστικής εισφοράς,
και
—
την εξέλιξη της τιμής του προϊόντος κατά τα διάφορα στάδια της εμπορίας του μετά την εισαγωγή;
2)
Στην περίπτωση που περιγράφεται ανωτέρω στο πρώτο ερώτημα, υπό στοιχείο β', είναι η προαναφερθείσα διάταξη ανίσχυρη, για τον λόγο ότι ο κανονισμός του Συμβουλίου δεν απονέμει στην Επιτροπή την εξουσία να παρέχει στις αρμόδιες εθνικές αρχές τόσο ευρεία διακριτική ευχέρεια για την επίλυση του ζητήματος αν η τιμή κατά την εισαγωγή είναι, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, υψηλότερη ή χαμηλότερη από την ελάχιστη τιμή εισαγωγής;»
Η υπόθεση των βύσσινων (C-353/93)
Τα πραγματικά περιστατικά
10.
Η υπόθεση αυτή αφορά την εισαγωγή βύσσινων από την πρώην Γιουγκοσλαβία κατά την περίοδο από τον Δεκέμβριο 1986 έως τον Αύγουστο 1988. Η εταιρία Tracotex Holland, εταιρία εκτελωνισμού, ενεργούσε για λογαριασμό της εταιρίας De Leeuw's Handelsonderneming (της οποίας η σημερινή επωνυμία είναι Mondifoods). Όπως εκθέτει το αιτούν δικαστήριο, οι διασαφήσεις για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία συνοδεύονταν από δύο είδη τιμολογίων: ένα τιμολόγιο που είχε εκδοθεί από πωλητή εγκατεστημένο στην Αυστρία ( 14 ) ή ένα τιμολόγιο που είχε εκδοθεί από πωλητή εγκατεστημένο στη Γιουγκοσλαβία, ο οποίος όμως ζητούσε το οφειλόμενο ποσό να καταβληθεί στον λογαριασμό τρίτης επιχειρήσεως, εγκατεστημένης στη Γερμανία ή σε άλλη χώρα. Τα έγγραφα εισαγωγής δεν ανέφεραν χωριστά την τιμή κατά την εισαγωγή, αλλά οι τελωνειακοί τα θεώρησαν, αφού είχαν προηγουμένως ελέγξει τα πιστοποιητικά EUR 1. Κατά τη διάρκεια του 1989, η Fiscale Inlichtingen- en Opsporingsdienst (Υπηρεσία Πατάξεως της Φοροδιαφυγής) άρχισε τη διεξαγωγή έρευνας σε σχέση με τον εισαγωγέα. Κατόπιν της έρευνας αυτής, ο επιθεωρητής τελών εισαγωγής και εμμέσων φόρων απαίτησε από τον εκτελωνιστή, ως εξισωτική εισφορά, το ποσό των 539673,40 HFL. Ο επιθεωρητής προέβη σε ανακατασκευή της τιμής εισαγωγής, λαμβάνοντας ως αφετηρία την τιμή μεταπωλήσεως των βύσσινων (η οποία εξακριβώθηκε κατά την έρευνα που διεξήχθη στα γραφεία της Mondifoods) και αφαιρώντας από την τιμή αυτή το κέρδος, υπολογισθέν κατ' αποκοπή σε 8 %, τα σχετικά έξοδα, τις δαπάνες μεταφοράς και τα τέλη εισαγωγής τα οποία επιβάλλονταν κατά τον χρόνο της εισαγωγής. Η εταιρία Tracotex άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής.
Από τη διαβιβασθείσα δικογραφία δεν προκύπτει ότι το τίμημα που καταβλήθηκε από τη Mondifoods ήταν χαμηλότερο από την ελάχιστη τιμή εισαγωγής, είτε πρόκειται για το τίμημα που καταβλήθηκε στην αυστριακή εταιρία είτε για εκείνο που καταβλήθηκε σε γερμανικό τραπεζικό λογαριασμό γιουγκοσλαβικής επιχειρήσεως. Αντιθέτως, η Mondifoods ισχυρίζεται ότι κατέβαλε τιμήματα υψηλότερα από τις ελάχιστες τιμές, γεγονός που δεν φαίνεται να αμφισβητείται από το ολλανδικό υπουργείο.
Η εφαρμοστέα νομοθεσία και τα υποβληθέντα ερωτήματα
11.
Οι βασικοί κανονισμοί είναι οι ίδιοι όπως και στις υποθέσεις της σταφίδας, δηλαδή οι διαδοχικώς ισχύσαντες κανονισμοί 516/77 και 426/86 του Συμβουλίου, σχετικά με την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών. Ακριβώς όπως το άρθρο 14 του κανονισμού 516/77, που έχει ήδη αναφερθεί στο πλαίσιο της υποθέσεως C-352/93 ( 15 ), το άρθρο 18, παράγραφος 2, του κανονισμού 426/86 προβλέπει τη δυνατότητα λήψεως μέτρων διασφαλίσεως σε περίπτωση σοβαρών διαταράξεων που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τους στόχους του άρθρου 39 της Συνθήκης. Η Επιτροπή έλαβε τέτοιου είδους μέτρα, όσον αφορά τα βύσσινα, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1626/85 ( 16 ).
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι, κατά την ολοκλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής, οι τελωνειακές αρχές συγκρίνουν την τιμή εισαγωγής με την ελάχιστη τιμή. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού, τα στοιχεία που συνιστούν την τιμή εισαγωγής είναι τα ακόλουθα: α) η τιμή FOB στη χώρα καταγωγής και β) το κόστος μεταφοράς και ασφαλίσεως μέχρι τον τόπο εισόδου στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας. Το άρθρο 3, παράγραφος 3, προβλέπει τα εξής:
«Εάν το τιμολόγιο που κατατίθεται στις τελωνειακές αρχές δεν έχει συνταχθεί από τον εξαγωγέα στη χώρα από την οποία κατάγονται τα προϊόντα ή εάν οι αρχές δεν αποδέχονται ότι η δηλωθείσα τιμή αντανακλά την τιμή FOB στη χώρα καταγωγής, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να καθορίσουν αυτή την τιμή, ιδίως με αναφορά στην τιμή μεταπωλήσεως από τον εισαγωγέα.»
12.
Προκειμένου να επιλύσει τη διαφορά που ήλθε ενώπιον του, το College van Beroep voor het Bedrijfsleven σας υπέβαλε, με διάταξη της 23ης Απριλίου 1993, διάφορα ερωτήματα, τα οποία επίσης παραθέτω, μολονότι δύο από αυτά δεν διαφέρουν καθόλου από τα ερωτήματα 3 και 4 της υποθέσεως C-352/93:
«1)
'Εχει το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1626/85 της Επιτροπής, σε συνδυασμό ιδίως με το άρθρο 18, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 426/86 του Συμβουλίου, την έννοια ότι, όταν οι αρμόδιες αρχές δεν είναι πεπεισμένες ότι η δηλωθείσα τιμή αντιπροσωπεύει την τιμή FOB στη χώρα καταγωγής,
α)
ο μόνος σκοπός για τον οποίο επιτρέπεται να εξακριβώνονται πραγματικά στοιχεία είναι ο προσδιορισμός της τιμής εισαγωγής που συμφωνήθηκε πράγματι και καταβλήθηκε, άμεσα ή έμμεσα, μεταξύ εξαγωγέα και εισαγωγέα;
ή
β)
οι αρμόδιες αρχές είναι ελεύθερες να ανακατασκευάζουν οι ίδιες, σε σχέση με την οικεία συναλλαγή, την τιμή κατά την εισαγωγή, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1626/85, και, στο πλαίσιο της ανακατασκευής αυτής, να λαμβάνουν υπόψη:
—
άλλες συναλλαγές, πέραν των συναλλαγών μεταξύ εξαγωγέα και εισαγωγέα, όπως π.χ. συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν στα ενδιάμεσα στάδια εμπορίας μεταξύ εξαγωγής και εισαγωγής,
και
—
το τίμημα της μεταπωλήσεως των εμπορευμάτων από τον εισαγωγέα, με αποτέλεσμα την αφαίρεση από την τιμή αυτή ορισμένων κατ' αποκοπή ν ποσών που δεν προκύπτουν από τα έγγραφα του εισαγωγέα και/ή του μεσάζοντος εμπόρου και που αντιπροσωπεύουν έξοδα (σταθερά ποσά ανά 100 kg μικτού βάρους) και κέρδη (8 %, όταν έχει πραγματοποιηθεί συναλλαγή με μεσάζοντα);
2)
Στην περίπτωση που περιγράφεται ανωτέρω στο πρώτο ερώτημα, υπό στοιχείο β', είναι η προαναφερθείσα διάταξη ανίσχυρη, για τον λόγο ότι ο κανονισμός του Συμβουλίου δεν απονέμει στην Επιτροπή την εξουσία να παρέχει στις αρμόδιες εθνικές αρχές τόσο ευρεία διακριτική ευχέρεια για την επίλυση του ζητήματος αν η τιμή κατά την εισαγωγή είναι, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, υψηλότερη ή χαμηλότερη από την ελάχιστη τιμή εισαγωγής;
3)
'Εχει το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1626/85 της Επιτροπής την έννοια ότι ως “εξαγωγέας στη χώρα από την οποία κατάγονται τα προϊόντα” νοείται μόνο ο εξαγωγέας του οποίου η επιχείρηση είναι εγκατεστημένη στη χώρα καταγωγής;»
Σύνοψη των υποβληθέντων ερωτημάτων
13.
Σε καθεμία από τις τρεις υποθέσεις, δύο από τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν κανονιστικές διατάξεις που έχουν διατυπωθεί σχεδόν πανομοιότυπα. Πρόκειται για το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 2742/82 (υπόθεση C-352/93, σταφίδες εισαχθείσες το 1984), το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2237/85 (υπόθεση C-351/93, σταφίδες εισαχθείσες το 1989) και το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 1626/85 (υπόθεση C-353/93, βύσσινα). Το πρώτο από τα δύο σχεδόν πανομοιότυπα ερωτήματα αφορά την ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων και, ειδικότερα, τα στοιχεία που μπορούν να χρησιμοποιούνται από τις αρμόδιες αρχές για τον καθορισμό ή, ενδεχομένως, την ανακατασκευή της τιμής κατά την εισαγωγή.
Το δεύτερο από τα σχεδόν πανομοιότυπα ερωτήματα αφορά το κύρος των εν λόγω διατάξεων, στην περίπτωση που θα τις ερμηνεύατε υπό την έννοια ότι οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ανακατασκευάζουν την τιμή κατά την εισαγωγή. Πράγματι, σε καθεμία από τις υποθέσεις, σας υποβάλλεται το ερώτημα μήπως η Επιτροπή υπερέβη τις αρμοδιότητες της, καθόσον παρέσχε στις εθνικές αρχές ευρεία διακριτική ευχέρεια για την ανακατασκευή της τιμής εισαγωγής, μολονότι οι βασικοί κανονισμοί του Συμβουλίου δεν αναφέρονταν καθόλου στο ζήτημα αυτό.
Ακολουθεί το τρίτο ερώτημα της υποθέσεως C-353/93 (βύσσινα), που αφορά την ερμηνεία της φράσεως «ο εξαγωγέας στη χώρα από την οποία κατάγονται τα προϊόντα», η οποία περιέχεται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 1626/85.
Τέλος, στην υπόθεση C-352/93 τίθενται δύο ειδικότερα ερωτήματα, που αφορούν τις συνέπειες των αποφάσεων σας στις υποθέσεις της σταφίδας του 1988 και την ερμηνεία του κανονισμού 994/88.
Τα ερωτήματα που αφορούν το κύρος και την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων
14.
Πέραν των δύο ερωτημάτων που αφορούν τον κανονισμό 994/88 και του ειδικού ερωτήματος ως προς την ερμηνεία των επίμαχων διατάξεων που έχει υποβληθεί στην υπόθεση C-353/93, το αιτούν δικαστήριο ζητεί ακόμα, αφενός, την ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 2742/82, του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2237/85 και του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 1626/85 και ταυτόχρονα τη διευκρίνιση των εξουσιών που έχουν αντιστοίχως η Επιτροπή και οι αρχές των κρατών μελών σε σχέση με τον έλεγχο της τηρήσεως της κοινοτικής νομοθεσίας και, αφετέρου, την εκτίμηση του κύρους των εν λόγω διατάξεων. Μολονότι θα επιδιώξω να εξετάσω χωριστά αφενός τα ερωτήματα που αφορούν την ερμηνεία και αφετέρου εκείνα που αφορούν το κύρος των διατάξεων, πρέπει να αναγνωριστεί ότι τα μεν είναι συνυφασμένα προς τα δε. Δεδομένου ότι το κύρος των διατάξεων εξαρτάται από την ερμηνεία που τους δίδεται και ότι η ερμηνεία πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις αρχές του δικαίου και, επομένως, να τείνει προς την αναγνώριση του κύρους της ερμηνευομένης διατάξεως, τα δύο προβλήματα συνδέονται στενά.
Αφού προβώ σε μια γενική εξέταση του ζητήματος της κατανομής των τελωνειακής φύσεως αρμοδιοτήτων μεταξύ των κοινοτικών οργάνων και των κρατών μελών και της εκτάσεως των εξουσιών των τελωνειακών αρχών (σημεία 15-18), θα εξετάσω τις περιπτώσεις στις οποίες η τιμή κατά την εισαγωγή μπορεί να ανακατασκευασθεί (σημεία 19-25). Μόνο αφού ολοκληρώσω την εξέταση αυτή, θα επιχειρήσω να απαντήσω στα ερωτήματα που έχει υποβάλει το εθνικό δικαστήριο (σημεία 26-32).
Οι τελωνειακής φύσεως αρμοοιότητες της Κοινότητας και των κρατών μελών
15.
Μια κοινοτική ρύθμιση, όπως αυτή που έχει υποβληθεί στον έλεγχο σας, σκοπεί να αντιμετωπίσει μια οικονομική πραγματικότητα, ένα πραγματικό γεγονός. Προκειμένου να εφαρμόζεται ορθά η ρύθμιση αυτή, πρέπει, πρώτα απ' όλα, να προσδιορίζεται η τιμή στην οποία αγοράστηκε ένα συγκεκριμένο εμπόρευμα πριν από την εισαγωγή του στην Κοινότητα. Με τη σύγκριση της τιμής αυτής, που είναι πραγματικό στοιχείο, με την ελάχιστη τιμή που ορίζεται από τους κανονισμούς είναι δυνατόν να εξακριβώνεται εάν οφείλεται ή όχι η αντισταθμιστική εισφορά.
16.
Οι αρμόδιες για την εφαρμογή της ρυθμίσεως αυτής αρχές είναι οι τελωνειακές αρχές των κρατών μελών. Προς τούτο, οι εν λόγω αρχές εφαρμόζουν, καταρχάς, τους διαδικαστικούς κανόνες του εθνικού τους δικαίου. Στο μέτρο που το εθνικό δίκαιο είναι, κατ' ουσία, σύμφωνο με την κοινοτική ρύθμιση, ιδίως όσον αφορά τη μέθοδο επαναπροσδιορισμού της τιμής κατά την εισαγωγή και τις περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να χρησιμοποιηθεί η μέθοδος αυτή, το κοινοτικό δίκαιο απλώς επιβεβαιώνει την ισχύ των κανόνων του εθνικού δικαίου. Στον εθνικό — και όχι στον κοινοτικό — δικαστή εναπόκειται να επιλύσει τα ζητήματα που αφορούν το κύρος και την ερμηνεία των εν λόγω εθνικών κανόνων, λαμβάνοντας υπόψη φυσικά τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
Μόνο στην περίπτωση που το εθνικό δίκαιο δεν προβλέπει τα αναγκαία μέσα για την εφαρμογή της κοινοτικής ρυθμίσεως οφείλει ο κοινοτικός νομοθέτης να καλύψει το κενό αυτό, όπως επίσης σ' αυτόν εναπόκειται να προβλέψει την εναρμόνιση των εθνικών διαδικαστικών κανόνων, προκειμένου να αποφευχθεί η δημιουργία ανισοτήτων στη μεταχείριση των εισαγωγέων της Κοινότητας εξαιτίας των πολύ μεγάλων διαφορών μεταξύ των εθνικών αυτών διατάξεων. Σε αυτό το πλαίσιο, το Συμβούλιο εξέδωσε μια οδηγία για την εναρμόνιση των διαδικασιών θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία ( 17 ) και, πιο πρόσφατα, έναν κανονισμό περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα ( 18 ). Δεδομένου ότι οι εισαγωγές που αποτελούν το αντικείμενο των προκειμένων υποθέσεων πραγματοποιήθηκαν πριν από τη θέση σε ισχύ του κώδικα αυτού, εφαρμογή είχε σε όλες τις περιπτώσεις η οδηγία 79/695 του Συμβουλίου. Οι εξισωτικές εισφορές κατά την εισαγωγή των γεωργικών προϊόντων εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, ως «εισαγωγικοί δασμοί» νοούνται, μεταξύ άλλων, οι γεωργικές εισφορές και οι λοιπές επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή που προβλέπονται στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής.
17.
Η οδηγία 79/695 προβλέπει ότι οι εισαγωγείς υποβάλλουν στις τελωνειακές αρχές διασαφήσεις για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, οι οποίες περιέχουν, καταρχήν, όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας και για την ενδεχόμενη είσπραξη των οφειλόμενων δασμών ή εισφορών. Ωστόσο, οι τελωνειακές αρχές δεν υποχρεούνται να αρκούνται στη διασάφηση, αλλά μπορούν να προβαίνουν σε διάφορες επαληθεύσεις. Ο έλεγχος της διασαφήσεως για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία είναι, εξάλλου, το αντικείμενο του τίτλου II της εκτελεστικής οδηγίας 82/57 της Επιτροπής. Στην οδηγία αυτή προβλέπεται ρητά, όπως ακριβώς στην οδηγία 79/695 του Συμβουλίου, ότι οι τελώ νειακές αρχές μπορούν να προβαίνουν σε ελέγχους εγγράφων, στην εξέταση των εμπορευμάτων ή, ακόμη, σε λήψεις δειγμάτων. Εάν η διασάφηση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, υπερισχύουν οι διαπιστώσεις των τελωνειακών αρχών. Αυτή η εξουσία συναγωγής συμπερασμάτων ως προς την πραγματική κατάσταση διευκρινίζεται, εξάλλου, στο άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/695: «Τα αποτελέσματα της επαληθεύσεως της διασαφήσεως και των δικαιολογητικών εγγράφων που επισυνάπτονται σε αυτή, συνδυαζόμενα ή μη με εξέταση των εμπορευμάτων, αποτελούν τη βάση για τον υπολογισμό των εισαγωγικών δασμών και για την εφαρμογή των λοιπών διατάξεων που διέπουν τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.» Με άλλα λόγια, όταν οι ενδείξεις της διασαφήσεως είναι εσφαλμένες ή ελλιπείς, οι τελωνειακές αρχές έχουν την εξουσία να τις διορθώνουν ή να τις αντικαθιστούν με τα πορίσματα στα οποία έχουν καταλήξει οι ίδιες. Αυτό που έχει σημασία είναι να περιγραφεί κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο η πραγματικότητα.
18.
Είναι φανερό ότι οι διατάξεις αυτές παρέχουν στις τελωνειακές αρχές τη δυνατότητα να καταπολεμούν την απάτη, καθόσον υποκαθιστούν τις δικές τους διαπιστώσεις στις ενδείξεις που αναγράφονται στη διασάφηση που τους υποβάλλεται. Αυτό συνεπάγεται, κατά τη γνώμη μου, το δικαίωμα ανακατασκευής της πραγματικής τιμής εισαγωγής με βάση όλα τα στοιχεία τα οποία γνωρίζουν οι τελωνειακές αρχές και τα οποία το εθνικό τους δίκαιο τους επιτρέπει να λαμβάνουν υπόψη.
Οι περιπτώσεις στις οποίες επιτρέπεται η ανακατασκευή της τιμής
19.
Απομένει να προσδιοριστεί πότε συντρέχει απάτη. Οι διατάξεις των οποίων γίνεται επίκληση προβλέπουν ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές λαμβάνουν τα απαιτούμενα μέτρα για τον προσδιορισμό της τιμής κατά την εισαγωγή, όταν δεν είναι πεπεισμένες ότι η τιμή που αναγράφεται στη διασάφηση αντιπροσωπεύει την τιμή FOB στη χώρα καταγωγής (κανονισμοί 2742/82 και 1626/85) ή την πραγματική τιμή εισαγωγής (κανονισμός 2237/85) ή όταν το τιμολόγιο το οποίο υποβάλλεται στις τελωνειακές αρχές δεν έχει εκδοθεί από τον εξαγωγέα στη χώρα καταγωγής των προϊόντων ή, ακόμη, όταν η πληρωμή δεν έχει πραγματοποιηθεί μέσα στα προβλεπόμενα από τον κανονισμό χρονικά όρια. Στην αρχική του διατύπωση, ο πρώτος κατά χρονολογική σειρά κανονισμός φαινόταν να αφορά μόνο την περίπτωση στην οποία η τιμή που αναγραφόταν στο τιμολόγιο που υποβαλλόταν στις τελωνειακές αρχές δεν αντιστοιχούσε σε όρους πωλήσεως FOB. Στην περίπτωση αυτή, οι τελωνειακές αρχές καλούνταν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να προσδιορίσουν μια τιμή FOB. Μετέπειτα, η Επιτροπή, μάλλον επιδιώκοντας να καταπολεμήσει αποτελεσματικότερα την απάτη, προσδιόρισε, μέσω κανονισμών, ορισμένες περιπτώσεις στις οποίες οι εθνικές αρχές μπορούν να ανακατασκευάζουν οι ίδιες την τιμή κατά την εισαγωγή ( 19 ).
20.
Το ερώτημα που ανακύπτει τώρα είναι εάν η περιγραφή σε έναν κανονισμό ορισμένων πραγματικών καταστάσεων, οι οποίες θα μπορούσαν να συνιστούν ενδείξεις για το ότι η τιμή κατά την εισαγωγή έχει διαμορφωθεί με δόλια μέσα, αρκεί για να παράσχει στις εθνικές αρχές τη δυνατότητα να ανακατασκευάζουν την τιμή, όταν παρουσιάζεται μια τέτοια κατάσταση. Μολονότι το εθνικό δικαστήριο δεν έθεσε τα προδικαστικά ερωτήματα υπ' αυτή την οπτική γωνία, νομίζω ότι πρέπει να του δοθούν συναφώς ορισμένες κατευθυντήριες οδηγίες με βάση την πρόσφατη νομολογία σας.
21.
Τα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων που έχουν υποβληθεί στην κρίση σας αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα του προβλήματος αυτού. Στις υποθέσεις της σταφίδας (C-351/93 και C-352/93), η χρήση δόλιων μέσων είναι προφανής. Η πώληση από τον Alpaslan Besikcioglu στη Fitmay είναι πλασματική το τέχνασμα αυτό χρησιμοποιείται με μόνο σκοπό την εισαγωγή των εμπορευμάτων στην Κοινότητα σε τιμή υψηλότερη από την ελάχιστη τιμή εισαγωγής. Δεν υπάρχει πραγματική πρόθεση να μεταβιβαστεί (και να αποκτηθεί) η κυριότητα αυτών των ποσοτήτων σταφίδας, οι οποίες, εξάλλου, παραμένουν επί του πλοίου κατά τη διάρκεια των συναλλαγών. Αυτό αποδεικνύεται από πολλά στοιχεία, όπως είναι: το γεγονός ότι ο Alpaslan Besikcioglu και η εταιρία Izmir Fig Packers αποτελούν κατ' ουσία το ίδιο πρόσωπο, η διπλή πώληση των ποσοτήτων σταφίδας την ίδια ημέρα, τη μία φορά στη Fitmay και την άλλη στη Stolp, η έλλειψη πραγματικού κέρδους της Fitmay κατά τη μεταπώληση και η ομολογία του διευθυντή της εταιρίας αυτής ότι η πώληση πραγματοποιείται με μόνο σκοπό τη δυνατότητα διεκπεραιώσεως των διατυπώσεων εισαγωγής ή, ακόμη, η πώληση επί ζημία από την Izmir Fig Packers.
Αντίθετα, στην υπόθεση των βύσσινων (C-353/93), δεν υπάρχει η ίδια βεβαιότητα περί της συνδρομής απάτης. Όπως προκύπτει από τη διαβιβασθείσα δικογραφία, η Mondifoods ισχυρίζεται ότι αγόρασε σε τιμή υψηλότερη από την ελάχιστη τιμή εισαγωγής, το δε ολλανδικό υπουργείο δεν φαίνεται να αμφισβητεί τον ισχυρισμό αυτό. Οι αρμόδιες εθνικές τελωνειακές αρχές προέβησαν στην ανακατασκευή της τιμής κατά την εισαγωγή αποκλειστικά και μόνο επειδή τα βύσσινα δεν είχαν αγοραστεί άμεσα από παραγωγό εγκατεστημένο στη Γιουγκοσλαβία και επειδή θεώρησαν ότι το στοιχείο αυτό αρκούσε, κατά την κοινοτική νομοθεσία, προκειμένου να προσδιορίσουν, με δική τους πρωτοβουλία, την τιμή αυτή.
22.
Σε μια από τις πρόσφατες αποφάσεις σας ( 20 ), την οποία δεν μπορούσε να έχει υπόψη του το College van Beroep κατά τον χρόνο που εξέδιδε τις διατάξεις του, ασχοληθήκατε ήδη με το πρόβλημα αυτό και δώσατε σημαντικές κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τον τρόπο ερμηνείας της μιας από τις διατάξεις που εξετάζετε σήμερα. Επρόκειτο για ένα προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 1626/85 της Επιτροπής. Στην υπόθεση Dinter, συγκεκριμένα, η γερμανική εταιρία Hans Dinter είχε αγοράσει από αυστριακό μεσάζοντα, την εταιρία Kraus und Kraus (που είναι η ίδια ακριβώς εταιρία για την οποία γίνεται λόγος στην υπόθεση C-353/93) βύσσινα καταγωγής Γιουγκοσλαβίας. Είχε αποδειχθεί ότι η τιμή που είχε καταβάλει η Dinter στην Kraus und Kraus ήταν υψηλότερη από την ελάχιστη τιμή εισαγωγής. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τον ορισμό της τιμής κατά την εισαγωγή που δίνει ο κανονισμός 1626/85 (η τιμή FOB στη χώρα καταγωγής και τα έξοδα μεταφοράς και ασφαλίσεως έως το σημείο εισόδου στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας) και το γεγονός ότι το τιμολόγιο πωλήσεως δεν είχε εκδοθεί από τον εξαγωγέα στη χώρα καταγωγής του προϊόντος, το Hauptzollamt (τελωνειακές αρχές του) Bad Reichenhall απαίτησε από την εταιρία Dinter την καταβολή εξισωτικής εισφοράς, την οποία υπολόγισε με βάση την τιμή που είχε καταβάλει ο Αυστριακός μεσάζων στον εξαγωγέα της χώρας καταγωγής ( 21 ). Η εταιρία Dinter άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής, υποστηρίζοντας, αφενός, ότι η τιμή που είχε καταβάλει κατά την εισαγωγή ήταν υψηλότερη από την ελάχιστη τιμή και, αφετέρου, ότι της ήταν αδύνατο να δηλώσει την τιμή που είχε καταβάλει ο Αυστριακός μεσάζων στον Γιουγκοσλάβο εξαγωγέα, αφού δεν τη γνώριζε.
23.
Το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφαση Dinter, έλαβε υπόψη τον σκοπό της ρυθμίσεως, που είναι το να εμποδίζεται η διάθεση εισαγομένων προϊόντων στην αγορά σε ασυνήθιστα χαμηλές τιμές, και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ανακατασκευή της τιμής ήταν μία μέθοδος που έχει εφαρμογή μόνον «οσάκις δεν υπάρχουν άλλα στοιχεία ή οι τελωνειακές αρχές έχουν αμφιβολίες ως προς την τιμή που αναγράφεται στο τιμολόγιο» ( 22 ). Πράγματι, «εάν είναι βέβαιο ότι η τιμή που πλήρωσε ο εισαγωγέας στον μεσάζοντα και η τιμή στην οποία μεταπώλησε στη συνέχεια το εμπόρευμα ο εισαγωγέας είναι υψηλότερες από την ελάχιστη τιμή, ο σκοπός του κανονισμού 1626/85 έχει επιτευχθεί» και, συνεπώς, η επιβολή εξισωτικής εισφοράς είναι παράνομη.
24.
Από τα παραπάνω συνάγεται, κατά την άποψη μου, ότι οι περιπτώσεις που πρόσθεσε μεταγενέστερα ο κοινοτικός νομοθέτης, οι περιπτώσεις δηλαδή στις οποίες «το τιμολόγιο το οποίο υποβάλλεται στις τελωνειακές αρχές δεν έχει εκδοθεί από τον εξαγωγέα στη χώρα καταγωγής των προϊόντων» και «η πληρωμή δεν έχει πραγματοποιηθεί μέσα στα προβλεπόμενα από τον κανονισμό χρονικά όρια», δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αμάχητα τεκμήρια περί της συνδρομής απάτης, τα οποία επιτρέπουν, χωρίς περαιτέρω έλεγχο, την ανακατασκευή της τιμής, αλλά, αντίθετα, ως απλές ενδείξεις που προορίζονται να κινούν την προσοχή των τελωνειακών αρχών. Όταν, παρά την ύπαρξη μιας από αυτές τις ενδείξεις, δεν υπάρχει αμφιβολία σχετικά με την τιμή που έχει πράγματι καταβληθεί κατά την εισαγωγή και σχετικά με το γεγονός ότι η τιμή αυτή είναι υψηλότερη από την ελάχιστη τιμή — όπως φαίνεται να συμβαίνει στην υπόθεση των βύσσινων (C-353/93) — οι τελωνειακές αρχές οφείλουν να αποδέχονται την τιμή αυτή και δεν μπορούν να προβαίνουν στην ανακατασκευή της.
25.
Η κοινοτική νομοθεσία δεν διευκρινίζει ποια στοιχεία πρέπει να έχουν στη διάθεση τους οι τελωνειακές αρχές για να μπορούν να αμφισβητούν ότι η τιμή εισαγωγής που αναγράφεται στη διασάφηση είναι πραγματική ούτε ποια στοιχεία θα μπορούσε να επικαλεστεί ένας εισαγωγέας για να αποδείξει ότι η τιμή αυτή είναι πραγματική, στην περίπτωση που οι τελωνειακές αρχές το αμφισβητούν. Θα ήθελα να παρατηρήσω συναφώς ότι, σε μεταγενέστερους κανονισμούς ( 23 ), η Επιτροπή χρησιμοποίησε καλύτερη διατύπωση, αφενός απαιτώντας οι τελωνειακές αρχές να έχουν «βάσιμες αμφιβολίες» ( 24 ) και αφετέρου προβλέποντας διάφορες μεθόδους αποδείξεως της τηρήσεως της ελάχιστης τιμής κατά την εισαγωγή ( 25 ). Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η εφαρμοστέα κατά τον χρόνο των εισαγωγών κοινοτική νομοθεσία δεν περιελάμβανε καμία τέτοια διάταξη, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται, εφόσον είναι αναγκαίο, να εκτιμήσει, σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, τα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν προσκομίσει τόσο οι τελωνειακές αρχές όσο και ο εισαγωγέας και να κρίνει εάν υπήρχε ή όχι αμφιβολία σχετικά με το αν η τιμή κατά την εισαγωγή ήταν πραγματική, η οποία να επιτρέπει στις αρχές να ανακατασκευάσουν την τιμή αυτή.
Απαντήσεις στα υποβληθέντα ερωτήματα
26.
Η απάντηση στα ερωτήματα που έχουν υποβληθεί στην κρίση σας πρέπει να βασιστεί στις σκέψεις που προεκτέθηκαν. Αρχίζω με τα ερωτήματα που αφορούν την ερμηνεία των επίμαχων διατάξεων και των στοιχείων που μπορούν να χρησιμοποιούνται από τις αρμόδιες αρχές για τον προσδιορισμό ή την ανακατασκευή της τιμής κατά την εισαγωγή. Τα ερωτήματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των διατάξεων των κανονισμών, οι οποίες προβλέπουν ότι η ανακατασκευή αυτή είναι δυνατή στις περιπτώσεις που οι αρχές δεν είναι πεπεισμένες ότι η τιμή που αναγράφεται στη διασάφηση αντικατοπτρίζει την πραγματική τιμή εισαγωγής. Από την προαναφερόμενη απόφαση Dinter απορρέει ότι, στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή μπορεί εγκύρως να θεσπίζει αυτή τη μέθοδο ανακατασκευής. Πράγματι, με την απόφαση σας δεν δεχθήκατε την ανακατασκευή της τιμής (και την επιβολή εξισωτικής εισφοράς), σε περίπτωση που το εμπόρευμα είχε αγοραστεί από μεσάζοντα, ο οποίος δεν ήταν εγκατεστημένος στη χώρα καταγωγής του εμπορεύματος, αλλά ήταν βέβαιο ότι τόσο η τιμή που είχε καταβληθεί στον μεσάζοντα όσο και εκείνη που είχε εισπραχθεί κατά τη μεταπώληση ήταν υψηλότερες από την ελάχιστη τιμή. Ωστόσο, η απόφαση σας δεν αμφισβητεί τη νομιμότητα της κοινοτικής διατάξεως που προβλέπει την ανακατασκευή της τιμής, όταν υπάρχει αμφιβολία. Αντιθέτως, δεν αποκλείετε την είσπραξη της εξισωτικής εισφοράς (με βάση τιμή που έχει ανακατασκευασθεί) «όταν δεν είναι βέβαιο ότι τόσο η τιμή που έχει καταβληθεί στον μεσάζοντα όσο και η τιμή μεταπωλήσεως ήταν υψηλότερες από την ελάχιστη τιμή».
27.
Σε καθεμία από τις προκείμενες υποθέσεις, το εθνικό δικαστήριο μας ερωτά σχετικά με τη μέθοδο που πρέπει να χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό της τιμής κατά την εισαγωγή: οφείλουν οι αρχές να βασίζονται στα έγγραφα που αφορούν τις συναλλαγές μεταξύ εξαγωγέα και εισαγωγέα ή μπορούν να ανακατασκευάζουν τις τιμές κατά την εισαγωγή με βάση άλλες συναλλαγές τις οποίες γνωρίζουν και, ιδίως, την εξέλιξη της τιμής του προϊόντος στα μεταγενέστερα εμπορικά στάδια;
Όπως προανέφερα, η αποστολή των τελωνειακών αρχών είναι να περιγράφουν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα πραγματικά περιστατικά. Το πρώτο χρήσιμο στοιχείο είναι αναμφίβολα η διασάφηση του εισαγωγέα, αλλά εάν η διασάφηση αυτή δεν είναι ορθή, θα πρέπει να ανευρεθούν άλλα στοιχεία που να αποτελέσουν το σχετικό έρεισμα. Για την ανακατασκευή της τιμής που έχει συμφωνηθεί μεταξύ του πωλητή και του εισαγωγέα, οι αρχές είναι βέβαια δυνατόν να χρησιμοποιήσουν τα διάφορα λογιστικά έγγραφα και τις συμβάσεις που έχουν συναφθεί μεταξύ του εξαγωγέα και του εισαγωγέα ή μεταξύ άλλων προσώπων για τις ίδιες ή άλλες εισαγωγές, ανατρέχοντας, από την πλευρά του εξαγωγέα, μέχρι τον παραγωγό και, από την πλευρά του εισαγωγέα, μέχρι τον τελικό καταναλωτή.
Η μέθοδος που πρέπει να χρησιμοποιείται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση εξαρτάται όχι μόνο από τις πραγματικές συνθήκες, αλλά επίσης από το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο. Πράγματι, το κοινοτικό δίκαιο δεν καθιερώνει παρά μόνο την καταρχήν δυνατότητα η τιμή μεταπωλήσεως να λαμβάνεται ως αφετηρία για την ανακατασκευή της τιμής κατά την εισαγωγή. Κατά τα λοιπά, οι εθνικές διατάξεις και, ιδίως, οι κανόνες υπολογισμού της τιμής είναι εκείνοι που εξακολουθούν να τυγχάνουν εφαρμογής και που καθορίζουν πώς οι αρμόδιες αρχές μπορούν να χρησιμοποιούν την τιμή μεταπωλήσεως και τα άλλα στοιχεία που έχουν στη διάθεση τους για την ανακατασκευή της τιμής κατά την εισαγωγή. Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο κανονισμός της Επιτροπής συνιστά εν λευκώ εξουσιοδότηση προς τις εθνικές αρχές να ανακατασκευάζουν κατά την απόλυτη κρίση τους την τιμή κατά την εισαγωγή. Οι εν λόγω αρχές οφείλουν να τηρούν τους κανόνες του εθνικού τους δικαίου. Επιπλέον, οι εισαγωγείς απολαύουν της προστασίας των δικαστηρίων των κρατών μελών, ενώπιον των οποίων μπορούν να ασκούν προσφυγή, εάν αμφισβητούν την ορθότητα των χρησιμοποιούμενων μεθόδων ανακατασκευής και επιθυμούν τον έλεγχο τους.
Κατά την προφορική διαδικασία, η διάδικος Tracotex έθεσε το ερώτημα μήπως υπάρχει κίνδυνος η ελευθερία που παρέχεται στις αρχές των κρατών μελών όσον αφορά τη μέθοδο ανακατασκευής της τιμής να προκαλέσει εκτροπή των εμπορικών ροών. Εκ πρώτης όψεως, αυτό φαίνεται μάλλον απίθανο, δεδομένου ότι θα πρέπει να υποτεθεί ότι οι αρμόδιες αρχές έχουν αμφιβολίες σχετικά με τις περισσότερες από τις τιμές που έχουν δηλωθεί από τους εισαγωγείς και ότι οι μέθοδοι ανακατασκευής που εφαρμόζονται στα διάφορα κράτη μέλη διαφέρουν πολύ μεταξύ τους. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή διατηρεί πάντοτε τη δυνατότητα να προβεί σε περαιτέρω εναρμόνιση των μεθόδων ανακατασκευής, εάν διαπιστώσει μια τέτοιου είδους εκτροπή των ρευμάτων των συναλλαγών.
28.
Το εθνικό δικαστήριο ερωτά επίσης το Δικαστήριο σχετικά με το κύρος των διατάξεων αυτών, δεδομένου ότι «ο κανονισμός του Συμβουλίου δεν απονέμει στην Επιτροπή την εξουσία να παρέχει στις αρμόδιες εθνικές αρχές τόσο ευρεία διακριτική ευχέρεια για την επίλυση του ζητήματος αν η τιμή κατά την εισαγωγή είναι, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, υψηλότερη ή χαμηλότερη από την ελάχιστη τιμή εισαγωγής».
Όπως τόνισα ανωτέρω, η νομοθεσία που εφαρμόζεται στο πλαίσιο της οργανώσεως του τελωνειακού συστήματος είναι συγχρόνως κοινοτικής και εθνικής προελεύσεως ( 26 ). Το κοινοτικό δίκαιο και το εθνικό δίκαιο αλληλοσυμπληρώνονται, καθόσον το εθνικό δίκαιο εξακολουθεί να εφαρμόζεται σε όλους τους τομείς που δεν καλύπτονται από το κοινοτικό δίκαιο. Η εφαρμογή των εθνικών δικαίων εμπίπτει στην αρμοδιότητα των τελωνειακών αρχών των κρατών μελών. Οι εν λόγω αρχές οφείλουν προηγουμένως, μεταξύ άλλων, να ελέγχουν ή να διαπιστώνουν τα πραγματικά περιστατικά στα οποία εφαρμόζεται η νομοθεσία. Εφόσον η Επιτροπή, με τους κανονισμούς των οποίων αμφισβητείται το κύρος, απλώς και μόνο υπέδειξε μια μέθοδο υπολογισμού της τιμής η οποία ήδη ήταν γνωστή και χρησιμοποιούνταν από τους εθνικούς νομοθέτες, δεν τους απένειμε νέα αρμοδιότητα. Εάν τα εθνικά δίκαια δεν γνώριζαν αυτή τη μέθοδο υπολογισμού της τιμής, ο κανονισμός της Επιτροπής θα μπορούσε να είναι δικαιολογημένος, καθόσον θα συνιστούσε μηχανισμό εκτελέσεως αναγκαίο για την ορθή εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων σχετικά με την ελάχιστη τιμή κατά την εισαγωγή. Σε καμία από τις περιπτώσεις αυτές δεν ήταν απαραίτητη η παρέμβαση του Συμβουλίου. Δεν βλέπω, συνεπώς, για ποιο λόγο οι κανονισμοί της Επιτροπής είναι παράνομοι, καθόσον επιτρέπουν την ανακατασκευή της τιμής κατά την εισαγωγή σε περίπτωση αμφιβολίας σχετικά με το αν η τιμή που έχει δηλωθεί από τον εισαγωγέα είναι αληθινή.
29.
Ωστόσο, θα ήθελα να επαναλάβω, επειδή το θεωρώ σημαντικό, ότι το συμπέρασμα μου σχετικά με το κύρος των διατάξεων που έχουν υποβληθεί στην κρίση σας δεν αφορά παρά μόνο τη μέθοδο υπολογισμού για τον προσδιορισμό της τιμής κατά την εισαγωγή. Το συμπέρασμα αυτό δεν αφορά τις περιπτώσεις στις οποίες η εν λόγω μέθοδος μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Όπως έχω ήδη αναφέρει, η μέθοδος αυτή δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί παρά μόνο όταν υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με την τιμή που αναφέρεται στη διασάφηση. Όσον αφορά τις άλλες περιπτώσεις που προβλέπονται από τους κανονισμούς της Επιτροπής, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αμάχητα τεκμήρια περί της συνδρομής απάτης, αλλά μόνο ως απλές ενδείξεις (βλ. το σημείο 24 ανωτέρω).
30.
Όσον αφορά το ερώτημα που αφορά μόνο την υπόθεση C-353/93 (εισαγωγή βύσσινων), ανακύπτει το ζήτημα εάν το εθνικό δικαστήριο θα είχε θεωρήσει αναγκαία την ερμηνεία της φράσεως «από τον εξαγωγέα στη χώρα καταγωγής των προϊόντων», εάν είχε υπόψη την απόφαση σας στην υπόθεση Dinter. Ωστόσο, δεν είμαστε αρμόδιοι να κρίνουμε το ζήτημα αυτό. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται, ενόψει της αποφάσεως σας στην υπόθεση Dinter και των αποδεικτικών στοιχείων που έχουν προσκομίσει τόσο οι τελωνειακές αρχές όσο και ο εισαγωγέας, να εκτιμήσει εάν η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα εξακολουθεί να του είναι χρήσιμη.
Με βάση τη διατύπωση του κανονισμού 1626/85 και λαμβάνοντας υπόψη τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2237/85, κατά την οποία, «για να αποφευχθεί η μη καταβολή της ελάχιστης τιμής κατά την εισαγωγή, πρέπει να γίνονται δεκτά σαν αποδεικτικά στοιχεία μόνο τα τιμολόγια που εκδίδονται στη χώρα καταγωγής των σταφίδων», μου φαίνεται ότι η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά τον εξαγωγέα του οποίου η επιχείρηση εδρεύει στη χώρα καταγωγής του εμπορεύματος.
Οι κανονισμοί 2742/82 και 994/88 (υπόθεση C-351/93)
31.
Το ερώτημα σχετικά με τον κανονισμό 994/88 αφορά ειδικά την υπόθεση C-352/93, στην οποία η εισαγωγή των σταφίδων πραγματοποιήθηκε το 1984, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι το Δικαστήριο κήρυξε το εφαρμοστέο κατά τον χρόνο εκείνο νομοθετικό κείμενο, δηλαδή τον κανονισμό 2742/82, «άκυρο, καθόσον θεσπίζει εξισωτική εισφορά με σταθερό συντελεστή ίσο προς τη διαφορά μεταξύ της ελάχιστης τιμής και της χαμηλότερης τιμής στη διεθνή αγορά». Το εθνικό δικαστήριο ερωτά εάν ως νόμιμο έρεισμα για τον υπολογισμό εξισωτικής εισφοράς που επιβάλλεται για πρώτη φορά πρέπει να θεωρηθεί ο κανονισμός 994/88, που καθορίζει τα ποσά που επιστρέφονται στους εισαγωγείς.
32.
Όπως τονίζουν η Επιτροπή και η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, με την προαναφερθείσα απόφαση σας στην υπόθεση National Dried Fruit Trade Association, δεν ακυρώσατε τον κανονισμό 2742/82 στο σύνολο του, αλλά μόνο τη μέθοδο υπολογισμού και τη διάταξη περί σταθερού ποσού της εισφοράς. Κάνατε δεκτά τα επιχειρήματα των εισαγωγέων σταφίδας, οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι θα αρκούσε ο καθορισμός εισφοράς ίσης προς τη διαφορά μεταξύ της ελάχιστης τιμής και της τιμής εισαγωγής. Αυτή τη μέθοδο ακολούθησε η Επιτροπή με τον κανονισμό 994/88, δεδομένου ότι παραχώρησε δικαίωμα επιστροφής της διαφοράς μεταξύ, αφενός, της εισφοράς που εισπράχθηκε κατ' εφαρμογή του κανονισμού 2742/82 και, αφετέρου, του ποσού που προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ της ελάχιστης τιμής και της τιμής εισαγωγής.
Συνεπώς, έχω την εντύπωση ότι δεν θα έπρεπε να τίθεται κανένα πρόβλημα όσον αφορά την καταρχήν επιβολή εξισωτικής εισφοράς και τη μέθοδο υπολογισμού. Ο συνδυασμός των διατάξεων του κανονισμού 2742/82, μετά την ακύρωση του με την απόφαση σας στην υπόθεση National Dried Fruit Trade Association, και του κανονισμού 994/88 αποτελεί συναφώς επαρκή νομική βάση. Η εξισωτική εισφορά πρέπει να είναι ίση με τη διαφορά μεταξύ της ελάχιστης τιμής εισαγωγής και της διαπιστωθείσας τιμής εισαγωγής.
33.
Συνεπώς, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις:
Στην υπόθεση C-351/93:
«1)
Το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β', του κανονισμού (ΕΟΚ) 2237/85 της Επιτροπής, της 30ής Ιουλίου 1985, σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος ελάχιστης τιμής κατά την εισαγωγή για τις σταφίδες, σε συνδυασμό ιδίως με το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΟΚ) 426/86 του Συμβουλίου, της 24ης Φεβρουαρίου 1986, για την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών, έχει την έννοια ότι, όταν οι αρμόδιες αρχές έχουν αμφιβολίες για το αν η τιμή που δηλώνεται κατά τη θέση των εμπορευμάτων σε ελεύθερη κυκλοφορία αντιπροσωπεύει την πραγματική τιμή εισαγωγής, μπορούν, αφού καλέσουν τον εισαγωγέα να προσκομίσει περαιτέρω αποδείξεις περί της τηρήσεως της ελάχιστης τιμής κατά την εισαγωγή, να προβαίνουν στην ανακατασκευή της τιμής εισαγωγής χρησιμοποιώντας όλα τα στοιχεία τα οποία γνωρίζουν και τα οποία το εθνικό τους δίκαιο τους επιτρέπει να λαμβάνουν υπόψη.
2)
Από την εξέταση των υποβληθέντων ερωτημάτων δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β', του κανονισμού (EOK) 2237/85 της Επιτροπής, καθόσον το άρθρο αυτό επιτρέπει την ανακατασκευή της τιμής κατά την εισαγωγή σε περίπτωση αμφιβολίας για το ότι η τιμή που έχει δηλωθεί από τον εισαγωγέα είναι η πραγματική τιμή εισαγωγής.»
Στην υπόθεση C-352/93:
«1)
Οι διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2742/82 της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 1982, περί των προστατευτικών μέτρων που πρέπει να εφαρμοστούν στις εισαγωγές σταφίδας, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 994/88 της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 1988, συνιστούν το νόμιμο έρεισμα για τον υπολογισμό της εξισωτικής εισφοράς κατά την εισαγωγή σταφίδας, η οποία επιβλήθηκε για πρώτη φορά μετά την απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Φεβρουαρίου 1988 στην υπόθεση 77/86.
2)
Η εξισωτική εισφορά είναι ίση με τη διαφορά μεταξύ της ελάχιστης τιμής εισαγωγής και της διαπιστωθείσας τιμής εισαγωγής.
3)
Το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2742/82 της Επιτροπής έχει την έννοια ότι, όταν οι αρμόδιες αρχές έχουν αμφιβολίες για το αν η τιμή που δηλώνεται κατά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων αντιπροσωπεύει την πραγματική τιμή κατά την εισαγωγή, μπορούν, αφού καλέσουν τον εισαγωγέα να προσκομίσει περαιτέρω αποδείξεις περί της τηρήσεως της ελάχιστης τιμής κατά την εισαγωγή, να προβαίνουν στην ανακατασκευή της τιμής εισαγωγής χρησιμοποιώντας όλα τα στοιχεία τα οποία γνωρίζουν και τα οποία το εθνικό τους δίκαιο τους επιτρέπει να λαμβάνουν υπόψη.
4)
Από την εξέταση των υποβληθέντων ερωτημάτων δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2742/82 της Επιτροπής, καθόσον το άρθρο αυτό επιτρέπει την ανακατασκευή της τιμής κατά την εισαγωγή σε περίπτωση αμφιβολίας για το ότι η τιμή που έχει δηλωθεί από τον εισαγωγέα είναι η πραγματική τιμή εισαγωγής.»
Στην υπόθεση C-353/93:
«1)
Το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1626/85 της Επιτροπής, της 14ης Ιουνίου 1985, περί των προστατευτικών μέτρων που πρέπει να εφαρμοστούν στις εισαγωγές ορισμένων βύσσινων, σε συνδυασμό ιδίως με το άρθρο 18, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 426/86 του Συμβουλίου, έχει την έννοια ότι, όταν οι αρμόδιες αρχές έχουν αμφιβολίες για το αν η τιμή που δηλώθηκε κατά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων αντιπροσωπεύει την πραγματική τιμή κατά την εισαγωγή, μπορούν, αφού καλέσουν τον εισαγωγέα να προσκομίσει περαιτέρω αποδείξεις περί της τηρήσεως της ελάχιστης τιμής κατά την εισαγωγή, να προβαίνουν στην ανακατασκευή της τιμής εισαγωγής χρησιμοποιώντας όλα τα στοιχεία τα οποία γνωρίζουν και τα οποία το εθνικό τους δίκαιο τους επιτρέπει να λαμβάνουν υπόψη.
2)
Από την εξέταση των υποβληθέντων ερωτημάτων δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 1626/85 της Επιτροπής, καθόσον το άρθρο αυτό επιτρέπει την ανακατασκευή της τιμής κατά την εισαγωγή σε περίπτωση αμφιβολίας για το ότι η δηλωθείσα από τον εισαγωγέα τιμή είναι η πραγματική τιμή εισαγωγής.
3)
Το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 1626/85 της Επιτροπής έχει την έννοια ότι ως “εξαγωγέας στη χώρα από την οποία κατάγονται τα προϊόντα” νοείται ο εξαγωγέας του οποίου η επιχείρηση είναι εγκατεστημένη στη χώρα καταγωγής των προϊόντων.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Κανονισμός της Επιτροπής, της 11ης Νοεμβρίου 1988, που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2303/88 όσον αφορά τις εξισωτικές εισφορές που επιβάλλονται στις σταφίδες όταν δεν τηρείται η ελάχιστη τιμή εισαγωγής (ΕΕ L 307, σ. 26).
( 2 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/017, σ. 226. Την 1η Μαρτίου 1986 ο κανονισμός αυτός αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 426/86 του Συμβουλίου, της 24ης Φεβρουαρίου 1986, για την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών (ΕΕ L 49, σ. 1).
( 3 ) Κανονισμός περί καθορισμού των λεπτομερειών εφαρμογής των μέτρων διασφαλίσεως στον τομέα των μεταποιημένων προϊόντων με βάση τα οπωροκηπευτικά (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/017, σ. 251).
( 4 ) Κανονισμός της 13ης Οκτωβρίου 1982, περί των προστατευτικών μέτρων που πρέπει να εφαρμοστούν στις εισαγωγές σταφίδας (ΕΕ L 290, σ. 28).
( 5 ) Όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 936/84 της Επιτροπής, της 5ης Απριλίου 1984 (ΕΕ L 96, σ. 13).
( 6 ) Όπως τροποποιήθηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 936/84.
( 7 ) Απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 1988, National Dried Fruit Trade Association (Συλλογή 1988, σ. 757).
( 8 ) Απόφαση της 5ης Ιουλίου 1988, Central-Import Münster (Συλλογή 1988, σ. 3679).
( 9 ) Κανονισμός της 15ης Απριλίου 1988, σχετικά με την εφαρμογή εξισωτικής εισφοράς που προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2742/82 όσον αφορά τα μέτρα διασφαλίσεως που εφαρμόζονται κατά τις εισαγωγές σταφίδων (ΕΕ L 99, σ. 12).
( 10 ) Κανονισμός της 31ης Μαρτίου 1984, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 516/77 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων προϊόντων με βάση τα οπωροκηπευτικά και του κανονισμού (ΕΟΚ) 950/68 περί του κοινού δασμολογίου (ΕΕ L103, σ. 11).
( 11 ) Κανονισμός της 23ης Ιουλίου 1985 (ΕΕ L197, σ. 10).
( 12 ) Κανονισμός της 30ής Ιουλίου 1985 (ΕΕ L 209, σ. 24).
( 13 ) Η δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού προβλέπει ότι, «για να αποφευχθεί η μη καταβολή της ελάχιστης τιμής κατά την εισαγωγή, πρέπει να γίνονται δεκτά σαν αποδεικτικά στοιχεία μόνο τα τιμολόγια που εκδίδονται στη χώρα καταγωγής των σταφίδων».
( 14 ) Από τη δικογραφία που έχει διαβιβάσει το εθνικό δικαστήριο προκύπτει (έγγραφο 9-5) ότι πρόκειται για την εταιρία αυστριακού δικαίου Kraus und Kraus, η οποία εμπλέκεται επίσης στην υπόθεση Dimer, επί της οποίας έχει αποφανθεί το Δικαστήριο και για την οποία θα γίνει λόγος κατωτέρω.
( 15 ) Βλ. στο σημείο 5.
( 16 ) Κανονισμός της 14ης Ιουνίου 1985, περΟ των προστατευτικών μέτρων που πρέπει να εφαρμοστούν στις εισαγωγές ορισμένων βύσσινων (ΕΕ L156, σ. 13).
( 17 ) Οδηγία 79/695/EOK του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί εναρμονίσεως των διαδικασιών θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 262) βλ. επίσης την οδηγία 82/57/EOK της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 1981, περί καθορισμού ορισμένων διατάξεων εφαρμογής της οδηγίας 79/695/EOK του Συμβουλίου, περί εναρμονίσεως των διαδικασιών θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων (ΕΕ 1982, L 28, σ. 38).
( 18 ) Κανονισμός (EOK) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του κώδικα, «η τελωνειακή νομοθεσία συνίσταται στον παρόντα κώδικα και στις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή του σε κοινοτικό ή σε εθνικό επίπεδο.»
( 19 ) Βλ. τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 936/84 καθώς και τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2237/85, που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 13.
( 20 ) Απόφαση της 2ας Αυγούστου 1993, C-81/92, Dinter (Συλλογή 1993, σ. I-4601).
( 21 ) Σε αντίθεση, επομένως, προς τις προκείμενες υποθέσεις, η τιμή εισαγωγής δεν ανασυντέθηκε με βάση την τιμή μεταπωλήσεως μετά την εισαγωγή, αλλά με βάση την αρχική τιμή που είχε καταβληθεί από τον μεσάζοντα στον εξαγωγέα της χώρας καταγωγής.
( 22 ) Σκέψη 18 της αποφάσεως.
( 23 ) Πρόκειται για τους κανονισμούς (EOK) 2053/89 της Επιτροπής, της 10ης Ιουλίου 1989, περί θεσπίσεως λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του συστήματος ελάχιστης τιμής κατά την εισαγωγή ορισμένων μεταποιημένων κερασιών (ΕΕ L195, σ. 11), και (EOK) 2054/89 της Επιτροπής, της 10ης Ιουλίου 1989, περί θεσπίσεως λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του συστήματος ελάχιστης τιμής κατά την εισαγωγή σταφίδων (ΕΕ L195, σ. 14). Οι κανονισμοί αυτοί είναι σχεδόν πανομοιότυποι
( 24 ) Βλ. το άρθρο 6, παράγραφος 1, εκάστου των κανονισμών αυτών, κατά το οποίο, «όταν οι τελωνειακές αρχές έχουν βάσιμες αμφιβολίες ως προς το γεγονός ότι η τιμή που εμφαίνεται στη δήλωση για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία αντικατοπτρίζει την πραγματική τιμή κατά την εισαγωγή, απαιτούν από τον εισαγωγέα να προσκομίσει, σε προθεσμία έξι μηνών, την απόδειξη ότι το προϊόν έχει διατεθεί με όρους που εγγυώνται ότι έχει τηρηθεί η ελάχιστη τιμή κατά την εισαγωγή (...)».
( 25 ) Το άρθρο 7 εκάστου των κανονισμών αυτών έχει ως εξής: «1. Η ελάχιστη τιμή κατά την εισαγωγή θεωρείται ότι έχει τηρηθεί εφόσον ο εισαγωγέας προσκομίζει την απόδειξη, ως προς το 95 % τουλάχιστον της εισαγομένης παρτίδας, ότι το προϊόν πωλήθηκε ως έχει στους τελικούς χρήστες κατόπιν συσκευασίας, απευθείας ή μέσω εμπορικών μεσαζόντων, σε τιμή τουλάχιστον ίση με την ελάχιστη τιμή κατά την εισάγωνή 2. Εφόσον δεν είναι δυνατό να προσκομιστούν οι αποδείξεις που προέρχονται από τον τελικό χρήστη παρά τις ενέργειες εκ μέρους του εισαγωγέα, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να δεχθούν άλλες αποδείξεις που δικαιολογούν ότι το προϊόν πωλήθηκε με όρους που δείχνουν ότι έχει τηρηθεί η ελάχιστη τιμή.»
( 26 ) Βλ., ιδίως, το άρθρο 1 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 18.
Full & Egal Universal Law Academy