Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1 Με διάταξη της 21ης Ιανουαρίου 1993, το Corte suprema di cassazione της Ιταλίας υπέβαλε στο Δικαστήριο ένα ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (1) (στο εξής: Σύμβαση) στο πλαίσιο διαφοράς της οποίας τα πραγματικά περιστατικά μπορούν να συνοψιστούν ως εξής.
2 Τον Απρίλιο 1987 ο Antonio Marinari, κάτοικος Ιταλίας, κατέθεσε προς φύλαξη στο υποκατάστημα της Lloyd's Bank του Μάντσεστερ (έδρα της τράπεζας αυτής είναι το Λονδίνο) ορισμένα αξιόγραφα εις διαταγήν («promissory notes») αξίας 752 500 000 δολαρίων ΗΠΑ (US$), τα οποία είχαν εκδοθεί από την Επαρχία Negros Oriental της Δημοκρατίας των Φιλιππίνων υπέρ της εταιρίας Zubaidi Trading Company της Βηρυτού. Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι οι υπάλληλοι της τράπεζας, αφού παραβίασαν τον φάκελο, αρνήθηκαν να επιστρέψουν τα αξιόγραφα στον δικαιούχο και ειδοποίησαν την αστυνομία για την ύπαρξη των αξιογράφων αυτών, τα οποία ήσαν, κατ' αυτούς, ύποπτης προελεύσεως, πράγμα που οδήγησε στη σύλληψη του ενάγοντος της κύριας δίκης και στη συντηρητική κατάσχεση των αξιογράφων.
3 Ο Μarinari, αφού η αγγλική δικαιοσύνη τον απάλλαξε από κάθε κατηγορία, ενήγαγε τη Lloyd's Bank ενώπιον του Tribunale di Pisa και ζητεί την επιδίκαση αποζημιώσεως για τη ζημία που υπέστη λόγω της συμπεριφοράς των υπαλλήλων του πιστωτικού αυτού ιδρύματος. Όπως διευκρίνισε ο δικηγόρος του κατά την προφορική διαδικασία, ο ενάγων δεν ζητεί να του επιστραφούν τα αξιόγραφα, αλλά να υποχρεωθεί η τράπεζα να του καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 795 500 000 US$, στο οποίο περιλαμβάνονται αφενός η αξία των αξιογράφων αυτών και αφετέρου ένα ποσό 43 000 000 US$ για τους τόκους που δικαιούται και τις δαπάνες και ζημίες που υπέστη.
4 Η Lloyd's Bank προέτεινε ένσταση ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας του ιταλικού δικαστηρίου, ισχυριζόμενη ότι η ζημία, η οποία θεμελιώνει την κατά τόπο αρμοδιότητα, είχε επέλθει στην Αγγλία. Ο Μarinari, υποστηριζόμενος από την εταιρία Zubaidi, ζήτησε από το Corte suprema di cassazione να αποφανθεί επί του προκριματικού αυτού ζητήματος της διεθνούς δικαιοδοσίας.
5 Προς τούτο το ανώτατο αυτό εθνικό δικαστήριο υποβάλλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Κατά την εφαρμογή του κανόνα περί διεθνούς δικαιοδοσίας που περιέχεται στο άρθρο 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, όπως έχει ερμηνευθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου της 30ής Νοεμβρίου 1976 στην υπόθεση 21/76, νοείται ως "τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός" μόνον ο τόπος όπου προκλήθηκε υλική ζημία σε πρόσωπα ή πράγματα ή και ο τόπος όπου επήλθε η περιουσιακή ζημία του ενάγοντος;»
6 Πριν προβώ σε οποιαδήποτε ανάλυση της διατάξεως στην οποία αναφέρεται το ερώτημα αυτό, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον υπάρχει αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, αν ληφθούν υπόψη οι περιστάσεις υπό τις οποίες υποβλήθηκε η παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
7 Ενώπιον του Corte suprema di cassazione δεν έχει υποβληθεί αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως κατώτερου δικαστηρίου, αλλά αίτηση βάσει του άρθρου 41 του ιταλικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το οποίο ορίζει ότι κάθε διάδικος μπορεί, σε περίπτωση αμφισβητήσεως της δικαιοδοσίας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της υποθέσεως, να ζητήσει από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την αναστολή της διαδικασίας μέχρις ότου το ανώτατο δικαστήριο αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού.
8 Μολονότι είναι αναμφισβήτητο ότι το Corte suprema di cassazione αποτελεί δικαστήριο, υπό την έννοια του άρθρου 2, σημείο 1, του Πρωτοκόλλου, εντούτοις δεν καλείται να εκδώσει άμεσα απόφαση, καθόσον αρμόδιο για την εκδίκαση της διαφοράς εξακολουθεί να είναι το Tribunale di Pisa, το οποίο δεν αποτελεί δικαστήριο, υπό την έννοια του Πρωτοκόλλου, αφού δεν δικάζει ούτε σε δεύτερο βαθμό ούτε στο πλαίσιο διαδικασίας προβλεπόμενης από το άρθρο 37 της Συμβάσεως.
9 Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι το άρθρο 3, σημείο 1, του Πρωτοκόλλου, επί του οποίου προφανώς βασίζεται το Corte suprema di cassazione, ορίζει τα εξής:
«Aν θέμα ερμηνείας της Συμβάσεως και των άλλων κειμένων που αναφέρονται στο άρθρο 1 ανακύψει στο πλαίσιο υποθέσεως που είναι εκκρεμής σε δικαστήριο από τα μνημονευόμενα στο άρθρο 2, σημείο 1, το δικαστήριο αυτό, εφόσον κρίνει ότι απόφαση για το θέμα είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του αποφάσεως, υποχρεούται να ζητήσει από το Δικαστήριο να αποφανθεί σχετικά.»
10 Εντούτοις, επιβάλλεται κατ' ανάγκη η διαπίστωση ότι, όταν το ανώτατο αυτό δικαστήριο αποφαίνεται βάσει του άρθρου 41 του ιταλικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, η εκδιδόμενη απόφαση αποτελεί απάντηση σε προδικαστικό ερώτημα ως προς το εθνικό δίκαιο, ερώτημα για το οποίο αρμόδιο είναι μόνο το δικαστήριο αυτό, η απόφαση του οποίου δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα.
11 Επ' αυτού ο Mandrioli αναφέρει τα εξής στο έργο του Corso di diritto processuale civile (2):
«(...) l'istanza di regolamento non apre affatto un nuovo grado di giudizio, ma apre solo una parentesi che si inserisce nell'ambito del giudizio di primo grado. Chiusa questa parentesi, il giudizio prosegue sui suoi normali binari; la pronuncia sulla giurisdizione appartiene alla sentenza di primo grado anche se, naturalmente, questa parte della sentenza non θ piω impugnabile» (3).
12 Φρονώ συνεπώς ότι το Δικαστήριο πρέπει να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα, καθόσον έχει υποβληθεί νομοτύπως.
13 Το ερώτημα αυτό αφορά ουσιαστικά το αν πρέπει, για την εξακρίβωση υπάρξεως διεθνούς δικαιοδοσίας βάσει του άρθρου 5, σημείο 3, να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνο τα άμεσα αποτελέσματα του γεγονότος που αποτελεί την αιτία της ζημίας (η υλική ζημία που προξενείται σε πρόσωπα ή πράγματα), αλλά και οι επιζήμιες συνέπειες που έχουν τα αποτελέσματα αυτά για την περιουσία του ενάγοντος (περιουσιακή ζημία).
14 Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι, πέραν της υποθέσεως Shevill (4), επί της οποίας επίκειται η έκδοση αποφάσεως και επί της οποίας ανέπτυξα τις προτάσεις μου στις 14 Ιουλίου 1994, την ανωτέρω διάταξη αφορούσαν επίσης, όσον αφορά την έννοια «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός», δύο αποφάσεις του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα η απόφαση Mines de potasse d'Alsace και η απόφαση Dumez France και Tracoba (5).
15 Με την πρώτη από τις ανωτέρω αποφάσεις, η οποία αφορούσε διαφορά σχετική με διασυνοριακή ρύπανση, υπεύθυνη για την οποία είχε θεωρηθεί μια γαλλική επιχείρηση εγκατεστημένη στη Γαλλία και η οποία ζημίωνε ανθοκόμο εγκατεστημένο στις Κάτω Ξώρες, το Δικαστήριο καθιέρωσε μια αυτοτελή έννοια του «τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός».
16 Το Δικαστήριο τόνισε ότι οι ειδικές βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπει το άρθρο 5 στηρίζονται
«(...) στη σκέψη ότι σε σαφώς καθορισμένες περιπτώσεις υπάρχει ιδιαίτερα στενός σύνδεσμος μεταξύ της διαφοράς και του δικαστηρίου που μπορεί να κληθεί να επιληφθεί αυτής, τούτο δε χάριν της αποτελεσματικής εκδικάσεώς της» (6),
χωρίς όμως να αποφανθεί επί της ανάγκης προστασίας του ζημιωθέντος.
17 Το Δικαστήριο αποφάνθηκε επίσης ότι η έννοια «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» καλύπτει
«(...) τον τόπο όπου επήλθε η ζημία και τον τόπο του ζημιογόνου γεγονότος» (7).
18 Οι θεωρητικοί του δικαίου διχάστηκαν σχετικά με το σκεπτικό της αποφάσεως αυτής και τη δοθείσα λύση. Θα ήθελα να υπενθυμίσω, χωρίς να εισέλθω στις λεπτομέρειες μιας συζητήσεως που δεν είναι πλέον επίκαιρη, ότι ο Droz (8) είχε ασκήσει κριτική κατά της αποφάσεως αυτής, με το σκεπτικό ότι επέτρεπε στους «δευτερευόντως» παθόντες να προσφεύγουν στο δικαστήριο της περιφέρειας της κατοικίας τους, δηλαδή ότι καθιέρωνε κατά κάποιο τρόπο τη «δωσιδικία της κατοικίας του ενάγοντος». Οι Gothot και Holleaux (9) δεν προσέδιδαν τέτοιο περιεχόμενο στην απόφαση αυτή, αλλά θεωρούσαν αντίθετα ότι αφορούσε μόνο
«(...) τις περιπτώσεις στις οποίες, ευθύς εξαρχής, το ζημιογόνο γεγονός έχει αυτοτέλεια έναντι της πρώτης υλικής εμφανίσεως της ζημίας» (10).
19 Στην υπόθεση Dumez δόθηκε ακριβώς η ευκαιρία στο Δικαστήριο να επιλύσει με την απόφασή του την ανωτέρω έριδα.
20 Θα ήθελα καταρχάς να υπενθυμίσω τα πραγματικά περιστατικά. Δύο γαλλικές μητρικές εταιρίες είχαν εναγάγει στη Γαλλία ορισμένες γερμανικές τράπεζες, ζητώντας αποζημίωση για τη ζημία που είχαν υποστεί λόγω της πτωχεύσεως των δύο γερμανικών θυγατρικών τους εταιριών, στις οποίες είχε ανατεθεί στη Γερμανία η πραγματοποίηση πράξεων επί ακινήτων, επειδή η πτώχευση αυτή ήταν, κατά τις γαλλικές εταιρίες, το αποτέλεσμα της διακοπής των εργασιών την οποία προκάλεσε η καταγγελία από τις γερμανικές τράπεζες της συμφωνίας περί χορηγήσεως δανείου στον εργολάβο.
21 Στην υπόθεση εκείνη είχα προτείνει στο Δικαστήριο να απορρίψει την αντίληψη ότι υφίσταται διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου του τόπου όπου επέρχεται η ζημία του «εξ αντανακλάσεως» ζημιουμένου. Το Δικαστήριο δέχτηκε την πρότασή μου αυτή και αποφάνθηκε ως εξής:
«Ο κανόνας διεθνούς δικαιοδοσίας, ο οποίος περιέχεται στο άρθρο 5, σημείο 3, της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 (...) δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει στον ενάγοντα που επικαλείται ζημία, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, αποτελεί συνέπεια της ζημίας που υπέστησαν άλλα πρόσωπα που ζημιώθηκαν άμεσα από το ζημιογόνο γεγονός, να εναγάγει τον υπαίτιο του γεγονότος αυτού ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου στον οποίο διαπίστωσε ο ίδιος την περιουσιακή του ζημία» (11).
22 Ας το πούμε καθαρά: το ότι δεν υφίσταται δωσιδικία του τόπου όπου προσδιορίζεται το ύψος της ζημίας - δηλαδή του τόπου όπου εμφανίζεται η ζημία και όχι του τόπου όπου επήλθε - ισχύει εξίσου τόσο για τον άμεσα όσο και για τον έμμεσα ζημιωθέντα και δεν καθιερώνεται εκ νέου διεθνής δικαιοδοσία βάσει του τόπου κατοικίας του ενάγοντος, την οποία ακριβώς η Σύμβαση θέλησε να αποκλείσει με το άρθρο 3.
23 Την άποψη αυτή είχε ήδη υποστηρίξει ο γενικός εισαγγελέας Warner με τις προτάσεις που ανέπτυξε στην υπόθεση Rόffer (12):
«Ποτέ όμως δεν προβλήθηκε (...) και ακόμη λιγότερο κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι ο τόπος επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος μπορούσε να είναι ο τόπος, όπου η προσφεύγουσα εταιρία είχε την έδρα της, ή έστω ο τόπος όπου καθορίστηκε το ποσό της ζημίας που προκλήθηκε από τη δραστηριότητά της» (13).
24 Με την ανάλυση αυτή συμφωνούσαν εξάλλου τα εθνικά δικαστήρια, όταν καλούνταν να αποφανθούν επί της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου της περιφέρειας του τόπου εντός του οποίου είχε εκδηλωθεί η οικονομική ζημία που ήταν επακόλουθο της αρχικής ζημίας. Έχω ήδη εξετάσει τις αποφάσεις που έχουν εκδώσει συναφώς ορισμένα δικαστήρια συμβαλλομένων κρατών και θα αρκεστώ επ' αυτού να παραπέμψω στα σημεία 20 έως 24 των προτάσεων που ανέπτυξα στην υπόθεση Dumez.
25 Ούτε βέβαια μπορεί, αντίθετα από τους ισχυρισμούς του ενάγοντος της κύριας δίκης, να στηριχθεί καμία διαφορετική ερμηνεία επί της αποφάσεως Mines de potasse d'Alsace, όπου έγινε δεκτό ότι
«(...) όταν ο τόπος όπου επήλθε το γεγονός που μπορεί να επισύρει ευθύνη εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας δεν συμπίπτει με τον τόπο όπου επήλθε η ζημία λόγω του γεγονότος αυτού, ο όρος "τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός" (...) έχει την έννοια ότι αναφέρεται ταυτόχρονα και στον τόπο όπου επήλθε η ζημία και στον τόπο του ζημιογόνου γεγονότος».
26 Η ανωτέρω υπόθεση αφορούσε «σύνθετο γεγονός», καθόσον το ζημιογόνο γεγονός και οι επιζήμιες συνέπειες ανάγονταν, ευθύς εξαρχής, σε δύο διαφορετικά συμβαλλόμενα κράτη. Αντίθετα, στην προκειμένη υπόθεση, όπως ορθά τόνισε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, τόσο το ζημιογόνο γεγονός (δηλαδή η επικρινόμενη συμπεριφορά των υπαλλήλων της Lloyd's Bank) όσο και η αρχική ζημία (κατάσχεση των αξιογράφων και φυλάκιση) επήλθαν στη Μεγάλη Βρετανία. Στην Ιταλία ο ενδιαφερόμενος υπέστη ενδεχομένως μόνο τη συνακόλουθη (οικονομικής φύσεως) ζημία.
27 Βρισκόμαστε συνεπώς ενώπιον μιας ιδιαίτερης καταστάσεως, καθόσον το ζημιογόνο γεγονός και οι άμεσες επιζήμιες συνέπειες έχουν σχέση με μία μόνο επικράτεια και οι αρχικές αυτές ζημίες προκάλεσαν μείωση της περιουσίας του ζημιωθέντος σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος.
28 Μολονότι το Δικαστήριο δεν έχει κληθεί να επιλύσει άμεσα το ζήτημα αυτό, οι προαναφερθείσες αποφάσεις εμπεριέχουν αναμφισβήτητα τα στοιχεία της απαντήσεως που πρέπει να δοθεί εν προκειμένω, αφού και στην παρούσα υπόθεση υφίσταται η διάκριση μεταξύ του τόπου όπου επήλθε η ζημία και του τόπου όπου την υφίσταται ο ζημιούμενος, διάκριση που είναι πρωταρχική για τον καθορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας.
29 Το Δικαστήριο, με την πρώτη από τις σχετικές αποφάσεις του, έκρινε κρίσιμη, προκειμένου να προσδιοριστεί το αρμόδιο δικαστήριο, την επελθούσα ζημία και μόνο. Με την απόφαση Dumez, το Δικαστήριο τάχθηκε ακόμη σαφέστερα, κατά την άποψή μου, κατά της δυνατότητας να λαμβάνονται υπόψη οι μετέπειτα οικονομικές συνέπειες, αφού αναφέρθηκε στον «τόπο όπου εκδηλώθηκε η αρχική ζημία» (14), δηλαδή στον τόπο επελεύσεώς της.
30 Αν όμως γινόταν δεκτό ότι διεθνή δικαιοδοσία έχει το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου διαπιστώθηκε η περιουσιακή ζημία, δεν θα λαμβανόταν υπόψη η ιδιαιτερότητα του τόπου επελεύσεως ως κριτηρίου που θεμελιώνει τη διεθνή δικαιοδοσία, εφόσον ο τόπος αυτός θα εξομοιωνόταν προς τον τόπο όπου ο ζημιούμενος υφίσταται τη ζημία.
31 Η διεύρυνση αυτή θα κατέληγε συνεπώς στην αποδοχή της δωσιδικίας του ενάγοντος, αφού το θύμα υφίσταται κατά κανόνα τη ζημία στον τόπο ακριβώς της κατοικίας του. Είναι προφανές ότι το αποτέλεσμα αυτό είναι πλήρως ασυμβίβαστο προς το άρθρο 5 της Συμβάσεως, ο σκοπός του οποίου εξυπηρετεί, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, την ανάγκη ορθής απονομής της δικαιοσύνης.
32 Κατά συνέπεια, η λύση αυτή αντίκειται προς το πνεύμα της Συμβάσεως. Αντίθετα, η λύση που προτείνω στο Δικαστήριο είναι σύμφωνη με τη λογική και τις κατευθυντήριες γραμμές της νομολογίας του.
33 Θα ήθελα κατ' αρχάς να υπενθυμίσω ότι
«(...) οι "ειδικές δωσιδικίες" που απαριθμούνται στα άρθρα 5 και 6 της Συμβάσεως συνιστούν αποκλίσεις από την αρχή της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του κράτους της κατοικίας του εναγομένου και, συνεπώς, πρέπει να ερμηνευθούν συσταλτικώς» (15).
34 Αν, προκειμένου να καθοριστεί η διεθνής δικαιοδοσία, λαμβανόταν υπόψη η οικονομική ζημία που αποτελεί επακόλουθο της αρχικής ζημίας, τούτο θα ήταν διαμετρικά αντίθετο προς τον σκοπό αυτό.
35 Η κυριότερη αντίρρηση όμως κατά της λύσεως αυτής είναι ότι θα ευνοούσε τον πολλαπλασιασμό των συντρεχουσών δωσιδικιών, ενώ το Δικαστήριο τόνισε με την απόφαση Effer (16) ότι
«(...) η Σύμβαση προβλέπει σύνολο κανόνων, οι οποίοι έχουν ως στόχο, μεταξύ άλλων, να εμποδίσουν την ταυτόχρονη σώρευση εκκρεμών δικών εντός δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών και επιτρέπουν, προς το συμφέρον της ασφαλείας του δικαίου και των διαδίκων, τον καθορισμό του εθνικού δικαστηρίου το οποίο είναι το πλέον αρμόδιο κατά τόπο για να επιληφθεί μιας διαφοράς» (17).
36 Αυτή η μέριμνα αποφυγής του πολλαπλασιασμού αυτού, ο οποίος υποκρύπτει τον κίνδυνο «κατατμήσεως» της διεθνούς δικαιοδοσίας, εκφράστηκε εκ νέου με την απόφαση Dumez, με την οποία το Δικαστήριο δέχτηκε τα εξής:
«(...) είναι αναγκαίο να αποφεύγεται ο πολλαπλασιασμός των αρμοδίων δικαστηρίων, πράγμα το οποίο οξύνει τους κινδύνους εκδόσεως ασυμβίβαστων μεταξύ τους αποφάσεων (...) μη αναγνωρίσεως ή μη εκτελέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 27, σημείο 3, της Συμβάσεως» (18).
37 Κατά συνέπεια, η λύση που προτείνω στο Δικαστήριο δεν αναιρεί τη λύση που δόθηκε με την απόφαση Dumez, αλλά αντίθετα αποτελεί τη φυσιολογική προέκτασή της.
38 Η Gaudement-Tallon, σχολιάζοντας την απόφαση εκείνη (19), υποστηρίζει τα εξής:
«Η απόφαση Dumez, με την οποία δεν γίνεται δεκτή η δικαιοδοσία των δικαστηρίων του τόπου κατοικίας των εμμέσως ζημιωθέντων και με την οποία λαμβάνεται υπόψη μόνον η άμεση ζημία, αφού χρησιμοποιούνται οι εκφράσεις "τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός" και "τόπος όπου εκδηλώθηκε η αρχική ζημία" (βλ. σκέψεις 10, 15, 20 και 21), επιτρέπει τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι δικαιοδοσία μπορεί να έχει μόνο το δικαστήριο του τόπου όπου εμφανίστηκε η πρώτη ζημία. Το Δικαστήριο βέβαια αποφαίνεται εδώ μόνο σε σχέση με εμμέσως ζημιωθέντα, αλλά δεν υπάρχει κανείς λόγος να δοθεί διαφορετική απάντηση, όταν πρόκειται για τη ζημία που επέρχεται στον άμεσα ζημιούμενο και έχει μετέπειτα άλλες επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες εμφανίζονται συνήθως στον τόπο κατοικίας του ζημιουμένου.
Κατά συνέπεια, δεν τίθεται το ζήτημα του τόπου στον οποίο ο ζημιούμενος υφίσταται τη ζημία, αφού ο πρωταρχικός σκοπός της Συμβάσεως δεν συνίσταται στην προστασία του ζημιουμένου, πράγμα που θα μπορούσε να οδηγήσει στην καθιέρωση της δωσιδικίας του ενάγοντος» (20).
39 Συμφωνώ πλήρως με την ανωτέρω ανάλυση, την οποία εξάλλου ανέπτυξα με τις προτάσεις μου στην υπόθεση Dumez (21).
40 Επιπλέον, την άποψη αυτή συμμερίζεται πλήρως η κρατούσα θεωρία.
41 Ο Ηuet (22) φρονεί επίσης, έστω και αν διατυπώνει την άποψή του ως ερώτημα, ότι οι συνέπειες της αποφάσεως Dumez δεν αφορούν μόνο την περίπτωση του «εξ αντανακλάσεως» ζημιουμένου:
«μήπως το Δικαστήριο εννοεί επίσης ότι, όταν ο εμμέσως ζημιούμενος υφίσταται διαδοχικές ζημίες, κυρίως οικονομικής φύσεως, ως συνέπεια της αρχικής ζημίας, τη διεθνή δικαιοδοσία θεμελιώνει μόνον ο τόπος της αρχικής αυτής ζημίας;» (23)
42 Ούτε η βρετανική θεωρία δέχεται την απονομή διεθνούς δικαιοδοσίας στο δικαστήριο του τόπου εμφανίσεως των μετέπειτα οικονομικών ζημιών. Για παράδειγμα, ο Collins υποστηρίζει τα εξής:
«Μολονότι ο ενάγων ενδέχεται κατά κάποιον τρόπο να υφίσταται την οικονομική ζημία στον τόπο της έδρας της επιχειρήσεώς του, τούτο δεν αρκεί για την απονομή διεθνούς δικαιοδοσίας στα δικαστήρια του τόπου αυτού, διότι τούτο θα σήμαινε ότι η έδρα της επιχειρήσεως του ενάγοντος θα καθίστατο, αυτομάτως σχεδόν, νέα βάση διεθνούς δικαιοδοσίας» (24).
43 Ομοίως οι Ο'Malley και Layton υποστηρίζουν τα εξής:
«Στην περίπτωση αυτή πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ των οικονομικών συνεπειών της ζημίας και της ίδιας της ζημίας (η διάκριση αυτή δεν είναι βέβαια εύκολη, όταν πρόκειται για αδικοπραξίες οικονομικής φύσεως) και ο τόπος όπου βρίσκεται η περιουσία ή το πρόσωπο που υφίσταται τη ζημία λόγω του ζημιογόνου γεγονότος δεν είναι κατ' ανάγκη ο τόπος της ζημίας» (25).
44 Προς την άποψη αυτή συγκλίνουν και οι Γερμανοί θεωρητικοί του δικαίου - είναι δε αξιοσημείωτο ότι η άποψη που υποστήριξε η Γερμανική Κυβέρνηση στην παρούσα υπόθεση είναι διαφορετική - και συγκεκριμένα ο Kropholler (26), ο οποίος τονίζει ότι η αναγνώριση διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων στην περιφέρεια των οποίων επέρχονται οι μετέπειτα ζημίες ενέχει τον κίνδυνο παροχής στον ενάγοντα της δυνατότητας να επιλέγει τη συμφερότερη γι' αυτόν δωσιδικία.
45 Ο συγγραφέας αυτός εκθέτει συγκεκριμένα τα εξής:
«Es spricht viel dafόr, den Ort des (weiteren) Schadenseintritts nach erfolgter Rechtsgutverletzung fόr die Zustδndigkeitsbegrόndung nicht ausreichen zu lassen. Denn sonst wόrde die Deliktszustδndigkeit auf Kosten des in Art. 2 verankerten Grundsatzes des Beklagtenwohnsitzes stark ausgedehnt und einem Klδgergerichtsstand angenδhert» (27).
46 Επιπλέον είναι αξιοσημείωτο ότι, ακόμη και οι ερμηνευτές του δικαίου, κατά τους οποίους το άρθρο 5, σημείο 3, στηρίζεται στην ανάγκη προστασίας του ζημιωθέντος ή του θύματος (28), ουδόλως υποστηρίζουν ότι η διάταξη αυτή θεμελιώνει τη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του τόπου της μετέπειτα ζημίας. Για παράδειγμα, ο Bourel (29) εκθέτει τα εξής:
«Συνεπώς, από την ανάλυση τόσο της θεωρίας όσο και της νομολογίας προκύπτει αναμφισβήτητα ότι ως "τόπος της ζημίας" νοείται, όσον αφορά τη δωσιδικία της αδικοπραξίας, ο τόπος όπου επέρχεται η ζημία την οποία υφίσταται αμέσως το (άμεσο ή εξ αντανακλάσεως) θύμα κατά την επέλευση του γενεσιουργού γεγονότος, χωρίς να χρειάζεται να ληφθούν υπόψη οι επιπτώσεις ή οι συνέπειες της ζημίας αυτής, οι οποίες ενδεχομένως εμφανίζονται σε διαφορετικό τόπο, π.χ. στον τόπο κατοικίας του ενάγοντος» (30).
47 Ο ζημιωθείς θα μπορούσε δηλαδή να επιλέξει για την άσκηση της αγωγής του, πέραν του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας του εναγομένου, το δικαστήριο του τόπου επελεύσεως του γενεσιουργού γεγονότος ή το δικαστήριο του τόπου επελεύσεως της ζημίας ή το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου διαπιστώθηκε η ζημία, όπου δηλαδή την υπέστη μετέπειτα ο ζημιωθείς, πράγμα που θα ενθάρρυνε αναπόφευκτα τον ενάγοντα να επιλέξει τη συμφερότερη δωσιδικία.
48 Κατά συνέπεια, φρονώ ότι το άρθρο 5, σημείο 3, της Συμβάσεως δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο υφιστάμενος ζημία οικονομικής φύσεως, η οποία αποτελεί τη συνέπεια της αρχικής ζημίας που επήλθε εντός άλλου συμβαλλομένου κράτους, μπορεί να εναγάγει τον φερόμενο ως δράστη ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου όπου υφίσταται ο ίδιος τη ζημία αυτή.
49 Προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
«Το άρθρο 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει στον ενάγοντα, ο οποίος επικαλείται οικονομικής φύσεως ζημία η οποία αποτελεί επακόλουθο της αρχικής ζημίας που επήλθε εντός άλλου συμβαλλόμενου κράτους, να εναγάγει τον εναγόμενο ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου ο ίδιος υπέστη τη ζημία αυτή.»
1 Λόγω της επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας και για τυχαίους λόγους που αφορούν τον χρόνο εκδικάσεως των υποθέσεων, πρέπει και πάλι, όπως και στην υπόθεση C-68/93, Shevill κ.λπ. κατά Presse Alliance, να διατυπώσω την άποψή μου μετά την απαγγελία των προτάσεων του προκατόχου μου.
2 υΟπως και στην υπόθεση εκείνη, έτσι και εδώ θα διατυπώσω συντομότατες μόνο παρατηρήσεις, συμφωνώντας με την άποψη που εξέφρασε ο γενικός εισαγγελέας M. Darmon στις 21 Σεπτεμβρίου 1994. Είναι εξάλλου αξιοσημείωτο ότι αντικείμενο και της παρούσας υποθέσεως είναι η ερμηνεία του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών.
3 Θα ήθελα να υπενθυμίσω τα πραγματικά περιστατικά: Ο A. Marinari, κάτοικος Ιταλίας, άσκησε ενώπιον του Tribunale di Pisa αγωγή αποζημιώσεως κατά της Lloyd's Bank, επειδή η συμπεριφορά των υπαλλήλων της είχε προκαλέσει τη σύλληψή του στην Αγγλία και τη συντηρητική κατάσχεση των αξιογράφων εις διαταγήν που είχε καταθέσει στο πιστωτικό αυτό ίδρυμα. Επειδή η Lloyd's Bank πρότεινε ένσταση ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας του ιταλικού δικαστηρίου, για τον λόγο ότι η ζημία είχε επέλθει στην Αγγλία, ζητήθηκε από το Corte suprema di cassazione να αποφανθεί επί του προκριματικού αυτού ζητήματος περί διεθνούς δικαιοδοσίας.
4 Το τελευταίο αυτό δικαστήριο είναι συνεπώς αυτό που σας ζητεί να ερμηνεύσετε το άρθρο 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών (31), προκειμένου να διευκρινισθεί αν ως «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» νοείται μόνο ο τόπος όπου προκλήθηκε υλική ζημία σε πρόσωπα ή πράγματα ή και ο τόπος όπου επήλθε η περιουσιακή ζημία του ενάγοντος.
5 Ο γενικός εισαγγελέας Μ. Darmon προτείνει το Δικαστήριο (32) να αποφανθεί ότι ο τόπος όπου υπέστη ο ζημιωθείς την οικονομική ζημία (εν προκειμένω η Ιταλία), η οποία αποτελεί απλώς επακόλουθο της αρχικής ζημίας που επήλθε εντός άλλου συμβαλλόμενου κράτους (εν προκειμένω της Αγγλίας), δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την απονομή διεθνούς δικαιοδοσίας, υπό την έννοια του άρθρου 5, σημείο 3.
6 Συμφωνώ με την άποψη αυτή. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (33), διεθνή δικαιοδοσία μπορούν να θεμελιώσουν μόνο τα εξής δύο στοιχεία, ο τόπος επελεύσεως της ζημίας και ο τόπος όπου συνέβη το γεγονός που την προκάλεσε, ενώ δεν επιτρέπεται να ληφθεί υπόψη ο τόπος επελεύσεως ζημίας που αποτελεί επακόλουθο της αρχικής ζημίας. Η δικανική αυτή πεποίθηση δεν αναιρείται βέβαια από την απόφαση της 7ης Μαρτίου 1995 στην υπόθεση C-68/93, Shevill κ.λπ. κατά Presse Alliance (34), η οποία εκδόθηκε μετά την απαγγελία των προτάσεων του Μ. Darmon, αφού με την απόφαση αυτή επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη των δύο αυτών εναλλακτικών δυνατοτήτων, ενώ παράλληλα διευκρινίστηκε ότι, σε περίπτωση δυσφημήσεως διά του Τύπου, τα δικαστήρια κάθε συμβαλλόμενου κράτους έχουν διεθνή δικαιοδοσία για τις αρχικές μόνο ζημίες που έχουν προκληθεί εντός του κράτους του επιλαμβανομένου δικαστηρίου.
7 Κατά συνέπεια, συμφωνώ πλήρως να έχει η απόφαση του Δικαστηρίου το διατακτικό που προτείνεται στο καταληκτικό μέρος των προτάσεων που αναπτύχθηκαν στις 21 Σεπτεμβρίου 1994.
(1) - Όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση Προσχωρήσεως της 9ης Οκτωβρίου 1978, σχετικά με την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου (ΕΕ 1982, L 388, σ. 24).
(2) - Τόμος 1, «Nozioni introduttive e disposizioni generali», Εκδόσεις Giappichelli, Τορίνο, 1989.
(3) - Παράγραφος 34, σ. 182. Σε ελεύθερη μετάφραση: «(...) η διαδικασία αυτή (ενώπιον του ιταλικού Ακυρωτικού) δεν δημιουργεί νέο βαθμό δικαιοδοσίας, αλλά αποτελεί απλώς μια παρένθεση, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο της πρωτόδικης δίκης. Όταν κλείσει η παρένθεση αυτή, η δίκη συνεχίζει την κανονική πορεία της· στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο εναπόκειται να αποφανθεί επί της δικαιοδοσίας, μολονότι φυσικά το τμήμα αυτό της αποφάσεως δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα.»
(4) - Υπόθεση C-68/93.
(5) - Απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1976 στην υπόθεση C-21/76 (Συλλογή τόμος 1976, σ. 613) και απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 1990 στην υπόθεση C-220/88 (Συλλογή 1990, σ. Ι-49).
(6) - Σκέψη 11.
(7) - Διατακτικό της αποφάσεως.
(8) - Recueil Dalloz Sirey, 1977, αριθ. 40, σ. 614.
(9) - La Convention de Bruxelles du 27 septembre 1968 - Compιtence judiciaire et effets des jugements dans la CEE, Jupiter, 1985.
(10) - Σημείο 89, σ. 50.
(11) - Διατακτικό της αποφάσεως.
(12) - Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1980 στην υπόθεση 814/79 (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 493).
(13) - Βλ. σ. 515.
(14) - Σκέψη 21.
(15) - Απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988 στην υπόθεση 189/87, Καλφέλης (Συλλογή 1988, σ. 5565, σκέψη 19). Βλ. επίσης την απόφαση της 17ης Ιουνίου 1992 στην υπόθεση C-26/91, Handte (Συλλογή 1992, σ. Ι-3967, σκέψη 14).
(16) - Απόφαση της 4ης Μαρτίου 1982 στην υπόθεση 38/81 (Συλλογή 1982, σ. 825).
(17) - Σκέψη 6.
(18) - Σκέψη 18.
(19) - Revue critique de droit international privι, 1990, σ. 367 επ.
(20) - Βλ. σ. 375.
(21) - Βλ. ειδικότερα σημείο 24.
(22) - Journal de droit international, 1990, σ. 498 επ.
(23) - Βλ. σ. 501, προς το τέλος.
(24) - The Civil Jurisdiction and Judgments Act 1982, 1983, κεφάλαιο 4, σ. 60 (το ανωτέρω χωρίο παρατίθεται στο πρωτότυπο στην αγγλική).
(25) - European Civil Practice, Sweet and Maxwell, 1989, σ. 427, 17.50 (το ανωτέρω χωρίο παρατίθεται στο πρωτότυπο στην αγγλική). Βλ., επίσης, Kaye, P.: Civil Jurisdiction and Enforcement of Foreign Judgements, Professionnal Books, 1987, και συγκεκριμένα σ. 583.
(26) - Europδisches Zivilprozeίrecht, Kommentar zum EuGVά, Αμβούργο, 1987.
(27) - Άρθρο 5, σημείο 45. Ελεύθερη μετάφραση: «Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους ο τόπος όπου επέρχεται, κατόπιν της προσβολής των εννόμων αγαθών, η (μετέπειτα) ζημία δεν αρκεί για να θεμελιώσει τη διεθνή δικαιοδοσία. Σε αντίθετη περίπτωση, η δωσιδικία της αδικοπραξίας θα διευρυνόταν υπερβολικά σε βάρος της αρχής του τόπου κατοικίας του εναγομένου, την οποία καθιερώνει το άρθρο 2, και θα κατέληγε σχεδόν στη δημιουργία δωσιδικίας του τόπου κατοικίας ή εγκαταστάσεως του ενάγοντος.»
(28) - Βλ. συναφώς τα σχόλια του P. Bourel για την απόφαση Mines de potasse d'Alsace, Revue critique de droit international privι, 1977, σ. 568-576, ο οποίος δεν διστάζει να εκθέσει στη σ. 572 τα εξής: «Για όλους αυτούς τους λόγους καταλήγω συνεπώς στο συμπέρασμα ότι η ανάγκη προστασίας του θύματος δεν μπορεί να θεωρηθεί ξένη προς τις διατάξεις του άρθρου 5, σημείο 3, και να μη ληφθεί καθόλου υπόψη. Φρονώ μάλιστα ότι αποτελεί το μόνο στοιχείο βάσει του οποίου μπορεί να επιλυθεί το πρόβλημα του καθορισμού του δικαστηρίου του τόπου του ζημιογόνου γεγονότος.»
(29) - «Du rattachement de quelques dιlits spιciaux en droit international privι», Recueil des Cours, Acadιmie de droit international de la Haye, 1989, ΙΙ, τόμος 214, σ. 251 επ.
(30) - Σημείο 164, σ. 386.
(31) - Οσον αφορά το νομότυπο της υποβολής της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, βλ. τα σημεία 6 έως 12 των προτάσεων του Μ. Darmon.
(32) - Βλ. σημεία 27 έως 49 των προτάσεών του.
(33) - Νομολογία που παρατίθεται στα σημεία 14 έως 25 των προτάσεων του Μ. Darmon.
(34) - Δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή.
Full & Egal Universal Law Academy