ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
GIUSEPPE TESAURO
της 19ης Ιανουαρίου 1995 ( *1 )
1.
Στην παρούσα δίκη, στο πλαίσιο της οποίας συνεκδικάζονται ένδεκα υποθέσεις που αφορούν ισάριθμες αιτήσεις του Tariefcommissie του Αμστερνταμ για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το Δικαστήριο καλείται και πάλι να αποφανθεί ως προς την ερμηνεία του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΚ όσον αφορά τη φορολογία ορισμένων οινοπνευματωδών ποτών. Ειδικότερα, ζητείται από το Δικαστήριο να παράσχει στον εθνικό δικαστή τα στοιχεία τα οποία θα του επιτρέψουν να κρίνει κατά πόσον συμβιβάζεται με το άρθρο αυτό η διαφοροποιημένη φορολογία που επιβάλλεται, στις Κάτω Χώρες, στους οίνους αναλόγως του αν πρόκειται για οίνους από σταφύλι ή για οίνους από άλλα φρούτα (στο εξής: οίνοι από φρούτα).
Η εθνική νομοθεσία
2.
Πρέπει, καταρχάς, να υπενθυμίσω το εθνικό νομικό πλαίσιο το οποίο, με τη σειρά του, εντάσσεται στο πλαίσιο του καθεστώτος Benelux.
Οι συντελεστές και τα κριτήρια των φόρων καταναλώσεως επί των ποτών που έχουν υποστεί ζύμωση και παράγονται από φρούτα, τόσο των «αδρανών» ( 1 ) όσο και των αφρωδών, εναρμονίστηκαν με τη «Σύμβαση περί ενοποιήσεως των φόρων καταναλώσεως και των τελών εγγυήσεως», η οποία υπογράφηκε από τις χώρες της Benelux στις 18 Φεβρουαρίου 1950 ( 2 ), και η οποία στη συνέχεια τροποποιήθηκε με δέκα διαδοχικά πρόσθετα πρωτόκολλα. Στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, πρέπει να μνημονευθεί, ειδικότερα, το έκτο πρόσθετο πρωτόκολλο, της 26ης Ιανουαρίου 1976, με το οποίο εξαιρέθηκαν από τον φόρο καταναλώσεως οίνου και τον ειδικό φόρο καταναλώσεως οίνου οι αδρανείς οίνοι από φρούτα, οι οποίοι παράγονται ή εισάγονται στην Benelux. Την εποχή των πραγματικών περιστατικών ίσχυε, όσον αφορά τους συντελεστές των φόρων καταναλώσεως, το έβδομο πρωτόκολλο της 14ης Σεπτεμβρίου 1984. Οι επιβαρύνσεις που προβλέπονταν από το πρωτόκολλο αυτό ενσωματώθηκαν στον ολλανδικό νόμο της 30ής Μαΐου 1963 περί φόρων καταναλώσεως επί των αλκοολούχων ουσιών ( 3 ), ο οποίος τροποποιήθηκε επανειλημμένως, ακριβώς για να ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, οι μεταβολές που είχαν επέλθει στο καθεστώς Benelux.
3.
Τα άρθρα 4 και 5 του νόμου του 1963, όπως αυτός ίσχυε την εποχή των πραγματικών περιστατικών, καθιέρωναν διάκριση μεταξύ, αφενός, αδρανών οίνων, στους οποίους περιλαμβάνονταν τόσο οι οίνοι από σταφύλι των οποίων ο αλκοολικός τίτλος δεν υπερβαίνει το 22 % κατ' όγκον, όσο και οι οίνοι από φρούτα των οποίων ο αλκοολικός τίτλος δεν υπερβαίνει το 15 % κατ' όγκον, και, αφετέρου, αφρωδών οίνων, στους οποίους περιλαμβάνονταν τόσο οι αφρώδεις οίνοι με βάση το σταφύλι όσο και οι αφρώδεις οίνοι με βάση άλλα φρούτα. Τα προϊόντα που δεν εμπίπτουν στις κατηγορίες αυτές, ιδίως διότι ο αλκοολικός τίτλος τους υπερβαίνει τον αναφερόμενο στις διατάξεις αυτές, θεωρούνται, αντιθέτως, ως «αλκοολούχες ουσίες» και, ως τοιαύτες, υπόκεινται στον φόρο καταναλώσεως οινοπνεύματος, ο οποίος είναι υψηλότερος.
Όλοι οι αδρανείς οίνοι που παράγονται ή εισάγονται στις Κάτω Χώρες υπόκεινται, καταρχήν, στον φόρο καταναλώσεως οίνου και στον ειδικό φόρο καταναλώσεως οίνου (άρθρο 2, παράγραφοι 2 και 3). Ομοίως, όλοι οι αφρώδεις οίνοι υπόκεινται, καταρχήν, σε φόρο καταναλώσεως αφρωδών οίνων και σε ειδικό φόρο καταναλώσεως αφρωδών οίνων (άρθρο 2, παράγραφοι 4 και 5). Ωστόσο, δυνάμει των άρθρων 85 a και 88 d του ίδιου νόμου, οι αδρανείς οίνοι από φρούτα απαλλάσσονται από τους φόρους καταναλώσεως, εφόσον πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις όσον αφορά την επισήμανση και τη συσκευασία. Από την άλλη πλευρά, στους αφρώδεις οίνους από φρούτα εφαρμόζεται συντελεστής φόρου καταναλώσεως χαμηλότερος από εκείνον ο οποίος εφαρμόζεται στους αφρώδεις οίνους από σταφύλι. Επιπλέον, οι εισαγόμενοι αφρώδεις οίνοι από σταφύλι υπόκεινται στον φόρο καταναλώσεως οίνου, ενώ οι εισαγόμενοι αφρώδεις οίνοι από φρούτα απαλλάσσονται από τον φόρο αυτό.
Τέλος, για λόγους πληρότητας, διευκρινίζω ότι ο νόμος του 1963 αντικαταστάθηκε από τον νόμο της 31ης Οκτωβρίου 1991, περί απλουστεύσεως και εναρμονίσεως της ρυθμίσεως περί φόρων καταναλώσεως ( 4 ), ο οποίος τροποποιήθηκε με τον νόμο της 24ης Δεκεμβρίου 1992, περί καταργήσεως των φορολογικών συνόρων ( 5 ). Η νέα ρύθμιση, σκοπός της οποίας ήταν, ιδίως, η προσαρμογή της ολλανδικής νομοθεσίας προς τις οδηγίες του Συμβουλίου 92/83/ΕΟΚ ( 6 ) και 92/84/ΕΟΚ ( 7 ), με τις οποίες το Συμβούλιο προέβη, σε κοινοτικό επίπεδο, στην εναρμόνιση των διαρθρώσεων των φόρων καταναλώσεως και στην προσέγγιση των συντελεστών των φόρων καταναλώσεως, επιφυλάσσει, από 1ης Ιανουαρίου 1993, τόσο στους οίνους από φρούτα όσο και στους οίνους από σταφύλι την ίδια αντιμετώπιση, υπάγοντάς τους δηλαδή στους ίδιους φόρους καταναλώσεως.
Τα πραγματικά περιστατικά
4.
Και έρχομαι τώρα στα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως. Ο Inspecteur der Invoerrechten en Accijnzen (επιθεωρητής δασμών και φόρων καταναλώσεως) απέρριψε ένδεκα αιτήσεις θεραπείας τις οποίες είχαν υποβάλει διάφοροι εισαγωγείς κατά της εφαρμογής των φόρων καταναλώσεως οίνων και των ειδικών φόρων καταναλώσεως οίνων σε προϊόντα όπως ο οίνος Μαδέρας, οι ερυθροί οίνοι, η σαμπάνια, το βερμούτ και το τσέρυ. Οι ενδιαφερόμενοι εισαγωγείς προσέφυγαν κατά των απορριπτικών αποφάσεων ενώπιον του Tariefcommissie.
Θεωρώντας απαραίτητη την έκδοση αποφάσεως από το Δικαστήριο, το Tarief commissie υπέβαλε στο Δικαστήριο ένδεκα αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, ερωτώντας, κατ' ουσίαν, αν συμβιβάζεται με το άρθρο 95 της Συνθήκης η διαφοροποιημένη φορολογία που επιβάλλεται, στις Κάτω Χώρες, στους οίνους αναλόγως του αν πρόκειται για οίνους από σταφύλι ή για οίνους από άλλα φρούτα, λαμβανομένων υπόψη τόσο του διαφορετικού καθεστώτος στο οποίο υπάγονταν οι οίνοι από φρούτα την εποχή των πραγματικών περιστατικών των διαφορών που αποτελούν το αντικείμενο των κυρίων δικών, όσο και του ότι οι Κάτω Χώρες είναι χώρα μέλος της Benelux και, συνεπώς, υποχρεούνται να τηρούν τις ρυθμίσεις που θεσπίζονται στο πλαίσιό της. Αυτό είναι το περιεχόμενο του πρώτου ερωτήματος που θέτουν όλες οι διατάξεις περί παραπομπής, ερωτήματος το οποίο παρα-λάσσει μόνον κατά τη μνεία του εκάστοτε επιδίκου προϊόντος, ήτοι: ο οίνος Μαδέρας που έχει αλκοολικό τίτλο 18 % (υπόθεση C-367/93) οι ερυθροί οίνοι με αλκοολικό τίτλο 12 % (υποθέσεις C-368/93, C-372/93 και C-375/93) η σαμπάνια, με αλκοολικό τίτλο 12 % (υποθέσεις C-369/93, C-373/93 και C-377/93) το βερμούτ, με αλκοολικό τίτλο 13,5 % (υπόθεση C-370/93), και το τσέρυ, με ακλοολικό τίτλο 17 % (υποθέσεις C-371/93, C-374/93 και C-376/93). Με ένα δεύτερο ερώτημα, πανομοιότυπο σε όλες τις υπό κρίση υποθέσεις, το Tariefcommissie ζητεί, εξάλλου, από το Δικαστήριο να αποφανθεί ενδεχομένως επί των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως που πρόκειται να εκδώσει, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του ότι τυχόν επιστροφή των φόρων καταναλώσεως θα είχε σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις για τις Κάτω Χώρες, ενόψει του μεγάλου αριθμού αναλόγων υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιον των ολλανδικών δικαστηρίων.
Επί του πρώτου ερωτήματος
5.
Υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι το άρθρο 95 αποσκοπεί, όπως επανειλημμένως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο, «στην κατοχύρωση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών υπό ομαλές συνθήκες ανταγωνισμού με την εξάλειψη κάθε μορφής προστασίας που μπορεί να προκύψει από την επιβολή εσωτερικών φόρων συνιστώντων διάκριση σε βάρος προϊόντων άλλων κρατών μελών και στην εξασφάλιση της πλήρους ουδετερότητας των εσωτερικών φόρων έναντι του ανταγωνισμού μεταξύ εγχωρίων και εισαγομένων προϊόντων» ( 8 ).
Δεν χρειάζεται, εξάλλου, να υπενθυμιστεί ότι, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του άρθρου 95, «κανένα κράτος δεν επιβάλλει άμεσα ή έμμεσα στα προϊόντα άλλων κρατών μελών εσωτερικούς φόρους οποιασδήποτε φύσεως, ανωτέρους από εκείνους που επιβαρύνουν άμεσα ή έμμεσα τα ομοειδή εθνικά προϊόντα», και ότι, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο, «κανένα κράτος μέλος δεν επιβάλλει στα προϊόντα των άλλων κρατών μελών εσωτερικούς φόρους, η φύση των οποίων οδηγεί έμμεσα στην προστασία άλλων προϊόντων». Για να συνοψίσω, ενώ το πρώτο εδάφιο επιβάλλει τη σύγκριση μεταξύ της φορολογίας που πλήττει τα εγχώρια προϊόντα και της φορολογίας που πλήττει τα ομοειδή εισαγόμενα προϊόντα, το δεύτερο εδάφιο, αντιθέτως, αναφέρεται στην εισαγωγή διακρίσεων από πλευράς φορολογικής μεταχειρίσεως προϊόντων τα οποία δεν είναι μεν ομοειδή, βρίσκονται όμως μεταξύ τους σε σχέση — έστω και μερικού, έμμεσου ή δυνητικού — ανταγωνισμού.
6.
Τα ερωτήματα του Tariefcommissie αναφέρονται γενικώς στο άρθρο 95, χωρίς εντούτοις να διευκρινίζουν αν ζητείται η ερμηνεία του πρώτου ή του δευτέρου εδαφίου. Ωστόσο, το γεγονός ότι στις διατάξεις περί παραπομπής μνημονεύεται ρητώς η απόφαση της 4ης Μαρτίου 1986 ( 9 ), με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε, μεταξύ άλλων, επί του ομοειδούς των οίνων από φρούτα προς τους οίνους από σταφύλι, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το εθνικό δικαστήριο, προκειμένου να επιλύσει τις διαφορές που εκκρεμούν ενώπιόν του, θεωρεί αναγκαία την ερμηνεία του πρώτου εδαφίου του άρθρου 95. Εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι η επίδικη ολλανδική νομοθεσία, έστω και σε περίπτωση που κριθεί σύμφωνη προς το πρώτο εδάφιο του άρθρου 95, θα μπορούσε να αντιβαίνει στο δεύτερο εδάφιο του ιδίου άρθρου, σκόπιμο είναι να παρασχεθούν στο εθνικό δικαστήριο και τα στοιχεία που θα του επιτρέψουν να εκτιμήσει την επίδικη νομοθεσία και από πλευράς του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 95.
Εν πάση περιπτώσει, πριν από κάθε εξέταση επί της ουσίας, πρέπει να διευκρινιστεί, υπό το φως του άρθρου 233 της Συνθήκης, η σχέση μεταξύ του άρθρου 95 και της ειδικής εφαρμοστέας ρυθμίσεως της Benelux.
α) Η σχέση μεταξύ τον άρθρον 95 και τον καθεστώτος Benelux
7.
Δεδομένου ότι το ουσιώδες στοιχείο της εφαρμογής του άρθρου 95 έγκειται στη σύγκριση μεταξύ εγχωρίων και εισαγομένων προϊόντων, είναι απολύτως προφανές ότι ο ορισμός των «εγχωρίων προϊόντων» θα εξαρτηθεί ακριβώς από το είδος της σχέσεως μεταξύ του άρθρου 95 και της εφαρμοστέας ρυθμίσεως Benelux. Πράγματι, στο πλαίσιο των δικών ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου γίνεται επίκληση της ρυθμίσεως αυτής προκειμένου να υποστηριχθεί ότι το φορολογικό έδαφος που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι ολόκληρη η Benelux και όχι μόνον οι Κάτω Χώρες. Άλλως, κατά τον Inspecteur der Invoerrechten en Accijnzen, η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου θα κατέληγε στην υπονόμευση της υλοποιήσεως της ενώσεως της Benelux ή τουλάχιστον θα παρεμπόδιζε την ανάπτυξη της, πράγμα αντίθετο προς το άρθρο 233 της Συνθήκης.
Αν αυτή η άποψη γινόταν δεκτή, θα έπρεπε, από πλευράς εφαρμογής του άρθρου 95, να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, της καταστάσεως των οίνων από σταφύλι και των οίνων από φρούτα που παράγονται εντός της Benelux και, αφετέρου, των οίνων από σταφύλι και των οίνων από φρούτα που κατάγονται από τα λοιπά κράτη μέλη. Συνεπώς, οι οίνοι από σταφύλι που παράγονται στο Λουξεμβούργο θα έπρεπε να θεωρηθούν ως εγχώρια προϊόντα, πράγμα το οποίο θα οδηγούσε, προφανώς, σε τελείως διαφορετική εκτίμηση.
8.
Επί του παρόντος, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, καταρχήν, τα κράτη μέλη δεν μπορουν μεν να επικαλούνται διατάξεις συμβάσεως που έχουν συνάψει μεταξύ τους προκειμένου να αποφύγουν την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου ( 10 ), το άρθρο 233 της Συνθήκης όμως προβλέπει ότι οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου «δεν [εμποδίζουν] την ύπαρξη και ολοκλήρωση των περιφερειακών ενώσεων μεταξύ Βελγίου και Λουξεμβούργου καθώς και μεταξύ Βελγίου, Λουξεμβούργου και Κάτω Χωρών, εφόσον οι στόχοι των περιφερειακών αυτών ενώσεων δεν επιτυγχάνονται με την εφαρμογή της (...) Συνθήκης».
Αυτή η διάταξη, όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο, «έχει ως αντικείμενο να αποφευχθεί από την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου η διάσπαση της περιφερειακής ένωσης μεταξύ αυτών των τριών κρατών μελών ή η παρακώλυση της ανάπτυξης της. Η διάταξη αυτή επιτρέπει, επομένως, στα εν λόγω τρία κράτη μέλη να εφαρμόζουν τους κανόνες που ισχύουν στο πλαίσιο της ένωσης τους κατά παρέκκλιση από τους κανόνες της Κοινότητας, στον βαθμό που αυτή η ένωση προηγείται, όσον αφορά την πραγματοποίηση της κοινής αγοράς» ( 11 ). Με άλλες λέξεις, το άρθρο 233 επιτρέπει την παρέκκλιση από τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου όταν η παρέκκλιση αυτή αποδεικνύεται αναγκαία για την ύπαρξη και την ανάπτυξη της ενώσεως και όταν — εξυπακούεται — στον συγκεκριμένο τομέα η ολοκλήρωση στα πλαίσια της ενώσεως βρίσκεται σε πιο προωθημένο στάδιο από ό,τι στο πλαίσιο της Κοινότητας.
9.
Όμως, όπως ήδη ανέφερα παραθέτοντας τη σχετική εθνική νομοθεσία, η ολοκλήρωση στον τομέα των φόρων καταναλώσεως οινοπνευματωδών περιορίζεται, προς το παρόν, στο πλαίσιο της Benelux, σε απλή ενοποίηση των συντελεστών. Κατά τα λοιπά, η ενοποίηση είναι ατελής, καθόσον οι λουξεμ-βουργιανοί οίνοι υπάγονταν, έως την 1η Ιανουαρίου 1993, σε ιδιαίτερο φορολογικό καθεστώς, το οποίο τους εξαιρούσε από τον ειδικό φόρο καταναλώσεως οίνων και από τον ειδικό φόρο καταναλώσεως αφρωδών οίνων.
Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η ολοκλήρωση που έχει επιτευχθεί μεταξύ των κρατών της Benelux στον τομέα των φόρων καταναλώσεως είναι περισσότερο προωθημένη από την ολοκλήρωση σε κοινοτικό επίπεδο, δεδομένου ότι μόνο τελευταία πραγματοποιήθηκε κάποια σύγκλιση των συντελεστών εντός της Κοινότητας, απομένει να εξεταστεί κατά πόσον η παρέκκλιση από το άρθρο 95 είναι όντως αναγκαία για την εξασφάλιση αυτής της ολοκληρώσεως. Με άλλες λέξεις, πρέπει να τεθεί το ερώτημα κατά πόσον η ενδεχόμενη «παραβίαση» του άρθρου 95 είναι απαραίτητη για τη σωστή λειτουργία του περισσότερο εξελιγμένου καθεστώτος της Benelux.
10.
Κατά τη γνώμη μου, η απάντηση που αρμόζει είναι αρνητική, καθόσον η εφαρμογή των ενοποιημένων συντελεστών, όπως αυτή προβλέπεται από το καθεστώς Benelux, μπορεί κάλλιστα να επιτευχθεί τηρουμένου πλήρως του άρθρου 95. Πράγματι, δυσκολεύομαι να κατανοήσω κατά τί η τήρηση του άρθρου αυτού θα μπορούσε να θίξει την εύρυθμη λειτουργία του καθεστώτος Benelux, εφόσον τα κράτη μέλη της Benelux εξακολουθούν να εισπράττουν τους εν λόγω φόρους καταναλώσεως, ασφαλώς μεν επί εναρμονισμένης βάσεως, αλλά το καθένα για δικό του λογαριασμό ( 12 ).
Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, παρά την ύπαρξη του ιδιαίτερου καθεστώτος της Benelux, ως φορολογικό έδαφος από πλευράς εφαρμογής του άρθρου 95 θα πρέπει να θεωρηθεί το έδαφος των Κάτω Χωρών.
β) Άρθρο 95, πρώτο εοάφιο
11.
Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου του άρθρου 95 προϋποθέτει, όπως ήδη ανέφερα, σύγκριση μεταξύ της φορολογίας που πλήττει τα εγχώρια προϊόντα και της φορολογίας των εισαγομένων «ομοειδών» προϊόντων, η δε έννοια των ομοειδών προϊόντων πρέπει να ερμηνεύεται, όπως έχει υπογραμμίσει επανειλημμένως το Δικαστήριο, «κατά τρόπο αρκετά ελαστικό» ( 13 ). Συνεπώς, προκειμένου μια ρύθμιση να εκτιμηθεί από πλευράς του άρθρου 95, πρώτο εδάφιο, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη α) η καταγωγή των προϊόντων, β) το ομοειδές των προϊόντων αυτών και γ) το κατά πόσον η ρύθμιση αυτή εισάγει διακρίσεις.
12.
Στην υπό κρίση περίπτωση, είναι αναμφισβήτητο ότι τα προϊόντα που υπάγονται στο ευνοϊκό καθεστώς είναι ουσιαστικά τα εγχώρια προϊόντα, ενώ οι οίνοι από σταφύλι είναι αποκλειστικά εισαγόμενοι από άλλα κράτη μέλη. Είναι εξίσου αναμφισβήτητο, αφενός, ότι οι μη αφρώδεις οίνοι από φρούτα εξαιρούνται από τον φόρο καταναλώσεως οίνου, στον οποίο εντούτοις υπάγονται καταρχήν, και, αφετέρου, ότι οι αφρώδεις οίνοι από φρούτα υπάγονται σε φόρο καταναλώσεως χαμηλότερο από αυτόν που πλήττει τους αφρώδεις οίνους από σταφύλι και ότι, κατά τα λοιπά, μόνον οι εισαγόμενοι αφρώδεις οίνοι υπόκεινται όχι μόνο στον φόρο καταναλώσεως αφρωδών οίνων αλλά και στον φόρο καταναλώσεως οίνου: αυτό επιβαρύνει την κατάσταση μόνο των οίνων από σταφύλι σε σχέση προς το καθεστώς των οίνων από φρούτα.
Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν απομένει παρά να εξεταστεί αν τα επίδικα προϊόντα αποτελούν ή όχι ομοειδή προϊόντα.
13.
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η οποία καθιέρωσε μια ευρεία ερμηνεία της έννοιας του ομοειδούς, για να εκτιμηθεί το ομοειδές πρέπει να εξετάζεται αν τα επίμαχα προϊόντα «έχουν παρεμφερείς ιδιότητες και ικανοποιούν τις ίδιες ανάγκες των καταναλωτών» ( 14 ): συνεπώς, το κριτήριο δεν είναι η απόλυτη ταυτότητα αλλά η ανάλογη ή παρεμφερής χρήση των εξεταζομένων προϊόντων.
Όσον αφορά, ειδικότερα, την εκτίμηση του ομοειδούς μεταξύ των οίνων από φρούτα και των οίνων από σταφύλι, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία, με την απόφαση στην υπόθεση Επιτροπή κατά Δανίας, να διευκρινίσει ότι «πρέπει να ληφθούν υπόψη, αφενός, τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά των δύο κατηγοριών ποτών, όπως η καταγωγή τους, οι μέθοδοι παρασκευής τους, οι οργανοληπτικές ιδιότητες τους, ιδίως η γεύση και η περιεκτικότητα σε οινόπνευμα και, αφετέρου, το αν οι δύο κατηγορίες ποτών μπορούν ή όχι να ικανοποιήσουν τις ίδιες ανάγκες των καταναλωτών» ( 15 ).
14.
Εξάλλου, με την ίδια απόφαση, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι επιτραπέζιοι οίνοι από σταφύλι και οι επιτραπέζιοι οίνοι από φρούτα είναι ομοειδείς. Λαμβάνω υπόψη μου αυτή τη διαπίστωση, καίτοι έχω την υποψία ότι η διαπίστωση περί της ομοιότητας μεταξύ αυτών των δύο τύπων οίνου δημιούργησε κάποια δυσαρέσκεια στους ειδικούς (των οίνων από σταφύλι, εννοείται). Αφετέρου, η γεύση και οι προτιμήσεις του ουρανίσκου δεν συμβαδίζουν, δυστυχώς, πάντοτε με το κοινοτικό δίκαιο.
Εν πάση περιπτώσει, εφόσον οι διαφορές που αποτελούν το αντικείμενο των κυρίων δικών αφορούν την ομοιότητα των οίνων από φρούτα με πέντα άλλα οινοπνευματώδη ποτά με βάση το σταφύλι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και καθεαυτό οίνοι από σταφύλι, θα πρέπει να εξεταστεί το ομοειδές των οίνων από φρούτα σε σχέση προς κάθε ένα από τα επίδικα προϊόντα.
— Επιτραπέζιος ερυθρός οίνος (υποθέσεις C-368/93, C-372/93 και C-375/93)
15.
Με την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Επιτροπή κατά Δανίας, το Δικαστήριο, όπως ήδη εξέθεσα, έδωσε θετική απάντηση στο ερώτημα αυτό, αναφέροντας ότι «οι οίνοι από οπώρες και οι οίνοι από σταφύλια παρασκευάζονται από προϊόντα βάσεως του ίδιου είδους, δηλαδή γεωργικά προϊόντα, και με την ίδια μέθοδο, δηλαδή φυσική ζύμωση» ( 16 ), ενώ δεν ασκεί επιρροή, ως προς το θέμα αυτό, το γεγονός ότι η τελική περιεκτικότητα σε οινόπνευμα των οίνων από οπώρες επιτυγχάνεται με την προσθήκη αιθυλικής αλκοόλης, δεδομένου ότι η περιεκτικότητα των οίνων από σταφύλι σε οινόπνευμα μπορεί επίσης να αυξηθεί με την ίδια μέθοδο. Το Δικαστήριο έκρινε, επιπλέον, ότι οι δύο κατηγορίες ποτών έχουν παρεμφερή οργανοληπτικά χαρακτηριστικά, ιδίως τη γεύση και την περιεκτικότητα σε οινόπνευμα, και ικανοποιούν τις ίδιες ανάγκες των καταναλωτών «διότι μπορούν να καταναλωθούν κατά τον ίδιο τρόπο, είτε ως δροσιστικά και αναψυκτικά είτε ως συνοδευτικά των γευμάτων ποτά» ( 17 ), διευκρίνισε δε, τέλος, ότι «το ότι οι δύο κατηγορίες ποτών ικανοποιούν τις ίδιες ανάγκες δεν αντικρούεται από το γεγονός ότι η κατανάλωση οίνων από οπώρες υπήρξε πάντα περιορισμένη σε σχέση με την κατανάλωση οίνων από σταφύλια» ( 18 ).
Συνεπώς, ενόψει αυτής της νομολογίας, είναι προφανές ότι ο επιτραπέζιος ερυθρός οίνος τον οποίο αφορούν ol υποθέσεις C-368/93 και C-372/93 πρέπει να θεωρηθεί ως ομοειδής προς τους οίνους από φρούτα που παράγονται στις Κάτω Χώρες.
16.
Απομένει να εξεταστεί κατά πόσον, όπως υποστήριξε η Ολλανδική Κυβέρνηση, είναι δυνατή μια διαφορετική λύση προκειμένου για τους ερυθρούς οίνους ποιότητας που παράγονται εντός καθορισμένης περιοχής (ν. q. r. p. d.), οι οποίοι αποτελούν το αντικείμενο της υποθέσεως C-375/93. Η εφαρμογή των κριτηρίων που διατύπωσε το Δικαστήριο, και τα οποία μόλις ανέφερα, φαίνεται να οδηγεί, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, στο συμπέρασμα ότι και οι οίνοι αυτοί πρέπει να θεωρηθούν ως ομοειδείς, υπό την έννοια του πρώτου εδαφίου του άρθρου 95, προς τους οίνους από φρούτα.
Πράγματι, το μόνο στοιχείο που μπορεί να διαφοροποιήσει τους ερυθρούς οίνους ποιότητας από τους άλλους επιτραπέζιους οίνους έγκειται στο ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αυξηθεί η περιεκτικότητα των ν. q. p. r. d. σε οινόπνευμα με την προσθήκη αιθυλικής αλκοόλης. Είναι το στοιχείο αυτό αρκετό για να θεωρηθεί ότι οι οίνοι αυτοί δεν είναι ομοειδείς προς τους οίνους από φρούτα; Ο πειρασμός της καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό είναι μεγάλος. Πρέπει, ωστόσο, να αναγνωρίσω ότι το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικό άλλως, θα έπρεπε να καταλήξουμε στο — αντίθετο προς τη προπαρατεθείσα νομολογία — συμπέρασμα ότι οι οίνοι από φρούτα δεν είναι ομοειδείς προς τους οίνους από σταφύλι παρά μόνον όταν στους τελευταίους έχει προστεθεί, έστω και σε μικρότερη αναλογία, αιθυλική αλκοόλη. Συνεπώς, το συμπέρασμα που συνήχθη όσον αφορά τους επιτραπέζιους ερυθρούς οίνους ισχύει και για τους VQPRD.
— Οίνοι λικέρ: τσέρυ (υποθέσεις C-371/93, C-374/93 και C-376/93) οίνος Μαδέρας (υπόθεση C-367/93) βερμούτ (υπόθεση C-370/93)
17.
Η προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Επιτροπή κατά Δανίας παρέχει στοιχεία χρήσιμα και για την επίλυση του ζητήματος όσον αφορά το ομοειδές των οίνων από φρούτα σε σχέση προς τους οίνους λικέρ από σταφύλι, όπως το τσέρυ. Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο εισήγαγε μία διάκριση μεταξύ των επιτραπέζιων οίνων (ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για οίνους από φρούτα ή οίνους από σταφύλι) και των οίνων λικέρ, οι οποίοι, αντίθετα προς τους πρώτους, καταναλίσκονται «ως απεριτίφ και (...) ως συνοδευτικά του επιδόρπίου», πράγμα το οποίο σημαίνει ότι ικανοποιούν ανάγκες του καταναλωτή διαφορετικές από εκείνες τις οποίες ικανοποιούν οι επιτραπέζιοι οίνοι.
Πέραν αυτού, η περιεκτικότητα σε οινόπνευμα είναι διαφορετική, καθόσον το τσέρυ έχει αλκοολικό τίτλο 17 %, ενώ οι οίνοι από φρούτα οι οποίοι απολαύουν στις Κάτω Χώρες ευνοϊκής μεταχειρίσεως δεν υπερβαίνουν το 15 % κατ' όγκο. Οι ίδιες παρατηρήσεις ισχύουν και για τον οίνο Μαδέρας, δεδομένου, ιδίως, ότι πρόκειται για οίνο λικέρ με αλκοολικό τίτλο 18 %.
18.
Αντιθέτως, η ανάλυση είναι περισσότερο περίπλοκη όσον αφορά το βερμούτ, δεδομένου ότι πρόκειται για ποτό του οποίου ο αλκοολικός τίτλος είναι 13,5 % και το οποίο, επομένως, θα μπορούσε εκ πρώτης όψεως να εξομοιωθεί προς τους οίνους από φρούτα. Πρέπει, ωστόσο, να ληφθεί υπόψη το ότι το βερμούτ, αντίθετα προς τους οίνους από σταφύλι και τους οίνους από φρούτα, δεν παρασκευάζεται από τις ίδιες πρώτες ύλες. Στον οίνο που χρησιμοποιείται για την παραγωγή του βερμούτ προστίθεται όχι μόνο αιθυλική αλκοόλη αλλά επίσης και ορισμένη — ασφαλώς ελάχιστη — ποσότητα ενός μίγματος φυτών το οποίο προσδίδει σ' αυτόν τον τύπο ποτού μια όλως ιδιάζουσα γεύση.
Υπό την επιφύλαξη των διαπιστώσεων του εθνικού δικαστηρίου ως προς την ύπαρξη οίνων από φρούτα εχόντων ανάλογα χαρακτηριστικά, πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι οργανοληπτικές ιδιότητες του βερμούτ δεν αντιστοιχούν στις ιδιότητες των οίνων απο φρούτα και ότι πρόκειται οπωσδήποτε για κατηγορίες ποτών που ικανοποιούν διαφορετικές ανάγκες των καταναλωτών. Επομένως, οι οίνοι βερμούτ και οι οίνοι από φρούτα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ομοειδή προϊόντα υπό την έννοια του πρώτου εδαφίου του άρθρου 95.
— Σαμπάνια (υποθέσεις C-369/93, C-373/93 και C-377/93)
19.
Ως αφρώδης οίνος από σταφύλι, η σαμπάνια υπόκειται, στις Κάτω Χώρες, στον φόρο καταναλώσεως αφρωδών οίνων και στον ειδικό φόρο καταναλώσεως αφρωδών οίνων. Θεωρώ, ωστόσο, αναμφισβήτητο ότι οι αφρώδεις οίνοι δεν μπορούν να θεωρηθούν ομοειδείς προς τους μη αφρώδεις οίνους, είτε πρόκειται για οίνους από σταφύλια είτε πρόκειται για οίνους από φρούτα, και τούτο ουσιαστικά διότι, μολονότι παράγονται από τις ίδιες πρώτες ύλες, η μέθοδος παρασκευής είναι εντελώς διαφορετική. Εν πάση περιπτώσει, οι οργανοληπτικές ιδιότητες των δύο αυτών τύπων ποτού είναι σαφώς διαφορετικές και ικανοποιούν διαφορετικές ανάγκες του καταναλωτή.
Μετά τη διαπίστωση αυτή, διευκρινίζω πάραυτα ότι δεν μπορώ να πεισθώ ότι, εντός βεβαίως της κατηγορίας των αφρωδών οίνων, η σαμπάνια πρέπει να θεωρείται ως ομοειδής προς τους αφρώδεις οίνους από φρούτα. Ειδικότερα, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, δεν θεωρώ ότι τα κριτήρια που θέσπισε το Δικαστήριο με την απόφαση στην υπόθεση Επιτροπή κατά Δανίας οδηγούν αναγκαστικά σ' αυτό το συμπέρασμα.
20.
Καίτοι είναι αληθές ότι τόσο οι (αφρώδεις) οίνοι από φρούτα όσο και οι (αφρώδεις) οίνοι από σταφύλι, στους οποίους περιλαμβάνεται φυσικά και η σαμπάνια, παρασκευάζονται από το ίδιο είδος βασικού προϊόντος (φρούτα), ασφαλώς δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι μέθοδοι παρασκευής στις δύο περιπτώσεις είναι όμοιες ή, τουλάχιστον, παρεμφερείς. Ενώ οι οίνοι από σταφύλι καθίστανται αφρώδεις με απολύτως φυσική μέθοδο, δηλαδή με διπλή ζύμωση, στους αντίστοιχους οίνους από φρούτα χρειάζεται, αντιθέτως, να προστεθεί διοξείδιο του άνθρακα, πράγμα το οποίο σημαίνει, προφανώς, ότι δεν πρόκειται για μέθοδο ζυμώσεως απολύτως φυσική. Τα ανωτέρω έχουν ως συνέπεια να μην είναι οι οργανοληπτικές ιδιότητες της σαμπάνιας, ιδίως η γεύση της, συγκρίσιμες προς τις ιδιότητες των αφρωδών οίνων από φρούτα. Εξάλλου, νομίζω ότι δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί ότι πρόκειται για δύο κατηγορίες ποτών που ικανοποιούν τις ίδιες ανάγκες των καταναλωτών, ενώ πρέπει να γίνει δεκτό ότι η κατανάλωση σαμπάνιας είναι συνήθως συνδεδεμένη με εξαιρετικές περιστάσεις και γεγονότα.
Συνεπώς, από πλευράς εφαρμογής του άρθρου 95, πρώτο εδάφιο, η σαμπάνια δεν πρέπει να θεωρείται ως ομοειδής προς τους αφρώδεις οίνους από φρούτα.
21.
Τελικά, υπό την έννοια του άρθρου 95, πρώτο εδάφιο, ως προϊόντα ομοειδή προς τους οίνους από φρούτα πρέπει να θεωρηθούν μόνον οι επιτραπέζιοι ερυθροί οίνοι, που αποτελούν το αντικείμενο των υποθέσεων C-368/93, C-372/93 και C-375/93. Αντιθέτως, δεν πρέπει να θεωρούνται ως προϊόντα ομοειδή προς τους οίνους από φρούτα οι οίνοι λικέρ όπως το τσέρυ (υποθέσεις C-371/93, C-374/93 και C-376/93), ο οίνος Μαδέρας (υπόθεση C-367/93), και το βερμούτ (υπόθεση C-370/93). Το ίδιο συμπέρασμα ισχύει και για τη σαμπάνια (υποθέσεις C-369/93, C-373/93 και C-377/93) σε σχέση προς τους αφρώδεις οίνους από φρούτα.
γ) Άρθρο 95, δεύτερο εδάφιο
22.
Όπως ήδη ανέφερα, τα ερωτήματα του Tariefcommissie φαίνεται να αναφέρονται μόνο στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 95. Λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη ότι η επίδικη ολλανδική νομοθεσία, έστω και αν είναι σύμφωνη προς το άρθρο 95, πρώτο εδάφιο, όσον αφορά το τσέρυ, τον οίνο Μαδέρας, το βερμούτ και τη σαμπάνια, ενδέχεται να αντιβαίνει στο δεύτερο εδάφιο του ίδιου άρθρου, θεωρώ σκόπιμο να παρασχεθούν στο εθνικό δικαστήριο τα στοιχεία εκείνα που θα του επιτρέψουν να κρίνει κατά πόσον η εν λόγω νομοθεσία συμβιβάζεται και με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 95.
Αντίθετα προς το πρώτο εδάφιο, το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 95 αφορά τις διακρίσεις από πλευράς φορολογικής μεταχειρίσεως μεταξύ μη ομοειδών προϊόντων. Ειδικότερα, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, «η λειτουργία [της εν λόγω διατάξεως] είναι (...) να καταλαμβάνει κάθε εκδήλωση φορολογικού προστατευτισμού, στην περίπτωση εισαγομένων προϊόντων που, χωρίς να είναι ομοειδή, κατά την έννοια [του πρώτου εδαφίου], προς εγχώρια προϊόντα, βρίσκονται ωστόσο προς ορισμένα από αυτά σε σχέση ανταγωνισμού, έστω και μερική, έμμεση ή ενδεχόμενη» ( 19 ).
23.
Διευκρινίζω, εξάλλου, ότι, σύμφωνα με τη συναφή νομολογία του Δικαστηρίου, η εκτίμηση του σύμφωνου ή μη χαρακτήρα ορισμένης φορολογικής επιβαρύνσεως προς το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 95 «πρέπει να γίνεται με βάση τις επιπτώσεις αυτής της επιβάρυνσης επί των σχέσεων ανταγωνισμού μεταξύ των εξεταζομένων προϊόντων. Το ουσιώδες ερώτημα είναι επομένως αν η επιβάρυνση αυτή μπορεί ή όχι ως εκ της φύσεώς της να επηρεάσει τη σχετική αγορά, προκαλώντας μείωση της ενδεχόμενης κατανάλωσης των εισαγομένων προϊόντων υπέρ των ανταγωνιστικών τους εγχωρίων προϊόντων» ( 20 ). Ειδικότερα, ο εθνικός δικαστής καλείται να λάβει υπόψη του τη διαφορά που υφίσταται μεταξύ των τιμών πωλήσεως των εν λόγω προϊόντων και την επίδραση που ασκεί αυτή η διαφορά στην επιλογή του καταναλωτή, καθώς και την εξέλιξη της καταναλώσεως αυτών των προϊόντων.
Από τα στοιχεία που παρέσχε συναφώς η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών κατά την παρούσα δίκη, φαίνεται να συνάγεται, εκ πρώτης όψεως, ότι η επίδικη ρύθμιση δεν είναι ασυμβίβαστη προς το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 95. Εν πάση περιπτώσει, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού, εφαρμόζοντας, φυσικά, τα κριτήρια που μόλις ανέφερα.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
24.
Με το δεύτερο ερώτημα, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί, σε περίπτωση που η επίδικη φορολογική επιβάρυνση κριθεί ασυμβίβαστη με το κοινοτικό δίκαιο, ως προς τα διαχρονικά αποτελέσματα της αποφάσεως του. Και τούτο ακριβώς διότι, όπως ανέφερα, η απόφαση ενδέχεται να έχει ιδιαίτερα σοβαρές οικονομικές συνέπειες για το Ολλανδικό Δημόσιο, λόγω του ότι ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων εκκρεμούν χιλιάδες ανάλογες υποθέσεις.
Ως προς το θέμα αυτό, υπενθυμίζω καταρχάς ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η ερμηνεία ορισμένης διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο κατά την άσκηση της αρμοδιότητας που του παρέχει το άρθρο 177 της Συνθήκης, διαφωτίζει και αποσαφηνίζει, όταν υφίσταται σχετική ανάγκη, την έννοια και το περιεχόμενο της εν λόγω διατάξεως, όπως πρέπει ή θα έπρεπε να είχε νοηθεί και εφαρμοστεί από τη χρονική στιγμή της θέσεως της σε ισχύ. Συνεπώς, η διάταξη που ερμηνεύθηκε με αυτόν τον τρόπο μπορεί και πρέπει να εφαρμοστεί από τον δικαστή ακόμα και σε έννομες σχέσεις που γεννήθηκαν και σχηματίσθηκαν πριν από την απόφαση που έκρινε επί της αιτήσεως ερμηνείας, εφόσον συντρέχουν κατά τα λοιπά οι προϋποθέσεις που επιτρέπουν να αχθεί ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων μια διαφορά σχετικά με την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως ( 21 ).
25.
Ενόψει των αρχών αυτών, περιορισμός των διαχρονικών αποτελεσμάτων αποφάσεως του Δικαστηρίου επί αιτήσεως ερμηνείας μπορεί να υπάρξει μόνο σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις ( 22 ). Το Δικαστήριο έκανε χρήση της δυνατότητας αυτής σε πολύ συγκεκριμένες περιστάσεις, όταν δηλαδή υπήρχε κίνδυνος σοβαρών οικονομικών επιπτώσεων, οφειλομένων ειδικότερα στον μεγάλο αριθμό των εννόμων σχέσεων που είχαν καλοπίστως συναφθεί βάσει της ρυθμίσεως που εθεωρείτο ως ισχυρή, καθώς και οσάκις κρίθηκε ότι οι ιδιώτες και οι εθνικές αρχές ωθήθηκαν σε μια συμπεριφορά μη σύμφωνη προς την κοινοτική νομοθεσία λόγω αντικειμενικής και σημαντικής αβεβαιότητας ως προς το περιεχόμενο των κοινοτικών διατάξεων, αβεβαιότητας στην οποία συνέβαλε ενδεχομένως αυτή ταύτη η συμπεριφορά των άλλων κρατών μελών ή της Επιτροπής ( 23 ).
Πάντως, ακόμα και σ' αυτή την περίπτωση, το Δικαστήριο διασφάλισε εντούτοις τα δικαιώματα όσων, πριν από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως, είχαν προσφύγει στη δικαιοσύνη ή είχαν υποβάλει αντίστοιχη διοικητική ένσταση. Πράγματι, οποιαδήποτε άλλη λύση θα συνεπαγόταν ότι ο διοικούμενος, του οποίου το έννομο συμφέρον έγκειται ακριβώς στη χρησιμότητα μιας ευνοϊκής αποφάσεως, θα στερούνταν το ουσιώδες όφελος που απορρέει από το δικαίωμα το οποίο επικαλείται δυνάμει των κοινοτικών διατάξεων ( 24 ). Δεδομένου ότι, στην υπό κρίση περίπτωση, ένας ενδεχόμενος περιορισμός των αποτελεσμάτων της αποφάσεως δεν θα μπορούσε να επηρεάσει τις εκκρεμείς διαφορές, ένας τέτοιος περιορισμός δεν θα ανταποκρινόταν στις προσδοκίες της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, καθόσον οι καταστροφικές οικονομικές συνέπειες που φοβάται αφορούν κυρίως τις προσφυγές που έχουν ήδη ασκηθεί ενώπιον των αρμοδίων εθνικών δικαστηρίων.
26.
Τούτου λεχθέντος, θεωρώ ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο ικανό να δικαιολογήσει παρέκκλιση από την αρχή της αναδρομικότητας των αποτελεσμάτων των ερμηνευτικών αποφάσεων.
Πράγματι, η ερμηνεία του άρθρου 95 είναι σαφής και απορρέει από πλούσια και μη διφορούμενη νομολογία. Συνεπώς, καμία αντικειμενική αβεβαιότητα δεν μπορούσε να υπάρχει ως προς το ότι η φορολογική επιβάρυνση απαγορευόταν σύμφωνα με τη νομολογία αυτή ( 25 ). Όσον αφορά τις οικονομικές συνέπειες που θα προκύψουν ενδεχομένως για την Ολλανδική Κυβέρνηση από την αναγνώριση του παράνομου χαρακτήρα της επιβαρύνσεως, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το εν λόγω στοιχείο, αυτό καθαυτό, ουδόλως δικαιολογεί περιορισμό των αποτελεσμάτων της αποφάσεως του Δικαστηρίου. Άλλως θα υπήρχε ο κίνδυνος να αντιμετωπίζονται με ευνοϊκότερο τρόπο οι σοβαρότερες ακριβώς παραβάσεις, καθόσον αυτές είναι εκείνες που μπορεί να έχουν τις σημαντικότερες οικονομικές συνέπειες για τα κράτη μέλη: λύση ανεπιθύμητη και σαφώς απαράδεκτη.
Προσθέτω, εξάλλου, ότι ακριβώς οι υποθέσεις που έχουν ως αντικείμενο τη νομιμότητα, από πλευράς κοινοτικού δικαίου, των εθνικών φορολογικών επιβαρύνσεων είναι εκείνες που έχουν σημαντικές επιπτώσεις όσον αφορά την αναζήτηση των αχρεω-στήτως καταβληθεισών φορολογικών οφειλών. Κατά συνέπεια, το να περιοριστούν τα αποτελέσματα της αποφάσεως απλώς και μόνο ενόψει της εκτάσεως των επιπτώσεων τους, εκτός του ότι θα ήταν αντίθετο προς την προγενέστερη νομολογία του Δικαστηρίου ( 26 ), θα συνιστούσε και επικίνδυνο προηγούμενο, καθόσον θα μπορούσε να καταλήξει σε ουσιαστική μείωση της δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων τα οποία οι φορολογούμενοι αρύονται από την κοινοτική φορολογική νομοθεσία.
27.
Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα, το οποίο επίσης προβλήθηκε κατά τη διάρκεια της δίκης, ότι κατά τον τρόπο αυτό θα δινόταν στους ενδιαφερόμενους εισαγωγείς η δυνατότητα να επιτύχουν την επιστροφή των φορολογικών επιβαρύνσεων που έχουν ήδη μετακυλιστεί στους καταναλωτές, ελλείψει σχετικού ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου θα περιοριστώ να υπενθυμίσω ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, καίτοι το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι το βάρος των αχρεωστήτως εισπραχθέντων φόρων μπόρεσε να μετακυλιστεί σε άλλους επιχειρηματίες ή στους καταναλωτές, εναπόκεται, κατά πάσα περίπτωση, στα κράτη μέλη να «διασφαλίζουν την απόδοση φόρων εισπραχθέντων κατά παράβαση του άρθρου 95, σύμφωνα με τις διατάξεις του εσωτερικού τους δικαίου υπό προϋποθέσεις που δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκές από αυτές που αφορούν παρόμοια μέσα έννομης προστασίας εσωτερικής φύσεως και που, εν πάση περιπτώσει, δεν πρέπει να καθιστούν αδύνατη στην πράξη την άσκηση των παρεχομένων από την κοινοτική έννομη τάξη δικαιωμάτων» ( 27 ).
28.
Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο Tariefcommissie ως εξής:
«1)
Λαμβανομένης υπόψη της σημερινής καταστάσεως όσον αφορά την ολοκλήρωση στον τομέα των φόρων καταναλώσεως μεταξύ των χωρών της Benelux, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 233 της Συνθήκης ΕΚ προκειμένου να αποφύγει την τήρηση των υποχρεώσεων που υπέχει από το άρθρο 95 της Συνθήκης και, συνεπώς, ως οικείο φορολογικό έδαφος, από πλευράς εφαρμογής του άρθρου 95, πρέπει να θεωρείται το έδαφος του συγκεκριμένου κράτους μέλους.
2)
Το άρθρο 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ έχει την έννοια ότι προϊόντα όπως, αφενός, οι ερυθροί επιτραπέζιοι οίνοι και οι ερυθροί οίνοι ποιότητας που παράγονται εντός καθορισμένων περιοχών και, αφετέρου, οι μη αφρώδεις οίνοι από φρούτα των οποίων ο αλκοολικός τίτλος δεν υπερβαίνει το 15 % είναι ομοειδή. Αντιθέτως, προϊόντα όπως, αφενός, το τσέρυ, ο οίνος Μαδέρας και το βερμούτ και, αφετέρου, οι μη αφρώδεις οίνοι από φρούτα των οποίων ο αλκοολικός τίτλος δεν υπερβαίνει το 15 % δεν είναι ομοειδή. Ομοίως, προϊόντα όπως η σαμπάνια και οι αφρώδεις οίνοι από φρούτα δεν είναι ομοειδή.
3)
Στην υπό κρίση περίπτωση, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τον περιορισμό των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 1 ) Το επίθετο «αδρανή» χρησιμοποιείται εν προκειμένω προς υποδήλωση των μη αφρωδών οίνων και, γενικότερα, των μη αφρωδών οινοπνευματωδών ποτών.
( 2 ) Για λόγους εξαντλητικής εκθέσεως του νομικού πλαισίου, θα αναφέρω ότι, στις 29 Μαίου 1972, οι εν λόγω τρεις χώρες υπέγραψαν μια νέα «Σύμβαση Μπενελούξ περί ενοποιήσεως των φόρων καταναλώσεως», η οποία όμως δεν έχει ακόμα τεθεί σε ισχύ και επηρεάζει, ως εκ τούτου, και την έναρξη της ισχύος της «Συμβάσεως περί της ενοποιήσεως του εδάφους της Μπενελούξ όσον αφορά τους φόρους καταναλώσεως», της 10ης Ιουνίου 1970.
( 3 ) Stbl. 1963, 240.
( 4 ) Stbl. 1991, 561.
( 5 ) Stbl. 1992, 711.
( 6 ) Οδηγία της 19ης Οκτωβρίου 1992 για την εναρμόνιση των διαρθρώσεων των ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται στην ακλοόλη και τα αλκοολούχα ποτά (ΕΕ L 316, σ. 21).
( 7 ) Οδηγία της 19ης Οκτωβρίου 1992 για την προσέγγιση των συντελεστών των ειδικών φόρων κατανάλωσης για τα αλκοολούχα ποτά και την αλκοόλη (ΕΕ L 316, σ. 29).
( 8 ) Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1989, 323/87, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1989, σ. 2275, σκέψη 7).
( 9 ) Απόφαση της 4ης Μαρτίου 1986, 106/84, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1986, σ. 833).
( 10 ) Βλ., ως πλέον πρόσφατη, την απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1992, C-3/91, Exportar (Συλλογή 1992, σ. Ι-5529, σκέψη 8).
( 11 ) Απόφαση της 16ης Μαίου 1984, 105/83, Pakvries (Συλλογή 1984, α 2101, σκέψη 11).
( 12 ) Πράγματι, όπως ήδη εξέθεσα, η Σύμβαση περί ενοποιήσεως του εδάφους της Μπενελούξ όσον αφορά τους φόρους καταναλώσεως, της 10ης Ιουνίου 1970, δεν έχει ακόμα αρχίσει να ισχύει.
( 13 ) Βλ., π.χ., την απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1980, 169/78, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 181, σκέψη 5).
( 14 ) Προαναφερθείσα απόφαση της 4ης Μαρτίου 1986, Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 12.
( 15 ) Όπ.π., σκέψη 12.
( 16 ) Όπ.π., σκέψη 14.
( 17 ) Όπ.π., σκέψη 15.
( 18 ) Όπ.π., σκέψη 15.
( 19 ) Βλ., π.χ., την απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1980, 168/78, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 181, σκέψη 6), καθώς και την απόφαση της 9ης Ιουλίου 1987, 356/85, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1987, σ. 3299, σκέψη 7).
( 20 ) Προαναφερθείσα απόφαση της 9ης Ιουλίου 1987, σκέψη 15.
( 21 ) Βλ. τις αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 1980 στην υπόθεση 61/79, Denkavit italiana (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 605, σκέψη 16), καθώς και στις υποθέσεις 66/79, 127/79 και 128/79, Salumi (Συλλογή τόμος 1980/1, σ. 627, σκέψη 9).
( 22 ) Βλ. τις αποφάσεις που αναφέρονται στην προηγούμενη υποσημείωση, αντιστοίχως σκέψεις 17 και 10.
( 23 ) Βλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, C-163/90, Legros κ.λπ. (Συλλογή 1992, σ. Ι-4625, σκέψεις 30 έως 35) απόφαση της 31ης Μαρτίου 1992, C-200/90, Dansk Denkavit και Poulsen Trading (Συλλογή 1992, σ. I-2217)· απόφαση της 17ης Μαίου 1990, C-262/88, Barber (Συλλογή 1990, σ. I-1889, σκέψεις 40 έως 45) απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 24/86, Blaizot (Συλλογή 1988, σ. 379, σκέψεις 25 έως 35) απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, 43/75, Defrenne (Συλλογή τόμος 1976, σ. 175, σκέψεις 69 έως 75).
( 24 ) Συνεπώς, δεν αποδέχομαι την αρχή σύμφωνα με την οποία εναπόκειται στο Δικαστήριο, κάνοντας χρήση της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει να περιορίζει τα διαχρονικά αποτελέσματα των αποφάσεων του, να προσδιορίσει αν η εξαίρεση από αυτόν τον περιορισμό «μπορεί να προβλέπεται υπέρ του διαδίκου της κυρίας δίκης που άσκησε την προσφυγή ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου (...) ή εάν, αντιστρόφως, η αναγνώριοτ) του ανίσχυρου του κανονισμού, η οποία έχει αποτελέσματα μόνο στο μέλλον, συνιστά επαρκή θεραπεία» (απόφαση της 26ης Απριλίου 1994, C-228/92, Roquette Frères, Συλλογή 1994, σ. I-1445, σκέψη 25). Θεωρώ ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για «επαρκή θεραπεία» παρά μόνον όταν αυτή όχι μόνον επιτρέπει στον ιδιώτη να επιτύχει την αναγνώριση, αναλόγως της περιπτώσεως, του ανίσχυρου μιας κοινοτικής διατάξεως ή του ανεφάρμοστου μιας εθνικής διατάξεως, αλλά — κυρίως — είναι ικανή να εξασφαλίσει την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στον διοικούμενο. Αλλως, υπάρχει κίνδυνος γνήσιας αρνησιδικίας, με συνέπεια την απώλεια της αξιοπιστίας του συστήματος, ιδίως όσον αφορά τον σεβασμό των θεμελιωδών αρχών μιας κοινότητας δικαίου. Ως προς το θέμα αυτό, ως γνωστόν, ήταν σαφή τα μηνύματα που περιέχονται σε ορισμένες εθνικές δικαστικές αποφάσεις (βλ. π.χ. την απόφαση αριθ. 232 που εξέδωσε το Corte costituzionale της Ιταλίας στις 21 Απριλίου 1989 στην υπόθεση Fragd, στο Il Foro italiano, 1990, Ι, col. 1855 συναφώς, βλ. Gaja, «New Developments in a continuing stary: the relationship between EEC Law and the Italian Law», στο CMLRev., a. 83 επ.).
( 25 ) Πέραν τούτου, η Επιτροπή κίνησε, στις 17 Οκτωβρίου 1990, κατά των Κάτω Χωρών διαδικασία λόγω παραβάσεως, στο πλαίσιο της οποία προσήψε ακριβώς στο κράτος αυτό το ασυμβίβαστο της επίδικης νομοθεσίας προς το άρθρο 95 της Συνθήκης. Η διαδικασία αυτή ανεστάλη στη συνέχεια, όταν οι Κάτω Χώρες έθεσαν τέρμα στη δυσμενή διάκριση θεσπίζοντας νέα σχετική νομοθεσία, η οποία ετέθη σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1993.
( 26 ) Βλ. π.χ., την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Dansk Denkavit και Poulsen Trading, σκέψεις 20 έως 23, η οποία αφορούσε εισφορά της οποίας η δημοσιονομική σημασία δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητη.
( 27 ) Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1980, 68/79, Just (Συλλογή τόμος 1980/1, σ. 253, σκέψη 27). Βλ. επίσης, μεταξύ άλλων, την απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983, 199/82, San Giorgio, Συλλογή 1983, σ. 3595), καθώς και την απόφαση της 9ης Ιουνίου 1988, 240/87, Deville, (Συλλογή 1988, σ. 3513).
Full & Egal Universal Law Academy