ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
ANTONIO LA PERGOLA
της 4ης Μαΐου 1995 ( *1 )
Εισαγωγή
1.
Στην παρούσα υπόθεση ο Henrichs, πρώην έκτακτος υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και τώρα υπάλληλος στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Έρευνας και Τεχνολογίας, άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο στις 24 Ιουνίου 1993 στην υπόθεση Τ-92/91 (Συλλογή 1993, α II-611) και ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει τις αποφάσεις της Επιτροπής της 25ης Απριλίου και της 3ης Μαΐου 1991, εκδοθείσες βάσει του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) 2274/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη θέσπιση ειδικών μέτρων εξόδου από την υπηρεσία των εκτάκτων υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( 1 ) (στο εξής: κανονισμός). Ο αναιρεσείων ζητεί επίσης από το Δικαστήριο να καταδικάσει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της δίκης ενώπιον του Πρωτοδικείου και της παρούσας διαδικασίας.
2.
Εξετάζοντας την αναίρεση η οποία, κατά το άρθρο 51 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου, πρέπει να περιορίζεται σε νομικά ζητήματα, παραπέμπω in toto, ως προς τα πραγματικά περιστατικά, στην απόφαση του Πρωτοδικείου η οποία, υπό την έποψη αυτή, δεν μπορεί να είναι αντικείμενο αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου.
3.
Ο αναιρεσείων αναπτύσσει χωριστά τις αιτιάσεις που αφορούν καθεμία από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις. Θα διατυπώσω τις προτάσεις μου λαμβάνοντας υπόψη την ακολουθούμενη σειρά στην ανάπτυξη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η απόφαση της 25ης Απριλίου 1991
Έλλειψη αιτιολογίας
4.
Από τον πρώτο λόγο αναιρέσεως που προβάλλεται κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου σχετικά με το αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 25ης Απριλίου 1991 συνάγεται ότι η απόφαση αυτή δεν είναι αιτιολογημένη. Ως εκ τούτου, όλοι οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο αναιρεσείων αφορούν πραγματικά περιστατικά: συγκεκριμένα, αναφέρονται στην έλλειψη γνώσεως από τον αναιρεσείοντα των στοιχείων στα οποία θα βάσιζε την ανάλυση του εκκαθαριστικού σημειώματος των αποδοχών του. Αυτή όμως η προσέγγιση δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναιρέσεως ενόψει της απαγορευτικής διατάξεως του άρθρου 51 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου.
5.
Εξάλλου, προβάλλεται η ένσταση ότι ο αναιρεσείων περιορίστηκε στην ανάπτυξη των ίδιων επιχειρημάτων τα οποία είχε εκθέσει ήδη πρωτοδίκως, κατά παράβαση της αρχής, επανειλημμένως διακηρυχθείσας από το Δικαστήριο, κατά την οποία «η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να περιλαμβάνει κατά τρόπο ακριβή τα επικρινόμενα στοιχεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση, καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένο το αίτημα αυτό» ( 2 ). Με τη νομολογία του Δικαστηρίου διευκρινίστηκε επίσης ότι η «αίτηση αναιρέσεως η οποία περιορίζεται στην επανάληψη των λόγων και επιχειρημάτων που έχουν προβληθεί ήδη ενώπιον του Πρωτοδικείου (...) αποτελεί στην πραγματικότητα αίτηση για απλή επανεξέταση της ασκηθείσας ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγής, πράγμα που δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου» ( 3 ).
6.
Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως που προβάλλει ο αναιρεσείων πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Η φερόμενη παράβαση τον άρθρον 4, παράγραφος 4, τον κανονισμού
7.
Η δεύτερη αιτίαση του αναιρεσείοντος σχετικά με την απόφαση της Επιτροπής της 25ης Απριλίου 1991 αφορά την παράβαση, εκ μέρους της Επιτροπής, του άρθρου 4, παράγραφος 4, του κανονιμού. Το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού είναι διατυπωμένο ως εξής:
«Το ποσό των ακαθαρίστων [εισοδημάτων] που εισπράττει ο ενδιαφερόμενος στα νέα του καθήκοντα [αφαιρείται από] την αποζημίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1, [κατά το μέτρο που] τα [εισοδήματα] αυτά, προστιθέμενα στην αποζημίωση αυτή, υπερβαίνουν τις τελευταίες συνολικές ακαθάριστες αποδοχές του δικαιούχου, υπολογιζόμενες με βάση [τον] πίνακα αποδοχών [που ισχύει] την πρώτη ημέρα του μήνα κατά τον οποίο πρέπει να γίνει εκκαθάριση της αποζημίωσης. Οι αποδοχές αυτές αναπροσαρμόζονται σύμφωνα με τον διορθωτικό συντελεστή της παραγράφου 3.
Τα ακαθάριστα [εισοδήματα] και οι τελευταίες συνολικές ακαθάριστες αποδοχές [του πρώτου εδαφίου] συνιστούν τα ποσά τα οποία λαμβάνονται υπόψη μετά την αφαίρεση των [εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως] και πριν από την αφαίρεση του φόρου.
Ο ενδιαφερόμενος είναι υποχρεωμένος να παρέχει τα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία που τυχόν θα απαιτηθούν και να κοινοποιεί στο θεσμικό όργανο κάθε στοιχείο που μπορεί να τροποποιεί τα δικαιώματα του στην αποζημίωση.»
Κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, η Επιτροπή, υπολογίζοντας το ποσό των αποδοχών που αυτός λαμβάνει ως δημόσιος υπάλληλος στη Γερμανία, παρέλειψε να προβεί στις προβλεπόμενες μειώσεις. Εφόσον το ποσό των αποδοχών θεωρείται από την Επιτροπή ως «ακαθάριστο» εισόδημα, αυτό υπερβαίνει, συνεπώς, εκείνο που λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς του άρθρου 4, παράγραφος 4, του κανονισμού.
8.
Το Πρωτοδικείο, δεχόμενο τη θέση που προέβαλε η Επιτροπή προς υπεράσπιση της, δέχθηκε ότι ο λόγος αυτός της προσφυγής ήταν αβάσιμος. Ο αναιρεσείων προτείνει τώρα να αναιρεθεί η απόφαση προβάλλοντας διάφορα επιχειρήματα: το Πρωτοδικείο παρέλειψε, προπαντός, να αποφανθεί επί της ορθής σημασίας αυτού που αναφέρεται στον κανονισμό ως «ακαθάριστα εισοδήματα», από τα οποία έπρεπε να αφαιρεθεί το ποσό των «κοινωνικοασφαλιστικών κρατήσεων» θα έπρεπε επίσης να προσδώσει στις έννοιες του εισοδήματος και των κρατήσεων, οι οποίες περιλαμβάνονται στις κοινοτικές διατάξεις, διαφορετική σημασία από αυτήν που συνάγεται από την έννομη γερμανική τάξη τέλος, παρέλειψε να λάβει υπόψη την πρακτική που ακολουθεί η Επιτροπή στην εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 4, του κανονισμού.
Οι κατ' αυτόν τον τρόπο συναχθείσες αιτιάσεις οφείλονται εν πολλοίς στην υπόθεση ότι η Επιτροπή παρέλειψε να καθορίσει και να εφαρμόσει ορθά τις έννοιες του εισοδήματος και των κοινωνικοασφαλιστικών κρατήσεων, οι οποίες πρέπει να ερμηνεύονται σε σχέση με τις διατάξεις της γερμανικής έννομης τάξεως. Επί της υποθέσεως αυτής πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να επικεντρωθεί η προσοχή.
9.
Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το σύστημα ασφαλιστικής καλύψεως που ισχύει στη γερμανική έννομη τάξη, που τον αφορά ως δημόσιο υπάλληλο, εμπνέεται, όπως αυτό είναι διαρρυθμισμένο, από την αρχή της «υποχρεώσεως συντηρήσεως» [Alimentationsprinzip): το δημόσιο-εργοδότης καταβάλλει στον υπάλληλο ένα ποσό που προορίζεται να καλύψει μερικώς το κόστος της ιατροφαρμακευτικής ασφαλίσεως, καθώς και ειδική ενίσχυση, την αποκαλούμενη Beihilfe, που αποβλέπει στην κάλυψη, πάντοτε μερικώς, των κρατήσεων που βαρύνουν τον ίδιο τον υπάλληλο για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Τα ποσά που αφορούν και τα δύο αυτά κονδύλια, οσάκις εξακριβώνονται, πρέπει να θεωρούνται ως κοινωνικοασφαλιστικές κρατήσεις και, συνεπώς, να αφαιρούνται από τις αποδοχές του ενδιαφερομένου. Εν προκειμένω, συνιστά κοινωνικοασφαλιστική κράτηση η οποία, κατά τον κανονισμό, πρέπει να αφαιρείται από τις αποδοχές, ο δε προσφεύγων οφείλει να καταβάλει τα ποσά αυτά σε ταμείο προνοίας για την ασφαλιστική κάλυψη έναντι των κινδύνων ασθενείας του ιδίου και της οικογένειάς του, έστω και αν πρόκειται για ποσά για τα οποία στο εκκαθαριστικό σημείωμα των αποδοχών δεν αναφέρεται ρητώς και επακριβώς ο λόγος καταβολής τους, ή τα οποία ο ενδιαφερόμενος πρέπει να υπολογίσει ή να αποδείξει ότι τα κατέβαλε.
Μόνον εφαρμόζοντας ένα τέτοιο κριτήριο θα ήταν δυνατό να προσδιοριστεί το ακριβές ποσό του ακαθαρίστου εισοδήματος που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τους σκοπούς του άρθρου 4, παράγραφος 4, του κανονισμού.
10.
Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Επιτροπή αντιτάσσει μια άλλη και διαφορετική ανάγνωση των επιμέρους κονδυλίων, των οποίων την αφαίρεση από τις ακαθάριστες αποδοχές ζητεί ο αναιρεσείων. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι οι εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων πρέπει να θεωρούνται ως αφαιρεθείσες ab origine από το γερμανικό δημόσιο-εργοδότη. Εξάλλου, ο ακριβής υπολογισμός των εισφορών αυτών είναι πράξη αρκετά δυσχερής, όπως δέχθηκε ο ίδιος ο αναιρεσείων. Τα σχετικά ποσά πρέπει, ως εκ τούτου, να θεωρούνται κατά τεκμήριο ως ήδη αφαιρεθέντα χωρίς όμως να μπορούν να προσδιοριστούν συγκεκριμένα. Εφόσον, έστω και για αυτόν τον λόγο, οι επίμαχες κρατήσεις δεν εμφανίζονται στο εκκαθαριστικό σημείωμα των αποδοχών, δεν είναι δυνατό, ισχυρίζεται η Επιτροπή, να αφαιρεθούν από τις αποδοχές. Ως εκ τούτου, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι η υπόθεση του αναιρεσείοντος στερείται ερείσματος.
11.
Τα νομικά ζητήματα, τα οποία υποβάλλονται εν προκειμένω προς εξέταση στο Δικαστήριο, αφορούν ως εκ τούτου τη σημασία που έχουν οι έννοιες οι οποίες έχουν εφαρμογή στον μισθό του αναιρεσείο-ντα: και από τις έννοιες αυτές αρκεί, για τους σκοπούς της παρούσας διαφοράς, να εξεταστεί η σχετική με τις κοινωνικοασφαλιστικές κρατήσεις. Πράγματι, ο κανονισμός διακρίνει τις κρατήσεις αυτές από τις φορολογικές κρατήσεις, ορίζοντας ότι οι τελευταίες έχουν διαφορετική επίπτωση επί του ακαθαρίστου εισοδήματος.
12.
Ο αναιρεσείων ζητεί να αναιρεθεί η απόφαση του Πρωτοδικείου επικαλούμενος τον εσφαλμένο νομικό ορισμό που έδωσε η Επιτροπή, και επιβεβαίωσε το ίδιο το Πρωτοδικείο, των προαναφερομένων εννοιών, κατά το μέτρο που αυτές ασκούν επιρροή στην εφαρμογή του κανονισμού.
Προς καλύτερη διευκρίνιση του σημείου αυτού παρατηρείται ότι, πάντοτε κατά τον αναιρεσείοντα, το Πρωτοδικείο κατέληξε στην εσφαλμένη ερμηνεία της εφαρμοστέας διατάξεως καθόσον προσδίδει στην εν λόγω εισφορά διαφορετική έννοια από εκείνην που προκύπτει από τη γερμανική έννομη τάξη.
13.
Επομένως, το ζήτημα που τίθεται έτσι στην κρίση του Δικαστηρίου συνίσταται στην εξακρίβωση αν το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού παραπέμπει, όσον αφορά την παρούσα διαφορά, στο εθνικό δίκαιο — και συγκεκριμένα στη γερμανική έννομη τάξη — και με ποια αποτελέσματα.
14.
Το Πρωτοδικείο, με τη σκέψη 22 της αποφάσεως, εξέτασε ακροθιγώς το ζήτημα, αλλά, αναφερόμενο σε άλλη απόφαση του εκδοθείσα στην υπόθεση Khouri κατά Επιτροπή ( 4 ), επέλυσε το ζήτημα αν το Πρωτοδικείο μπορεί να εξετάζει εθνική διάταξη, καθώς και την εφαρμογή της εθνικής διατάξεως στην οποία προβαίνουν οι κοινοτικές αρχές, όταν κοινοτική κανονιστική διάταξη εξαρτάται από εθνική διάταξη. Όσον αφορά την υπόθεση η οποία εξετάζεται τώρα από το Δικαστήριο, το Πρωτοδικείο δέχθηκε όντως ότι είχε αρμοδιότητα να εξετάσει τα επιχειρήματα που προέβαλε ο προσφεύγων επικαλούμενος ότι η Επιτροπή είχε παραβεί ή παρανοήσει τις σχετικές διατάξεις του γερμανικού δικαίου.
15.
Η ίδια απόφαση Khouri κατά Επιτροπής περιλαμβάνει, στη σκέψη 32, και άλλες κρίσεις που αξίζει να υπομνησθούν εν προκειμένω.
Στην απόφαση αυτή, το Πρωτοδικείο επανέλαβε την άποψη την οποία είχε εκφράσει το Δικαστήριο στην υπόθεση Ekro ( 5 ) διατυπωμένη ως εξής: «Όπως επιβάλλουν οι απαιτήσεις τόσο της ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, όσο και της αρχής της ισότητας, στο περιεχόμενο μιας διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, η οποία δεν παραπέμπει ρητώς στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και της σημασίας της, πρέπει κανονικά να δίδεται σε όλη την Κοινότητα αυτοτελής και ομοιόμορφη ερμηνεία, η οποία πρέπει να ανευρίσκεται με βάση τα συμφραζόμενα και τον σκοπό που επιδιώκει η σχετική κανονιστική ρύθμιση.»
Υπενθυμίζοντας τις κρίσεις αυτές στην υπόθεση Ekro, ωστόσο, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι όφειλε να διευκρινίσει περαιτέρω, με τις παρατηρήσεις που διατύπωσε εν συνεχεία, πώς μπορεί να διαμορφωθεί η παραπομπή από το κοινοτικό δίκαιο στο εθνικό δίκαιο: «Το Πρωτοδικείο κρίνει όμως ότι, ελλείψει ρητής παραπομπής, η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου μπορεί να επάγεται ενδεχομένως αναφορά στο δίκαιο των κρατών μελών όταν ο κοινοτικός δικαστής δεν μπορεί να ανεύρει στο κοινοτικό δίκαιο ή στις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου τα στοιχεία που του επιτρέπουν να προσδιορίσει το περιεχόμενο και τη σημασία της εν λόγω διατάξεως με αυτοτελή ερμηνεία.»
16.
Οι διευκρινίσεις που προσφέρει η τελευταία αυτή απόφαση του Πρωτοδικείου συνιστούν, κατά τη γνώμη μου, σαφή και χρήσιμη συμβολή ως προς το ζήτημα της παραπομπής, όπως αυτό τίθεται στην προκειμένη περίπτωση.
Το κριτήριο που δέχεται το Πρωτοδικείο είναι σαφές: η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου μπορεί να επάγεται αναφορά στο εθνικό δίκαιο, ακόμη και αν δεν προβλέπεται ρητή παραπομπή, οσάκις αποκλείεται η δυνατότητα καθορισμού, βάσει του κοινοτικού δικαίου ή των γενικών αρχών του, το περιεχόμενο και η σημασία της εφαρμοστέας διατάξεως.
Ας εξετάσω όμως την περίπτωση που μας αφορά. Έχω τη γνώμη ότι για τον ερμηνευτή του δικαίου ουδόλως τίθεται πρόβλημα κατανοήσεως της διατάξεως του άρθρου 4, παράγραφος 4, του κανονισμού — φυσικά, περιοριζόμενος στα αποτελέσματα που έχουν σημασία εν προκειμένω — αν ληφθούν υπόψη τα συμφραζόμενα από τα ερμηνευτικά κριτήρια που συνάγονται από το σύστημα, ή τις γενικές αρχές, του κοινοτικού δικαίου.
Στη διάταξη που διέπει τον εν προκειμένω τομέα, η παραπομπή στο εθνικό δίκαιο δεν είναι ρητή, ασφαλώς όμως είναι συμφυής με τη ratio legis: ως εκ τούτου, είναι παραπομπή η οποία μπορεί να θεωρηθεί ως επιβαλλόμενη, παρά ως επιτρεπόμενη, από τους σκοπούς που επιδιώκει ο ίδιος ο κοινοτικός νομοθέτης. Πράγματι, στην παρούσα περίπτωση δεν πρόκειται για διάταξη η οποία αποβλέπει στην εναρμόνιση των διατάξεων που διέπουν τον σχετικό τομέα σε εθνικό επίπεδο, στην εξάλειψη ή τη μείωση των διαφορών στις ισχύουσες έννομες τάξεις. Το άρθρο 4, παράγραφος 4, δεν απευθύνεται ούτε στα κράτη μέλη ώστε αυτά να προσαρμόσουν συναφώς τη μεταχείριση των ενδιαφερομένων σε κάποιο κριτήριο που μπορεί να παραπέμπει στην κοινοτική έννομη τάξη. Αντιθέτως, πρόκειται για κανόνα ο οποίος, θεσπισθείς σκοπίμως για τους κοινοτικούς υπαλλήλους οι οποίοι έχουν αποχωρήσει από την ενεργό υπηρεσία, περιορίζεται, όσον αφορά τη βάση εφαρμογής του, στις διατάξεις, οποιεσδήποτε και αν είναι αυτές, που τίθενται στην έννομη τάξη από καιρού εις καιρόν προκειμένου να προσδιορίζονται τα εισοδήματα και οι κοινωνικοασφαλιστικές κρατήσεις που προέρχονται από την άσκηση νέων καθηκόντων ή την εργασία του πρώην υπαλλήλου.
Ενεργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο, ο κοινοτικός νομοθέτης είχε εξάλλου συνείδηση ότι παραπέμπει σε κριτήρια τα οποία μπορούσαν να διαφέρουν από μια έννομη τάξη σε άλλη, και όντως διαφέρουν, σύμφωνα με τις επιλογές νομοθετικής πολιτικής, υποκείμενες σε κάθε σύστημα στον αντίστοιχο προσδιορισμό του εισοδήματος και των κρατήσεων, από τις οποίες προκύπτει το καθαρό εισόδημα. Επομένως, ο υπό εξέταση κανονισμός εκδόθηκε με την προφανή προϋπόθεση ότι δεν ήταν σκόπιμη η παρέμβαση στις εκτιμήσεις κανονιστικού χαρακτήρα του εθνικού νομοθέτη και, έτσι, στην εκτίμηση των θεσπιζόμενων λύσεων στις έννομες τάξεις, στις οποίες και παραπέμπει. Η παραπομπή διαρθρώνεται όπως έχει αναφερθεί: με αυτήν αναγνωρίζεται, τελικά, ή προϋποτίθεται, ότι εναπόκειται σε κάθε εθνική έννομη τάξη να θεσπίσει μια ίση και λογική αναλογία μεταξύ εισοδήματος και κοινωνικοασφαλιστικών κρατήσεων. Η διαφορά η οποία μπορεί να προκύψει από την υιοθετηθείσα λύση στη μεταχείριση των πρώην κοινοτικών υπαλλήλων, λόγω του τόπου στον οποίο αυτοί βρίσκονται για τα νέα τους καθήκοντα, ανάγεται, επομένως, στις διατάξεις εσωτερικού δικαίου, στις οποίες η κοινοτική ρύθμιση δεν θέλησε να παρέμβει.
17.
Εν προκειμένω, αυτό έχει ως συνέπεια ότι πρέπει να εξακριβωθεί αν το γερμανικό δίκαιο προβλέπει κοινωνικοασφαλιστικές κρατήσεις και πώς αυτό προσδιορίζει το ύψος τους σε σχέση με το ακαθάριστο εισόδημα.
Ήδη το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι από το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών του αναιρεσείοντος δεν προκύπτει ότι μέρος των αποδοχών που αυτός λαμβάνει καταλογίζεται για την εξόφληση τέτοιων κρατήσεων. Αυτό όμως είναι εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται σε αναίρεση κατά την παρούσα δίκη. Για να συναχθεί κατά νόμο ότι η γερμανική έννομη τάξη δεν προβλέπει κοινωνικοασφαλιστικές κρατήσεις που αφαιρούνται από το ακαθάριστο εισόδημα του ενδιαφερομένου, κατά την έννοια του κανονισμού, πρέπει, εξάλλου, να διατηρεί κανείς κατά νου ότι ο ερμηνευτής του δικαίου από τον οποίο ζητείται να εφαρμόσει την κοινοτική ρύθμιση δεν μπορεί να δώσει τη δική του εκδοχή ως προς τον καταβαλλόμενο μισθό στον αναιρεσείοντα, αναλύοντας ή ανασυνθέτοντας με υποθέσεις που οδηγούν στην ανασύνθεση των επί μέρους κεφαλαίων του ακαθάριστου εισοδήματος, κατά διαφορετικό τρόπο από αυτόν που προκύπτει από το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών: μια τέτοια ερμηνευτική δραστηριότητα θα υπερέβαινε την αρμοδιότητα της Επιτροπής και του ίδιου του δικαστή, στον οποίο απόκειται να ελέγχει την απόφαση του τελευταίου αυτού οργάνου.
Η παραπομπή στο εθνικό δίκαιο, υπό τους όρους που διευκρινίστηκαν πιο πάνω, αποκλείει εξάλλου — και αυτό δεν χρειάζεται να τονιστεί — το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών να εκτιμηθεί με βάση την έννοια του εισοδήματος και των κοινωνικοασφαλιστικών κρατήσεων που το Δικαστήριο θα μπορούσε ενδεχομένως να συναγάγει από το σύστημα του κοινοτικού δικαίου.
Σ' αυτό προστίθεται το ότι ο αναιρεσείων δεν απέδειξε ότι έχει καταβάλει — σύμφωνα με την αρχή onus probandi incumbit ei qui dicit, και τη διάταξη του άρθρου 4, τελευταία παράγραφος, του κανονισμού — κανένα ποσό που να προκύπτει από το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών, ούτε άλλο ποσό ή εισφορά για οποιονδήποτε λόγο επιβαλλόμενο από την έννομη τάξη ώστε να μπορεί να απολαύει ως δημόσιος υπάλληλος του συστήματος κοινωνικής προστασίας που προβλέπει η γερμανική έννομη τάξη. Τα επιχειρήματα που προτείνει ο προσφεύγων για να συναχθεί το εσφαλμένο της αποφάσεως, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε η καταβολή των πιθανών κοινωνικοασφαλιστικών κρατήσεων, είναι απαράδεκτα κατά τη διαδικασία αναιρέσεως, καθόσον αφορούν αμφισβήτηση περιστατικών τα οποία κρίθηκαν από το Πρωτοδικείο.
Από τους προεκτεθέντες λόγους συνάγεται, επομένως, το αβάσιμο της αναιρέσεως ως προς την παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 4, του κανονισμού επειδή δεν αφαιρέθηκαν οι κοινωνικοασφαλιστικές κρατήσεις.
Η φερόμενη μη εφαρμογή τον άρθρον 8 τον Bundesbesoldungsgesetz
18.
Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη την πιθανή μείωση των αποδοχών του αναιρεσείοντος που προβλέπει το άρθρο 8 του Bundesbesoldungsgesetz (BBesG). Το Πρωτοδικείο έσφαλε επίσης επειδή δεν έλαβε υπόψη τις ενδεχόμενες επιζήμιες συνέπειες που προκύπτουν από την προαναφερθείσα ρύθμιση ή εκείνες που μπορεί να προκλήθηκαν από την εφαρμογή της ανάλογης διατάξεως του άρθρου 56 του Beamtenversorgungsgesetz (BeamtVG).
Η Επιτροπή αντιτείνει ότι το ζήτημα που τίθεται με την αιτίαση αυτή είναι πρόωρο, προβάλλοντας ότι, κατά τον χρόνο που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η προβαλλόμενη μείωση των αποδοχών του προσφεύγοντος δεν είχε ακόμη διενεργηθεί από τις γερμανικές αρχές και, όντως, δεν προκύπτει από το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών. Εξάλλου, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι στην περίπτωση κατά την οποία μια τέτοια κράτηση θα πραγματοποιηθεί από τις εθνικές αρχές, η Επιτροπή θα λάβει υπόψη τη συνακόλουθη μείωση του εισοδήματος του ενδιαφερομένου κατά την εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 4, του κανονισμού. Όσον αφορά το άρθρο 56 του BeamtVG, η Επιτροπή αντιτάσσει ότι η διάταξη αυτή μπορεί να εφαρμοσθεί μόνο στην περίπτωση, που δεν είναι η προκειμένη, κατά την οποία ο αναιρεσείων θα είχε στη Γερμανία εισόδημα από σύνταξη.
19.
Συναφώς, πρέπει να συμφωνήσω με όσα υποστηρίζει η Επιτροπή. Το ότι η υπό εξέταση αιτίαση δεν μπορεί να γίνει δεκτή καθίσταται προφανές από το γεγονός ότι αυτή αφορά μόνο τη μη τήρηση ενδεχομένως του κοινοτικού κανονισμού που έχει εφαρμογή. Κατά τον χρόνο ασκήσεως του μέσου ένδικης προστασίας η γερμανική διοίκηση δεν είχε προβεί ακόμη σε καμιά κράτηση, ούτε είναι δυνατό να προβλεφθεί εάν και πότε αυτό θα συμβεί. Πάντως, στην περίπτωση κατά την οποία η μείωση του μισθού για την οποία γίνεται λόγος εν προκειμένω θα πραγματοποιηθεί και η Επιτροπή, όπως δήλωσε η ίδια, θα λάβει προσηκόντως υπόψη τον νέο χορηγούμενο μισθό, δεν υπάρχει παράβαση του κοινοτικού δικαίου.
20.
Όπως τίθεται στην προκειμένη περίπτωση, δεν φαίνεται να προκύπτει η θεμελίωση του ζητήματος αν η συναχθείσα μισθολογική κατάσταση του αναιρεσείοντος θα ληφθεί ή όχι υπόψη για τον καθορισμό του ύψους της αποζημιώσεως που του οφείλεται κατά την έννοια του κανονισμού. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιληφθεί ενός τέτοιου ζητήματος προς το παρόν, αλλά μόνον όταν οι γερμανικές αρχές θα έχουν μεριμνήσει συγκεκριμένα για την προβλεπόμενη μισθολογική μείωση και η Επιτροπή θα έχει παραλείψει να εξετάσει εκ νέου τον μισθό του ενδιαφερομένου σύμφωνα με τις αποφάσεις που έχουν ληφθεί κατά τη συναφή έννομη τάξη. Μόνο μια τέτοια ενδεχόμενη συμπεριφορά της Επιτροπής μπορεί να καταστήσει συγκεκριμένη την παράβαση του άρθρου 4 του κανονισμού, εξεταζομένου υπό την έποψη αυτή, και μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ελέγχου της νομιμότητας που επιφυλάσσεται στο Δικαστήριο.
Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως που προβάλλει ο αναιρεσείων είναι αβάσιμος.
Η φερόμενη παράλειψη τελεολογικής ερμηνείας τον κανονισμού
21.
Ο αναιρεσείων υποστηρίζει εξάλλου ότι η Επιτροπή δεν εφάρμοσε ορθώς το άρθρο 4, παράγραφος 4, διότι παρέλειψε να δώσει σ' αυτό «τελεολογική» ερμηνεία και, έτσι, η διάταξη αυτή να νοηθεί σύμφωνα με τους σκοπούς τους οποίους, κατά τον αναιρε-σείοντα, επιδιώκει ο κοινοτικός νομοθέτης.
Εάν η Επιτροπή είχε υιοθετήσει το ερμηνευτικό κριτήριο που αυτός επικαλείται, αναφέρει ο αναιρεσείων, όφειλε να είχε εκτιμήσει, για τον υπολογισμό που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 4, τη διαφορετική φορολογική μεταχείριση στην οποία υπόκεινται οι αποδοχές του σε εθνικό επίπεδο, σε σχέση με το κοινοτικό φορολογικό σύστημα. Σκοπός του κανονισμού ήταν να εξασφαλίσει στον δικαιούχο της αποζημιώσεως αποδοχές όχι μικρότερες από τον μισθό που αυτός ελάμβανε προηγουμένως ως υπάλληλος υπηρετών στην Κοινότητα. Το Πρωτοδικείο έσφαλε επίσης καθόσον απέκλεισε το ότι το πρόβλημα της εθνικής προοδευτικής φορολογίας μπορεί να έχει σημασία για την επίλυση της προκειμένης περιπτώσεως.
Η Επιτροπή παρατηρεί συναφώς ότι οι διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 4, διέπουν πλήρως τις δικές της εξουσίες παρεμβάσεως προς καθορισμό των ακαθάριστων αποδοχών που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Δεν διαθέτει καμιά αρμοδιότητα να προβεί σε φορολογική εναρμόνιση ως προς τους μισθούς σε εθνικό επίπεδο, πράγμα που άλλωστε αποκλείεται ρητά από την ίδια αυτή διάταξη.
22.
Ακόμη και αν ήταν δυνατό να δοθεί, στην προκειμένη περίπτωση, τελεολογική ερμηνεία στον κανονισμό, το αποτέλεσμα δεν θα ήταν ασφαλώς αυτό που ο αναιρεσείων θα ανέμενε από το Δικαστήριο. Θα ήταν δυνατό, το πολύ, να γίνει δεκτό ότι ο κοινοτικός νομοθέτης, θεσπίζοντας το σύστημα αποζημιώσεως, είχε την πρόθεση να εξασφαλίσει στον δικαιούχο ορισμένο απαράβατο επίπεδο αποδοχών. Αυτό όμως που ο αναιρεσείων δεν λαμβάνει υπόψη είναι ότι ο τρόπος υπολογισμού του ποσού αυτών των αποδοχών ορίζεται από τον ίδιο τον κανονισμό. Πράγματι, μολονότι προβλέπεται ότι η αποζημίωση και τα νέα εισοδήματα μπορούν να σωρεύονται, η σώρευση αυτή, κατά τις ρητές διατάξεις του άρθρου 4, επιτρέπεται μόνον εντός των ορίων των τελευταίων αποδοχών που ελάμβανε ο αναιρεσείων ως κοινοτικός υπάλληλος και υπό την προϋπόθεση καθορισμού, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι φορολογικές κρατήσεις, του ύψους του μεγαλύτερου καταβαλλόμενου μισθού, σε σχέση με το ένα ή το άλλο ποσό τα οποία μπορούν να σωρεύονται.
Θεωρώ, ως εκ τούτου, ότι οφείλω να δεχθώ την άποψη της Επιτροπής. Ο λόγος ακυρώσεως που προβάλλει ο αναιρεσείων είναι αβάσιμος.
Η απόφαση της 3ης Μαΐου 1991
23.
Το άρθρο 4, παράγραφος 6, του κανονισμού έχει ως εξής:
«Ο δικαιούχος της αποζημιώσεως έχει δικαίωμα, τόσο για τον εαυτό του όσο και για τα πρόσωπα που καλύπτονται από αυτόν, στις παροχές που εξασφαλίζει το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του άρθρου 72 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως εφόσον καταβάλλει τη σχετική συνεισφορά του, η οποία υπολογίζεται με βάση το ύψος της αποζημίωσης της παραγράφου 1 και εφόσον δεν καλύπτεται από άλλη ασφάλεια ασθενείας, βάσει νόμου ή άλλης ρυθμίσεως.»
Η Επιτροπή, βάσει της διατάξεως αυτής, εξέδωσε την απόφαση με την οποία αποκλείει τον αναιρεσείοντα από το ευεργέτημα της κοινοτικής ασφαλίσεως ασθενείας, εξομοιώνοντας τις παροχές που καταβάλλει η Beihilfe προς τις παροχές ενός συστήματος ασφαλίσεως ασθενείας βάσει νόμου ή άλλης ρυθμίσεως.
Η φερόμενη έλλειψη αιτιολογίας
24.
Προκαταρκτικώς, προβάλλεται η έλλειψη αιτιολογίας της υπό εξέταση αποφάσεως. Μια πρώτη αιτίαση βασίζεται στο επιχείρημα ότι το θεσπισθέν μέτρο ως προς τον αναιρεσείοντα περιορίζεται στην επανάληψη του κειμένου του άρθρου 4, παράγραφος 6, του κανονισμού, χωρίς να αναφέρει και να διευκρινίζει τον λόγο για τον οποίο η διάταξη αυτή έχει εν προκειμένω εφαρμογή.
25.
Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι η κρίση που διατυπώνεται με αναφορά στην ισοδυναμία μεταξύ των παροχών της Beihilfe και εκείνων του κοινοτικού συστήματος ασφαλίσεως ασθενείας συνιστούν επαρκή αιτιολογία.
26.
Όπως διαπιστώνεται με την αναιρεσι-βαλλόμενη απόφαση, το ζήτημα, όπως αυτό τέθηκε, αφορά μάλλον την ουσία, παρά την έλλειψη αιτιολογίας. Θεωρώ ότι το υπό εξέταση μέτρο είναι επαρκώς αιτιολογημένο. Η αιτιολογία προκύπτει από την κρίση ως προς την ισοτιμία στην οποία, εκδίδοντας την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή αναφέρθηκε ρητά. Αν η κρίση αυτή δικαιολογείται από νομική άποψη είναι άλλο και διαφορετικό ζήτημα, το οποίο προϋποθέτει την ύπαρξη της αιτιολογίας και αφορά την ουσία.
Επομένως, καταλήγω στο ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
27.
Σχετικά με τη φερόμενη έλλειψη αιτιολογίας, ο αναιρεσείων υποστηρίζει, εξάλλου, ότι η επικρινόμενη απόφαση αφήνει αβέβαιη τη νομική κατάσταση στην οποία αυτός βρίσκεται και δεν του επιτρέπει να γνωρίζει την κατάσταση αυτή. Επιπλέον, η Επιτροπή είχε υποσχεθεί αλλά παρέλειψε να επανεξετάσει και να καθορίσει τα ζητήματα τα σχετικά με την κατάσταση αυτή. Ούτε αυτή η αιτίαση είναι βάσιμη. Όπως παρατηρεί η Επιτροπή, το μέτρο που εκδόθηκε εν προκειμένω είναι απόφαση, δεσμευτική κατά το άρθρο 189 της Συνθήκης ΕΟΚ. Επομένως, πρόκειται για πράξη η οποία, με τα αποτελέσματα που αναπτύσσει, καθιστά πλήρως βέβαιη τη νομική κατάσταση του ενδιαφερομένου, ο οποίος έχει αποκλειστεί και εξακολουθεί να αποκλείεται από την υπαγωγή στο ασφαλιστικό σύστημα που προβλέπει ο κανονισμός. Εξάλλου, το διατακτικό της υπό εξέταση αποφάσεως επέτρεψε στον αναιρεσείοντα την άσκηση μέσων ένδικης προστασίας, τα οποία αυτός πράγματι χρησιμοποίησε. Επομένως, η βεβαιότητα και η προστασία της υποκειμενικής του καταστάσεως δεν έχουν θιγεί.
Τέλος, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ως προς την υπόσχεση επανεξετάσεως των ζητημάτων των σχετικών με τον μισθό του αφορούν πραγματικά περιστατικά και, επομένως, είναι απαράδεκτα στην παρούσα διαδικασία.
Η φερόμενη παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 6, του κανονισμού
28.
Το Πρωτοδικείο απέκλεισε το ότι ο αναιρεσείων μπορεί να υπαχθεί στην κοινοτική ασφάλιση ασθενείας, διότι καλύπτεται από σύστημα προβλεπόμενο για τους Γερμανούς δημοσίους υπαλλήλους.
Ο αναιρεσείων προβάλλει ότι τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είναι εσφαλμένα. Οι παροχές που εξασφαλίζει το κοινοτικό σύστημα διαφέρουν αισθητά από τον τύπο ενισχύσεως που του παρέχει η ρύθμιση της Beihilfe. Εφόσον δεν υπάρχει ισοτιμία μεταξύ των δύο υπό εξέταση ασφαλιστικών συστημάτων, δεν συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για να μην αναγνωρισθεί στον αναιρεσείοντα το δικαίωμα των ασφαλιστικών παροχών του άρθρου 4, παράγραφος 6.
Στην παρούσα περίπτωση δεν είναι δυνατό, εξάλλου, να εφαρμοσθεί ούτε κατ' αναλογία το κριτήριο που δέχθηκε το Δικαστήριο στην υπόθεση Κοντογεώργης κατά Επιτροπής ( 6 ). Ο αναιρεσείων προβάλλει ότι, κατά την απόφαση αυτή, αποκλείεται από το κοινοτικό ασφαλιστικό σύστημα αυτός ο οποίος, ως προς τον κίνδυνο ασθενείας, μπορεί να τύχει άλλης πλήρους ασφαλιστικής καλύψεως, ενώ η ενίσχυση που παρέχεται στον Γερμανό υπάλληλο μέσω του συστήματος της Beihilfe δεν έχει τέτοιο χαρακτήρα. 'Ετσι, οι προβαλλόμενοι λόγοι συνεπάγονται την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Η αναιρεσίβλητη προβάλλει ότι έχει εκδώσει την υπό εξέταση απόφαση βάσει της ουσιαστικής ισοτιμίας μεταξύ Beihilfe και του κοινοτικού ασφαλιστικού συστήματος. Η ασφαλιστική κάλυψη που έχει ο αναιρεσείων βάσει του εθνικοί) συστήματος, και η οποία συνεπάγεται τον αποκλεισμό του από το κοινοτικό ταμείο ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως, θα πρέπει πάντως να εκτιμηθεί, όπως προκύπτει από την υπόθεση Κοντογεώργης κατά Επιτροπής, ανεξάρτητα από το πραγματικό ποσοστό επιστροφής των επί μέρους παροχών: κατά την Επιτροπή, ούτε από το γράμμα ούτε από το πνεύμα του άρθρου 4, παράγραφος 6, προκύπτει ότι πρέπει να πρόκειται για πλήρη κάλυψη.
29.
Η εξέταση του παρόντος λόγου αναιρέσεως επιβάλλει να εξεταστεί πρωτίστως πώς το άρθρο 4, παράγραφος 6, διαμορφώνει το δικαίωμα που διεκδικεί ο αναιρεσείων.
Το δικαίωμα αυτό, το οποίο αναγνωρίζεται στον δικαιούχο της αποζημιώσεως και στα πρόσωπα που καλύπτονται από αυτόν, συνίσταται στην υπαγωγή του δικαιούχου στο κοινοτικό ασφαλιστικό σύστημα του άρθρου 72 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων (ΚΥΚ). Το δικαίωμα του πρώην υπαλλήλου επί των ασφαλιστικών παροχών συνδέεται με το δικαίωμα αποζημιώσεως και, επομένως, ακολουθεί τον μισθό που εξασφαλίζεται ακόμη και σ' αυτόν που αποχώρησε από την ενεργό υπηρεσία. Πάντως, το άρθρο 4, παράγραφος 6, περιλαμβάνει δύο διατάξεις: η πρώτη επεκτείνει γενικά στον δικαιούχο της αποζημιώσεως το σύστημα που καθιερώνει ο ΚΥΚ η δεύτερη εισάγει παρέκκλιση από την προηγούμενη διάταξη στην περίπτωση κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος καλύπτεται από άλλο σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας βάσει νόμου ή άλλης ρυθμίσεως. Ο υπάλληλος ο οποίος απολαύει του ασφαλιστικού συστήματος του ΚΥΚ δικαιούται να λαμβάνει τις υψηλότερες παροχές που διασφαλίζει το σύστημα αν καλύπτεται από άλλο σύστημα με χαμηλότερες παροχές, του καταβάλλεται το ποσό της διαφοράς μεταξύ του επιπέδου του άλλου συστήματος και του συστήματος που καθιερώνεται με τον ΚΥΚ. Αντιθέτως, ο δικαιούχος της αποζημιώσεως μπορεί να απολαύει μόνον ενός ασφαλιστικού συστήματος: όταν έχει άλλη ασφαλιστική κάλυψη, στερείται του δικαιώματος εφαρμογής των διατάξεων του ΚΥΚ. Η διάταξη με την οποία εισάγεται παρέκκλιση στην τελευταία αυτή περίπτωση από το κοινό καθεστώς που καθιερώνει το άρθρο 72 του ΚΥΚ έχει τεθεί για να αποκλείσει το δικαίωμα του πρώην υπαλλήλου να τυγχάνει της ίδιας μεταχειρίσεως με τον υπάλληλο ο οποίος υπηρετεί ακόμη και, επομένως, πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν για τις περιοριστικές των δικαιωμάτων διατάξεις.
30.
Διευκρινίζω αμέσως ποια συνέπεια απορρέει από την άποψη που υποστηρίζω. Υπάρχει ένα πρώτο και, κατά τη γνώμη μου, απαράβατο κριτήριο αναγνώσεως του άρθρου 4, παράγραφος 6. Πρέπει να γίνει δεκτό ότι, αναγνωρίζοντας στον δικαιούχο το δικαίωμα υπαγωγής στο σύστημα του ΚΥΚ, ο κοινοτικός νομοθέτης είχε την πρόθεση να του αρνηθεί την υπαγωγή στο σύστημα αυτό μόνο σε περίπτωση που υπήρχε άλλο ισότιμο ασφαλιστικό σύστημα και όχι οποιαδήποτε ασφαλιστική κάλυψη. Η ύπαρξη μιας τέτοιας ισοτιμίας αποτελεί σιωπηρή αλλά σαφή προϋπόθεση της προς εφαρμογήν διατάξεως. Ο εφαρμόζων τη διάταξη αυτή πρέπει κατ' ανάγκη να βεβαιωθεί ότι η εν λόγω προϋπόθεση συντρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση, προτού αποκλείσει τον δικαιούχο της αποζημιώσεως από τις παροχές οι οποίες άλλως του οφείλονται.
Συγκεκριμένα, σε ένα τέτοιο κριτήριο ισοτιμίας πρέπει να στηρίζεται η αιτιολογία του αναιρεσιβαλλόμενου μέτρου. Η Επιτροπή αρνήθηκε στον αναιρεσείοντα το δικαίωμα να υπαχθεί στο σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας που προβλέπει το κοινοτικό σύστημα διότι, σε σχέση με το σύστημα αυτό, η Beihilfe, από την οποία καλύπτεται ο αναιρε-σείων κατά τη γερμανική έννομη τάξη, συνιστά εκ του νόμου σύστημα παροχών οι οποίες, «από ό,τι γνωρίζει» η Επιτροπή, «είναι παρόμοιες». Η εκτίμηση περί ισοτιμίας διατυπώθηκε σύμφωνα με τη μόλις προηγουμένως αναφερθείσα φρασεολογία. Όπως παρατήρησα στην παράγραφο 26, πρέπει να εξεταστεί αν η εν λόγω αιτιολογία είναι όχι μόνον επαρκής, αλλά και ορθή. Αυτή και όχι άλλη άποψη πρέπει να διευκρινιστεί κατά την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 6. Από τον δικαστή ζητείται να προσδιορίσει ποιο κριτήριο ισοτιμίας συνάγεται από τη διάταξη αυτή προκειμένου να επιλυθεί η παρούσα διαφορά.
31.
Το Πρωτοδικείο άφησε άθικτη την απόφαση της 3ης Μαΐου 1991 βάσει σειράς εκτιμήσεων τις οποίες, για λόγους που θα εξηγήσω αμέσως, δεν μπορώ να συμμερισθώ.
32.
Αρχίζω από την άποψη κατά την οποία η Beihilfe έχει τα χαρακτηριστικά ενός «βάσει νόμου» συστήματος, κατά την έννοια του κανονισμού, διότι ο μηχανισμός των προβλεπομένων παροχών βασίζεται σε διατάξεις δημοσίου δικαίου. Ασφαλώς, ένα σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας βάσει νόμου ή άλλης ρυθμίσεως πρέπει να έλκει την καταγωγή του από πράξη δημοσίου δικαίου, η οποία να έχει εκδοθεί από τα όργανα τα οποία ασκούν την κανονιστική αρμοδιότητα. Η παρούσα δίκη αφορά, εξάλλου, την υπηρεσιακή κατάσταση και τα δικαιώματα των υπαλλήλων, αυτός δε ο τομέας, στα σημερινά συστήματα του κράτους δικαίου, επιφυλάσσεται συχνά στη νομοθετική αρμοδιότητα. Αυτό συμβαίνει στην αυστηρού συνταγματικού συστήματος γερμανική έννομη τάξη. Ο θεμελιώδης νόμος της Βόννης περιλαμβάνει συναφώς τις διατάξεις του άρθρου 73, παράγραφος 8, και του άρθρου 74 α: οι σχέσεις μεταξύ του δημοσίου-εργοδότη και των υπαλλήλων, οι μορφές ασφαλίσεως που αυτοί μπορούν να απολαύουν, εμπίπτουν στη σφαίρα που θα ρυθμιστεί, και όντως ρυθμίστηκε, με νόμο. Ασφαλώς, αυτό δεν σημαίνει ότι ο Γερμανός νομοθέτης θέσπισε συγκεκριμένα σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων ισότιμο με το προβλεπόμενο στο άρθρο 72 του ΚΥΚ. Όσον αφορά την ισοτιμία, πρέπει να ληφθεί υπόψη όχι μόνον ο τυπικός χαρακτηρισμός της πηγής, βάσει νόμου ή άλλης ρυθμίσεως, αλλά ακόμη το νοηματικό περιεχόμενο των διατάξεων οι οποίες, στην προκειμένη περίπτωση, καθορίζουν το σύστημα το οποίο έχει εφαρμογή εναλλακτικώς προς το κοινοτικό σύστημα. Η σημασία του υπό εξέταση ουσιαστικού ζητήματος, καθώς και της σχετικής τυπικής προελεύσεως ή της παραγωγικής πηγής, επιβεβαιώθηκε εξάλλου από το Δικαστήριο σε άλλες διαφορές, στις οποίες έπρεπε να κριθεί η προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της ισότητας ή να καθορισθεί αν η σύνταξη ορισμένων υπαλλήλων εμπίπτει στο πεδίο της σχέσεως εργασίας παρά στο πεδίο της κοινωνικής ασφαλίσεως. Αναφέρομαι στην πρόσφατη απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Beune ( 7 ) και την παρατιθέμενη σ' αυτήν απόφαση Bilka ( 8 ).
33.
Το ίδιο το Πρωτοδικείο αναγνώρισε στην προκειμένη περίπτωση ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη η ουσιαστική ρύθμιση της Beihilfe. Ως εκ τούτου, αυτό υιοθέτησε το κριτήριο να εκτιμήσει τί ορίζει το σύστημα αυτό σχετικά με τις εισφορές και τα ανώτατα όρια επιστροφής των ιατρικών εξόδων, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι το επίπεδο των παροχών που προβλέπονται είναι παρόμοιο με εκείνο του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως του κοινού δικαίου. Έτσι, το Πρωτοδικείο ενέταξε την περίπτωση της Beihilfe στον «κοινό τύπο» και, ως εκ τούτου, σε μια κατηγορία ασφαλίσεως ασθενείας η οποία, κατ' αυτό, είναι παρόμοια, χωρίς άλλες εξηγήσεις σε μια τέτοια περίπτωση όπως γενικά γίνεται δεκτό, και προς την οποία θα πρέπει να συγκριθεί οποιοδήποτε άλλο σύστημα βάσει νόμου ή άλλης ρυθμίσεως, το οποίο μπορεί να καλύπτει τον δικαιούχο της αποζημιώσεως, κατά την έννοια του κανονισμού.
Όμως, το πρόβλημα που τίθεται είναι αυτό της διερευνήσεως της ισοτιμίας μεταξύ της Beihilfe και του κοινοτικού συστήματος συγκεκριμένα και όχι άλλου. Το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε επί του ζητήματος, καθορίζοντας το επ' ακριβώς, όπως μόλις προηγουμένως ανέφερα, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση έπρεπε να εφαρμοσθεί κατ' αναλογία η νομολογία του Δικαστηρίου στην υπόθεση Κοντογεώργης κατά Επιτροπής. Η υπόθεση αυτή αφορούσε διάταξη παρόμοια με το άρθρο 4, παράγραφος 6, σχετικά με την ασφάλιση ασθενείας των πρώην μελών (της Επιτροπής, του Δικαστηρίου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου: άρθρο 11 του κανονισμού 422/67/ΕΟΚ και του κανονισμού 5/67/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1967, περί του χρηματοοικονομικού καθεστώτος των μελών και πρώην μελών της Επιτροπής, του Δικαστηρίου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, JO L 187 σ. 1). Και στην υπόθεση αυτή είχε τεθεί το ζήτημα της ισοτιμίας μεταξύ του κοινοτικού ασφαλιστικού συστήματος και του εθνικού συστήματος που είχε εφαρμογή στον ενδιαφερόμενο, θεωρούμενα ως εναλλακτικά συστήματα υπό την έννοια που είναι και στην παρούσα υπόθεση.
Ας δούμε λοιπόν τί προκύπτει από την εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση των αρχών που διακηρύχθηκαν με την απόφαση Κοντογεώργης κατά Επιτροπής.
Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο έκρινε ότι η ισοτιμία — ακριβώς κατά τους όρους που έπρεπε να εξεταστεί σε εκείνη την περίπτωση και οι οποίοι εκτείνονται, κατ' αναλογία, στην προκειμένη περίπτωση — δεν πρέπει να νοείται σε σχέση με το επίπεδο των παροχών και τους όρους που προβλέπονται προς καταβολή των παροχών αυτών, εκτός αν αυτό προβλέπεται ρητά στην κοινοτική διάταξη που διέπει τη συγκεκριμένη περίπτωση.
Στην υπό κρίση περίπτωση δεν υπάρχουν ειδικές ρήτρες με το προαναφερθέν περιεχόμενο και έτσι κατά την εφαρμογή του δικαίου δεν μπορεί να γίνει υποκατάσταση του νομοθέτη ο οποίος, από την πλευρά του, δεν προέβλεψε ακριβείς ισοτιμίες μεταξύ των επιπέδων ασφαλιστικής καλύψεως.
Το ίδιο το νομολογιακό προηγούμενο που επικαλείται το Πρωτοδικείο έχει, επομένως, την έννοια ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αποδίδοντας αποφασιστική αν όχι αποκλειστική σημασία στην ισοτιμία του ύψους των παροχών, βασίστηκε σε έναν κανόνα ποσοτικής εκτιμήσεως, ο οποίος όμως δεν περιλαμβάνεται στις διατάξεις που διέπουν την παρούσα περίπτωση.
34.
Πάντως, η εκτίμηση περί της ισοτιμίας πρέπει, για τους αναφερθέντες ήδη λόγους, να διατυπωθεί οπωσδήποτε.
H νομολογία του Δικαστηρίου παρατηρεί ότι, σε περίπτωση όπως η προκειμένη, η ποσοτική ισοτιμία των παροχών πρέπει να μετριέται με βάση τις ρητές και ακριβείς διατάξεις του νομοθέτη και όχι, ούτως ειπείν, με βάση κάποιον rule of thumb, που o δικαστής θα χρησιμοποιούσε, και ο οποίος θα οδηγούσε σε αποτελέσματα εκ των πραγμάτων κατά προσέγγιση και συζητήσιμα. Εξάλλου, θα συνιστούσε κοινή τυπολατρεία η μη υπαγωγή του πρώην υπαλλήλου στην κοινοτική ασφάλιση, μόνον επειδή αυτός λαμβάνει παροχές λόγω ασθενείας βάσει άλλων διατάξεων, υποδεεστέρων στην ιεραρχία των κανόνων δικαίου, χωρίς να εξεταστεί εάν και πώς διατάξεις του είδους αυτού μπορούν να είναι ισότιμες προς τη ρύθμιση του άρθρου 72 του ΚΥΚ.
Εάν το κριτήριο που ακολούθησε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να γίνει δεκτό, θα πρέπει να καθοριστεί ένα άλλο, προσαρμοσμένο στις απαιτήσεις της παρούσας υποθέσεως: επομένως, θα πρέπει να γίνει μια χρήσιμη και εύλογη ανάγνωση των οριζομένων προϋποθέσεων για να στερηθεί ο πρώην υπάλληλος του δικαιώματος των βάσει του ΚΥΚ παροχών.
Κατά τη γνώμη μου, η εκτίμηση της ισοτιμίας, με βάση την ορθή ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 6, πρέπει να γίνει, πρωτίστως, με εξατομίκευση του κριτηρίου της κοινωνικής ασφαλίσεως που χαρακτηρίζει το κοινοτικό σύστημα, εν συνεχεία δε να ελεγχθεί εάν από το ίδιο κριτήριο διαπνεέται το άλλο σύστημα, βάσει νόμου ή άλλης ρυθμίσεως, το οποίο καλύπτει τον αιτούντα στη συγκεκριμένη περίπτωση.
35.
Το ουσιώδες χαρακτηριστικό του κοινοτικού συστήματος σκιαγραφείται στο άρθρο 72 του ΚΥΚ. Στον υπάλληλο επιφυλάσσεται ορισμένο ύψος παροχών, σύμφωνα με ένα υποκείμενο κριτήριο καταλληλότητας. Δεν πρόκειται για πλήρη κάλυψη, αλλά για ένα ανώτατο ποσό το οποίο συμβιβάζεται με τις απαιτήσεις του ισολογισμού, απαιτήσεις που απόκεινται στη διακριτική ευχέρεια του κοινοτικού νομοθέτη. 'Ετσι, το προβλεπόμενο ύψος παραμένει σταθερό — και υπό την έννοια αυτή πρόκειται για παροχές «που εξασφαλίζει» το σύστημα, όπως διαλαμβάνει το άρθρο 4, παράγραφος 6 — ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος καλύπτεται από άλλο βάσει του νόμου σύστημα ή ακόμη από ιδιωτική ασφάλιση. Ως γνωστόν, όπου υπάρχει εκ του νόμου ασφαλιστικό σύστημα του οποίου το ύψος των παροχών είναι χαμηλότερο από εκείνο του κοινοτικού συστήματος, η ασφάλιση έναντι ασθενείας της Κοινότητας καλύπτει τη διαφορά σε σχέση με ό,τι προβλέπεται στον ΚΥΚ. Όπως προκύπτει από τον ΚΥΚ, και ειδικότερα από τις αποκαλούμενες αντισω-ρευτικές διατάξεις, που αποβλέπουν στη ρύθμιση των περιπτώσεων διπλής ασφαλιστικής καλύψεως και προβλέπονται από το άρθρο 72, παράγραφος 4, το εκ του νόμου ασφαλιστικό σύστημα ασφαλίσεως έναντι ασθενείας εκπληρώνει τη χαρακτηριστική κοινωνική του λειτουργία με κριτήριο την προσήκουσα κύρια ασφαλιστική κάλυψη ( 9 ). Όσον αφορά την ιδιωτική ασφάλιση, αυτή θεωρείται από το σύστημα του άρθρου 72 ως επικουρική, υπό την έννοια ότι καλύπτει το μέρος των εξόδων που δεν επιστρέφεται από την κοινοτική ασφάλιση. Επομένως, σε κάθε περίπτωση οι παροχές του κοινοτικού συστήματος προσαρμόζονται στο εκ των προτέρων οριζόμενο ύψος. Τελικά, η προσφερόμενη στον υπάλληλο εγγύηση συνίσταται στο ότι του αναγνωρίζεται το δικαίωμα ενός ανωτάτου ορίου επιστροφής των εξόδων μέσω ενός ασφαλιστικού συστήματος με χαρακτηριστικά την κύρια ασφαλιστική κάλυψη και την αυτάρκεια η προσήκουσα ασφαλιστική κάλυψη δεν εξαρτάται από οποιαδήποτε άλλη μορφή συνδρομής ή πηγή ενισχύσεως και καθορίσθηκε, μια για πάντα, από την πρόβλεψη των ορίων εντός των οποίων η κοινοτική ασφάλιση καταβάλλει στον υπάλληλο τα έξοδα ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως.
36.
Κατόπιν αυτού, επιβάλλεται να εξακριβωθεί αν το σύστημα της Beihilfe χαρακτηρίζεται από τα προαναφερθέντα κριτήρια καλύψεως σε σχέση με το κοινοτικό σύστημα. Εν προκειμένω, έχει εφαρμογή το άρθρο 79 του BBG, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 1, των συναφών εκτελεστικών διατάξεων. Η πρώτη από τις διατάξεις αυτές ορίζει ότι το δημόσιο-εργοδότης προστατεύει και υπό την ιδιότητά του ως υπαλλήλου τον ενδιαφερόμενο στην υπηρεσία του και προστατεύει τα συμφέροντά του, καθώς και τα συμφέροντα της οικογένειάς του, ακόμη και μετά την έξοδο από την υπηρεσία. Στο άρθρο 1, παράγραφος 1, των εκτελεστικών διατάξεων ορίζεται ότι η προστασία του υπαλλήλου, που προβλέπεται γενικά στο άρθρο 79, υλοποιείται, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, με την καταβολή, κατά τον Γερμανό νομοθέτη, «βοηθημάτων» τα βοηθήματα αυτά «συμπληρώνουν», σε περίπτωση ασθενείας (και μητρότητας, θανάτου, προληπτικής ιατρικής και εμβολιασμού) «την ιδιωτική ασφάλιση, η οποία βαρύνει τις συνήθεις απολαβές». Επομένως, το σύστημα αυτό έχει επικουρικό χαρακτήρα, συμπληρώνει αλλά δεν αντικαθιστά την κανονική ασφάλιση έναντι ασθενείας, την οποία ο υπάλληλος υποχρεούται να συνάψει με δικά του έξοδα. Τα χαρακτηριστικά αυτά, τα οποία χαρακτηρίζουν κατ' εξοχήν την επικουρική ασφάλιση, του βοηθήματος που παρέχεται στον υπάλληλο για να καταστήσει λιγότερο επαχθή την κάλυψη της ουσιώδους ανάγκης που αποτελεί η ιατρική περίθαλψη διέπονται από τις εκτελεστικές διατάξεις: η Beihilfe αναλαμβάνει το αναλογούν μέρος των ιατρικών εξόδων, με σταθερό το ειδικώς καθοριζόμενο κατώτατο όριο για την καταβολή της, περιοριστικώς, σε σχέση με το εναπομένον ποσό που δεν επιστρέφεται από την κυρία ασφάλιση έναντι ασθενείας. Η Beihilfe — η οποία χαρακτηριστικώς καθορίζεται ως βοήθημα μάλλον παρά ως σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως υπό την κύρια έννοια του όρου — συνιστά, ουσιαστικά, μιαν άλλη πηγή την οποία ο υπάλληλος μπορεί να χρησιμοποιήσει στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος. Η επικουρική λειτουργία που χαρακτηρίζει το σύστημα εξηγείται επίσης από τη σκέψη ότι, ενόψει των προσόντων υψηλού επαγγελματισμού και ανεξαρτησίας που χαρακτηρίζουν τη δημόσια διοίκηση, ο υπάλληλος εξομοιώθηκε με ελεύθερο επαγγελματία και του αναγνωρίστηκε η ευχέρεια ανάλογης επιλογής για την κάλυψη των κινδύνων ασθενείας. Το σύστημα της Beihilfe προσαρμόζεται, χάρη στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάστηκε, σ' αυτή τη σημαντική έποψη της θέσεως του υπαλλήλου την οποία το άρθρο 79 του BBG επιδιώκει να προστατεύσει. Ο υπάλληλος αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής του κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων, καλύπτεται όμως, όσον αφορά τα ιατρικά έξοδα, από το προαναφερθέν ειδικό σύστημα βοηθημάτων.
37.
Από τα προαναφερθέντα αποδεικνύεται ότι το κοινοτικό σύστημα και εκείνο της Beihilfe όχι μόνο δεν είναι ισοδύναμα αλλά αναμφισβήτητα διαφέρουν λόγω των ουσιωδών κριτηρίων που εφαρμόζονται αντιστοίχως στο κάθε σύστημα: το ένα οργανώθηκε, κατά τρόπο χαρακτηριστικό, ως κύριο και αυτοτελές ασφαλιστικό σύστημα αντιθέτως, το άλλο αποτελεί βοήθημα το οποίο καταβάλλεται ως συμπλήρωμα της ιδιωτικής ασφαλίσεως. Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω δεν αναιρείται εξάλλου από το γεγονός ότι η Beihilfe καταβάλλεται επίσης όταν ο υπάλληλος δεν έχει συνάψει αυτοτελή ασφάλιση έναντι των κινδύνων ασθενείας, έστω και αν το καταβαλλόμενο βοήθημα παραμένει εντός των προκαθορισμένων ορίων. Η κάλυψη που παρέχεται στον Γερμανό υπάλληλο, ακόμη και στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν έχει τον χαρακτήρα ασφαλιστικής καλύψεως έναντι ασθενείας που να συγκρίνεται προς το κοινοτικό σύστημα. Ο Γερμανός νομοθέτης την αντιλαμβάνεται ως ένα μέσο βοηθείας στην οπτική αυτού που αποκαλείται αρχή της «υποχρεώσεως συντηρήσεως» [Alimentationsprinzip] και όχι ως κατάλληλη απόδοση των εξόδων ασθενείας. Εξάλλου, το σύστημα παρεμβάσεως υπέρ οποιουδήποτε προσώπου το οποίο δεν απολαύει μιας άλλης ασφαλίσεως δεν πρέπει να θεωρείται ως διακρινόμενο από το σύνολο του συστήματος της Beihilfe: αυτό αποτελεί μόνο ένα μέρος του κανονιστικού πλαισίου η λογική του συστήματος συνίσταται στο ότι η Beihilfe, ανεπαρκής όταν παρέχεται ανεξάρτητα από άλλη κάλυψη, αντιθέτως επιτυγχάνει το μέγιστο αποτέλεσμα επιστροφής των ιατρικών εξόδων στα οποία υποβάλλεται ο υπάλληλος μόνο με την ύπαρξη, και επικουρικώς προς αυτό, κυρίου ασφαλιστικού συστήματος. Επομένως, το κριτήριο της επικουρικότητας που υιοθέτησε ο Γερμανός νομοθέτης δεν μπορεί να κατανοηθεί διαφορετικά παρά μόνο υπό την εξής έννοια: η Beihilfe καλύπτει τις ανάγκες του ενδιαφερομένου μόνον όταν προστίθεται στις παροχές που απορρέουν από άλλες μορφές ασφαλίσεως οι οποίες θεωρούνται, σε ένα τέτοιο σύστημα, ως κύριες. Αυτό επιβεβαιώνει ότι πρόκειται για θεμελιώδες κριτήριο και αναμφισβήτητα διαφορετικό από το προβλεπόμενο στο άρθρο 72 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, το οποίο εξασφαλίζει στον κοινοτικό υπάλληλο το ανώτατο ύψος παροχών, αυτοτελών και κυρίων, ακόμη και χωρίς την ενδεχόμενη ύπαρξη άλλης ασφαλιστικής καλύψεως.
38.
Τέλος, και αποκλειστικά για να συμπληρώσω μια άλλη ερμηνεία των παρατηρήσεων που διατυπώθηκαν μέχρι τώρα, υπενθυμίζω τη θέση που υιοθέτησε η Γερμανική Κυβέρνηση και περιλαμβάνεται στο έγγραφο 7481, νότα με αντικείμενο το «Θέμα Ι/Α της ομάδας “Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως” της Επιτροπής των Μονίμων Αντιπροσώπων», που ο αναιρεσείων προσκόμισε μετά την άσκηση της αναιρέσεως.
Στη δήλωση αυτή αναφέρεται ότι οι καταβαλλόμενες παροχές σε περίπτωση ασθενείας βάσει του συστήματος που έχει εφαρμογή στη γερμανική δημόσια υπηρεσία (Beihilfe) δεν είναι επιστροφές εξόδων βάσει υποχρεωτικής ασφαλίσεως έναντι ασθενείας και δεν μπορούν να εξομοιωθούν προς επιστροφές εξόδων. Από τη δήλωση αυτή προκύπτει ότι οι παροχές του ασφαλιστικού συστήματος έναντι ασθενείας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι κύριες παροχές λόγω του επικουρικού χαρακτήρα του συστήματος της γερμανικής δημόσιας υπηρεσίας.
Η Επιτροπή προβάλλει ότι πρόκειται για δήλωση μονομερή και μη δεσμευτική. Κατά τη γνώμη μου, και υπό την επιφύλαξη τηρήσεως της αρχής iura novit curia, μπορεί ωστόσο να θεωρηθεί ως έγγραφο το οποίο προσκομίστηκε στο πλαίσιο του γενικού καθήκοντος συνεργασίας των διαδίκων με τον δικαστή τόσο ως προς τη γνώση, όσο και ως προς την ερμηνεία μιας διατάξεως η οποία, όπως στην προκειμένη περίπτωση, περιλαμβάνεται σε έννομη τάξη διαφορετική από την κοινοτική έννομη τάξη.
Σύμφωνα με τη δήλωση αυτή, το σύστημα της Beihilfe δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως εκ του νόμου σύστημα ασφαλίσεως έναντι ασθενείας. Επομένως, αρκεί να γίνει δεκτή μια τέτοια άποψη για να συναχθεί το συμπέρασμα, χωρίς να χρειάζονται άλλα επιχειρήματα, ότι ο αναιρεσείων δεν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 6, του κανονισμού ενόψει του ενδεχόμενου αποκλεισμού του από την κοινοτική ασφάλιση έναντι ασθενείας.
Άλλωστε, καταλήγει κανείς στο ίδιο αποτέλεσμα αν ακολουθήσει τη συλλογιστική που ανέπτυξα πιο πάνω, οποιοσδήποτε και αν είναι ο χαρακτηρισμός του συστήματος που έχει εφαρμογή στον υπάλληλο στη γερμανική έννομη τάξη και το οποίο εξετάζεται εν προκειμένω. Ανεξαρτήτως του αν πρόκειται ή όχι για ασφαλιστικές παροχές υπό την αυστηρή έννοια του νόμου, η επιστροφή των ιατρικών εξόδων μέσω της Beihilfe είναι μόνον επικουρική και συμπληρωματική σε σχέση με τις παροχές που προέρχονται από άλλη αυτοτελή και κύρια ασφάλιση. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για ουσιώδες και αντικειμενικό στοιχείο του γερμανικού συστήματος. Αυτό δεν μπορούσε να μη αναγνωριστεί με τη δήλωση. Σε καμιά περίπτωση το σύστημα αυτό δεν έχει χαρακτηριστικά ισοδύναμα προς το κοινοτικό σύστημα το οποίο προβλέπει, όπως εξήγησα, διαφορετικά κριτήρια και εγγυήσεις καλύψεως.
39.
Η Επιτροπή, λαμβάνοντας την προσβαλλόμενη απόφαση, και το Πρωτοδικείο, επιβεβαιώνοντας την ίδια απόφαση, δεν κατανόησαν ούτε εφάρμοσαν ορθώς το κριτήριο της ισοτιμίας μεταξύ των δύο προς σύγκριση ασφαλιστικών συστημάτων, καταλήγοντας έτσι στο εσφαλμένο αποτέλεσμα να αποκλείσουν τον αναιρεσείοντα από την κοινοτική ασφάλιση έναντι ασθενείας.
Για τους προεκτεθέντες λόγους καταλήγω στο ότι πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος αναιρέσεως που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 6. Επειδή δεν χρειάζονται πρόσθετες αποδείξεις επί του σημείου αυτού αφού πρόκειται για νομικό ζήτημα, θεωρώ ότι η διαφορά μπορεί να επιλυθεί από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 54 του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Επομένως, προτείνω να ακυρωθεί η απόφαση της 3ης Μαΐου 1991.
Το αίτημα αποζημιώσεως
40.
Ο αναιρεσείων ζητεί εξάλλου από το Δικαστήριο να του αναγνωρίσει το δικαίωμα αποκαταστάσεως της ζημίας που υπέστη λόγω της συμπεριφοράς της αναιρε-σίβλητης.
Εφόσον προτείνω να γίνει δεκτή η αναίρεση αποκλειστικά βάσει του λόγου που προβλήθηκε προς στήριξη της ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 3ης Μαΐου 1991, κατά τη γνώμη μου το εξεταζόμενο αίτημα πρέπει επίσης να εκτιμηθεί αποκλειστικά σε σχέση με την απόφαση αυτή.
Με την απόφαση του Πρωτοδικείου απορρίφθηκε η προσφυγή που είχε ασκήσει ο αναι-ρεσείων και κρίθηκαν νόμιμα τα προσβαλλόμενα μέτρα. Επομένως, το αίτημα αποκαταστάσεως της προκληθείσας ζημίας που είχε υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν μπορούσε να γίνει δεκτό επειδή δεν υπήρχε πταίσμα στη συμπεριφορά της Επιτροπής. Επομένως, βάσει αυτού το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε αν το αίτημα αποζημιώσεως ήταν βάσιμο ούτε εξέτασε τα πραγματικά περιστατικά που θα δικαιολογούσαν την απαίτηση του προσφεύγοντος.
Κατά τη γνώμη μου, τα πραγματικά αυτά περιστατικά είναι ακριβώς σημαντικά για να προσδιορίσουν την ύπαρξη ενδεχόμενης ζημίας και το ύψος της, καθώς και τον καταλογισμό της στην Επιτροπή. Θεωρώ ότι το Δικαστήριο, υπό την παρούσα κατάσταση της δικογραφίας, δεν διαθέτει επαρκή στοιχεία για να αποφανθεί συναφώς. Το ζήτημα αυτό χρήζει περαιτέρω εξετάσεως και, κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να το αναπέμψει προς εξέταση στο Πρωτοδικείο.
Επί των δικαστικών εξόδων
41.
Επειδή κατέληξα επί της ουσίας προτείνοντας την αναπομπή της υποθέσεως στο Πρωτοδικείο προκειμένου αυτό να εξετάσει το ζήτημα της αποζημιώσεως, εναπόκειται στο δικαστήριο της παραπομπής, κατ' εφαρμογή του άρθρου 122 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Πρόταση
Βάσει των προεκτεθέντων σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 24ης Ιουνίου 1993 στην υπόθεση Τ-92/91, ως προς τους λόγους αναιρέσεως που αφορούν την από 25 Απριλίου 1991 απόφαση της Επιτροπής
—
να κρίνει βάσιμη την αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 24ης Ιουνίου 1993 στην υπόθεση Τ-92/91, ως προς τους λόγους αναιρέσεως που αφορούν την από 3 Μαΐου 1991 απόφαση της Επιτροπής και, κατά συνέπεια, να αναιρέσει επί του σημείου αυτού την απόφαση του Πρωτοδικείου και, κατ' εφαρμογή του άρθρου 54 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου, να ακυρώσει την από 3 Μαΐου 1991 απόφαση της Επιτροπής
—
να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου όσον αφορά το αίτημα αποζημιώσεως
—
να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί του αιτήματος αποζημιώσεως και επί των δικαστικών εξόδων.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 1 ) ΕΕ L 209, σ. 1.
( 2 ) Διάταξη της 26ης Απριλίου 1993, C-244/92 Ρ, Kupka-Floridi κατά ΟΚΕ (Συλλογή 1993, σ. I-2041). Διάταξη της 26ης Σεπτεμβρίου 1994, C-26/94 Ρ, Χ κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I-4379).
( 3 ) Απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 1993, C-353/92 Ρ, Eppe κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-7027).
( 4 ) Απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1992, Τ-85/91 (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-2637).
( 5 ) Απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 1984, 327/82, Ekro (Συλλογή 1984,σ.107, 119).
( 6 ) Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1989, C-163/88 (Συλλογή 1989, σ. 4189).
( 7 ) Απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 1994, C-7/93 (Συλλογή 1994, σ. Ι-4471).
( 8 ) Απόφαση της 13ης Μαΐου 1986, 170/84 (Συλλογή 1986, σ. 1607).
( 9 ) Η πρακτική σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 72, παράγραφος 4, όσον αφορά τους εν ενεργεία κοινοτικούς υπαλλήλους ή τους συνταξιούχους οι οποίοι απολαύουν της Beihilfe συνίσταται, εξ όσων γνωρίζω, στη μη εφαρμογή του αντισω-ρευτικού κανόνα στην περίπτωση αυτή. Η πρακτική αυτή έχει ως λογικό έρεισμα το γεγονός ότι ο κοινοτικός υπάλληλος ή συνταξιούχος υποχρεούται εν πάση περιπτώσει να καταβάλλει το σύνολο της εισφοράς στο ασφαλιστικό ταμείο και, ως εκ τούτου, δεν πρέπει να υφίσταται μείωση των κοινοτικών παροχών, αντιθέτως δε απολαύει πλήρως των δύο συστημάτων.
Full & Egal Universal Law Academy