Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Με την παρούσα αίτηση αναιρέσεως, ο Rasmussen ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση που εξέδωσε το Πρωτοδικείο στις 6 Ιουλίου 1993, στην υπόθεση Τ-32/92 (1) και να ικανοποιήσει το αρχικό αίτημά του που σκοπούσε στην ακύρωση της αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή απέρριψε την υποψηφιότητά του για την κατάληψη της θέσεως του υπευθύνου του γραφείου τύπου και πληροφοριών της Επιτροπής στη Λισσαβώνα και στην ακύρωση της αποφάσεως περί πληρώσεως της εν λόγω θέσεως με την πρόσληψη εκτάκτου υπαλλήλου.
2. Υπενθυμίζω συνοπτικώς τα πραγματικά περιστατικά. Στις 11 Νοεμβρίου 1990, η Επιτροπή δημοσίευσε την ανακοίνωση 587 για την πλήρωση της θέσεως του διευθυντή γραφείου στη Λισσαβώνα. 'Οπως αναφερόταν στην εν λόγω ανακοίνωση, η θέση αυτή εντασσόταν στο πλαίσιο του συστήματος εκ περιτροπής αναθέσεως καθηκόντων στα μέλη του προσωπικού των γραφείων τύπου και πληροφοριών στα κράτη μέλη, ένα σύστημα το οποίο θεσπίστηκε από την Επιτροπή με απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1976. Η απόφαση αυτή προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι η εκ περιτροπής ανάθεση καθηκόντων πρέπει να γίνεται, κατ' εφαρμογήν της αρχής της γενικής κινητικότητας και ότι, στο πλαίσιο της κινητικότητας αυτής, γίνεται η τοποθέτηση των υπαλλήλων και η κατανομή των αντιστοίχων θέσεων του προϋπολογισμού.
Στις 28 Νοεμβρίου 1990, ο Rasmussen υπέβαλε αίτηση υποψηφιότητας για την εν λόγω θέση. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ), αφού έλαβε υπόψη τη γνώμη της αρμόδιας για το εν λόγω σύστημα επιτροπής, σύμφωνα με την οποία καμία από τις υποβληθείσες υποψηφιότητες δεν πληρούσε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, αποφάσισε να τερματίσει τη διαδικασία της εκ περιτροπής αναθέσεως καθηκόντων, να δημιουργήσει μια προσωρινή θέση βαθμού Α 3 στο γραφείο της Κοινότητας στην Πορτογαλία (Λισσαβώνα) και να θέσει σε κίνηση τη διαδικασία προς πλήρωση της εν λόγω θέσεως με πρόσληψη εκτάκτου υπαλλήλου. Ο Rasmussen άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως αυτής της ΑΔΑ, επικαλούμενος την παράβαση των άρθρων 4, 29 και 45 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ), τα οποία προβλέπουν τη διαδικασία που οφείλει να ακολουθεί η διοίκηση για τις προσλήψεις και τις προαγωγές, σε περίπτωση υπάρξεως κενής θέσεως.
3. Με την προαναφερθείσα απόφαση της 6ης Ιουλίου 1993, το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι "οι διατάξεις των άρθρων 4, 29 και 45 του ΚΥΚ δεν έχουν εφαρμογή στην εν προκειμένω επίμαχη διαδικασία" (σκέψη 42).
Ειδικότερα, το Πρωτοδικείο, εκκινώντας από τη διαπίστωση ότι η διαδικασία που τέθηκε σε κίνηση με την ανακοίνωση 587 εντάσσεται στο πλαίσιο του συστήματος εκ περιτροπής αναθέσεως καθηκόντων που θεσπίστηκε με την απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1976 και ότι το σύστημα αυτό στηρίζεται στην αρχή σύμφωνα με την οποία, ο τοποθετούμενος υπάλληλος, ασκεί τα καθήκοντα της οργανικής θέσεώς του (σκέψη 35), κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στην παρούσα υπόθεση δεν μπορούσε να συντρέχει περίπτωση πληρώσεως κενής θέσεως, κατά την έννοια των άρθρων 4 και 29 του ΚΥΚ (σκέψη 37). Κατά την άποψη του Πρωτοδικείου, το συμπέρασμα αυτό δεν επηρεάζεται από το γεγονός "της υπάρξεως μόνιμης θέσεως διευθυντή γραφείου στη Λισσαβώνα [ούτε από τον] μετέπειτα διορισμό εκτάκτου υπαλλήλου βαθμού Α 3 στην εν λόγω θέση" (σκέψη 38).
Οι αιτιάσεις του Rasmussen στρέφονται κυρίως κατά αυτών των διαπιστώσεων της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Ο Rasmussen προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι εσφαλμένα έκρινε ότι η προς πλήρωση θέση στη Λισσαβώνα δεν ήταν κενή θέση και ότι εντεύθεν παρέβη τα άρθρα 4 και 29 του ΚΥΚ. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι η διαδικασία της εκ περιτροπής αναθέσεως καθηκόντων αφορά μόνιμες θέσεις, οι οποίες είναι εγγεγραμμένες στον προϋπολογισμό και πρέπει, επομένως, να θεωρούνται ως "emplois" κατά την έννοια του άρθρου 6 του ΚΥΚ (2), και επομένως η ΑΔΑ, μετά τον τερματισμό της διαδικασίας της εκ περιτροπής αναθέσεως καθηκόντων, είχε την υποχρέωση να κινήσει εκ νέου τη διαδικασία προσλήψεως, δηλαδή σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 4 και 29 του ΚΥΚ. Επίσης, ο Rasmussen ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο, καθόσον προέβη σε αυθαίρετη διάκριση μεταξύ των εκτάκτων υπαλλήλων ανάλογα με το αν καλούνται να καταλάβουν μόνιμη θέση ή θέση με προσωρινό χαρακτήρα, παρέβη επίσης το άρθρο 9 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΛΠ), το οποίο δεν κάνει καμία διάκριση, ως προς τη διαδικασία προσλήψεως, μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών εκτάκτων υπαλλήλων, τους οποίους αναφέρει το άρθρο 2 του ΚΛΠ.
4. Επομένως, εκείνο που κυρίως πρέπει να εξεταστεί είναι αν το Πρωτοδικείο προέβη σε ορθό χαρακτηρισμό της διαδικασίας προσλήψεως που τέθηκε σε κίνηση με τη δημοσίευση της ανακοινώσεως 587 και, πιο συγκεκριμένα, εάν έπρεπε ή όχι να χαρακτηρίσει την προς πλήρωση θέση ως κενή θέση.
Δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται, εν προκειμένω, ότι η κενή θέση που προκηρύχθηκε με την ανακοίνωση 587 εντασσόταν στο πλαίσιο του συστήματος της εκ περιτροπής αναθέσεως καθηκόντων, υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο δέχθηκε, επανειλημμένα, τη νομιμότητα του συστήματος της ανατοποθετήσεως υπαλλήλων μαζί με την αντίστοιχη θέση του προϋπολογισμού, στο πλαίσιο των διαδικασιών της εκ περιτροπής αναθέσεως καθηκόντων που είχε θέσει σε λειτουργία η Επιτροπή (3) και ότι έχει ρητώς αποφανθεί ότι οι διατυπώσεις των άρθρων 4 και 29 του ΚΥΚ "δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση που, ανατοποθετούμενος ο υπάλληλος, ασκεί τα καθήκοντα της οργανικής θέσεώς του, εξ αιτίας του γεγονότος ότι η μετακίνηση αυτή δεν δημιουργεί κενή θέση" (4). Δηλαδή, η μετακίνηση των υπαλλήλων στο πλαίσιο της εκ περιτροπής αναθέσεως καθηκόντων δεν αποτελεί μετάθεση αλλά τοποθέτηση σε νέο τόπο εργασίας, ακριβώς επειδή η θέση που κατέχει ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος μεταφέρεται μαζί με τον κάτοχό της.
Ωστόσο, αρκεί το γεγονός ότι πρόκειται για θέση δημιουργηθείσα στα γραφεία τύπου και πληροφοριών για να αποκλεισθεί η ύπαρξη κενής θέσεως κατά την έννοια του ΚΥΚ, ακόμα και σε περίπτωση που η εν λόγω θέση δεν πληρώθηκε μέσω του συστήματος της εκ περιτροπής αναθέσεως καθηκόντων, δηλαδή με τη μεταφορά του υπαλλήλου μαζί με την οργανική του θέση; Αυτό είναι, τελικά, το ερώτημα που εγείρει η παρούσα αίτηση αναιρέσεως.
5. Συγκεκριμένα, ο Rasmussen υποστηρίζει ότι από το γεγονός ότι η θέση διευθυντού γραφείου στη Λισσαβώνα είναι, όπως όλες οι θέσεις που πληρούνται σύμφωνα με τη διαδικασία της εκ περιτροπής αναθέσεως καθηκόντων, μόνιμη θέση εγγεγραμμένη στον προϋπολογισμό του οικείου οργάνου και ότι πρέπει επομένως να χαρακτηριστεί ως κενή θέση κατά την έννοια του κανονισμού, συνάγεται ότι μετά την εγκατάλειψη της διαδικασίας της εκ περιτροπής αναθέσεως καθηκόντων, τα άρθρα 4 και 29 του ΚΥΚ έπρεπε να έχουν εκ νέου εφαρμογή.
Ως προς το σημείο αυτό, το Πρωτοδικείο, αφού διευκρίνισε ότι το ζήτημα "της υπάρξεως μιας δεδομένης fonction, σε αντίθεση προς μια emploi, εμπίπτει στην αρμοδιότητα του θεσμικού οργάνου σχετικά με την οργάνωση των υπηρεσιών, ενώ για το ζήτημα της υπάρξεως κενής θέσεως, κρίσιμο είναι το εάν μια θέση δεν πληρούται στο πλαίσιο του συνολικού αριθμού των μονίμων θέσεων που προβλέπονται από τον προϋπολογισμό" (σκέψη 39), διαπίστωσε ότι "καθόσον ο προϋπολογισμός δεν προσδιορίζει τα καθήκοντα μεταξύ των οποίων πρέπει να κατανέμεται αυτός ο συνολικός αριθμός θέσεων, η ύπαρξη στη Λισσαβώνα κενής θέσεως κατά την έννοια του ΚΥΚ δεν μπορεί να συναχθεί από μόνον το γεγονός ότι η θέση διευθυντή γραφείου στη Λισσαβώνα έμεινε προσωρινώς κενή εξ αιτίας της ανατοποθετήσεως του προηγουμένου διευθυντή γραφείου μαζί με την οργανική του θέση" (σκέψη 39).
6. Η επιχειρηματολογία όμως αυτή δεν θίγεται, βέβαια, από τον ισχυρισμό του Rasmussen κατά τον οποίο, δεδομένου ότι κανονικά οι θέσεις που εντάσσοναι στο σύστημα της εκ περιτροπής αναθέσεως καθηκόντων ανήκουν σε υπαλλήλους, η θέση του διευθυντή γραφείου στη Λισσαβώνα θα περιλαμβανόταν στον πίνακα των θέσεων που προβλέπονται από τον προϋπολογισμό, πράγμα που θα είχε επιπλέον ως συνέπεια ότι θα επρόκειτο για κενή θέση κατά την έννοια του ΚΥΚ. Στην πραγματικότητα, η διαδικασία της εκ περιτροπής αναθέσεως καθηκόντων δεν συνεπάγεται τη δημιουργία κενών θέσεων, ακριβώς επειδή, όπως έκρινε το Δικαστήριο στη σχετική νομολογία του (5), αφορά την ανατοποθέτηση υπαλλήλων μαζί με την οργανική τους θέση.
Επομένως, η ύπαρξη κενής θέσεως κατά την έννοια του ΚΥΚ δεν μπορεί να συναχθεί, όπως ορθώς υπογράμμισε το Πρωτοδικείο, ούτε από το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση η εν λόγω θέση δεν πληρώθηκε με τη μεταφορά υπαλλήλου μαζί με την οργανική του θέση. Είναι, πράγματι, ορθό ότι η θέση του διευθυντή γραφείου στη Λισσαβώνα, καθόσον εντάσσεται στο πλαίσιο της διαδικασίας της εκ περιτροπής αναθέσεως καθηκόντων, δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να εχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία κενής θέσεως κατά την έννοια του ΚΥΚ.
7. Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται, εξάλλου, από το γεγονός ότι η διοίκηση, προκειμένου να μπορέσει να διορίσει υπάλληλο στην εν λόγω θέση, προσέθεσε μια προσωρινή θέση στο οργανόγραμμα της οικείας γενικής διευθύνσεως. Πράγματι, ο έκτακτος υπάλληλος που διορίστηκε στη συνέχεια στη Λισσαβώνα, προσελήφθη, όπως διαπίστωσε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 40 της αποφάσεως, βάσει του άρθρου 2, στοιχείο α', του ΚΛΠ, δηλαδή "για να καταλάβει θέση που περιλαμβάνεται στον πίνακα θέσεων, ο οποίος προσαρτάται στο τμήμα του προϋπολογισμού που αναφέρεται σε κάθε όργανο και στον οποίο οι αρμόδιες για τον προϋπολογισμό αρχές έχουν προσδώσει προσωρινό χαρακτήρα".
Η αιτίαση αυτή δεν είναι, συνεπώς, βάσιμη, αφού στην προκείμενη περίπτωση η ερμηνεία που έδωσε το Πρωτοδικείο δεν πάσχει νομικό σφάλμα.
8. 'Οσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση, δηλαδή αυτήν που αναφέρεται στην υποτιθέμενη παράβαση του άρθρου 9 του ΚΛΠ, στην οποία υπέπεσε το Πρωτοδικείο καθόσον προέβη σε διάκριση μεταξύ των εκτάκτων υπαλλήλων ανάλογα με το αν καλούνται να καταλάβουν μόνιμη θέση ή προσωρινή θέση, η Επιτροπή προτείνει ένσταση απαραδέκτου κατ' εφαρμογήν του άρθρου 113, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή υπστηρίζει ότι πρόκειται για έναν νέο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος μεταβάλλει το αντικείμενο της ενώπιον του Πρωτοδικείου δίκης, καθόσον ο Rasmussen ισχυρίζεται ότι με τον λόγο αυτό αμφισβητεί τη νομιμότητα της αποφάσεως της Επιτροπής περί πληρώσεως της εν λόγω θέσεως με τον διορισμό εκτάκτου υπαλλήλου. Η Επιτροπή υπογραμμίζει, επίσης, ότι η αμφισβητούμενη διάκριση απορρέει από το άρθρο 2 του ΚΛΠ και όχι από ένα νομικό ζήτημα το οποίο αναφύεται από την απόφαση του Πρωτοδικείου.
Ο Rasmussen υποστηρίζει, αντίθετα, ότι η αιτίαση αυτή σκοπεί να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ότι, επομένως, δεν μεταβάλλει το αντικείμενο της ενώπιον του Πρωτοδικείου δίκης.
9. Ενόψει των συλλογισμών που προεκτέθηκαν, φρονώ ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι η αιτίαση αυτή σκοπεί, εν πάση περιπτώσει, να αμφισβητήσει τη διαπίστωση του Πρωτοδικείου, κατά την οποία από μόνο το γεγονός ότι ο διορισμός εκτάκτου υπαλλήλου έγινε κατ' εφαρμογήν του άρθρου 2, στοιχείο α', του ΚΛΠ, δηλαδή προς πλήρωση μιας θέσεως στην οποία οι αρμόδιες για τον προϋπολογισμό αρχές έχουν προσδώσει προσωρινό χαρακτήρα, μπορεί να αποκλεισθεί η ύπαρξη μόνιμης θέσεως και, συνεπώς, η ύπαρξη κενής θέσεως κατά την έννοια του ΚΥΚ. Κατά συνέπεια, πρόβλημα παραδεκτού, για τον λόγο ότι ο λόγος αναιρέσεως είναι νέος, ούτε καν τίθεται, αφού η αιτίαση στρέφεται κατά μιας διαπιστώσεως του Πρωτοδικείου.
Ωστόσο, αρκεί να υπομνηστεί, συναφώς, ότι το Πρωτοδικείο περιορίστηκε να υπενθυμίσει μια διάκριση που προβλέπεται στο άρθρο 2 του ΚΛΠ. Επιπλέον, το γεγονός ότι το άρθρο 9 του ΚΛΠ δεν κάνει καμία διάκριση, για τους σκοπούς της προσλήψεως, μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών εκτάκτων υπαλλήλων, είναι άνευ σημασίας εν προκειμένω, στο μέτρο που, προκειμένου για θέση που εντάσσεται στο πλαίσιο του συστήματος της εκ περιτροπής αναθέσεως καθηκόντων, το γεγονός αυτό δεν έχει καμία επίπτωση όσον αφορά την ύπαρξη ή όχι κενής θέσεως κατά την έννοια του ΚΥΚ.
Επομένως, η δεύτερη αιτίαση πρέπει επίσης να κηρυχθεί αβάσιμη.
10. Ενόψει των συμπερασμάτων που προεκτέθηκαν, προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως του Rasmussen.
'Οσον αφορά τα δικαστικά έξοδα, προτείνω να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στο σύνολο των εξόδων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
(1) * Rasmussen κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. II-765).
(2) * Το εν λόγω άρθρο προβλέπει ότι πίνακας των θέσεων, ο οποίος προσαρτάται στο τμήμα του προϋπολογισμού που αφορά κάθε όργανο, ορίζει για καθεμία από τις κατηγορίες και κάθε έναν από τους κλάδους, τον αριθμό των θέσεων κατά βαθμό στο πλαίσιο κάθε σταδιοδρομίας .
(3) * Βλ. απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1981, 161/80 και 162/80, Carbognani και Coda Zabetta κατά Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 543) απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1981, 791/79, Demont (Συλλογή 1981, σ. 3105) απόφαση της 6ης Ιουλίου 1983, 117/81, Geist (Συλλογή 1983, σ. 2191).
(4) * Απόφαση στην προαναφερθείσα υπόθεση Carbognani και Coda Zabetta κατά Επιτροπής, σκέψη 19.
(5) * Βλ. τις προαναφερθείσες αποφάσεις, υποσημείωση 3.
Full & Egal Universal Law Academy