ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
κ. ΓΕΩΡΓΊΟΥ ΚΟΣΜΆ
της 25ης Ιανουαρίου 1996 ( *1 )
1.
Στις υπό κρίση υποθέσεις το Δικαστήριο καλείται με μία σειρά διατάξεων της Pretura circondariale di Roma (sezione distaccata di Castelnuovo di Porto) να εκδώσει προδικαστικές αποφάσεις ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30, 36 και 52 της Συνθήκης, της οδηγίας 64/223/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1964, περί πραγματοποιήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών για τις δραστηριότητες που υπάγονται στο χονδρικό εμπόριο ( 1 ), ως και των οδηγιών 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983 ( 2 ), και 88/182/ΕΟΚ, της 22ας Μαρτίου 1988 ( 3 ), για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών.
2.
Με διάταξη της 10ης Νοεμβρίου 1993 το Δικαστήριο αποφάσισε τη συνεκδίκαση των υποθέσεων C-418/93, C-419/93, C-420/93 και C-421/93. Με άλλη διάταξη της 27ης Ιανουαρίου 1994 αποφασίσθηκε από το Δικαστήριο οι προηγούμενες υποθέσεις να συνεκδικα-σθούν με τις υποθέσεις C-460/93, C-461/93, C-462/93, C-464/93, C-9/94, C-10/94, C-11/94, C-14/94 και C-15/94. Με νεότερη διάταξη της 23ης Φεβρουαρίου 1994 το Δικαστήριο αποφάσισε να συνεκδικάσει τις υποθέσεις C-23/94 και C-24/94. Τέλος, με διάταξη της 19ης Οκτωβρίου 1995 το Δικαστήριο αποφάσισε να συνεκδικάσει τις τελευταίες δύο υποθέσεις, καθώς και την υπόθεση C-332/94 μαζί με όλες τις άλλες υποθέσεις που αναφέρθηκαν προηγουμένως.
Ι — Η επίδικη διαφορά
3.
Οι προαναφερόμενες προδικαστικές παραπομπές έλαβαν χώρα στο πλαίσιο προσφυγών που άσκησαν διάφορες επιχειρήσεις, οι οποίες διαχειρίζονται πολυκαταστήματα λιανικής πωλήσεως, εναντίον των κατά τόπον αρμοδίων δημάρχων οι οποίοι, απορρίπτοντας σχετικά αιτήματα των ανωτέρω επιχειρήσεων, αρνήθηκαν να επιτρέψουν τη λειτουργία των καταστημάτων αυτών κατά την Κυριακή και τις προειδοποίησαν ταυτόχρονα ότι σε περίπτωση παραβάσεως της απαγορεύσεως θα υποστούν τις κατά νόμο κυρώσεις. Η άρνηση αυτή των ενλόγω δημάρχων ερείδεται στον ιταλικό νόμο 558 της 28ης Ιουλίου 1971 ( 4 ), ο οποίος ρυθμίζει τις ώρες λειτουργίας των εμπορικών καταστημάτων. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο a, του νόμου αυτού επιβάλλει την απαγόρευση λειτουργίας των καταστημάτων την Κυριακή και τις αργίες. Σε περίπτωση παραβάσεως των ανωτέρω διατάξεων, το άρθρο 10 του νόμου αυτού προβλέπει την επιβολή διοικητικών κυρώσεων. Σε περίπτωση υποτροπής είναι δυνατόν να επιβληθεί, επί πλέον, παύση λειτουργίας του εμπορικού καταστήματος μέχρι 15ημέρες.
Ο πιο πάνω νόμος 558 είναι νόμος πλαίσιο ο οποίος αναθέτει την εφαρμογή της προαναφερθείσας απαγόρευσης σε περιφερειακά όργανα που είναι αρμόδια να θεσπίζουν λεπτομερείς διατάξεις, τοπικής ισχύος, περί των ωρών λειτουργίας των καταστημάτων.
Η επιβολή των κατά νόμον κυρώσεων εναπόκειται στους δημάρχους ή τους προέδρους της κοινότητας της περιοχής στην οποία λειτουργούν τα συγκεκριμένα καταστήματα.
4.
Οι προσφεύγουσες αμφισβήτησαν ενώπιον της Pretura το συμβατό του ιταλικού νόμου με το κοινοτικό δίκαιο και ειδικότερα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν. Υπό αυτές τις συνθήκες η Pretura αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν της διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα.
Π — Τα προδικαστικά ερωτήματα
5.
Στο πλαίσιο των προεκτεθεισών διαφορών, με όμοιες διατάξεις της 18ης Ιουλίου 1993, της 28ης Οκτωβρίου 1993, της 11ης Νοεμβρίου 1993, της 2ας Δεκεμβρίου 1993 και της 16ης Δεκεμβρίου 1993 ( 5 ), η Pretura circondariale di Roma, sezione distaccata di Castelnuovo di Porto, καλεί το Δικαστήριο να αποφανθεί επί των ακολούθων προδικαστικών ερωτημάτων:
«Α)
Ερωτάται αν διάταξη του εθνικού δικαίου, η οποία επιβάλλει (προβλέποντας εξαίρεση για ορισμένα προϊόντα) στα καταστήματα λιανικής πωλήσεως την υποχρέωση να παραμένουν κλειστά κατά τις Κυριακές και εορτές, χωρίς παράλληλα να απαγορεύει την άσκηση εργασίας στο εσωτερικό τους και μάλιστα κατά τις ίδιες αυτές ημέρες (και σε περίπτωση παραβάσεως της ανωτέρω υποχρεώσεως επιβάλλει ως κύρωση το υποχρεωτικό κλείσιμο), προκαλώντας με τον τρόπο αυτό σημαντική μείωση των πωλήσεων των ενλόγω καταστημάτων, περιλαμβανομένων και των πωλήσεων προϊόντων παραγομένων σε άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας, με συνέπεια τη μείωση του όγκου των εισαγωγών από τα ενλόγω κράτη, συνιστά:
α)
μέτρο αποτελέσματος ισοδυνάμου με περιορισμό των εισαγωγών, κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης της Ρώμης και των μεταγενέστερων κοινοτικών διατάξεων που εκδόθηκαν σε εφαρμογή των εξαγγελλομένων στο ενλόγω άρθρο αρχών
β)
ή μέσο αυθαίρετης διακρίσεως ή συγκαλυμμένο περιορισμό του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών
γ)
ή δυσανάλογο και μη ενδεδειγμένο μέτρο, αν ληφθεί υπόψη ο κοινωνικός ή ηθικοπλαστικός σκοπός που ενδέχεται να επιδιώκει η διάταξη του εθνικού δικαίου,
δεδομένου ότι:
—
οι μεγάλοι και οι οργανωμένοι διανομείς (κατηγορία στην οποία εντάσσεται η αιτούσα) πωλούν, κατά μέσον όρο, μεγαλύτερες ποσότητες εισαγομένων από τα λοιπά κράτη μέλη της Κοινότητας προϊόντων από ό,τι τα μικρά και μεσαία εμπορικά καταστήματα,
—
ο κύκλος εργασιών που πραγματοποιούν οι μεγάλοι και οι οργανωμένοι διανομείς κατά τις Κυριακές δεν μπορεί να αντισταθμιστεί από τις αγορές στις οποίες προβαίνει η πελατεία τους τις λοιπές ημέρες της εβδομάδας και οι οποίες στρέφονται στην πραγματικότητα προς εμπορικό δίκτυο το οποίο, σε γενικές γραμμές, ανεφοδιάζεται από εθνικούς παραγωγούς.
Β)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως επί του πρώτου ερωτήματος, ερωτάται αν το θεσπιζόμενο με την ανωτέρω εθνική διάταξη μέτρο εμπίπτει στις παρεκκλίσεις από το άρθρο 30 που προβλέπει το άρθρο 36 της Συνθήκης της Ρώμης ή σε άλλες παρεκκλίσεις που προβλέπουν οι κοινοτικοί κανόνες.»
Επιπροσθέτως η προαναφερθείσα Pretura με διάταξη της 10ης Οκτωβρίου 1994 ( 6 ) (C-332/94) υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα τα οποία είναι ενμέρει όμοια με τα προηγούμενα:
«Δεδομένου óu:
Ι)
οι μεγάλης κλίμακας και συνθέτου οργανώσεως επιχειρήσεις διανομής, των οποίων τα καταστήματα κείνται ως επί το πλείστον στα περίχωρα και εκτός των πόλεων, προσφέρουν και πωλούν, κατά μέσο όρο, ποσότητα προϊόντων εισαγομένων από τα άλλα κράτη μέλη της ΕΟΚ μεγαλύτερη από εκείνη που προσφέρουν και πωλούν οι μικρές και μεσαίες εμπορικές επιχειρήσεις, που — κατ' αντίθεση προς τις πρώτες — είναι ευρύτατα κατεσπαρμένες στις αστικές και μη αστικές περιοχές·
II)
οι πωλήσεις τις οποίες πραγματοποιούν οι μεγάλης κλίμακας και συνθέτου οργανώσεως επιχειρήσεις διανομής τις Κυριακές, κατά τα σύντομα διαστήματα του έτους κατά τα οποία οι πωλήσεις επιτρέπονται την ημέρα αυτή της εβδομάδας, υπερβαίνουν από μόνες τους τις πωλήσεις που καταγράφονται στα καταστήματά τους κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας·
ΙΙΙ)
οι πωλήσεις τις οποίες κωλύονται να πραγματοποιήσουν κατά τις αργίες οι μεγάλης κλίμακας και συνθέτου οργανώσεως επιχειρήσεις διανομής δεν αντισταθμίζονται από τις πωλήσεις που γίνονται στα καταστήματα τους τις εργάσιμες ημέρες κατά συνέπεια, η κατ' αυτόν τον τρόπο μη ικανοποιηθείσα ζήτηση στρέφεται προς άλλο εμπορικό κύκλωμα (το αποτελούμενο από τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, που είναι πιο κοντινές στον καταναλωτή και πιο ευπρόσιτες, και κατά τις εργάσιμες ημέρες), το οποίο όμως προμηθεύεται κατά κανόνα μόνο από εγχωρίους παραγωγούς·
Α)
συνιστά μια διάταξη εθνικού δικαίου, η οποία (εξαιρουμένων ορισμένων προϊόντων) επιβάλλει στα καταστήματα λιανικής πωλήσεως την υποχρέωση αργίας κατά τις Κυριακές και εορτές, χωρίς παράλληλα να απαγορεύει την εργασία στο εσωτερικό τους και μάλιστα κατά τις ίδιες αυτές ημέρες, επιβάλλει δε την ποινή της αναγκαστικής παύσεως της λειτουργίας και της ανακλήσεως της αδείας σε όσα απ' αυτά παραβαίνουν την ενλόγω υποχρέωση:
α)
μέτρο αποτελέσματος ισοδυνάμου προς περιορισμό των εισαγωγών, κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης της Ρώμης και των μεταγενεστέρων κοινοτικών διατάξεων που εκδόθηκαν εις εφαρμογήν των εξαγγελλομένων στο ενλόγω άρθρο αρχών;
β)
ή μέσο αυθαίρετης διακρίσεως ή συγκεκαλυμμένο περιορισμό του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών;
γ)
ή μέτρο δυσανάλογο και απρόσφορο προς επίτευξη του κοινωνικού και/ή ηθικού σκοπού που ενδεχομένως επιδιώκει η διάταξη του εθνικού δικαίου;
δ)
παράβαση των διατάξεων του άρθρου 52 της Συνθήκης ΕΟΚ, περί της ελεύθερης εγκαταστάσεως, και των μεταγενεστέρων κοινοτικών διατάξεων που εκδόθηκαν εις εφαρμογήν της αρχής αυτής;
ε)
ή, τουλάχιστον, παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 64/223, περί της πραγματοποιήσεως του δικαιώματος της ελεύθερης εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα του χονδρικού εμπορίου;
ζ)
παράβαση των οδηγιών 83/189 και 88/182, για την άρση των τεχνικών φραγμών στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η απαγόρευση λειτουργίας των εμπορικών καταστημάτων τις Κυριακές φαινομενικά μόνο έχει γενική ισχύ, ενώ στην πραγματικότητα υπόκειται σε παρεκκλίσεις για σειρά προϊόντων που είναι — πλην σπανιοτάτων και αναποφεύκτων περιπτώσεων — αποκλειστικώς εγχωρίας καταγωγής;
Β)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως επί του πρώτου ερωτήματος καθ' ένα έκαστο από τα σκέλη του, εμπίπτει το θεσπιζόμενο με την επίδικη εθνική διάταξη μέτρο στις παρεκκλίσεις που προβλέπει από το άρθρο 30 το άρθρο 36 της Συνθήκης της Ρώμης ή σε άλλες παρεκκλίσεις προβλεπόμενες από την κοινοτική ρύθμιση;»
6.
Αν εξαιρέσουμε την υπόθεση C-332/94 στην οποία το προδικαστικό ερώτημα, εκτός από τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης, αφορά και σε άλλες κοινοτικές διατάξεις, το Δικαστήριο έχει ήδη απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα με την απόφαση της 2ας Ιουνίου 1994, Punto Casa και PPV ( 7 ). Η απόφαση αυτή έχει εκδοθεί ύστερα από προδικαστική παραπομπή της Pretura circondariale di Roma (sezione distaccata di Castelnuovo di Porto), η οποία με διατάξεις της 16ης Δεκεμβρίου 1992 και της 22ας Μαρτίου 1993 είχε υποβάλει στο Δικαστήριο πανομοιότυπα ερωτήματα με εκείνα που προαναφέρθηκαν. Μετά την έκδοση της αποφάσεως αυτής, το Δικαστήριο ζήτησε από την Pretura να διευκρινίσει εάν εμμένει στα ενλόγω προδικαστικά ερωτήματα, όσον αφορά σε όλες τις προηγούμενες υποθέσεις εκτός από την C-332/94.
Η Pretura, με την από 22 Ιουλίου 1994 επιστολή της, απάντησε ότι εμμένει στα εκκρεμή ενώπιον του Δικαστηρίου προδικαστικά ερωτήματα. Στην επιστολή του αυτή ο Pretore υποστηρίζει ότι η απόφαση Punto Casa και PPV του Δικαστηρίου δεν καλύπτει όλες τις πλευρές και όλα τα ζητήματα που εγείρουν οι υπό κρίση υποθέσεις, όσον αφορά στη συμβατότητα του ιταλικού νόμου με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και ειδικότερα με τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης. Η Pretura εξηγεί ότι τα μεγάλα πολυκαταστήματα ευρίσκονται στα περίχωρα, εκτός των πόλεων και συνεπώς η πρόσβαση ο' αυτά δεν είναι εύκολη για τους καταναλωτές κατά τις εργάσιμες ημέρες. Συγκρινόμενα με τα μικρά καταστήματα, τα οποία είναι ευρύτατα κατεσπαρμένα σε αστικές περιοχές και τα οποία απευθύνονται σε ένα καταναλωτικό κοινό περιορισμένο, τα μεγάλα πολυκαταστήματα διαθέτουν και πωλούν, κατά μέσο όρο, ποσότητα εισαγομένων προϊόντων από άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας κατά πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που διαθέτουν τα μικρά καταστήματα τα οποία προμηθεύονται κατά κανόνα εγχώρια προϊόντα. Κατά την Pretura αυτό έχει ως συνέπεια η ζήτηση να στρέφεται προς τα εθνικά προϊόντα σε βάρος των αλλοδαπών προϊόντων, δεδομένου ότι τα μικρά καταστήματα διαθέτουν πολύ μικρό αριθμό τέτοιων προϊόντων.
ΙΙΙ — Απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα
Επί των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης
7.
Τα προδικαστικά ερωτήματα θέτουν το ζήτημα αν μια εθνική νομοθεσία όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης. Το άρθρο αυτό απαγορεύει τους μεταξύ των κρατών μελών ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος. Κατά τη γνωστή διατύπωση της αποφάσεως Dassonville μπορεί να θεωρηθεί ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος με ποσοτικό περιορισμό οποιαδήποτε «εμπορική ρύθμιση που μπορεί να επηρεάσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά» ( 8 ). Επίσης, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η οποία εγκαινιάστηκε με την απόφαση Cassis de Dijon ( 9 ), οι διατάξεις της νομοθεσίας ενός κράτους μπορούν και σε περίπτωση ελλείψεως δυσμενούς διακρίσεως με κριτήριο την προέλευση των εμπορευμάτων να αντιβαίνουν στο άρθρο 30 όταν παρακωλύουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο χωρίς να δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους, που ανάγονται στο γενικό συμφέρον.
8.
Στην απόφαση Keck και Mithouard ( 10 ) το Δικαστήριο περιόρισε την έκταση εφαρμογής της νομολογίας αυτής, προβαίνοντας σε διάκριση μεταξύ
—
αφενός μεν των εθνικών περιοριστικών ρυθμίσεων που αφορούν στους όρους (ονομασία, μορφή, διαστάσεις, βάρος, σύνθεση κ.λπ.) στους οποίους πρέπει να ανταποκρίνονται τα προϊόντα προελεύσεως άλλων κρατών μελών όπου νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο,
—
αφετέρου δε των εθνικών ρυθμίσεων οι οποίες απαγορεύουν ή περιορίζουν ορισμένες μεθόδους ή μορφές πωλήσεων και οι οποίες δεν είναι ως εκ της φύσεως τους ικανές να επηρεάσουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο δεδομένου ότι δεν αναφέρονται σ' αυτό το ίδιο το αντικείμενο των εμπορικών συναλλαγών εντός της Κοινότητας.
9.
Όσον αφορά στην πρώτη κατηγορία εθνικών ρυθμίσεων το Δικαστήριο, παραπέμποντας στην προαναφερθείσα απόφαση Cassis de Dijon, έκρινε ότι οι ρυθμίσεις αυτές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 και ότι αποτελούν απαγορευμένα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, εκτός εάν δικαιολογούνται από κάποιο λόγο γενικού συμφέροντος ( 11 ). Ως προς τη δεύτερη κατηγορία εθνικών ρυθμίσεων, το Δικαστήριο θεώρησε ότι αυτές εκφεύγουν του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης υπό την προϋπόθεση ότι οι ρυθμίσεις αυτές ισχύουν για όλους τους επιχειρηματίες που ασκούν τις δραστηριότητες τους στο εθνικό έδαφος και ότι αφορούν κατά τον ίδιο τρόπο, τόσο νομικώς όσο και πραγματι-κώς, στην εμπορία των εγχωρίων προϊόντων και των προϊόντων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη. Κατά το Δικαστήριο, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, η εφαρμογή ρυθμίσεων αυτού του είδους ως προς την πώληση των προϊόντων που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος και ανταποκρίνονται στους κανόνες που έχει θεσπίσει αυτό το κράτος δεν μπορεί να εμποδίσει τη διάθεση τους στην αγορά ή να την καταστήσει περισσότερο δυσχερή από εκείνη των εγχωρίων προϊόντων ( 12 ).
10.
Εκτός όμως από αυτές τις δυο κατηγορίες, υπάρχει, και μια τρίτη κατηγορία εθνικών μέτρων τα οποία μπορούν να υπαχθούν στην νομολογία Dassonville χωρίς να ανήκουν σε καμμία από τις δύο προηγούμενες κατηγορίες. Τέτοια μέτρα είναι, για παράδειγμα, μια εθνική νομοθεσία η οποία επιτρέπει κατάσχεση εκ μέρους του Δημοσίου αγαθών πωληθέντων με δόσεις και με παρακράτηση της κυριότητας, έστω και αν τα κινητά αυτά προέρχονται από προμηθευτή που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος και στον οποίο ανήκουν τα πράγματα αυτά ( 13 ), μια εθνική διάταξη απαγορεύουσα την απόρριψη βλαβερών ουσιών εντός των χωρικών μεν υδάτων του οικείου κράτους σε όλα τα πλοία χωρίς διάκριση, στην ανοικτή δε θάλασσα στα φέροντα την εθνική σημαία πλοία και επιβάλλουσα ως κύρωση στους ημεδαπούς πλοιάρχους την αναστολή της επαγγελματικής τους ιδιότητας ( 14 ), η απαίτηση αδείας για την λειτουργία εμπορικού καταστήματος ( 15 ), ως και μια εθνική διάταξη η οποία επιβάλλει στους επιθυμούντες να ασκήσουν εμπορία πετρελαιοειδών σε νησιώτικη περιοχή ενός κράτους μέλους να εφοδιάζουν ένα ελάχιστο αριθμό νήσων του κράτους αυτού ( 16 ). Εθνικά μέτρα αυτής της κατηγορίας δεν μπορούν κατά κανόνα να θεωρηθούν ότι προσκρούουν στο άρθρο 30 καθόσον δεν έχουν ως αντικείμενο τη ρύθμιση του εμπορίου με άλλα κράτη μέλη, τα δε περιοριστικά αποτελέσματα που ενδεχομένως επιφέρουν στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων έχουν συνήθως τυχαίο και έμμεσο χαρακτήρα ώστε τα μέτρα αυτά να μη μπορεί να θεωρηθούν ικανά να παρεμποδίσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών ( 17 ).
11.
Έτσι, όταν τίθεται θέμα εφαρμογής του άρθρου 30 είναι αναγκαίο να εξετάζεται σε ποια από τις προαναφερόμενες κατηγορίες ανήκει το κρινόμενο εθνικό μέτρο και ειδικότερα εάν πρόκειται ή όχι για μορφή πωλήσεως με την έννοια της νομολογίας Keck και Mithouard.
Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει υπόμνηση ότι εθνικές ρυθμίσεις όπως η επίμαχη είχαν ήδη πριν από αυτή την τελευταία νομολογία απασχολήσει το Δικαστήριο το οποίο είχε, έτσι, την ευκαιρία να διατυπώσει πλούσια νομολογία επί του θέματος αυτού. Με την απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1989, Torfaen Borough Council κατά Β & Q ( 18 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι η θεσπιζόμενη από το άρθρο 30 της Συνθήκης απαγόρευση μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος δεν καταλαμβάνει τις εθνικές διατάξεις οι οποίες απαγορεύουν σε καταστήματα λιανικής πωλήσεως να λειτουργούν τη Κυριακή, εφόσον τα περιοριστικά αποτελέσματα που ενδέχεται να συνεπάγονται οι ενλόγω διατάξεις για το κοινοτικό εμπόριο δεν υπερακοντίζουν τα αποτελέσματα που προσιδιάζουν σε τέτοιου είδους ρυθμίσεις. Την νομολογία αυτή επιβεβαίωσε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις του της 16ης Δεκεμβρίου 1992, Β & Q ( 19 ) και Payless DIY κλ.π. ( 20 ) οι οποίες αφορούσαν, όπως και η προηγούμενη απόφαση, σε βρετανικές διατάξεις απαγορεύουσες τη λειτουργία των καταστημάτων λιανικής πώλησης την Κυριακή ( 21 ). Συναφείς είναι επίσης και οι αποφάσεις της 28ης Φεβρουαρίου 1991, Conforama κ.λπ. ( 22 ) και Marchandise κ.λπ. ( 23 ) οι οποίες αφορούσαν σε ρυθμίσεις (γαλλική και βελγική, αντιστοίχως) απαγορεύουσες την απασχόληση μισθωτών εργαζομένων κατά τις Κυριακές. Και στις δύο περιπτώσεις το Δικαστήριο έκρινε ότι τέτοιου είδους διατάξεις εκφεύγουν του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης.
12.
Η προσέγγιση αυτή επιβεβαιώθηκε και με την μεταγενέστερη της αποφάσεως Keck και Mithouard νομολογία. Στην απόφαση της 2ας Ιουνίου 1994, Boermans ( 24 ), η οποία αφορούσε σε ολλανδική ρύθμιση σχετικά με τις ώρες λειτουργίας των πρατηρίων βενζίνης, καθώς και στην απόφαση Punto Casa και PPV, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, αφορούσε στην επίμαχη και στην προκειμένη περίπτωση διάταξη του ιταλικού νόμου 558 που απαγορεύει τη λειτουργία των καταστημάτων κατά τις Κυριακές και τις αργίες, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ενλόγω ρυθμίσεις δεν καταλαμβάνονται από την απαγόρευση του άρθρου 30 της Συνθήκης. Με τις αποφάσεις αυτές, το Δικαστήριο θεώρησε ότι οι προαναφερθείσες ρυθμίσεις της ολλανδικής και της ιταλικής νομοθεσίας συνιστούν μεθόδους πωλήσεως οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις που διατυπώθηκαν στην απόφαση Keck και Mithouard. Ειδικότερα, με την απόφαση Punto Casa και PPV, το Δικαστήριο έκανε δεκτό ότι η επίμαχη ρύθμιση «ισχύει, χωρίς διάκριση ανάλογα με την καταγωγή των σχετικών προϊόντων, για όλους τους οικείους επιχειρηματίες και δεν θίγει την εμπορία των προϊόντων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη κατά διαφορετικό τρόπο από ό,τι των εγχωρίων προϊόντων» ( 25 ). Συνεπώς, το ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης σε εθνικές ρυθμίσεις, οι οποίες απαγορεύουν τη λειτουργία των καταστημάτων ορισμένες ώρες ή όπως η επίμαχη ρύθμιση ορισμένες ημέρες της εβδομάδος, έχει λυθεί νομολογιακώς.
13.
Και η δική μου άποψη είναι ότι μια τέτοια ρύθμιση εμπίπτει στη νομολογία Keck και Mithouard. Η επίμαχη εθνική ρύθμιση συνιστά πράγματι μέθοδο πωλήσεως, κατά την έννοια της νομολογίας αυτής. Πρόκειται για μέτρο που αφορά στις χρονικές και τοπικές συνθήκες και στον τρόπο με τον οποίο τα οικεία εμπορεύματα πωλούνται στους καταναλωτές. Με τη ρύθμιση αυτή απαγορεύεται σε ορισμένες κατηγορίες πωλητών λιανικής πωλήσεως η διάθεση συγκεκριμένων προϊόντων ορισμένες ημέρες (Κυριακές και αργίες). Η ρύθμιση αυτή δεν περιέχει διάταξη ως προς τα εσωτερικά ή εξωτερικά χαρακτηριστικά των οικείων προϊόντων και δεν δημιουργεί, στο κράτος μέλος που ισχύει, πρόσθετα έξοδα παραγωγής ή διανομής των προϊόντων τα οποία νομίμως παράγονται και διατίθενται εντός άλλων κρατών μελών, καθόσον δεν καθιστά αναγκαία την προσαρμογή των εσωτερικών ή εξωτερικών χαρακτηριστικών των εισαγομένων προϊόντων. Συνεπώς, εφόσον η επίμαχη ρύθμιση χαρακτηρίζεται ως μέθοδος πωλήσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος, κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης, παρά μόνον εάν δεν πληρούνται οι δύο προϋποθέσεις που αναφέρονται στην ανωτέρω απόφαση Keck και Mithouard.
14.
Όσον αφορά στην πρώτη προϋπόθεση, είναι πρόδηλο ότι μια εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη δεν προβαίνει σε διάκριση μεταξύ ημεδαπών και αλλοδαπών επιχειρηματιών σε σχέση με την επί ίσοις όροις πρόσβαση τους στην εθνική αγορά. Όσον αφορά στην δεύτερη προϋπόθεση, πρέπει να παρατηρηθεί κατά πρώτο μεν λόγο ότι η επίμαχη ρύθμιση δεν έχει ως αντικείμενο την κυκλοφορία εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών, κατά δεύτερο δε λόγο ότι ουδόλως προκύπτει πως η ρύθμιση αυτή μπορεί, θεωρούμενη στο σύνολό της, να συνεπάγεται, από νομικής απόψεως, άνιση μεταχείριση μεταξύ εγχωρίων και εισαγομένων προϊόντων ως προς την πρόσβαση τους στην αγορά ή να οδηγήσει στην πράξη, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων ( 26 ), σε μια τέτοια μεταχείριση.
15.
Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι οι εθνικές ρυθμίσεις, που περιορίζουν γενικώς την εμπορία ενός προϊόντος και επομένως και την εισαγωγή του, δεν μπορούν βάσει αυτού και μόνο του γεγονότος να θεωρηθούν óu περιορίζουν τη δυνατότητα προσβάσεως των εισαγομένων προϊόντων στην αγορά σε μεγαλύτερη έκταση από ότι των εγχωρίων ομοειδών προϊόντων. Όπως έχει δεχθεί το Δικαστήριο με την απόφαση Keck και Mithouard, το γεγονός ότι μια εθνική ρύθμιση μπορεί να περιορίζει γενικώς το μέγεθος των πωλήσεων προϊόντων, κατά συνέπεια δε και το μέγεθος των πωλήσεων προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών, δεν αρκεί για να θεωρηθεί η ρύθμιση αυτή ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών ( 27 ).
Δεν διαπιστώνεται τέλος η ύπαρξη άλλων περιστάσεων που θα μπορούσαν να συνεπάγονται τον χαρακτηρισμό της ρυθμίσεως ως μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος. Οι εξεταζόμενες υποθέσεις παρουσιάζουν εξαιρετική ομοιότητα με τις υποθέσεις C-69/93 και C-258/93, επί των οποίων εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση Punto Casa και PPV, τόσο από απόψεως πραγματικού όσο και από απόψεως τιθεμένων νομικών ζητημάτων. Υπενθυμίζεται ότι η διατύπωση των σχετικών προδικαστικών ερωτημάτων είναι όμοια με εκείνη των υποθέσεων C-69/93 και C-258/93.
16.
Το δικαστήριο της παραπομπής απηύ-θηνε στο Δικαστήριο το από 22 Ιουλίου 1994 έγγραφο, με το οποίο εμμένει στα προδικαστικά ερωτήματα και εκθέτει μια σειρά στοιχείων που σχετίζονται με τις ιδιομορφίες της λειτουργίας των πολυκαταστημάτων στην Ιταλία. Ενόψει των στοιχείων αυτών ενδείκνυται, κατά την άποψη του δικαστηρίου της παραπομπής, να εξετασθούν σε βάθος τα συγκεκριμένα αποτελέσματα που προκαλεί στην πράξη η επίμαχη ρύθμιση επί των εισαγωγών προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών.
Νομίζω ότι τα στοιχεία που αναφέρονται στο ανωτέρω έγγραφο καθώς και στις αποφάσεις περί παραπομπής δεν δίνουν άλλη διάσταση του πραγματικού, διαφορετική από εκείνη που υπήρχε στις υποθέσεις C-69/93 και C-258/93. Τόσο στις τελευταίες αυτές υποθέσεις όσο και στις υπό κρίση υποθέσεις πρόκειται πάντοτε για μεγάλα πολυκαταστήματα εγκατεστημένα εκτός πόλεως, τα οποία μεταξύ άλλων διαθέτουν και είδη προελεύσεως άλλων κρατών μελών για τα οποία η απαγόρευση λειτουργίας την Κυριακή συνεπάγεται μείωση του μεγέθους των πωλήσεων των προϊόντων που διαθέτουν.
17.
Σύμφωνα με την άποψη της Pretura, η απαγόρευση λειτουργίας των πολυκαταστημάτων την Κυριακή στρέφει τη ζήτηση προς τα εγχώρια προϊόντα καθόσον: α) τα πολυκαταστήματα διαθέτουν στο καταναλωτικό κοινό περισσότερα εισαγόμενα προϊόντα σε σχέση με τα μικρά καταστήματα λιανικής πωλήσεως τα οποία πωλούν, βασικά, εγχώρια προϊόντα β) ο καταναλωτής έχει ευκολότερη πρόσβαση τις εργάσιμες ημέρες στα μικρά καταστήματα λιανικής πωλήσεως από ό,τι, στα εκτός της πόλεως εγκατεστημένα πολυκαταστήματα. Η σύνδεση όμως αυτή μεταξύ πολυκαταστημάτων και αλλοδαπών κοινοτικών προϊόντων δεν είναι βέβαιη και αναμφίβολη. Εκτός του ότι οι καθών στις παρατηρήσεις τους αμφισβητούν τη σύνδεση αυτή, πάντως, δεν υπάρχουν στατιστικές ή άλλα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι τα πολυκαταστήματα, όπως αυτά που εκμεταλλεύονται οι προσφεύγουσες, πωλούν περισσότερα αλλοδαπά προϊόντα από ό,τι εγχώρια σε σχέση με τα μικρά και τα μεσαία καταστήματα λιανικής πωλήσεως. Ούτε ότι τα προϊόντα που προσφέρουν τα πολυκαταστήματα αγοράζονται από το καταναλωτικό κοινό κυρίως ημέρες Κυριακές και αργίες. Σε κάθε περίπτωση, τα περιοριστικά αποτελέσματα τα οποία θα μπορούσε να έχει επί των εισαγωγών μια τέτοια απαγόρευση δεν είναι καθόλου προφανή και δεν θα είχαν παρά τυχαίο και έμμεσο χαρακτήρα ( 28 ). Είναι αναντίρρητο ότι η απαγόρευση πωλήσεων τις Κυριακές περιορίζει το μέγεθος πωλήσεων των προϊόντων γενικώς. Η ύπαρξη όμως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του περιορισμού των πωλήσεων και της μείωσης των εισαγωγών των αλλοδαπών κοινοτικών προϊόντων παρίσταται εντελώς έμμεση, εξαρτώμενη από την συνδρομή τυχαίων περιστάσεων και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τεκμαιρόμενη. Επομένως, θεωρώ ότι οι περιστάσεις αυτές δεν μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι η επίμαχη ρύθμιση, θεωρούμενη στο σύνολό της, εμποδίζει τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές. Κατά συνέπεια το άρθρο 30 της Συνθήκης δεν τυγχάνει εφαρμογής επί του προκειμένου.
18.
Αντίθετα από τη μέθοδο που ακολουθούσε η πριν από την απόφαση Keck και Mithouard νομολογία του Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένων των υποθέσεων που αφορούσαν την απαγόρευση λειτουργίας καταστημάτων την Κυριακή, μετά την απόφαση αυτή, σε περίπτωση που μια εθνική ρύθμιση κριθεί ότι συνιστά μέθοδο πωλήσεως, δεν χρειάζεται στο εξής να εξετάζεται περαιτέρω αν η ρύθμιση αυτή δικαιολογείται βάσει επιτακτικής απαιτήσεως, που ανάγεται στο γενικό συμφέρον, ούτε βεβαίως βάσει των παρεκκλίσεων που προβλέπει το άρθρο 36 της Συνθήκης, καθόσον η ρύθμιση αυτή δεν εμπίπτει πλέον εξ ορισμού στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30.
19.
Εκ περισσού σημειώνεται πως το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι τέτοιου είδους ρυθμίσεις επιδιώκουν σκοπό θεμιτό, από πλευράς κοινοτικού δικαίου. Όπως έγινε δεκτό, μεταξύ άλλων, με την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1992, Β & Q, που προαναφέρθηκε, οι εθνικές ρυθμίσεις οι οποίες περιορίζουν τη λειτουργία των καταστημάτων την Κυριακή αποτελούν την έκφραση ορισμένων επιλογών, που εξαρτώνται από τις εθνικές ή τοπικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ιδιομορφίες, εναπόκειται δε στα κράτη μέλη να πραγματοποιήσουν τις επιλογές αυτές, σεβόμενα τις απαιτήσεις που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαο, ιδίως την αρχή της αναλογικότητας ( 29 ). Στην απόφαση Torfaen Borough Council κατά Β & Q που προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι οι εθνικές ρυθμίσεις που αφορούν τις ώρες λειτουργίας των καταστημάτων λιανικής πωλήσεως «εκφράζουν πράγματι ορισμένες πολιτικές και οικονομικές επιλογές, καθόσον αποσκοπούν στην εξασφάλιση μιας κατανομής των ωρών εργασίας και αναπαύσεως προσαρμοσμένης στις εθνικές ή τοπικές κοινωνικές και πολιτιστικές ιδιομορφίες, η εκτίμηση των οποίων, στην παρούσα φάση εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, εναπόκειται στα κράτη μέλη» ( 30 ).
Ενόψει των ανωτέρω συνάγω ότι το άρθρο 30 της Συνθήκης δεν εφαρμόζεται επί εθνικών ρυθμίσεων, οι οποίες απαγορεύουν σε καταστήματα λιανικής πωλήσεως να λειτουργούν τις Κυριακές ή τις αργίες.
Επί των οδηγιών 83/189 και 88/182
20.
Η οδηγία 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 88/182/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1988, και πιο πρόσφατα από την οδηγία 94/10/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Μαρτίου 1994 ( 31 )
Επί του άρθρου 52 της Συνθήκης και της οδηγίας 64/223
21.
Η Pretura διερωτάται στην τελευταία από τις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις (C-332/94) αν η επίμαχη ιταλική ρύθμιση, καθιερώνει μια διαδικασία πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών, υποχρεώνοντας τα κράτη μέλη να ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή κάθε σχέδιο τεχνικού κανόνα (άρθρο 8 της οδηγίας). Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής ως «τεχνικές προδιαγραφές» νοούνται «οι προδιαγραφές που περιέχονται σε έγγραφο με το οποίο ορίζονται τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά ενός προϊόντος, όπως η ποιοτική στάθμη, η απόδοση, η ασφάλεια, οι διαστάσεις, καθώς και οι προδιαγραφές που ισχύουν για το προϊόν όσον αφορά στην ορολογία, τα σύμβολα, τις δοκιμές και μεθόδους δοκιμής, τη συσκευασία, το μαρκάρισμα και το ετικεττάρισμα». Επίσης, στο ίδιο άρθρο ορίζεται ότι «τεχνικός κανόνας» είναι «οι τεχνικές προδιαγραφές, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών διατάξεων που ισχύουν γι' αυτές, η τήρηση των οποίων είναι υποχρεωτική, de jure ή de facto, για την εμπορία ή χρησιμοποίηση σε κράτος μέλος ή σε μεγάλο τμήμα του κράτους αυτού με εξαίρεση τις προδιαγραφές που ορίζονται από τις αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης». Από τους ορισμούς αυτούς συνάγεται ότι μια εθνική ρύθμιση, όπως αυτή του ιταλικού νόμου 558, δεν δύναται να χαρακτηρισθεί ως τεχνική προδιαγραφή ή τεχνικός κανόνας κατά την έννοια της οδηγίας αυτής. Η ενλόγω ρύθμιση δεν φαίνεται άλλωστε να εμπίπτει σε κανένα άλλο από τους ορισμούς που δίνει η υπόψη οδηγία στο προαναφερθέν άρθρο. Ανεξάρτητα όμως από αυτή τη διαπίστωση, πρέπει να σημειωθεί ότι η οδηγία δεν έχει αναδρομικό αποτέλεσμα και συνεπώς δεν εφαρμόζεται στην επίμαχη ρύθμιση, η οποία θεσπίσθηκε το έτος 1971, χρονικό σημείο κατά το οποίο δεν υπήρχε υποχρέωση προηγούμενης κοινοποίησης. είναι συμβατή με το άρθρο 52 της Συνθήκης και το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 64/223 περί πραγματοποιήσεως του δικαιώματος της ελεύθερης εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα του χονδρικού εμπορίου. Κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 52 αποβλέπει να εξασφαλίσει το πλεονέκτημα της ίσης με τους ημεδαπούς μεταχείρισης σε κάθε υπήκοο κράτους μέλους ο οποίος εγκαθίσταται, έστω και δευτερευόντως, σε άλλο κράτος μέλος, προκειμένου να ασκήσει εκεί μη μισθωτή δραστηριότητα και απαγορεύει τις διακρίσεις λόγω ιθαγενείας, καθόσον περιορίζουν την ελευθερία εγκαταστάσεως ( 32 ). Έτσι, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούν την ισότητα μεταχείρισης, τα κράτη μέλη μπορούν «εφόσον πρόκειται για δραστηριότητες εμπορικών πωλήσεων, για τις οποίες δεν υπάρχουν κοινοί κανόνες, να εκδίδουν διατάξεις που να ρυθμίζουν το χονδρικό ή το λιανικό εμπόριο» ( 33 ). Είναι προφανές ότι η επίμαχη διάταξη δεν εισάγει δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας δεδομένου ότι θίγει υπό τις ίδιες προϋποθέσεις τόσο τις ιταλικές επιχειρήσεις όσο και τις επιχειρήσεις των άλλων κρατών μελών. Συνεπώς, η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στο προαναφερθέν άρθρο της Συνθήκης.
22.
Βεβαίως, το Δικαστήριο έχει δεχθεί με πρόσφατες αποφάσεις του ότι μια εθνική ρύθμιση, έστω και αν εφαρμόζεται άνευ διακρίσεων ως προς την υπηκοότητα, αντιβαίνει στα άρθρα 48 και 52 εφόσον παρακωλύει ή καθιστά λιγότερο ελκυστική την άσκηση από τους υπηκόους των κρατών μελών των θεμελιωδών ελευθεριών που θεσπίζει η Συνθήκη ( 34 ). Δεν προέκυψε όμως από την δικογραφία κανένα στοιχείο το οποίο καθιστά έστω και ενδεχόμενη την πρόκληση από την επίμαχη διάταξη τέτοιων περιοριστικών αποτελεσμάτων. Ούτε κατέστη δυνατόν να θεμελιωθεί η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της απαγορεύσεως λειτουργίας των καταστημάτων την Κυριακή και του ενδεχομένου αποτρεπτικού αποτελέσματος που θα μπορούσε να προκύψει, σχετικά με την εγκατάσταση μεγάλων επιχειρήσεων διανομής, που ανήκουν σε άλλα κράτη μέλη. Η ύπαρξη μιας τέτοιας αιτιώδους συναφείας παρίσταται αβέβαιη και αόριστη.
23.
Τέλος, όσον αφορά στην οδηγία 64/223 του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1964, αυτή αποβλέπει στην πραγματοποίηση, στον τομέα του χονδρικού εμπορίου, της ελεύθερης εγκαταστάσεως την οποία εγγυάται το άρθρο 52 της Συνθήκης. Όσα όμως ελέχθησαν ανωτέρω επί του άρθρου τούτου ισχύουν και εν προκειμένω. Εκτός αυτού πρέπει να διευκρινισθεί, όπως τονίζει και η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της, ότι η οδηγία αυτή περιέχει μεταβατικές διατάξεις που σκοπό είχαν να διευκολύνουν την ελεύθερη εγκατάσταση στον συγκεκριμένο τομέα κατά την περίοδο πριν από την πλήρη και άμεση εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 52 της Συνθήκης. Συνεπώς, η οδηγία αυτή, αν και δεν έχει ρητώς καταργηθεί, καλύπτεται ήδη πλήρως από το ανωτέρω άρθρο και για το λόγο αυτό πρέπει να θεωρηθεί óu στερείται πλέον αντικειμένου.
IV — Πρόταση
24.
Ενόψει των όσων έχουν προεκτεθεί, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στα ερωτήματα που του έθεσε η Pretura circondariale di Roma (sezione di Castelnuovo di Porto):
«Τα άρθρα 30 και 52 της Συνθήκης δεν έχουν εφαρμογή επί εθνικής ρυθμίσεως, όπως η επίμαχη, που απαγορεύει άνευ διακρίσεων την λειτουργία των καταστημάτων λιανικής πωλήσεως κατά τις Κυριακές και τις αργίες. Εξάλλου, η ρύθμιση αυτή δεν προσκρούει στις οδηγίες 83/189/ΕΟΚ, 88/182/ΕΟΚ και 64/223/ΕΟΚ.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ελληνική.
( 1 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 28.
( 2 ) ΕΕ L 109, σ. 8.
( 3 ) ΕΕ L 81, σ. 75.
( 4 ) GURI (Επίσημη Εφημερίδα της Ιταλικής Δημοκρατίας), αριθ. 200 της 9ης Αυγούστου 1971.
( 5 ) ΕΕ C 312 της 18ης Νοεμβρίου 1993, 0.6, και ΕΕ C 76 της 12ης Μαρτίου 1994, 0.4, 5. 9, 10και 12.
( 6 ) ΕΕ C 392 της 31ης Δεκεμβρίου 1994, ο. 3.
( 7 ) C-69/93 xaiC-258/93 (Συλλογή 1994, α. Ι-2355).
( 8 ) Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74 (Συλλογή τόμος 1974, σ.411, σκέψη 5).
( 9 ) Απόφαση της 20ης Φεβρουαρίου 1979, 120/78, Rcwc-Zentral (Συλλογή τόμος 1979/1, σ. 321).
( 10 ) Απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1993, C-267/91 και C-268/91 (Συλλογή 1993, σ. I-6097).
( 11 ) Βλ. σκέψη 15 της αποφάσεως Keck και Milhouard.
( 12 ) 13λ. οκέψεις 16 και 17 της αποφάσεως Keck και Milhouard. Βλ. επίσης την σκέψη 12 της απόφασης Punto Casa και PPV που προαναφέρθηκε.
( 13 ) Βλ. απόφαση της 7ης Μαρτίου 1990, C-69/88, Kraute (Συλλογή 1990, σ. Ι-583).
( 14 ) Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1994, C-379/92, Peralta (Συλλογή 1994, ο. Ι-3453).
( 15 ) Απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1995, C-140/94, C-141/94 και C-142/94, DIP κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. Ι-3257).
( 16 ) Απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1995, C-134/94, Esso Española (Συλλογή 1995, ο. Ι-4223).
( 17 ) Βλ. τις αποφάσεις Krantz, Peralla και DIP κ.λπ. που προαναφέρθηκαν. Επίσης την πρόσφατη απόφαση Esso Española που προαναφέρθηκε, καθώς και τις προτάσεις μου της 28ης Σεπτεμβρίου 1995 επί της υποθέσεως αυτής.
( 18 ) C-145/88 (Συλλογή 1989, σ. 3851).
( 19 ) C-169/91 (Συλλογή 1992, σ. Ι-6635).
( 20 ) C-304/90 (Συλλογή 1992, σ. Ι-6493).
( 21 ) Πρβλ. επίσης απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1992, C-306/88, Anders (Συλλογή 1992, σ. Ι-6457).
( 22 ) C-312/89 (Συλλογή 1991, σ. Ι-997).
( 23 ) C-332/89 (Συλλογή 1991, σ. Ι-1027).
( 24 ) Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-401/92 και C-402/92 (Συλλογή 1994, ο. I-2199).
( 25 ) Σκέψη 14 της αποφάσεως Punto Casa και PPV.
( 26 ) Βλ. το οημείο 28 των προτάσεών μου της 23ης Μαρτίου 1995 στην υπόθεση C-63/94, Bclgapom (απόφαση της Πης Αύγουστου 1995, Συλλογή 1995, ο. I-2467).
( 27 ) Βλ. σκέψη 13 της αποφάσεως Keck και Mithouard.
( 28 ) Πρβλ. τις προαναφερθείσες αποφάσεις Peralta (σκέψη 24), Krantz, (οκέψη 11), και Esso Española (σκέψη 24).
( 29 ) Σκέψη 11 της ενλόγω απόφασης.
( 30 ) Σκέψη 14 της ενλόγω απόφασης. Βλ. επίσης ης σκέψεις 11 και 12 αντιστοίχως των αποφάσεων Conforama κ.λπ. και Marchandise κ.λπ., που προαναφέρθηκαν.
( 31 ) ΕΕ L 100 της 19ης Απριλίου 1994, σ. 30.
( 32 ) Βλ. μεταξύ άλλων, απόφαση της 20ής Απριλίου 1988, 204/87, Bekaert (Συλλογή 1988, ο. 2029, σκέψη 11), της 28ης Ιανουαρίου 1986, 270/83, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1986, σ.273, οκέψη 14), της 12ης Φεβρουαρίου 1987, 221/85, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1988, σ.719, οκέψη 10), και της 12ης Νοεμβρίου 1987, 198/86, Conradi κ.λπ. (Συλλογή 1987, σ. 4469, οκέψη 9).
( 33 ) Βλ. σκέψη 10 της προαναφερθείοης αποφάαεως Conradi κ.λπ.
( 34 ) Βλ. μεταξύ άλλων την απόφαοη της 31ης Μαρτίου 1993, C-19/92, Kraus (Συλλογή 1993, σ. Ι-1663).
Full & Egal Universal Law Academy