Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Εισαγωγή
1 Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο έχει επιληφθεί τεσσάρων προδικαστικών ερωτημάτων σχετικών με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (1).
Ωστόσο, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που γνωστοποίησε η Ισπανική Κυβέρνηση κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, τίθεται το ζήτημα αν το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να αποφανθεί επί των υποβληθέντων προδικαστικών ερωτημάτων.
Τα πραγματικά περιστατικά
2 Ο ισπανικός νόμος 31 της 2ας Αυγούστου 1984 περί προστασίας των ανέργων (στο εξής: νόμος 31/1984) κάνει διάκριση, προκειμένου περί της καταβολής επιδομάτων ανεργίας, μεταξύ των αναφερομένων στον τίτλο Ι του νόμου παροχών που βασίζονται σε εισφορές και των αναφερομένων στον τίτλο ΙΙ, πρώτο κεφάλαιο, του νόμου παροχών που είναι ανεξάρτητες της καταβολής προηγουμένων εισφορών του ζητούντος εργασία. Τέλος, ο νόμος προβλέπει στον τίτλο ΙΙ, δεύτερο κεφάλαιο, μια παροχή που αποκαλείται «asistencia sanitaria», η οποία μπορεί να εισπραχθεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις όταν ο αιτών δεν πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις προκειμένου να τύχει παροχών ανεργίας, ανεξαρτήτως του αν αυτές βασίζονται ή όχι σε εισφορές.
3 Οι ενάγοντες των κυρίων δικών, Teresa Zabala Erasun, Francisco Casquero Carrillo και Elvira Encabo Terrazos (στο εξής: Zabala κ.λπ.), είναι Ισπανοί υπήκοοι που έχουν όλοι εργαστεί στη Γαλλία, κατά τη διάρκεια διαφορετικών περιόδων, ως μισθωτοί. Έχοντας απολέσει την εργασία τους στη Γαλλία, εισέπραξαν, κατόπιν αιτήσεως, τα προβλεπόμενα στον τίτλο Ι του νόμου 31/1984 επιδόματα ανεργίας που βασίζονται σε εισφορές.
Κατά τη λήξη της περιόδου εντός της οποίας εδικαιούντο να τύχουν παροχών βασιζομένων σε εισφορές, οι ενάγοντες ζήτησαν να τύχουν του ευεργετήματος των προβλεπομένων στον τίτλο ΙΙ, πρώτο κεφάλαιο, του νόμου 31/1984 επιδομάτων ανεργίας. Ωστόσο, οι αιτήσεις τους απορρίφθηκαν από το ισπανικό Instituto Nacional de Empleo (στο εξής: ΙΝΕΜ), με το σκεπτικό ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, στη δήλωσή του βάσει του άρθρου 5 του κανονισμού 1408/71 όσον αφορά τις εθνικές παροχές που εμπίπτουν στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, είχε αναφέρει μόνον τις παροχές που βασίζονται σε εισφορές, καθόσον δεν περιλαμβάνονταν στη δήλωση (2) οι παροχές που δεν εξαρτώνται από προηγούμενες εισφορές εκ μέρους του μισθωτού.
Τα υποβληθέντα ερωτήματα
Οι Zabala κ.λπ. ενήγαγαν στη συνέχεια το ΙΝΕΜ. Προς το παρόν, οι αγωγές τους εκκρεμούν ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, του Tribunal Superior de Justicia de la Comunidad Autσnoma del Paνs Vasco. Στο πλαίσιο της κατ' έφεσην διαδικασίας, το δικαστήριο αυτό υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα τέσσερα ερωτήματα:
«1) Συνιστά η κοινοποίηση, που απηύθυνε το Βασίλειο της Ισπανίας στον Πρόεδρο του Συμβουλίου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων και δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων της 22ας Απριλίου 1987, κανόνα δικαίου του οποίου οι δυσχέρειες ερμηνείας δεν πρέπει να επιλύονται από τα τακτικά εθνικά δικαστήρια;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, πρέπει να θεωρηθεί σύννομος ο αποκλεισμός που συνεπάγεται η ανακοίνωση αυτή, καθόσον σιωπά για τις προβλεπόμενες από την ισπανική νομοθεσία παροχές που έχουν χαρακτήρα κοινωνικής προνοίας κατά της ανεργίας;
3) Αν δεν γίνει δεκτή η ως άνω ερμηνεία, πρέπει η εκ μέρους του ισπανικού δημοσίου παράλειψη να έχει ως συνέπεια το ότι η δήλωση αυτή, καίτοι δεν προβλέπει αυτή τη μορφή προστασίας, την περιλαμβάνει σιωπηρώς και την προσθέτει στα άλλα μέτρα προστασίας που απαριθμούνται ρητώς;
4) Αν αποκλειστούν οι δύο προαναφερθείσες ερμηνείες, σκοπούσε το κενό στη δήλωση του Βασιλείου της Ισπανίας όχι στο να αποκλείσει οριστικώς την προστασία που έχει χαρακτήρα κοινωνικής προνοίας κατά της ανεργίας, αλλά στο να μεταθέσει σε μεταγενέστερη ημερομηνία, που απομένει να καθοριστεί, το χρονικό σημείο κατά το οποίο θα προβλεφθεί αυτή η μορφή προστασίας;»
4 Ενώ το Tribunal Superior de Justicia de la Comunidad Autσnoma del Paνs Vasco είχε υποβάλει τα προαναφερθέντα ερωτήματα στο Δικαστήριο, η Ισπανική Κυβέρνηση κατέβαλε τις ζητηθείσες παροχές. Το Βασίλειο της Ισπανίας υπέβαλε επί πλέον δήλωση βάσει του άρθρου 5 και σύμφωνα με το άρθρο 97 του κανονισμού 1408/71, κατά την οποία οι εν λόγω παροχές εμπίπτουν στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (3).
5 Υπό τις συνθήκες αυτές, το ΙΝΕΜ δέχθηκε τις αιτήσεις των Zabala κ.λπ. και ζήτησε από το Tribunal Superior de Justicia de la Comunidad Autσnoma del Paνs Vasco να ανακαλέσει τα υποβληθέντα ερωτήματα.
Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο ενέμεινε, με 3 διατάξεις της 19ης Μαου 1994, στην αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, αποκλείοντας το να μπορεί η Ισπανική Κυβέρνηση να κλείσει την υπόθεση, αποδεχόμενη τις αιτήσεις των Zabala κ.λπ. Κατά τις διατάξεις της 19ης Μαου 1994, ο σχετικός λόγος έγκειται στο ότι, κατά το ισπανικό δικονομικό δίκαιο, η δίκη επί υποθέσεως του αυτού είδους με τις υποθέσεις των κυρίων δικών δεν διέπεται από το σύστημα της συζητήσεως ή της μη αυτεπάγγελτης ενέργειας. Το Tribunal Superior de Justicia de la Comunidad Autσnoma del Paνs Vasco σημείωσε επί πλέον ότι:
«είναι αναμφισβήτητο ότι το εριζόμενο συμφέρον - που είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένο με την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος - εξέρχεται των ορίων της αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων και υπερβαίνει την ιδιαιτερότητα της επίμαχης εν προκειμένω καταστάσεως. Η παραπομπή στο Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων αφορά ζητήματα που σχετίζονται με την εφαρμογή των άρθρων 3, παράγραφος 1, 4, παράγραφοι 1 και 2, 5 και 97 του κανονισμού του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1971. Το αιτούν δικαστήριο σκοπεί να καθοριστεί το περιεχόμενο αυτών των κανόνων παραγώγου κοινοτικού δικαίου και να τύχει μιας συμπληρωματικής επεξηγήσεως ή μιας διασαφηνίσεως που, μετά τη διευκρίνιση του αληθούς περιεχομένου των πιο πάνω κανόνων, θα καταστεί υποχρεωτικό στοιχείο των κανόνων αυτών».
Ο κανονισμός 1408/71
6 Το ζήτημα ποιες είναι οι κοινωνικές παροχές των κρατών μελών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 ρυθμίζεται από το άρθρο 4 του κανονισμού. Κατά την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού, ο κανονισμός ισχύει, μεταξύ άλλων:
«για όλες τις νομοθεσίες που αφορούν τους (...) κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως [που σχετίζονται με] (...)
ζ) παροχές ανεργίας
(...)»
Στην παράγραφο 2 της διατάξεως διευκρινίζεται, επί πλέον, ότι τα γενικά και ειδικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, ανεξαρτήτως του αν βασίζονται ή όχι σε εισφορές. Ωστόσο, ο κανονισμός δεν αφορά την κοινωνική και ιατρική πρόνοια (βλ. την παράγραφο 4).
Δυνάμει του άρθρου 5, τα κράτη μέλη, με δηλώσεις που κοινοποιούνται και δημοσιεύονται κατά τη διαδικασία του άρθρου 97, αναφέρουν, μεταξύ άλλων, ποιες είναι οι νομοθεσίες τους ή τα συστήματά τους που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 1.
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
7 Η Ισπανική Κυβέρνηση σημείωσε ότι, κατ' αυτήν, η τροποποιητική δήλωση του Βασιλείου της Ισπανίας με αντικείμενο τον κανονισμό 1408/71 όχι μόνον παρήγαγε αποτελέσματα για το μέλλον, αλλά και έδειξε ότι η Ισπανική Κυβέρνηση θεωρούσε του λοιπού ότι οι ισπανικές παροχές ανεργίας ανέκαθεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο ζζ, του κανονισμού 1408/71, ανεξαρτήτως του αν βασίζονται ή όχι σε εισφορές.
Για τον λόγο αυτό και με το σκεπτικό ότι έχουν καταβληθεί οι επίδικες παροχές, η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι του λοιπού η υπόθεση είναι άνευ αντικειμένου και ότι, συνεπώς, το Δικαστήριο πρέπει να αρνηθεί να απαντήσει στα υποβληθέντα ερωτήματα. Συγκεκριμένα, κατά την κυβέρνηση αυτή, η απάντηση στα ερωτήματα από το Δικαστήριο δεν μπορεί να έχει ενδιαφέρον ούτε για τη συγκεκριμένη δίκη ούτε για μελλοντικές υποθέσεις σχετικά με παροχές δυνάμει του τίτλου ΙΙ, πρώτο κεφάλαιο, του νόμου 31/1984, το δε Δικαστήριο, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του στις υποθέσεις Foglia (4), πρέπει να αρνηθεί να αποφανθεί επί των προδικαστικών ερωτημάτων.
8 Λαμβανομένων υπόψη των δηλώσεων της Ισπανικής Κυβερνήσεως, η Επιτροπή δεν θέλησε να διαφωνήσει με την άποψη ότι το Δικαστήριο πρέπει να αρνηθεί να απαντήσει στα υποβληθέντα ερωτήματα, δεδομένου ότι ούτε και αυτή φρονεί ότι είναι αναγκαίο να ληφθεί θέση επί των ερωτημάτων αυτών προκειμένου να επιλυθεί η παρούσα διαφορά ή να χρησιμεύσει η θέση αυτή ως κανόνας σε μελλοντικές ένδικες διαφορές. Για την περίπτωση που το Δικαστήριο εκτιμήσει ότι έχει δικαιοδοσία να αποφανθεί επί των προδικαστικών ερωτημάτων, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι υπό εξέταση παροχές εμπίπτουν στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71.
Η άποψή μου επί της υποθέσεως
9 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου την οποία έχει διαμορφώσει πληθώρα αποφάσεων:
«(...) μόνον τα εθνικά δικαστήρια, ενώπιον των οποίων εκκρεμεί η διαφορά και τα οποία έχουν την ευθύνη της αποφάσεως που θα εκδώσουν, είναι αρμόδια να εκτιμούν, με βάση τις ιδιαιτερότητες κάθε υποθέσεως, τόσο την ανάγκη μιας προδικαστικής αποφάσεως προκειμένου να εκδώσουν τη δική τους απόφαση όσο και την λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλουν στο Δικαστήριο» (5).
Το Δικαστήριο, εντός του αυτού πλαισίου, έχει πει ότι τα πράγματα έχουν άλλως μόνο στις περιπτώσεις που είτε προκύπτει ότι έχει γίνει καταστρατήγηση του σκοπού της διαδικασίας του άρθρου 177 της Συνθήκης και ότι η διαδικασία αυτή σκοπεί στην πράξη να oδηγήσει το Δικαστήριο να αποφανθεί μέσω μιας κατασκευασμένης δίκης, είτε είναι πρόδηλο ότι η διάταξη κοινοτικού δικαίου, της οποίας η ερμηνεία έχει ζητηθεί από το Δικαστήριο, δεν μπορεί να εφαρμοστεί (6).
10 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η προδικαστική παραπομπή δεν χάνει «οποιαδήποτε σχέση με την ουσία της διαφοράς» απλώς και μόνον λόγω του ότι η διαφορά που αποτέλεσε την αφορμή της υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων φαίνεται να μην υφίσταται - ή να μην υφίσταται πλέον - λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που διαθέτει το Δικαστήριο (7). Συνεπώς, αυτό καθαυτό το γεγονός ότι η Ισπανική Κυβέρνηση έχει καταβάλει τις ζητηθείσες παροχές μικρή σημασία έχει ως προς το ζήτημα αν το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να αποφανθεί επί των υποβληθέντων ερωτημάτων.
Επίσης δεν έχει μεγάλη επίπτωση το ότι η Ισπανική Κυβέρνηση προτίθεται στο μέλλον να εφαρμόσει και σε ανάλογες υποθέσεις ερμηνεία βάσει της οποίας οι υπό εξέταση κοινωνικές παροχές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, έτσι ώστε να μην υφίσταται λόγος να κινηθούν ανάλογες δίκες. Συγκεκριμένα, το άρθρο 177 της Συνθήκης, το οποίο στηρίζεται στη συνεργασία και στη σαφή κατανομή δικαιοδοσίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, δεν επιτρέπει στο τελευταίο να εκφέρει κρίσεις ως προς το σκεπτικό της διατάξεως περί παραπομπής και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων της (8).
11 Πρέπει να επισημανθεί, επί πλέον, ότι μόνον αν υποτεθεί ότι η τροποποιητική δήλωση είναι δεσμευτική όσον αφορά την εφαρμογή του κανονισμού 1408/71 και έχει αναδρομικό αποτέλεσμα μπορεί να προβλεφθεί ότι δεν θα κινηθούν ανάλογες δίκες. Πάντως, το ζήτημα αν η δήλωση έχει τέτοια αποτελέσματα δεν είναι διαδικαστικό ζήτημα, αλλά ζήτημα ουσίας.
12 Δεν θεωρώ ότι η παρούσα υπόθεση είναι κατασκευασμένη δίκη, όπως στην περίπτωση των υποθέσεων Foglia. Συγκεκριμένα, στην παρούσα υπόθεση δεν τίθεται ζήτημα να αποφανθεί το Δικαστήριο στο πλαίσιο διαδικασίας που κατασκεύασαν οι διάδικοι με σκοπό να οδηγήσουν το Δικαστήριο να λάβει θέση επί ορισμένων προβλημάτων κοινοτικού δικαίου που δεν ανταποκρίνονται σε σύμφυτη με την επίλυση μιας διαφοράς αντικειμενική ανάγκη.
Αντιθέτως, η Ισπανική Κυβέρνηση επιδίωξε, ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, την ανάκληση των προδικαστικών ερωτημάτων, όπως ζήτησε, ενώπιον του Δικαστηρίου, την απόρριψη των ερωτημάτων.
13 Τέλος, ούτε από την επιστολή του αιτούντος δικαστηρίου, με την οποία το δικαστήριο αυτό εμμένει στην αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως επί των υποβληθέντων ερωτημάτων, ούτε από την επ' ακροατηρίου συζήτηση, κατά την οποία δηλώθηκε ότι δεν είναι πλέον εκκρεμείς οι τρεις υποθέσεις, στο πλαίσιο των οποίων υποβλήθηκαν τα προδικαστικά ερωτήματα, προκύπτει ότι πρόκειται περί κατασκευασμένης δίκης. Συνεπώς τα υποβληθέντα ερωτήματα δεν μπορούν να απορριφθούν ούτε για τον λόγο ότι δεν θα ληφθεί υπόψη η προδικαστική απόφαση (9).
14 Εν όψει των ανωτέρω, φρονώ ότι δεν συντρέχει λόγος να αρνηθεί το Δικαστήριο να αποφανθεί επί των υποβληθέντων ερωτημάτων.
Η νομική ισχύς των δηλώσεων των κρατών μελών βάσει του άρθρου 5 και σύμφωνα με το άρθρο 97
15 Με το πρώτο και δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το Tribunal Superior de Justicia de la Comunidad Autσnoma del Paνs Vasco ερωτά ειδικά αν δήλωση κράτους μέλους βάσει του άρθρου 5 του κανονισμού 1408/71 είναι καθοριστικής σημασίας όσον αφορά το ζήτημα ποιες είναι οι κοινωνικές παροχές του εν λόγω κράτους μέλους που εμπίπτουν στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού.
16 Κατά πάγια νομολογία, πρέπει να γίνεται δεκτό ότι το γεγονός ότι κράτος μέλος έχει αναφέρει κάποιο νόμο στη δήλωσή του που προβλέπει το άρθρο 5 του κανονισμού 1408/71 αποδεικνύει ότι οι παροχές που χορηγούνται βάσει του νόμου αυτού είναι παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως υπό την έννοια του πιο πάνω κανονισμού (10).
17 Το Δικαστήριο δεν είχε ακόμα την ευκαιρία να αποφανθεί επί του ζητήματος αν πρέπει επίσης να γίνεται δεκτό ότι η δήλωση κράτους μέλους αποδεικνύει ότι οι παροχές που έχουν χορηγηθεί βάσει νόμου τον οποίο αναφέρει η δήλωση και που έχουν καταβληθεί πριν από τη δημοσίευση της δηλώσεως συνιστούν παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως υπό την έννοια του κανονισμού 1408/71.
Κατά την άποψή μου, δεν υφίσταται καμία αμφιβολία ως προς αυτό. Συγκεκριμένα, η νομική ισχύς της δηλώσεως κράτους μέλους βάσει του άρθρου 5 του κανονισμού 1408/71 δεν έχει τον χαρακτήρα νομικής διατάξεως - όπως έχει υπογραμμίσει το Δικαστήριο κάνοντας χρήση του όρου «αποδεικνύει» -, αλλ' αντιθέτως είναι απλώς ένα πραγματικό γεγονός που υποδεικνύει ποια είναι και ποια ήταν ανέκαθεν η σχέση μεταξύ των εν λόγω παροχών και του κανονισμού 1408/71.
18 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι η τροποποιητική δήλωση του Βασιλείου της Ισπανίας, όπως δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, σειρά C, της 27ης Νοεμβρίου 1993, αποδεικνύει ότι τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που αναφέρονται στη δήλωση αυτή εμπίπτουν στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 από την ημερομηνία που τα εν λόγω συστήματα τέθηκαν σε εφαρμογή.
19 Για τους παραπάνω λόγους, δεν είναι αναγκαίο, κατά την άποψή μου, να ληφθεί θέση επί του ζητήματος, που είναι πλέον άνευ αντικειμένου και έχει υποθετική σημασία, αν η παράλειψη των εν λόγω παροχών στη δήλωση του Βασιλείου της Ισπανίας συνεπάγεται ότι οι παροχές αυτές δεν εμπίπτουν στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 (11).
Πρόταση
20 Ενόψει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στα υποβληθέντα ερωτήματα την ακόλουθη απάντηση:
«Πρέπει να γίνει δεκτό ότι η βάσει του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 δήλωση του Βασιλείου της Ισπανίας, όπως τροποποιήθηκε από τη δήλωση που δημοσιεύθηκε στις 27 Νοεμβρίου 1993, αποδεικνύει ότι οι παροχές, που η τροποποιητική δήλωση αναφέρει, εμπίπτουν στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, ανεξαρτήτως του αν το δικαίωμα προς παροχές γεννήθηκε πριν ή μετά τη δημοσίευση της τροποποιητικής δηλώσεως στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων.»
(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73, ως έχει υπό τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ 1983, L 230, σ. 6), και μετά την τελευταία τροποποίησή του από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1249/92 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992 (ΕΕ 1992, L 136, σ. 28).
(2) - Η δήλωση αυτή δημοσιεύθηκε στην ΕΕ 1987, C 107, σ. 1.
(3) - Η τροποποιητική δήλωση δημοσιεύθηκε στην ΕΕ 1993, C 321, σ. 2.
(4) - Απoφάσεις της 11ης Μαρτίου 1980, 104/79 (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 403), και της 16ης Δεκεμβρίου 1981, 244/80 (Συλλογή 1981, σ. 3045).
(5) - Βλ. την απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1990, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-297/88 και C-197/89, Dzodzi (Συλλογή 1990, σ. Ι-3763, σκέψη 34), καθώς και, με το αυτό περιεχόμενο, τις αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1991, C-368/89, Crispoltoni (Συλλογή 1991, σ. Ι-3695, σκέψη 10), της 28ης Νοεμβρίου 1991, C-186/90, Durighello (Συλλογή 1991, σ. Ι-5773, σκέψη 8), της 25ης Μαου 1993, C-197/91, FAC (Συλλογή 1993, σ. Ι-2639, σκέψη 12), και της 2ας Ιουνίου 1994, C-30/93, AC-ATEL Electronics Vertriebs (Συλλογή 1994, σ. Ι-2305, σκέψη 18).
(6) - Βλ. την απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1990, C-231/89, Gmurzynska-Bscher (Συλλογή 1990, σ. Ι-4003, σκέψη 23), καθώς και, με το αυτό περιεχόμενο, τη διάταξη της 26ης Ιανουαρίου 1990, C-286/88, Falciola (Συλλογή 1990, σ. Ι-191, σκέψη 6), και τις αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 1981, 126/80, Salonia (Συλλογή 1981, σ. 1563, σκέψη 6), και της 16ης Ιουλίου 1992, C-67/91, Asociaciόn Espaρola de Banca Privada κ.λπ. (Συλλογή 1992, σ. Ι-4785, σκέψη 26).
(7) - Βλ., για παράδειγμα, τις αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 1979, 86/78, Peureux (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 481, σκέψη 6), και της 26ης Φεβρουαρίου 1992, C-3/90, Bernini (Συλλογή 1992, σ. Ι-1071, σκέψη 10).
(8) - Βλ. την απόφαση της 23ης Απριλίου 1991, C-297/89, Ryborg (Συλλογή 1991, σ. Ι-1943, σκέψη 9), καθώς και, με το αυτό περιεχόμενο, τις αποφάσεις της 20ής Μαου 1976, 111/75, Mazzalai (Συλλογή τόμος 1976, σ. 271, σκέψη 9), και της 16ης Ιουλίου 1992, C-83/91, Meilicke (Συλλογή 1992, σ. Ι-4871, σκέψη 24).
(9) - Βλ., συναφώς, τις αποφάσεις της 4ης Οκτωβρίου 1991, C-159/90, Grogan κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. Ι-4685, σκέψη 12), της 21ης Απριλίου 1988, 338/85, Pardini (Συλλογή 1988, σ. 2041, σκέψη 11), και της 16ης Ιουλίου 1992, C-343/90, Lourenηo Dias (Συλλογή 1992, σ. Ι-4673, σκέψη 18).
(10) - Βλ. την απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1977, 35/77, Beerens (Συλλογή τόμος 1977, σ. 733, σκέψη 9).
(11) - Ωστόσο, στην περίπτωση που δεν υφίσταται δήλωση, δεν θα είναι πολύ δύσκολο να διαπιστωθεί ότι οι παροχές αυτές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο ζζ. Αφενός, χορηγούνται βάσει σαφών νομικών κριτηρίων, χωρίς οι αρμόδιες εθνικές αρχές να έχουν εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τις προσωπικές ανάγκες των αιτούντων και, αφετέρου, οι εν λόγω παροχές σχετίζονται με ένα από τα κοινωνικά γεγονότα που αναφέρει ρητώς το άρθρο 4, παράγραφος 1.
Full & Egal Universal Law Academy