ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΊΑ
κ. ΓΕΩΡΓΊΟΥ ΚΟΣΜΆ
της 13ης Ιουλίου 1995 ( *1 )
1.
Στην υπό κρίση υπόθεση το Δικαστήριο καλείται με διάταξη του kantonrechter te Rotterdam να εκδώσει προδικαστική απόφαση ως προς την ερμηνεία του άρθρου 119 Συνθήκης ΕΚ σε σχέση με την υπαγωγή σε επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα, την ερμηνεία της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 17ης Μαΐου 1990, C-262/88, Barber (στο εξής: απόφαση Barber) ( 1 ), καθώς και την ερμηνεία του σχετικού με το ανωτέρω άρθρο 119 πρωτοκόλλου αριθ. 2, το οποίο έχει προσαρτηθεί στη Συνθήκη ΕΚ με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση της 7ης Φεβρουαρίου 1992.
Ι — Η επίδικη διαφορά
2.
Αντικείμενο της παρούσης διαφοράς είναι οι συνέπειες της προαναφερθείσης αποφάσεως Barber για τις γυναίκες οι οποίες εργάζονται με μειωμένο ωράριο. Η F. J. M. Dietz εργάσθηκε με μειωμένο ωράριο, και συγκεκριμένα επί επτά ώρες την εβδομάδα, ως νοσοκόμος ηλικιωμένων από την 11η Δεκεμβρίου 1972 μέχρι την 6η Νοεμβρίου 1990 στην υπηρεσία του εναγόμενου Stichting Thuiszorg Rotterdam (στο εξής: Thuiszorg) και του δικαιοπαρόχου του (Stichting Katholieke Maatschappelijke Gezinszorg). Την 6η Νοεμβρίου 1990 η R J. M. Dietz συμπλήρωσε το εξηκοστό πρώτο έτος της ηλικίας της και, κατόπιν συμφωνίας που είχε συνάψει με τον εργοδότη της την 18η Ιουλίου 1990, συνταξιοδοτήθηκε προώρως με βάση το σύστημα εθελουσίας πρόωρης συνταξιοδοτήσεως (vervroegde uittredingsregeling) που εφάρμοζε το Thuiszorg. Βάσει του νόμου περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό ταμείο (wet betreffende verplichte deelneming in een bedrijfspensioenfonds, στο εξής: νόμος BPF) ( 2 ), το Thuiszorg είναι συμβεβλημένο με το ταμείο Pensioenfonds voor de Gezondheid-, Geestelijke en Maatschapplijke Belangen (στο εξής: ταμείο PGGM). Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, η υπαγωγή στο ενλόγω επαγγελματικό συνταξιοδοτικό ταμείο κατέστη υποχρεωτική κατ' εφαρμογή του άρθρου 3 του νόμου BPF. Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι ο υπουργός κοινωνικής ασφαλίσεως και απασχολήσεως, κατόπιν αιτήσεως των εκπροσώπων των επαγγελματικών οργανώσεων του οικείου κλάδου, μπορεί να επιβάλλει την υποχρεωτική υπαγωγή σε ταμείο επαγγελματικής συνταξιοδοτήσεως.
3.
Μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1991 η F. J. Μ. Dietz δεν μπορούσε να ασφαλισθεί στο συνταξιοδοτικό σύστημα του εργοδότη της, δεδομένου ότι απεκλείοντο από αυτό οι εργαζόμενοι με μειωμένο ωράριο οι οποίοι, όπως η F. J. M. Dietz, απασχολούνται επί χρόνο Cao ή μικρότερο προς το 40 % του πλήρους ωραρίου εργασίας. Έτσι η F. J. Μ. Dietz δεν μπόρεσε να θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα πριν από την 1η Ιανουαρίου 1991, βάσει του παλαιού συνταξιοδοτικού καθεστώτος. Την 1η Ιανουαρίου 1991 ο περιορισμός αυτός καταργήθηκε, στο πλαίσιο προσαρμογής του καθεστώτος των συνταξιοδοτικών ταμείων προς τις διατάξεις της οδηγίας 86/378/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως ( 3 ). Με την ευκαιρία αυτή θεσπίσθηκε ένα μεταβατικό καθεστώς που προέβλεπε για τους εργαζόμενους που είχαν αποκλεισθεί από το ταμείο PGGM τη χορήγηση συντάξεως, με βάση ένα καθεστώς αντισταθμιστικών παροχών (Overbruggingsuitkering, στο εξής: OBU).
4.
Την 2α Δεκεμβρίου 1992η F. J. Μ. Dietz ενήγαγε το Thuiszorg ενώπιον του kantonrechter te Rotterdam. Η ενάγουσα στην κύρια δίκη F. J. M. Dietz ισχυρίζεται ότι θα είχε αναβάλει την πρόωρη συνταξιοδότηση της την 6η Νοεμβρίου 1990 αν είχε ενημερωθεί ότι από την 1η Ιανουαρίου 1991 θα έπαυε να ισχύει ο αποκλεισμός από την κτήση συνταξιοδοτικού δικαιώματος των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο και θα μπορούσε, δυνάμει του προαναφερθέντος μεταβατικού καθεστώτος το οποίο θεσπίστηκε σε συνάρτηση με την κατάργηση του προ-μνησθέντος περιορισμού για τους εργαζόμενους με μειωμένο ωράριο, να συνταξιοδοτηθεί βάσει του OBU. Η ενάγουσα F. J. M. Dietz διατείνεται ότι δεν γνώριζε την επικείμενη τροποποίηση σχετικά με την κατάργηση του ενλόγω περιορισμού ενώ, αντίθετα, το εναγόμενο Thuiszorg την γνώριζε και όφειλε να την πληροφορήσει σχετικά. Η ενάγουσα υποστηρίζει ότι το εναγόμενο Thuiszorg ενήργησε κατά παράβαση του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ, επειδή δεν επέτρεψε την υπαγωγή της στο ταμείο PGGM με το οποίο το Thuiszorg είχε συμβληθεί. Κατά την ενάγουσα, η περιεχόμενη στο άρθρο 119 αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών της παρέχει δικαίωμα ασφαλίσεως και συνεπώς αντίστοιχης σύνταξης αναδρομικώς από την 8η Απριλίου 1976, ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως Defrenne I I ( 4 ) με την οποία κρίθηκε ότι το άρθρο αυτό έχει άμεση και οριζόντια εφαρμογή. Η F. J. Μ. Dietz ζητεί, έτσι, από το ως άνω δικαστήριο να υποχρεώσει το εναγόμενο Thuiszorg να της επιτρέψει να υπαχθεί στο συνταξιοδοτικό καθεστώς του ταμείου PGGM από την 8η Απριλίου 1976 ή να προβεί σε ρύθμιση ώστε να λάβει, από της συμπληρώσεως της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, σύνταξη σαν να ήταν ασφαλισμένη στο ταμείο PGGM από της 8ης Απριλίου 1976.
5.
Το εναγόμενο από την πλευρά του ισχυρίστηκε ότι, κατά την σύναψη συμφωνίας με την ενάγουσα για την πρόωρη συνταξιοδότησή της, δεν γνώριζε ακόμη ότι η κατάργηση του αποκλεισμού των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο θα συνοδευόταν από τη θέσπιση ενός μεταβατικού καθεστώτος για τους ενλόγω εργαζόμενους. Το Thuiszorg υποστηρίζει περαιτέρω ότι δεν έχει καμμία απολύτως εξουσία ή επιρροή επί των πράξεων του ταμείου PGGM και ότι η ενάγουσα όφειλε να προβάλει την απαίτηση της σχετικά με την υπαγωγή της στο επίμαχο συνταξιοδοτικό καθεστώς απ' ευθείας στο ταμείο αυτό και όχι στο Thuiszorg το οποίο τοιουτοτρόπως δεν ενάγεται βασίμως. Το Thuiszorg υποστηρίζει επίσης ότι το αίτημα της εναγούσης περί ασφαλίσεως της δεν μπορεί να γίνει δεκτό αναδρομικώς από την 8η Απριλίου 1976, λόγω της ανωτέρω αποφάσεως Barber της 17ης Μαΐου 1990. Ο kantonrechter te Rotterdam φρονώντας ότι για την επίλυση της διαφοράς ήταν αναγκαίες ορισμένες διευκρινίσεις επί του κοινοτικού δικαίου αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιον του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα.
II — Τα προδικαστικά ερωτήματα
6.
Ο kantonrechter te Rotterdam με την διάταξη του της 18ης Οκτωβρίου 1993 ( 5 ) καλεί το Δικαστήριο να αποφανθεί επί ερωτημάτων τα οποία είχε ήδη υποβάλει στο Δικαστήριο ο kantonrechter te Utrecht, με την διάταξη του της 18ης Μαρτίου 1993, στην υπόθεση C-128/93 ( 6 ). Η διάταξη του kantonrechter te Rotterdam παραπέμπει ρητώς στα ερωτήματα που υπέβαλε ο kantonrechter te Utrecht, τα οποία και συμπληρώνει.
Το πλήρες κείμενο των προδικαστικών ερωτημάτων έχει ως εξής:
«1)
Εμπεριέχεται στο δικαίωμα (ίσης) αμοιβής κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ και η αξίωση υπαγωγής σε μία ρύθμιση επαγγελματικών συντάξεων όπως η υπό κρίση η οποία έχει επιβληθεί από τη δημόσια αρχή;
Ια)
Διαφέρει η απάντηση στο ερώτημα 1 το οποίο υπέβαλε ο kantonrechter te Utrecht με την προαναφερθείσα απόφαση του εφόσον και αν:
α)
Το καθοριστικό γεγονός κατά τη θέσπιση του wet betreffende verplichte deelneming in een bedrijfspensioenfonds (νόμου περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως σε ταμείο επαγγελματικών συντάξεων), εκτός από σκέψεις κοινωνικής πολιτικής (στο πλαίσιο της ασφαλίσεως συντάξεων αναφορικά με επαγγελματικό κλάδο ή δαπάνη καλύπτεται από κοινού όλες τις επιχειρήσεις που υπάγονται στον επαγγελματικό κλάδο), ήταν η αποτροπή αμοιβαίου ανταγωνισμού εντός του επαγγελματικού κλάδου;
β)
Ναι, μεν προβλεπόταν στο αρχικό σχέδιο του νόμου BPF η υποχρεωτική ασφάλιση, στον νόμο όμως, όπως τελικά ψηφίστηκε, δεν προβλέπεται η υποχρέωση αυτή (ΤΚ 1948-1949 785, nr. 6);
γ)
Το ίδρυμα Thuiszorg Rotterdam δεν υπέβαλε καμία αντίρρηση κατά της επιβολής υποχρεωτικής ασφαλίσεως ή υπέβαλε αντιθέτως αντιρρήσεις (τις οποίες αγνόησε ο υπουργός);
δ)
Το ίδρυμα Thuiszorg προέβη ήδη σε έρευνα μεταξύ των εργαζομένων που απασχολεί τα αποτελέσματα της οποίας θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για να ζητηθεί εξαίρεση ή για να πληροφορηθούν οι εργαζόμενοι τη δυνατότητα απαλλαγής;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, ισχύει ο διαχρονικός περιορισμός που έθεσε το Δικαστήριο στο πλαίσιο της υποθέσεως Barber για μια ρύθμιση περί συντάξεων, όπως αυτή για την οποία επρόκειτο στην υπόθεση Barber (“contracted out schemes” — συμβατικώς αποκλεισθέντα συστήματα) και για την αξίωση υπαγωγής σε μια ρύθμιση περί επαγγελματικών συντάξεων όπως η υπό κρίση, από την οποία η ενάγουσα ως έγγαμη γυναίκα αποκλείεται;
2α)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, ισχύει ο διαχρονικός περιορισμός που έθεσε το Δικαστήριο στο πλαίσιο της υποθέσεως Barber για μία ρύθμιση περί συντάξεων, όπως αυτή για την οποία επρόκειτο στην υπόθεση Barber (“contracted out schemes” — συμβατικώς αποκλεισθέντα συστήματα) και για την αξίωση καταβολής συντάξεως γήρατος;
3)
Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η εφαρμοζόμενη σε μια επιχείρηση ρύθμιση περί συντάξεων είναι υποχρεωτική βάσει νόμου, υποχρεούται ο επιφορτισμένος με την εκτέλεση και εφαρμογή της ρυθμίσεως (το bedrijfspensioenfonds) να εφαρμόζει την περιεχόμενη στο άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και μπορεί ο μισθωτός ο οποίος υφίσταται τις δυσμενείς συνέπειες από τη μη τήρηση της διατάξεως αυτής να προβάλει απευθείας αξιώσεις κατά του pensioenfonds σαν να επρόκειτο για τον εργοδότη;
Προς διευκρίνιση του ερωτήματος αυτού μπορεί να ληφθεί υπόψη το ότι ο kantonrechter δεν είναι αρμόδιος να κρίνει, μια απαίτηση που πηγάζει από αδικοπραξία, επειδή το περιεχόμενο της απαιτήσεως υπερβαίνει τα όρια της αρμοδιότητας του. Στην παρούσα διαδικασία έχει επομένως σημασία το αν η ενάγουσα μπορεί να προβάλει αξιώσεις κατά του pensioenfonds βάσει της συμβάσεως της εργασίας.
4)
Αν η ενάγουσα έχει, βάσει του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ, αξίωση υπαγωγής στο bedrijfspensioenfonds πριν από την 1η Ιανουαρίου 1991, σημαίνει αυτό τότε ότι η ενάγουσα δεν υποχρεούται να καταβάλει τις εισφορές που θα έπρεπε να καταβάλει αν της είχε προηγουμένως επιτραπεί η υπαγωγή της στο pensioenfonds;
5)
Ασκεί επιρροή το ότι η ενάγουσα δεν είχε προηγουμένως ενεργήσει προκειμένου να γίνουν δεκτά τα δικαιώματα που ήδη προβάλλει;
6)
Ασκεί επιρροή στην κρίση επί της παρούσας υποθέσεως, η οποία κατέστη εκκρεμής ενώπιον του kantonrechter κατόπιν ασκήσεως αγωγής στις 2 Δεκεμβρίου 1992, το πρωτόκολλο της Συνθήκης του Μάαστριχτ σχετικά με το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ (το πρωτόκολλο Barber) καθώς και (το νομοσχέδιο τροποποιήσεως σχετικά με) το μεταβατικό άρθρο III του νομοσχεδίου 20890 που αποσκοπεί στην εκτέλεση της τέταρτης οδηγίας;»
Τα προαναφερόμενα ερωτήματα θέτουν ζητήματα σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 119 της Συνθήκης στα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα και με την ισχύ του διαχρονικού περιορισμού των αποτελεσμάτων της προαναφερθείσης αποφάσεως Barber.
ΙII — Νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο
7.
Το άρθρο 119 της Συνθήκης ορίζει ότι «κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει κατά τη διάρκεια του πρώτου σταδίου και διατηρεί εν συνεχεία την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών για όμοια εργασία μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών».
Ως αμοιβή νοούνται, κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, οι συνήθεις βασικοί ή ελάχιστοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας.
Η ισότητα αμοιβής χωρίς διακρίσεις φύλου συνεπάγεται:
«α)
ότι η αμοιβή η παρεχόμενη για όμοια εργασία που πληρώνεται κατ' αποκοπήν καθορίζεται με βάση την ίδια μονάδα μετρήσεως
β)
ότι η αμοιβή η παρεχομένη για εργασία που πληρώνεται με βάση την χρονική διάρκεια είναι η ίδια για όμοια θέση εργασίας».
Με την απόφαση Bilka ( 7 ), η οποία επιβεβαιώθηκε με την προαναφερθείσα απόφαση Barber και με την απόφαση Ten Oever ( 8 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 τόσο το δικαίωμα υπαγωγής σε επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα, όσο και το δικαίωμα λήψεως παροχών από τα ενλόγω συστήματα. Ειδικότερα, με την προαναφερθείσα απόφαση Barber, το Δικαστήριο έκρινε ότι, αντίθετα προς τις παροχές που χορηγούνται από τα εκ του νόμου θεσπιζόμενα εθνικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, οι συντάξεις τις οποίες χορηγούν τα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης αποτελούν πλεονεκτήματα που καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο λόγω της εργασίας του τελευταίου και κατά συνέπεια εμπίπτουν στην κατά το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ έννοια της «αμοιβής».
8.
Η πρακτική συνέπεια αυτής της νομολογίας είναι ότι, προκειμένου περί επαγγελματικών συνταξιοδοτικών συστημάτων, η διαφοροποίηση της συντάξιμης ηλικίας ανάλογα με το φύλο του δικαιούχου για την καταβολή της σύνταξης, αποτελεί διάκριση που απαγορεύεται από το άρθρο 119. Τούτο παρόλον ότι η οδηγία 86/378 για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης ( 9 ), όπως άλλωστε και η οδηγία 79/7/ΕΟΚ περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως ( 10 ), επιτρέπει αποκλίσεις από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών ως προς τη συντάξιμη ηλικία (άρθρο 9, στοιχείο α', της οδηγίας). Επακόλουθο της απόφασης αυτής είναι ότι η οδηγία 86/378 στερείται πλέον, σχεδόν εξ ολοκλήρου, του αντικειμένου της, καθόσον οι παροχές συντάξεων από επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλέον ως εμπίπτουσες στο πεδίο εφαρμογής της, αλλά σε εκείνο του άρθρου 119.
9.
Το Δικαστήριο υπέβαλε όμως τα αποτελέσματα της αποφάσεως Barber σε διαχρονικό περιορισμό, κρίνοντας ότι «το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 119 της Συνθήκης δεν μπορεί να προβληθεί για να στηρίξει το αίτημα θεμελιώσεως δικαιώματος συντάξεως, αναδρομικώς, σε χρόνο προγενέστερο της εκδόσεως της παρούσας απόφασης, με εξαίρεση την περίπτωση που οι εργαζόμενοι ή οι εξ αυτών έλκοντες δικαιώματα, πριν από την ημερομηνία αυτή, άσκησαν ένδικη προσφυγή ή υπέβαλαν ισοδύναμη κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο ένσταση» ( 11 ). Διευκρινίζοντας το περιεχόμενο αυτού του περιορισμού, το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφαση Ten Oever, ότι «βάσει της αποφάσεως της 17ης Μαΐου 1990, C-262/88, Barber, δεν μπορεί να γίνει επίκληση του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119 της Συνθήκης, προκειμένου να ζητηθεί η εφαρμογή της ίσης μεταχειρίσεως στον τομέα επαγγελματικών συντάξεων παρά μόνο ως προς τις παροχές που οφείλονται βάσει περιόδων απασχολήσεως που έχουν διανυθεί μετά τις 17 Μαΐου 1990, με την επιφύλαξη της εξαιρέσεως που προβλέπεται υπέρ των εργαζομένων ή των ελκόντων δικαιώματα από αυτούς οι οποίοι, πριν από την ημερομηνία αυτή, είχαν ασκήσει ένδικη προσφυγή ή είχαν υποβάλει ισοδύναμη κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο ένσταση» ( 12 ).
10.
Στη διευκρίνιση των διαχρονικών συνεπειών του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119 της Συνθήκης στον τομέα συντάξεων που χορηγούνται από επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα αποσκοπεί επίσης και το πρωτόκολλο αριθ. 2 (στο εξής: πρωτόκολλο Barber) το οποίο ενσωματώθηκε στη Συνθήκη ΕΚ από την 1η Νοεμβρίου 1993, ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το κείμενο του πρωτοκόλλου αυτού έχει ως εξής: «Για την εφαρμογή του άρθρου 119 της Συνθήκης, οι δυνάμει επαγγελματικού συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων παροχές δεν θεωρούνται ως αποδοχές, εφόσον αντιστοιχούν σε περιόδους απασχόλησης πριν από τις 17 Μαΐου 1990 με εξαίρεση τους εργαζόμενους ή τους έλκοντες δικαιώματα οι οποίοι, πριν από αυτή την ημερομηνία, είχαν ασκήσει δικαστική προσφυγή ή καταθέσει αντίστοιχη ένσταση σύμφωνα με το ισχύον εθνικό δίκαιο». Υιοθετείται έτσι η ίδια λύση με εκείνη που ακολούθησε η νομολογία του Δικαστηρίου που μόλις προαναφέρθηκε.
IV — Απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα
11.
Στα κράτη μέλη όπου τα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα έχουν μακρά παράδοση δημιουργήθηκε έντονος προβληματισμός σχετικά με τις επιπτώσεις και τις διαχρονικές συνέπειες από την εφαρμογή σ' αυτά τα συστήματα της αρχής της ισότητας των αμοιβών που θεσπίζει το άρθρο 119, με επακόλουθο την υποβολή σημαντικού αριθμού προδικαστικών ερωτημάτων.
Η παρούσα υπόθεση εντάσσεται στο πλαίσιο αυτής της προβληματικής. Το Δικαστήριο έχει ήδη δώσει, με την ανωτέρω απόφαση του Fisscher, απάντηση στα περισσότερα από τα προδικαστικά ερωτήματα που του υπέβαλε ο kantonrechter te Rotterdam.
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
12.
Το ερώτημα αυτό έχει δύο σκέλη. Με το πρώτο σκέλος του ερωτήματος ο kantonrechter te Rotterdam ερωτά εάν η αξίωση υπαγωγής σε ένα επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα καλύπτεται από την απαγόρευση των διακρίσεων που επιβάλλει το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ. Στο ερώτημα αυτό το Δικαστήριο έχει δώσει, ήδη, με την απόφαση Fisscher, καταφατική απάντηση ( 13 ). Επισημαίνεται μόνο ότι το επίμαχο στη παρούσα υπόθεση ταμείο PGGM παρουσιάζει τα ίδια χαρακτηριστικά με το συνταξιοδοτικό σύστημα που ήταν στο επίκεντρο της υπόθεσης Fisscher. Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής και από τις παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου του εναγόμενου στην κύρια δίκη, στη παρούσα υπόθεση πρόκειται επίσης για επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα το οποίο ανταποκρίνεται στα κριτήρια που τέθηκαν με την απόφαση Barber. Πρόκειται δηλαδή για σύστημα στο οποίο ασφαλίζεται υποχρεωτικά το σύνολο του οικείου επαγγελματικού κλάδου, το οποίο καθορίστηκε κατόπιν συλλογικών διαβουλεύσεων στα πλαίσια του οικείου επαγγελματικού κλάδου και όχι ευθέως από τον νόμο, το οποίο χρηματοδοτείται, χωρίς συνεισφορά των δημοσίων αρχών, από τους εργοδότες και εργαζόμενους και το οποίο δεν έχει εφαρμογή σε γενικές κατηγορίες εργαζομένων, αλλά αποκλειστικά σε εκείνους που απασχολούνται σε ένα ορισμένο κλάδο. Κατά συνέπεια το άρθρο 119 και η αρχή της ισότητας των αμοιβών ανδρών και γυναικών εφαρμόζονται και στην περίπτωση του ταμείου PGGM.
13.
Με το δεύτερο σκέλος (Ια) του πρώτου ερωτήματος το αιτούν δικαστήριο ερωτά εάν οι περιστάσεις τις οποίες απαριθμεί διαφοροποιούν το παραπάνω συμπέρασμα ως προς την εφαρμογή του άρθρου 119 της Συνθήκης στο δικαίωμα υπαγωγής σε ένα επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα. Φρονώ ότι οι ενλόγω περιστάσεις δεν είναι ικανές να επηρεάσουν τον χαρακτηρισμό της υπαγωγής σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα ως πλεονεκτήματος που παρέχεται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο λόγω της σχέσεως εργασίας, κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ, και συνεπώς να θέσουν υπό αμφισβήτηση την εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση του άρθρου αυτού. Πράγματι, ούτε οι λόγοι που ώθησαν τον Ολλανδό νομοθέτη στη θέσπιση του νόμου BPF, ούτε η πρόβλεψη για υποχρεωτική ασφάλιση, στο αρχικό νομοσχέδιο που τελικά δεν ψηφίστηκε, ούτε επίσης το ζήτημα αν το εναγόμενο ίδρυμα Thuiszorg υπέβαλε ή όχι αντιρρήσεις κατά της επιβολής υποχρεωτικής ασφαλίσεως, ούτε ακόμη το γεγονός ότι το Thuiszorg προέβη σε έρευνα μεταξύ των εργαζομένων σχετικά με τη δυνατότητα εξαιρέσεως από την υποχρεωτική ασφάλιση, ασκούν επιρροή επί των κριτηρίων που μόλις προεκτέθηκαν και πάνω στα οποία στηρίζεται, κατά την απόφαση Barber, ο χαρακτηρισμός της ασφαλίσεως σε επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα και των παροχών που χογηγούν αυτά ως πλεονεκτημάτων χορηγουμένων από τον εργοδότη στον εργαζόμενο λόγω της σχέσεως εργασίας.
Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
14.
Και το ερώτημα τούτο έχει δύο σκέλη. Με το πρώτο σκέλος του ερωτήματος τούτου ο kantonrechter te Rotterdam ερωτά εάν ο διαχρονικός περιορισμός των συνεπειών της αποφάσεως Barber εκτείνεται και στο δικαίωμα υπαγωγής σε ένα επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα όπως το επίδικο. Και στο ερώτημα αυτό εδόθη απάντηση με την απόφαση Fisscher. Το Δικαστήριο έκρινε ότι «ο διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων της αποφάσεως Barber δεν έχει εφαρμογή στο δικαίωμα υπαγωγής σε σύστημα επαγγελματικών συντάξεων» ( 14 ).
15.
Όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή των δύο σκελών του δευτέρου ερωτήματος, το δεύτερο σκέλος (2α) θέτει το ζήτημα αν, ενόψει της απαντήσεως που δόθηκε στα προηγούμενα ερωτήματα, ο διαχρονικός περιορισμός στη δυνατότητα επίκλησης του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119, τον οποίο προβλέπει η νομολογία του Δικαστηρίου και το πρωτόκολλο Barber, έχει, σε περίπτωση αναδρομικής υπαγωγής σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα, εφαρμογή ως προς την καταβολή των παροχών συντάξεως. Ο εθνικός δικαστής ερωτά, ουσιαστικά, εάν ως προς την εφαρμογή του ενλόγω διαχρονικού περιορισμού πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ του δικαιώματος υπαγωγής σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα και της αξίωσης λήψεως παροχών στο πλαίσιο του συστήματος αυτού.
16.
Επί του ερωτήματος τούτου πρέπει εν πρώτοις να παρατηρηθεί ότι, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω αποφάσεις Ten Oever και Moroni, το Δικαστήριο δέχεται ότι οι αρχές που διατυπώθηκαν στην υπόθεση Barber, περιλαμβανομένου και του διαχρονικού περιορισμού, έχουν εφαρμογή και επί άλλων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών συστημάτων. Τέτοια είναι π.χ. τα επικουρικά επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα. Επομένως, η απόφαση Barber δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά μόνο στα συμβατικώς οργανωμένα («contracted out») επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα, στα οποία αφορούσε η υπόθεση εκείνη. Συνεπώς, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί σε προηγούμενη σκέψη, το επίμαχο συνταξιοδοτικό σύστημα εμπίπτει, ως εκ της φύσεώς του, στο πεδίο εφαρμογής του διαχρονικού περιορισμού.
17.
Στη συνέχεια, πρέπει να διευκρινισθεί η έκταση εφαρμογής του διαχρονικού περιορισμού σε σχέση με τις χορηγούμενες παροχές. Το πρωτόκολλο Barber, το οποίο υιοθέτησε τη λύση που καθιέρωσε η ομώνυμη απόφαση, προβλέπει γενικώς ότι οι δυνάμει επαγγελματικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης χορηγούμενες παροχές δεν θεωρούνται ως αμοιβή κατά την έννοια του άρθρου 119 παρά μόνον εφόσον αντιστοιχούν σε περιόδους απασχολήσεως πριν από την 17η Μαΐου 1990. Επομένως, για τις παροχές που αντιστοιχούν σε περιόδους απασχολήσεως προγενέστερες της ενλόγω ημερομηνίας δεν υπάρχει υποχρέωση τηρήσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
II γενικότητα της διατυπώσεως του πρωτοκόλλου οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτό διαχρονικός περιορισμός καλύπτει όλες τις παροχές που χορηγούνται από επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης. Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώθηκε από το Δικαστήριο, το οποίο στις πρόσφατες αποφάσεις του επί της προαναφερθείσης υποθέσεως Fisscher και των υποθέσεων Beune και Vroege ( 15 ) υπογράμμισε óτι «το πρωτόκολλο υπ' αριθ. 2 υιοθέτησε κατ' ουσίαν την ίδια ερμηνεία με την απόφαση Barber και την απόφαση Ten Oever και μάλιστα την επεξέτεινε στο σύνολο των παροχών που καταβάλλονται από ένα επαγγελματικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως» ( 16 ). Έτσι, αντίθετα με ó,τι ισχύει για την αξίωση υπαγωγής σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα, που όπως έχει εκτεθεί σε προηγούμενη σκέψη, είναι απαλλαγμένη διαχρονικού περιορισμού, η αξίωση λήψεως παροχής (π.χ. συντάξεως γήρατος) από ένα τέτοιο σύστημα υπόκειται στον διαχρονικό περιορισμό.
18.
Η πρακτική συνέπεια της εφαρμογής του διαχρονικού περιορισμού στις χορηγούμενες από τα επαγγελματικά συστήματα παροχές είναι ότι, εφόσον η δυσμενής διάκριση διαπιστωθεί από το Δικαστήριο και για όσο χρονικό διάστημα δεν έχουν ληφθεί στο πλαίσιο του συγκεκριμένου συστήματος μέτρα για την αποκατάσταση της ισότητας, η διάταξη του άρθρου 119 επιβάλλει, για τη μεταγενέστερη της 17ης Μαΐου 1990 περίοδο, «τη χορήγηση στα πρόσωπα που ανήκουν στην κατηγορία που βρίσκεται σε δυσμενέστερη θέση των ίδιων πλεονεκτημάτων που προβλέπονται για τα πρόσωπα που ανήκουν στην ευνοούμενη κατηγορία» ( 17 ). Έτσι, προκειμένου περί διαφοράς ως προς την ηλικία συντάξεως, προς αποκατάσταση της ισότητας, τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των ανδρών εργαζομένων πρέπει να υπολογίζονται βάσει της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως που ισχύει για τις εργαζόμενες γυναίκες ( 18 ). Αυτό δεν ισχύει όμως για τις προγενέστερες της 17ης Μαΐου 1990 περιόδους εργασίας. Όσον αφορά στις περιόδους αυτές δεν επιβάλλεται η εφαρμογή του άρθρου 119 και οι εργοδότες καθώς και οι διαχειριζόμενοι τα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα δεν οφείλουν να τηρούν την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως για τιζ παροχές που οφείλονται για τις ενλόγω περιόδους ( 19 ).
19.
Οι αρχές αυτές είναι λογικό να ισχύσουν και για την περίπτωση των εργαζομένων οι οποίοι, εξαιτίας δυσμενούς διακρίσεως, είχαν αποκλεισθεί από την υπαγωγή σε επαγγελματικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και οι οποίοι, στη συνέχεια, υπήχθησαν αναδρομικά σε ένα τέτοιο σύστημα. Ol εργαζόμενοι αυτοί δεν θα μπορούν, μετά την υπαγωγή τους στο ενλόγω σύστημα, να απαιτήσουν την εφαρμογή του άρθρου 119 για τις παροχές που αντιστοιχούν σε περιόδους απασχόλησης προγενέστερες της 17ης Μαΐου 1990.
20.
Συνεπώς, η έλλειψη διαχρονικού περιορισμού στην εφαρμογή του άρθρου 119, ως προς την υπαγωγή σε επαγγελματικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, δεν σημαίνει την άνευ διαχρονικού περιορισμού εφαρμογή του άρθρου αυτού ως προς την καταβολή των οφειλομένων παροχών.
Αντίθετη ερμηνεία θα είχε σαν συνέπεια ευνοϊκή μεταχείριση των εργαζομένων που είχαν αποκλεισθεί λόγω δυσμενούς διακρίσεως από την υπαγωγή σε επαγγελματικό σύστημα και στη συνέχεια υπήχθησαν αναδρομικά σε αυτό, καθόσον ol ενλόγω εργαζόμενοι θα ήσαν σε θέση να επικαλεσθούν την αρχή της ισότητας για τον καθορισμό του ύψους των οφειλομένων σ' αυτούς παροχών, οι οποίες αντιστοιχούν στις προ της 17ης Μαΐου 1990 περιόδους εργασίας, ενώ εκείνοι οι εργαζόμενοι που υπήχθησαν εξ αρχής στο συγκεκριμένο σύστημα δεν έχουν τέτοιο δικαίωμα.
Η διάκριση όμως αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο στην απόφαση Fisscher, ο εργαζόμενος «δεν μπορεί να απαιτήσει ευνοϊκότερη μεταχείριση, ιδίως από οικονομικής απόψεως, σε σχέση με εκείνη, της οποίας θα ετύγχανε εάν είχε υπαχθεί κανονικά στο συνταξιοδοτικό σύστημα» ( 20 ).
Οι σκέψεις αυτές με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, κατ' αρχήν, ο διαχρονικός περιορισμός ως προς την επίκληση του άμεσου αποτελέσματος του άρθρου 119 ισχύει για την αξίωση καταβολής συντάξεως από επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα σε περίπτωση αναδρομικής υπαγωγής του εργαζομένου στο σύστημα αυτό.
21.
Το ερώτημα που τίθεται, όμως, είναι περαιτέρω αν το συμπέρασμα αυτό καλύπτει όλες τις μορφές δυσμενών διακρίσεων σε σχέση με τη λήψη παροχών. Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να γίνει ένας παραλληλισμός μεταξύ της νομολογίας Bilka και της νομολογίας Barber. Στην απόφαση Bilka το Δικαστήριο έκρινε ότι κατά το μέτρο που ικανοποιούνται τα κριτήρια που έθεσε η απόφαση Detraine Ι ( 21 ), και τα οποία στη συνέχεια εφάρμοσε η απόφαση Barber, οι παροχές που χορηγούνται στο πλαίσιο επαγγελματικού συνταξιοδοτικού συστήματος φέρουν τον χαρακτήρα της «αμοιβής», κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ, και ότι ο αποκλεισμός των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο από ένα τέτοιο επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα συνιστά παράβαση του άρθρου 119 όταν πλήττεται από αυτό υψηλότερος αριθμός γυναικών παρά ανδρών, εκτός εάν η επιχείρηση αποδείξει ότι ο ενλόγω αποκλεισμός εξηγείται από παράγοντες που δικαιολογούνται αντικειμενικά και είναι ξένοι προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο ( 22 ). Στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο δεν προέβλεψε διαχρονικό περιορισμό δεδομένου ότι ol λύσεις τις οποίες υιοθέτησε αποτελούσαν απλώς ανάπτυξη της προϋπάρχουσας νομολογίας.
22.
Στην απόφαση Barber, αντιθέτως, το Δικαστήριο έκρινε, για πρώτη φορά επί του ζητήματος, κατά πόσον ο καθορισμός διαφορετικής ηλικίας για συνταξιοδότηση αναλόγως του φύλου, στο πλαίσιο επαγγελματικών συνταξιοδοτικών συστημάτων, συνιστά αθέμιτη δυσμενή διάκριση ( 23 ). Όταν έδωσε καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό, το Δικαστήριο θεώρησε αναγκαίο να περιορίσει διαχρονικούς τα αποτελέσματα της αποφάσεως του. Τον περιορισμό αυτό στήριξε, βασικά, το Δικαστήριο
—
αφενός μεν στο ότι η κοινοτική νομοθεσία και συγκεκριμένα το άρθρο 9, στοιχείο α', της οδηγίας 86/378/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986 ( 24 ), επέτρεπε παρεκκλίσεις όσον αφορά στην ηλικία συνταξιοδοτήσεως και συνεπώς τα κράτη μέλη και οι ενδιαφερόμενοι κύκλοι μπορούσαν ευλόγως να εκλάβουν ότι η αρχή της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων δεν εφαρμόζεται στην ενλόγω περίπτωση,
—
αφετέρου δε στη διαπίστωση ότι η αναδρομική ισχύς της αποφάσεως θα κινδύνευε να διαταράξει την οικονομική ισορροπία πολλών επαγγελματικών συνταξιοδοτικών συστημάτων.
23.
Επομένως, ο διαχρονικός περιορισμός της δυνατότητας επίκλησης του άμεσου αποτελέσματος του άρθρου 119 αφορά μόνο στις διακρίσεις οι οποίες θα μπορούσαν να στηριχθούν σε παρεκκλίσεις που προβλέπουν κοινοτικές διατάξεις, όπως αυτές του άρθρου 7 της οδηγίας 79/7 και του άρθρου 9 της οδηγίας 86/378. Τούτο επιβεβαίωσε το Δικαστήριο και με τις αποφάσεις Vroege και Fisscher, με τις οποίες κρίθηκε ότι «ο διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων της αποφάσεως Barber δεν αφορά παρά μόνον εκείνες τις μορφές διακρίσεων στις οποίες οι εργοδότες και τα συνταξιοδοτικά συστήματα μπορούσαν, ενόψει των μεταβατικών εξαιρέσεων που προβλέπονται από τις δυνάμενες να εφαρμοσθούν σε θέματα επαγγελματικών συντάξεων διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, να θεωρούν ευλόγως ως ανεκτές» ( 25 ).
Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει κατά το μέρος που αφορά στη διάκριση που βρίσκεται στο επίκεντρο της παρούσης υποθέσεως, δηλαδή τη δυσμενή μεταχείριση των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν μπορεί να γίνει δεκτό πως τα κράτη μέλη και οι ενδιαφερόμενοι ευλόγως φρονούσαν ότι ήταν επιτρεπτές παρεκκλίσεις από την ισότητα ως προς τους εργαζόμενους με μειωμένο ωράριο.
24.
Πράγματι, ούτε η οδηγία 79/7, ούτε η οδηγία 86/378 επιτρέπουν ένα τέτοιο συμπέρασμα, εφόσον δεν περιέχουν στοιχεία ικανά να στηρίξουν την άποψη ότι οι εργαζόμενοι με μειωμένο ωράριο μπορούν να αποκλείονται από τα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα. Απεναντίας, οι δύο αυτές οδηγίες απαγορεύουν ρητώς «κάθε διάκριση που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την ύπαρξη γάμου ή την εν γένει οικογενειακή κατάσταση», ιδιαιτέρως όσον αφορά «τους όρους υπαγωγής στα συστήματα αυτά» ( 26 ). Επομένως, όπως υπογράμμισε και ο επί των υποθέσεων Vroege και Fisscher γενικός εισαγγελέας W. Van Gerven «ήταν ευθύς εξαρχής σαφές ότι ο αποκλεισμός (...) από το όφελος της υπαγωγής σε συνταξιοδοτικά συστήματα (...) των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο μέσω έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως στερούμένης κάθε αντικειμενικής δικαιολογήσεως υπερέβαινε τις επιτρεπόμενες παρεκκλίσεις και ήταν επομένως αθέμιτος» ( 27 ).
25.
Όσον αφορά δε στη νομολογία, με την απόφαση της 31ης Μαρτίου 1981 επί της υποθέσεως Jenkins ( 28 ), το Δικαστήριο είχε καταστήσει σαφές ότι οι διαφορές αμοιβής μεταξύ των εργαζομένων με πλήρες ωράριο και των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο ήταν δυνατό να εμπεριέχουν παράβαση του κανόνα της ισότητας που θεσπίζει το άρθρο 119. Συγκεκριμένα, διευκρινίζεται στην απόφαση αυτή πως «αν διαπιστώνεται ότι σημαντικά μικρότερο ποσοστό θηλέων αντί αρρένων παρέχουν τον ελάχιστο αριθμό ωρών εργασίας κατά εβδομάδα, ο οποίος απαιτείται για να μπορούν να αξιώσουν τον πλήρη ωριαίο μισθό, η ανισότητα αμοιβής αντίκειται στο άρθρο 119 της Συνθήκης όταν, ενόψει των δυσχερειών που αντιμετωπίζουν οι Οήλεις εργαζόμενες για να μπορέσουν να πραγματοποιήσουν αυτόν τον ελάχιστο αριθμό ωρών την εβδομάδα, η μισθολογική τακτική της ενλόγω επιχειρήσεως δεν μπορεί να εξηγηθεί από παράγοντες που αποκλείουν διάκριση βασιζόμενη στο φύλο» ( 29 ). Το Δικαστήριο ανέπτυξε το κριτήριο αυτό στις μεταγενέστερες αποφάσεις του και το εφαρμόζει κατά πάγια νομολογία ( 30 ).
26.
Εκτός τούτων, όσον αφορά στα χρηματοοικονομικά βάρη που θα προέκυπταν για τους εργοδότες και τα ταμεία συντάξεων από την αναγνώριση χωρίς διαχρονικό περιορισμό δικαιώματος υπαγωγής στα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα και παροχής συντάξεως απ' αυτά, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από την απόφαση Fisscher, το γεγονός ότι ο εργαζόμενος μπορεί να αξιώσει την αναδρομική υπαγωγή του σ' ένα επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα και την παροχή συντάξεως απ' αυτό δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής των εισφορών που οφείλονται για την χρονική περίοδο της αναδρομικής υπαγωγής. Συνεπώς, δεν υπάρχει κίνδυνος σοβαρής αναδρομικής διαταράξεως της οικονομικής ισορροπίας ενός τέτοιου συστήματος.
27.
Από τις προεκτεθείσες σκέψεις προκύπτει ότι ο διαχρονικός περιορισμός, που επιβλήθηκε με την απόφαση Barber, δεν μπορεί να επεκταθεί γενικώς σε όλες τις μορφές διακρίσεων με βάση το φύλο που αφορούν στο δικαίωμα λήψεως παροχών. Εφόσον οι προϋποθέσεις που οδήγησαν στον διαχρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων της αποφάσεως Barber δεν πληρούνται, τότε είδη διακρίσεων, όπως αυτή που ευρίσκεται στο επίκεντρο της κρινόμενης υποθέσεως, δεν δύνανται να θεωρηθούν ότι καταλαμβάνονται από τον περιορισμό αυτό.
28.
Απομένει να εξετασθεί εάν, ενδεχομένως, το Πρωτόκολλο Barber επιβάλλει, παρ' όλα αυτά, διαχρονικό περιορισμό σχετικά με τις παροχές που θα πρέπει να χορηγηθούν κατ' εφαρμογή του επίμαχου επαγγελματικού συνταξιοδοτικού συστήματος. Επί του προκειμένου θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι η ευρεία διατύπωση του πρωτοκόλλου Barber, το οποίο επεξέτεινε τον διαχρονικό περιορισμό στο σύνολο των παροχών που καταβάλλονται από ένα επαγγελματικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, δεικνύει χωρίς αμφιβολία ότι το πρωτόκολλο αυτό ισχύει για όλα τα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα καθώς επίσης και για όλες τις δυσμενείς διακρίσεις που στηρίζονται στο φύλο που μπορούν να υφίστανται στον τομέα αυτό, περιλαμβανομένων συνεπώς και των έμμεσων διακρίσεων που αφορούν τους εργαζόμενους με μειωμένο ωράριο. Μια τέτοια ερμηνεία δεν μπορεί όμως να γίνει δεκτή δεδομένου ότι το πρωτόκολλο πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως της απόφασης Barber και της μεταγενέστερης νομολογίας που την διευκρίνισε. Αυτό δέχθηκε άλλωστε και το Δικαστήριο με τις αποφάσεις του Vroege και Fisscher, στις οποίες τόνισε ότι το πρωτόκολλο αυτό εμφανίζει ένα σαφή σύνδεσμο με την προαναφερθείσα απόφαση Barber, δεδομένου ότι παραπέμπει στην ίδια ημερομηνία της 17ης Μαΐου 1990 και ότι υιοθετεί κατ' ουσία την ίδια ερμηνεία με την απόφαση Barber και την απόφαση Ten Oever ( 31 ). Επομένως, καθώς παρατήρησε και ο επί των υποθέσεων Vroege και Fisscher γενικός εισαγγελέας W. Van Gerven, «το πρωτόκολλο Barber έχει ως σκοπό και ως αντικείμενο να διευκρινίσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της αποφάσεως Barber» ( 32 ).
29.
Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι ο διαχρονικός περιορισμός που όρισε το πρωτόκολλο, ο οποίος είναι αυτός που προκύπτει από την απόφαση Barber, όπως αυτή διευκρινίστηκε από τη μεταγενέστερη νομολογία, έχει την έννοια ότι ισχύει όσον αφορά στην προβληματική των διακρίσεων με βάση το φύλο, ως προς την ηλικία συνταξιοδοτήσεως, καθώς επίσης και στις άλλες περιπτώσεις για τις οποίες η οδηγία 86/378 προέβλεψε εξαιρέσεις. Σ' αυτές τις περιπτώσεις οι ενδιαφερόμενοι κύκλοι ευλόγως υπέθεσαν μέχρι της ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως Barber ότι εξακολουθούσαν να επιτρέπονται παρεκκλίσεις από την αρχή της ισότητάς των αμοιβών. Αντιθέτως, ο διαχρονικός περιορισμός που προ- βλέπει το πρωτόκολλο Barber δεν μπορεί να επεκταθεί και στις έμμεσες διακρίσεις με βάση το μειωμένο ωράριο, δεδομένου ότι, όπως έχει εκτεθεί σε προηγούμενη σκέψη, η οδηγία 86/378 δεν προβλέπει καμμία σχετική παρέκκλιση ( 33 ).
Συνεπώς, στο μέτρο που πρόκειται για διακρίσεις που δεν καλύπτονται από την απόφαση και το πρωτόκολλο Barber, δεν πρέπει να γίνει διάκριση ως προς τη διαχρονική εφαρμογή του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119 ανάμεσα στο δικαίωμα υπαγωγής σε ένα επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα και στην αξίωση παροχής συντάξεως στο πλαίσιο του συστήματος αυτού.
Επί του τρίτου, τετάρτου, πέμπτου και έκτου προδικαστικού ερωτήματος
30.
Τα ενλόγω προδικαστικά ερωτήματα είναι πανομοιότυπα ακριβώς με εκείνα τα οποία υπέβαλε ο εθνικός δικαστής στην υπόθεση Fisscher. Συνεπώς, οι απαντήσεις τις οποίες έδωσε το Δικαστήριο στην τελευταία αυτή υπόθεση, με την απόφασή του της 28ης Σεπτεμβρίου 1994 (σημεία 3 έως 6 του διατακτικού), ισχύουν και για την παρούσα υπόθεση.
V — Πρόταση
31.
Ενόψει όσων έχουν προεκτεθεί, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα που του υπέβαλε ο kantonrechter te Rotterdam:
1)
Το δικαίωμα υπαγωγής σε ένα σύστημα επαγγελματικών συντάξεων εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ με αποτέλεσμα να καλύπτεται από την απαγόρευση των διακρίσεων που επιβάλλει το άρθρο αυτό.
1α)
Η απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα δεν επηρεάζεται από τις περιστάσεις που απαριθμεί ο εθνικός δικαστής στο δεύτερο σκέλος (Ια) του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος.
2)
Ο διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων της αποφάσεως της 17ης Μαΐου 1990, C-262/88, Barber, δεν έχει εφαρμογή στο δικαίωμα υπαγωγής σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα.
2α)
Στο μέτρο που μια δυσμενής διάκριση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως της 17ης Μαΐου 1990, C-262/88, Barber, ο διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων της αποφάσεως αυτής έχει, επίσης, εφαρμογή στην αξίωση καταβολής συντάξεως γήρατος στο πλαίσιο επαγγελματικού συνταξιοδοτικού συστήματος, την οποία έχει ο εργαζόμενος που υπήχθη αναδρομικά στο σύστημα αυτό.
3)
Ol διαχειριστές ενός επαγγελματικού συνταξιοδοτικού συστήματος υποχρεούνται, όπως ακριβώς ο εργοδότης, να τηρούν τις διατάξεις του άρθρου 119 της Συνθήκης και ο εργαζόμενος που υφίσταται δυσμενή διάκριση μπορεί να προβάλει τα δικαιώματά του απευθείας κατά των ενλόγω διαχειριστών.
4)
Το γεγονός ótι ο εργαζόμενος μπορεί να αξιώσει την αναδρομική υπαγωγή σε ένα επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής των εισφορών που οφείλονται για τη χρονική περίοδο της αναδρομικής υπαγωγής.
5)
Ol εθνικοί κανόνες που τάσσουν προθεσμίες ασκήσεως προσφυγών του εσωτερικού δικαίου είναι αντιτάξιμοι στους εργαζομένους που προβάλλουν δικαίωμα σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα, υπό την προϋπόθεση ότι οι ενλόγω κανόνες δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί για τις προσφυγές αυτές απ' ό,τι για τις παρόμοιες προσφυγές εσωτερικής φύσεως και ότι δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη την άσκηση του κοινοτικού δικαιώματος.
6)
Το πρωτόκολλο αριθ. 2 περί του άρθρου 119 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που είναι προσαρτημένο στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν έχει καμία επίπτωση στο δικαίωμα υπαγωγής σε ένα επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα, το οποίο εξακολουθεί να διέπεται από την απόφαση της 13ης Μαΐου 1986, 170/84, Bilka.
( *1 ) Γλώασα του πρωτοτύπου: η ελληνική.
( 1 ) Συλλογή 1990, ο. Ι-1889.
( 2 ) Νόμος της 17ης Μαρτίου 1949. Staatsblad J 121.
( 3 ) ΕΕ L 225 της 12ης Αυγούστου 1986, σ. 40.
( 4 ) Απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, 43/75 (Συλλογή τόμος 1976, σ. 175).
( 5 ) UB C 338 της 15η; Δεζεμβρίου 1993, ο. 12.
( 6 ) Αποφααη της 28ης Σεπτεμβρίου1994, Fisscher (Συλλογή 1994, ο. I-45S3).
( 7 ) Απόφαση της 13ης Μαίου 1986, 170/84 (Συλλογή 1986, σ. 1607).
( 8 ) Αποφαοη της 6ης Οκτωβρίου 1993, C-109/91 (Συλλογή 1993, ο. I-4879).
( 9 ) ΕΕ L 225 της 12ης Αυγούστου 1986, ο. 40 (βλ. επίσης διορθωτικό που δημοσιεύθηκε στην ΕΕ L 283 της 4ης Οκτωβρίου 1986, σ. 27). Η προθεσμία εφαρμογής της οδηγίας αυτής από τα κράτη μέλη έληξε στις 30 Ιουλίου 1989.
( 10 ) Οδηγία 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160).
( 11 ) Βλ. αημείο 5 του διατακτικού της απόφασης Barber.
( 12 ) Απόφαση Ten Oever, σημείο 2 του διατακτικού. Η απόφαση αυτή επιβεβαιώθηκε έκτοτε με την απόφαση της Μης Δεκεμβρίου 1993, C-110/91, Moroni (Συλλογή 1993. α. I-6591, σημείο 3 του διατακτικού), και με την απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 1993, C-152/91, Neath (Συλλογή 1993, σ. I-6935, σημείο 1 του διατακτικού).
( 13 ) Βλ. σημείο 1 του διατακτικού της απόφασης Fisscher.
( 14 ) Βλ. σημείο 2 του διατακτικού της αποφάσεως Fisscher.
( 15 ) Αποφάσεις της 28ης Σεπτεμβρίου 1994, C-7/93. Beune (Συλλογή 1994, ο. I-4471), και C-57/93, Vroege (Συλλογή 1994, σ. Ι - 4541).
( 16 ) Βλ. προαναφερθείσες αποφάσεις Fisscher, σκέψη 49, Beune, σκέψη 61, και Vroege, σκέψη 41.
( 17 ) Απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 1994, C-408/92, Avdel Syslems (Συλλογή 1994, σ. I- 4435, σκέψη 17).
( 18 ) Βλ. σκέψη 18 της προαναφερθείσης αποφάσεως Avdel Syslems.
( 19 ) Βλ. σκέψη 19 της προαναφερθείσης αποφάσεως Avdel Syslems.
( 20 ) Βλ. σκέψη 36 της προαναφερθείσης αποφάσεως.
( 21 ) Απόφαση της 25ης Μαίου 1971, 80/70 (Συλλογή τόμος 1969-1971, ο. 815).
( 22 ) Βλ. σκέψεις 16 έως 18 και 31 και σημείο Ì του διατακτικού της προαναφερθείσης αποφάσεως Bilka.
( 23 ) Βλ. σκέψη 16 της προαναφερθείσης αποφάσεως Moroni.
( 24 ) Το άρθρο αυτό επαναλαμβάνει την εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου.
( 25 ) Βλ. σκέψη 27 της απόφασης Vroege και σκέψη 24 της απόφασης Fisscher.
( 26 ) Άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 86/378 και άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7.
( 27 ) Προτασεις της 7ης Ιουνίου 1994 (Συλλογή 1994, ο. Ι-4544, οημείο 17).
( 28 ) Υπόθεση 96/80 (Συλλογή 1981. ο. 911).
( 29 ) Βλ. σκέψη 13 της απόφασης Jenkins.
( 30 ) Βλ. απόφαση Bilka, οκέψεις 24 έως 31 και 36. και αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 1989, 171/88, Rinncr-KUhn (Συλλογή 1989, σ.2743, σκέψεις 12 έως 16), της 27ης Ιουνίου 1990, C-33/89, Kowalska (Συλλογή 1990, ο. Ι-2591, οκέψεις 13 έως 16), της 7ης Φεβρουαρίου 1991, C-184/89, Nimz (Συλλογή 1991, ο. I-297, οκέψεις 12 έως 15), και της 4ης Ιουνίου 1992, C-360/90, Bulei (Συλλογή 1992, ο. Ι-3589, ακέψεις 18 και 21 έως 27).
( 31 ) Βλ. σκέψη 41 της απόφασης Vroege και σκέψη 49 της απόφασης Fisscher.
( 32 ) Προτάσεις της 7ης Ιουνίου 1994 (Συλλογή 1994, Ι-4544, σημείο 23).
( 33 ) Προς αυτή την κατεύθυνση και ο γενικός εισαγγελέας W. Van Gervcn στις προτάσεις της 7ης Ιουνίου 1994 επί των υποθέσεων Vroege και Fisscher (Συλλογή 1994, σ. Ι-4544, σκέψεις 23 έως 25). Βλ. ωστόσο τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. G. Jacobs της 27ης Απριλίου 1994 επί της υποθέσεως Beune (Συλλογή 1994, σ. Ι-4474, σκέψεις 56 επ.).
Full & Egal Universal Law Academy