ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MICHAEL B. ELMER
της 21ης Φεβρουαρίου 1995 ( *1 )
Εισαγωγή
1.
Κατά το άρθρο 5, αριθ. 5, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους μπορεί να εναχθεί σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος, ως προς διαφορές σχετικές με εκμετάλλευση υποκαταστήματος, πρακτορείου ή κάθε άλλης εγκαταστάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου της τοποθεσίας τους.
Το ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο με την υπό κρίση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως του γαλλικού Cour de cassation είναι αν ο ενάγων μπορεί να επικαλεσθεί αυτόν τον ειδικό κανόνα δικαιοδοσίας μόνον στην περίπτωση που η διαφορά αφορά αναληφθείσα υποχρέωση που πρέπει να εκπληρωθεί εντός του κράτους όπου κείται το υποκατάστημα, το πρακτορείο ή κάθε άλλη εγκατάσταση.
Τέτοιος γεωγραφικός περιορισμός δεν απορρέει από το κείμενο της διατάξεως. Ωστόσο, μια παρατήρηση που περιέχεται στην απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Νοεμβρίου 1978 στην υπόθεση 33/78, Somafer ( 1 ), μπορεί να εννοηθεί ως σημαίνουσα ότι υφίσταται τέτοιος περιορισμός όσον αφορά την εφαρμογή της.
Τα πραγματικά περιστατικά
2.
Το 1985 ο Υπουργός Δημοσίων Έργων του Κουβέιτ ανέθεσε στη γαλλική ανώνυμη εταιρία Campenon Bemard την κατασκευή ενός αυτοκινητοδρόμου συνδέοντος το λιμάνι του Κουβέιτ με τα ιρακινά σύνορα. Οι χαλύβδινες ράβδοι που επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν για τον οπλισμό του σκυροδέματος έπρεπε, σύμφωνα με τη συγγραφή υποχρεώσεων του εργοδότη, να ανταποκρίνονται σε μια αμερικανική τεχνική προδιαγραφή, αποκαλούμενη ASTM Α 615.
Η Campenon Bernard παρήγγειλε τις χαλύβδινες ράβδους στη γαλλική εταιρία Ferconietal, η οποία έδωσε την παραγγελία, στο πλαίσιο υπεργολαβίας, σε μια ισπανική εταιρία.
Η Campenon Bemard, προκειμένου να ελέγξει αν οι χαλύβδινες ράβδοι ανταποκρίνονταν στη συγγραφή υποχρεώσεων του εργοδότη, απευθύνθηκε στο παρισινό γραφείο του αγγλικού σωματείου Lloyd's Register of Shipping κατόπιν συμβάσεως της 3ης Δεκεμβρίου 1985, η οποία διαβιβάσθηκε στην Campenon Bernard με έγγραφο της 9ης Δεκεμβρίου 1985, το γραφείο αυτό ανέλαβε να ελέγξει τη συμβατότητα των χαλύβδινων ράβδων με την επιβαλλομένη προδιαγραφή. Σύμφωνα με τη σύμβαση, ο έλεγχος αυτός θα πραγματοποιούνταν στις εγκαταστάσεις του Ισπανού υπεργολάβου από το ισπανικό υποκατάστημα του Lloyd's Register of Shipping, η δε πληρωμή θα διενεργούνταν σε ισπανικές πεσέτες.
Μετά την έκδοση στις 17 και 24 Ιανουαρίου 1986, από το ισπανικό γραφείο του Lloyd's Register of Shipping, των πιστοποιητικών συμβατότητας των χαλύβδινων ράβδων προς τις τεχνικές προδιαγραφές, η Campenon Bernard κατέβαλε το σύνολο του συμβατικού τιμήματος στη Fercometal και μετέφερε τις ράβδους στο Κουβέιτ.
Ωστόσο, ο εργοδότης στο Κουβέιτ απέρριψε τις χαλύβδινες ράβδους λόγω μη συμβατότητας προς επιβαλλομένη προδιαγραφή.
Κατόπιν αυτού η Campenon Bernard, στρεφόμενη κατά του γαλλικού γραφείου του Lloyd, άσκησε αγωγή αποζημιώσεως κατά του Lloyd's Register of Shipping, ενώπιον του tribunal de commerce de Paris.
3.
Ενώπιον του tribunal de commerce de Paris και, κατόπιν, ενώπιον του cour d'appel de Paris, το Lloyd's Register of Shipping προέβαλε ένσταση απαραδέκτου της αγωγής, για τον λόγο ότι το άρθρο 5, αριθ. 5, της Συμβάσεως των Βρυξελλών δεν παρέχει δικαιοδοσία στα γαλλικά δικαστήρια για την εκδίκαση της υποθέσεως. Στο πλαίσιο της εξετάσεως της αναιρέσεως που άσκησε το Lloyd's Register of Shipping κατά της αποφάσεως του cour d'appel de Paris της 5ης Ιουνίου 1991, το Cour de cassation υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 5, αριθ. 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, η έννοια “διαφορές σχετικές με την εκμετάλλευση υποκαταστήματος (...)” του άρθρου 5, αριθ. 5 της ίδιας Συμβάσεως προϋποθέτει κατ' ανάγκη ότι οι επίμαχες υποχρεώσεις που ανέλαβε το υποκατάστημα επ' ονόματι της μητρικής εταιρίας πρέπει να εκπληρωθούν εντός του συμβαλλομένου κράτους στο οποίο είναι εγκατεστημένο το υποκατάστημα;»
Το κοινοτικό δίκαιο
4.
Ο γενικός κανόνας περί απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας περιλαμβάνεται στο άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, το οποίο ορίζει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρούσας Συμβάσεως, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους αυτού, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια τους.»
5.
Το άρθρο 5 της Συμβάσεως, το οποίο περιλαμβάνεται στο τμήμα 2 του τίτλου II της Συμβάσεως και επιγράφεται «ειδικές βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας», απαριθμεί ορισμένους ειδικούς κανόνες καθορισμού του αρμοδίου δικαστηρίου, τους οποίους ο ενάγων μπορεί, ενδεχομένως, να χρησιμοποιεί εναλλακτικώς:
«Άρθρο 5:
Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους μπορεί να εναχθεί σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος:
1)
ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή,
(...)
2)
(...)
3)
ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός,
4)
(...)
5)
ως προς διαφορές σχετικές με την εκμετάλλευση υποκαταστήματος, πρακτορείου ή κάθε άλλης εγκαταστάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου της τοποθεσίας τους,
6)
(...)
7)
(...)»
6.
Στην διάταξη περί παραπομπής το Cour de cassation αναφέρει την προπαρατεθείσα απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 33/78, Somafer. Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής:
«(...) το ότι το άρθρο 5 προβλέπει ειδικές δικαιοδοσίες, η μεταξύ των οποίων επιλογή εναπόκειται στον ενάγοντα, οφείλεται στην ύπαρξη, σε ορισμένες σαφώς προσδιορισμένες περιπτώσεις, ιδιαίτερα στενού συνδέσμου μεταξύ μιας διαφοράς και του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου μπορεί να αχθεί για τη λυσιτελή οργάνωση της δίκης·
(...) λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ο πολλαπλασιασμός των δωσιδικιών για την ίδια διαφορά δεν είναι ικανός να ευνοήσει την ασφάλεια του δικαίου και την αποτελεσματικότητα της έννομης προστασίας στο σύνολο των εδαφών που απαρτίζουν την Κοινότητα, είναι σύμφωνη προς τον στόχο της Συμβάσεως η αποφυγή διασταλτικής και πολύμορφης ερμηνείας των εξαιρέσεων του ειδικού κανόνα δωσιδικίας που περιέχεται στο άρθρο 2 (...)» (σκέψη 7)
και
«Το περιεχόμενο και τα όρια της ευχέρειας που αναγνωρίζει στον ενάγοντα το άρθρο 5, αριθ. 5, εξαρτώνται από την εκτίμηση ιδιαίτερων παραγόντων που, είτε στις σχέσεις μεταξύ της μητρικής επιχειρήσεως και των υποκαταστημάτων της, πρακτορείων ή άλλων εγκαταστάσεων, είτε στις σχέσεις μεταξύ μιας από τις τελευταίες αυτές οντότητες και τρίτων, φανερώνουν τον ειδικό σύνδεσμο που δικαιολογεί, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 2, το δικαίωμα επιλογής που παρέχεται στον εν λόγω ενάγοντα» (σκέψη 8).
Επιπλέον, το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«(...) ο ιδιαίτερος αυτός σύνδεσμος αφορά, πρώτον, τα εξωτερικά σημεία που επιτρέπουν με ευχέρεια να αναγνωριστεί η ύπαρξη του υποκαταστήματος, του πρακτορείου ή της εγκαταστάσεως και, δεύτερον, τη σχέση που υφίσταται μεταξύ της οντότητας που εντοπίζεται με τον τρόπο αυτό και του αντικειμένου της διαφοράς που στρέφεται κατά της μητρικής επιχειρήσεως, η οποία είναι εγκατεστημένη σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος» (σκέψη 11).
Στο πλαίσιο της παρούσας εκκρεμούς υποθέσεως, ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στον ορισμό που έδωσε το Δικαστήριο στην έννοια «εκμετάλλευση» υποκαταστήματος, πρακτορείου ή άλλης εγκαταστάσεως. Συναφώς, στην απόφαση Somafer διαλαμβάνονται τα εξής:
«(...) η εν λόγω έννοια της εκμεταλλεύσεως περιλαμβάνει, αφενός, τις διαφορές που αφορούν τα συμβατικά ή μη συμβατικά δικαιώματα και υποχρεώσεις που αφορούν την καθαυτό διαχείριση του πρακτορείου, του υποκαταστήματος ή της εγκαταστάσεως, όπως είναι οι διαφορές που αφορούν τη μίσθωση του ακινήτου όπου οι εν λόγω οντότητες έχουν εγκατασταθεί ή την επί τόπου πρόσληψη του προσωπικού που απασχολείται εκεί·
αφετέρου, περιλαμβάνει επίσης τις διαφορές που αφορούν τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει το προπεριγραφέν κέντρο επιχειρηματικής δραστηριότητας στο όνομα της μητρικής επιχειρήσεως και που πρέπει να εκτελεστούν στο συμβαλλόμενο κράτος όπου είναι εγκατεστημένο το εν λόγω κέντρο επιχειρηματικής δραστηριότητας καθώς και τις διαφορές που αφορούν τις μη συμβατικές υποχρεώσεις που πηγάζουν από τις δραστηριότητες που ανέπτυξε το υποκατάστημα, το πρακτορείο ή κάθε άλλη εγκατάσταση, κατά την πιο πάνω καθορισθείσα έννοια, στον τόπο όπου είναι εγκατεστημένο για λογαριασμό της μητρικής επιχειρήσεως (...)» (σκέψη 13, η υπογράμμιση δική μου).
7.
Η σκέψη του Δικαστηρίου κατά την οποία η έννοια της εκμεταλλεύσεως περιλαμβάνει και τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει το υποκατάστημα, το πρακτορείο ή κάθε άλλη εγκατάσταση στο όνομα της μητρικής εταιρίας προκάλεσε, όσον αφορά την προσθήκη «που πρέπει να εκτελεστούν στο συμβαλλόμενο κράτος όπου είναι εγκατεστημένο το εν λόγω κέντρο επιχειρηματικής δραστηριότητας», επικριτικά σχόλια τόσο στη θεωρία ( 2 ) όσο και στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Sir Gordon Slynn στην υπόθεση 218/86, Schotte ( 3 ).
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
8.
Με τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν στο Δικαστήριο, τόσο η Campenon Bernard, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Ελληνική Κυβέρνηση, όσο και η Επιτροπή συμφώνησαν με τις επικρίσεις αυτές.
Στις παρατηρήσεις αυτές τονίζεται ότι το κείμενο του άρθρο 5, αριθ. 5, δεν περιέχει κανένα γεωγραφικό περιορισμό του όρου «εκμετάλλευση», ο οποίος αποτελεί μια καθαρά οικονομική έννοια.
Αν η εφαρμογή του άρθρου 5, αριθ. 5, περιοριζόταν σε μόνες τις διαφορές σχετικά με τις αναληφθείσες υποχρεώσεις που πρέπει να εκπληρωθούν εντός του κράτους όπου έχουν την έδρα τους το υποκατάστημα, το πρακτορείο ή κάθε άλλη εγκατάσταση, η αυτοτελής πρακτική σημασία της διατάξεως αυτής θα μειωνόταν επιπλέον σημαντικά. Κατά το άρθρο 5, αριθ. 1, το δικαστήριο του τόπου της εκπληρώσεως της παροχής είναι ήδη αρμόδιο όσον αφορά τις διαφορές εκ συμβάσεως και, κατά το άρθρο 5, αριθ. 3, στις υποθέσεις εξωσυμβατικής ευθύνης αρμόδιο είναι το δικαστήριο του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός. Ο περιορισμός αυτός θα είχε ως αποτέλεσμα ότι το άρθρο 5, αριθ. 5, θα κατέληγε να έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις μόνον όπου υπάρχει δυνατότητα επιλογής μεταξύ διαφόρων δωσιδικιών εντός συγκεκριμένου συμβαλλομένου κράτους, πράγμα το οποίο δεν μπορεί να ανταποκρίνεται στον σκοπό της εν λόγω διατάξεως.
Επιπλέον, η διάταξη του άρθρου 5, αριθ. 5, αποβλέπει στην προστασία των συμφερόντων του τρίτου που συνάπτει σύμβαση με υποκατάστημα ή με πρακτορείο της μητρικής εταιρίας, τα δε συμφέροντα του τρίτου αυτού είναι τα ίδια, ανεξάρτητα από τον τόπο της εκτελέσεως της συμβάσεως.
Τέλος, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επισημαίνει ότι η διατύπωση του άρθρου 8, δεύτερο εδάφιο (υποθέσεις ασφαλίσεων), και του άρθρου 13, δεύτερο εδάφιο (ορισμένες υποθέσεις καταναλωτών), της Συμβάσεως είναι πανομοιότυπη με τη διατύπωση της επίμαχης διατάξεως του άρθρου 5, αριθ. 5. Επομένως, κατά τη Βρετανική Κυβέρνηση, οι διατάξεις αυτές πρέπει να τύχουν ομοιόμορφης ερμηνείας ( 4 ). Ωστόσο, η πρακτική αποτελεσματικότητα των άρθρων 8, δεύτερο εδάφιο, και 13, δεύτερο εδάφιο, θα μειωνόταν σημαντικά, αν οι διατάξεις αυτές έπρεπε να ερμηνευθούν λαμβανομένου υπόψη του περιορισμού που ενέχει, κατά την απόφαση Somafer, το άρθρο 5, αριθ. 5.
9.
Η Γαλλική Κυβέρνηση αποφεύγει, με τις παρατηρήσεις της, να ερμηνεύσει απολύτως κατά γράμμα τις καθορισθείσες με την απόφαση Somafer προϋποθέσεις. Η εν λόγω κυβέρνηση, αναφερόμενη ειδικότερα στη μεταγενέστερη απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 218/86, Schotte ( 5 ), προτείνει τη λύση ότι πρέπει να υπάρχει πραγματικός σύνδεσμος μεταξύ της διαφοράς και του κράτους εντός του οποίου ασκείται η αγωγή, ώστε ένα τουλάχιστον από τα στοιχεία της συμβάσεως να πρέπει να εκτελείται εντός του κράτους αυτού.
10.
Το Lloyd's Register of Shipping κάλεσε με τις παρατηρήσεις του το Δικαστήριο να διατηρήσει εξ ολοκλήρου τον γεωγραφικό περιορισμό του άρθρου 5, αριθ. 5, ο οποίος διαλαμβάνεται στην απόφαση Somafer, και παρατήρησε συναφώς, μεταξύ άλλων, ότι η διάταξη αυτή πηγάζει από πρακτικές σκέψεις διαδικαστικής φύσεως, οι οποίες αποβλέπουν στην επίλυση των διαφορών, ούτως ειπείν, επί τόπου. Με τις προτάσεις του στην υπόθεση 139/80, Blanckaert & Willems ( 6 ), o γενικός εισαγγελέας Reischl ερμηνεύει εξάλλου την απόφαση Somafer ως εξής:
«(...) Αφετέρου, η προαναφερθείσα απόφαση επιτρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, για το άρθρο 5, αριθ. 5, της συμβάσεως εκτελέσεως, ορισμένοι περιορισμοί της ανεξαρτησίας ενός αντιπροσώπου και ορισμένες δυνατότητες επιρροής του κεντρικού καταστήματος δεν επαρκούν. Στην περίπτωση πρακτορείου, πρέπει μάλλον να πρόκειται κατά κάποιον τρόπο για τμήμα αποκεντρωμένης επιχειρήσεως που έχει ως προς τα ουσιώδη εμπορικές αρμοδιότητες παρόμοιες με τις αρμοδιότητες της μητρικής επιχειρήσεως, φυσικά όμως περιορισμένες στο έδαφος τον κράτους μέλους όπου βρίσκεται. Αυτό απαιτείται, κατά τη γνώμη μας, από τις διατυπώσεις που αναφέρθηκαν μόλις προ ολίγου και ειδικώς από την έκφραση “κέντρο εμπορικών συναλλαγών”» (η υπογράμμιση δική μου).
Κατά την άποψη του Lloyd's Register of Shipping, η εν λόγω προϋπόθεση, η οποία τέθηκε σχετικά με τον τόπο εκπληρώσεως της παροχής, δεν είχε ως αποτέλεσμα να περιορίσει το περιεχόμενο της διατάξεως αυτής κατά τρόπο ασυμβίβαστο προς το κείμενο της.
Η άποψη μου επί της υποθέσεως
11.
Κατά πάγια νομολογία, οι ειδικοί κανόνες δωσιδικίας της Συμβάσεως — που αποτελούν εξαιρέσεις από τον γενικό κανόνα του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, που προβλέπει τη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του τόπου κατοικίας του εναγομένου — πρέπει να ερμηνεύονται στενά ( 7 ).
12.
Εκ πρώτης όψεως, είναι δυνατόν να υπάρξουν ορισμένες αμφιβολίες όσον αφορά τη σημασία που πρέπει να προσδοθεί στις σκέψεις της αποφάσεως Somafer που αφορούν την έννοια της εκμεταλλεύσεως.
Πρώτον, η διατύπωση της σκέψεως 13 περιέχει ενδείξεις ως προς το τί περιλαμβάνει η έννοια της εκμεταλλεύσεως, αλλά, αντιθέτως, δεν περιέχει καμία ένδειξη ως προς το τί δεν καλύπτει η έννοια αυτή: βλ. τις φράσεις «η εν λόγω έννοια της εκμεταλλεύσεως περιλαμβάνει, αφενός (...)» και «αφετέρου, περιλαμβάνει επίσης (...)». Το Δικαστήριο εξάλλου δεν είχε κανένα λόγο να λάβει θέση ως προς το εάν ήταν σκόπιμο να προστεθεί στο άρθρο 5, αριθ. 5, ένας γεωγραφικός περιορισμός. Η διαφορά που εκκρεμούσε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου αφορούσε πράγματι μία κατάσταση η οποία ενέπιπτε εν πάση περιπτώσει — ακόμη και αν γινόταν δεκτή η εγκυρότητα ενός τέτοιου περιορισμού — στην εν λόγω διάταξη. Επιπλέον, όπως προκύπτει από την περιγραφή των παρατηρήσεων που κατέθεσαν οι διάδικοι, το ζήτημα του γεωγραφικού περιορισμού δεν εξετάστηκε καν.
Πρέπει εν συνεχεία να τονιστεί ότι η σκέψη του Δικαστηρίου κατά την οποία η έννοια της εκμεταλλεύσεως «περιλαμβάνει επίσης τις διαφορές που αφορούν τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει το προπεριγραφέν κέντρο επιχειρηματικής δραστηριότητας στο όνομα της μητρικής επιχείρησης και που πρέπει να εκτελεστούν στο συμβαλλόμενο κράτος όπου είναι εγκατεστημένο το εν λόγω κέντρο επιχειρηματικής δραστηριότητας» έχει τον χαρακτήρα obiter dictum. Συγκεκριμένα, αυτό δεν αποτελούσε το αντικείμενο της διαφοράς στην οποία είχαν ανακύψει τα ερωτήματα που είχαν υποβληθεί στο Δικαστήριο αντιθέτως, επρόκειτο για διαφορά αφορώσα «τις μη συμβατικές υποχρεώσεις που πηγάζουν από τις δραστηριότητες που ανέπτυξε το υποκατάστημα, το πρακτορείο ή κάθε άλλη εγκατάσταση, κατά την πιο πάνω καθορισθείσα έννοια, στον τόπο που είναι εγκατεστημένο για λογαριασμό της μητρικής επιχείρησης».
Μπορεί να γίνει παραπομπή στη σκέψη 2 της αποφάσεως, κατά την οποία η υπόθεση αφορούσε το αν το γερμανικό δικαστήριο είχε δικαιοδοσία
«(...) να επιληφθεί αγωγής που ασκείται από γερμανική επιχείρηση κατά γαλλικής επιχειρήσεως της οποίας η έδρα βρίσκεται σε γαλλικό έδαφος, αλλά η οποία διατηρεί στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας γραφείο ή σημείο επαφής, αναφερόμενο στο επιστολόχαρτο της ως “Vertretung für Deutschland”, και με την οποία ζητείται η απόδοση των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η γερμανική επιχείρηση για να προφυλάξει τους αγωγούς αερίου που της ανήκουν από ενδεχόμενες ζημίες που θα μπορούσαν να προκληθούν από εργασίες κατεδαφίσεως που η γαλλική επιχείρηση εκτελούσε εκεί κοντά για λογαριασμό του Saarland.»
Φαίνεται επομένως λογικό το να γίνει δεκτό ότι με την παρατήρηση αυτή το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί του ζητήματος της εφαρμογής του άρθρου 5, αριθ. 5, σε μία περίπτωση όπως η επίμαχη εν προκειμένω.
13.
Παρόμοιες σκέψεις μπορούν να αναπτυχθούν όσον αφορά την υπόθεση 139/80, Blanckaert & Willems ( 8 ). Η υπόθεση αυτή αφορούσε τη δικαιοδοσία ενός γερμανικού δικαστηρίου να εκδικάσει διαφορά αφο-ρώσα την αντιπροσώπευση της εναγομένης για τη ζώνη Rhein-Ruhr/Eifel/Süd-Westfalen. Η παρατήρηση του γενικού εισαγγελέα Reischl ( 9 ) ότι η εμπορική δραστηριότητα πρέπει φυσικά να περιορίζεται στο έδαφος του συμβαλλομένου κράτους μέλους εντασσόταν συνεπώς σε ένα πλαίσιο όπου δεν ήταν αναγκαίο να εκτιμηθούν οι συνέπειες που θα απέρρεαν από μια αντίθετη άποψη.
14.
Η απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Δεκεμβρίου 1987 στην υπόθεση 218/86, Schotte ( 10 ), δεν αποφάνθηκε επί του ερωτήματος — το οποίο είχε προηγουμένως εξεταστεί, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω ( 11 ), από τον γενικό εισαγγελέα Sir Gordon Slynn — αν έπρεπε να επιβληθεί γεωγραφικός περιορισμός στο άρθρο 5, αριθ. 5. Κανένα προδικαστικό ερώτημα δεν είχε υποβληθεί συναφώς, αλλά από τη δικογραφία της υποθέσεως προέκυπτε σαφώς ότι οι ψεκα-στικοί μηχανισμοί, περί των οποίων επρόκειτο στην υπόθεση εκείνη, δεν έπρεπε να παραδοθούν εντός του συμβαλλομένου κράτους όπου ευρίσκετο το υποκατάστημα, το πρακτορείο ή άλλη εγκατάσταση (εντός της Γερμανίας), αλλά εντός του συμβαλλομένου κράτους όπου ήταν εγκατεστημένη η μητρική εταιρία της εναγομένης (εντός της Γαλλίας).
Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 5, αριθ. 5, μπορούσε να εφαρμοστεί σε μια περίπτωση κατά την οποία «δύο εταιρίες έχουν την ίδια επωνυμία και τους ίδιους διαχειριστές, η μία δε από αυτές, μολονότι δεν αποτελεί μη αυτοτελές υποκατάστημα ή πρακτορείο της άλλης, εντούτοις συνάπτει δικαιοπραξίες επ' ονόματι της άλλης και έτσι εμφανίζεται στις εμπορικές σχέσεις ως προέκταση της» (σκέψη 13).
Η απόφαση τονίζει επιπλέον ότι η γερμανική εταιρία «όχι μόνο μετέσχε στις διαπραγματεύσεις και στη σύναψη της συμβάσεως, αλλά και φρόντισε, κατά την εκτέλεση της συμβάσεως, για την προσήκουσα παράδοση των συμφωνηθεισών ποσοτήτων και την εξόφληση των τιμολογίων» (σκέψη 14).
Η διαφορά αφορούσε την «εκτέλεση ορισμένων παραγγελιών σχετικά με την παράδοση (...) στη γαλλική εταιρία ψεκαστικών μηχανισμών (...)».
Το Δικαστήριο συνεπώς αναφέρει ρητώς ότι επρόκειτο για προμήθειες προοριζόμενες για επιχείρηση εγκατεστημένη στη Γαλλία, χωρίς να θίξει το ζήτημα του γεωγραφικού περιορισμού της εφαρμογής του άρθρου 5, αριθ. 5, σε μια περίπτωση όπου ο περιορισμός αυτός θα μπορούσε ενδεχομένως να επιφέρει το αντίθετο αποτέλεσμα ( 12 ).
15.
Δεν μπορώ βεβαίως να συνταχθώ με την άποψη της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου ( 13 ), η οποία θεωρεί ότι από το γεγονός ότι η διατύπωση του άρθρου 5, αριθ. 5, συμπίπτει με τη διατύπωση των άρθρων 8, δεύτερο εδάφιο, και 13, δεύτερο εδάφιο, προκύπτει αναγκαίως ότι οι διατάξεις αυτές δεν μπορεί να τύχουν παρά μιας και της αυτής ερμηνείας ( 14 ). Κατά τη γνώμη μου, το επιχείρημα αυτό εξασθενεί σημαντικά, αν ληφθεί υπόψη ο ειδικός σκοπός των δύο προπαρατεθεισών διατάξεων, ο οποίος είναι η προστασία αντιστοίχως του ασφαλιζομένου (άρθρο 8, δεύτερο εδάφιο) και του καταναλωτή (άρθρο 13, δεύτερο εδάφιο), οι οποίοι αποτελούν, εξ ορισμού, τα αδύναμα μέρη στις εξεταζόμενες συμβατικές σχέσεις. Σ' αυτό προστίθεται μια ουσιώδης διαφορά, η οποία οφείλεται στο ότι το άρθρο 5, αριθ. 5, εφαρμόζεται όταν ο εναγόμενος έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους, ενώ τα άρθρα 8, δεύτερο εδάφιο, και 13, δεύτερο εδάφιο, αφορούν ρητώς καταστάσεις στις οποίες ο ασφαλιστής ή ο αντισυμβαλλόμενος του καταναλωτή δεν κατοικούν στο έδαφος του συμβαλλομένου κράτους. Αναγνωρίζω βεβαίως ότι η εφαρμογή των δυο τελευταίων προπαρατεθεισών διατάξεων είναι δυσχερής, εάν συνοδεύονται από γεωγραφικό περιορισμό όπως ο επίδικος εν προκειμένω ωστόσο δεν είναι δυνατόν να συναχθεί άμεσα από αυτό ότι ο εν λόγω περιορισμός δεν μπορεί να διατηρηθεί όσον αφορά το άρθρο 5, αριθ. 5.
16.
Πρέπει αντιθέτως να προσδοθεί αποφασιστική σημασία στο ότι το άρθρο 5, αριθ. 5, θα εστερείτο, ούτως ειπείν, αυτοτελούς περιεχομένου, αν έπρεπε να εφαρμόζεται μόνον σε διαφορές σχετικές με αναληφθείσες υποχρεώσεις που πρέπει να εκπληρωθούν εντός του συμβαλλομένου κράτους της τοποθεσίας του υποκαταστήματος, του πρακτορείου ή κάθε άλλης εγκαταστάσεως. Συγκεκριμένα, το δικαστήριο του τόπου της εκπληρώσεως της παροχής έχει ήδη δικαιοδοσία ως προς τις διαφορές εκ συμβάσεως, βάσει του άρθρου 5, αριθ. 1, και το δικαστήριο του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός έχει ήδη δικαιοδοσία ως προς τις διαφορές εξ εξωσυμβατικής ευθύνης, βάσει του άρθρου 5, αριθ. 3. Όπως υποστηρίζουν η Campenon Bernard, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Ελληνική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, το άρθρο 5, αριθ. 5, θα κατέληγε στην πραγματικότητα να εφαρμόζεται μόνον σε περίπτωση επιλογής μεταξύ περισσοτέρων δωσιδικιών εντός του οικείου συμβαλλομένου κράτους.
17.
Εάν έπρεπε να συναχθεί — γενικά — από την οικονομική έννοια «εκμετάλλευση» του άρθρου 5, αριθ. 5, ένας περιορισμός γεωγραφικής φύσεως, θα ήταν δυνατόν να προκύψουν επίσης σοβαρές δυσχέρειες ερμηνείας και, επομένως, να διακυβευθεί η ασφάλεια δικαίου. Για παράδειγμα, αποκλείεται η εφαρμογή της διατάξεως αυτής στην περίπτωση όπου ένα στοιχείο — ένα μόνο — της συμβάσεως πρέπει να εκτελεστεί εκτός του εδάφους του συμβαλλομένου κράτους; Η πρόταση της Γαλλικής Κυβερνήσεως ότι πρέπει να απαιτείται η εκτέλεση τουλάχιστον ενός από τα στοιχεία της συμβάσεως στο εσωτερικό του συμβαλλομένου κράτους δημιουργεί την ίδια δυσχέρεια, αντιστρόφως έστω. Για παράδειγμα, μπορεί να απαιτείται να είναι το στοιχείο αυτό της συμβάσεως ουσιώδες; θα μπορούσε ο αντισυμβαλλόμενος να είναι σε θέση να διαφύγει τη δικαιοσύνη εκτελώντας, εκτός του συμβαλλομένου κράτους, ορισμένα τμήματα της συμβατικής του υποχρεώσεως, για παράδειγμα, δίδοντας εντολή σε έναν υπεργολάβο; Έχει δε σημασία συναφώς το αν υφίσταται συμφωνία όσον αφορά την ενδεχομένη χρησιμοποίηση υπεργολάβου (σαφώς προσδιορισμένου στη συμφωνία) στο πλαίσιο της εκπληρώσεως της αναληφθείσας υποχρεώσεως; Το δε κριτήριο αυτό δεν θα είχε ενδεχομένως διαφορετικά αποτελέσματα, ανάλογα με το αν πρόκειται για παράδοση εμπορευμάτων ή για παροχή υπηρεσιών;
Ένας γεωγραφικός περιορισμός όπως ο επίδικος εν προκειμένω, αντί να αποσαφηνίζει την κατάσταση, θα προκαλούσε μια σειρά προβλημάτων και θα διακύβευε ενδεχομένως την ασφάλεια δικαίου.
18.
Επιπλέον, το άρθρο 5, αριθ. 5, επιδιώκει δύο σκοπούς:
—
Πρώτον, διευκολύνει την άσκηση αγωγής από τον ενάγοντα στην περίπτωση όπου υφίσταται «ένα κέντρο επιχειρηματικής δραστηριότητας που εκδηλώνεται με διαρκή τρόπο προς τα έξω ως προέκταση μητρικής επιχειρήσεως, έχει διεύθυνση και είναι ειδικά εξοπλισμένο ώστε να μπορεί να διαχειρίζεται υποθέσεις με τρίτους, κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι τελευταίοι, παρόλον ότι γνωρίζουν ότι ενδεχόμενη έννομη σχέση θα συναφθεί με τη μητρική επιχείρηση, της οποίας η έδρα είναι στο εξωτερικό, δεν οφείλουν να απευθυνθούν απευθείας στη μητρική επιχείρηση και μπορούν να συνάψουν συναλλαγές στο κέντρο επιχειρηματικής δραστηριότητας που αποτελεί την προέκταση της μητρικής επιχείρησης» (απόφαση Somafer, σκέψη 12).
—
Δεύτερον, όπως αναφέρει στις παρατηρήσεις της η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, επιδιώκει μια προσέγγιση μεταξύ της καταστάσεως που μόλις περιέγραψα και της αρχικής περιπτώσεως που ορίζεται στο άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως και αφορά την απονομή δικαιοδοσίας στο δικαστήριο της κατοικίας του εναγομένου. Συγκεκριμένα, για μορφές αντιπροσωπεύσεως όπως αυτές που απαριθμούνται στο άρθρο 5, αριθ. 5 — οντότητες χωρίς νομική προσωπικότητα — ο καθορισμός αυτός του αρμοδίου δικαστηρίου σε σχέση με την κατοικία των ενδιαφερομένων ελλείπει εξ ορισμού.
Επομένως, κατά τη γνώμη μου, το άρθρο 5, αριθ. 5, πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με το σαφές γράμμα του, το οποίο δεν περιέχει κανένα γεωγραφικό περιορισμό.
Συμπέρασμα
19.
Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα:
«Η έννοια “διαφορές σχετικά με την εκμετάλλευση υποκαταστήματος, πρακτορείου ή κάθε άλλης εγκαταστάσεως (...)” του άρθρου 5, αριθ. 5, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, δεν προϋποθέτει ότι οι επίμαχες υποχρεώσεις που ανέλαβε το υποκατάστημα, επ' ονόματι της μητρικής εταιρίας, πρέπει να εκπληρωθούν εντός του συμβαλλομένου κράτους όπου είναι εγκατεστημένο το υποκατάστημα.»
( *1 ) Γλώσαα του πρωτοτύπου:η δανική.
( 1 ) Συλλογή τόμος 1978, ο. 653.
( 2 ) Βλ. Gothot και Holeaux: la Convention de Bruxelles, 1985, σ. 56. Dicey και Morris: On the Conflict of Laws, Λονδίνο, 1987, σ. 348. Βλ. επιπλέον: Η. Tebbens: Compétence judiciaire et exécution des jugements en Europe, Bultcrworths, 3993, o. 99.
( 3 ) Απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1987, Συλλογή 1987, σ. 4905.
( 4 ) Βλ. επιπλέον τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Darmon στην υπόθεση C-89/91, Shearson Lehman Hulton, επί της οποίας εκδόθηκε απόφαση στις 19 Ιανουαρίου 1993 (Συλλογή 1993, σ. Ι-139).
( 5 ) Απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1987, Συλλογή 1987, σ. 4905.
( 6 ) Απόφαση της 18ης Μαρτίου 1981, Συλλογή 1981, σ. 891.
( 7 ) Βλ., για παοάδειγμα, απόφαση τη; 27ης Σεπιεμβηίου 1988, 189/87, Καλφέλης (Συλλογή 1988, σ. 5565, οκέψη 19). Απόφαση τη; 17ης Ιουνίου 1992, C-26/91, Handle (Συλλογή 1992, σ. I-3967, σκέψη 14).
( 8 ) Απόφαση της 18ης Μαρτίου 1981, Συλλογή 1981, σ. 819.
( 9 ) Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα, σ. 835/836.
( 10 ) Συλλογή 1987, σ. 4905, βλ. υποσημείωση 2.
( 11 ) Βλ. σημείο 7 των παρουσών προτάσεων.
( 12 ) Στην απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1976 στην υπόθεση 144/76, De Bloos (Συλλογή τόμος 1976, σ. 553), το άρθρο 5, αριθ. 5, δεν εφαρμόστηκε για άλλους λόγους και, επομένως, το ερώτημα δεν τέθηκε.
( 13 ) Βλ. σημείο 8 των παρουσών προτάσεων.
( 14 ) Το κείμενο των διατάξεων αυτών έχει ως εξής:
Άρθρο 8, δεύτερο εδάφιο: «Όταν ο ασφαλιστής δεν έχει κατοικία στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους, αλλά διαθέτει υποκατάστημα, πρακτορείο ή οποιαδήποτε άλλη εγκατάσταση σε συμβαλλόμενο κράτος, θεωρείται, για διαφορές σχετικές με την εκμετάλλευσή τους, ότι έχει την κατοικία του στο έδαφος του κράτους αυτού.»
Αρθρο 13, δεύτερο εδάφιο: «Όταν ο αντισυμβαλλόμενος του καταναλωτή δεν έχει κατοικία στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους, αλλά διαθέτει υποκατάστημα, πρακτορείο ή εγκατάσταση σε συμβαλλόμενο κράτος, θεωρείται, ως προς τις διαφορές τις σχετικές με την εκμετάλλευση τους, ότι έχει την κατοικία του στο έδαφος του κράτους αυτού.»
Full & Egal Universal Law Academy