Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1 Με τα προδικαστικά ερωτήματα που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, το Πρωτοδικείο Αθηνών ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει ορισμένες διατάξεις της οδηγίας 77/91/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιριών, κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων, με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες όσον αφορά τη σύσταση της ανωνύμου εταιρίας και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου της (1) (στο εξής: δεύτερη οδηγία).
Το ελληνικό δικαστήριο διερωτάται, ειδικότερα, αν συμβιβάζεται η εθνική νομοθεσία περί εξυγιάνσεως των πιστωτικών ιδρυμάτων με τα άρθρα 25, παράγραφος 1 (αποκλειστική αρμοδιότητα της γενικής συνελεύσεως των μετόχων για τη μεταβολή του μετοχικού κεφαλαίου), και 29, παράγραφος 3 (τρόπος ανακοινώσεως στους μετόχους της προσκλήσεως προς άσκηση του δικαιώματος προτιμήσεως επί νέων μετοχών), της δεύτερης οδηγίας.
Τα πραγματικά περιστατικά και το εθνικό νομικό πλαίσιο
2 Στην Ελλάδα, οι τράπεζες συνιστώνται υποχρεωτικά υπό μορφή ανώνυμης εταιρίας και υπόκεινται, ως εκ τούτου, στο γενικό καθεστώς των ανωνύμων εταιριών, πέρα από ορισμένες ειδικές διατάξεις που ισχύουν για τα πιστωτικά ιδρύματα (2).
Υπό ομαλές συνθήκες, το μοναδικό όργανο που έχει την εξουσία να τροποποιεί το καταστατικό και το κεφάλαιο είναι η γενική συνέλευση των μετόχων.
3 Σε ορισμένες προβλεπόμενες από τον νόμο περιπτώσεις, οι τράπεζες δύνανται να τεθούν υπό καθεστώς διαρκούς επιτροπείας. Αυτό μπορεί να συμβεί, ειδικότερα, όταν η τράπεζα αδυνατεί ή αρνείται να αυξήσει το μετοχικό κεφάλαιο· όταν παρακωλύει τον έλεγχο τον οποίον ασκεί επ' αυτής η Νομισματική Επιτροπή· ή όταν παραβαίνει οποιαδήποτε διάταξη εκδοθείσα από αυτήν την τελευταία.
Στις περιπτώσεις αυτές, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος δύναται, εξ άλλου, εφόσον το κρίνει αναγκαίο και επείγον προς συντήρηση των συμφερόντων του Δημοσίου, της τράπεζας και των τρίτων, αλλά και προς αποφυγή δυσμενών επιπτώσεων επί της χρηματαγοράς ή της οικονομίας εν γένει, να διορίσει προσωρινό επίτροπο.
Από του διορισμού, ο οποίος κυρώνεται διά νόμου, περιέρχονται αυτοδικαίως στον προσωρινό επίτροπο όλες οι εξουσίες και αρμοδιότητες των καταστατικών οργάνων, περιλαμβανομένης και της γενικής συνελεύσεως, περί τη διοίκηση της εταιρίας.
4 Μετά τα επίδικα πραγματικά περιστατικά, η ελληνική νομοθεσία τροποποιήθηκε με τον νόμο 2114/93, το άρθρο 3 του οποίου κατήργησε τις διατάξεις που επέτρεπαν τον διορισμό προσωρινών επιτρόπων στα πιστωτικά ιδρύματα.
Όπως προκύπτει, σχετικώς, από ανακοίνωση της Επιτροπής για τον Τύπο της 6ης Απριλίου 1993, που είναι συνημμένη στις παρατηρήσεις των εναγόντων της κύριας δίκης, οι τροποποιήσεις της εν λόγω ρυθμίσεως επήλθαν κατόπιν της κινήσεως κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας διαδικασίας λόγω παραβάσεως (91/711-A) του άρθρου 25 της δεύτερης οδηγίας. Με την ανακοίνωσή της, η Επιτροπή πληροφορεί ότι έθεσε στο αρχείο τη διαδικασία, αφού έλαβε γνώση των τροποποιήσεων που είχαν επέλθει στην ελληνική νομοθεσία, αλλά και της δεσμεύσεως που ρητά ανέλαβαν οι ελληνικές αρχές ότι θα συμμορφώνονται προς το άρθρο 25 της δεύτερης οδηγίας και όσον αφορά τις τραπεζικές εταιρίες.
5 Το 1984, κατ' εφαρμογήν της συζητούμενης σήμερα νομοθεσίας, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος έθεσε την Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδος (στο εξής: ΤΚΕ) υπό καθεστώς προσωρινής επιτροπείας. Τότε, το κεφάλαιο της ΤΚΕ ανερχόταν σε 670 000 000 δραχμές.
Στις 29 Ιουλίου 1986, κληθείς προς τούτο από τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ο τότε προσωρινός επίτροπος αποφάσισε να αυξήσει το μετοχικό κεφάλαιο σε 1 700 000 000 δραχμές, τροποποιώντας ταυτόχρονα τη σχετική διάταξη του καταστατικού της εταιρίας (άρθρο 6). Από τη δικογραφία δεν προκύπτει με σαφήνεια ο τρόπος υλοποιήσεως αυτής της αυξήσεως. Εκείνο που είναι βέβαιο - και πάντως μη αμφισβητούμενο μεταξύ των διαδίκων - είναι ότι η απόφαση ελήφθη άσχετα, αν όχι αντίθετα, προς ρητώς δηλωθείσα βούληση των μετόχων.
6 Οι τελευταίοι εκλήθησαν, με ανακοίνωση που δημοσιεύτηκε σε δύο εφημερίδες των Αθηνών, να ασκήσουν το δικαίωμα προτιμήσεως που είχαν επί των νεοεκδοθεισών μετοχών εντός προθεσμίας τριάντα ημερών.
Η προθεσμία αυτή, όμως, παρήλθε, χωρίς να ασκήσουν το δικαίωμά τους οι περισσότεροι από τους μετόχους (3)· ως εκ τούτου, το σύνολο σχεδόν των νέων μετοχών διατέθηκε στην αγορά και προσφέρθηκε σε νέους μετόχους.
7 Τον Νοέμβριο του 1986, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος έθεσε τέρμα στο καθεστώς προσωρινής επιτροπείας και υπέβαλε την ΤΚΕ σε διαρκή επιτροπεία. Η γενική συνέλευση των μετόχων, συγκληθείσα σύμφωνα με τη νέα κατανομή των μετοχών, αποφάσισε άλλες τρεις αυξήσεις κεφαλαίου το 1987 (1 500 000 000 δρχ), το 1989 (125 000 000 δρχ) και το 1990 (1 281 250 000 δρχ). Εν τω μεταξύ, ο νόμος 1682, της 16ης Φεβρουαρίου 1987, εκύρωσε τους διορισμούς των διαφόρων προσωρινών επιτρόπων που είχαν καθοδηγήσει διαδοχικά την εταιρία, καθώς και την πρώτη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου.
Επί του παρόντος, σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσαν οι ενάγοντες και που δεν αμφισβητήθηκαν από τους εναγομένους, το 53 % του συνόλου των μετοχών με δικαίωμα ψήφου της ΤΚΕ κατέχει η Αγροτική Τράπεζα, εναγομένη της κύριας δίκης, το κεφάλαιο της οποίας κατέχει εξ ολοκλήρου το Ελληνικό Δημόσιο.
8 Οι ενάγοντες της κύριας δίκης είναι μέτοχοι της ΤΚΕ και ήσαν ήδη όταν ο προσωρινός επίτροπος αποφάσισε την πρώτη αύξηση του κεφαλαίου. Θεωρώντας ότι η αύξηση αυτή συνιστούσε σφετερισμό των εξουσιών της γενικής συνελεύσεως και, επομένως, παραβίαση των δικαιωμάτων των μετόχων τα οποία εγγυάται η δεύτερη οδηγία, προσέβαλαν τη σχετική απόφαση του επιτρόπου ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ζητώντας την ακύρωσή της.
Ειδικότερα, οι ενάγοντες επικαλούνται παράβαση του άρθρου 25, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας, κατά την οποία «κάθε αύξηση του κεφαλαίου πρέπει να αποφασίζεται από τη γενική συνέλευση», και του άρθρου 29, παράγραφος 3, της ίδιας οδηγίας, που ορίζει ότι η προσφορά προτιμησιακής αναλήψεως μετοχών και η προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να ασκηθεί το δικαίωμα αυτό πρέπει να δημοσιεύεται στο εθνικό δελτίο που ορίζεται σύμφωνα με την οδηγία 68/151/ΕΟΚ (4) ή, σε περίπτωση που οι μετοχές είναι ονομαστικές και εφόσον το προβλέπει η εθνική νομοθεσία, με γραπτή ενημέρωση όλων των μετόχων.
Τα προδικαστικά ερωτήματα
9 Στο πλαίσιο αυτής της διαφοράς το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα τρία προδικαστικά ερωτήματα που μας απασχολούν σήμερα.
Με το πρώτο, ζητεί να προσδιοριστεί το πεδίο εφαρμογής της δεύτερης οδηγίας, και ειδικότερα των άρθρων της 25 και 29, για να διαπιστωθεί αν εμπίπτουν σ' αυτό οι ανώνυμες εταιρίες που ασκούν τραπεζικές εργασίες.
Με το δεύτερο, το εθνικό δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν οι παρατεθείσες διατάξεις της δεύτερης οδηγίας «είναι ασυμβίβαστες με τις αντίθετες διατάξεις» της ειδικής ελληνικής νομοθεσίας περί εξυγιάνσεως των τραπεζικών εταιριών, «ώστε να κωλύεται η εφαρμογή τους». Με άλλα λόγια, το εθνικό δικαστήριο, αναγνωρίζοντας ότι, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, η ελληνική νομοθεσία θα είναι ασυμβίβαστη προς τη δεύτερη οδηγία, ερωτά αν είναι, παρ' όλα αυτά, επιτρεπτή η εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας, λόγω της ιδιομορφίας της.
Τέλος, με το τρίτο ερώτημα, το παραπέμπον δικαστήριο ζητεί να προσδιοριστεί αν στην έννοια της «γραπτής ενημερώσεως» των κατόχων ονομαστικών μετοχών κατά το άρθρο 29, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, της δεύτερης οδηγίας εμπίπτει και η δημοσίευση της προσκλήσεως στις ημερήσιες εφημερίδες.
10 Πρέπει να επισημανθεί, περαιτέρω, ότι, όπως ρητώς προκύπτει από τη απόφαση παραπομπής, το εθνικό δικαστήριο επεφύλαξε την κρίση του επί του βασίμου των ενστάσεων που προέβαλαν οι εναγόμενοι κατά την κύρια δίκη. Μεταξύ αυτών κατονομάζει μόνο την ένσταση εκ του άρθρου 281 του ελληνικού Αστικού Κώδικα (στο εξής: ΑΚ), περί καταχρήσεως δικαιώματος.
Κατά την εν λόγω διάταξη, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Αν η ένσταση αυτή ήθελε κριθεί βάσιμη, αυτό θα σήμαινε ότι - και αν ακόμη αναγνωριζόταν το δικαίωμα των εναγόντων να επικαλεστούν, με αγωγή ακυρώσεως, το παράνομον της αποφάσεως περί αυξήσεως του κεφαλαίου που ελήφθη κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου - η άσκηση του δικαιώματος αυτού θα απαγορευόταν, διότι θα εθεωρείτο από το παραπέμπον δικαστήριο καταχρηστική. Ο καταχρηστικός αυτός χαρακτήρας θα μπορούσε, ουσιαστικά, να θεμελιωθεί στην έλλειψη εννόμου συμφέροντος των εναγόντων, διότι αποτελούν τη μειοψηφία των μετόχων, και μάλιστα μιας εταιρίας υποκειμένης σε ειδικό καθεστώς εξυγιάνσεως· καθώς και στο ότι ενδεχομένως δεν υπέστησαν καμμία βλάβη, ηθική ή περιουσιακή, από την εξυγίανση της εταιρίας, αλλά, αντιθέτως, οφελήθηκαν εξ αυτής.
Διατυπώνοντας την επιφύλαξη αυτή, το εθνικό δικαστήριο διευκρινίζει ότι, κατά τη γνώμη του, χωρεί προβολή της ενστάσεως εκ του άρθρου 281 ΑΚ και προς απόκρουση δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνες του κοινοτικού δικαίου· κηρύσσει δε εαυτό μόνο αρμόδιο να αποφανθεί περί αυτού, ως «δικαστής του κράτους μέλους του οποίου ο διοικούμενος παραπονείται».
Επί του πρώτου και του δευτέρου ερωτήματος
11 Τα δύο πρώτα ερωτήματα συνδέονται, στην πραγματικότητα, στενά μεταξύ τους. Κρίνω, επομένως, σκόπιμο να τα εξετάσω από κοινού.
Το Δικαστήριο είχε ήδη επανειλημμένα την ευκαιρία να αποφανθεί επί της ερμηνείας του άρθρου 25, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας.
12 Με τρεις αποφάσεις Καρέλλα και Καρέλλας (5), Σύνδεσμος Μελών της Ελευθέρας Ευαγγελικής Εκκλησίας κ.λπ. (6) και Kerafina - Keramische- und Finanz-Holding και Βιοκτηματική (7) (τις οποίες αναφέρω εφεξής από κοινού ως «νομολογία Καρέλλα»), το Δικαστήριο ερμήνευσε τη διάταξη αυτή σε συνάρτηση ακριβώς με ελληνική νομοθεσία αφορώσα την εξυγίανση των επιχειρήσεων (8).
Επιληφθέν, κατόπιν προδικαστικής παραπομπής, στο πλαίσιο διαφόρων διαδικασιών τις οποίες είχαν κινήσει μέτοχοι εταιριών των οποίων το κεφάλαιο είχε αυξηθεί διά διοικητικής αποφάσεως, το Δικαστήριο, με τις τρεις προπαρατιθέμενες αποφάσεις, επανέλαβε την απόλυτη ισχύ της αρχής της αποκλειστικής αρμοδιότητας της γενικής συνελεύσεως των μετόχων επί της μεταβολής του μετοχικού κεφαλαίου.
13 Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο αφενός μεν δέχτηκε ότι το άρθρο 25, παράγραφος 1, έχει άμεσο αποτέλεσμα· αφετέρου δε έκρινε ότι το άρθρο αυτό κωλύει την εφαρμογή μιας εθνικής ρυθμίσεως, η οποία, προς εξυγίανση προβληματικών εταιριών, προβλέπει ότι μπορεί να αποφασιστεί με διοικητική πράξη η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, ακόμη και αν αναγνωρίζεται στους μετόχους δικαίωμα προτιμησιακής αναλήψεως των νέων μετοχών.
Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο αποσαφήνισε ότι, ούτε καν βάσει ειδικής ρυθμίσεως σκοπούσης στην εξυγίανση της εταιρίας, η γενική συνέλευση των μετόχων δεν μπορεί να στερηθεί της κατ' εξοχήν «εγγενούς» και αναπαλλοτρίωτης εξουσίας της, που είναι να μεταβάλλει το ύψος του κεφαλαίου, δηλαδή της περιουσίας της εταιρίας και, ταυτόχρονα, των ίδιων των μετόχων.
14 Στην παρούσα διαδικασία τίθενται εκ νέου τα ίδια προβλήματα, από τα οποία ορμήθηκε η νομολογία Καρέλλα. Κατά συνέπεια, οι αρχές τις οποίες δέχτηκε με τη νομολογία εκείνη το Δικαστήριο δεν μπορούν να μην εφαρμοστούν και στην υπόθεση που μας απασχολεί σήμερα.
Δεν ευσταθεί η παρατήρηση ότι οι διατάξεις της δεύτερης οδηγίας, και ειδικότερα τα άρθρα 25, παράγραφος 1, και 29, παράγραφος 3, δεν έχουν εφαρμογή επί τραπεζών. Προεβλήθη, ειδικότερα, η αντίρρηση ότι η εξυγίανση τέτοιων προβληματικών εταιριών συνιστά σκοπό γενικού συμφέροντος, που αποβλέπει στην προστασία αφενός μεν των καταθετών που αποταμιεύουν κεφάλαια στον προβληματικό πιστωτικό οργανισμό, αφετέρου δε της ισορροπίας και συνοχής του όλου συστήματος διαχειρίσεως της δημοσίας αποταμιεύσεως· και ότι, επομένως, μια εθνική ρύθμιση που σκοπεί στην αποφυγή, κατά το μέτρο του δυνατού, της εκκαθαρίσεως των τραπεζών δεν πρέπει να αξιολογηθεί υπό το πρίσμα της εφαρμογής της δεύτερης οδηγίας. Περαιτέρω, η εν λόγω νομοθεσία, κατά το μέτρο που αφορά ειδικά τις τράπεζες, είναι «ειδική» έναντι της - εθνικής και κοινοτικής - νομοθεσίας περί εταιριών και, άρα, κατισχύει της τελευταίας σε περίπτωση συγκρούσεως.
Τούτο - υποστηρίζουν - επιβεβαιώνει η πρόταση οδηγίας που υποβλήθηκε στο Συμβούλιο, σχετικά με την εξυγίανση και εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων (9), η οποία ρητώς επιτρέπει την εφαρμογή της επίδικης εθνικής νομοθεσίας.
15 Στις παραπάνω παρατηρήσεις αρκεί να δοθεί, για άλλη μια φορά, η απάντηση ότι η δεύτερη οδηγία, που εκδόθηκε για να εξασφαλίσει ένα minimum ισοδύναμης προστασίας τόσο των μετόχων όσο και των πιστωτών των εταιριών (10), ορίζει κατά τρόπο μη διφορούμενο τα πρόσωπα επί των οποίων έχει εφαρμογή.
Όπως ρητώς συνάγεται από τον τίτλο της, αλλά και από το άρθρο 1, η δεύτερη οδηγία εφαρμόζεται επί των εταιριών, κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, που έχουν συσταθεί υπό μορφή ανώνυμης εταιρίας (11). Το κριτήριο το οποίο δέχτηκε ο νομοθέτης για να ορίσει το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας είναι, δηλαδή, το της νομικής μορφής της εταιρίας, ενώ δεν ασκεί καμμία επιρροή, πλην αντιθέτου μνείας σε συγκεκριμένες ειδικές διατάξεις, η δραστηριότητα που ασκεί ή προτίθεται να ασκήσει αυτή.
Η μόνη επιτρεπόμενη εξαίρεση περιέχεται στην ίδια οδηγία, και συγκεκριμένα στο άρθρο 1, παράγραφος 2, κατά το οποίο τα κράτη μέλη μπορούν να μην εφαρμόζουν την οδηγία στις εταιρίες επενδύσεων με μεταβλητό κεφάλαιο και στους συνεταιρισμούς. Πρόκειται όμως για παρέκκλιση αφορώσα δύο σαφώς οροθετούμενες περιπτώσεις και, επομένως, δεν επιτρέπεται στον εθνικό νομοθέτη να προβλέψει και άλλες.
16 Περαιτέρω, η ίδια οδηγία λαμβάνει ρητώς υπόψη τις ιδιομορφίες των τραπεζικών εργασιών, προβλέποντας ότι ορισμένες διατάξεις μπορούν να μην εφαρμόζονται επί τραπεζών και άλλων πιστωτικών οργανισμών, έστω και αν αυτοί είναι συνεστημένοι υπό μορφή ανώνυμης εταιρίας (12).
Υπάρχουν, δηλαδή, στην οδηγία ορισμένες εξαιρέσεις, ειδικές και οροθετούμενες, που αφορούν τις τράπεζες. Οι εξαιρέσεις αυτές δείχνουν - ή μάλλον προϋποθέτουν - ότι η οδηγία εφαρμόζεται, κατά τα λοιπά, επί των τραπεζών όπως και εφ' όλων των άλλων ανωνύμων εταιριών.
17 Και, πάντως, δεν θεωρώ ότι συντρέχουν λόγοι για να οριστεί το πεδίο εφαρμογής της δεύτερης οδηγίας διαφορετικά ή αντίθετα απ' ό,τι σαφώς προκύπτει από το γράμμα της και από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
Η ιδιομορφία της ελληνικής ρυθμίσεως αποτελεί ένα επιχείρημα που ήδη ανεπιτυχώς προβλήθηκε στις προηγούμενες διαδικασίες. Αρκεί να υπομνησθεί σχετικώς ότι, όπως επεσήμανα ήδη στις προτάσεις μου επί των υποθέσεων Καρέλλα και Σύνδεσμος Μελών της Ελευθέρας Ευαγγελικής Εκκλησίας (13) και όπως ρητώς επιβεβαίωσε το Δικαστήριο, τυχόν αποδοχή της υπάρξεως κάποιας γενικής επιφυλάξεως αρμοδιότητας υπέρ του εθνικού νομοθέτη σε περίπτωση εξαιρετικών καταστάσεων, πέραν των ρητών διατάξεων της Συνθήκης και της δεύτερης οδηγίας, θα έπληττε τον υποχρεωτικό χαρακτήρα και την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου (14).
Από την άλλη πλευρά - επαναλαμβάνω - ο κοινοτικός νομοθέτης έλαβε δεόντως υπόψη, στην οδηγία, τις ειδικές ανάγκες των τραπεζών, προβλέποντας, όπου το έκρινε αναγκαίο, ορισμένες ειδικές διατάξεις εφαρμοστέες επ' αυτών. Όταν δε ορίζονται ρητές παρεκκλίσεις, δεν μπορεί βέβαια να προβλέψει άλλες ο κοινοτικός δικαστής· ούτε, φυσικά, ο εθνικός νομοθέτης.
18 Ούτε οι θεωρήσεις περί της ανάγκης προστασίας των συμφερόντων των καταθετών και, γενικότερα, της ισορροπίας του συστήματος της αποταμιεύσεως του κοινού ασκούν, κατά την άποψή μου, επιρροή.
Οι επιταγές αυτές μπορούν κάλλιστα και εξ ίσου να προστατευθούν μέσω εναλλακτικών μέτρων, όπως, π.χ., η δημιουργία ενός γενικευμένου συστήματος εγγυήσεως των καταθέσεων, που να επιδιώκουν το ίδιο αποτέλεσμα, χωρίς ωστόσο να παρεμβάλλουν εμπόδια στην υλοποίηση των σκοπών της δεύτερης οδηγίας. Το ότι τέτοια μέτρα δεν υφίσταντο στην Ελλάδα κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν δικαιολογεί προσβολή της αρχής την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 25 της δεύτερης οδηγίας.
19 Όσο για την κοινοτική νομοθεσία τη σχετική με τον τραπεζικό τομέα, αυτή επιδιώκει σκοπούς διαφορετικούς απ' ό,τι η δεύτερη οδηγία. Πρόκειται, ως επί το πλείστον, για οδηγίες που σκοπούν στην υλοποίηση και συμπλήρωση του δικαιώματος εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τραπεζικό τομέα, με ειδικές διατάξεις εφαρμοζόμενες επί των τραπεζών.
Καμμία απ' αυτές, εν πάση περιπτώσει, δεν κωλύει την εφαρμογή του άρθρου 25 της δεύτερης οδηγίας. Ακόμη και οι πολυάριθμες διατάξεις περί εποπτείας, που απονέμουν μάλιστα, σε διάφορες περιπτώσεις, στις αρμόδιες αρχές την εξουσία να αξιώνουν από έναν πιστωτικό οργανισμό να προσαρμόσει εντός ορισμένης προθεσμίας μια περιουσιακή κατάσταση που έχει καταστεί παρωχημένη, επί ποινή ανακλήσεως της αδείας ασκήσεως της δραστηριότητας, αφήνουν άθικτη την αρμοδιότητα των οργάνων του εν λόγω οργανισμού να αποφασίζουν αυτά τα ίδια τη λήψη των καταλλήλων μέτρων (15). Δεν τίθεται, επομένως, καθ' όσον ενδιαφέρει εδώ, κανένα πρόβλημα συγκρούσεως μεταξύ κοινοτικών κανόνων.
20 Όσον αφορά, τέλος, την πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου περί εξυγιάνσεως των τραπεζών, την οποία επίσης επικαλέστηκαν οι εναγόμενοι, αρκεί να επισημανθεί ότι, στο παρόν στάδιο, η πρόταση αυτή δεν αποτελεί μέρος του corpus των ισχυόντων κανόνων κειμένου δικαίου.
21 Οι εναγόμενοι της κύριας δίκης υποστηρίζουν, εξ άλλου, ότι, και αν ακόμη το Δικαστήριο έκρινε τη δεύτερη οδηγία εφαρμοστέα επί των τραπεζών, η νομολογία Καρέλλα δεν θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, λόγω μιας βασικής ιδιορρυθμίας της επίδικης νομοθεσίας. Συγκεκριμένα, σε αντίθεση προς τη ρύθμιση που ήταν υπό κρίση στις υποθέσεις Καρέλλα, η ρύθμιση περί εξυγιάνσεως των τραπεζών προβλέπει ότι, άπαξ διορίζεται προσωρινός επίτροπος, παύουν όλες οι εξουσίες των καταστατικών οργάνων, πράγμα που, κατά τη γνώμη των εναγόντων, σημαίνει ότι, ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό της, η διαδικασία εξυγιάνσεως προσομοιάζει μάλλον προς την εκκαθάριση παρά προς την αναδιοργάνωση της υπό αναγκαστική διαχείριση εταιρίας. Εν πάση δε περιπτώσει, ελλείπει μία από τις προϋποθέσεις που έχει ορίσει το Δικαστήριο για την εφαρμογή της δεύτερης οδηγίας, ότι δηλαδή η εταιρία πρέπει να εξακολουθεί να υφίσταται με τη δική της δομή (16).
Ούτε αυτό το επιχείρημα μου φαίνεται πειστικό. Δεν αντιλαμβάνομαι, πράγματι, πώς μπορεί λογικά να υποστηριχτεί ότι μια εταιρία που υπόκειται σε καθεστώς αναγκαστικής διαχειρίσεως βάσει της υπό εξέταση νομοθεσίας έχει παύσει να υφίσταται.
Αντιθέτως, μου φαίνεται ότι ο επιδιωκόμενος από το καθεστώς αυτό σκοπός είναι ακριβώς η επιβίωση, κατόπιν εξυγιάνσεως, της υπό αναγκαστική διαχείριση εταιρίας· εν πάση δε περιπτώσει, τα καταστατικά όργανα ασφαλώς εξακολουθούν να υφίστανται, όσο διαρκεί το καθεστώς αναγκαστικής διαχειρίσεως, έστω και αν στερούνται πάσης διαχειριστικής εξουσίας. Όσον αφορά δε τη γενική συνέλευση των μετόχων, αυτή διατηρεί το εκ του άρθρου 25 της δεύτερης οδηγίας δικαίωμα· εάν ίσχυε το αντίθετο, θα έπρεπε να αποδειχθεί, πράγμα που εν προκειμένω δεν έγινε.
22 Εν συμπεράσματι, οι προεκτεθείσες σκέψεις με ωθούν να προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα δύο πρώτα ερωτήματα σύμφωνα με τις παγιωθείσες ήδη αρχές της νομολογίας Καρέλλα, επιβεβαιώνοντας ότι το άρθρο 25 της δεύτερης οδηγίας κωλύει την εφαρμογή μιας ειδικής εθνικής νομοθεσίας που, προς εξασφάλιση της εξυγιάνσεως των τραπεζών που έχουν συσταθεί υπό μορφή ανώνυμης εταιρίας και βρίσκονται σε κατάσταση κρίσεως, προβλέπει τη δυνατότητα αυξήσεως του κεφαλαίου τους διά της διοικητικής οδού, ασχέτως προς τη βούληση των μετόχων.
Επί του τρίτου ερωτήματος
23 Τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξα στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα καθιστούν περιττή την απάντηση στο τρίτο, τουλάχιστον σε σχέση με την υπόθεση που μας αφορά σήμερα. Θα εξετάσω, επομένως, απλώς και μόνον χάριν πληρότητας ή για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα αποφάσιζε να μεταβάλει τις αρχές που το ίδιο έχει θέσει με την προηγούμενη νομολογία του, και πάντως εν συντομία, το άρθρο 29, παράγραφος 3, της δεύτερης οδηγίας, στο πλαίσιο του ερωτήματος που έχει υποβάλει το αιτούν δικαστήριο.
Όπως ελέχθη ανωτέρω, η διάταξη αυτή αφορά τον τρόπο προσκλήσεως των παλαιών μετόχων προς άσκηση του δικαιώματος προτιμησιακής αναλήψεως νέων μετοχών· εφόσον πρόκειται για ονομαστικές μετοχές, ο εθνικός νομοθέτης μπορεί να ορίσει ότι η πρόσκληση αυτή θα γίνεται μέσω γραπτής ενημερώσεως όλων των μετόχων.
24 Σκοπός της διατάξεως αυτής είναι να εξασφαλιστεί ότι, και χωρίς δημοσίευση στο επισήμως ορισθέν εθνικό δελτίο (17), όλοι οι μέτοχοι θα ενημερώνονται προσηκόντως για τις προθεσμίες και τους τρόπους ασκήσεως του δικαιώματός τους προτιμησιακής αναλήψεως.
Η μνημονευόμενη στο άρθρο 29, παράγραφος 3, «γραπτή ενημέρωση» πρέπει, επομένως, να νοηθεί, κατά την άποψή μου, ως ανακοίνωση την οποία τα όργανα διοικήσεως της εταιρίας πρέπει να αποστέλλουν εγγράφως, ονομαστικώς και ατομικώς, σε κάθε κάτοχο ονομαστικών μετοχών. Δεν νομίζω δηλαδή ότι η δημοσίευση της προσκλήσεως προς ανάληψη μετοχών σε δύο ημερήσιες εφημερίδες μπορεί να ισχύσει ως εναλλακτική μορφή ανακοινώσεως, διότι δεν εξασφαλίζει με βεβαιότητα το ίδιο αποτέλεσμα.
25 Οι εναγόμενοι αμφισβήτησαν επίσης το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 29, παράγραφος 3, ως προς την παρούσα διαδικασία. Καίτοι παραδέχονται ότι η διάταξη αυτή είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή, ακριβή και ανεπιφύλακτο, αρνούνται ότι χωρεί επίκληση αυτής έναντι της ΤΚΕ, η οποία κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν ιδιωτική τράπεζα. Αν γινόταν δεκτό το αντίθετο, θα αποδιδόταν στη δεύτερη οδηγία το οριζόντιο άμεσο αποτέλεσμα, το οποίο το Δικαστήριο ουδέποτε μέχρι τώρα έχει αναγνωρίσει.
Συναφώς, αρκεί να σημειωθεί ότι η πράξη την οποία προσβάλλουν ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου οι ενάγοντες είναι διοικητική πράξη, εκδοθείσα από προσωρινό επίτροπο, τον οποίο διόρισε ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος και του οποίου ο διορισμός και τα πεπραγμένα υπόκεινται σε επικύρωση (και κυρώθηκαν πράγματι) διά νόμου. Είναι, άρα, προφανές ότι πρόκειται για υποκείμενο δικαίου στο οποίο «έχει ανατεθεί, δυνάμει πράξεως της δημοσίας αρχής, η παροχή υπηρεσίας δημοσίου συμφέροντος υπό την εποπτεία της αρχής αυτής» και το οποίο έχει προς τούτο εξαιρετικές εξουσίες, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (18). Επομένως, οι ενάγοντες μπορούσαν κάλλιστα να επικαλεστούν το άρθρο 29, παράγραφος 3, της δεύτερης οδηγίας για να εναντιωθούν σε μια πράξη που εκδόθηκε κατ' αντίθεση προς την οριζόμενη στο άρθρο αυτό διαδικασία.
Περί της καταχρήσεως δικαιώματος
26 Όπως ελέχθη, από την απόφαση παραπομπής προκύπτει ότι, κατά την κύρια δίκη, προβλήθηκε ένσταση στηριζόμενη στη φερόμενη καταχρηστική εκ μέρους των εναγόντων άσκηση του δικαιώματος. Έστω και αν δεν αποτελεί αντικείμενο ρητού ερωτήματος, το ζήτημα προκύπτει σαφώς από την απόφαση παραπομπής και υπάρχει κίνδυνος να αποβεί καθοριστικό για την έκβαση της δίκης.
Συγκεκριμένα, το εθνικό δικαστήριο δηλώνει ρητά ότι επιφυλάσσει την κρίση του επί του βασίμου της εν λόγω ενστάσεως, που στηρίζεται στο άρθρο 281 του ελληνικού ΑΚ (19). Διευκρινίζει ότι η διάταξη αυτή, βάσει της οποίας η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να απαγορευτεί αν κριθεί καταχρηστική, μπορεί να προβληθεί και για να αδρανοποιήσει την άσκηση ενός δικαιώματος απονεμομένου από το κοινοτικό δίκαιο· κηρύσσει δε εαυτό μόνο αρμόδιο να αποφανθεί περί του ζητήματος αυτού.
Για να καταστεί ανενεργό το εκ του άρθρου 25 της δεύτερης οδηγίας δικαίωμα, θα αρκούσε δηλαδή να διαπιστώσει το εθνικό δικαστήριο ότι οι ενάγοντες δεν είχαν έννομο συμφέρον προς ακύρωση της πράξεως, διότι αποτελούν τη μειοψηφία των μετόχων και διότι δεν υπέστησαν από την εξυγίανση καμμία βλάβη, αλλά, αντιθέτως, ωφελήθηκαν εξ αυτής (20).
27 Το ζήτημα μου φαίνεται σοβαρό. Γι' αυτό και μόνο νομίζω ότι είναι αναπόφευκτο να λάβει επ' αυτού θέση το Δικαστήριο, διότι διακυβεύεται, σε τελική ανάλυση, η υπεροχή του κοινοτικού έναντι του εσωτερικού δικαίου, καθώς και η πρακτική αποτελεσματικότητα των εκδιδομένων από το Δικαστήριο προδικαστικών αποφάσεων.
Υπάρχει, πράγματι, ο κίνδυνος μια ερμηνευτική απόφαση, με την οποία το Δικαστήριο διευκρινίζει το περιεχόμενο των δικαιωμάτων τα οποία μια - εφοδιασμένη με άμεσο αποτέλεσμα - κοινοτική διάταξη απονέμει απευθείας στους ιδιώτες, να εξουδετερωθεί από τον ίδιο τον δικαστή ο οποίος ήγειρε το προδικαστικό ερώτημα, βάσει μιας αρχής εθνικού ουσιαστικού δικαίου που αντιτάσσεται σ' αυτήν.
Αυτό ακριβώς συνέβη άλλωστε σε σχέση με την προμνησθείσα απόφαση Kerafina. Το παραπέμψαν δικαστήριο, δηλαδή, μετά την απόφαση του Δικαστηρίου, έκρινε νόμω βάσιμη την ένσταση των εφεσιβλήτων εκ του άρθρου 281 του ελληνικού ΑΚ και διέταξε τη διεξαγωγή αποδείξεων για να πιστοποιήσει το ουσία βάσιμό της (21).
28 Τίθεται, άρα, το πρόβλημα να κριθεί εάν και κατά πόσον το εθνικό δικαστήριο δύναται, χωρίς να προσβάλλει τις προ ολίγου μνημονευθείσες κοινοτικές αρχές, να εφαρμόζει μια εθνική διάταξη για να αποφαίνεται ότι ένα απονεμόμενο από το κοινοτικό δίκαιο δικαίωμα ασκείται καταχρηστικώς.
Συναφώς, πρέπει κατ' αρχάς να επισημανθεί ότι η καταχρηστική εκ μέρους του δικαιούχου του άσκηση δικαιώματος μπορεί να αποδοκιμάζεται - έστω και με διαφορετικές συνέπειες και υπό διαφορετικές ενίοτε περιστάσεις - σε όλα σχεδόν τα κράτη μέλη. Ελλείψει κοινοτικής ρυθμίσεως του θεσμού αυτού, ο εθνικός δικαστής μπορεί, επομένως, να αξιολογήσει αν συντρέχει καταχρηστική άσκηση του οικείου δικαιώματος βάσει της δικής του εννόμου τάξεως (22).
29 Κατά πάγια, όμως, νομολογία, στο Δικαστήριο εναπόκειται, όταν διακυβεύονται δικαιώματα τα οποία διεκδικεί ο ιδιώτης δυνάμει κοινοτικών διατάξεων, να ελέγχει τον βαθμό επάρκειας της προβλεπόμενης από τις εθνικές έννομες τάξεις ένδικης προστασίας (23).
30 Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, εκ πρώτης όψεως, οι ενάγοντες κάθε άλλο παρά επιδιώκουν κατάχρηση του κανόνα, αλλά προσπαθούν απλώς να επιτύχουν τον σεβασμό εκείνου του δικαιώματος που αποτελεί το κύριο αντικείμενο του ίδιου του κανόνα, δηλαδή την άσκηση αποκλειστικής αρμοδιότητας επί των μεταβολών του μετοχικού κεφαλαίου.
Η άποψη ότι οι ενάγοντες άσκησαν καταχρηστικά το δικαίωμά τους, διότι αποτελούσαν τη μειοψηφία των μετόχων ή διότι ωφελήθηκαν από την εξυγίανση της εταιρίας, φαίνεται προδήλως αβάσιμη. Ο κοινοτικός κανόνας σκοπεί, πράγματι, στην προστασία όλων αδιακρίτως των μετόχων και είναι εφαρμοστέος ασχέτως του αποτελέσματος μιας ενδεχομένης διαδικασίας εξυγιάνσεως. Τυχόν άρνηση προστασίας του κατοχυρουμένου από την εν λόγω διάταξη δικαιώματος για παρόμοιους λόγους θα σήμαινε αποδοκιμασία όχι πλέον της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, αλλ' αυτής ταύτης της ασκήσεώς του, πράγμα, αν μη τι άλλο, παράδοξο.
31 Άλλως θα είχαν τα πράγματα, αν ο εθνικός δικαστής διαπίστωνε όχι απλώς ότι οι ενάγοντες άσκησαν το δικαίωμα, αλλ' ότι το άσκησαν κατά τρόπο για άλλο λόγο καταχρηστικό. Αυτό θα συνέβαινε, αν υποτεθεί, π.χ., ότι οι ίδιοι οι ενάγοντες είχαν - παραδόξως - ζητήσει την αύξηση του κεφαλαίου διά διοικητικής αποφάσεως, για να προσβάλουν στη συνέχεια τη σχετική απόφαση δικαστικώς.
32 Στην προκειμένη περίπτωση, αντιθέτως, όπου είναι αδιαμφισβήτητο ότι οι ενάγοντες υπέστησαν την εριζόμενη αύξηση κεφαλαίου άσχετα από τη βούλησή τους, είναι παράλογο να εμφανίζεται ως καταχρηστικό κάτι που, στην πραγματικότητα, αποτελεί απλή άσκηση εκ μέρους των εναγόντων ενός δικαιώματος του οποίου απολαύουν, κατά το άρθρο 25 της οδηγίας, ως μέτοχοι και καθ' όλη τη διάρκεια της εταιρίας.
Εξ άλλου, και αν ακόμη προσπαθήσω να ιδώ τα πράγματα από το αντίθετο πρίσμα, δεν καταφέρνω να φανταστώ τί άλλο εναλλακτικό τρόπο προστασίας του δικαιώματός τους θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν οι ενάγοντες πέρα από την επίκληση του κανόνα της δεύτερης οδηγίας όταν και όπως το έπραξαν.
33 Είναι, επομένως, σαφές ότι η προβολή της εν λόγω ενστάσεως δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να καθιστά τον ίδιο τον κανόνα κενό περιεχομένου, καθ' όσον κάτι τέτοιο θα ερχόταν σε αντίθεση προς βασικές επιταγές του κοινοτικού νομικού συστήματος. Γι' αυτό και προτείνω στο Δικαστήριο να διευκρινίσει με σαφήνεια ότι ένας κανόνας δικαίου που επιτρέπει στον εθνικό δικαστή να απαγορεύει την άσκηση δικαιώματος απονεμομένου από κανόνα του κοινοτικού δικαίου, χαρακτηρίζοντάς την καταχρηστική, δεν μπορεί να εφαρμοστεί με τη μόνη αιτιολογία ότι ο κάτοχος του εν λόγω δικαιώματος ζήτησε την ένδικη προστασία του, ούτε μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να εφαρμοστεί κατά τρόπον ώστε να καθιστά τον εν λόγω κανόνα κενό περιεχομένου.
34 Με βάση τις προεκτεθείσες παρατηρήσεις, προτείνω, επομένως, να δοθούν οι εξής απαντήσεις στο Πρωτοδικείο Αθηνών:
«Τα άρθρα 25, παράγραφος 1, και 29, παράγραφος 3, της δεύτερης οδηγίας 77/91/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιριών, κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων, με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες όσον αφορά τη σύσταση της ανωνύμου εταιρίας και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου της, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι:
- κωλύουν την εφαρμογή μιας εθνικής ρυθμίσεως που, προς εξασφάλιση της εξυγιάνσεως και συνεχίσεως της δραστηριότητας τραπεζών συνεστημένων υπό μορφή ανώνυμης εταιρίας, οι οποίες τελούν, λόγω υπερχρεώσεως, υπό έκτακτη διαχείριση, επιτρέπει να αποφασίζεται η αύξηση του κεφαλαίου με διοικητική πράξη και χωρίς απόφαση της γενικής συνελεύσεως· δεν μπορεί, εξ άλλου, να χαρακτηριστεί από τον εθνικό δικαστή καταχρηστική η απλή άσκηση εκ μέρους των μετόχων τού απονεμομένου από την κοινοτική οδηγία δικαιώματος, χωρίς να καθιστά τον οικείο κοινοτικό κανόνα κενό περιεχομένου·
- στην έννοια της γραπτής ενημερώσεως των μετόχων, σχετικά με την προσφορά προτιμησιακής αναλήψεως και την προθεσμία ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος, δεν περιλαμβάνεται η δημοσίευση της εν λόγω προσφοράς στις ημερήσιες εφημερίδες.»
(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 230.
(2) - Το νομοθετικό πλαίσιο που περιγράφεται εδώ εν συντομία προκύπτει βασικά από τον συνδυασμό των κάτωθι διατάξεων: νόμος 2190/1920, άρθρα 29 και 31· αναγκαστικός νόμος 1665/1951, άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 3· προεδρικό διάταγμα 861/1975, άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 3, κυρωθέν με τον νόμο 236/1975.
(3) - Αν εξαιρεθεί ένα χαμηλότατο ποσοστό μετόχων, που αντιπροσώπευε, κατά τα λεγόμενα των εναγόντων, το 0,4 % του κεφαλαίου.
(4) - ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 80· η οδηγία αυτή δεν είχε μεταφερθεί στην ελληνική έννομη τάξη κατά τον κρίσιμο χρόνο. Σήμερα, το ορισθέν εθνικό δελτίο είναι η Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας (στο εξής: ΦΕΚ).
(5) - Απόφαση της 30ής Μαου 1991, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-19/90 και C-20/90 (Συλλογή 1991, σ. I-2691).
(6) - Απόφαση της 24ης Μαρτίου 1992, υπόθεση C-381/89 (Συλλογή 1992, σ. I-2111).
(7) - Απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1992, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-134/91 και C-135/91 (Συλλογή 1992, σ. I-5699).
(8) - Νόμος 1386/1983 της 5ης Αυγούστου 1983. Βάσει αυτού, μια ανώνυμη εταιρία εξ ολοκλήρου ανήκουσα στο Δημόσιο (ο «Οργανισμός Ανασυγκροτήσεως Επιχειρήσεων») μπορούσε να αναλάβει τη διοίκηση και τρέχουσα διαχείριση επιχειρήσεων υπό εξυγίανση ή εθνικοποιημένων, κατά την άσκηση δε αυτού του έργου, να αποφασίσει την αύξηση του κεφαλαίου των εταιριών αυτών, κατά παρέκκλιση των διατάξεων που προβλέπουν αποκλειστική αρμοδιότητα της γενικής συνελεύσεως των μετόχων.
(9) - COM(85) 788 τελικό, ΕΕ 1985, C 356, σ. 55.
(10) - Δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, καθώς και αποφάσεις Καρέλλα και Σύνδεσμος Μελών, σκέψεις 25 και 32 αντιστοίχως.
(11) - Κατά το άρθρο 58, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, «ως εταιρίες νοούνται οι εταιρίες αστικού ή εμπορικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των συνεταιρισμών, και [τα άλλα νομικά προσώπα] δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, με εξαίρεση εκείνων που δεν επιδιώκουν κερδοσκοπικό σκοπό».
(12) - Βλ., π.χ., άρθρα 20, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, 23, παράγραφος 2, και 24, παράγραφος 2.
(13) - Παράγραφοι 6 και 4 αντιστοίχως.
(14) - Βλ. ειδικότερα προαναφερθείσες αποφάσεις Καρέλλα και Σύνδεσμος Μελών, σκέψεις 25 έως 28 και 30 έως 33 αντιστοίχως.
(15) - Αναφέρομαι, ειδικότερα, στο άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 5, της δεύτερης οδηγίας 89/646/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος και την τροποποίηση της οδηγίας 77/780/ΕΟΚ (ΕΕ 1989, L 386, σ. 1)· στο άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1989, σχετικά με τον συντελεστή φερεγγυότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ 1989, L 386, σ. 14)· στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 5, της οδηγίας 92/121/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1992, σχετικά με την εποπτεία και τον έλεγχο των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ 1993, L 29, σ. 1)· και στο άρθρο 4, παράγραφοι 1, 2, 3, 4 και 8 της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 1993, για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ 1993, L 141, σ. 1).
(16) - Αποφάσεις Καρέλλα και Σύνδεσμος Μελών, σκέψεις 30 και 28 αντιστοίχως.
(17) - Που - επαναλαμβάνω - κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν είχε ακόμη οριστεί στην Ελλάδα, καθ' όσον η οδηγία 68/151/ΕΟΚ δεν είχε ακόμη μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο (βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 4).
(18) - Βλ., ειδικότερα, απόφαση της 12ης Ιουλίου 1990, υπόθεση C-188/89, Foster (Συλλογή 1990, σ. I-3313, σκέψη 20).
(19) - Το οποίο βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 25 του Συντάγματος της Ελλάδος.
(20) - Φαίνεται επίσης ότι μπορεί να αποδοθεί στους ενάγοντες καταχρηστική άσκηση του απονεμόμενου από την κοινοτική διάταξη δικαιώματος, διότι δεν άσκησαν το δικαίωμα προτιμήσεως επί των μετοχών νέας εκδόσεως όταν έγινε η εριζόμενη αύξηση κεφαλαίου. Εν όψει των απαντήσεων που πρότεινα να δοθούν στα προδικαστικά ερωτήματα και εφόσον το Δικαστήριο δεχτεί τις προτάσεις μου, θεωρώ βέβαιο ότι ένα τέτοιο επιχείρημα θα έχανε κάθε έρεισμα και στο πλαίσιο της κύριας δίκης.
(21) - Βλ. Εφετείο Αθηνών, απόφαση υπ' αριθ. 9337/1992 της 26ης Νοεμβρίου 1992· βλ. επίσης, στην ίδια κατεύθυνση και με σχεδόν ταυτόσημη αιτιολογία, τις αποφάσεις του ίδιου δικαστηρίου υπ' αριθ. 9162/1992 της 19ης Νοεμβρίου 1992 και 464/1993 της 4ης Μαρτίου 1993. Σημειωτέον ότι οι τρεις αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών περιέχουν όλες ρητή αναφορά στη νομολογία Καρέλλα.Ξάριν πληρότητας, πρέπει, τέλος, να διευκρινιστεί ότι ούτε οι αποφάσεις Καρέλλα και Σύνδεσμος Μελών έχουν, μέχρι τώρα, εφαρμοστεί από τα αντίστοιχα παραπέμψαντα δικαστήρια: στη μεν πρώτη, προκύπτει ότι οι διάδικοι παραιτήθηκαν της αιτήσεως μετά την απόφαση του Δικαστηρίου· μετά δε τη δεύτερη δεν φαίνεται, μέχρι στιγμής, να έχει ακολουθήσει απόφαση του εθνικού δικαστηρίου.
(22) - Βλ., συναφώς, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Darmon στην υπόθεση 81/87, Daily Mail (απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, Συλλογή 1988, σ. 5483), με τις οποίες πρότεινε στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η μεταφορά σε άλλο κράτος μέλος της κεντρικής διοικήσεως μιας εταιρίας μπορεί να συνιστά έναν από τους τρόπους ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως, επιφυλασσομένης πάντως της αρμοδιότητας του εθνικού δικαστή να εξετάσει αν, «στη συγκεκριμένη περίπτωση και λαμβανομένης υπόψη της συγκεκριμένης αλληλουχίας, αγγίζει κανείς τα όρια της καταχρήσεως δικαιώματος ή της καταστρατηγήσεως του νόμου και, εν ανάγκη, αν πρέπει να εφαρμοστεί το κοινοτικό δίκαιο» (παράγραφος 9). Ας σημειωθεί ότι το Δικαστήριο, αφού υιοθέτησε διαφορετική ερμηνεία του δικαιώματος εγκαταστάσεως, δεν αποφάνθηκε επί του ζητήματος αυτού.Βλ. επίσης, στην ίδια κατεύθυνση, απόφαση της 3ης Μαρτίου 1993, υπόθεση C-8/92, General Milk Products (Συλλογή 1993, σ. 779), καθώς και τις σχετικές προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Darmon, όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι, για να αποκρουστεί η χορήγηση νομισματικών εξισωτικών ποσών για ορισμένα εισαγόμενα στη Γερμανία εμπορεύματα, θα ήταν αναγκαίο να αποδειχθεί ότι οι εισαγωγείς προετίθεντο να επωφεληθούν καταχρηστικώς του κοινοτικού συστήματος, έκρινε δε αρμόδιο να προβεί στην πιστοποίηση αυτή τον εθνικό δικαστή.
(23) - Μεταξύ των παραδειγμάτων εφαρμογής της αρχής αυτής, πρέπει, κατ' αρχάς, να υπομνησθεί η απόφαση San Giorgio, με την οποία το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι «θα ήταν ασυμβίβαστοι με το κοινοτικό δίκαιο όλοι οι κανόνες περί αποδείξεως που έχουν ως αποτέλεσμα να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δύσκολη την επίτευξη της επιστροφής επιβαρύνσεων που εισπράχθηκαν κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου» (απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983, υπόθεση 199/82, Συλλογή 1983, σ. 3595, σκέψη 14)· στην ίδια κατεύθυνση έχει νομολογήσει άλλωστε επανειλημμένα το Δικαστήριο: επί κυρώσεων προβλεπομένων από το εθνικό δίκαιο προς τιμώρηση της μη τηρήσεως καθιερουμένης με οδηγία αρχής (απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1990, υπόθεση C-177/88, Dekker, Συλλογή 1990, σ. Ι-3941), επί των προβλεπομένων από το εθνικό δίκαιο προθεσμιών παραγραφής της προσφυγής (απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, υπόθεση C-208/90, Emmott, Συλλογή 1991, σ. I-4269), καθώς και επί αναζητήσεως κοινοτικών ενισχύσεων που έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως, η οποία κωλύεται για λόγους δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, υπόθεση C-5/89, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1990, σ. I-3437).
Full & Egal Universal Law Academy