ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
F. G. JACOBS
της 9ης Φεβρουαρίου 1995 ( *1 )
1.
Στην παρούσα υπόθεση το Landessozialgericht für das Saarland ζητεί την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας [όπως κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 ( 1 )].
2.
Η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, Claudine Délavant, έχει τη γαλλική ιθαγένεια και εργάζεται στη Γαλλία, όπου είναι ασφαλισμένη σε ταμείο υγείας (το Caisse primaire d'assurance Maladie του Metz). Είναι παντρεμένη με Γερμανό υπήκοο και κατοικεί με τον σύζυγο της και τα δύο της τέκνα στο Saarbrücken. Ο σύζυγος της Délavant εργάζεται στη Γερμανία και είναι ασφαλισμένος σε ιδιωτικό ασφαλιστικό φορέα. Κατά τη γερμανική νομοθεσία, ο σύζυγος της δεν υπάγεται σε υπό του νόμου προβλεπόμενο ασφαλιστικό ταμείο επειδή το μηνιαίο εισόδημα του υπερβαίνει το ένα δωδέκατο ενός ειδικού ποσού καθοριζομένου υπό του νόμου (του ετήσιου ορίου εισοδήματος).
3.
Το καθού της κύριας δίκης, το Allgemeine Ortskrankenkasse für das Saarland, είναι ένα γερμανικό ταμείο υγείας.
4.
Το 1989 ένα από τα τέκνα της Délavant υποβλήθηκε σε θεραπεία στην κλινική Ερυθρός Σταυρός του Saarbrücken. Η Délavant ζήτησε από το καθού την απόδοση των νοσηλείων. Μετά από αρχική άρνηση του, το καθού ανταποκρίθηκε στο αίτημα αυτό, κατόπιν διοικητικής ενστάσεως, αρνήθηκε όμως να αναγνωρίσει ότι η Délavant και τα μέλη της οικογενείας της δικαιούνται να λαμβάνουν παροχές εις είδος (δηλαδή ιατρική και νοσοκομειακή περίθαλψη, φάρμακα κ.λπ.) ως εάν ήταν ασφαλισμένοι σ' αυτό και ανεξάρτητα από το εισόδημα της προσφεύγουσας και του συζύγου της. Η Délavant προσέβαλε την απορριπτική αυτή απόφαση, χωρίς όμως επιτυχία, ενώπιον του Sozialgericht für das Saarland και κατόπιν άσκησε έφεση ενώπιον του Landessozialgericht für das Saarland.
5.
H Délavant στήριξε την έφεση της στο άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο α', και παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, το οποίο ορίζει τα εξής:
«1.
Ο μισθωτός ή μη μισθωτός που κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος μέλος και καλύπτει τους όρους που απαιτούνται από τη νομοθεσία του αρμόδιου κράτους για να έχει δικαίωμα παροχών, αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον συντρέχει περίπτωση, οι διατάξεις του άρθρου 18, λαμβάνει στο κράτος της κατοικίας του:
α)
παροχές εις είδος που χορηγούνται για λογαριασμό του αρμοδίου φορέα από τον φορέα του τόπου κατοικίας, σύμφωνα με τη νομοθεσία που ισχύει για τον φορέα αυτόν, σαν να ήταν ασφαλισμένος σε αυτόν
β)
παροχές εις χρήμα που καταβάλλονται από τον αρμόδιο φορέα σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει αυτός. Πάντως, οι παροχές αυτές δύνανται, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του αρμοδίου φορέα και του φορέα του τόπου κατοικίας, να καταβάλλονται από τον τελευταίο, για λογαριασμό του πρώτου, σύμφωνα με τη νομοθεσία του αρμοδίου κράτους.
2.
Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται κατ' αναλογία, επί των μελών της οικογένειας που κατοικούν στο έδαφος κράτους μέλους άλλο από το αρμόδιο κράτος μέλος, εφόσον δεν δικαιούνται των παροχών αυτών σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους στο έδαφος του οποίου κατοικούν.
Εφόσον τα μέλη της οικογένειας κατοικούν στο έδαφος κράτους μέλους, σύμφωνα με τη νομοθεσία του οποίου το δικαίωμα επί των παροχών εις είδος δεν εξαρτάται από προϋποθέσεις ασφαλίσεως ή απασχολήσεως, οι εις είδος παροχές θεωρούνται ότι παρέχονται προς τα μέλη αυτά για λογαριασμό του φορέα στον οποίο είναι ασφαλισμένος ο μισθωτός ή μη μισθωτός, εκτός αν ο σύζυγος ή το πρόσωπο που έχει τη μέριμνα των τέκνων ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους.»
6.
Κατά την Délavant, το άρθρο 19, παράγραφος 2, δεν σημαίνει μόνο ότι δικαιούται η ίδια παροχές εις είδος από τον καθού για λογαριασμό του γαλλικού ασφαλιστικού φορέα, αλλά ότι έχουν το ίδιο δικαίωμα και τα τέκνα της. Το καθού υποστηρίζει ότι, μολονότι υποχρεούται να χορηγεί παροχές εις είδος στην Délavant για λογαριασμό του γαλλικού ασφαλιστικού φορέα στον οποίο αυτή υπάγεται, κατά το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο α', σαν να ήταν ασφαλισμένη στον καθού, ωστόσο δεν είναι υποχρεωμένο να χορηγεί τέτοιες παροχές στα τέκνα της δυνάμει του άρθρου 19, παράγραφος 2. Το καθού στηρίζει την άρνηση του να χορηγήσει παροχές εις είδος στα τέκνα στο άρθρο 10, παράγραφος 3, του μέρους V του Sozialgesetzbuch (κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως). Η διάταξη αυτή (στο εξής: διάταξη του άρθρου 10, παράγραφος 3, του SGB V) προβλέπει ότι τα τέκνα των ασφαλισμένων σε ταμείο υγείας δεν καλύπτονται ασφαλιστικός αν ο/η σύζυγος του ασφαλισμένου, που έχει συγγενική σχέση με τα τέκνα, δεν είναι ο ίδιος ασφαλισμένος σε προβλεπόμενο από τον νόμο ασφαλιστικό φορέα και το συνολικό μηνιαίο εισόδημά του υπερβαίνει το ένα δωδέκατο του ετήσιου ορίου εισοδήματος και είναι γενικώς υψηλότερο από το εισόδημα του ασφαλισμένου. Ο σύζυγος της Délavant, ο οποίος είναι ο φυσικός πατέρας των τέκνων της, δεν είναι ασφαλισμένος σε υπό του νόμου προβλεπόμενο ασφαλιστικό φορέα, το εισόδημά του υπερβαίνει το προαναφερθέν όριο, είναι δε γενικώς υψηλότερο από το εισόδημα της Delavant.
7.
Το Landessozialgericht für das Saarland ζητεί την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί του εξής ερωτήματος:
«Τίθεται με τα άρθρα 1, στοιχείο στ', σημείο i, 2, παράγραφος 1, 3, παράγραφος 1, 19, παράγραφοι 1, στοιχείο α', και 2, καθώς και του άρθρου 20, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, νομική αρχή κατά την οποία τα κράτη μέλη δεν μπορούν να εξαρτούν την πρόσβαση σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως των τέκνων μεθοριακής εργαζομένης ασφαλισμένης σε άλλο κράτος μέλος, εκτός από τις προϋποθέσεις που αφορούν το πρόσωπο των τέκνων, επίσης και από το ύψος του εισοδήματος του συζύγου της μεθοριακής εργαζομένης;»
8.
Το άρθρο 19 του κανονισμού 1408/71 παρατέθηκε ανωτέρω. Για λόγους πληρότητας θα παραθέσω και τα άλλα άρθρα που μνημονεύονται στο προαναφερθέν ερώτημα. Στο άρθρο 1, στοιχείο στ', σημείο i, η έκφραση «μέλος της οικογένειας» ορίζεται ως εξής:
«Ως “μέλος της οικογένειας” νοείται κάθε πρόσωπο που ορίζεται ή αναγνωρίζεται ως μέλος της οικογένειας ή που ορίζεται ως μέλος του νοικοκυριού από τη νομοθεσία, δυνάμει της οποίας καταβάλλονται οι παροχές ή, στις περιπτώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 22, παράγραφος 1, στοιχείο α', και το άρθρο 31, από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί πάντως, αν οι νομοθεσίες αυτές θεωρούν ως μέλος της οικογένειας ή του νοικοκυριού μόνο το πρόσωπο που ζει υπό τη στέγη του μισθωτού ή μη μισθωτού, ο όρος αυτός θεωρείται ότι πληρούται όταν η συντήρηση του εν λόγω προσώπου, βαρύνει κυρίως τον εργαζόμενο, μισθωτό ή μη. Αν η νομοθεσία ενός κράτους μέλους σχετικά με τις εις είδος παροχές ασθενείας ή μητρότητας δεν επιτρέπει τη διάκριση των μελών της οικογένειας από τα άλλα πρόσωπα στα οποία εφαρμόζεται, ο όρος “μέλος της οικογένειας” έχει την έννοια που του αποδίδεται στο παράρτημα Ι.»
9.
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, ορίζει ότι:
«Ο παρών κανονισμός ισχύει για μισθωτούς ή μη μισθωτούς που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη και είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη ή απάτριδες ή πρόσφυγες που κατοικούν στο έδαφος ενός κράτους μέλους, καθώς και για τα μέλη της οικογένειάς τους και για τους επιζώντες τους.»
10.
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, ορίζει:
«Τα πρόσωπα που κατοικούν στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη, και για τα οποία ισχύουν οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού, υπόκεινται στις υποχρεώσεις και απολαύουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του».
11.
Το άρθρο 20 ορίζει:
«Ο παραμεθόριος εργαζόμενος δύναται, επίσης, να τύχει των παροχών στο έδαφος του αρμοδίου κράτους. Οι παροχές καταβάλλονται από τον αρμόδιο φορέα σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού, σαν να κατοικούσε εκεί ο ενδιαφερόμενος. Τα μέλη της οικογένειάς του δύνανται να τύχουν παροχών υπό τους ίδιους όρους η χορήγηση, πάντως, των παροχών αυτών εξαρτάται, εκτός από επείγουσα περίπτωση, από συμφωνία μεταξύ των ενδιαφερομένων κρατών ή μεταξύ των αρμοδίων αρχών των κρατών αυτών ή, ελλείψει αυτής, από προηγούμενη συναίνεση του αρμοδίου φορέα.»
12.
Στις γραπτές τους παρατηρήσεις, η Επιτροπή, η Βελγική, η Γαλλική, η Γερμανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση συμφωνούν ότι οι σχετικές διατάξεις του κανονισμού 1408/71 δεν περιέχουν την αρχή που εκλαμβάνεται ως δεδομένη στο προδικαστικό ερώτημα. Στηρίζουν την άποψη αυτή στην ερμηνεία της έκφρασης «μέλη της οικογένειας» του άρθρου 19, παράγραφος 2, του κανονισμού. Τονίζουν ότι κατά το άρθρο 1, στοιχείο στ', σημείο i, του κανονισμού, η έκφραση «μέλος της οικογένειας» υποδηλώνει «κάθε πρόσωπο που ορίζεται ή αναγνωρίζεται ως μέλος της οικογένειας από τη νομοθεσία δυνάμει της οποίας καταβάλλονται οι παροχές (...)». Υποστηρίζουν ότι, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, πρέπει να καθοριστεί κατά το γερμανικό δίκαιο ποιος είναι μέλος της οικογένειας της Délavant και ποιος δικαιούται, λόγω αυτής της ιδιότητας, να λαμβάνει παροχές εις είδος στη Γερμανία κατά το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού, εφαρμοζομένου κατ' αναλογία, όπως προβλέπει το άρθρο 19, παράγραφος 2. Υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει καμία διάταξη του κοινοτικού δικαίου — και ειδικότερα καμία διάταξη του κανονισμού 1408/71 — που να απαγορεύει στον Γερμανό νομοθέτη να αποκλείει τη χορήγηση παροχών εις είδος στα τέκνα της Délavant εφόσον ο σύζυγός της, φυσικός πατέρας των τέκνων, δεν υπάγεται σε υπό του νόμου προβλεπόμενο σύστημα υγείας στη Γερμανία και έχει συνολικό μηνιαίο εισόδημα το οποίο υπερβαίνει το καθορισμένο όριο, είναι δε γενικώς υψηλότερο από το εισόδημα της Délavant.
13.
Μολονότι συμφωνώ με το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουν η Επιτροπή και η Βελγική, η Γαλλική, η Γερμανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, ωστόσο δεν πιστεύω ότι κατέληξαν στο συμπέρασμα αυτό με την ορθή μέθοδο.
14.
Τα εν λόγω τέκνα, είναι φυσικά τέκνα της Délavant και διαβιούν μαζί της και μαζί με τον πατέρα τους στην οικογενειακή τους κατοικία στο Saarbrücken. Κατά τον χρόνο των περιστατικών είχαν ηλικία 11 και 9 ετών. Αναμφίβολα και υπό οποιαδήποτε έννομη τάξη θα εθεωρούντο μέλη της οικογένειάς τους. Πράγματι, η διάταξη του άρθρου 10, παράγραφος 3, του SGBV δεν προϋποθέτει ότι τα τέκνα της Délavant είναι μέλη της οικογένειάς της. Απλώς συνεπάγεται ότι, υπό τις συνθήκες της παρούσας υπόθεσης, δεν δικαιούνται ασφαλιστικής καλύψεως υγείας δυνάμει της ασφαλίσεως της μητέρας τους σε ταμείο υγείας. Βεβαίως, η προτεινόμενη από την Επιτροπή και τις τέσσερις κυβερνήσεις ερμηνεία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η έκφραση «μέλος(η) της οικογένειας» των άρθρων 1, στοιχείο στ', σημείο i, και 19, παράγραφος 2, του κανονισμού σημαίνει «μέλη της οικογένειας που δικαιούνται, υπό την ιδιότητά τους αυτή, παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως». Βεβαίως, αυτή η ερμηνεία της συγκεκριμένης φράσεως καταλήγει στην παρούσα υπόθεση στη συναγωγή ευλόγων συμπερασμάτων. Ωστόσο, δεν είναι βέβαιο ότι μπορεί πάντοτε να οδηγεί στη συναγωγή ευλόγων συμπερασμάτων (ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι η έκφραση αυτή χρησιμοποιείται σε αρκετές άλλες διατάξεις του κανονισμού 1408/71) και, εν πάση περιπτώσει, μπορεί κατ' αρχήν να αντιταχθεί ότι δεν είναι αυτή η κανονική σημασία των λέξεων «μέλος(η) της οικογένειας». Αν οι συντάκτες του κανονισμού ήθελαν να χρησιμοποιήσουν μια έκφραση με αυτό το συγκεκριμένο περιεχόμενο, θα είχαν ασφαλώς επιλέξει λέξεις που θα εξέφραζαν ακριβέστερα την πρόθεση τους από αυτή την εντελώς αόριστη έκφραση «μέλος(η) της οικογένειας».
15.
Νομίζω ότι αντί να επικεντρώσουμε την προσπάθειά μας στην ερμηνεία ενός συγκεκριμένου όρου, θα ήταν προτιμότερο να εξετάσουμε την οικονομία και τον σκοπό των σχετικών διατάξεων. Το άρθρο 19 ρυθμίζει τη γενική κατάσταση προσώπου, που έχει την ιδιότητα του μισθωτού ή του μη μισθωτού και κατοικεί σε κράτος μέλος διαφορετικό από το αρμόδιο κράτος (δηλαδή από το κράτος στο οποίο είναι ασφαλισμένο ( 2 ), συνήθως το κράτος στο οποίο εργάζεται). Το άρθρο 20 ρυθμίζει μια ειδική περίπτωση, την περίπτωση δηλαδή μεθοριακού εργαζομένου, ο οποίος διαβαίνει μια μεθόριο προκειμένου να μεταβεί στον τόπο εργασίας του. Η γενική αρχή που εφαρμόζεται σ' αυτές τις περιπτώσεις είναι ότι το κόστος των παροχών, εις είδος ή εις χρήμα, που χορηγούνται σε πρόσωπο που κατοικεί σε κράτος μέλος διαφορετικό από το αρμόδιο κράτος, βαρύνει — όπως είναι φυσικό — τον «αρμόδιο φορέα» (δηλαδή τον φορέα στον οποίο είναι ασφαλισμένο το συγκεκριμένο πρόσωπο ( 3 )).
16.
Οι συντάκτες του κανονισμού δέχθηκαν, πάντως, ότι υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες ένα πρόσωπο, του οποίου το κράτος κατοικίας και το κράτος ασφαλίσεως δεν συμπίπτουν, χρειάζεται ιατρική περίθαλψη στο πρώτο κράτος, καθότι συνήθως ασθενεί κανείς στον τόπο της κατοικίας του και όχι στον τόπο εργασίας του. Προς τούτο, το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο α', επιβάλλει την υποχρέωση του φορέα του τόπου κατοικίας να χορηγεί παροχές εις είδος «για λογαριασμό του αρμόδιου φορέα». Πρέπει να τονισθεί ότι οι παροχές αυτές βαρύνουν πλήρως τον φορέα στον οποίο είναι ασφαλισμένος ο εργαζόμενος, όπως προβλέπει το άρθρο 36, παράγραφος 1, του κανονισμού. Συνεπώς, είναι προφανώς εύλογο να ζητηθεί από τον φορέα του τόπου κατοικίας να χορηγήσει τις παροχές σύμφωνα με τη νομοθεσία που διέπει τον αρμόδιο φορέα, ο οποίος πρόκειται τελικώς να καταβάλει τα έξοδα. Ωστόσο, η λύση αυτή δεν είναι εύκολη, καθόσον προϋποθέτει ότι ένας φορέας εφαρμόζει νομοθεσία άλλου κράτους μέλους. Γι' αυτόν προφανώς τον λόγο οι συντάκτες του κανονισμού αποφάσισαν ότι, αντιθέτως, οι παροχές εις είδος θα χορηγούνται από τον φορέα του τόπου κατοικίας σύμφωνα με τη νομοθεσία που ισχύει για τον φορέα αυτόν, σαν να ήταν ο ενδιαφερόμενος ασφαλισμένος σ' αυτόν. Το προφανές πλεονέκτημα αυτής της λύσεως είναι ότι ο φορέας που χορηγεί τις παροχές εις είδος το πράττει σύμφωνα με τη μόνη νομοθεσία με την οποία είναι περισσότερο εξοικειωμένος, δηλαδή τη δική του νομοθεσία.
17.
Το ερώτημα στο οποίο πρέπει να δοθεί απάντηση στην παρούσα υπόθεση είναι τι υπονοείται με τη διάταξη του άρθρου 19, παράγραφος 2, κατά την οποία εφαρμόζονται κατ' αναλογία οι διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, επί των μελών της οικογένειας που κατοικούν στο έδαφος κράτους μέλους διαφορετικού από το αρμόδιο κράτος. Μολονότι η έννοια της κατ' αναλογία εφαρμογής δεν είναι πάντοτε εύχρηστη, στο συγκεκριμένο πλαίσιο είναι μάλλον σαφές ότι εκείνο που υπονοείται είναι ότι τα μέλη της οικογένειας του ασφαλισμένου δικαιούνται να λαμβάνουν στον τόπο της κατοικίας τους τις παροχές εις είδος που θα είχαν δικαίωμα να λάβουν κατά τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας του τόπου κατοικίας, αν ο ασφαλισμένος υπαγόταν σ' αυτόν τον φορέα. Στην παρούσα περίπτωση αυτό σημαίνει ότι τα τέκνα της Délavant δικαιούνται στη Γερμανία τις εις είδος παροχές που θα είχαν δικαίωμα να λάβουν αν η Délavant ήταν ασφαλισμένη στη Γερμανία. Όπως δε ήδη αναφέρθηκε, αν πράγματι η Délavant ήταν ασφαλισμένη στο Allgemeine Ortskrankenkasse für das Saarland, τα τέκνα της δεν θα είχαν δικαίωμα, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 3, του SGBV, να λάβουν παροχές εις είδος από τον φορέα αυτό, διότι ο σύζυγός της δεν υπάγεται σε προβλεπόμενο υπό του νόμου σύστημα ασφαλίσεως, το εισόδημά του υπερβαίνει το όριο που προβλέπει η γερμανική νομοθεσία και είναι γενικώς υψηλότερο από το εισόδημα της συζύγου του.
18.
Ασφαλώς, η άποψη που ανέπτυξε η Délavant μπορεί να γίνει δεκτή αν οι λέξεις «σαν να ήταν ασφαλισμένος σε αυτόν», της τελευταίας φράσεως του άρθρου 19, παράγραφος 1, στοιχείο α', σήμαιναν, σε περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως αυτής κατ' αναλογία στα μέλη της οικογένειας του ασφαλισμένου, «σαν τα μέλη της οικογένειας να ήταν ασφαλισμένα σε αυτόν». Ωστόσο, η ερμηνεία αυτή δεν είναι εύλογη. Όπως τονίστηκε στις γραπτές παρατηρήσεις, αν η Délavant εργαζόταν στη Γερμανία, θα εφαρμοζόταν ασφαλώς η διάταξη του άρθρου 10, παράγραφος 3, του SGB V και τα τέκνα της δεν θα είχαν ασφαλιστική κάλυψη υγείας στη Γερμανία, δυνάμει της ασφαλίσεως της μητέρας τους στον καθού φορέα. Κανείς λόγος δεν επιβάλλει να αναγνωριστεί στα τέκνα δικαίωμα ασφαλιστικής καλύψεως υγείας στη Γερμανία (με επιβάρυνση του γαλλικού φορέα στον οποίο υπάγεται η Délavant) απλώς επειδή η Délavant εργάζεται στη Γαλλία και όχι στη Γερμανία. Αυτό θα αντέβαινε στη θεμελιώδη αρχή του άρθρου 19, ότι δηλαδή εργαζόμενος που κατοικεί σε χώρα διαφορετική από εκείνη στην οποία είναι ασφαλισμένος, δικαιούται, στη χώρα της κατοικίας, μεταχειρίσεως όμοιας με εκείνη που θα είχε αν ήταν ασφαλισμένος σ' αυτήν. Αν η αρχή αυτή εφαρμοστεί στα μέλη της οικογένειας του εργαζομένου, το μόνο που μπορεί να συνεπάγεται είναι ότι τα μέλη αυτά δικαιούνται, στη χώρα της κατοικίας, της ιδίας μεταχειρίσεως που θα είχαν αν ο εργαζόμενος ήταν ασφαλισμένος στη χώρα αυτή. Πρέπει, στο σημείο αυτό, να τονισθεί ότι τα δικαιώματα των μελών της οικογένειας των εργαζομένων είναι παρεπόμενα δικαιώματα, δηλαδή πηγάζουν από την ιδιότητα του μέλους της οικογένειας ενός ασφαλισμένου, κατ' αντίθεση προς τα δικαιώματα που αποκτά ένα μέλος της οικογένειας ιδίω ονόματι. Το επιχείρημα της Delavant σημαίνει ότι στα μέλη της οικογένειας που διαβιούν σε χώρα διαφορετική από τη χώρα στην οποία είναι ασφαλισμένος ο εργαζόμενος πρέπει να αναγνωριστεί πλήρως καθεστώς προσώπων ασφαλισμένων ιδίω ονόματι. Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό, καθότι παραβλέπει τον παρεπόμενο χαρακτήρα των δικαιωμάτων των μελών της οικογένειας.
19.
Το αιτούν δικαστήριο παραθέτει διαφόρους λόγους που δικαιολογούν αμφιβολίες ως προς το αν η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 10, παράγραφος 3, του SGBV στην παρούσα υπόθεση συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο. Επικαλείται, ειδικότερα, την απόφαση Petroni ( 4 ), κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να στερεί από τους εργαζομένους τα δικαιώματα που τους παρέχει η νομοθεσία ενός μόνον κράτους μέλους. Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι η διάταξη του άρθρου 10, παράγραφος 3, του SGBV μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να ζητηθεί από την Délavant ή τον σύζυγο της, προκειμένου να διασφαλισθεί η κάλυψη των τέκνων τους από το προβλεπόμενο υπό του νόμου ασφαλιστικό σύστημα στη Γερμανία, να καταβάλουν πρόσθετες εισφορές, παρά το ότι, κατά τη γαλλική νομοθεσία, τα μέλη καλύπτονται συνήθως ασφαλιστικώς χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα των γονέων τους, αν τα ίδια δεν έχουν εισόδημα. Το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι η εφαρμογή του άρθρου 10, παράγραφος 3, του SGB V θα μπορούσε να προκαλέσει ρωγμή στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως: μολονότι για τον υπολογισμό του ύψους των εισφορών που καταβάλλει ένας μεθοριακός εργαζόμενος εντός της Γαλλίας ελήφθη υπόψη και η κάλυψη του κινδύνου συνισταμένου στην καταβολή σε μέλη της οικογένειάς του παροχών εις είδος, ωστόσο το άρθρο 20 του κανονισμού 1408/71 προβλέπει ότι τα μέλη της οικογένειας δεν μπορούν να λαμβάνουν παροχές εις είδος, πλην των επειγουσών περιπτώσεων, παρά μόνον εφόσον οι δύο ενδιαφερόμενοι φορείς έχουν υπογράψει σχετική συμφωνία, ή ο αρμόδιος φορέας έχει παράσχει προηγουμένως τη συναίνεση του- συνεπώς, ένας μεθοριακός εργαζόμενος καταβάλλει μεγαλύτερες εισφορές προκειμένου να καλύψει ασφαλιστικώς τα μέλη της οικογένειάς του, σε σύγκριση με πρόσωπο το οποίο πραγματοποιεί ανάλογο εισόδημα από εργασία η οποία δεν απαιτεί καθημερινή διέλευση συνόρων. Το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται, επίσης, στην αβεβαιότητα που θα μπορούσε να προκύψει από τη διακύμανση της ισοτιμίας γαλλικού και γερμανικού νομίσματος.
20.
Νομίζω ότι οι σκέψεις αυτές δεν μπορούν να επηρεάσουν την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο υποβληθέν ερώτημα. Οι σχετικές διατάξεις του κανονισμού 1408/71 δεν έχουν ως αποτέλεσμα να στερούν τα τέκνα της Délavant από πλεονέκτημα που θα μπορούσαν να έχουν βάσει της γερμανικής μόνο νομοθεσίας. Ούτε υπάρχει κάτι ουσιωδώς πεπλανημένο στην άποψη ότι πρόσωπα το εισόδημα των οποίων υπερβαίνει ένα ορισμένο όριο πρέπει να καταβάλλουν πρόσθετες εισφορές για την ασφαλιστική κάλυψη των τέκνων τους. Το γεγονός ότι τα θέματα αυτά ρυθμίζονται διαφορετικά σε άλλα κράτη μέλη δεν έχει σημασία, καθόσον σκοπός του κανονισμού 1408/71 δεν είναι να εναρμονίσει τις νομοθετικές διατάξεις περί κοινωνικής ασφαλίσεως, αλλά να συντονίσει τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών.
21.
Όσον αφορά τις νομισματικές διακυμάνσεις, είναι αληθές ότι το δικαίωμα της Délavant να λαμβάνει παροχές εις είδος στη Γερμανία για τα τέκνα της μπορεί περιοδικώς να ποικίλλει, λόγω νομισματικών παραγόντων, καθόσον το εισόδημά της μπορεί ενίοτε να υπερβαίνει το εισόδημα του συζύγου της. Ωστόσο, η αβεβαιότητα αυτή δεν είναι διαφορετικής φύσεως από την αβεβαιότητα που προκαλούν άλλοι παράγοντες, οι οποίοι μπορούν επίσης να επηρεάσουν το επίπεδο του εισοδήματος των συζύγων, όπως π.χ. η προαγωγή ή οι υπερωρίες. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι κατά το άρθρο 10, παράγραφος 3, του SGBV το τέκνο μέλους ασφαλιστικού ταμείου υγείας δεν δικαιούται παροχές εις είδος μόνον εφόσον το εισόδημα του/της συζύγου του ασφαλισμένου είναι γενικώς υψηλότερο από το εισόδημα του ασφαλισμένου. Αυτό προφανώς αποκλείει απώλεια του δικαιώματος λόγω βραχυπροθέσμων νομισματικών διακυμάνσεων.
22.
Στο υποβληθέν ερώτημα μνημονεύεται το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, το οποίο θέτει την αρχή της «εθνικής μεταχείρισης» προσώπων που καλύπτονται από τον κανονισμό και κατοικούν σε κράτος μέλος. Είναι σαφές ότι η αρχή αυτή δεν παραβιάζεται με τη διάταξη του άρθρου 10, παράγραφος 3, του SGB V, η οποία δεν εισάγει δυσμενείς διακρίσεις, προφανείς ή συγκεκαλυμμένες, λόγω ιθαγενείας. Αρκεί να υπογραμμιστεί ότι η Délavant έτυχε ακριβώς της ίδιας μεταχειρίσεως που θα ετύγχανε Γερμανός ευρισκόμενος στην ίδια κατάσταση.
23.
Βεβαίως, το άρθρο 20 του κανονισμού, φαίνεται εκ πρώτης όψεως ως αντιβαίνον προς την αρχή που διατυπώθηκε με την απόφαση Petroni, καθώς έχει ως αποτέλεσμα να στερεί τα τέκνα της Délavant από παροχές εις είδος στη Γαλλία, τις οποίες θα είχαν δικαίωμα να λάβουν κατά τη γαλλική νομοθεσία. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι βάσει της γαλλικής μόνο νομοθεσίας τα τέκνα δεν θα μπορούσαν, στην πράξη, να λάβουν τέτοιες παροχές στη Γαλλία, ενόσω έχουν την κατοικία τους στη Γερμανία. Εν πάση περιπτώσει το ζήτημα αυτό δεν εξετάζεται στην παρούσα υπόθεση, η οποία αφορά μόνο τη νομιμότητα της πρακτικής που ακολουθεί ο συγκεκριμένος φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως στη Γερμανία.
Πρόταση
24.
Κατά συνέπεια, προτείνω στο ερώτημα που υπέβαλε στο Δικαστήριο το Landessozialgericht für das Saarland να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
«Το άρθρο 1, στοιχείο στ', σημείο i, το άρθρο 2, παράγραφος 1, το άρθρο 3, παράγραφος 1, το άρθρο 19, παράγραφοι 1, στοιχείο α', και 2, καθώς και το άρθρο 20, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, δεν απαγορεύουν σε κράτος μέλος να εξαρτήσει την υπαγωγή σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως στο εν λόγω κράτος μέλος των τέκνων μεθοριακού εργαζομένου ασφαλισμένου σε άλλο κράτος μέλος από το επίπεδο του εισοδήματος του/της συζύγου του, πέραν των προϋποθέσεων που αφορούν την προσωπική κατάσταση των τέκνων.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 1 ) ΕΕ 1983, L 230, σ. 6. Για την τελευταία έκδοση του κανονισμού βλ. ΕΕ 1992, C 325, σ. 1.
( 2 ) Βλ. άρθρο 1, στοιχεία ιε' και ζ', του κανονισμού 1408/71.
( 3 ) Βλ. άρθρο 1, στοιχείο ιε', του κανονισμού 1408/71.
( 4 ) Απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1975 στην υπόθεση 24/75, Petroni κατα ONPTS (Συλλογή τόμος 1975, σ. 347).
Full & Egal Universal Law Academy