ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
κ. ΓΕΩΡΓΊΟΥ ΚΟΣΜΆ
της 6ης Απριλίου 1995 ( *1 )
1.
Στην υπό κρίση υπόθεση το Δικαστήριο καλείται με απόφαση του Arbeidshof των Βρυξελλών, να εκδώσει προδικαστική απόφαση ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1971 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας ( 1 ) και ιδίως των διατάξεων του άρθρου 71, παράγραφος 1, εδάφιο β', σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο α', και του άρθρου 17 του ενλόγω κανονισμού.
Ι — Τα πραγματικά περιστατικά
2.
Η προκείμενη υπόθεση ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του βελγικού εθνικού οργανισμού απασχολήσεως, του Rijksdienst voor Arbeidsvoorziening (στο εξής: RVA) και του Joob Th. Μ. van Gestel ιδιωτικού υπαλλήλου ολλανδικής ιθαγένειας.
3.
Ο van Gestel κατοικούσε στο Zoetermeer της Ολλανδίας και ήταν υπάλληλος της εδρευούσης στην πόλη αυτή εταιρίας Β. V. Smithkline Beecham (στο εξής: Smithkline), από 1ης Ιουνίου 1980. Στη συνέχεια, η εταιρία Smithkline τον μετάθεσε προσωρινώς σε μία θυγατρική της επιχείρηση, την S. Α. Norden-Europé (στο εξής: Norden), η οποία εδρεύει στη Louvain-la-Neuve (Βέλγιο), όπου αυτός άρχισε να εργάζεται από 1ης Δεκεμβρίου 1988. Προς τον σκοπό αυτό ο van Gestel μετέβη, ήδη από το τέλος Οκτωβρίου 1988, στο Βέλγιο και εγκαταστάθηκε στο Overijse όπου και έκτοτε κατοικεί, σύμφωνα με τα όσα διαπιστώνει το αιτούν δικαστήριο.
4.
Ενόψει της μεταθέσεως αυτής, η εταιρία Smithkline απηύθυνε στις 3 Οκτωβρίου 1988 έγγραφο προς το Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών και Εργασίας των Κάτω Χωρών, ζητώντας, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 17 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, να εξαιρεθεί ο van Gestel από τον τιθέμενο στο άρθρο 13 του κανονισμού γενικό κανόνα και να εξακολουθήσει να υπάγεται στην ολλανδική νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως. Στις 7 Φεβρουαρίου 1989 η ίδια εταιρία, με νέο έγγραφο που απηύθυνε στο Υπουργείο Κοινωνικών Υποθέσεων και Εργασίας των Κάτω Χωρών, ζήτησε να ληφθεί απόφαση επί του αιτήματος τούτου το συντομότερο δυνατό.
5.
Πράγματι, ο Υφυπουργός Κοινωνικής Ασφαλίσεως και Εργασίας των Κάτω Χωρών και ο Υπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας του Βελγίου συμφώνησαν να εξακολουθήσει να υπάγεται ο van Gestel στην ολλανδική κοινωνική ασφάλιση για την περίοδο από 1ης Δεκεμβρίου 1988 μέχρι 30ης Νοεμβρίου 1991, το αργότερο. Κατόπιν τούτου, το Stichting bureau voor belgische zaken (υπηρεσία βελγικών υποθέσεων) που εδρεύει στην Breda, επιβεβαίωσε με έγγραφο της 17ης Αυγούστου 1989 προς την εταιρία Smithkline ότι «ο Ολλανδός Υφυπουργός Κοινωνικών Υποθέσεων και Εργασίας, κατόπιν συνεννοήσεως με τον Βέλγο Υπουργό Κοινωνικών Υποθέσεων αποφάσισε ότι εξακολουθεί να ισχύει ως προς τον κύριο J. Th. Μ. van Gestel, εργαζόμενο, γεννηθέντα στις 13 Απριλίου 1937, κάτοικο Douzapad 37, 2722 ΑΧ, Zoetermeer, τον οποίο απασχολείτε από την 1η Δεκεμβρίου 1988 στο Βέλγιο, η ολλανδική νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 17 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 μέχρι τις 30 Νοεμβρίου 1991 το αργότερο».
Στο συνημμένο έντυπο δηλώσεως Ε 101 της 5ης Ιουλίου 1989 αναφέρεται ως διεύθυνση του ενδιαφερόμενου το «Douzapad 38, 2722 ΑΧ, Zoetermeer» και στη συνέχεια ότι αυτός «μετατίθεται (...) για χρονική περίοδο η οποία θα διαρκέσει κατά πάσα πιθανότητα από την 1η Δεκεμβρίου 1988 μέχρι τις 30 Νοεμβρίου 1991».
6.
Ύστερα από αναδιάρθρωση της εταιρίας συνεπεία συγχωνεύσεως επιχειρήσεων, η Norden απέλυσε, στις 31 Οκτωβρίου 1990, τον van Gestel στον οποίο καταβλήθηκε, στις Κάτω Χώρες, αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας. Ο van Gestel ζήτησε τότε από το βελγικό ταμείο Hulpkas voor werkloosheidsuitkeringen (επικουρικό ταμείο επιδομάτων ανεργίας) την καταβολή επιδομάτων ανεργίας από την 1η Νοεμβρίου 1990. Στο έντυπο C4 που υπέβαλε σχετικά με το ανωτέρω αίτημά του, διευκρίνιζε ότι, ενόψει της αποζημιώσεως που του καταβλήθηκε στις Κάτω Χώρες, δεν ζητούσε προς το παρόν την καταβολή επιδομάτων, επιθυμούσε όμως να υπαχθεί στην ασφάλιση του Rijksdienst voor sociale zekerheid (εθνικός οργανισμός κοινωνικής ασφαλίσεως). Σημειωτέον ότι στο ενλόγω έντυπο C4 υπε-δεικνύετο ως εργοδότης η εταιρία Norden, η οποία δήλωνε ότι απασχόλησε τον van Gestel από την 1η Ιουνίου 1980 έως τις 30 Νοεμβρίου 1988 στις Κάτω Χώρες και από την 1η Δεκεμβρίου 1988 έως τις 31 Οκτωβρίου 1990 στο Βέλγιο, ότι δεν παρακράτησε εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως από τον μισθό του και ότι τον απασχολούσε ως υπεύθυνο εξαγωγών με την ιδιότητα στελέχους μη διαμένοντος στην ημεδαπή.
7.
Με απόφαση που εκδόθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1991 ο περιφερειακός επιθεωρητής ανεργίας του Vilvoorde απέρριψε το ανωτέρω αίτημα του van Gestel για χορήγηση επιδόματος ανεργίας με την αιτιολογία ότι ο ενδιαφερόμενος έπρεπε να αποδείξει για την κρίσιμη περίοδο, δηλαδή μεταξύ 1ης Νοεμβρίου 1987 και 31ης Οκτωβρίου 1990 τη συμπλήρωση εξακοσίων εργασίμων ημερών ή εξομοιουμένων προς αυτές ημερών. Η ενλόγω απορριπτική απόφαση διευκρίνιζε, σχετικά με αυτή την τελευταία προϋπόθεση, ότι, βάσει του άρθρου 67 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, μπορεί να ληφθεί υπόψη «η παροχή εργασίας σας και η εξομοιουμένη παροχή εργασίας σε οποιαδήποτε άλλη χώρα της ΕΟΚ υπό την προϋπόθεση (...) ότι μετά την παροχή της εργασίας αυτής στην αλλοδαπή και πριν από την αίτηση σας για την καταβολή παροχών έχετε εργαστεί στο Βέλγιο ή έχετε λάβει αποζημίωση στο πλαίσιο της βελγικής κοινωνικής ασφαλίσεως».
Κατά της αποφάσεως αυτής ο van Gestel άσκησε προσφυγή ενώπιον του Arbeidsrecht bank te Brussel, με την οποία ζητούσε να του αναγνωρισθεί δικαίωμα για επίδομα ανεργίας.
8.
Με απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 1991, το ενλόγω βελγικό δικαστήριο έκρινε το αίτημα παραδεκτό και βάσιμο, ακύρωσε την προσβληθείσα διοικητική πράξη του εν λόγω επιθεωρητή ανεργίας και δέχθηκε ότι ο προσφεύγων δικαιούται επιδόματος ανεργίας από 1ης Νοεμβρίου 1990. Η ακυρωτική αυτή απόφαση στηρίχθηκε στη διαπίστωση ότι ο αρμόδιος φορέας κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 βρίσκεται στις Κάτω Χώρες και ότι ο προσφεύγων, καθόλη την περίοδο της μεταθέσεως, παρέμεινε στο Βέλγιο, γεγονός το οποίο συνεπάγεται την εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση του άρθρου 71, παράγραφος 1, εδάφιο β', περίπτωση ii, του κανονισμού, και όχι των άρθρων 67 και 69.
9.
Κατά της αποφάσεως αυτής, το RVA άσκησε έφεση ενώπιον του Arbeidshof των Βρυξελλών και υποστήριξε ότι στην προκείμενη περίπτωση έπρεπε να εφαρμοσθεί το άρθρο 67, παράγραφος 3, του κανονισμού, για τον λόγο
—
αφενός μεν ότι εν προκειμένω «αρμόδιο κράτος» δεν είναι οι Κάτω Χώρες αλλά το Βέλγιο, επειδή ο van Gestel εργαζόταν και συγχρόνως κατοικούσε στη χώρα αυτή «κατά τη διάρκεια της μεταθέσεως», οπότε εξέλειπε το έρεισμα για την εφαρμογή του άρθρου 17 και συνεπώς της συναφθείσης συμφωνίας μεταξύ των αρμοδίων αρχών των δύο χωρών,
—
αφετέρου δε ότι το άρθρο 71, όπως ερμηνεύτηκε από το Δικαστήριο ( 2 ), αφορά τον εργαζόμενο ο οποίος κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεως του κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος από εκείνο στο οποίο εργαζόταν. Επιπλέον, κατά το RVA, ο van Gestel δεν απέδειξε ότι κατά τον χρόνο εργασίας του στο Βέλγιο κατέβαλε ο ίδιος ή ο εργοδότης του εισφορές στον αρμόδιο βελγικό ασφαλιστικό φορέα κατά της ανεργίας. Το RVA ζήτησε να εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση και να επικυρωθεί η απόφαση του ενλόγω περιφερειακού επιθεωρητή «ως προς όλα της τα σημεία».
10.
Ο εφεσίβλητος ζήτησε την απόρριψη της εφέσεως, τονίζοντας ότι, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που προσκόμισε, εγκαταστάθηκε στο Βέλγιο «πριν από την μετάθεση του» και υποστήριξε ότι, κατόπιν της συμφωνίας μεταξύ των αρμοδίων εν προκειμένω υπουργείων των Κάτω Χωρών και του Βελγίου, ο βέλγος εργοδότης του, δηλαδή η εταιρία Norden, «(...) παρακράτησε κατά την περίοδο μεταξύ Νοεμβρίου 1988 και Οκτωβρίου 1990 τις εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως και τις κατέβαλε εντός των Κάτω Χωρών μέσω της ολλανδικής θυγατρικής».
Π — Τα προδικαστικά ερωτήματα
11.
Το Arbeidshof te Brussel, με την από 18 Νοεμβρίου 1993 απόφαση του ( 3 ), θεώρησε ότι προς επίλυση της διαφοράς ήταν αναγκαίο να υποβληθούν, κατά το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ανέστειλε την ενώπιον του διαδικασία μέχρις ότου το Δικαστήριο εκδώσει προδικαστική απόφαση επί των ακολούθων ερωτημάτων:
«Έχει το άρθρο 71, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, την έννοια ότι δεν εφαρμόζεται ως προς τους ανέργους οι οποίοι κατά τη διάρκεια της τελευταίας τους απασχολήσεως κατοικούσαν στο κράτος μέλος στο οποίο εργάζονταν, ακόμη και όταν, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο α', του κανονισμού αυτού και κατ' εφαρμογή του άρθρου 17 του ίδιου κανονισμού, οι αρμόδιες αρχές δύο κρατών μελών έχουν συμφωνήσει ότι ο μισθωτός θα εξακολουθεί να υπάγεται στη νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως ενός από αυτά τα κράτη μέλη που δεν είναι αυτό στο έδαφος του οποίου εργαζόταν ο άνεργος;
Επικουρικώς, και εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι σε μία τέτοια περίπτωση το κατά παρέκκλιση οριζόμενο κράτος, το οποίο δεν είναι αυτό όπου εργάστηκε τελευταία ο άνεργος, είναι το αρμόδιο κράτος, όπως προβλέπεται στο άρθρο 71, παράγραφος 1, ισχύει τότε αυτό και μπορεί να εφαρμοστεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β', περίπτωση ii, ρύθμιση, όταν η συμφωνία αυτή συνήφθη στο χρονικό σημείο κατά το οποίο ο μισθωτός κατοικούσε και εργαζόταν στο έδαφος ενός και του αυτού κράτους μέλους και κατά τη διάρκεια της τελευταίας αυτής απασχολήσεως κατοικούσε και εργαζόταν αδιαλείπτως στο ίδιο αυτό κράτος μέλος, στο οποίο ήταν επίσης εγκατεστημένος και ο εργοδότης του, και το οποίο κράτος μέλος δεν είναι αυτό στου οποίου τη νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως έχει υπαχθεί ο εργαζόμενος βάσει της συμφωνίας αυτής κατά τον χρόνο της απασχολήσεως του;»
12.
Τα ανωτέρω προδικαστικά ερωτήματα θέτουν, ουσιαστικά, το ζήτημα πώς πρέπει να ερμηνευθούν και να εφαρμοσθούν οι σχετικές με την ανεργία διατάξεις του κανονισμού 1408/71 και ιδίως το άρθρο 71 αυτού σε περίπτωση κατά την οποία με κοινή συμφωνία δύο κράτη μέλη αποφάσισαν, κάνοντας χρήση της δυνατότητος εξαιρέσεως που τους παρέχει το άρθρο 17 του κανονισμού, την υπαγωγή του μισθωτού, πριν αυτός καταστεί άνεργος, σε μία νομοθεσία διαφορετική από εκείνη η οποία θα ήτο εφαρμοστέα με βάση τους θεσπιζόμενους από τα άρθρα 13 έως 16 του κανονισμού κανόνες.
Ειδικότερα, στην προκείμενη υπόθεση, ανακύπτει το ζήτημα εάν ένας μισθωτός ο οποίος, όπως ο εφεσίβλητος στην κύρια δίκη, παραμένει ασφαλισμένος στο κράτος της προηγούμενης απασχολήσεως του αλλά καθίσταται άνεργος σε άλλο κράτος όπου κατοικεί και εργάζεται, δύναται να επικαλεσθεί το ευεργέτημα του άρθρου 71, παράγραφος 1, εδάφιο β', και να ζητήσει τη χορήγηση επιδομάτων ανεργίας στο κράτος κατοικίας.
13.
Για να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου είναι απαραίτητο, πριν απ' όλα, να προσδιορισθεί το νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο της παρούσης υποθέσεως, το οποίο απαρτίζεται από τις σχετικές με το εφαρμοστέο δίκαιο και την ανεργία διατάξεις του κανονισμού 1408/71 καθώς επίσης και από την επί των διατάξεων τούτων νομολογία του Δικαστηρίου.
IIΙ — Το νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο
14.
Ως γνωστόν, ο κανονισμός 1408/71 υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο σε εφαρμογή του άρθρου 51 της Συνθήκης ΕΟΚ και επιδιώκει τον συντονισμό των εθνικών νομοθεσιών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως. Σκοπός του είναι η πραγματοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, με την εξασφάλιση εντός της Κοινότητας αφενός μεν της ίσης μεταχειρίσεως, έναντι των διαφόρων εθνικών νομοθεσιών, σε όλους τους υπηκόους των κρατών μελών, αφετέρου δε του δικαιώματος των εργαζομένων επί των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως, όποιος και αν είναι ο τόπος απασχολήσεως τους ή κατοικίας τους ( 4 ).
15.
Στο πλαίσιο αυτού του συντονισμού, οι διατάξεις του τίτλου II του ενλόγω κανονισμού, και πιο συγκεκριμένα τα άρθρα 13 έως 17 αυτού, συνιστούν ένα πλήρες και ομοιόμορφο σύστημα κανόνων συγκρούσεως οι οποίοι προσδιορίζουν το εφαρμοστέο δίκαιο σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως που διέπονται από τον κανονισμό. Οι διατάξεις αυτές, όπως έκρινε επανειλημμένα το Δικαστήριο, σκοπούν στην αποφυγή του ενδεχόμενου «της παράλληλης εφαρμογής περισσοτέρων εθνικών διατάξεων και των εξ αυτών δυνάμενων να προκύψουν περιπλοκών, αλλ' επίσης και (...) του ενδεχομένου τα υπαγόμενα στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 πρόσωπα να στερούνται προστασίας σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως λόγω ανυπαρξίας οποιασδήποτε εφαρμοστέας νομοθεσίας» ( 5 ). Για τον λόγο ακριβώς αυτό το άρθρο 13 του κανονισμού εξαγγέλει, υπό μορφή αρχής, στην πρώτη παράγραφο του, ότι τα πρόσωπα που διέπει ο κανονισμός υπάγονται στη νομοθεσία ενός μόνο κράτους μέλους και ότι η νομοθεσία αυτή «προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος τίτλου». Το ίδιο άρθρο 13 στην παράγραφο 2, στοιχείο α', θέτει ως γενικό κανόνα ότι «το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους υπόκειται στην νομοθεσία του κράτους αυτού, ακόμη και αν κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ή αν η επιχείρηση ή ο εργοδότης που τον απασχολεί έχει την έδρα της ή την κατοικία του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους».
16.
Η γενική αυτή αρχή εφαρμογής της lex loci laboris, διατυπώνεται πάντως με την επιφύλαξη των άρθρων 14 μέχρι 17 τα οποία εισάγουν ειδικές ρυθμίσεις ενόψει της ιδιαι-τερότητος ορισμένων καταστάσεων. Όπως είχε την ευκαιρία να διευκρινίσει σχετικά το Δικαστήριο στην απόφαση Brusse της 17ης Μαΐου 1984«πράγματι σε ορισμένες ιδιαίτερες καταστάσεις η ανεπιφύλακτη εφαρμογή του κανόνα του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο α', θα περιείχε τον κίνδυνο όχι να αποτρέψει, αλλά, αντιθέτως, να δημιουργήσει, τόσο για τον εργαζόμενο όσο και για τον εργοδότη και τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, διοικητικές περιπλοκές που θα είχαν ως αποτέλεσμα να καθυστερούν την διεκπεραίωση των φακέλων που αφορούν τους εργαζομένους και να παρεμποδίζουν έτσι την ενάσκηση του δικαιώματος τους της ελεύθερης κυκλοφορίας» ( 6 ).
17.
Ειδικότερα το άρθρο 17 το οποίο είναι και το τελευταίο άρθρο του τίτλου II, προβλέπει τη δυνατότητα παρέκκλισης από τις διατάξεις των άρθρων 13 μέχρι 16 για καταστάσεις οι οποίες, παρόλο ότι δεν προβλέπονται ειδικά από τα άρθρα αυτά, απαιτούν, εντούτοις, διαφορετική ρύθμιση από εκείνες που προβλέπονται στον ενλόγω τίτλο II του κανονισμού 1408/71. Το έργο, άλλωστε, του εντοπισμού αυτών των καταστάσεων και του καθορισμού της εφαρμοστέας νομοθεσίας, έχει ανατεθεί από το άρθρο 17 στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, τα οποία μπορούν, κατόπιν κοινής συμφωνίας, να αποφασίσουν την παρέκκλιση από τους κανόνες των άρθρων 13 μέχρι 16, υπό τον όρο όμως ότι η συμφωνία αυτή συνάπτεται «προς το συμφέρον ορισμένων εργαζομένων».
Τα εμπλεκόμενα στην παρούσα υπόθεση κράτη μέλη, ήτοι το Βέλγιο και οι Κάτω Χώρες, κάνοντας χρήση αυτής της δυνατότητας, αποφάσισαν, ότι ο εφεσίβλητος στην κυρία δίκη εξακολουθεί να υπάγεται στην ολλανδική νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως. Η συμφωνία αυτή, της οποίας η ισχύς δεν αμφισβητήθηκε από κανένα διάδικο, έχει ως συνέπεια ότι, παρόλη τη μεταφορά του τόπου εργασίας του από τις Κάτω Χώρες στο Βέλγιο, ο van Gestel παραμένει, κατά παρέκκλιση από την αρχή της εφαρμογής της lex loci laboris, υπό το καθεστώς της ολλανδικής νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως. Έτσι, αυτή η τελευταία νομοθεσία είναι κατ' αρχήν αποκλειστικώς εφαρμοστέα και στην περίπτωση ανεργίας του συγκεκριμένου εργαζόμενου.
18.
Η διαπίστωση όμως αυτή δεν ισχύει παρά μόνο στο μέτρο που ειδικές διατάξεις του κανονισμού δεν ορίζουν άλλως. Πράγματι, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο στην απόφαση Aubin της 27ης Μαΐου 1982«η γενικού χαρακτήρος διάταξη που περιλαμβάνεται στον τίτλο II “προσδιορισμός της εφαρμοστέας νομοθεσίας” του κανονισμού 1408/71 δεν έχει, πάντως, εφαρμογή παρά μόνο κατά το μέτρο που οι ειδικές διατάξεις για τις διάφορες κατηγορίες παροχών, οι οποίες απαρτίζουν τον τίτλο III του ιδίου κανονισμού, δεν προβλέπουν παρέκκλιση» ( 7 ). Στην ίδια απόφαση διευκρινίζεται, στη συνέχεια, ότι «τέτοια είναι ακριβώς η περίπτωση του κεφαλαίου 6 περί ανεργίας του ενλόγω τίτλου III του οποίου οι διατάξεις επιδιώκουν να εξασφαλίζουν στον διακινούμενο εργαζόμενο το όφελος παροχών ανεργίας υπό τους πλέον ευνοϊκούς όρους κατά την αναζήτηση νέας απασχολήσεως» ( 8 ). Έτσι, εξαίρεση από τον γενικό κανόνα υπαγωγής στην lex loci laboris προβλέπει το τμήμα 3 του προαναφερθέντος κεφαλαίου 6, το οποίο ρυθμίζει σε ένα μόνο άρθρο, το άρθρο 71, την περίπτωση ανέργων οι οποίοι κατά την διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεως τους κατοικούσαν σε κράτος μέλος διαφορετικό από το «αρμόδιο κράτος».
19.
Το άρθρο 71, παράγραφος 1, περιλαμβάνει χωριστές διατάξεις αναλόγως εάν ο άνεργος είναι μεθοριακός εργαζόμενος (εδάφιο α') ή μη μεθοριακός εργαζόμενος (εδάφιο β'). Οπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, ο van Gestel εμπίπτει στη δεύτερη κατηγορία ανέργων. Για την κατηγορία αυτή το άρθρο 71, παράγραφος 1, εδάφιο β', προβλέπει για όσους ευρίσκονται, όπως ο van Gestel, σε πλήρη ανεργία, τα εξής:
« β')
i)
ο μισθωτός, πλην του μεθοριακού εργαζομένου, ο οποίος ευρίσκεται σε μερική ή προσωρινή ή πλήρη ανεργία και ο οποίος παραμένει στη διάθεση του εργοδότη του ή των υπηρεσιών απασχολήσεως, στο έδαφος του αρμοδίου κράτους, λαμβάνει παροχές σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού, σαν να κατοικούσε στο έδαφος του οι παροχές αυτές καταβάλλονται από τον αρμόδιο φορέα-
ii)
ο μισθωτός, πλην του μεθοριακού εργαζόμενου, ο οποίος ευρίσκεται σε πλήρη ανεργία και ο οποίος τίθεται στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως στο έδαφος του κράτους μέλους όπου κατοικεί ή επιστρέφει στο έδαφος αυτό, λαμβάνει παροχές σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού, σαν να έχει ασκήσει εκεί την τελευταία του απασχόληση οι παροχές αυτές καταβάλλονται από τον φορέα του τόπου κατοικίας και εις βάρος του. Αν όμως στον μισθωτό αυτόν είχε αναγνωρισθεί το δικαίωμα παροχών εις βάρος του αρμοδίου φορέα του κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου υπήχθη τελευταία λαμβάνει τις παροχές σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 69. Το δικαίωμα των παροχών σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους της κατοικίας του αναστέλλεται για την περίοδο κατά την οποία ο άνεργος δύναται, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 69 να διεκδικήσει παροχές κατά τη νομοθεσία στην οποία είχε υπαχθεί τελευταία».
20.
Η ρύθμιση αυτή, όπως και οι άλλες ειδικές ρυθμίσεις που προβλέπουν υπαγωγή στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους κατοικίας ( 9 ), εξηγούνται από κοινωνικές σκέψεις και λόγους πρακτικής αποτελεσματικότητας. Ειδικότερα όσον αφορά στη διάταξη του άρθρου 71, το Δικαστήριο έχει κρίνει με την απόφαση Rebmann της 29ης Ιουλίου 1988, ότι αυτή «ανταποκρίνεται στην μέριμνα αποφυγής πρακτικών μειονεκτημάτων που θα συνεπαγόταν για το μεθοριακό εργαζόμενο η υπαγωγή του στο κράτος απασχολήσεως. Η υποχρέωση του να τεθεί και να παραμείνει στη διάθεση του γραφείου εργασίας εκπληρούται πράγματι ευχερέστερα στο κράτος κατοικίας. Εξάλλου, οι υπηρεσίες αυτού του κράτους είναι οι πλέον ενδεδειγμένες για την καταβολή των παροχών ανεργίας, αφού βεβαιωθούν ότι ο ενδιαφερόμενος πληροί τις προϋποθέσεις χορηγήσεώς τους, διευκολύνοντας συγχρόνως την επαγγελματική του αποκατάσταση» ( 10 ). Επίσης, το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση Bergemann, ότι «η δυνατότητα αυτή λήψεως των παροχών λόγω ανεργίας στο κράτος της κατοικίας δικαιολογείται για ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων που έχουν στενούς δεσμούς, ιδίως προσωπικής ή επαγγελματικής φύσεως, με τη χώρα που είναι εγκατεστημένοι και διαμένουν συνήθως. Πράγματι, είναι φυσικό να παρέχονται στους εργαζόμενους που έχουν τέτοιους δεσμούς με το κράτος στο οποίο κατοικούν οι καλύτερες δυνατές ευκαιρίες για επαγγελματική επανένταξη στο κράτος αυτό» ( 11 ). Στην ίδια απόφαση τονίζεται ότι, σύμφωνα με την ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1408/71, σκοπός του άρθρου 71 αυτού είναι να χορηγούνται στον διακινούμενο εργαζόμενο οι παροχές λόγω ανεργίας υπό τις ευνοϊκότερες δυνατές συνθήκες για την εξεύρεση νέας εργασίας ( 12 ).
21.
Φαίνεται, έτσι, ότι ο κανονισμός 1408/71 για λόγους αποτελεσματικότητας και πρακτικής προέβλεψε παρεκκλίσεις, όπως αυτή του άρθρου 71, από τον γενικό κανόνα υπαγωγής στην νομοθεσία του κράτους απασχολήσεως, οι οποίες αφορούν σε ειδικές περιπτώσεις που εμφάνιζαν την υπαγωγή στην νομοθεσία του κράτους κατοικίας ως την καταλληλότερη και πιο σύμφωνη προς το συμφέρον των εργαζομένων. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού, η διάταξη του άρθρου 71, παράγραφος 1, εδάφιο β', του κανονισμού 1408/71 παρέχει, όπως έχει δεχθεί το Δικαστήριο με τις πιο πάνω αποφάσεις του Aubin και Miethe στον μη μεθοριακό εργαζόμενο που βρίσκεται σε πλήρη ανεργία «(...) μία ευχέρεια επιλογής. Δύναται να υπαχθεί στο σύστημα παροχών ανεργίας του κράτους της τελευταίας απασχολήσεως του ή να αξιώσει τις παροχές του κράτους της κατοικίας του. Αυτό το δικαίωμα επιλογής ασκείται, ιδίως, και μάλιστα αποκλειστικά, στην περίπτωση του πλήρως ανέργου που επιλέγει τη νομοθεσία του κράτους της κατοικίας του, αφού ο ενδιαφερόμενος τεθεί στην διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως του κράτους από το οποίο ζητείται η καταβολή των παροχών. Αντιθέτως, ο εργαζόμενος δεν δύναται ούτε να σωρεύει τα ποσά των επιδομάτων ανεργίας δύο κρατών ούτε, όταν ετέθη στην αποκλειστική διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως του κράτους μέλους της κατοικίας του, να αξιώνει τις παροχές ανεργίας του κράτους της τελευταίας απασχολήσεως του» ( 13 ).
22.
Αντίθετα με τους ευρισκόμενους σε πλήρη ανεργία μεθοριακούς εργαζόμενους, για τους οποίους, δυνάμει των σαφών διατάξεων του άρθρου 71, παράγραφος 1, εδάφιο α', στοιχείο ii, αποκλειστικός αρμόδιος είναι ο φορέας του κράτους της κατοικίας, για τους περιελθόντες σε πλήρη ανεργία μη μεθοριακούς εργαζόμενους, σύμφωνα με το άρθρο 71, παράγραφος 1, εδάφιο β', δεν ισχύει, προφανώς, η αποκλειστική αρμοδιότητα της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους αλλά δικαίωμα επιλογής μεταξύ αφενός μεν της νομοθεσίας του κράτους όπου υπάγεται ασφαλιστικά ο ενδιαφερόμενος και το οποίο είναι συνήθως το κράτος της απασχολήσεως (lex loci laboris), αφετέρου δε της νομοθεσίας του κράτους της κατοικίας του ενδιαφερομένου (lex loci domicilii). Το δικαίωμα αυτό το ασκούν οι ενδιαφερόμενοι τιθέμενοι στη διάθεση είτε των υπηρεσιών απασχολήσεως του κράτους της τελευταίας απασχολήσεως (άρθρο 71, παράγραφος 1, εδάφιο β', περίπτωση i) είτε των υπηρεσιών απασχολήσεως του κράτους του τόπου κατοικίας (άρθρο 71, παράγραφος 1, εδάφιο β', περίπτωση ii) ( 14 ). Δηλαδή, λαμβάνεται, εν προκειμένω, υπόψη σε ποιο από τα δύο κράτη ο εργαζόμενος έχει τεθεί στη διάθεση των αρχών απασχολήσεως.
23.
Το δικαίωμα αυτό προβλέπεται διότι, όπως παρετήρησε ο Γενικός Εισαγγελέας C Ο. Lenz στις προτάσεις του επί της υποθέσεως Mietne, ως προς τους μη μεθοριακούς εργαζόμενους «δεν είναι πάντοτε χαρακτηριστικό στοιχείο ο στενός σύνδεσμος με το κράτος κατοικίας υπό την έννοια ότι σ' αυτό — εκτός από την απασχόληση — διαμορφώνεται η όλη τους ζωή, υπάρχει δηλαδή αληθινό επίκεντρο των βιοτικών τους ενδιαφερόντων αντιθέτως, είναι, επίσης, απολύτως δυνατή η ύπαρξη έντονου δεσμού με το κράτος απασχολήσεως, ώστε μετά το πέρας της επαγγελματικής δραστηριότητας να μην υπάρχει απαραίτητα ενδιαφέρον για την επιστροφή στο κράτος της κατοικίας» ( 15 ). Καθίσταται, λοιπόν, σαφές ότι η θέσπιση του προβλεπόμενου από το άρθρο 71 δικαιώματος επιλογής στηρίζεται στην αντίληψη ότι είναι αντικειμενικώς ορθότερο, οι προσπάθειες για την επαγγελματική επανένταξη του ανέργου να καταβληθούν στον τόπο όπου βρίσκεται το επίκεντρο των βιοτικών του ενδιαφερόντων και με το οποίο διατηρεί, συνεπώς, τους στενότερους δεσμούς.
24.
Η δυνατότητα επικλήσεως της ενλόγω ευχέρειας επιλογής τελεί, όπως προκύπτει τόσο από τη διατύπωση της επικεφαλίδας του τμήματος 3 του κεφαλαίου 6 περί ανεργίας όσο και από το γράμμα της διατάξεως του άρθρου 71, παράγραφος 1, εδάφιο β', υπό την προϋπόθεση ότι, κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεως του εργαζόμενου που κατέστη άνεργος, το κράτος κατοικίας του είναι διαφορετικό από το «αρμόδιο κράτος». Ως αρμόδιο κράτος, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται ο αρμόδιος ασφαλιστικός φορέας στον οποίον υπάγεται ο εργαζόμενος ( 16 ). Την ερμηνεία αυτή υιοθέτησε και η Διοικητική Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων, στην υπ' αριθμό 131 απόφαση της της 3ης Δεκεμβρίου 1985 σχετικά με το περιεχόμενο του άρθρου 71 παράγραφος 1, εδάφιο β', περίπτωση ii, του κανονισμού 1408/71 περί του δικαιώματος για παροχές ανεργίας των εργαζομένων, πλην των μεθοριακών, οι οποίοι κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχόλησης τους είχαν την συνήθη διαμονή τους στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος ( 17 ). Στην απόφαση αυτή γίνεται δεκτό ότι «το στοιχείο που προσδιορίζει την εφαρμογή του άρθρου 71 στο σύνολό του είναι η συνήθης διαμονή του ενδιαφερόμενου κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχόλησης του σε κράτος μέλος, εκτός εκείνου στη νομοθεσία του οποίου υπαγόταν, το οποίο δεν είναι κατ' ανάγκη εκείνο στο έδαφος του οποίου εργαζόταν». Αυτό το επιβεβαίωσε άλλωστε πρόσφατα το Δικαστήριο με την απόφαση Toosey της 27ης Ιανουαρίου 1994 ( 18 ), με την οποία έκρινε ότι «τόσο από την επικεφαλίδα του τμήματος του κανονισμού 1408/71 του οποίου το άρθρο 71 αποτελεί το μόνο άρθρο όσο και από την νομολογία του Δικαστηρίου ( 19 ) προκύπτει ότι το κρίσιμο στοιχείο για την εφαρμογή όλων των διατάξεων του άρθρου 71 είναι η κατοικία του ενδιαφερομένου σε άλλο κράτος μέλος και όχι στο κράτος στη νομοθεσία του οποίου υπαγόταν κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεως του».
Συνεπώς, η επίδικη διάταξη του άρθρου 71 είναι εφαρμοστέα σε όλες εκείνες τις περιπτώσεις όπου ο τόπος κατοικίας ( 20 ) είναι διαφορετικός από τον τόπο ασφαλίσεως, ως τόπου ασφαλίσεως νοουμένου του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται ο αρμόδιος ασφαλιστικός φορέας.
25.
Στο σημείο αυτό υπενθυμίζεται ότι η προαναφερθείσα Διοικητική Επιτροπή για την κοινωνική ασφάλιση με την υπ' αριθ. 131 απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1985 απαριθμεί τις περιπτώσεις των εργαζομένων στις οποίες το άρθρο 71, παράγραφος 1, εδάφιο β', περίπτωση ii, του κανονισμού 1408/71 ευρίσκει εφαρμογή. Όπως όμως προκύπτει από την ίδια την απόφαση, η οποία χρησιμοποιεί, εν προκειμένω, τον όρο «ιδίως», η ενλόγω απαρίθμηση είναι ενδεικτική και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι καθορίζει περιοριστικά τις κατηγορίες των εργαζομένων για τις οποίες ισχύουν οι ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 71, παράγραφος 1, εδάφιο β', περίπτωση ii, ούτε ότι αποκλείει ορισμένες άλλες κατηγορίες που έχουν διατηρήσει στενούς δεσμούς με τη χώρα της συνήθους διαμονής τους ( 21 ). Εκτός τούτου, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι η ενλόγω Διοικητική Επιτροπή δεν μπορεί να εκδώσει πράξεις κανονιστικού χαρακτήρα και ότι οι αποφάσεις της δεν δεσμεύουν ως προς την ερμηνεία ή τη μέθοδο εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων τους οποίους αφορούν ( 22 ).
26.
Για την πληρότητα της εκθέσεως του νομοθετικού πλαισίου πρέπει, τέλος, να παρατηρηθεί ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 67, παράγραφος 3, του κανονισμού, οι εργαζόμενοι που εμπίπτουν στο άρθρο 71, παράγραφος 1, εδάφιο β', περίπτωση ii, του κανονισμού, εξαιρούνται ρητά από την προϋπόθεση που θέτει αυτή η ίδια διάταξη, σχετικά με τον συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως και απασχολήσεως για τη χορήγηση παροχών ανεργίας. Συγκεκριμένα το άρθρο 67, παράγραφος 3, ορίζει, ως προς αυτούς τους εργαζόμενους, τα εξής: «Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 71 παράγραφος 1 περίπτωση α') εδάφιο ii) και β') εδάφιο ii), η εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 τελεί υπό τον όρο ότι ο ενδιαφερόμενος έχει πραγματοποιήσει τελευταία:
—
στην περίπτωση της παραγράφου 1, περιόδους ασφαλίσεως,
—
στην περίπτωση της παραγράφου 2, περιόδους απασχολήσεως, κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας δυνάμει της οποίας ζητούνται οι παροχές.»
Έτσι, εάν ήθελε κριθεί ότι το άρθρο 71, παράγραφος 1, εδάφιο β', δεν καλύπτει περιπτώσεις όπως αυτή του van Gestel, τότε για τον συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως και απασχολήσεως πρέπει να πληρούται η ως άνω προϋπόθεση. Η τελευταία όμως, ελλείπει στην προκείμενη περίπτωση, αφού ο ενδιαφερόμενος, ένεκα ακριβώς της συναφθείσης μεταξύ των αρμοδίων βελγικών και ολλανδικών αρχών συμφωνίας, εξακολούθησε να υπάγεται στην ολλανδική νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως και, συνεπώς, δεν έχει πραγματοποιήσει, τελευταία, περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως υπό το βελγικό καθεστώς κοινωνικής ασφαλίσεως. Αντίθετα, εάν κριθεί ότι περιπτώσεις όμοιες με εκείνη του van Gestel εμπίπτουν στο άρθρο 71, παράγραφος 1, εδάφιο β', τότε ο συνυπολογισμός καθίσταται δυνατός αφού, κατά ρητή πρόβλεψη της διατάξεως του άρθρου 67, παράγραφος 3, η προϋπόθεση που θέτει η τελευταία αυτή διάταξη δεν απαιτείται πλέον.
IV — Απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα
27.
Σύμφωνα με το προεκτεθέν νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο, ένας μη μεθοριακός μισθωτός εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 71 και μπορεί να επικαλεσθεί το ευεργέτημα της επιλογής όταν, κατά την διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεως του, υπάγεται σε ασφαλιστικό φορέα ο οποίος ευρίσκεται σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο όπου κατοικεί.
Η συνήθης περίπτωση εφαρμογής της ενλόγω διατάξεως είναι εκείνη όπου ο μισθωτός κατοικεί σε διαφορετικό κράτος μέλος από εκείνο στο οποίο απασχολείται. Δεδομένης λοιπόν της αρχής της εφαρμογής της lex loci laboris την οποία θέτει το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο α', του κανονισμού, διαπιστώνεται σε μια τέτοια περίπτωση ότι το αρμόδιο κράτος, — δηλαδή το κράτος στο οποίο ευρίσκεται ο αρμόδιος ασφαλιστικός φορέας — είναι διαφορετικό από το κράτος μέλος της κατοικίας του εργαζόμενου. Έτσι, για παράδειγμα, το Δικαστήριο έχει κάνει δεκτό ότι το άρθρο 71, παράγραφος 1, εδάφιο β', περίπτωση ii, εφαρμόζεται στην περίπτωση κατά την οποία μία εργαζόμενη έχει μεταφέρει την κατοικία της για οικογενειακούς λόγους και συγκεκριμένα επειδή επιθυμεί να ζήσει μαζί με τον σύζυγό της και τα τέκνα της, σε κράτος διαφορετικό από το κράτος απασχολήσεως, δεδομένου ότι υπό τις περιστάσεις αυτές οι πιθανότητες που έχει να εξεύρει νέα εργασία είναι πολύ καλύτερες στο κράτος κατοικίας απ' ότι στο κράτος απασχολήσεως ( 23 ). Αντίθετα, στην προαναφερθείσα υπόθεση Guyot, όπου η ενδιαφερόμενη, γερμανικής ιθαγένειας, είχε την κατοικία της στον τόπο απασχολήσεώς της, δηλαδή στη Γερμανία και στη συνέχεια, αφού παραιτήθηκε από τη θέση της, μετέβη σε άλλο κράτος μέλος και δή στη Γαλλία, για να επανασυμβιώσει με το σύζυγο της, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 71 του κανονισμού 1408/71 δεν έχει εφαρμογή, δεδομένου ότι πρόκειται για περίπτωση ανέργου κατοικούντος κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεως του στο κράτος μέλος όπου εργαζόταν ( 24 ).
28.
Σε σχέση με τις ανωτέρω περιπτώσεις, η παρούσα υπόθεση παρουσιάζει την ιδιομορφία ότι ο τόπος ασφαλίσεως είναι διαφορετικός από τον τόπο της τελευταίας εργασίας, ο οποίος με τη σειρά του συμπίπτει με τον τόπο κατοικίας του εργαζόμενου. Πράγματι, ο van Gestel εξακολουθεί να υπάγεται στη νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως ενός κράτους μέλους, συγκεκριμένα των Κάτω Χωρών, ενώ εργάζεται πλέον και κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος, το Βέλγιο. Τούτο συμβαίνει διότι τα εμπλεκόμενα κράτη μέλη αποφάσισαν, δυνάμει του άρθρου 17 του κανονισμού, ότι εξακολουθεί να ισχύει, ως προς τον van Gestel, το ολλανδικό καθεστώς περί κοινωνικής ασφαλίσεως, παρόλον ότι ο ενλόγω εργαζόμενος μετατέθηκε στο Βέλγιο όπου και μετέφερε την κατοικία του. Η σύμπτωση όμως αυτή τόπου εργασίας και τόπου κατοικίας δεν εμποδίζει την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του άρθρου 71, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, το κρίσιμο στοιχείο για την εφαρμογή της ενλόγω διατάξεως είναι η κατοικία του ενδιαφερομένου να ευρίσκεται σε κράτος διαφορετικό από το κράτος στη νομοθεσία του οποίου αυτός υπαγόταν κατά την διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεως του με άλλα λόγια, η κατοικία του ενδιαφερόμενου πρέπει να εντοπίζεται σε άλλο κράτος μέλος από εκείνο το οποίο είναι «αρμόδιο κράτος» κατά την έννοια του κανονισμού. Επομένως, η απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα εξαρτάται από το εάν η ενλόγω προϋπόθεση, επαληθεύεται στην επίδικη περίπτωση.
29.
Όσον αφορά στον τόπο κατοικίας προκύπτει σαφώς από την απόφαση περί παραπομπής ότι το αιτούν δικαστήριο θεωρεί δεδομένο ότι ο ενδιαφερόμενος κατοικούσε στο Βέλγιο κατά τον κρίσιμο χρόνο. Αυτό το πραγματικό περιστατικό δεν αμφισβητείται παρά μόνο από την ιταλική Κυβέρνηση. Στις παρατηρήσεις της η ενλόγω Κυβέρνηση τονίζει ότι ο εθνικός δικαστής δεν εξήτασε, ως ώφειλε, εάν πληρούται η ενλόγω προϋπόθεση και ότι ο συγκεκριμένος εργαζόμενος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κατοικων στο Βέλγιο, για τον λόγο ότι, όπως προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά, ιδίως δε από τον προσωρινό χαρακτήρα της μεταθέσεώς του καθώς και από την εφαρμογή υπέρ αυτού της δυνατότητας εξαιρέσεως που προβλέπει το άρθρο 17, η παραμονή του στο Βέλγιο είχε πρόσκαιρο χαρακτήρα. Σχετικά πρέπει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο με την απόφαση του της 17ης Φεβρουαρίου 1977, Di Paolo, έκρινε ότι κατά την έννοια του άρθρου 71, παράγραφος 1, εδάφιο β', περίπτωση ii), του κανονισμού, ως «κράτος μέλος όπου κατοικεί» ο εργαζόμενος νοείται το κράτος όπου ο εργαζόμενος σε άλλο κράτος μέλος εξακολουθεί να έχει τη συνήθη διαμονή του και όπου εντοπίζεται επίσης το κέντρο των ενδιαφερόντων του.
30.
Κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για τον προσδιορισμό του κράτους κατοικίας στο πλαίσιο της εφαρμογής της επίδικης διατάξεως, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η διάρκεια και το συνεχές της κατοικίας πριν από τη μετακίνηση του ενδιαφερόμενου, η διάρκεια και ο σκοπός της απουσίας του, ο χαρακτήρας της απασχολήσεως που βρήκε στο άλλο κράτος μέλος, καθώς και η πρόθεση του ενδιαφερόμενου, όπως συνάγεται από όλες εν γένει τις περιστάσεις ( 25 ). Όπως, όμως, τονίζεται στην απόφαση Knoen ( 26 ) η εφαρμογή των κριτηρίων αυτών στη συγκεκριμένη περίπτωση που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς στην κύρια δίκη, είναι έργο του εθνικού δικαστή. Το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα στο πλαίσιο του άρθρου 177 της Συνθήκης να εφαρμόσει τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Δεν ανήκει, συνεπώς, στο Δικαστήριο να εξετάσει αν στην προκειμένη περίπτωση ο ενδιαφερόμενος είχε πράγματι την κατοικία του στο Βέλγιο αλλά δεσμεύεται από τις επί τούτου διαπιστώσεις του αιτούντος δικαστηρίου.
31.
Καθ' όσον αφορά στην έννοια «αρμόδιο κράτος μέλος», ο όρος αυτός πρέπει, όπως προκύπτει άλλωστε και από τη νομολογία του Δικαστηρίου ( 27 ), να προσδιορισθεί εννοιολογικώς, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 71, σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες που θέτει ο τίτλος II του κανονισμού σχετικά με τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας. Όπως έχει εκτεθεί ανωτέρω, ο ενλόγω τίτλος θέτει τη γενική αρχή της υπαγωγής του εργαζομένου στη lex loci laboris, προβλέπει, όμως, στο άρθρο 17, τη δυνατότητα παρεκκλίσεως ύστερα από συμφωνία μεταξύ κρατών μελών. Μια τέτοια συμφωνία έχει ως συνέπεια την υπαγωγή του εργαζόμενου σε ένα σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως διαφορετικό από εκείνο το οποίο υποδεικνύει η lex loci laboris, δηλαδή από το σύστημα του κράτους μέλους όπου εργάζεται. Στην παρούσα περίπτωση, όπως αναφέρεται πιο πάνω, δυνάμει της συμφωνίας μεταξύ των αρμοδίων υπουργείων του Βελγίου και των Κάτω Χωρών, της οποίας άλλωστε το κύρος δεν αμφισβητήθηκε, ο van Gestel υπάγεται στο ολλανδικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως. Τούτο σημαίνει ότι εν προκειμένω το «αρμόδιο κράτος μέλος» κατά την έννοια του άρθρου 71, παράγραφος 1, είναι οι Κάτω Χώρες. Κατά συνέπεια, ευρισκόμεθα ενώπιον περιπτώσεως όπου ο εργαζόμενος υπάγεται στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ενός κράτους μέλους, ενώ έχει την κατοικία του σε άλλο κράτος μέλος.
32.
Θεωρώ λοιπόν ότι ένας μισθωτός ο οποίος, όπως ο van Gestel, δυνάμει συμφωνίας, συναφθείσης κατά το άρθρο 17 του κανονισμού, υπάγεται στη νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως ενός κράτους μέλους αλλά, κατόπιν μεταθέσεως, κατοικεί και εργάζεται σε άλλο κράτος μέλος όπου κατέστη άνεργος δύναται να επικαλεσθεί την εφαρμογή του άρθρου 71, παράγραφος 1, εδάφιο β', περίπτωση ii, και να ζητήσει την καταβολή επιδομάτων ανεργίας από τους αρμόδιους οργανισμούς του κράτους όπου κατοικεί.
33.
Η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη και με τον σκοπό της ενλόγω διατάξεως. Υπενθυμίζεται ότι ο σκοπός του άρθρου 71 είναι να χορηγούνται στον διακινούμενο εργαζόμενο τα επιδόματα ανεργίας υπό τις ευνοϊκότερες συνθήκες για την εξεύρεση νέας εργασίας και ότι η δυνατότητα λήψεως τέτοιων επιδομάτων στο κράτος της κατοικίας δικαιολογείται από τους στενούς δεσμούς, επαγγελματικής ή προσωπικής φύσεως, που έχουν αναπτύξει ορισμένοι εργαζόμενοι με τη χώρα που είναι εγκατεστημένοι και διαμένουν συνήθως. Η ύπαρξη ακριβώς αυτών των δεσμών με το κράτος κατοικίας προσφέρει, στο συγκεκριμένο κράτος, τις καλύτερες δυνατές ευκαιρίες για επαγγελματική επανένταξη του εργαζόμενου.
34.
Η άρνηση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 71, παράγραφος 1, εδάφιο β', περίπτωση ii, και συνεπώς χορηγήσεως επιδομάτων ανεργίας σε εργαζόμενο ο οποίος ευρίσκεται σε όμοια θέση με εκείνη του van Gestel, θα ήταν αντίθετη προς τον προαναφερθέντα σκοπό της διατάξεως. Πράγματι, ένας εργαζόμενος, όπως ο van Gestel, o οποίος αν και υπάγεται στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους μέλους στο οποίο εργαζόταν πριν από την μετάθεσή του, εργάζεται πλέον και κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος, είναι πολύ πιθανό να έχει δημιουργήσει στενούς δεσμούς, τόσο προσωπικής όσο και επαγγελματικής φύσεως, με το τελευταίο αυτό κράτος, έτσι ώστε οι ευκαιρίες προς εξεύρεση νέας εργασίας να είναι για εκείνον ευνοϊκότερες στο κράτος αυτό παρά στο κράτος ασφαλίσεως. Η εφαρμογή λοιπόν της κρίσιμης διατάξεως σε τέτοιες περιπτώσεις φρονώ ότι ανταποκρίνεται προς τον σκοπό τον οποίο αυτή επιδιώκει.
35.
Αντιθέτως, η μη εφαρμογή της σε μια τέτοια περίπτωση θα στερούσε τον εργαζόμενο από τη δυνατότητα να παραμείνει στο κράτος μέλος όπου κατοικούσε και εργαζόταν τη στιγμή που κατέστη άνεργος, για να ανεύρει εργασία. Όπως τονίζει και η γερμανική Κυβέρνηση στις παρατηρήσεις της, δεν βλέπω τον λόγο για τον οποίον ο εργαζόμενος θα έπρεπε να τεθεί σε μια τόσο δυσμενή θέση εκ του γεγονότος και μόνο ότι τα εμπλεκόμενα κράτη μέλη προέβησαν σε σύναψη συμφωνίας κάνοντας χρήση της ευχέρειας που τους προσφέρει το άρθρο 17 του κανονισμού. Κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο προς το συμφέρον του ενδιαφερόμενου, το οποίο πρέπει, ακριβώς, να εξυπηρετούν αυτού του είδους οι συμφωνίες, κατά ρητή επιταγή του ενλόγω άρθρου.
36.
Με το δεύτερο ερώτημά του το αιτούν εθνικό δικαστήριο ερωτά — για την περίπτωση που το Δικαστήριο, απαντώντας στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, ήθελε κρίνει, ότι το άρθρο 71, παράγραφος 1, εδάφιο β' του κανονισμού, εφαρμόζεται ως προς τους ανέργους οι οποίοι ενώ κατοικούσαν στο κράτος μέλος στο οποίο εργάζονταν πριν καταστούν άνεργοι, υπάγονται, κατ' εφαρ-μογήν του άρθρου 17 του κανονισμού, στη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους — εάν το ενλόγω άρθρο 71 παράγραφος 1 εδάφιο β' εφαρμόζεται επίσης και
—
όταν η συμφωνία βάσει του άρθρου 17 συνήφθη κατά το χρονικό διάστημα που ο μισθωτός κατοικούσε και εργαζόταν στο έδαφος ενός και του αυτού κράτους μέλους και
—
κατά τη διάρκεια της τελευταίας αυτής απασχολήσεως ο ενλόγω εργαζόμενος κατοικούσε και εργαζόταν αδιαλείπτως στο ίδιο αυτό κράτος μέλος στο οποίο ήταν επίσης εγκατεστημένος και ο εργοδότης του και
—
εάν αυτό το κράτος μέλος δεν είναι εκείνο στου οποίου τη νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως έχει υπαχθεί ο εργαζόμενος βάσει της προαναφερθείσας συμφωνίας.
Σύμφωνα με τα όσα έχουν προεκτεθεί, η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να είναι καταφατική, δηλαδή ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται επίσης και κάτω από τις περιστάσεις τις οποίες επικαλείται το αιτούν δικαστήριο στο δεύτερο ερώτημά του, εφόσον, βεβαίως, πληρούνται οι ανωτέρω εξε-τασθείσες προϋποθέσεις του άρθρου 71, παράγραφος 1, εδάφιο β', περίπτωση ii.
37.
Ειδικότερα, σχετικά με το γεγονός ότι η κατ' άρθρο 17 συναφθείσα συμφωνία έλαβε χώρα όταν ο μισθωτός εργαζόταν και κατοικούσε ήδη στο έδαφος ενός και του αυτού κράτους μέλους, πρέπει να παρατηρηθεί ότι όπως συνάγεται σαφώς από τη νομολογία του Δικαστηρίου, ιδίως δε από την απόφαση Brusse ( 28 ), ο χρόνος συνάψεως της κατά το άρθρο 17 συμφωνίας δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έκρινε, με την πιο πάνω απόφαση του, ότι «τίποτα από το κείμενο του άρθρου 17 δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η δυνατότητα παρέκκλισης που παρέχει στα κράτη μέλη η διάταξη αυτή δεν μπορεί να ασκηθεί παρά μόνον για το μέλλον. Το πνεύμα και η οικονομία του άρθρου 17 απαιτούν, αντιθέτως, να μπορεί μία συμφωνία, υπό την έννοια της διάταξης αυτής, να καλύπτει επίσης, προς το συμφέρον του ή των ενδιαφερόμενων εργαζομένων, ήδη παρωχημένες περιόδους».
38.
Δεν επηρεάζει επίσης την εφαρμογή του άρθρου 71, παράγραφος 1, εδάφιο β', το γεγονός ότι ο μισθωτός κατοικούσε και εργαζόταν στο έδαφος του ιδίου κράτους μέλους στο οποίο ήταν επίσης εγκατεστημένος και ο εργοδότης του. Πράγματι, ούτε ο τόπος της τελευταίας απασχολήσεως ούτε ο τόπος εγκαταστάσεως του εργοδότη ασκούν επιρροή στην εφαρμογή αυτής της διατάξεως. Όπως προαναφέρθηκε, το κρίσιμο στοιχείο για την εφαρμογή του άρθρου 71 είναι η κατοικία του ενδιαφερόμενου σε κράτος μέλος διαφορετικό από το «αρμόδιο κράτος μέλος».
39.
Όσον αφορά, τέλος, στο γεγονός ότι το κράτος μέλος το οποίο θα χορηγήσει το επίδομα ανεργίας δεν είναι εκείνο στου οποίου την κοινωνική ασφάλιση έχει υπαχθεί ο ενδιαφερόμενος, είναι αληθές ότι η εφαρμογή του άρθρου 71, παράγραφος 1, εδάφιο β', επιτρέπει σε έναν εργαζόμενο, όπως ο van Gestel, να λάβει επίδομα ανεργίας από τον αρμόδιο φορέα ενός κράτους όπου δεν έχει καταβάλει εισφορές κατά τη διάρκεια της απασχολήσεως του. Τούτο όμως είναι άμεση συνέπεια της βουλήσεως του νομοθέτη ο οποίος, χορηγώντας στον διακινούμενο μισθωτό δικαίωμα επιλογής μεταξύ του κράτους ασφαλίσεως και του κράτους κατοικίας, θέλησε, όπως αναφέρεται σε προηγούμενη σκέψη, να του εξασφαλίσει το όφελος των παροχών ανεργίας στο κράτος στο οποίο έχει τις καλύτερες ευκαιρίες για επαγγελματική αποκατάσταση.
40.
Η συνέπεια αυτή είναι, άλλωστε, ανεξάρτητη από την ύπαρξη, μεταξύ κρατών μελών, συμφωνίας κατ' εφαρμογήν του άρθρου 17 του κανονισμού. Όπως σημειώνει η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της, εάν υποτεθεί ότι δεν υπήρχε στην παρούσα περίπτωση μιά τέτοια συμφωνία, τότε, με βάση την αρχή εφαρμογής της lex loci laboris, o van Gestel θα υπήγετο στο βελγικό καθεστώς κοινωνικής ασφαλίσεως και θα είχε, συνεπώς, όπως κάθε άλλος ασφαλισμένος, δικαίωμα για επίδομα ανεργίας στο Βέλγιο. Εάν λοιπόν, ο van Gestel είχε, αν και μετατέθηκε στο Βέλγιο, διατηρήσει την κατοικία του στις Κάτω Χώρες, θα μπορούσε, επίσης, να ζητήσει, δυνάμει του άρθρου 71, παράγραφος 1, εδάφιο β', επίδομα ανεργίας στο κράτος αυτό, παρ' όλον ότι δεν θα υπήγετο πλέον στην ολλανδική νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως.
41.
Έτσι, οι περιστάσεις στις οποίες αναφέρεται το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα δεν αναιρούν το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα, ανωτέρω, σχετικά με την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 71 παράγραφος 1, εδάφιο β', περίπτωση ii, σε περιπτώσεις όμοιες με την παρούσα.
V — Πρόταση
42.
Ενόψει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν εθνικό δικαστήριο ως εξής:
Η διάταξη του άρθρου 71, παράγραφος 1, εδάφιο β', περίπτωση ii, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, πρέπει να ερμηνευθεί πως έχει την έννοια ότι αυτή εφαρμόζεται στην περίπτωση κατά την οποία μισθωτός παραμένει μεν, δυνάμει συμφωνίας συναφθείσης κατά το άρθρο 17 του κανονισμού, υπό το καθεστώς κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους της προηγούμενης απασχολήσεως του, περιέρχεται δε σε πλήρη ανεργία σε άλλο κράτος μέλος όπου κατοικούσε και εργαζόταν.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ελληνική.
( 1 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 138, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2001/83 του Συμβουλίου της 2ας Ιουνίου 1983, ΕΕ L 230, σ. 6.
( 2 ) Στο σημείο αυτό η απόφαση περί παραπομπής του αιτούντος δικαστηρίου παραθέτει την απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Οκτωβρίου 1984, 128/83, Guyot (Συλλογή 1984, σ. 3507).
( 3 ) ΕΕ C 1 της 4ης Ιανουαρίου 1994, σ. 14.
( 4 ) Βλ. 5η αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1408/71.
( 5 ) Βλ. απόφαση της 3ης Μαίου 1990, C-2/89, Kits van Heijningen, (Συλλογή 1990, σ. I-1755, σκέψη 12). Βλ. επίσης απόφαση της 10ης Ιουλίου 1986, 60/85, Luijten (Συλλογή 1986, σ. 2365, σκέψη 14).
( 6 ) Υπόθεση 101/83, Brosse (Συλλογή 1984, σ. 2223, σκέψη 16). Βλ. επίσης, απόφαση της 29ης Ιουνίου 1988, 58/87, Rebmann (Συλλογή 1988, σ. 3467).
( 7 ) Υπόθεση 227/81, Aubin (Συλλογή 1982, σ. 1991, σκέψη 11).
( 8 ) Προαναφερθείσα απόφαση Aubin, σκέψη 12. Βλ. επίσης αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1976, 39/76, Mouthaan (Συλλογή τόμος 1976, σ. 705) και της 29ης Ιουνίου 1988, 58/87, Rebmann (Συλλογή 1988, σ. 3467).
( 9 ) Εξαιρέσεις από τον γενικό κανόνα υπαγωγής στην lex loci laboris προβλέπει ο κανονισμός 1408/71, επίσης, στο άρθρο 25 παράγραφος 2, για τις παροχές ασθενείας ή μητρότητος και στο άρθρο 39 για τις παροχές αναπηρίας.
( 10 ) Απόφαση της 29ης Ιουλίου 1988, όπ. π., σκέψη 14.
( 11 ) Απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, 236/87, Anna Bergemann (Συλλογή 1988, σ. 5125, σκέψη 20). 3λ. επίσης απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1977, 76/76, Di Paolo (Συλλογή τόμος 1977, σ. 117). Επίσης, αποφάσεις της 12ης Ιουνίου 1986, 1/85, Horst Miethe (Συλλογή 1986, σ. 1837), και της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-216/89 Reibold (Συλλογή 1990, σ. I-4163).
( 12 ) Βλ. απόφαση Bergemann, σκέψη 18.
( 13 ) Βλ. προαναφερθείσα απόφαση Aubin, σκέψη 19. Βλ. επίσης προαναφερθείσα απόφαση Miethe, σκέψη 9.
( 14 ) Βλ. προαναφερθείσα απόφαση Miethe, σκέψη 9.
( 15 ) Συλλογή 1986, σ. 1838, ιδίως σ. 1841.
( 16 ) Βλ. άρθρο 1, στοιχεία ιξ' και ιε', του κανονισμού 1408/71.
( 17 ) ΕΕ C141 της 7ης Ιουνίου 1986, σ. 10 (3η αιτιολογική σκέψη).
( 18 ) Υπόθεση C-287/92, Alison Maitland Toosey (Συλλογή 1994, σ. I-279, σκέψη 13). Βλ. επίσης προαναφερθείσα απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1977, Di Paolo, σκέψη 11.
( 19 ) Η εν λόγω απόφαση παραπέμπει στις αποφάσεις της 17ης Φεβρουαρίου 1977, Di Paolo, της 11ης Οκτωβρίου 1984, Guyot, και της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, Bergemann, που προαναφέρθηκαν.
( 20 ) Σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο η', ως «κατοικία» νοείται η συνήθης διαμονή. Βλ. κατωτέρω για τα κριτήρια που επιτρέπουν, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 71 του κανονισμού, τον προσδιορισμό της κατοικίας.
( 21 ) Βλ. σχετικά την προαναφερθείσα απόφαση Bergemann της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, σκέψη 16.
( 22 ) Βλ. απόφαση της 8ης Ιουλίου 1992, C-102/91, Doris Knoen, (Συλλογή 1992, σ. I-4341), και απόφαση της 14ης Μαΐου 1981, 98/80, G. Romano (Συλλογή 1981, σ. 1241).
( 23 ) Προαναφερθείσα απόφαση Bergemann, σκέψη 21.
( 24 ) Απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 1984.
( 25 ) Βλ. τις προαναφερθείσες αποφάσεις της 17ης Φεβρουαρίου 1977, Di Paolo, σκέψη 22, της 13ης Νοεμβρίου 1990, Reibold, και της 8ης Ιουλίου 1992, Knoch, σκέψη 23.
( 26 ) Απόφαση της 8ης Ιουλίου 1992, σκέψη 24.
( 27 ) Απόφαση της 7ης Μαρτίου 1985, 145/84, Cochet (Συλλογή 1985, σ. 801, σκέψη 11).
( 28 ) Απόφαση της 17ης Μαίου 1984, όπ.π., σκέψεις 20 έως 23.
Full & Egal Universal Law Academy