Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1 To ερώτημα που υπέβαλε το Bundesarbeitsgericht (ομοσπονδιακό δικαστήριο εργατικών διαφορών) στην επίδικη υπόθεση θέτει το ζήτημα αν ορισμένες διατάξεις του Betriebsverfassungsgesetz (καταστατικού νόμου περί των εργασιακών σχέσεων εντός της επιχειρήσεως, στο εξής: BetrVG) συμβιβάζονται με την αρχή της ισότητας των αμοιβών ανδρών και γυναικών και συγκεκριμένα με το άρθρο 119 της Συνθήκης EOK και την οδηγία περί της ισότητας των αμοιβών (1). Το ίδιο ζήτημα εξετάσθηκε από το Δικαστήριο με την απόφασή του επί της υποθέσεως Bφtel (2). Το αιτούν δικαστήριο, μη έχοντας πειστεί από τη συλλογιστική του Δικαστηρίου στην ανωτέρω υπόθεση, ζητεί την επανεξέταση του ζητήματος.
2 Κατά το αιτούν δικαστήριο, τα μέλη του συμβουλίου εργαζομένων (Betriebsrat) εκπροσωπούν τα συμφέροντα των εργαζομένων της επιχειρήσεως. Βάσει του άρθρου 37, παράγραφος 1, του BetrVG, η θέση του μέλους σε συμβούλιο εργαζομένων αποτελεί άμισθο και τιμητικό αξίωμα. Το άρθρο 37, παράγραφος 2, ορίζει ότι τα μέλη του συμβουλίου εργαζομένων απαλλάσσονται, χωρίς μείωση του μισθού τους, από τις επαγγελματικές υποχρεώσεις τους, καθόσον τούτο είναι αναγκαίο για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ενόψει του μεγέθους και της φύσεως της οικείας επιχειρήσεως. Κατά το άρθρο 37, παράγραφος 6, το άρθρο 37, παράγραφος 2, έχει κατ' αναλογίαν εφαρμογή όταν πρόκειται για τη συμμετοχή μελών του συμβουλίου εργαζομένων σε επιμορφωτικά μαθήματα προς απόκτηση γνώσεων που είναι αναγκαίες για την άσκηση των καθηκόντων τους.
3 Η Lewark, η οποία ανήκει στο νοσηλευτικό προσωπικό του κέντρου αιμοκαθάρσεως του Kuratorium fόr Dialyse und Nierentransplantation eV στο Kaiserslautern, εργάζεται με μερική απασχόληση. Απασχολείται επί 7,7 ώρες ημερησίως επί τέσσερις ημέρες εβδομαδιαίως και οι συνολικές ώρες εργασίας της ανέρχονται σε 30,8 εβδομαδιαίως.
4 Το νοσηλευτικό προσωπικό του κέντρου αιμοκαθάρσεως αποτελείται από επτά άνδρες και δεκατέσσερις γυναίκες. Από τους άνδρες, έξι εργάζονται με πλήρη απασχόληση και ένας με μερική. Από τις γυναίκες, τέσσερις εργάζονται με πλήρη απασχόληση και δέκα με μερική. Η Lewark είναι μέλος του τριμελούς συμβουλίου εργαζομένων του κέντρου αιμοκαθάρσεως και το μόνο μερικώς απασχολούμενο μέλος.
5 Από τις 12 μέχρι τις 16 Νοεμβρίου 1990, βάσει αποφάσεως του συμβουλίου των εργαζομένων και με την έγκριση του εργοδότη της, η Lewark παρακολούθησε σειρά επιμορφωτικών μαθημάτων προκειμένου να αποκτήσει γνώσεις αναγκαίες για την άσκηση των καθηκόντων της ως μέλους του συμβουλίου εργαζομένων. Στις 13 Νοεμβρίου 1990, τα επιμορφωτικά μαθήματα διήρκεσαν επτάμισι ώρες. Δεδομένου ότι η Lewark εργαζόταν με μερική απασχόληση βάσει ενός ελαστικού συστήματος απασχολήσεως που εφήρμοζε ο εργοδότης της, δεν θα είχε υποχρέωση να εργαστεί την ημέρα εκείνη αν δεν παρακολουθούσε τα μαθήματα.
6 Σύμφωνα με το άρθρο 37, παράγραφος 6, του BetrVG, ο εργοδότης της Lewark της κατέβαλε, για τον χρόνο παρακολουθήσεως των μαθημάτων, τον συμβατικό μισθό της βάσει του συμβατικού χρόνου εργασίας της των 30,8 ωρών εβδομαδιαίως. Δεν της κατεβλήθη κανένα ποσό αντιστοιχούν στον χρόνο που η Lewark διέθεσε για τα μαθήματα της 13ης Νοεμβρίου 1990, δεδομένου ότι δεν είχε υποχρέωση να εργαστεί την ημέρα εκείνη.
7 Η Lewark ζήτησε, πλέον του συμβατικού μισθού της, «χρηματική αποζημίωση» για τις επτάμισι ώρες που αφιέρωσε στην παρακολούθηση των επιμορφωτικών μαθημάτων της 13ης Νοεμβρίου 1990. Η Lewark προέβαλε το επιχείρημα ότι δεν νοείται να απαιτείται από τα μερικώς απασχολούμενα στην επιχείρηση μέλη του συμβουλίου εργαζομένων να αφιερώνουν περισσότερο από τον ελευθέρο χρόνο τους απ' ό,τι τα πλήρως απασχολούμενα μέλη. Όπως ισχυρίστηκε η Lewark, η άρνηση να της χορηγηθεί χρηματική αποζημίωση ισοδυναμούσε με έμμεση διάκριση εις βάρος των γυναικών, κατά παράβαση του άρθρου 119 της Συνθήκης και της οδηγίας περί της ισότητας των αμοιβών. Το Arbeitsgericht (δικαστήριο εργατικών διαφορών), ενώπιον του οποίου άσκησε αγωγή η Lewark, δέχθηκε το αίτημά της. Το Kuratorium άσκησε έφεση ενώπιον του Landesarbeitsgericht (δικαστήριο εργατικών διαφορών ομοσπόνδου κράτους). Κατόπιν της απορρίψεως της εφέσεώς του, το Kuratorium άσκησε ενώπιον του Bundesarbeitsgericht αναίρεση, στα πλαίσια της οποίας το Bundesarbeitsgericht υπέβαλε το παρόν προδικαστικό ερώτημα.
8 Οι λόγοι που οδήγησαν το Landesarbeitsgericht στην απόρριψη της εφέσεως του Kuratorium εκτίθενται στη διάταξη περί παραπομπής. Το Landesarbeitsgericht δέχθηκε ότι η Lewark δεν είχε δικαίωμα να ζητήσει, βάσει του άρθρου 37 του BetrVG, χρηματική αποζημίωση. Εντούτοις, η μη χορήγηση χρηματικής αποζημιώσεως αποτελούσε έμμεση διάκριση λόγω φύλου, κατά παράβαση του άρθρου 119 της Συνθήκης και της οδηγίας περί της ισότητας των αμοιβών. Κατά το Landesarbeitsgericht, βάσει του γερμανικού καταστατικού νόμου περί των εργασιακών σχέσεων εντός της επιχειρήσεως, τα μερικώς απασχολούμενα μέλη του συμβουλίου των εργαζομένων ελάμβαναν χαμηλότερες αποδοχές από εκείνες των πλήρως απασχολουμένων μελών, με αποτέλεσμα να θίγονται πολύ περισσότερες γυναίκες απ' ό,τι άνδρες. Το Landesarbeitsgericht δεν διέθετε στατιστικά στοιχεία σχετικά με την αναλογία των γυναικών, μελών των συμβουλίων εργαζομένων, που εργάζονταν με μερική απασχόληση, σε σχέση με τους άνδρες μέλη των συμβουλίων εργαζομένων που εργάζονταν με μερική απασχόληση. Εντούτοις, σύμφωνα με επίσημες στατιστικές των τελών Ιουνίου 1991 σχετικά με την απασχόληση και την κοινωνική πολιτική, περίπου το 93,4 % όλων των μερικώς απασχολουμένων μισθωτών ήσαν γυναίκες και μόνον το 6,6 % άνδρες. Ενόψει της υπερβολικής σε αριθμό δυσαναλογίας μεταξύ των μερικώς απασχολουμένων ανδρών και γυναικών μισθωτών, το Landesarbeitsgericht θεώρησε ότι η ποσοστιαία αναλογία ανδρών-γυναικών στα συμβούλια εργαζομένων ήταν τουλάχιστον της ίδιας τάξεως. Το Landesarbeitsgericht έκρινε ότι δεν υπήρχαν λόγοι ικανοί να δικαιολογήσουν αντικειμενικώς τη διαφορετική μεταχείριση της Lewark, ως εργαζομένης με μερική απασχόληση, σε σχέση με τα άλλα, πλήρως απασχολούμενα, μέλη του συμβουλίου εργαζομένων.
9 Στη διάταξη περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι δεν προτίθεται να ακολουθήσει τη συλλογιστική του Landesarbeitsgericht επί των ζητημάτων κοινοτικού δικαίου. Το αιτούν δικαστήριο θα προτιμούσε να αποφανθεί ότι στην περίπτωση της Lewark δεν υπήρξε διάκριση λόγω φύλου, κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης και της οδηγίας περί της ισότητας των αμοιβών. Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει στην απόφαση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως Bφtel και αναγνωρίζει ότι η απόφαση αυτή δεν του επιτρέπει να αποφανθεί ότι δεν συντρέχει έμμεση διάκριση λόγω φύλου.
10 Στην υπόθεση Bφtel το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η αποζημίωση που καταβάλλεται βάσει του BetrVG σε μισθωτό-μέλος συμβουλίου εργαζομένων, επειδή παρακολούθησε επιμορφωτικά μαθήματα προκειμένου να αποκτήσει γνώσεις αναγκαίες για την εκτέλεση των καθηκόντων του, αποτελεί αμοιβή κατά το άρθρο 119 της Συνθήκης. Το Δικαστήριο δέχθηκε επίσης ότι, βάσει του BetrVG, τα μερικώς απασχολούμενα μέλη των συμβουλίων εργαζομένων τυγχάνουν διαφορετικής μεταχειρίσεως, όσον αφορά την αποζημίωση που εισπράττουν λόγω της συμμετοχής τους σε επιμορφωτικά μαθήματα, έναντι των πλήρως απασχολουμένων μελών. Τα μερικώς απασχολούμενα μέλη του συμβουλίου εργαζομένων αφιερώνουν τον ίδιο αριθμό ωρών για την παρακολούθηση επιμορφωτικών μαθημάτων με εκείνο των πλήρως απασχολουμένων μελών. Εντούτοις, αν τα επιμορφωτικά μαθήματα που λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια του ισχύοντος στην επιχείρηση πλήρους χρόνου εργασίας υπερβαίνουν σε χρόνο τον ατομικό χρόνο εργασίας των μερικώς απασχολουμένων μελών του συμβουλίου εργαζομένων, τα μέλη αυτά εισπράττουν μικρότερη αποζημίωση από εκείνη των πλήρως απασχολουμένων μελών. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι επρόκειτο για έμμεση διάκριση λόγω φύλου, εφόσον, κατά το εθνικό δικαστήριο, τα μερικώς απασχολούμενα μέλη του συμβουλίου εργαζομένων ήσαν ως επί το πλείστον γυναίκες, ενώ από τον φάκελο της κυρίας δίκης προέκυπτε ότι στο συμβούλιο εργαζομένων της επιχειρήσεως αυτής συμμετείχαν ως μέλη πολύ περισσότερες γυναίκες απ' ό,τι άνδρες εργαζόμενοι με μερική απασχόληση.
11 Στην υπόθεση Bφtel, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το άρθρο 119 της Συνθήκης και η οδηγία 75/117 περί της ισότητας των αμοιβών δεν επιτρέπει εθνική νομοθεσία, η οποία, εφαρμοζομένη σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό γυναικών απ' ό,τι ανδρών, περιορίζει, μέχρι του ορίου του ατομικού χρόνου εργασίας τους, την αποζημίωση που πρέπει να λαμβάνουν από τον εργοδότη τους, υπό μορφή αδείας μετ' αποδοχών ή αποζημιώσεως για υπερωριακή απασχόληση, τα μερικώς απασχολούμενα μέλη των συμβουλίων εργαζομένων λόγω της συμμετοχής τους σε επιμορφωτικά μαθήματα τα οποία τους παρέχουν τις αναγκαίες γνώσεις για την άσκηση των δραστηριοτήτων τους στα συμβούλια εργαζομένων και τα οποία λαμβάνουν μεν χώρα κατά τη διάρκεια του ισχύοντος στην επιχείρηση πλήρους χρόνου εργασίας αλλ' υπερβαίνουν σε χρόνο τον ατομικό χρόνο εργασίας υπό καθεστώς μερικής απασχολήσεως, τη στιγμή που τα πλήρως απασχολούμενα μέλη των συμβουλίων εργαζομένων αποζημιώνονται, λόγω της συμμετοχής τους στα ίδια επιμορφωτικά μαθήματα, με βάση τον πλήρη χρόνο απασχολήσεως. Το Δικαστήριο προσέθεσε ότι εναπέκειτο στο κράτος μέλος να αποδείξει ότι στοιχεία αντικειμενικά και ξένα προς κάθε διάκριση λόγω φύλου δικαιολογούσαν την εν λόγω νομοθεσία (3).
12 Το αιτούν δικαστήριο, μη έχοντας πειστεί από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Bφtel, εκτιμά ότι το αιτούν δικαστήριο της υποθέσεως εκείνης ενδέχεται να εξήγησε ανεπαρκώς το νομικό καθεστώς της ιδιότητας του μέλους συμβουλίου εργαζομένων βάσει του γερμανικού καταστατικού νόμου περί των εργασιακών σχέσεων εντός της επιχειρήσεως.
13 Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η θέση του μέλους συμβουλίου εργαζομένων δεν αποτελεί εργασία και ότι, συνεπώς, η αποζημίωση που καταβάλλεται στα μέλη του για την παρακολούθηση επιμορφωτικών μαθημάτων δεν αποτελεί αμοιβή κατά το άρθρο 119. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά επίσης ότι τα μερικώς απασχολούμενα στην επιχείρηση μέλη του συμβουλίου εργαζομένων δεν τυγχάνουν διαφορετικής μεταχειρίσεως έναντι των πλήρως απασχολουμένων μελών. Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι υφίσταται διαφορετική μεταχείριση, η διαφορά αυτή δικαιολογείται αντικειμενικώς.
14 Στη διάταξη περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο εξηγεί τη ratio του άρθρου 37 του BetrVG. Ο γερμανικός καταστατικός νόμος περί των εργασιακών σχέσεων εντός της επιχειρήσεως απαγορεύει κάθε δυσμενή ή προνομιακή μεταχείριση των μελών των συμβουλίων εργαζομένων (4), ώστε να διασφαλίζεται η ανεξαρτησία τους και να αποφεύγεται ο κίνδυνος επηρεασμού τους, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, λόγω κτήσεως ή πιθανολογουμένης απωλείας υλικού οφέλους. Ευθυγραμμιζόμενο προς τον σκοπό αυτό, το άρθρο 37, παράγραφος 1, ορίζει ότι η θέση του μέλους συμβουλίου εργαζομένων αποτελεί άμισθο και τιμητικό αξίωμα. Το άρθρο 37, παράγραφος 2, έχει ως σκοπό να διασφαλίζει ότι τα μέλη του συμβουλίου εργαζομένων δεν υφίστανται απώλεια αποδοχών συνεπεία της ασκήσεως των καθηκόντων τους. Ως εκ τούτου, τα μέλη του συμβουλίου εργαζομένων λαμβάνουν από τον εργοδότη τους αποζημίωση για την απώλεια αποδοχών που συνδέεται με τις διατεθείσες για την άσκηση των καθηκόντων τους ώρες εργασίας. Δυνάμει του άρθρου 37, παράγραφος 6, του BetrVG, το ίδιο ισχύει και για τις ώρες εργασίας που διέθεσαν τα μέλη παρακολουθώντας επιμορφωτικά μαθήματα που τους παρέχουν γνώσεις αναγκαίες για την άσκηση των καθηκόντων τους.
15 Υπό το φως των ανωτέρω παρατηρήσεων, το Bundesarbeitsgericht υπέβαλε το ακόλουθο ερώτημα:
«Κωλύει η απαγόρευση των εμμέσων διακρίσεων λόγω φύλου ως προς τις αποδοχές όπως αυτή διατυπώνεται στο άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ και στην οδηγία 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών, τον εθνικό νομοθέτη να προσδίδει στη θέση του μέλους συμβουλίου εργαζομένων τη μορφή τιμητικού και αμίσθου αξιώματος και να προστατεύει τα μέλη των συμβουλίων εργαζομένων μόνον από τις τυχόν απώλειες αποδοχών που άλλως θα υφίσταντο λόγω του ότι η συμμετοχή τους στα συμβούλια αυτά έχει ως αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να παρέχουν εργασία καθόλον τον χρόνο που προβλέπει η σύμβαση εργασίας τους;»
16 Η Γερμανική Κυβέρνηση συντάσσεται με τα επιχειρήματα που εκτίθενται στη διάταξη περί παραπομπής και υποστηρίζει ότι στο υποβληθέν ερώτημα επιβάλλεται αρνητική απάντηση.
17 Αξίζει να σημειωθεί ότι στην υπόθεση C-278/93, Freers και Speckmann, το Arbeitsgericht Bremen υπέβαλε στο Δικαστήριο ερώτημα το οποίο θέτει κατ' ουσίαν το ίδιο ζήτημα με αυτό της παρούσας υποθέσεως. Ο γενικός εισαγγελέας Darmon, με τις προτάσεις της 5ης Ιουλίου 1994, είχε εισηγηθεί να δοθεί απάντηση συνάδουσα προς την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Bφtel.
18 Το ερώτημα που υποβάλλεται στην παρούσα υπόθεση αναφέρει τόσο το άρθρο 119 της Συνθήκης όσο και την οδηγία περί της ισότητας των αμοιβών. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 1 της οδηγίας έχει ως κύριο σκοπό τη διευκόλυνση της πρακτικής εφαρμογής της προβλεπομένης στο άρθρο 119 αρχής της ισότητας των αμοιβών, αλλ' ουδόλως τροποποιεί το περιεχόμενο ή το πεδίο εφαρμογής της που προσδιορίζει η Συνθήκη (5). ηΟσον αφορά την παρούσα υπόθεση, οι δύο διατάξεις μπορούν να εξετασθούν από κοινού. Προτίθεμαι να αναφερθώ, πρώτον, στο ζήτημα της αμοιβής, δεύτερον, στο ζήτημα της ίσης μεταχειρίσεως και, τρίτον, στο ζήτημα της δικαιολογητικής βάσεως.
Το ζήτημα της αμοιβής
19 Το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, κατά τον BetrVG, η θέση του μέλους συμβουλίου εργαζομένων είναι άμισθο και τιμητικό αξίωμα και ότι τα μέλη του συμβουλίου των εργαζομένων εκπροσωπούν τα συμφέροντα των μισθωτών της επιχειρήσεως. Ασκούν τα καθήκοντά τους ανεπηρέαστα, χωρίς να υποχρεούνται να ακολουθούν τις οδηγίες του εργοδότη τους. Εξυπακούεται ότι η παρακολούθηση, από τα μέλη του συμβουλίου εργαζομένων, επιμορφωτικών μαθημάτων προς άσκηση γνώσεων αναγκαίων για την απόκτηση των καθηκόντων τους δεν αποτελεί παροχή εργασίας. Κατά το άρθρο 37, παράγραφος 6, του BetrVG, το μέλος του συμβουλίου εργαζομένων που παρακολουθεί τα εν λόγω μαθήματα δεν λαμβάνει ως αντάλλαγμα αμοιβή, αλλ' απλώς προστατεύεται από τον κίνδυνο να υποστεί απώλεια αποδοχών συνεπεία της ασκήσεως των καθηκόντων του ως μέλους. Οσάκις μέλος του συμβουλίου εργαζομένων αφιερώνει τον ελεύθερο χρόνο του σε δραστηριότητες του συμβουλίου εργαζομένων ή σε επιμορφωτικά μαθήματα, δεν αμείβεται για τις δραστηριότητες αυτές. Η αποζημίωση λόγω απωλείας αποδοχών που καταβάλλεται στα μέλη του συμβουλίου εργαζομένων βάσει του άρθρου 37, παράγραφος 6, του BetrVG δεν αποτελεί αμοιβή κατά το άρθρο 119 της Συνθήκης. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι ο όρος «εργασία» του άρθρου 119 της Συνθήκης σημαίνει τη βάσει εντολών παροχή υπηρεσιών στα πλαίσια συμβατικής εργασιακής σχέσεως και δεν περιλαμβάνει την άσκηση των καθηκόντων του μέλους συμβουλίου εργαζομένων.
20 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η έννοια της αμοιβής, κατά το άρθρο 119 της Συνθήκης, περιλαμβάνει κάθε άλλο όφελος, είτε εις χρήμα είτε εις είδος, παρόν ή μέλλον, υπό την προϋπόθεση ότι ο εργαζόμενος τη λαμβάνει, έστω και εμμέσως, λόγω της παρεχομένης στον εργοδότη του εργασίας. Δεν ενδιαφέρει αν η αντιπαροχή αυτή καταβάλλεται δυνάμει συμβάσεως εργασίας, νομοθετικής διατάξεως ή εκουσίως (6). Βάσει των σκέψεων αυτών, το Δικαστήριο αποφάνθηκε επ' ευκαιρία της υποθέσεως Bφtel ότι η αποζημίωση που καταβάλλεται σε μισθωτό-μέλος του συμβουλίου εργαζομένων, δυνάμει του άρθρου 37, παράγραφος 6, του BetrVG, αποτελεί αμοιβή κατά την έννοια του άρθρου 119. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, μολονότι η αποζημίωση δεν απορρέει, ως τοιαύτη, από τη σύμβαση εργασίας, εντούτοις καταβάλλεται από τον εργοδότη δυνάμει νομοθετικών διατάξεων και λόγω της υπάρξεως συμβάσεως εργασίας. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι τα μέλη του συμβουλίου εργαζομένων είναι κατ' ανάγκην μισθωτοί της επιχειρήσεως επιφορτισμένοι με τη διαφύλαξη των συμφερόντων του προσωπικού και την κατ' αυτόν τον τρόπο προώθηση αρμονικών εργασιακών σχέσεων χάριν του ευρύτερου συμφέροντος της επιχειρήσεως. Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η καταβολή της αποζημιώσεως έχει ως σκοπό να εξασφαλίζει στα μέλη του συμβουλίου εισόδημα, μολονότι απέχουν από τα καθήκοντά τους που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας κατά την περίοδο των επιμορφωτικών μαθημάτων (7).
21 Η δυσκολία εν προκειμένω ανακύπτει λόγω του ότι τα μέλη του συμβουλίου εργαζομένων που συμμετέχουν σε επιμορφωτικά μαθήματα δεν αμείβονται, υπό την αυστηρή έννοια του όρου, για παρεχόμενη εργασία. Το αποτέλεσμα του άρθρου 37, παράγραφος 6, του BetrVG έγκειται στο ότι τα μέλη διατηρούν το δικαίωμα επί των αποδοχών τους μολονότι δεν εργάζονται κατά την περίοδο των επιμορφωτικών μαθημάτων. Εντούτοις, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, προκειμένου να αποτελεί αμοιβή ένα όφελος, δεν είναι αναγκαίο να καταβάλλεται από τον εργοδότη στον μισθωτό ως αντιπαροχή για την παροχή εργασίας. Οι καταβαλλόμενες ανελλιπώς αποδοχές, οσάκις τούτο προβλέπεται νομοθετικώς, δεν παύουν να αποτελούν αμοιβή μολονότι ο μισθωτός δεν παρέχει την προβλεπόμενη συμβατικώς εργασία. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο ανελλιπώς καταβαλλόμενος μισθός, ακόμη και σε περίπτωση ασθενείας του μισθωτού, αποτελεί αμοιβή κατά την έννοια του άρθρου 119 (8).
22 Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο στην υπόθεση Bφtel, η αποζημίωση που καταβάλλεται σε μέλος του συμβουλίου εργαζομένων επειδή παρακολούθησε επιμορφωτικά μαθήματα, βάσει του άρθρου 37, παράγραφος 6, του BetrVG, αποτελεί «αμοιβή» κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης και της οδηγίας περί των ισότητας των αμοιβών. Εντούτοις, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, βάσει των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, η αποζημίωση μπορεί εν προκειμένω να θεωρηθεί ως αμοιβή μόνον υπό την ευρύτατη έννοια του όρου. Ακόμη και αν ο ανελλιπώς καταβαλλόμενος μισθός στα πλαίσια της ασκήσεως των εν λόγω δραστηριοτήτων κατά τη διάρκεια των κανονικών ωρών εργασίας μπορεί να θεωρηθεί ως αμοιβή, είναι λιγότερο σαφές αν τούτο ισχύει όταν πρόκειται για αμοιβή στα πλαίσια της ασκήσεώς τους εκτός του χρόνου εργασίας.
Το ζήτημα της ίσης μεταχειρίσεως
23 Στη διάταξη περί παραπομπής το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, ακόμη και αν η αποζημίωση, την οποία λαμβάνουν τα μέλη του συμβουλίου εργαζομένων για την παρακολούθηση επιμορφωτικών μαθημάτων, θεωρηθεί ως αμοιβή κατά την έννοια του άρθρου 119, και πάλι δεν συντρέχει διαφορετική μεταχείριση των πλήρως απασχολουμένων έναντι των μερικώς απασχολουμένων μελών του συμβουλίου εργαζομένων. Και οι δύο κατηγορίες μελών προστατεύονται εξίσου από τον κίνδυνο απωλείας αποδοχών εκ της παρακολουθήσεως επιμορφωτικών μαθημάτων. Βάσει του άρθρου 37, παράγραφος 6, του BetrVG, τα μέλη του συμβουλίου εργαζομένων που παρακολουθούν επιμορφωτικά μαθήματα αμείβονται όπως θα αμείβονταν αν δεν παρακολουθούσαν τα επιμορφωτικά μαθήματα κατά τον ατομικό χρόνο εργασίας τους. Οσάκις τα επιμορφωτικά μαθήματα διαρκούν πέραν του ατομικού χρόνου εργασίας των μελών του συμβουλίου εργαζομένων, τόσον οι μερικώς απασχολούμενοι όσο και οι πλήρως απασχολούμενοι μισθωτοί δεν αμείβονται επιπλέον του συμβατικού μισθού τους για την παρακολούθηση των μαθημάτων.
24 Με την απόφαση Bφtel, το Δικαστήριο απέρριψε τη συλλογιστική αυτή, κρίνοντας ότι και οι δύο κατηγορίες μελών του συμβουλίου εργαζομένων αφιέρωναν τον ίδιον αριθμό ωρών στην παρακολούθηση επιμορφωτικών μαθημάτων. Αν όμως τα επιμορφωτικά μαθήματα που πραγματοποιούνταν κατά τη διάρκεια του ισχύοντος στην επιχείρηση πλήρους χρόνου εργασίας υπερέβαιναν σε χρόνο τον ατομικό χρόνο εργασίας των μερικώς απασχολουμένων μελών του συμβουλίου εργαζομένων, τα μέλη αυτά εισέπρατταν από τον εργοδότη τους αποζημίωση κατώτερη από εκείνη των πλήρως απασχολουμένων μελών του συμβουλίου εργαζομένων και, ως εκ τούτου, υφίσταντο διαφορετική μεταχείριση (9).
25 Στην υπόθεση Bφtel προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι η διαφορετική μεταχείριση των πλήρως απασχολουμένων έναντι των μερικώς απασχολουμένων μισθωτών οφειλόταν αποκλειστικά και μόνον στη διαφορά του ωραρίου εργασίας δεδομένου ότι, κατά το γερμανικό δίκαιο, η αποζημίωση εχορηγείτο αδιακρίτως σε συνάρτηση αποκλειστικά και μόνο των ωρών εργασίας και για μη παρασχεθείσα εργασία λόγω συμμετοχής στα επιμορφωτικά μαθήματα. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η μέθοδος αυτή υπολογισμού της αποζημιώσεως δεν μετέβαλλε το γεγονός ότι τα μερικώς απασχολούμενα μέλη του συμβουλίου εργαζομένων ελάμβαναν χαμηλότερη αποζημίωση απ' ό,τι οι πλήρως απασχολουμένοι συναδέλφοί τους, ενώ στην πραγματικότητα και για τις δύο κατηγορίες μισθωτών προσμετρείτο αδιακρίτως ο ίδιος αριθμός ωρών επιμορφώσεως που θα τους επέτρεπε να καταστούν ικανοί να προασπίζουν αποτελεσματικά τα συμφέροντα των μισθωτών, χάριν των καλών εργασιακών σχέσεων και προς το ευρύτερο καλό της επιχειρήσεως (10). Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ήταν ενδεχόμενο η κατάσταση αυτή να αποτρέπει μισθωτούς της κατηγορίας των εργαζομένων με μερική απασχόληση, στην οποία αναντίρρητα ανήκαν κατά το μεγαλύτερο ποσοστό γυναίκες, από το να μετέχουν σε συμβούλια εργαζομένων ή από το να αποκτούν τις αναγκαίες συναφώς γνώσεις, με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσχερέστερη για την κατηγορία αυτή εργαζομένων η εκπροσώπησή τους από μέλη του συμβουλίου εργαζομένων που διέθεταν τα κατάλληλα προσόντα (11).
26 Είναι σαφές ότι δεν υφίσταται διαφορετική μεταχείριση των πλήρως απασχολουμένων έναντι των μερικώς απασχολουμένων μισθωτών, οσάκις τα επιμορφωτικά μαθήματα πραγματοποιούνται εκτός του χρόνου εργασίας αμφοτέρων. Στην περίπτωση αυτή, ούτε οι πλήρως απασχολούμενοι ούτε οι μερικώς απασχολούμενοι μισθωτοί δικαιούνται αποζημιώσεως βάσει του άρθρου 37 του BetrVG. Εντούτοις, σε περίπτωση που τα επιμορφωτικά μαθήματα πραγματοποιούνται εντός του κανονικού χρόνου εργασίας των πλήρως απασχολουμένων μισθωτών αλλά εκτός του ατομικού χρόνου εργασίας των μερικώς απασχολουμένων μισθωτών, οι δεύτεροι τίθενται σε μειονεκτική θέση διότι καλούνται να θυσιάσουν τον ελεύθερο χρόνο τους. Η διάταξη περί παραπομπής δέχεται ότι, βάσει των διατάξεων του BetrVG, αναμένεται από τους κατόχους αμίσθων και τιμητικών αξιωμάτων να θυσιάζουν τον ελεύθερο χρόνο τους, όποτε είναι απαραίτητο, για την άσκηση των καθηκόντων τους. Εντούτοις, τούτο δεν εξαλείφει την ανισότητα μεταξύ πλήρως και μερικώς απασχολουμένων μισθωτών, δεδομένου ότι, υπό τις ανωτέρω συνθήκες, μόνον η δεύτερη κατηγορία μισθωτών καλείται να υποβληθεί στη θυσία αυτή.
27 Πάντως, πρέπει να αναγνωρισθούν ορισμένα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά της εν λόγω καταστάσεως ανισότητας, τα οποία ενδέχεται να αποδειχθούν ότι ασκούν επιρροή στο ζήτημα της δικαιολογητικής βάσεως. Κατ' αρχάς, οι εθνικές διατάξεις δεν εισάγουν εκ πρώτης όψεως δυσμενή διάκριση· έχουν εφαρμογή τόσο στους πλήρως όσο και στους μερικώς απασχολουμένους μισθωτούς και κάθε ανισότητα που απορρέει από αυτές είναι επακόλουθη, ήτοι συμπτωματική λόγω της καταστάσεως ορισμένων μερικώς απασχολουμένων μισθωτών. Η διαπίστωση αυτή έρχεται σε ανίθεση με το ότι πολλές υποθέσεις που ήχθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου αφορούσαν ευθεία διάκριση εις βάρος των μερικώς απασχολουμένων μισθωτών (και ως εκ τούτου έμμεση διάκριση εις βάρος των γυναικών, οι οποίες αποτελούσαν την πλειονότητα των μερικώς απασχολουμένων μισθωτών). Στην υπόθεση Bilka (12), επί παραδείγματι, το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί σε σχέση με ένα επικουρικό συνταξιοδοτικό σύστημα, κατά το οποίο οι μερικώς απασχολούμενοι μισθωτοί εδικαιούντο συντάξεως μόνον εφόσον είχαν εργασθεί με πλήρη απασχόληση επί ορισμένο χρονικό διάστημα. Στην υπόθεση Rinner-Kόhn (13), ο γερμανικός νόμος περί μη διακοπής της καταβολής μισθών σε περίπτωση ασθενείας απέκλειε από το πεδίο εφαρμογής του τους μερικώς απασχολουμένους μισθωτούς. Αντιθέτως, το άρθρο 37 του BetrVG δεν διακρίνει μεταξύ πλήρως και μερικώς απασχολουμένων μισθωτών, εφαρμοζόμενο θεωρητικώς και στις δύο κατηγορίες.
28 Όταν ένα μέτρο δεν διακρίνει εκ πρώτης όψεως μεταξύ πλήρως και μερικώς απασχολουμένων μισθωτών, καθίσταται δυσχερέστερο να αποδειχθεί ότι συντρέχει έμμεση διάκριση λόγω φύλου. Στην υπόθεση Helmig κ.λπ. (14) προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι οι διατάξεις συλλογικών συμβάσεων εργασίας που επιτρέπουν τις προσαυξήσεις μισθού λόγω υπερωριακής απασχολήσεως μόνο για τις υπερωρίες που πραγματοποιούνται πέραν του κανονικού χρόνου εργασίας και, ως εκ τούτου, δεν αναγνωρίζουν υπέρ των μερικώς απασχολουμένων μισθωτών το δικαίωμα να λαμβάνουν προσαυξήσεις λόγω υπερωριακής απασχολήσεως για τις ώρες που εργάστηκαν πέραν του ατομικού χρόνου εργασίας τους, αντιβαίνουν στο άρθρο 119 της Συνθήκης και στην οδηγία περί της ισότητας των αμοιβών. Εντούτοις, ενόψει των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι μερικώς απασχολούμενοι μισθωτοί ελάμβαναν τις ίδιες συνολικές αποδοχές με εκείνες των πλήρως απασχολουμένων για τον ίδιον αριθμό ωρών εργασίας και ότι συνεπώς δεν στοιχειοθετούνταν διαφορετική μεταχείριση.
29 Στην παρούσα υπόθεση, ενόψει των βασικών χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του γερμανικού συστήματος, προφανώς η διαφορετική μεταχείριση είναι από ορισμένες απόψεις φυσικό επακόλουθο της διαφοράς μεταξύ πλήρως και μερικώς απασχολουμένων μισθωτών. Εκ των πραγμάτων, είναι πιθανότερο οι μερικώς απασχολούμενοι μισθωτοί να αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στις εν λόγω δραστηριότητες σε σχέση με τον χρόνο εργασίας τους απ' ό,τι οι πλήρως απασχολούμενοι μισθωτοί και είναι επίσης πιθανότερο οι εργαζόμενοι με μερική απασχόληση να μετέχουν στις εν λόγω δραστηριότητες εκτός του κανονικού χρόνου εργασίας τους. Επιπλέον, αν τους οφειλόταν αποζημίωση για τον χρόνο αυτόν, θα μπορούσε να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι απολαύουν ιδιαιτέρου πλεονεκτήματος σε σύγκριση με τους λοιπούς μερικώς απασχολουμένους μισθωτούς, οι οποίοι δεν δικαιούνται να παρατείνουν τον χρόνο εργασίας τους για να τύχουν πρόσθετης αμοιβής. Εν πάση περιπτώσει, θα ήταν δύσκολο να επιτευχθεί απόλυτη ισότητα μεταχειρίσεως μεταξύ πλήρως και μερικώς απασχολουμένων μισθωτών. Πράγματι, φαίνεται αμφίβολο αν είναι νοητή οποιαδήποτε μέθοδος απόλυτης ισότητας χωρίς τον κίνδυνο υπονομεύσεως των βασικών αρχών του γερμανικού συστήματος, σύμφωνα με τις οποίες δεν πρέπει να υφίσταται ούτε δυσμενής ούτε προνομιακή μεταχείριση των μισθωτών-μελών των συμβουλίων εργαζομένων. Τα θέματα αυτά επιβάλλεται να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση του ζητήματος της δικαιολογητικής βάσεως.
Το ζήτημα της δικαιολογητικής βάσεως
30 Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι οι πλήρως απασχολούμενοι υφίστανται διαφορετική μεταχείριση έναντι των μερικώς απασχολουμένων μισθωτών, τούτο δικαιολογείται αντικειμενικώς τόσον από το γεγονός ότι η θέση του μέλους του συμβουλίου εργαζομένων αποτελεί άμισθο και τιμητικό αξίωμα όσο και από τους σκοπούς που επιδιώκει ο γερμανικός καταστατικός νόμος περί των εργασιακών σχέσεων εντός της επιχειρήσεως. Με την απόφαση Bφtel το Δικαστήριο δεν διεξήλθε ειδικώς το ζήτημα αυτό. Πριν αναλύσω τα επιχειρήματα που εκτίθενται στη διάταξη περί παραπομπής και αυτά που προβάλλουν η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, είναι χρήσιμο να εγκύψω στη νομολογία του Δικαστηρίου περί της αντικειμενικής δικαιολογητικής βάσεως στα πλαίσια της έμμεσης διακρίσεως λόγω φύλου.
31 Το Δικαστήριο δέχεται παγίως ότι εναπόκειται εν τέλει στο εθνικό δικαστήριο, που είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά και να ερμηνεύσει την εθνική νομοθεσία, να προσδιορίσει αν και σε ποιο βαθμό μια νομοθετική διάταξη, η οποία, μολονότι εφαρμόζεται ανεξαρτήτως φύλου του εργαζομένου, στην πραγματικότητα πλήττει μεγαλύτερο αριθμό γυναικών απ' ό,τι ανδρών, δικαιολογείται από λόγους αντικειμενικούς και ξένους προς κάθε διάκριση λόγω φύλου (15).
32 Πάντως, το Δικαστήριο παρέσχε κατευθυντήριες γραμμές επί του ζητήματος της δικαιολογητικής βάσεως, αποφαινόμενο ότι τόσον οικονομικοί όσο και λόγοι κοινωνικής πολιτικής μπορούν να αποτελούν αντικειμενικώς δικαιολογούμενες βάσεις. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι στις αντικειμενικώς δικαιολογούμενες οικονομικές βάσεις περιλαμβάνονται, ενδεχομένως εφόσον οφείλονται στις ανάγκες και στους σκοπούς της επιχειρήσεως, διάφορα κριτήρια, όπως είναι η ευελιξία του εργαζομένου ή η προσαρμοστικότητά του σε ωράρια και τόπους εργασίας, η κατάρτισή του ή η προϋπηρεσία του στην επιχείρηση (16). Με την απόφαση Enderby το Δικαστήριο έκρινε ότι η κατάσταση της αγοράς εργασίας, η οποία μπορεί να οδηγήσει τον εργοδότη στην αύξηση της αμοιβής συγκεκριμένης θέσεως εργασίας προκειμένου να προσελκύσει υποψηφίους, μπορεί να αποτελεί αντικειμενικώς δικαιολογούμενη βάση (17). Το Δικαστήριο επισήμανε ότι, εφαρμόζοντας το κοινοτικό δίκαιο, οι εθνικές αρχές πρέπει να τηρούν την αρχή της αναλογικότητας. Ως εκ τούτου, οσάκις το εθνικό δικαστήριο είναι σε θέση να προσδιορίσει επακριβώς κατά ποια αναλογία η αύξηση της αμοιβής οφείλεται σε παράγοντες της αγοράς, οφείλει να διαπιστώσει ότι η διαφορετική αμοιβή δικαιολογείται αντικειμενικώς κατά την αναλογία αυτή (18).
33 Στην υπόθεση Bilka προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι ο αποκλεισμός των μερικώς απασχολουμένων μισθωτών από το συνταξιοδοτικό σύστημα του εργοδότη, γεγονός που επηρέαζε δυσμενώς πολύ μεγαλύτερο αριθμό ανδρών απ' ό,τι γυναικών, αποσκοπούσε απλώς στην αποθάρρυνση της μερικής απασχολήσεως, δεδομένου ότι γενικώς οι μερικώς απασχολούμενοι μισθωτοί αρνούνταν να εργαστούν μέχρις αργά το απόγευμα καθώς και τα Σάββατα. Προκειμένου να εξασφαλισθεί η παρουσία επαρκούς εργατικού δυναμικού κατά τον χρόνο αυτό, ήταν αναγκαίο να καταστεί η πλήρης απασχόληση ελκυστικότερη από τη μερική, με τη θέσπιση του δικαιώματος συμμετοχής στο συνταξιοδοτικό σύστημα μόνον υπέρ των πλήρως απασχολουμένων μισθωτών. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, αν το εθνικό δικαστήριο εκτιμά ότι τα επιλεγέντα από τον εργοδότη μέτρα εξυπηρετούν πραγματική ανάγκη της επιχειρήσεως, είναι πρόσφορα για την επίτευξη των διωκομένων σκοπών και αναγκαία προς τούτο, το γεγονός ότι τα μέτρα πλήττουν πολύ μεγαλύτερο αριθμό γυναικών απ' ό,τι ανδρών δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί παράβαση του άρθρου 119 (19).
34 Στην υπόθεση Rinner-Kόhn το Δικαστήριο κλήθηκε να εξετάσει τον γερμανικό καταστατικό νόμο περί της μη διακοπής της καταβολής μισθών, κατά τον οποίο ο εργοδότης ήταν υποχρεωμένος να συνεχίσει για ορισμένο χρονικό διάστημα να καταβάλλει μισθούς σε όσους μισθωτούς κατέστησαν ανίκανοι προς εργασία μετά την ανάληψη των καθηκόντων τους και χωρίς υπαιτιότητά τους. Εντούτοις, δεν ενέπιπταν στις ευεργετικές αυτές διατάξεις οι μισθωτοί των οποίων η σύμβαση εργασίας προέβλεπε ως κανονικό χρόνο εργασίας απασχόληση μη υπερβαίνουσα τις 10 ώρες εβδομαδιαίως ή τις 45 ώρες μηνιαίως. Προκειμένου να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό τους, η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι οι μισθωτοί αυτοί δεν ήσαν τόσο ενταγμένοι στην εργοδότρια επιχείρηση ή τόσο εξαρτημένοι από αυτήν όσο άλλοι μισθωτοί. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι (20):
«(...)οι σκέψεις αυτές, επειδή αποτελούν απλώς γενικεύσεις που αφορούν ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων, δεν καθιστούν δυνατή τη συναγωγή κριτηρίων αντικειμενικών και ξένων προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο. Αντίθετα, αν το κράτος μέλος είναι σε θέση να αποδείξει ότι τα επιλεγόμενα μέσα εξυπηρετούν επιτακτικό σκοπό της κοινωνικής τους πολιτικής και ότι είναι πρόσφορα και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού, το γεγονός και μόνο ότι η νομοθετική διάταξη πλήττει πολύ μεγαλύτερο αριθμό εργαζομένων γυναικών απ' ό,τι εργαζομένων ανδρών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παράβαση του άρθρου 119.»
35 Παρόμοια ερμηνεία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Nimz (21). Η επίμαχη στην εν λόγω υπόθεση συλλογική σύμβαση εργασίας απαιτούσε οι μισθωτοί που εργάζονταν μεταξύ του ημίσεος και των τριών τετάρτων του χρόνου εργασίας ενός πλήρως απασχολουμένου μισθωτού να έχουν συμπληρώσει τον διπλάσιο χρόνο εργασίας απ' ό,τι οι πλήρως απασχολούμενοι μισθωτοί για να μπορούν να υπαχθούν στο αμέσως ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο. Προκειμένου να δικαιολογηθεί η διαφορετική μεταχείριση, προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι οι πλήρως απασχολούμενοι μισθωτοί ή όσοι εργάζονταν κατά τα τρία τέταρτα του κανονικού χρόνου εργασίας αποκτούσαν ταχύτερα τις ικανότητες και την εξειδίκευση που σχετίζονται με τη συγκεκριμένη εργασία τους. Απαντώντας στο επιχείρημα αυτό, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι (22):
«(...) Παρόλον ότι ο χρόνος υπηρεσίας συμβαδίζει με την πείρα, η οποία επιτρέπει καταρχήν στον εργαζόμενο να εκπληρώνει καλύτερα τα καθήκοντά του, η αντικειμενικότητα του κριτηρίου αυτού εξαρτάται απ' όλες τις περιστάσεις κάθε περιπτώσεως, ιδίως δε από τη σχέση μεταξύ της φύσεως του ασκουμένου καθήκοντος και της πείρας που κτήθηκε με την άσκηση του καθήκοντος αυτού μετά από ορισμένο αριθμό πραγματοποιηθεισών ωρών εργασίας. Πάντως, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο να αξιολογήσει τα πραγματικά περιστατικά, να ορίσει, ενόψει όλων των περιστάσεων, αν και σε ποιο βαθμό δικαιολογείται μια διάταξη συλλογικής συμβάσεως, όπως η προκειμένη, από λόγους αντικειμενικούς και ξένους προς κάθε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο.»
36 Στην υπόθεση Kowalska (23), ως δικαιολογητική βάση για τη μη χορήγηση στους μερικώς απασχολουμένους μισθωτούς αποζημιώσεως που καταβάλλεται κατά τη συνταξιοδότηση λόγω παύσεως της σχέσεως εργασίας προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι οι μερικώς απασχολούμενοι μισθωτοί δεν κάλυπταν τις ανάγκες τους και τις ανάγκες των οικογενειών τους αποκλειστικώς με τις αποδοχές εκ της εργασίας τους και ότι, ως εκ τούτου, οι εργοδότες δεν όφειλαν προσωρινή ενίσχυση στους μερικώς απασχολουμένους μισθωτούς. Το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί της προβληθείσας δικαιολογητικής βάσεως, καταλείποντας το θέμα στην αποκλειστική κρίση του εθνικού δικαστηρίου.
37 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου είναι δυνατόν να αντληθούν τα ακόλουθα συμπεράσματα όσον αφορά την αντικειμενική θεμελίωση. Εφόσον αποδειχθεί ότι ένα μέτρο επηρεάζει στην πράξη σημαντικά μεγαλύτερο αριθμό μισθωτών του ενός φύλου απ' ό,τι του άλλου, το βάρος της αποδείξεως ότι αντικειμενικοί λόγοι δικαιολογούν τη διαφορετική μεταχείριση φέρει αυτός που τους επικαλείται, συνήθως δε ο εργοδότης ή το κράτος μέλος, αναλόγως της υποθέσεως (24). Δεύτερον, μολονότι το Δικαστήριο δίνει κατά περίπτωση κατευθυντήριες γραμμές, είναι συχνά αναγκαίο να επαφίεται στο εθνικό δικαστήριο ο προσδιορισμός του κατά πόσον τα προβαλλόμενα επιχειρήματα είναι ικανά να δικαιολογήσουν τη διαφορετική μεταχείριση ανδρών και γυναικών ενόψει των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της αναλογικότητας. Αλλά το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει ένα επιχείρημα αν ανάγεται γενικώς και αορίστως σε ορισμένες κατηγορίες μισθωτών, όπως έπραξε στις υποθέσεις Rinner-Kόhn και Nimz, ή αν δεν είναι καταφανώς πειστικό και η αξιολόγησή του δεν εξαρτάται από την εκτίμηση των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, στην οποία μόνο το εθνικό δικαστήριο είναι σε θέση προβεί (25).
38 Κατά την άποψή μου, μπορεί επιπλέον να γίνει διάκριση μεταξύ οικονομικών λόγων και λόγων κοινωνικής πολιτικής. Οσάκις προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η διαφορετική μεταχείριση ανδρών και γυναικών δικαιολογείται από οικονομικούς λόγους, τότε συνήθως απαιτείται η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της εκάστοτε υποθέσεως, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, των απαιτήσεων της αγοράς και του ενδιαφερομένου εργοδότη. Οσάκις η διαφορετική μεταχείριση απορρέει ευθέως από την εθνική νομοθεσία και προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι δικαιολογείται από λόγους κοινωνικής πολιτικής, είναι λιγότερο πιθανόν να έχουν αποφασιστική σημασία οι ειδικές περιστάσεις που ισχύουν για τους ενδιαφερομένους υπαλλήλους και τον εργοδότη. Σε μια τέτοια περίπτωση, ενδέχεται το Δικαστήριο να δώσει στο εθνικό δικαστήριο λεπτομερέστερες κατευθυντήριες γραμμές (26).
39 Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή και υπό το φως των πληρεστέρων ισχυρισμών επί του ζητήματος της δικαιολογητικής βάσεως που προβλήθηκαν στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο είναι σε θέση να παράσχει περαιτέρω κατευθυντήριες γραμμές συναφώς. Υπό την έννοια αυτή, προτίθεμαι να εξετάσω τους εν λόγω ισχυρισμούς.
40 Όπως προανέφερα, στη διάταξη περί παραπομπής διευκρινίζεται ότι, κατά το γερμανικό δίκαιο, η θέση του μέλους σε συμβούλιο εργαζομένων αποτελεί άμισθο και τιμητικό αξίωμα, ενώ απαγορεύεται κάθε δυσμενής ή προνομιακή μεταχείριση των μελών προς διασφάλιση της ανεξαρτησίας τους και αποτροπή του κινδύνου επηρεασμού τους, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, λόγω κτήσεως ή λόγω του κινδύνου απωλείας υλικού οφέλους. Έτσι, δεν μπορεί να καταβληθεί σε μέλος του συμβουλίου εργαζομένων ειδική αμοιβή για την άσκηση των καθηκόντων του, πέραν της οφειλομένης βάσει της συμβάσεως εργασίας. Αν υποτεθεί ότι τα μέλη του συμβουλίου εργαζομένων είχαν τη δυνατότητα, μέσω της δραστηριότητάς τους στο συμβούλιο εργαζομένων, να παρατείνουν τον συμβατικό χρόνο εργασίας τους και να λαμβάνουν συνεπεία αυτού αμοιβή ή πρόσθετες αποδοχές, θα επρόκειτο για ειδική αμοιβή την οποία απαγορεύει για βασίμους λόγους ο γερμανικός καταστατικός νόμος περί εργασιακών σχέσεων. Το εθνικό δικαστήριο εκτιμά ότι η γερμανική νομοθεσία, προκειμένου να διασφαλίσει ότι τα μέλη του συμβουλίου εργαζομένων ασκούν τα καθήκοντά τους αντικειμενικά, προέταξε, ως σημαντικότερη, την ανεξαρτησία των συμβουλίων εργαζομένων έναντι των οικονομικών κινήτρων που συνδέονται με την αποδοχή του αξιώματος του μέλους συμβουλίου εργαζομένων.
41 Η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει παρεμφερή επιχειρήματα. Ισχυρίζεται ότι δεν είναι δυνατόν να αναγνωριστεί, υπέρ των μερικώς απασχολουμένων μισθωτών, μερική εξαίρεση από την αρχή ότι η θέση του μέλους του συμβουλίου εργαζομένων αποτελεί τιμητικό και άμισθο αξίωμα. Η εξαίρεση αυτή θα νομιμοποιούσε τους πλήρως απασχολουμένους μισθωτούς να αξιώσουν την καταβολή αποδοχών λόγω συμμετοχής σε επιμορφωτικά μαθήματα τα οποία έτυχε να έχουν πραγματοποιηθεί εκτός του χρόνου εργασίας τους - πράγμα το οποίο είναι ιδιαιτέρως πιθανό αν πρόκειται για εργαζομένους με πλήρη απασχόληση σε διαδοχικώς εναλλασσόμενες ομάδες (βάρδιες) - αλλά εντός του χρόνου εργασίας των μερικώς απασχολουμένων μισθωτών. Επιπλέον, αν αμείβονταν τα μέλη των συμβουλίων εργαζομένων για τη συμμετοχή τους σε επιμορφωτικά μαθήματα, θα έπρεπε να αμείβονται και για την άσκηση όλων των άλλων καθηκόντων τους ως μελών των συμβουλίων εργαζομένων. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, για να συμμορφωθεί προς την απόφαση Bφtel, ο γερμανικός καταστατικός νόμος πρέπει να εγκαταλείψει την αρχή ότι η θέση του μέλους σε συμβούλιο εργαζομένων αποτελεί τιμητικό και άμισθο αξίωμα. Τούτο θα είχε σοβαρές συνέπειες. Θα έθετε σε κίνδυνο την ανεξαρτησία των συμβουλίων εργαζομένων. Θα οδηγούσε επίσης στη δημιουργία «επαγγελματιών» μελών των συμβουλίων εργαζομένων, αποξενώνοντας έτσι τα συμβούλια εργαζομένων από τους μισθωτούς, τα συμφέροντα των οποίων εκπροσωπούν.
42 Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο άμισθος και τιμητικός χαρακτήρας της ιδιότητας του μέλους του συμβουλίου εργαζομένων συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο και μπορεί κατ' αρχήν να θεωρηθεί ως αντικειμενική αιτία που δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση. Πάντως, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η επακόλουθη διαφορετική μεταχείριση ανδρών και γυναικών μπορεί να θεωρηθεί ως αντικειμενικώς δικαιολογημένη μόνο στο μέτρο που η αρχή της αποζημιώσεως λόγω απωλείας εισοδήματος είναι ενδεδειγμένη και αναγκαία για την επίτευξη των σκοπών του BetrVG. H Eπιτροπή παραπέμπει στη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία, εφόσον υπάρχουν πολλά πρόσφορα μέτρα, πρέπει να χρησιμοποιηθεί το λιγότερο περιοριστικό.
43 Κατά την άποψή μου, για την εκτίμηση του αν τα μέτρα είναι δικαιολογημένα, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το αποτέλεσμά τους σε σχέση με τη δυσμενή διάκριση λόγω φύλου, και, συγκεκριμένα, το κατά πόσον τα μέτρα παραβιάζουν την αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών για την παροχή ίσης εργασίας. Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη αν η παραβίαση αυτή αποτελεί άμεση συνέπεια ή απλό επακόλουθο των μέτρων. Στην αλληλουχία αυτή, είναι ανάγκη να λαμβάνεται υπόψη, πρώτον, ότι το επίμαχο όφελος για τους μερικώς απασχολουμένους μισθωτούς, και, συγκεκριμένα, η αποζημίωση για χρόνο δαπανηθέντα εκτός του συμβατικού χρόνου εργασίας, μπορεί να θεωρηθεί ως αμοιβή μόνον υπό την ευρύτερη δυνατή έννοια του όρου. Είναι επίσης ανάγκη να λαμβάνεται υπόψη ότι τα μέτρα έχουν σκοπό ο οποίος, όπως δέχεται η ίδια η Επιτροπή, είναι νόμιμος και εντελώς ξένος προς κάθε διάκριση λόγω φύλου. Επιπλέον, όπως έχω εξηγήσει ανωτέρω, η διαφορετική μεταχείριση των εργαζομένων με μερική απασχόληση είναι φυσικό επακόλουθο της μερικής απασχολήσεως και κάθε μειονέκτημα εις βάρος των μερικώς απασχολουμένων μισθωτών, ως συνέπεια των μέτρων, είναι απλώς συμπτωματικό της εφαρμογής της αρχής αποζημιώσεως λόγω απωλείας εισοδήματος.
44 Ενόψει των σκέψεων αυτών, φρονώ ότι τα εκτιθέμενα στη διάταξη περί παραπομπής επιχειρήματα και οι ισχυρισμοί της Γερμανικής Κυβερνήσεως (σημεία 40 και 41 ανωτέρω) συνιστούν πολύ περισσότερο και από επαρκή αντικειμενική δικαιολογητική βάση της διαφορετικής μεταχειρίσεως.
45 Οι αντιρρήσεις της Επιτροπής ως προς τα ανωτέρω επιχειρήματα δεν είναι εντελώς πειστικές. Η Επιτροπή αντικρούει το επιχείρημα ότι αν οι μερικώς απασχολούμενοι μισθωτοί αμείβονταν για την παρακολούθηση επιμορφωτικών μαθημάτων εκτός του χρόνου εργασίας τους θα αποκόμιζαν οικονομικό όφελος ασυμβίβαστο προς την τιμητική φύση της ιδιότητας του μέλους σε συμβούλιο εργαζομένων. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι απαιτείται από τα μερικώς απασχολούμενα μέλη του συμβουλίου, σε αντίθεση με τα πλήρως απασχολούμενα, να αφιερώνουν τον ελεύθερο χρόνο τους στην παρακολούθηση των μαθημάτων αυτών. Η Επιτροπή ισχυρίζεται επίσης ότι το άρθρο 37 επαρκεί για να αποτρέπει την καταχρηστική επίκληση της ιδιότητας του μέλους του συμβουλίου εργαζομένων. Κατά το άρθρο 37, παράγραφος 6, τα μέλη του συμβουλίου εργαζομένων μπορούν να παρακολουθούν επιμορφωτικά μαθήματα μόνον αν αυτό είναι αναγκαίο για την άσκηση των καθηκόντων τους. Περαιτέρω, οι μερικώς απασχολούμενοι μισθωτοί, συνήθως γυναίκες, έχουν δεσμεύσεις λόγω οικογενείας. Είναι απίθανο να μπορούν να κάνουν χρήση της ιδιότητάς τους ως μελών του συμβουλίου εργαζομένων ως μέσου για να αυξήσουν το εισόδημά τους. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, αν οι μερικώς απασχολούμενοι μισθωτοί ελάμβαναν πρόσθετη αμοιβή για την παρακολούθηση επιμορφωτικών μαθημάτων, τούτο θα τους παρείχε τη δυνατότητα να καλύπτουν τα απαιτούμενα έξοδα για τη φύλαξη των παιδιών κατά την περίοδο των επιμορφωτικών μαθημάτων· τούτο όμως δεν νομίζω ότι επιβάλλεται από την αρχή της ισότητας των αμοιβών. Πράγματι, κανένα από τα επιχειρήματα της Επιτροπής δεν φαίνεται να έχει βαρύνουσα σημασία αφ' εαυτού ούτε να διασκεδάζει τις ανησυχίες που εξέφρασαν το αιτούν δικαστήριο και η Γερμανική Κυβέρνηση.
46 Δεν αποδείχθηκε περαιτέρω ότι θα μπορούσαν να έχουν ληφθεί άλλα μέτρα εξίσου ικανά να εκπληρώσουν τους σκοπούς των γερμανικών μέτρων αλλά λιγότερο περιοριστικά από τα επίμαχα. Θα μπορούσε να προβληθεί το επιχείρημα ότι ήταν εφικτή η προσφυγή σε άλλα μέσα προς εκπλήρωση των ιδίων σκοπών, χωρίς παράλληλα να θίγεται η αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών· επί παραδείγματι, τα επιμορφωτικά μαθήματα θα μπορούσαν να οργανώνονται εντός του ωραρίου εργασίας των μερικώς απασχολουμένων μισθωτών (27). Εντούτοις, μολονότι τούτο μπορεί να είναι εφικτό σε ορισμένες περιπτώσεις, ενδέχεται να μην είναι δυνατό σε όλες. Τα επιμορφωτικά μαθήματα οργανώνονται για τα μέλη των συμβουλίων πολλών επιχειρήσεων και το ωράριο εργασίας των μερικώς απασχολουμένων μισθωτών μπορεί να ποικίλλει κατά πολύ, ακόμη και εντός της ιδίας επιχειρήσεως. Νομίζω ότι τούτο επιβεβαιώνει την άποψη ότι, στην παρούσα υπόθεση, η κατάσταση είναι τέτοια ώστε να καθιστά ανέφικτη την απόλυτη ισότητα μεταξύ πλήρους και μερικής απασχολήσεως.
47 Υπό το φως των ανωτέρω σκέψεων καταλήγω στο συμπέρασμα ότι με τα επίμαχα μέτρα επιδιώκεται σκοπός θεμιτός και εντελώς ξένος προς κάθε διάκριση λόγω φύλου, χωρίς να θίγονται δυσανάλογα, σε σχέση προς τους επιδιωκόμενους με αυτά σκοπούς, οι μερικώς απασχολουμένοι μισθωτοί. Κατόπιν αυτού, η διαφορετική μεταχείριση μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογημένη.
Πρόταση
48 Εν κατακλείδι, είμαι της γνώμης ότι στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
«Το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ και η οδηγία 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών, δεν επιτρέπουν εθνική νομοθεσία, η οποία εφαρμοζομένη σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό γυναικών απ' ό,τι ανδρών, περιορίζει, μέχρι του ορίου του ατομικού χρόνου εργασίας τους, την αποζημίωση που λαμβάνουν από τον εργοδότη τους, υπό μορφή αδείας μετ' αποδοχών ή αποζημιώσεως για υπερωριακή απασχόληση, τα μερικώς απασχολούμενα μέλη των συμβουλίων εργαζομένων λόγω της συμμετοχής τους σε επιμορφωτικά μαθήματα τα οποία τους παρέχουν τις αναγκαίες γνώσεις για την άσκηση των δραστηριοτήτων τους στα συμβούλια εργαζομένων και τα οποία λαμβάνουν μεν χώρα κατά τη διάρκεια του ισχύοντος στην επιχείρηση πλήρους χρόνου εργασίας, αλλ' υπερβαίνουν σε χρόνο τον ατομικό χρόνο εργασίας υπό καθεστώς μερικής απασχολήσεως, τη στιγμή που τα πλήρως απασχολούμενα μέλη των συμβουλίων εργαζομένων αποζημιώνονται λόγω της συμμετοχής τους στα ίδια επιμορφωτικά μαθήματα με βάση το πλήρες ωράριο και χωρίς να συντρέχει κανείς αντικειμενικός λόγος για διαφορετική μεταχείριση των μερικώς απασχολουμένων μισθωτών. Η διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται αντικειμενικώς οσάκις η προβαλλόμενη διάκριση εις βάρος των μερικώς απασχολουμένων μισθωτών είναι απλώς επακόλουθη, εξυπηρετεί θεμιτό σκοπό, ξένο προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου, και δικαιολογείται ενόψει του σκοπού αυτού.»
(1) - Οδηγία 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών (ΕΕ ειδ. εκδ. 05/002, σ. 42).
(2) - Απόφαση της 4ης Ιουνίου 1992, C-360/90 (Συλλογή 1992, σ. Ι-3589).
(3) - Απόφαση Bφtel, σκέψη 27.
(4) - Βλ. άρθρο 78 του BetrVG.
(5) - Βλ., επί παραδείγματι, την απόφαση του Δικαστηρίου της 31ης Μαρτίου 1981, 96/80, Jenkins (Συλλογή 1981, σ. 911, σκέψη 22).
(6) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Μαου 1990, C-262/88, Barber (Συλλογή 1990, σ. Ι-1889, σκέψεις 12 έως 19).
(7) - Απόφαση Bφtel, σκέψεις 14 και 15.
(8) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Ιουλίου 1989, 171/88, Rinner-Kόhn (Συλλογή 1989, σ. 2743), και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Darmon στην προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2 υπόθεση Bφtel, Συλλογή 1992, σ. 3601.
(9) - Απόφαση Bφtel, σκέψη 17.
(10) - Απόφαση Bφtel, σκέψη 24.
(11) - Απόφαση Bφtel, σκέψη 25.
(12) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Μαου 1986, 170/84 (Συλλογή 1986, σ. 1607).
(13) - Υπόθεση 171/88, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8.
(14) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Δεκεμβρίου 1994 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-399/92, C-409/92, C-425/92, C-34/93, C-50/93 και C-78/93 (Συλλογή 1994, σ. Ι-5727).
(15) - Απόφαση Rinner-Kόhn, παρατεθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψη 15· απόφαση Bilka, παρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψη 36.
(16) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Οκτωβρίου 1989, 109/88, Danfoss (Συλλογή 1989, σ. 3199, σκέψεις 22 έως 24).
(17) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Οκτωβρίου 1993, C-127/92, Enderby (Συλλογή 1993, σ. Ι-5535, σκέψη 26).
(18) - Απόφαση Enderby, σκέψη 27.
(19) - Απόφαση Bilka, παρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψη 36.
(20) - Απόφαση Rinner-Kόhn, παρατεθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψη 14.
(21) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Φεβρουαρίου 1991, C-184/89 (Συλλογή 1991, σ. Ι-297).
(22) - Σκέψη 14.
(23) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Ιουνίου 1990, C-33/89 (Συλλογή 1990, σ. Ι-2591).
(24) - Βλ. εκτενέστερα απόφαση Enderby, παρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψεις 13 και 14.
(25) - Βλ., σε σχέση με την οδηγία 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160), απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Δεκεμβρίου 1989, C-102/88, Ruzius-Wilbrink (Συλλογή 1989, σ. 4311).
(26) - Βλ., σε σχέση με την οδηγία 79/7, την υπόθεση Ruzius-Wilbrink, παρατεθείσα στην υποσημείωση 25· απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1992, υπόθεση C-226/91, Molenbroek (Συλλογή 1992, σ. Ι-5943)· απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1994, C-343/92, Roks κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. Ι-571).
(27) - Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Darmon επί της υποθέσεως Freers και Speckmann (παρατεθείσα ανωτέρω, σημείο 17), και συγκεκριμένα το σημείο 73 των προτάσεων.
Full & Egal Universal Law Academy