Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Δεκεμβρίου 1993, η ιταλική εταιρία Nutral SpA (στο εξής: Nutral) άσκησε αναίρεση κατά της διατάξεως του Πρωτοδικείου της 21ης Οκτωβρίου 1993 στις υποθέσεις Τ-492/93 και Τ-492/93 R, Nutral κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-1023). Κατά τη Nutral, η διάταξη αυτή, η οποία της κοινοποιήθηκε στις 25 Οκτωβρίου 1993, εκδόθηκε κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου, καθόσον κήρυξε απαράδεκτους τους ισχυρισμούς που προέβαλε η προσφεύγουσα με τα ένδικα βοηθήματα που άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου.
2 Σύμφωνα με τη διάταξη του Πρωτοδικείου, η Επιτροπή ανακάλυψε ότι η Nutral διέπραξε παρατυπίες κατά την εισαγωγή από την Αυστρία ορισμένων ποσοτήτων ενός παρασκευάσματος με βάση το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη, καλούμενο «παρασκεύασμα διατροφής με βάση υγρό αποκορυφωμένο γάλα, διαλυμένο με διυλισμένο βόειο λίπος διατροφής». Σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) 595/91 (1), η Επιτροπή, με έγγραφο της 6ης Αυγούστου 1992, ζήτησε από τις ιταλικές αρχές να μετάσχει στην έρευνα για τις προαναφερθείσες εισαγωγές.
3 Από το 1988 μέχρι το 1991, η Nutral εισέπραξε από τον ιταλικό οργανισμό παρεμβάσεως κοινοτικές ενισχύσεις για το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη το οποίο είχε μετουσιωθεί ή χρησιμοποιηθεί για την παρασκευή συνθέτων ζωοτροφών, σύμφωνα με τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 986/68 (2), 1725/79 (3) και 3033/80 (4).
4 Με έγγραφο της 19ης Ιανουαρίου 1993, ο διευθυντής της μονάδας συντονισμού για την καταπολέμηση της απάτης (στο εξής: ΜΣΚΑ) διαβίβασε στις ιταλικές αρχές την καταρτισθείσα από τους ορισθέντες από την Επιτροπή υπαλλήλους που μετείχαν στην έρευνα έκθεση, με την οποία διαπιστωνόταν η μη τήρηση των κοινοτικών κανόνων που παρέχουν το δικαίωμα εισπράξεως της ενισχύσεως. Επιπλέον, ζητούσε από τις ιταλικές αρχές να λάβουν τα αναγκαία διοικητικά μέτρα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, και να ενημερώσουν την Επιτροπή για την παραπομπή της υποθέσεως στη δικαιοσύνη.
5 Στις 26 Φεβρουαρίου 1993, η «Comando nucleo polizia tributaria di Cremona della guardia di finanza» (στο εξής: guardia di finanza) συνέταξε κατά της αναιρεσείουσας πράξη «για τη γνωστοποίηση της αχρεωστήτως καταβληθείσας κοινοτικής ενισχύσεως στον γεωργικό τομέα σχετικά με 500 τόνους γάλακτος σε σκόνη, όπως αναφέρεται στο σημείο 2 των συμπερασμάτων της εκθέσεως έρευνας που διαβιβάστηκε με το έγγραφο SG(92) D/140.028, της 19ης Ιανουαρίου 1993, της ΜΣΚΑ».
6 Στις 3 Μαρτίου 1993, με το υπ' αριθ. SG(93) D/140.082 έγγραφό του, ο διευθυντής της ΜΣΚΑ ανακοίνωσε στις ιταλικές αρχές τα ακόλουθα:
«Προς διευκρίνιση των όσων αναγράφονται στο σημείο 2 των συμπερασμάτων της εκθέσεως έρευνας (...) σας πληροφορώ ότι, καίτοι η ενίσχυση για το μεταποιημένο σε ζωοτροφή αποκορυφωμένο γάλα νομίμως χορηγήθηκε (...) στη Nutral από τον αρμόδιο οργανισμό, η είσπραξη τέτοιας ενισχύσεως (...) πρέπει να θεωρηθεί παράνομη.
Ενόψει των ανωτέρω, οι αρμόδιες εθνικές αρχές θα πρέπει να προβούν, εκτός από τον υπολογισμό του μεταβλητού στοιχείου σχετικά με το σύνολο του εισαχθέντος προϋόντος, και στην ανάκτηση της ενισχύσεως για μεταποίηση σχετικά με το παρασκεύασμα που προήλθε από τους 500 τόνους σκόνης προελεύσεως Ilyichevsk, στην ανάκτηση ολόκληρης της ενισχύσεως για μεταποίηση που χορηγήθηκε στο γάλα σε σκόνη και της οποίας έτυχε το παρασκεύασμα που εισήχθη μεταξύ Ιανουαρίου 1988 και 14ης Αυγούστου 1991.»
7 Με έγγραφο της 23ης Μαρτίου 1993, το οποίο εστάλη στον Υπουργό Οικονομικών, στον Υπουργό Γεωργίας και Δασών και στον Υπουργό Κοινοτικών Πολιτικών και Περιφερειακών Υποθέσεων, η Επιτροπή, αφού υπέμνησε τις προηγούμενες ανακοινώσεις της, ζήτησε από τις αρμόδιες ιταλικές αρχές να λάβουν, το ταχύτερο δυνατό, τα αναγκαία μέτρα για την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών στη Nutral, σύμφωνα με τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 1697/79 (5) και 729/70 (6).
8 Στις 27 Απριλίου 1993, η guardia di finanza συνέταξε εις βάρος της Nutral «processo verbale di constatazione» (έκθεση περί βεβαιώσεως παραβάσεως) σχετικά με τις ενισχύσεις για το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη που της καταβλήθηκαν αχρεωστήτως μεταξύ των ετών 1988 και 1991. Αντίγραφο της εκθέσεως αυτής διαβιβάστηκε στο Υπουργείο Γεωργίας και Δασών προκειμένου αυτό να εκδώσει «decreto ingiuntivo» (καταλογιστική πράξη), η οποία προβλέπεται από το άρθρο 3 του ιταλικού νόμου 898, της 23ης Δεκεμβρίου 1986.
9 Υπ' αυτές τις συνθήκες, η Nutral άσκησε, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Ιουλίου 1993, προσφυγή βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, ζητώντας την ακύρωση της αποφάσεως SG(93) D/140.082 της Επιτροπής, της 3ης Μαρτίου 1993, καθώς και κάθε άλλης προηγούμενης πράξεως, συνδεομένης ή συναφούς, η οποία αναφέρεται ειδικώς στην έκθεση έρευνας της ΜΣΚΑ της 18ης Ιανουαρίου 1993.
10 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Σεπτεμβρίου 1993, η Nutral ζήτησε από το Δικαστήριο, αφενός, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 3ης Μαρτίου 1993 καθώς και των προηγουμένων πράξεων, ειδικότερα της εκθέσεως έρευνας της ΜΣΚΑ της 18ης Ιανουαρίου 1993, και, αφετέρου, να υποχρεώσει την Επιτροπή να δώσει στις ιταλικές αρχές οδηγίες για την αναστολή εκτελέσεως οποιουδήποτε μέτρου ανακτήσεως των καταβληθεισών στην προσφεύγουσα ενισχύσεων καθώς και εισπράξεως εισαγωγικών δασμών μέχρι την έκδοση της αποφάσεως επί της κυρίας προσφυγής.
11 Το Δικαστήριο παρέπεμψε και τις δύο υποθέσεις στο Πρωτοδικείο, σύμφωνα με το άρθρο 4 της αποφάσεως 93/350/Ευρατόμ, ΕΚΑΞ, ΕΟΚ (7). Το Πρωτοδικείο, με διάταξη της 21ης Οκτωβρίου 1993, απέρριψε ως απαράδεκτες την προσφυγή και την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
12 Η Nutral επικαλείται δύο λόγους προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, ήτοι την εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή των κανονισμών 729/70 και 1697/79 σε σχέση με τον κανονισμό 595/91 και, δεύτερον, την εσφαλμένη ερμηνεία της εννοίας της πράξεως που μπορεί να προσβληθεί με προσφυγή, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
Εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή των κανονισμών 729/70 και 1697/79 σε σχέση με τον κανονισμό 595/91
13 Με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της ερμηνείας από το Πρωτοδικείο της κοινοτικής νομοθεσίας για την καταπολέμηση της απάτης (ειδικότερα, των κανονισμών 727/70 και 595/91), επισημαίνοντας ότι τα κράτη μέλη δεν είναι τα μόνα επιφορτισμένα με την εφαρμογή των κανόνων της κοινής γεωργικής πολιτικής. Κατά τη γνώμη της, η ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Εντούτοις, ως προς τις δραστηριότητες της έρευνας, της διαπιστώσεως, της προλήψεως και της καταστολής των ατασθαλιών που διαπράττονται εις βάρος του κοινοτικού προϋπολογισμού υφίσταται συντρέχουσα αρμοδιότητα των εθνικών αρχών και της Επιτροπής, δυνάμει της οποίας η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει πράξεις, όπως οι προσβαλλόμενες από τη Nutral, συνεπαγόμενες έννομες συνέπειες για τους ιδιώτες.
14 Η προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας από απάτες είναι αρμοδιότητα η οποία, κατ' αρχήν, ανήκει στα κράτη μέλη. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο, στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ελλάδος, καλούμενη «ελληνικό καλαμπόκι», αποφάνθηκε ότι «οσάκις η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση δεν περιέχει καμιά ειδική διάταξη προβλέπουσα κύρωση σε περίπτωση παραβάσεως ή παραπέμπει σχετικώς στις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, το άρθρο 5 της Συνθήκης επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν κάθε μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίζει την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου». Επιπλέον, «τα κράτη μέλη υποχρεούνται ιδίως να μεριμνούν ώστε για τις παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου να επιβάλλονται κυρώσεις υπό προϋποθέσεις, ουσιαστικές και διαδικαστικές, ανάλογες με τις ισχύουσες για τις παραβιάσεις του εθνικού δικαίου παρόμοιας φύσης και σημασίας και, εν πάση περιπτώσει, προσδίδουσες στην κύρωση αποτελεσματικό, ανάλογο και αποτρεπτικό χαρακτήρα» (8). Πρόκειται για την αρχή της εξομοιώσεως της καταστολής των απατών εις βάρος των κοινοτικών οικονομικών συμφερόντων με την καταστολή των απατών εις βάρος των εθνικών οικονομικών συμφερόντων, η οποία έχει θεσπιστεί με το άρθρο 209 Α της Συνθήκης.
15 Η αρχή της καταστολής από τα κράτη μέλη των απατών εις βάρος των κοινοτικών οικονομικών συμφερόντων συμπληρώνεται με τη δυνατότητα των κοινοτικών οργάνων να ενασκήσουν τη δική τους κατασταλτική αρμοδιότητα στον τομέα αυτό με την επιβολή κυρώσεων διοικητικού χαρακτήρα επιβαλλομένων από τις εθνικές αρχές στις επιχειρήσεις που διαπράττουν απάτες (9) ή με τη χρησιμοποίηση μεθόδων και κυρώσεων καθ' ολοκληρίαν κοινοτικών, όπως αυτών που θεσπίστηκαν με τους κανόνες περί ανταγωνισμού.
16 Στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής, η Κοινότητα έχει θεσπίσει διάφορους κανόνες για την προστασία των κοινοτικών οικονομικών συμφερόντων. Ο βασικός κανονισμός στον τομέα αυτόν είναι ο κανονισμός 729/70, του οποίου το άρθρο 8, παράγραφος 1, ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να:
- εξασφαλίσουν την πραγματοποίηση και την κανονικότητα των χρηματοδοτουμένων από το Ταμείο πράξεων,
- προλάβουν και διώξουν ανωμαλίες,
- ανακτήσουν τα απολεσθέντα εξ αιτίας ανωμαλιών ή αμελειών ποσά.
Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για τα ληφθέντα μέτρα προς τον σκοπό αυτό και ιδίως για την πορεία των διοικητικών και δικαστικών διαδικασιών.»
Αυτός ο κανόνας διευρύνθηκε με τον κανονισμό 595/91, ο οποίος υποχρεώνει τα κράτη μέλη να ενημερώνουν συστηματικά την Επιτροπή για τις νομοθετικές, δικαστικές ή διοικητικές ενέργειες στις οποίες προβαίνουν οι εθνικές αρχές για την καταπολέμηση της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας. Επιπλέον, το άρθρο 6 του κανονισμού αυτού επιτρέπει στην Επιτροπή να ενημερώνει τα κράτη μέλη για τις παρατυπίες που ανακάλυψαν οι υπηρεσίες της, προκειμένου οι εθνικές αρχές να πραγματοποιήσουν σχετική έρευνα, στην οποία μπορούν να μετέχουν υπάλληλοι της Επιτροπής. Τα αποτελέσματα της εν λόγω έρευνας πρέπει να κοινοποιούνται στην Επιτροπή.
17 ήΟπως φαίνεται, η έρευνα και η διαπίστωση των απατών εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας απόκειται στα κράτη μέλη, με την επιφύλαξη ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής και, ειδικότερα, η ΜΣΚΑ συνεργάζονται και παρέχουν τη βοήθειά τους στις εθνικές αρχές στο έργο τους αυτό. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου η οποία επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το θεσμικό σύστημα της Κοινότητας και τους κανόνες που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ Κοινότητας και κρατών μελών, απόκειται στα κράτη μέλη, εφόσον δεν υπάρχει καμιά αντίθετη διάταξη του κοινοτικού δικαίου, να μεριμνούν για την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων στο έδαφός τους, ιδίως στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής. Από όλα αυτά προκύπτει ότι στα κράτη μέλη απόκειται, στον τομέα αυτόν, να εφαρμόζουν τους κοινοτικούς κανόνες και να λαμβάνουν, όσον αφορά τις επιχειρήσεις που θίγονται, τις αναγκαίες ατομικές αποφάσεις, σύμφωνα με τους κανόνες και τις λεπτομέρειες που προβλέπει η εθνική νομοθεσία, τηρουμένων των ορίων που θέτει το κοινοτικό δίκαιο, ώστε να πραγματοποιηθεί η ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών (10). Εν πάση περιπτώσει, και ανεξαρτήτως του νομικού της χαρακτήρα, η κύρωση πρέπει να έχει σαφή νομική βάση, απαλλαγμένη από κάθε ασάφεια, να επιδιώκει την αποτελεσματική εφαρμογή της αντίστοιχης κοινοτικής νομοθεσίας και να μη θίγει τη νομική προστασία των ιδιωτών που απορρέει από τις γενικές αρχές του δικαίου και, ειδικότερα, από τα θεμελιώδη δικαιώματα και τα δικαιώματα της υπερασπίσεως.
18 Η ερμηνεία αυτή της ισχύουσας νομοθεσίας περί καταπολεμήσεως της απάτης στον γεωργικό τομέα επιβάλλεται ανεξαρτήτως της αποτελεσματικότητας των εν λόγω διατάξεων για την επίτευξη των σκοπών της. ςΕτσι, η έκθεση 7/93 του Ελεγκτικού Συνεδρίου τόνισε τη μικρή χρησιμότητα του κανονισμού 595/91 ως μέσου καταπολεμήσεως της απάτης και πρότεινε στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο να λάβουν επειγόντως τα αναγκαία μέτρα για τη θέσπιση συστήματος κοινοτικών διοικητικών κυρώσεων (11). Υπ' αυτήν την έννοια, υπάρχουν σχέδια τροποποιήσεως των κανόνων της Ευρωπαϋκής Ενώσεως στον τομέα της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (12). Η νέα αυτή ρύθμιση, σε περίπτωση που θεσπιστεί, θα πρέπει να περιέχει ακριβή οριοθέτηση των αντιστοίχων αρμοδιοτήτων έρευνας και επιβολής κυρώσεων επί απατών, που ανήκουν στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη, προκειμένου να διασφαλιστεί ο πλήρης σεβασμός των δικαιωμάτων των υποκειμένων δικαίου.
19 Για όλους τους λόγους αυτούς, φρονώ ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε ορθώς τον κανονισμό 729/70 σε σχέση με τον κανονισμό 595/91 και, κατά συνέπεια, ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Εσφαλμένη ερμηνεία της εννοίας της πράξεως που μπορεί να προσβληθεί με προσφυγή
20 Η αναιρεσείουσα προβάλλει, ως δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ότι το Πρωτοδικείο προέβη σε τυπική ερμηνεία της εννοίας της πράξεως που μπορεί να προσβληθεί με προσφυγή βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ, καθόσον αποφάνθηκε ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις της Επιτροπής δεν συνεπάγονται καμιά έννομη συνέπεια για τη Nutral.
21 Υπ' αυτήν την έννοια, είναι αναγκαίο να υπομνήσω την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, την οποία παραθέτει το Πρωτοδικείο, κατά την οποία «συνιστούν πράξεις ή αποφάσεις που μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης μόνον τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος» (13).
Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις της Επιτροπής δεν συνιστούν αποφάσεις δυνάμενες να επηρεάσουν απευθείας τη νομική κατάσταση της προσφεύγουσας, γιατί η εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής γενικώς και, ειδικότερα, η ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών αποτελεί αρμοδιότητα των κρατών μελών. Επομένως, οι αποφάσεις των ιταλικών αρχών είναι αυτές που παράγουν έννομες συνέπειες για τη Nutral και είναι αυτές που η Nutral μπορούσε να προσβάλει ενώπιον των αρμοδίων εθνικών δικαστηρίων.
22 Κατά την αναιρεσείουσα, αυτό το συμπέρασμα του Πρωτοδικείου είναι εσφαλμένο, γιατί οι πράξεις που εκδόθηκαν κατ' αυτής από τη guardia di finanza και η καταλογιστική πράξη του Υπουργείου Γεωργίας και Δασών αποτελούν απλώς μέτρα εκτελέσεως των πράξεων της Επιτροπής, ως αποφάσεις δε στερούνται κάθε περιεχομένου. Η Nutral ισχυρίζεται ότι το παράνομο των εισπραχθεισών ενισχύσεων και η εντολή ανακτήσεώς τους καθορίζονται με τις πράξεις της Επιτροπής, με συνέπεια να περιορίζονται οι ιταλικές αρχές μόνον στην αμιγώς τεχνική εκτέλεσή τους.
23 Το επιχείρημα αυτό της αναιρεσείουσας δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Συγκεκριμένα, τα δύο έγγραφα του διευθυντή της ΜΣΚΑ και του επιτρόπου Schmidhuber περιορίζονται στο να ενημερώσουν τις ιταλικές αρχές για τα αποτελέσματα της έρευνας που διεξήχθη από υπαλλήλους της Κοινότητας και Ιταλούς υπαλλήλους, σχετικά με ενδεχόμενες παρατυπίες στα πλαίσια της καταβολής ενισχύσεων στη Nutral, ζητώντας επιπλέον να γίνουν οι αναγκαίες ενέργειες για την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών στην επιχείρηση αυτή. ήΟπως επισημαίνει η Επιτροπή στο υπόμνημα αντικρούσεως, το ιταλικό κράτος δεν ήταν υποχρεωμένο να δεχθεί τα συμπεράσματα της Επιτροπής ούτε να προβεί στην προτεινόμενες από αυτήν ενέργειες, γιατί αυτό είναι κατ' αρχήν αρμόδιο για την εφαρμογή της κοινοτικής γεωργικής νομοθεσίας στο έδαφός του. Επομένως, οι πράξεις και η καταλογιστική πράξη των ιταλικών αρχών είναι αυτοτελείς πράξεις του εσωτερικού δικαίου και δεν συνιστούν μέτρα εκτελέσεως των πράξεων της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, είναι πρόδηλο ότι οι ιταλικές αρχές είναι ελεύθερες να λάβουν ή να μη λάβουν υπόψη τις πληροφορίες και τις προτάσεις της Επιτροπής.
Το ιταλικό κράτος μπορούσε να ζητήσει από τη Nutral την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθεισών ενισχύσεων χωρίς να χρειάζεται καμιά παρέμβαση της Επιτροπής, η δε ύπαρξη πράξεων της Επιτροπής, όπως οι προσβαλλόμενες στην υπόθεση αυτή, δεν υποχρεώνει τις ιταλικές αρχές να λάβουν μέτρα κατά της Nutral. Δεδομένου ότι οι πράξεις της Επιτροπής δεν δεσμεύουν την Ιταλία, κατά μείζονα λόγο δεν ασκούν επιρροή επί της νομικής καταστάσεως της Nutral.
24 Η μόνη έννομη συνέπεια που θα μπορούσε να απορρέει για το ιταλικό κράτος, οσάκις αυτό αγνοεί τέτοιου είδους πράξεις της Επιτροπής, είναι ότι, κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών του Ευρωπαϋκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), η Επιτροπή θα αρνηθεί να αναλάβει τις αχρεωστήτως καταβληθείσες ενισχύσεις για τις οποίες δεν έγινε προσπάθεια να ανακτηθούν. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή, η προσβαλλόμενη με προσφυγή ακυρώσεως πράξη θα ήταν η απόφαση περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (14), οι ανακοινώσεις παρατυπιών στα κράτη μέλη σχετικά με τη χορήγηση ενισχύσεων, οι οποίες αποτελούν, τρόπον τινά, προπαρασκευαστικές πράξεις, δεν μπορούν να προσβληθούν.
25 Οι προεκτεθέντες λόγοι με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το έγγραφο SG(93) D/140.082, της 3ης Μαρτίου 1993, της ΜΣΚΑ, καθώς και όλες οι άλλες συνδεδεμένες ή συναφείς με αυτήν πράξεις, δεν συγκεντρώνουν τα χαρακτηριστικά πράξεως της Επιτροπής δυναμένης να προσβληθεί με προσφυγή ακυρώσεως, δεδομένου ότι δεν μπορούν να θεωρηθούν αποφάσεις ικανές να επηρεάσουν απευθείας τη νομική κατάσταση της αναιρεσείουσας. Κατά συνέπεια, η απόρριψη της προσφυγής ως απαράδεκτης από το Πρωτοδικείο είναι απολύτως νόμιμη και, επομένως, πρέπει να απορριφθεί αυτός ο λόγος αναιρέσεως.
26 Δεδομένου ότι οι λόγοι αναιρέσεως που επικαλείται η αναιρεσείουσα δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί, η Nutral πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 122 του Κανονισμού Διαδικασίας.
Πρόταση
27 Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:
«1) να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και
2) να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.»
(1) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 595/91 του Συμβουλίου, της 4ης Μαρτίου 1991, περί των ανωμαλιών και της ανακτήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών στα πλαίσια της χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής ως και της οργανώσεως ενός συστήματος πληροφορήσεως στον τομέα αυτό και περί καταργήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 283/72 (ΕΕ L 67, σ. 11).
(2) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 986/68 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1968, περί θεσπίσεως των γενικών κανόνων σχετικά με τη χορήγηση ενισχύσεων για το αποκορυφωμένο γάλα και το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη που προορίζεται για τη διατροφή των ζώων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 120).
(3) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 1725/79 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1979, περί των λεπτομερειών παροχής ενισχύσεων στο αποκορυφωμένο γάλα που μεταποιείται σε σύνθετες τροφές και στο αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη που προορίζεται για τη διατροφή μόσχων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/026, σ. 12).
(4) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 3033/80 του Συμβουλίου, της 11ης Νοεμβρίου 1980, περί καθορισμού του καθεστώτος συναλλαγών που εφαρμόζεται σε ορισμένα εμπορεύματα που προέρχονται από τη μεταποίηση γεωργικών προϋόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/010, σ. 162).
(5) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της «εκ των υστέρων» εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφήθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254).
(6) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93).
(7) - Απόφαση 93/350/Ευρατόμ, ΕΚΑΞ, ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 1993, για την τροποποίηση της αποφάσεως 88/591/ΕΚΑΞ, ΕΟΚ, Ευρατόμ, περί ιδρύσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 144, σ. 21).
(8) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Σεπτεμβρίου 1989 στην υπόθεση 68/88, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1989, σ. 2965), σκέψεις 23 και 24.
(9) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Οκτωβρίου 1992 στην υπόθεση C-240/90, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. I-5383).
(10) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Ιουλίου 1987 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 89/86 και 91/86, Ιtoile Commerciale και CNTA κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 3005, σκέψεις 11 και 12).
(11) - Ειδική έκθεση 7/93 του Ελεγκτικού Συνεδρίου, για τον έλεγχο των ατασθαλιών και των απατών στον τομέα της γεωργίας [εφαρμογή των κανονισμών (ΕΟΚ) 4045/89 και 595/91 του Συμβουλίου], στην οποία επισυνάπτονται οι απαντήσεις της Επιτροπής (ΕΕ 1994, C 53, σ. 1).
(12) - Βλ. την πρόταση κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) του Συμβουλίου για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων (ΕΕ 1994, C 216, σ. 11) και την πρόταση Πράξεως του Συμβουλίου της Ευρωπαϋκής Ενώσεως για την κύρωση της Συμβάσεως για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων [COM (94) 214 τελικό, της 15ης Ιουνίου 1994] καθώς και το ψήφισμα του Συμβουλίου της 6ης Δεκεμβρίου 1994 για τη νομική προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων (ΕΕ 1994, C 355, σ. 2).
(13) - Διάταξη του Δικαστηρίου της 8ης Μαρτίου 1991, C-66/91 και C-66/91 R, Emerald Meats κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-1143, σκέψη 26)· αποφάσεις της 9ης Οκτωβρίου 1990, C-366/88, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-3571) και της 11ης Νοεμβρίου 1981, 60/81, ΙΒΜ κατά Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 2639).
(14) - Απόφαση της 16ης Ιουνίου 1966 στην υπόθεση 54/65, Forges de Chβtillon κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 291), και απόφαση ΙΒΜ κατά Επιτροπής, όπ.π., σκέψη 9.
Full & Egal Universal Law Academy