Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Εισαγωγή
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Δεκεμβρίου 1993, το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών άσκησε προσφυγή κατά της Επιτροπής με αίτημα την ακύρωση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2920/93 της Επιτροπής, της 22ας Οκτωβρίου 1993, περί ορισμού του ομοιόμορφου συντελεστή μειώσεως για τον καθορισμό της ποσότητας μπανανών που πρέπει να κατανέμεται σε κάθε επιχειρηματία των κατηγοριών Α και Β στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσοστώσεως για το δεύτερο εξάμηνο 1993 (1) (στο εξής: κανονισμός περί ορισμού του συντελεστή μειώσεως).
2 Προς στήριξη του αιτήματός της, η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο εν λόγω κανονισμός βασίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1442/93 της Επιτροπής, της 10ης Ιουνίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του καθεστώτος εισαγωγής μπανανών στην Κοινότητα (2) (στο εξής: κανονισμός εφαρμογής), ότι η Επιτροπή δεν είναι αρμόδια να διορθώνει τις ποσότητες αναφοράς που ανακοινώνουν οι ολλανδικές αρχές, ότι η Επιτροπή δεν τήρησε την αρχή της ισότητας και, τέλος, ότι ο επίμαχος κανονισμός δεν είναι αρκούντως αιτιολογημένος.
3 Η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη και να καταδικάσει το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών στα δικαστικά έξοδα.
Ο κανονισμός του Συμβουλίου
4 Η κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της μπανάνας θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 404/93 του Συμβουλίου, της 13ης Φεβρουαρίου 1993, για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της μπανάνας (3) (στο εξής: κανονισμός του Συμβουλίου), με σκοπό την αντικατάσταση των διαφόρων εθνικών ρυθμίσεων.
5 Κατά το άρθρο 18, παράγραφος 1, του κανονισμού του Συμβουλίου, ανοίγεται κάθε έτος δασμολογική ποσόστωση 2 εκατομμυρίων τόνων για τις εισαγωγές μπανάνας από τρίτες χώρες και μη παραδοσιακής μπανάνας ΑΚΕ (4). Για το δεύτερο εξάμηνο του 1993, η ποσόστωση αυτή καθορίστηκε σε ένα εκατομμύριο τόνους. Στο πλαίσιο της δασμολογικής αυτής ποσοστώσεως, οι εισαγωγές μπανάνας τρίτων χωρών υπόκεινται σε δασμό 100 ECU ανά τόνο, ενώ οι μη παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ εισάγονται χωρίς να καταβάλλονται δασμοί. Οι εισαγόμενες ποσότητες μη παραδοσιακής μπανάνας ΑΚΕ που υπερβαίνουν την ποσόστωση αυτή υπόκεινται σε δασμό 750 ECU ανά τόνο, ενώ για τη μπανάνα τρίτων χωρών ο δασμός αυτός ανέρχεται σε 850 ECU ανά τόνο.
Κατά το άρθρο 19, παράγραφος 1, όσον αφορά την ποσόστωση αυτή γίνεται διάκριση μεταξύ τριών κατηγοριών επιχειρηματιών. Στην κατηγορία Α περιλαμβάνονται οι επιχειρηματίες που έχουν ασχοληθεί με την εμπορία μπανάνας τρίτων χωρών ή/και μη παραδοσιακής μπανάνας ΑΚΕ. Στην κατηγορία Β περιλαμβάνονται οι επιχειρηματίες που έχουν ασχοληθεί με την εμπορία κοινοτικής μπανάνας ή/και παραδοσιακής μπανάνας ΑΚΕ, ενώ στην κατηγορία Γ περιλαμβάνονται οι επιχειρηματίες οι οποίοι άρχισαν να ασχολούνται με την εμπορία μπανάνας πλην της κοινοτικής ή/και της παραδοσιακής μπανάνας ΑΚΕ από το 1992. Ξορηγείται το 66,5 % της ποσοστώσεως στην κατηγορία Α, το 30 % στην κατηγορία Β και το εναπομένον 3,5 % στην κατηγορία Γ.
Για να μη διαταραχθούν οι υπάρχουσες εμπορικές σχέσεις και ταυτόχρονα να καταστεί δυνατή κάποια εξέλιξη των δομών της εμπορίας, η κατανομή των ποσοστώσεων πραγματοποιείται σε κάθε κατηγορία για κάθε επιχειρηματία βάσει της μέσης ποσότητας μπανανών που έθεσε σε εμπορία κατά τα τρία προηγούμενα έτη (5).
6 Κατά το άρθρο 20, η Επιτροπή θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος εισαγωγής, μεταξύ άλλων δε τα συμπληρωματικά μέτρα για την έκδοση των πιστοποιητικών.
Κατά τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη, η Επιτροπή, κατά τον καθορισμό των συμπληρωματικών κριτηρίων που πρέπει να πληρούν οι επιχειρηματίες, πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι τα πιστοποιητικά πρέπει να χορηγούνται σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που έχουν αναλάβει τον εμπορικό κίνδυνο της εμπορίας μπανανών και από την ανάγκη να αποφευχθεί η διατάραξη των συνήθων εμπορικών σχέσεων μεταξύ των ατόμων που συμμετέχουν στο κύκλωμα της εμπορίας (6).
Από τη δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη προκύπτει ότι η απογραφή των επιχειρηματιών και η επιλογή των διατιθεμένων στο εμπόριο ποσοτήτων που θα χρησιμοποιούνται ως αναφορά για την έκδοση των πιστοποιητικών πρέπει να πραγματοποιούνται από τα κράτη μέλη με διαδικασίες και κριτήρια θεσπιζόμενα από την Επιτροπή.
Ο κανονισμός εφαρμογής
7 Η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό εφαρμογής στηριζόμενη ρητά στα άρθρα 19 και 20 του κανονισμού του Συμβουλίου.
Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, μπορεί να χορηγηθεί σε επιχειρηματία πιστoποιητικό εισαγωγής αν αυτός έχει προβεί, για δικό του λογαριασμό, σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες ενέργειες:
«α) αγόρασε από τους παραγωγούς άωρων μπανανών τρίτων χωρών, ή/και κράτους ΑΚΕ, ή, κατά περίπτωση, παρήγαγε μπανάνες, και στη συνέχεια τις απέστειλε και τις πώλησε στην Κοινότητα·
β) προμηθεύτηκε και έθεσε σε ελεύθερη κυκλοφορία ως κάτοχός τους άωρες μπανάνες και τις διέθεσε προς πώληση με σκοπό τη μεταγενέστερη πώλησή τους στην κοινοτική αγορά· η επιβάρυνση με τους κινδύνους φθοράς ή απώλειας των προϋόντων εξομοιούται προς την επιβάρυνση με τον κίνδυνο που αναλαμβάνει ο κάτοχος του προϋόντος·
γ) ως κάτοχος άωρων μπανανών, τις έχει υποβάλει σε ωρίμανση πριν από τη διάθεσή τους στην αγορά της Κοινότητας.
(...)»
Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 5, οι αρμόδιες αρχές ανακοινώνουν, εντός της προθεσμίας που ορίζει το άρθρο αυτό, τους πίνακες των επιχειρηματιών των κατηγοριών Α και Β, οι οποίοι περιλαμβάνουν τις ποσότητες που διαθέτει στο εμπόριο ο καθένας από αυτούς. Βάσει αυτών των ποσοτήτων αναφοράς, εναπόκειται στην Επιτροπή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 6, να καθορίσει τον ομοιόμορφο συντελεστή μειώσεως για κάθε κατηγορία επιχειρηματιών. Ο συντελεστής αυτός εφαρμόζεται στην ποσότητα αναφοράς κάθε επιχειρηματία για να καθοριστεί η ποσότητα που πρέπει να του χορηγηθεί.
8 Κατά την εξέταση των αιτήσεων για το δεύτερο εξάμηνο του 1993, οι ολλανδικές αρχές ερμήνευσαν το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, υπό την έννοια ότι έχει εφαρμογή στους επιχειρηματίες που είχαν αγοράσει άωρες μπανάνες εντός τρίτων χωρών και τις είχαν αποστείλει στη συνέχεια προς την Κοινότητα, ανεξαρτήτως του ότι τις μπανάνες αυτές έθεταν σε ελεύθερη κυκλοφορία Γερμανοί επιχειρηματίες. Οι ολλανδικές αρχές δικαιολόγησαν την ερμηνεία αυτή ισχυριζόμενες ότι στις προαναφερθείσες περιπτώσεις οι Ολλανδοί επιχειρηματίες έφεραν τον κίνδυνο φθοράς ή καταστροφής του προϋόντος.
9 Σε ανακοίνωση της 9ης Σεπτεμβρίου 1993 προς τα κράτη μέλη, η Επιτροπή τους γνωστοποίησε ότι πρέπει να πληρούνται τρεις προϋποθέσεις για να εμπίπτει ένας επιχειρηματίας στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, του κανονισμού εφαρμογής. Ο επιχειρηματίας πρέπει συγχρόνως να είναι κύριος των εν λόγω μπανανών, να τις θέτει σε ελεύθερη κυκλοφορία και στη συνέχεια να τις μεταπωλεί με σκοπό τη μεταγενέστερη διάθεσή τους στην κοινοτική αγορά. Το γεγονός ότι ο επιχειρηματίας φέρει τον κίνδυνο φθοράς ή καταστροφής του προϋόντος μπορεί να αντικαταστήσει αποκλειστικά και μόνο την υποχρέωση να είναι κύριος του προϋόντος. Η προϋπόθεση της κυριότητας έχει, κατά την ανακοίνωση, ως σκοπό τη διαφοροποίηση από τους αντιπροσώπους και τους άλλους ενδιαμέσους που εμπορεύονται για λογαριασμό άλλων. Ωστόσο, στην πράξη υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες ο επιχειρηματίας που διαθέτει τις μπανάνες στους καταναλωτές δεν είναι ο κύριος, αλλά φέρει τον κίνδυνο της φθοράς ή της καταστροφής του προϋόντος. Στις περιπτώσεις αυτές, κατά την Επιτροπή, ο επιχειρηματίας αυτός, και όχι ο κύριος, ασκεί την εμπορία. Διατάξεις που εισάγουν παρεκκλίσεις πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι επιχειρηματίες αυτοί λαμβάνονται υπόψη κατά την κατανομή της δασμολογικής ποσοστώσεως.
Ο κανονισμός περί ορισμού του συντελεστή μειώσεως
10 Αφού έλαβε γνώση των παρασχεθέντων από τα κράτη μέλη στοιχείων, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι το σύνολο των ποσοτήτων που είχαν δηλωθεί υπερέβαινε το σύνολο των εισαγωγών που είχαν καταγραφεί από την Eurostat (Στατιστική Υπηρεσία των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων). Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κατέληξε ότι πρέπει να υπήρξαν διπλές μετρήσεις, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας από διάφορα κράτη μέλη του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής.
11 Στηριζόμενη σε εκ των υστέρων πραγματοποιηθέντες ελέγχους και αφού ήλθε σε επαφή με τις εθνικές αρχές, η Επιτροπή μείωσε τις ποσότητες που είχαν δηλωθεί από τις Κάτω Ξώρες, την Ιταλία και το Βέλγιο κατά 19,7 %, κατά 6,3 % και κατά 0,04 % αντιστοίχως.
Αφού προέβη στην προαναφερθείσα διόρθωση, η Επιτροπή, αναφερόμενη στο άρθρο 20 του κανονισμού του Συμβουλίου και τηρώντας την προβλεπομένη διαδικασία, τη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως, εξέδωσε τον κανονισμό περί ορισμού του ομοιόμορφου συντελεστή μειώσεως για τον καθορισμό της ποσότητας μπανανών που πρέπει να κατανέμεται σε κάθε επιχειρηματία των κατηγοριών Α και Β στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσοστώσεως για το δεύτερο εξάμηνο 1993.
Στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη του προαναφερθέντος κανονισμού ορίζονται τα εξής: «(...) διαπιστώνονται διπλές μετρήσεις των ιδίων ποσοτήτων για την ίδια δραστηριότητα υπέρ διαφορετικών επιχειρηματιών σε πολλά κράτη μέλη· (...) από τις επαληθεύσεις που έγιναν από τις αρμόδιες αρχές σε πολλά κράτη μέλη ενισχύθηκε η διαπίστωση αυτή και ήταν δυνατόν να αξιολογηθεί σχετικά επακριβώς ο όγκος των διπλών μετρήσεων που κατέληξε σε εσφαλμένη εφαρμογή των κριτηρίων καθορισμού των δραστηριοτήτων που παρέχουν το δικαίωμα συμμετοχής στη δασμολογική ποσόστωση».
Από την έκτη αιτιολογική σκέψη προκύπτει ότι το να ληφθούν υπόψη τα προαναφερθέντα στοιχεία, όπως ανακοινώθηκαν από ορισμένα κράτη μέλη, θα οδηγούσε στον καθορισμό υπερβολικά μεγάλου ομοιόμορφου συντελεστή μειώσεως, ο οποίος θα έθετε σε δυσμενή θέση τους επιχειρηματίες της κατηγορίας Α. Προκειμένου να αποτραπεί αισθητή στρέβλωση της μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρηματιών, που θα ήταν επιζήμια και δύσκολα επανορθώσιμη, καθώς και διατάραξη του καθεστώτος της δασμολογικής ποσοστώσεως, η Επιτροπή μείωσε τις ανακοινωθείσες από τα κράτη μέλη ποσότητες κατά τις ποσότητες των διπλών μετρήσεων.
Η ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, του κανονισμού εφαρμογής
12 Η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, του κανονισμού εφαρμογής και επεσήμανε, προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού, ότι η Επιτροπή έδωσε έμφαση στο τυπικό γεγονός της θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία και όχι στο ζήτημα περί του ποιος φέρει τον εμπορικό κίνδυνο.
13 Η Επιτροπή επέστησε την προσοχή στο ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, του κανονισμού εφαρμογής θέτει τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σωρευτικώς: το βάρος του κινδύνου φθοράς ή καταστροφής του προϋόντος μπορεί να αντικαταστήσει την προϋπόθεση της κυριότητας, αλλά όχι τις δύο άλλες.
14 Συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής, ότι δηλαδή το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, του κανονισμού εφαρμογής θέτει τρεις προϋποθέσεις. Ο επιχειρηματίας πρέπει, αφενός, να είναι κύριος των επιμάχων προϋόντων, αφετέρου, να τα θέτει σε ελεύθερη κυκλοφορία για λογαριασμό του και, τέλος, να τα διαθέτει προς πώληση με σκοπό τη μεταγενέστερη πώλησή τους στην κοινοτική αγορά. Το βάρος του κινδύνου φθοράς ή καταστροφής του προϋόντος εξομοιώνεται με το βάρος του κινδύνου που αναλαμβάνει ο κύριος του προϋόντος. Επομένως, η εξαίρεση αυτή αφορά μόνον τη μία από τις τρεις προαναφερθείσες προϋποθέσεις. Συνεπώς, κατά τη γνώμη μου, αντιβαίνει προδήλως στο περιεχόμενο της προαναφερθείσας διατάξεως η ερμηνεία κατά την οποία η προϋπόθεση αυτή αντικαθιστά και τις τρεις αυτές προϋποθέσεις, άρα και τους εμπορικούς κινδύνους που συνδέονται με την καταβολή δασμών κατά την εισαγωγή και με την πώληση με σκοπό τη μεταγενέστερη πώληση στην κοινοτική αγορά. Συνεπώς, ενόψει της ερμηνείας αυτής, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η Ολλανδική Κυβέρνηση.
Οι αρμοδιότητες της Επιτροπής
15 Η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν ήταν αρμόδια να τροποποιήσει, κατά τον καθορισμό του συντελεστή μειώσεως, τα στοιχεία που της είχαν παράσχει τα κράτη μέλη. Τα κράτη μέλη καταρτίζουν τους καταλόγους των επιχειρηματιών και καθορίζουν τις ποσότητες αναφοράς. Κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, ούτε το άρθρο 155 της Συνθήκης ΕΚ, ούτε το άρθρο 20 του κανονισμού του Συμβουλίου απονέμουν αρμοδιότητα σην Επιτροπή να τροποποιεί η ίδια τους υπολογισμούς αυτούς στο πλαίσιο του καθορισμού του συντελεστή μειώσεως.
16 Η Επιτροπή ανέφερε ως νομική βάση το άρθρο 155 της Συνθήκης καθώς και το άρθρο 20 του κανονισμού του Συμβουλίου και ισχυρίστηκε, για να στηρίξει την ερμηνεία της, ότι η απαρίθμηση του άρθρου 20 δεν είναι εξαντλητική και επίσης ότι από την υποχρέωση που υπέχει η Επιτροπή να καθορίζει συντελεστή μειώσεως προκύπτει ότι οφείλει να είναι βέβαη ότι δεν υπολογίστηκε ανακριβής συντελεστής λόγω της διπλής μετρήσεως. Στην παρούσα υπόθεση, διαπιστώθηκε άμεσα η διπλή μέτρηση, με τη σύγκριση μεταξύ των στοιχείων που παρασχέθηκαν από τα κράτη μέλη και των ποσοτήτων που είχε καταγράψει η Eurostat βάσει των τελωνειακών εγγράφων. Η μείωση στην οποία προέβη η Επιτροπή, κατόπιν επαφών και συζητήσεων με ορισμένα κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών, είναι αναγκαία για την όσο το δυνατόν ευρύτερη διασφάλιση της κατανομής δασμολογικών ποσοστώσεων συμφώνων προς τον κανονισμό του Συμβουλίου.
17 Δεν είναι δυνατόν να βρεθεί στο περιεχόμενο του κανονισμού του Συμβουλίου νομική βάση που να δικαιολογεί ρητώς τις τροποποιήσεις στις οποίες προέβη η Επιτροπή (7). Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί ποιες ενδείξεις μπορούν να συναχθούν από τον σκοπό του καθεστώτος εισαγωγής και από τη δομή του, ιδίως δε από το νοηματικό πλαίσιο της κατανομής καθηκόντων μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής.
18 Για τη δημιουργία του αναγκαίου πλαισίου αναφοράς, πρέπει να ληφθεί υπόψη η αφετηρία των συλλογισμών του Δικαστηρίου περί της αρμοδιότητας της Επιτροπής για τη λήψη μέτρων εφαρμογής. Στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι αρμοδιότητες της Επιτροπής πρέπει να ερμηνεύονται ευρέως (8). Η ερμηνεία αυτή συνάγεται από τη διαπίστωση ότι η Επιτροπή είναι η μόνη που μπορεί να παρακολουθεί σταθερά και προσεκτικά την εξέλιξη των γεωργικών αγορών και να ενεργεί με την ταχύτητα που απαιτεί η κατάσταση (9). Κατά συνέπεια, τα όρια των εξουσιών της Επιτροπής πρέπει να εκτιμώνται με γνώμονα ιδίως τους ουσιώδεις γενικούς σκοπούς της οργανώσεως της αγοράς (10). Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η Επιτροπή έχει την εξουσία να θεσπίζει όλα τα αναγκαία ή πρόσφορα εκτελεστικά μέτρα για να θέτει σε εφαρμογή κανονισμό του Συμβουλίου, αρκεί μόνο να μην αντίκεινται προς τον εν λόγω κανονισμό ή προς τους εκτελεστικούς κανόνες του Συμβουλίου (11).
19 Κατά την άποψή μου, η προβλεπόμενη από τον κανονισμό του Συμβουλίου κατανομή αρμοδιοτήτων αποτελεί περισσότερο πρακτική κατανομή παρά εκφράζει την επιθυμία του κοινοτικού νομοθέτη να απονείμει στα κράτη μέλη την εξουσία να λαμβάνουν αποφάσεις αυτοτελώς. Η διαπίστωση αυτή μπορεί να συναχθεί από τη δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη, κατά τη οποία τα κράτη μέλη προβαίνουν στην απογραφή των επιχειρηματιών και στον καθορισμό των διατιθεμένων στο εμπόριο ποσοτήτων βάσει των διαδικασιών και των κριτηρίων που θεσπίζει η Επιτροπή. Το καθήκον που υπέχουν τα κράτη μέλη, στο πλαίσιο της κατανομής της δασμολογικής ποσοστώσεως, περιορίζεται στη μηχανική εξέταση των αιτήσεων βάσει των διαδικασιών και των κριτηρίων που θέσπισε η Επιτροπή με τον κανονισμό εφαρμογής.
20 Το Δικαστήριο, με την απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 1993, Emerald Meats κατά Επιτροπής (12), είχε την ευκαιρία να εξετάσει ένα πρόβλημα το οποίο, από ορισμένες απόψεις, θα μπορούσε να θυμίζει την παρούσα υπόθεση. Η υπόθεση Emerald Meats κατά Επιτροπής αφορούσε τη διαχείριση της ποσοστώσεως εισαγωγής στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως της αγοράς βοείου κρέατος (13). Στην παρατεθείσα υπόθεση, όπως και στην παρούσα, η Επιτροπή είχε κατανείμει τις ποσοστώσεις βάσει πινάκων καταρτισθέντων από τα κράτη μέλη, στους οποίους απαριθμούνταν οι επιχειρηματίες και οι ποσότητες που έπρεπε να ληφθούν υπόψη.
Κατά την περίοδο αναφοράς, η Emerald Meats είχε αποκτήσει από ορισμένες εταιρίες μεταποιήσεως κρέατος ποσοστά εθνικών ποσοστώσεων και είχε προβεί σε εισαγωγές. Ωστόσο, η ερμηνεία του κανονισμού εφαρμογής από τις ιρλανδικές αρχές είχε ως συνέπεια να δικαιούνται την ποσόστωση εισαγωγής οι εταιρίες μεταποιήσεως και όχι η Emerald Meats. Η Emerald Meats προσέφυγε συγχρόνως ενώπιον του High Court της Ιρλανδίας και ενώπιον του Δικαστηρίου. Εξάλλου, το επόμενο έτος η επιχείρηση υπέβαλε αιτήσεις για τη χορήγηση πιστοποιητικών στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Προκειμένου να αποφευχθεί η διπλή μέτρηση των ιδίων εισαγομένων ποσοτήτων λόγω του ότι η επιχείρηση Emerald Meats είχε υποβάλει αίτηση στο Ηνωμένο Βασίλειο και οι εταιρίες μεταποιήσεως στην Ιρλανδία, η Επιτροπή προέβλεψε στον κανονισμό εφαρμογής (14) ότι, όταν διαπιστώνεται ότι δύο ή περισσότεροι εισαγωγείς κάνουν χρήση της ίδιας ποσότητας αναφοράς, μπορούν να εκδοθούν πιστοποιητικά εισαγωγής μόνον εφόσον οι εν λόγω εισαγωγείς έχουν συστήσει εγγύηση. Εξάλλου, η Επιτροπή υποχρέωσε τις ιρλανδικές αρχές να αναθεωρήσουν την κατανομή της ποσοστώσεώς τους γα το έτος 1991 (15). Τέλος, από την έκθεση ακροατηρίου προκύπτει ότι η Επιτροπή, όταν υπολόγισε τον συντελεστή μειώσεως, έλαβε υπόψη μία μόνο φορά τις ποσότητες αναφοράς που είχαν δηλωθεί από την Emerald Meats και από τις επιχειρήσεις μεταποιήσεως (16). Κατά συνέπεια, για τον συντελεστή που προσδιορίστηκε κατά τον τρόπο αυτόν, οι ποσότητες δεν ελήφθησαν υπόψη δύο φορές.
Η Emerald Meats είχε ζητήσει από το Δικαστήριο να διαπιστώσει, μεταξύ άλλων, ότι η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να ακυρώσει τις ποσότητες που χορηγήθηκαν από τις ιρλανδικές αρχές στις επιχειρήσεις μεταποιήσεως.
Από τη σκέψη 40 της αποφάσεως προκύπτει ότι «η διαχείριση σε κοινοτικό επίπεδο δεν συνεπάγεται ότι η Επιτροπή πρέπει αναγκαστικώς να μπορεί να διορθώνει, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, πεπλανημένες αποφάσεις που λαμβάνουν οι εθνικές αρχές στο πλαίσιο αυτής της διαχειρίσεως, καθόσον η τήρηση των κοινών κανόνων και η ενιαία εφαρμογή τους, σε όλα τα κράτη μέλη της Κοινότητας, μπορεί να διασφαλιστεί είτε μέσω της προβλεπόμενης από το άρθρο 169 της Συνθήκης διαδικασίας αναγνωρίσεως παραβάσεων είτε στο πλαίσιο προσφυγής στα εθνικά δικαστήρια, τα οποία έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν το άρθρο 177 της Συνθήκης».
Επιπλέον, με τη σκέψη 50 της αποφάσεως το Δικαστήριο έκρινε ότι «(...) η Επιτροπή (...) δεν μπορούσε να υποκαταστήσει τις αρχές των κρατών μελών και να διορθώσει τους καταλόγους που της είχαν αποστείλει ούτε να αποδεχθεί δύο φορές τις ίδιες ποσότητες αναφοράς, μειώνοντας παρανόμως τις ποσότητες που θα μπορούσαν να κατανεμηθούν σε άλλους επιχειρηματίες της Κοινότητας με βάση τις ποσότητες που αυτοί απέδειξαν ότι εισήγαγαν κατά τα έτη αναφοράς». Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η εκ μέρους της Επιτροπής επιβολή της προαναφερθείσας προϋποθέσεως περί συστάσεως εγγυήσεως ήταν απολύτως νόμιμη.
21 Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως Emerald Meats είναι, ως προς ορισμένα σημεία, διαφορετικά από τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υποθέσεως. Στην υπόθεση Emerald Meats, η Επιτροπή είχε υπολογίσει μετά μεγάλης βεβαιότητος έναν συντελεστή μειώσεως χωρίς να συνυπολογίσει τις ποσότητες που είχαν μετρηθεί δύο φορές. Επομένως, η Επιτροπή, ασκώντας την εξουσία της να καθορίζει τη μέθοδο κατανομής των ποσοστώσεων, εξασφάλισε ότι δεν θα συνυπολογίζονταν οι ποσότητες που είχαν μετρηθεί δύο φορές. Κατά συνέπεια, το πρόβλημα στην παρατεθείσα υπόθεση δεν ήταν, όπως στην παρούσα υπόθεση, το ζήτημα των εξουσιών της Επιτροπής να υπολογίζει η ίδια τον γενικό συντελεστή, αλλά η συγκεκριμένη κατανομή μιας ορθώς υπολογισθείσας αναλογίας της διαθέσιμης ποσοστώσεως μεταξύ διαφόρων επιχειρηματιών.
22 Για τον λόγο αυτόν ακριβώς, δεν είναι δυνατόν, κατά την άποψή μου, να συναχθεί από την απόφαση Emerald Meats κατά Επιτροπής ότι η Επιτροπή δεν πρέπει να τροποποιεί, κατά τον καθορισμό του γενικού συντελεστή μειώσεως, τους υπολογισμούς που της υποβάλλουν τα κράτη μέλη, εκτός αν το Συμβούλιο της έχει απονείμει ρητώς την αρμοδιότητα αυτή.
23 Καθεστώτα εισαγωγής όπως το περιλαμβανόμενο στον κανονισμό του Συμβουλίου βασίζονται και πρέπει να βασίζονται στο γεγονός ότι για την κατανομή λαμβάνεται αυστηρά υπόψη η αρχή της ισότητας (17). Το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος ερμηνεύει γενικώς τα καθορισθέντα από την Επιτροπή κριτήρια κατανομής, κατά τρόπον ώστε να υπάρχει διπλή μέτρηση της ίδιας ποσότητας, έχει ως συνέπεια την αλλοίωση της βάσεως του καθεστώτος εισαγωγής εις βάρος των επιχειρηματιών και της κοινής οργανώσεως της αγοράς στο σύνολό της. Όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο με την απόφαση Emerald Meats κατά Επιτροπής, η διπλή αυτή μέτρηση έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των ποσοτήτων που μπορούν να χορηγηθούν στους άλλους επιχειρηματίες της Κοινότητας που πληρούν τις προϋποθέσεις χορηγήσεως της ποσοστώσεως εισαγωγής (18).
24 Από τα ανωτέρω συνάγεται, κατά την άποψή μου, ότι, για λόγους που αφορούν τους επιχειρηματίες και την καλή λειτουργία της κοινής οργανώσεως της αγοράς, η Επιτροπή, ως αρχή που έχει σφαιρική εικόνα του συνόλου της διαχειρίσεως της επίμαχης οργανώσεως της αγοράς (19), πρέπει να μπορεί να λαμβάνει μέτρα για να εμποδίζει τη διπλή αυτή μέτρηση στο πλαίσιο του καθορισμού του συντελεστή μειώσεως, ο οποίος πρέπει κατ' ανάγκη να ρυθμίζεται από κεντρική αρχή για λόγους διοικητικής πρακτικής.
25 Είναι σαφές ότι δεν θα ήταν ικανοποιητική λύση το να αναγκάζεται η Επιτροπή να υπολογίζει συντελεστή μειώσεως βασιζόμενο σε ποσότητες που μετρήθηκαν δύο φορές και κατόπιν να ασκεί προσφυγή λόγω παραβάσεως κατά του εμπλεκομένου κράτους μέλους και/ή να υποδεικνύει στους επιχειρηματίες ότι πρέπει να ασκήσουν προσφυγή ενώπιον εθνικού δικαστηρίου κατά του κράτους μέλους ή των κρατών μελών που ευθύνονται για τη διπλή αυτή μέτρηση. Στην περίπτωση αυτή, αφενός, η Επιτροπή θα ήταν αναγκασμένη να εκδώσει νομική πράξη στηριζόμενη, κατ' αυτήν, επί εσφαλμένης βάσεως και, αφετέρου, το σύνολο των επιχειρηματιών θα υφίστατο εξ αυτού βλάβη δύκολα επανορθώσιμη.
26 Ο καθορισμός συντελεστή μειώσεως από την Επιτροπή αποτελεί, στην πράξη, προϋπόθεση για την κατανομή της δασμολογικής ποσοστώσεως. Κατά συνέπεια, για λόγους ταχύτητας, η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να υπολογίζει και να κοινοποιεί τον συντελεστή αυτό στα κράτη μέλη εντός συντόμου διαστήματος αφότου έχει λάβει τις ποσότητες αναφοράς που αυτά τα ίδια έχουν καθορίσει. Αν δεν αναγνωριζόταν στην Επιτροπή η δυνατότητα να τροποποιεί τους υπολογισμούς που της υποβάλλουν τα κράτη μέλη κατά τις ποσότητες που μετρήθηκαν δύο φορές, αλλά, αντιθέτως, της επιβαλλόταν η υποχρέωση να ασκεί προσφυγή κατ' εφαρμογήν του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, η Επιτροπή θα μπορούσε, για να αποφύγει τον ανακριβή υπολογισμό του συντελεστή, να αναβάλει τον καθορισμό του μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου ή, ενδεχομένως, διατάξεως του Δικαστηρίου περί προσωρινών μέτρων. Και η λύση αυτή θα ήταν, κατά την άποψή μου, επιβλαβής για τους επιχειρηματίες και επιζήμια για την εύρυθμη λειτουργία της οργανώσεως της αγοράς, δεδομένου ότι δεν θα ήταν πρακτικώς δυνατό, εντός του διατιθεμένου χρόνου, να κινήσει η Επιτροπή τη διαδικασία του άρθρου 169 και να εκδώσει το Δικαστήριο διάταξη περί προσωρινών μέτρων.
27 Ούτε το καθεστώς που προβλέπει τη σύσταση εγγυήσεως θα αποτελούσε πρόσφορη εναλλακτική λύση αντί της αναγνωρίσεως αρμοδιότητας της Επιτροπής να διορθώνει τη διπλή μέτρηση. Το καθεστώς αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, λυσιτελές μόνον αν, όπως στην υπόθεση Emerald Meats, η Επιτροπή έχει καθορίσει ήδη ένα συντελεστή χωρίς να αφαιρέσει τις ποσότητες που μετρήθηκαν δύο φορές. Στην περίπτωση αυτή, το καθεστώς της εγγυήσεως διασφαλίζει ενδεχομένως ότι η αναλογία της ποσοστώσεως θα χορηγηθεί μία μόνο φορά στον αιτούντα που αποδεικνύει κατόπιν ότι δικαιούται να τύχει της αναλογίας αυτής.
28 Συνεπώς, νομίζω ότι δεν είναι δυνατόν να βρεθούν εφαρμόσιμες εναλλακτικές λύσεις αντί της αναγνωρίσεως αρμοδιότητας της Επιτροπής να τροποποιεί, κατά τον καθορισμό του συντελεστή μειώσεως, τις ποσότητες που μετρήθηκαν δύο φορές. Στην παρούσα υπόθεση, εξάλλου, είναι σαφέστατο ότι η Επιτροπή δικαίως προέβη στη μείωση αυτή. Κατά συνέπεια, η εκ μέρους των ολλανδικών αρχών ερμηνεία του κανονισμού του Συμβουλίου πρέπει να θεωρηθεί προδήλως εσφαλμένη. Στη διαπίστωση αυτή προστίθεται το γεγονός ότι, στην πράξη, η Επιτροπή ήταν σε θέση να προβεί στην αναγκαία τροποποίηση εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος.
Η μη τήρηση της αρχής της ισότητας
29 Η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν τήρησε την αρχή της ισότητας, διότι δεν εξασφάλισε ότι έπαυσαν οι κάθε είδους διπλές μετρήσεις. Η Ολλανδική Κυβέρνηση επεσήμανε επίσης ότι, ακόμη και μετά τις πραγματοποιηθείσες διορθώσεις, εξακολουθεί να μην υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ των δηλωθέντων και των καταγραφέντων από την Eurostat αριθμητικών στοιχείων.
30 Η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι εξακολουθούν να υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις διπλών μετρήσεων. Ωστόσο, τα κράτη μέλη ήσαν σε θέση, στηριζόμενα σε τελωνειακά έγγραφα, να δικαιολογήσουν τις ποσότητες που είχαν δηλώσει και, για τον λόγο αυτό, δεν κατέστη τεχνικώς δυνατός ο εντοπισμός της προελεύσεως της διπλής μετρήσεως. Εξάλλου, οι ολλανδικές αρχές δεν απέδειξαν ότι η Επιτροπή εκ προθέσεως ή εξ αμελείας ευνόησε ορισμένους επιχειρηματίες.
31 Η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι η συμπεριφορά της Επιτροπής είχε ως συνέπεια να τύχουν διαφορετικής μεταχειρίσεως ορισμένοι επιχειρηματίες γνωστοί στην Επιτροπή, οι οποίοι είχαν υποβάλει αιτήσεις βασιζόμενες στα ίδια δεδομένα με τους Ολλανδούς επιχειρηματίες. Συνεπώς, κατά τον προβαλλόμενο λόγο ακυρώσεως, η Επιτροπή δεν μπορεί να προβεί σε διόρθωση σε περίπτωση διαπιστώσεως διπλής μετρήσεως, για τον λόγο και μόνον ότι δεν έχουν εντοπιστεί οι κάθε είδους διπλές μετρήσεις, πράγμα το οποίο είναι επιβλαβές για τους επιχειρηματίες. Το να γίνει δεκτή η άποψη αυτή θα είχε ως αποτέλεσμα μια νομική κατάσταση στην οποία μια αρχή δεν θα μπορούσε να επιβάλλει κυρώσεις λόγω παραβάσεων, παρά μόνον οσάκις θα ήταν σε θέση, στο πλαίσιο του χρόνου και των μέσων που διαθέτει, να εντοπίσει όλες τις περιπτώσεις εσφαλμένης εφαρμογής της ρυθμίσεως ή όλες τις περιπτώσεις καταχρήσεων.
Αυτός ο λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Η μη τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
32 Η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι ο κανονισμός περί ορισμού του συντελεστή μειώσεως δεν είναι αρκούντως αιτιολογημένος, κατά το μέτρο που δεν προκύπτει επί ποιας βάσεως πραγματοποιήθηκε η μείωση. Επομένως, για τον λόγο αυτό ήταν δύσκολο για τις ολλανδικές αρχές να κατανείμουν στη συνέχεια τις άδειες εισαγωγής.
33 Η Επιτροπή επισήμανε ότι η λεπτομερής αιτιολογία δεν είναι απαραίτητη, εφόσον τα κράτη μέλη έχουν μετάσχει ενεργά στη διαδικασία επεξεργασίας της επίδικης πράξεως. Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή διαβουλευόταν επί πολλούς μήνες με τις ολλανδικές αρχές επί της ερμηνείας του άρθρου 3, παράγραφος 1.
34 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, από την αιτιολογία που απαιτεί το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του οργάνου που εκδίδει την πράξη, προκειμένου να καθίσταται δυνατό στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που υπαγόρευσαν το ληφθέν μέτρο και στο Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του (20). Ωστόσο, η αιτιολογία δεν απαιτείται να διυλίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας αποφάσεως είναι σύμφωνη με τις επιταγές του άρθρου 190 της Συνθήκης πρέπει να κρίνεται όχι μόνο βάσει της διατυπώσεώς της, αλλά και των συμφραζομένων, καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα (21).
35 Κατά την άποψή μου, ο κανονισμός περί ορισμού του συντελεστή μειώσεως πληροί τις προϋποθέσεις αυτές. Στην πέμπτη και στην έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού εκτίθενται οι διαπιστώσεις περί διπλής μετρήσεως καθώς και οι αιτίες της και συνάγεται το συμπέρασμα ότι ήταν επιβεβλημένη η διόρθωση στο πλαίσιο του υπολογισμού του συντελεστή μειώσεως. Όσον αφορά, ιδίως, τα πρακτικά προβλήματα εφαρμογής που αναφέρει η Ολλανδική Κυβέρνηση, πρέπει να ληφθεί ως αφετηρία η διαπίστωση ότι η ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, του κανονισμού εφαρμογής, όπως τέθηκε σε εφαρμογή από την Επιτροπή, είχε αποτελέσει το αντικείμενο διαβουλεύσεων με τις ολλανδικές αρχές. Εξάλλου, την ερμηνεία αυτή αφορούσε η προαναφερθείσα ανακοίνωση της Επιτροπής της 9ης Σεπτεμβρίου 1993. Κατά συνέπεια, οι ολλανδικές αρχές δεν μπορούσαν να έχουν καμία δικαιολογημένη αμφιβολία περί του περιεχομένου της ερμηνείας που θα έθετε σε εφαρμογή η Επιτροπή και περί της φύσεως των προβλημάτων που συνδέονται με την εφαρμογή του κανονισμού αυτού, μνεία των οποίων γίνεται στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη του προμνησθέντος κανονισμού.
Τα δικαστικά έξοδα της υποθέσεως
36 Η Επιτροπή υπέβαλε το αίτημα να καταδικασθεί το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
Πρόταση
37 Ενόψει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο τα εξής:
1) να απορρίψει την προσφυγή,
2) να καταδικάσει το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών στα δικαστικά έξοδα.
(1) - ΕΕ L 264, σ. 40.
(2) - ΕΕ L 142, σ. 6.
(3) - ΕΕ L 47, σ. 1.
(4) - Στο άρθρο 15, παράγραφος 2, ορίζεται ότι ως «μη παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ» νοούνται οι εισαγόμενες ποσότητες μπανάνας των χωρών ΑΚΕ που υπερβαίνουν την ποσότητα που ορίζεται στον κανονισμό του Συμβουλίου. Η ονομασία «χώρες ΑΚΕ» καλύπτει ορισμένες χώρες της Αφρικής, της Καραϋβικής και του Ειρηνικού, με τις οποίες η Κοινότητα έχει συνάψει τις συμβάσεις του Λομέ.
(5) - Βλ. τη δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού του Συμβουλίου.
(6) - Επιπλέον, εφιστώ την προσοχή στο άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού του Συμβουλίου.
(7) - Κατόπιν αιτήσεως πληροφοριών όσον αφορά προηγούμενες περιπτώσεις διορθώσεως των ποσοτήτων που είχε δηλώσει ένα κράτος μέλος, η Επιτροπή ανέφερε το καθεστώς εισαγωγής κατεψυγμένου βοείου κρέατος, που ήταν το αντικείμενο της υποθέσεως Emerald Meats, την οποία θα εξετάσω κατωτέρω. Η τελευταία ρύθμιση του καθεστώτος αυτού ανάγεται στον κανονισμό (ΕΚ) 3072/94 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1994, για το άνοιγμα και τον τρόπο διαχειρίσεως κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως για το κατεψυγμένο κρέας βοοειδών που υπάγεται στον κωδικό ΣΟ 0202, καθώς και για τα προϋόντα που υπάγονται στον κωδικό ΣΟ 0206 29 91 (ΕΕ L 325, σ. 3). Κατά το άρθρο 3 του προπαρατεθέντος κανονισμού, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής που αφορούν την κατανομή των διαθεσίμων ποσοτήτων μεταξύ των επιχειρηματιών και να καθορίζει τους όρους εκδόσεως των πιστοποιητικών εισαγωγής. Οι διατάξεις αυτές αντιστοιχούν στις διατάξεις των προηγουμένων κανονισμών. Συνεπώς, ούτε στον τομέα αυτόν υφίσταται νομική βάση που να επιτρέπει ρητώς στην Επιτροπή να διορθώνει τις ποσότητες που έχουν υπολογισθεί από τα κράτη μέλη.
(8) - Βλ., επί παραδείγματι, την απόφαση της 29ης Ιουνίου 1989, 22/88, Vreugdenhil κ.λπ. (Συλλογή 1989, σ. 2049, σκέψη 16).
(9) - Βλ. την απόφαση Vreugdenhil κ.λπ., παρατεθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψη 16, την απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 61/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 431, σκέψη 7), καθώς και την απόφαση της 11ης Μαρτίου 1987, 279/84, 280/84, 285/84 και 286/84, Rau κ.λπ. (Συλλογή 1987, σ. 1069, σκέψη 14).
(10) - Βλ. προηγούμενη υποσημείωση.
(11) - Βλ. την απόφαση της 15ης Μαου 1984, 121/83, Zuckerfabrik Franken (Συλλογή 1984, σ. 2039, σκέψη 13).
(12) - C-106/90, C-317/90 και C-129/91, Συλλογή 1993, σ. Ι-209.
(13) - Οι ουσιώδεις κανόνες κατανομής των επιμάχων ποσοστώσεων εισαγωγής καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 3889/89 του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 1989 (ΕΕ L 378, σ. 16).
(14) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 519/91 της Επιτροπής, της 1ης Μαρτίου 1991 (ΕΕ L 56, σ. 12).
(15) - Βλ. τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3021/91 της Επιτροπής, της 16ης Οκτωβρίου 1991 (ΕΕ L 287, σ. 11).
(16) - Βλ. την έκθεση ακροατηρίου στην υπόθεση C-129/91, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12, Συλλογή 1993, σ. Ι-241, σημείο 9.
(17) - Παραπέμπω στη δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 404/93.
(18) - Βλ. την απόφαση Emerald Meats κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψη 50, στην οποία το Δικαστήριο, όπως έχω ήδη επισημάνει ανωτέρω, χρησιμοποίησε το επίρρημα «παρανόμως» για να χαρακτηρίσει τη μείωση αυτή.
(19) - Βλ. τις αποφάσεις στην υποσημείωση 9.
(20) - Bλ., επί παραδείγματι, την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1994, C-353/92, Ελλάς κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. Ι-3411, σκέψη 19), και την απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-350/88, Delacre κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-395, σκέψη 15).
(21) - Βλ., επί παραδείγματι, την απόφαση Delacre κ.λπ. κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 16· την απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1978, 125/77, Koninklijke Scholten-Honig και De Verenigde Zetmeelbednijven «De Bijenkonf» (Συλλογή τόμος 1978, σ. 625, σκέψεις 18 έως 22)· την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1978, 92/77, An Bord Bainne (Συλλογή τόμος 1978, σ. 209, σκέψεις 36 και 37), καθώς και την απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 1965, 16/65, Schwarze (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 191).
Full & Egal Universal Law Academy