Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Α - Εισαγωγή
1 Τα υποβληθέντα από τον a quo δικαστή ερωτήματα αποσκοπούν στο να προσδιοριστεί αν οι κοινοτικές διατάξεις περί ασφαλίσεως κατ' αναπηρίας, στις οποίες αναφέρεται η διάταξη περί παραπομπής, και η γενική αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, στην οποία ανάγονται οι εν λόγω διατάξεις, δεν επιτρέπουν να αντιταχθούν στον προσφεύγοντα της κύριας δίκης, προκειμένου να μη του χορηγηθούν οι κοινωνικές παροχές που διαφορετικά θα δικαιούνταν, οι αποκαλούμενες διατάξεις περί επιλογής των κινδύνων που περιλαμβάνει ο διέπων την υπό κρίση περίπτωση εθνικός νόμος.
2 Η περίπτωση, η οποία έδωσε λαβή για την υποβολή των ενώπιον του Δικαστηρίου προδικαστικών ερωτημάτων, έχει συνοπτικώς ως εξής:
Ο R. Μοscato, Ιταλός υπήκοος, διαμένων στο Βέλγιο, απασχολήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 10 Μαρτίου 1981 έως 28 Φεβρουαρίου 1985 στην εταιρία Sphinx NV του Μάαστριχτ του Κάτω Ξωρών υπό την ιδιότητα του διακινουμένου εργαζομένου. Μετά τη λήξη της συμβάσεώς του λόγω αναδιοργανώσεως της εταιρίας, ο Μοscato έλαβε κατά το διάστημα από 28 Φεβρουαρίου 1985 έως 13 Νοεμβρίου 1987 παροχές ανεργίας που του κατέβαλε ο αρμόδιος βελγικός φορέας ως εκ της ιδιότητάς του ως διακινουμένου εργαζομένου.
Στις 13 Νοεμβρίου 1987 ανέλαβε εργασία στην εταιρία Chesswick στο Roermond των Κάτω Ξωρών. Στις 9 Φεβρουαρίου 1988 έπαυσε να εργάζεται λόγω ψυχικών διαταραχών.
Με έγγραφο της 12ης Μαου 1989, η καθής της κύριας δίκης γνωστοποίησε στον Moscato την απόφασή της να μη του χορηγεί την βάσει του Algemene Arbeidsongeschikttheidswet (νόμου περί γενικού καθεστώτος ανικανότητας προς εργασία, στο εξής ΑΑW) και του Wet op de arbeidsongeschiktheidsverzekering (νόμου περί ασφαλίσεως κατ' ανικανότητας προς εργασία, στο εξής WΑΟ) καταβαλλόμενη παροχή λόγω ανικανότητας προς εργασία σε συνέχεια της επελθούσας στις 9 Φεβρουαρίου 1988 ανικανότητάς του προς εργασία. Η απόφαση θεμελιώθηκε στο γεγονός ότι στις 13 Νοεμβρίου 1987, ήτοι κατά την έναρξη της εργασιακής περιόδου του, η κατάσταση της υγείας του ενδιαφερομένου προοιωνιζόταν την επέλευση ανικανότητας προς εργασία εντός των επομένων έξι μηνών. Κατά του μέτρου, ο ενδιαφερόμενος άσκησε προσφυγή ενώπιον του Arrondissementsrechtbank te Amsterdam.
3 Η καθής στηρίζει την άρνησή της να καταβάλει στον αιτούντα τις παροχές αναπηρίας στο άρθρα 21, παράγραφος 1, initio και στοιχείο γγ, του ΑΑW και του άρθρου 30, παράγραφος 1, initio και στοιχείο ββ, του WAO. Στο μέτρο που ενδιαφέρει εν προκειμένω, οι εν λόγω διατάξεις προβλέπουν ότι η αρμόδια για την εκκαθάριση των παροχών επαγγελματική ένωση νομιμοποιείται να μη λάβει υπόψη την ανικανότητα προς εργασία που επήλθε εντός των έξι μηνών από του χρόνου υπαγωγής του στην κοινωνική ασφάλιση, αν η κατάσταση της υγείας του ενδιαφερομένου κατά τον χρόνο ενάρξεως της ασφαλίσεως προοιωνιζόταν σαφώς την επέλευση ανικανότητας προς εργασία εντός εξαμήνου.
4 Το δικαστήριο που επελήφθη της κύριας δίκης έκρινε ότι όφειλε να υποβάλει ενώπιόν σας τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Ενόψει και της αποφάσεως στην υπόθεση Rebmann, έχει το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 την έννοια ότι ο προσφεύγων εξακολουθούσε να υπάγεται στην ολλανδική νομοθεσία κατά την περίοδο που εισέπραττε επίδομα ανεργίας στο Βέλγιο;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως επί του πρώτου ερωτήματος και ενόψει των αποφάσεων στις υποθέσεις Noij και Daalmeijer, απαγορεύει το άρθρο 39, παράγραφος 5, του κανονισμού 1408/71 να γίνει δεκτό ότι ο προσφεύγων εξακολουθούσε να διέπεται από την ολλανδική νομοθεσία περί παροχών αναπηρίας ενόσω έφερε την ιδιότητα του διακινουμένου εργαζομένου που βρισκόταν σε μακροχρόνια ανεργία και ελάμβανε παροχή ανεργίας από τον φορέα της χώρας κατοικίας του;
3) Ενόψει και της αρχής περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, επί της οποίας στηρίζεται και ο κανονισμός 1408/71, απαγορεύει το άρθρο 39, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 διατάξεις περί επιλογής των κινδύνων, όπως αυτές των άρθρων 30, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, του WAO και 21, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, του ΑΑW, να ισχύουν έναντι του προσφεύγοντος;»
Β - Ανάλυση
5 Κατά λογική ακολουθία, το σημείο αφετηρίας για την εξέταση των υποβληθέντων με τη διάταξη περί παραπομπής ερωτημάτων είναι το ανωτέρω υπό 2, το οποίο, κατ' εμέ, πρέπει να προταχθεί των λοιπών. Πράγματι, για να μπορέσουν να προσλάβουν τη σημασία τους, στα πλαίσια της παρούσας δίκης, τα άλλα δύο ερωτήματα, πρέπει προηγουμένως να δοθεί αρνητική απάντηση στο πρώτο. οΕρχομαι λοιπόν πάραυτα στην εξέτασή του, τροποποιώντας τη σειρά με την οποία υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο από το αιτούν δικαστήριο.
6 Με το υπό 2 ερώτημα, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει αν το κοινοτικό δίκαιο - ήτοι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς εργαζομένους, στους μη μισθωτούς εργαζομένους και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (στο εξής: ο κανονισμός) (1) και η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων - απαγορεύει την εφαρμογή, στην περίπτωση του προσφεύγοντος της κύριας δίκης, των «διατάξεων περί επιλογής των κινδύνων» που προβλέπουν αντίστοιχα ο WAO και ο ΑΑW, και που συνεπάγονται την άρνηση χορηγήσεως σ' αυτόν της παροχής αναπηρίας.
7 ςΕχοντας λοιπόν θέσει το ζήτημα, εκκινώ από τον κανονισμό. Προέχει να καθοριστούν οι διατάξεις του που ισχύουν εν προκειμένω. Η πρώτη διάταξη είναι εκείνη του άρθρου 39, παράγραφος 1, σύμφωνα με την οποία: «Ο φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου εφαρμοζόταν κατά τη στιγμή επελεύσεως της ανικανότητας προς εργασία με επακόλουθο την αναπηρία, καθορίζει, κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας αυτής, αν ο ενδιαφερόμενες πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να έχει δικαίωμα παροχών, λαμβανομένων υπόψη ενδεχομένως των διατάξεων του άρθρου 38». Το άρθρο 38 προβλέπει επίσης στην παράγραφο 1, μόνη που ενδιαφέρει εν προκειμένω: «Ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου εξαρτά την κτήση, διατήρηση ή ανάκτηση του δικαιώματος λήψεως παροχών από τη συμπλήρωση περιόδων ασφαλίσεως, λαμβάνει υπόψη, κατά το μέτρο που απαιτείται, τις περιόδους ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, λογιζόμενες ως περίοδοι διανυθείσες υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας αυτός».
8 ςΟπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, ο a quo δικαστής εκτιμά ότι το άρθρο 39, παράγραφος 1, εφαρμόζεται και στην προκειμένη περίπτωση. Η υπόθεση αυτή είναι κατ' εμέ ορθή. Πάντως, πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο 39, παράγραφος 1, εφαρμόζεται από κοινού με την προμνησθείσα διάταξη του άρθρου 38, παράγραφος 1, στην οποία παραπέμπει ρητώς. Συνδυάζοντας τις δύο διατάξεις του κανονισμού, άγομαι στο συμπέρασμα ότι ο προσφεύγων δικαιούται την κοινωνική παροχή που αξίωσε ενώπιον του δικαστή της κύριας δίκης. Το συμπέρασμα αυτό υπαγορεύουν οι λόγοι που προτίθεμαι να εκθέσω ευθύς αμέσως.
9 Κατά το άρθρο 39, παράγραφος 1, αρμόδιος για τη χορήγηση της επίδικης παροχής φορέας είναι ο προβλεπόμενος από το εθνικό δίκαιο που ίσχυε στην περίπτωση του ενδιαφερομένου κατά τον χρόνο επελεύσεως της ανικανότητάς του προς εργασία με επακόλουθο την αναπηρία. Ο αρμόδιος συναφώς φορέας καθορίζει, σύμφωνα με την εφαρμοστέα από αυτόν νομοθεσία, αν ο ενδιαφερόμενος πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να έχει δικαίωμα επί των κοινωνικών παροχών. Κατά τα λοιπά, το άρθρο 39, παράγραφος 1, εξειδικεύει, όσον αφορά το αντίστοιχο πεδίο εφαρμογής, την αρχή lex loci laboris στην οποία αναφέρεται αορίστως το άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού.
10 Η ανικανότητα προς εργασία του προσφεύγοντος επήλθε ενώ ασκούσε την επαγγελματική δραστηριότητά του στις Κάτω Ξώρες. Η διαπίστωση αυτή ανήκει στον ίδιο τον a quo δικαστή, ο οποίος επιβεβαιώνει ότι «στις 13 Νοεμβρίου 1987 ο Μοscato δεν είχε καταστεί, ούτε καν μερικώς, ανίκανος προς εργασία κατά την έννοια του ΑΑW και του WΑΟ». Κατόπιν αυτού, η συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να θεωρηθεί ότι διέπεται από την ολλανδική νομοθεσία. Επομένως, αρμόδιος φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως είναι ο οριζόμενος από την εθνική νομοθεσία.
Δυνάμει του κανονισμού, η ανικανότητα προς εργασία δεν είναι τίποτε άλλο από τη φυσική κατάσταση ενός προσώπου, το οποίο υποχρεούται, για λόγους υγείας, να παύσει, εν μέρει ή εν όλω, να ασκεί την επαγγελματική δραστηριότητά του.
Το άρθρο 39, παράγραφος 1, του κανονισμού αναφέρεται ακριβώς στο θέμα του χρόνου επελεύσεως της φυσικής αυτής καταστάσεως ανικανότητας, επακόλουθο της οποίας είναι, εφόσον παρατείνεται η διάρκειά της, η αναπηρία, προκειμένου να καθοριστεί ποια είναι η ισχύουσα εθνική νομοθεσία και ο δυνάμει αυτής αρμόδιος φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως. Η παροχή οφείλεται οσάκις ο εργαζόμενος δεν είναι σε θέση να ασκεί πλέον τις δραστηριότητές του. Η κατάσταση αναπηρίας, καθοριστικής σημασίας για την κοινωνική παροχή, συνίσταται, επομένως, στην ανικανότητα, εκδήλωση της οποίας είναι η διακοπή της ασκήσεως των εργασιακών καθηκόντων. Συγκεκριμένα, ο κανονισμός αναφέρεται στη χρονική στιγμή κατά την οποία «επήλθε η ανικανότητα προς εργασία με επακόλουθο την αναπηρία»: κατά κυριολεξία και κατά λογική ακολουθία, η διάταξη αυτή σημαίνει ότι το αποφασιστικής σημασίας κριτήριο για τη χορήγηση της κοινωνικής παροχής είναι η ανικανότητα προς εργασία, η οποία δεν μπορεί να συνίσταται σε οποιοδήποτε σύμπτωμα προαναγγέλλον την αναπηρία, αλλά πρέπει να έχει εκδηλωθεί πλήρως και σαφώς. Οσάκις ανακύπτει η προβλεπόμενη στον κανονισμό πραγματική κατάσταση, ο εργαζόμενος υποχρεούται να διακόψει τις δραστηριότητές του επειδή η φυσική κατάστασή του δεν του επιτρέπει να εξακολουθεί να εργάζεται. Τούτο σημαίνει ότι η κατάσταση αυτή δεν επιδέχεται άλλη λύση. Πρόκειται ακριβώς για τη στιγμή όπου ο ενδιαφερόμενος είναι ανίκανος, κατά την έννοια του κανονισμού, προς εργασία. Αυτό είναι και το μόνο ληπτέο υπόψη χρονικό σημείο για τον καθορισμό τόσο του εφαρμοστέου δικαίου όσο και του φορέα που καλείται να καταβάλει την κοινωνική παροχή.
11 Τούτου δοθέντος, απομένει να εξεταστεί υπό ποιες προϋποθέσεις η ολλανδική έννομη τάξη εξαρτά τη χορήγηση της αιτουμένης από τον ενδιαφερόμενο παροχής. Οι διατάξεις περί της επιλογής των κινδύνων που προβλέπει η έννομη αυτή τάξη παρέχουν στον αρμόδιο φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως την ευχέρεια να μη λάβει υπόψη την αναπηρία που εκδηλώθηκε εντός εξαμήνου από την έναρξη της περιόδου ασφαλίσεως. Σύμφωνα με την καθής, η διάταξη αυτή αποσκοπεί στην πρόληψη της απάτης και των καταχρήσεων που θα μπορούσαν να διαπραχθούν από κάποιον ο οποίος, ευρισκόμενος σε κατάσταση προαναγγέλλουσα την αναπηρία, αναλαμβάνει μισθωτή εργασία στις Κάτω Ξώρες, προκειμένου να τύχει, στη συνέχεια, παροχών που προβλέπονται συναφώς σε περίπτωση εκδηλώσεως της ανικανότητάς του προς εργασία.
Ανεξάρτητα από τον επιδιωκόμενο με τη διάταξη αυτή σκοπό, ο Ολλανδός νομοθέτης δεν επιδίωξε απλώς να διατυπώσει τον ορισμό της αναπηρίας στην οποία οφείλεται η ανικανότητα προς εργασία, αλλά προέβλεψε ρητώς και τη συμπλήρωση συγκεκριμένης περιόδου ασφαλίσεως πριν από τη γένεση υπέρ του ενδιαφερομένου του δικαιώματος λήψεως της κοινωνικής παροχής. Εφόσον η κατάσταση ανικανότητας επέρχεται κατά τον ληπτέο υπόψη βάσει του νόμου ενδιάμεσο χρόνο, η παροχή οφείλεται μόνον εφόσον, κατά την κρίση του αρμοδίου φορέα, η κατάσταση της υγείας του ενδιαφερομένου κατά τον χρόνο ενάρξεως της εργασίας του δεν επέτρεπε να προβλεφθεί η επέλευσή της εντός των επομένων έξι μηνών. νΑλλως, αναγνωρίζεται στον αρμόδιο φορέα η ευχέρεια να μη λαμβάνει υπόψη την αναπηρία. Υπό την έννοια αυτή, ο ανίκανος προς εργασία θα δικαιούται τουλάχιστον των κοινωνικών παροχών που αιτείται μετά την παρέλευση του εξαμήνου που ακολουθεί την έναρξη της περιόδου ασφαλίσεως.
Αυτός είναι ο στόχος της διατάξεως. Τούτο σημαίνει ότι η εφαρμοστέα εν προκειμένω νομοθεσία διέπεται με τη σειρά της από τις διατάξεις του άρθρου 38, παράγραφος 1, του κανονισμού, το οποίο προεβλέφθη ρητώς για την υποθετική περίπτωση κατά την οποία η εφαρμοστέα εθνική έννομη τάξη εξαρτά ακριβώς την κτήση, διατήρηση ή ανάκτηση του δικαιώματος λήψεως των παροχών από την συμπλήρωση των περιόδων ασφαλίσεως.
12 Το άρθρο 38, παράγραφος 1, ορίζει ότι ο αρμόδιος φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως πρέπει να λαμβάνει υπόψη περιόδους ασφαλίσεως που διηνύθησαν υπό τη νομοθεσία οποιουδήποτε άλλου κράτους, πλην εκείνου στο οποίο ανήκει ο ίδιος ο φορέας, λογιζόμενες ως περίοδοι διανυθείσες υπό την εφαρμοστέα νομοθεσία. Πρόκειται για θεμελιώδη και απαράβατο όρο που εκπορεύεται από την ανάγκη διασφαλίσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας του εργαζομένου σε σχέση με το πεδίο της κοινωνικής ασφαλίσεως.
Ο κοινοτικός νομοθέτης «συνυπολογίζει», όπως συνηθίζεται να λέγεται, και εκτιμά κατ' αρχήν ότι η περίοδος ασφαλίσεως που διήνυσε ο εργαζόμενος εντός πλειόνων κρατών μελών είναι ενιαία και συνεχής. Ο κανόνας του συνυπολογισμού, κατά την κοινοτική έννομη τάξη, επηρεάζει και τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, υπό την έννοια ότι ο αρμόδιος φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως υποχρεούται να λάβει υπόψει, δυνάμει των διατάξεων του κανονισμού, περιόδους ασφαλίσεως του ενδιαφερομένου διανυθείσες σε άλλα κράτη μέλη, έστω και αν το εθνικό δίκαιο δεν το προβλέπει.
13 Βάσει των προεκτεθέντων, εκείνο που έχει σημασία είναι να εξεταστεί ενδελεχέστερα πώς εν προκειμένω θα τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του κοινοτικού κανόνα που μόλις προανέφερα.
Από απόψεως κοινοτικού δικαίου, είναι αδιάφορο αν για τους σκοπούς που ενδιαφέρουν εν προκειμένω ο ολλανδικός νόμος εξαρτά ή μη την εφαρμογή της διατάξεως περί επιλογής των κινδύνων από το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος αξίωσε ρητώς την παροχή αναπηρίας εντός των έξι μηνών από την υπαγωγή του στην κοινωνική ασφάλιση. Είναι επίσης αδιάφορο αν η εθνική νομοθεσία αναγνωρίζει υπέρ του αρμοδίου φορέα αρμοδιότητες με ευρεία εξουσία εκτιμήσεως κατά την εφαρμογή των συναφών κανόνων.
Αντίθετα, το στοιχείο που ενδιαφέρει έγκειται στο γεγονός ότι το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο περιλαμβάνει διατάξεις περί της επιλογής των κινδύνων, όπως συμβαίνει με τις υπό εξέταση. Οι διατάξεις αυτές ισχύουν, ασφαλώς, και έναντι του ενδιαφερομένου, με συνέπεια να του στερούν το δικαίωμα λήψεως των κοινωνικών παροχών αν θεωρηθεί ότι τις επιτρέπει η κοινοτική νομοθεσία που είναι υποχρεωμένος να εφαρμόσει ο αρμόδιος φορέας κοινωνικής πολιτικής.
14 Ο κανόνας της σωρεύσεως των περιόδων ασφαλίσεως, κατά το άρθρο 38, παράγραφος 1, του κανονισμού έχει ως συνέπεια ότι ο χρόνος ασφαλίσεως του ενδιαφερομένου εξετάζεται στο σύνολό του, με την πρόσθεση των διαφόρων περιόδων ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας, καθώς και των εξομοιουμένων προς αυτές περιόδων που διανύθηκαν στο ολλανδικό έδαφος ή στο έδαφος άλλων κρατών μελών.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ο κανόνας περί της επιλογής των κινδύνων που προβλέπει ο εθνικός νομοθέτης δεν μπορούσε να αντιταχθεί στον ενδιαφερόμενο, προκειμένου να απορριφθεί η αίτησή του για τη χορήγηση της παροχής αναπηρίας. Πράγματι, κατά το άρθρο 38, παράγραφος 1, η έναρξη της επαγγελματικής δραστηριότητας του προσφεύγοντος της κύριας δίκης, η οποία έχει σημασία για τον υπολογισμό της προβλεπομένης από την ολλανδική νομοθεσία περιόδου των έξι μηνών, δεν τοποθετείται στις 12 Νοεμβρίου 1987, αλλά - χωρίς κατ' ανάγκη να είναι συνεχής - στη χρονική στιγμή κατά την οποία άρχισε να ασκεί την επαγγελματική δραστηριότητά του εντός άλλου κράτους μέλους της Κοινότητας, για να συνεχίσει να την ασκεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού, σε άλλα κράτη μέλη, και να παύσει να εργάζεται στις Κάτω Ξώρες στις 9 Φεβρουαρίου 1988, οπότε επήλθε η αναπηρία. Από την ανάγνωση των διατάξεων περί της επιλογής των κινδύνων, όπως απαιτεί ο κοινοτικός κανονισμός, η dies a quo της περιόδου ασφαλίσεως που αυτός προβλέπει τοποθετείται ασφαλώς σε χρονική στιγμή που εν πάση περιπτώσει ανάγεται σε χρόνο προ των έξι μηνών από τη διακοπή της δραστηριότητας του προσφεύγοντος στις Κάτω Ξώρες.
15 Οι διατάξεις των ολλανδικών νόμων που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, δεν μπορούν, συνακόλουθα, να εφαρμοστούν στην περίπτωση του προσφεύγοντος, παρά μόνον υπό το φως του άρθρου 38. Επιπλέον, το γεγονός ότι οι διατάξεις αυτές εκπορεύονται από την απαιτούμενη προστασία του ολλανδικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως έναντι των ενδεχομένων καταχρήσεως ή απάτης κατ' ουδένα τρόπο αποχαρακτηρίζει τη δυσμενή διάκριση που θα εισήγαγαν αν εφαρμόζονταν κατά τρόπο ώστε η μεταχείριση του διακινουμένου εργαζομένου να διαφέρει από εκείνη του μη διακινουμένου.
Ασφαλώς, η χρηστή διοίκηση του κοινωνικού συστήματος είναι ένα από τα δικαιολογημένα συμφέροντα, την ικανοποίηση των οποίων μπορεί να επιδιώκει ο εθνικός νομοθέτης στη σφαίρα αρμοδιότητάς του, όχι όμως μέχρι του σημείου να αγνοεί τα δικαιώματα που εγγυάται υπέρ του εργαζομένου η κοινοτική έννομη τάξη στα πλαίσια της ελεύθερης κυκλοφορίας. Επειδή στην προκειμένη περίπτωση ο εθνικός νόμος πρέπει να προσαρμοστεί προς τις επιταγές της συναφούς κοινοτικής νομοθεσίας, αποκλείεται να μπορεί να αντιταχθεί στον εργαζόμενο που δικαιούται να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις της σε κοινωνικά ζητήματα.
16 Το συμπέρασμα στο οποίο άγομαι δεν αλλοιώνεται ακόμη και αν η ενώπιον του Δικαστηρίου υποβληθείσα περίπτωση ερμηνευθεί αποκλειστικά επί τη βάσει των εξαγγελλομένων στα άρθρα 48 και 51 της Συνθήκης αρχών, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι διατάξεις του κανονισμού. Πράγματι, οι ανωτέρω δύο διατάξεις έχουν άμεση σημασία για την επίλυση του συγκεκριμένου ζητήματος. Το άρθρο 48 εξαγγέλλει τη θεμελιώδη αρχή σε θέματα ελεύθερης κυκλοφορίας, δυνάμει της οποίας η μεταχείριση που επιφυλάσσεται σε εργαζόμενο δεν μπορεί να διαφέρει ανάλογα με την ιθαγένειά του. Η αρχή, όπως αυτή ερμηνεύθηκε παγίως από το Δικαστήριο (2), απαγορεύει διακρίσεις εις βάρος των εργαζομένων λόγω του ότι άσκησαν τις δραστηριότητές τους σε διάφορες χώρες της Κοινότητας.
Η αποτελεσματικότητα του δικαιώματος προς ελεύθερη κυκλοφορία διασφαλίζεται περαιτέρω κατά τρόπο συγκεκριμένο στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως με το άρθρο 51 της Συνθήκης, το οποίο προβλέπει ρητώς την αρχή της σωρεύσεως των περιόδων ασφαλίσεως που διήνυσε ο εργαζόμενος σε διάφορα κράτη μέλη. Πρόκειται για ρητή εγγύηση, η οποία, όπως προανέφερα, επιβάλλεται και στη συγκεκριμένη περίπτωση βάσει του κανονισμού επειδή το προβλέπει η Συνθήκη. Υπό την έννοια αυτή, ο κανονισμός την ενσωματώνει προκειμένου να υλοποιηθούν συναφώς τα όσα εξαγγέλλει υπό μορφή θεμελιώδους επιταγής το άρθρο 51.
17 Σύμφωνα με την ισχύουσα ολλανδική νομοθεσία, ο προσφεύγων ευρίσκεται, ως εκ του ότι άσκησε την επαγγελματική δραστηριότητά του σε περισσότερα κράτη μέλη, σε κατάσταση λιγότερο ευνοϋκή από εκείνη που επιφυλάσσεται στον εργαζόμενο, ο οποίος άσκησε επίσης διάφορες δραστηριότητες, αλλά πάντοτε εντός του εδάφους των Κάτω Ξωρών.
νΟπως αναγνώρισε και η ίδια η καθής, αν ο προσφεύγων είχε ασκήσει την επαγγελματική δραστηριότητά του αποκλειστικώς στις Κάτω Ξώρες, έστω και μετακινούμενος από τόπο σε τόπο, η διάταξη περί της επιλογής των κινδύνων δεν θα ετύγχανε εφαρμογής στην περίπτωσή του με τα δυσμενή αποτελέσματα που παρατίθενται στη διαφορά της κύριας δίκης.
Επομένως, η εισάγουσα δυσμενή διάκριση μεταχείριση έγκειται στο απλό γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος άσκησε την επαγγελματική δραστηριότητά του σε διάφορα κράτη μέλη. ηΟποιος μεταβαίνει στις Κάτω Ξώρες για να ασκήσει εκεί την επαγγελματική δραστηριότητά του οφείλει στην πράξη να αρχίσει ex novo να προσμετρεί τον χρόνο ασφαλίσεώς του. Συγκεκριμένα, η ολλανδική ρύθμιση αδιαφορεί για την επαγγελματική και ασφαλιστική πορεία που διανύουν οι διακινούμενοι εργαζόμενοι, η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη από τις περί της επιλογής των κινδύνων διατάξεις.
Οι τελευταίες, όπως θεσπίστηκαν και ισχύουν, διαπλέκονται με την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων. νΟσοι εννοούν να ασκήσουν τη δραστηριότητά τους στις Κάτω Ξώρες - ιδίως εκείνοι οι οποίοι, λόγω του προκεχωρημένου της ηλικίας τους, είναι προφανώς περισσότερο εκτεθειμένοι στον κίνδυνο να ασθενήσουν - διατρέχουν και τον κίνδυνο απωλείας του δικαιώματός τους προς λήψη της παροχής αναπηρίας, ανεξάρτητα από τον χρόνο προϋπηρεσίας τους. Με τον τρόπο αυτό, οι εργαζόμενοι δεν έχουν πλέον κίνητρα για να μεταβαίνουν και να εργάζονται στην εν λόγω χώρα. Στα πλαίσια της υπό κρίση διαφοράς, ο εθνικός νόμος δεν μπορεί να παραβιάζει τη γενική αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας, ούτε τα ειδικά κριτήρια που εξαγγέλλονται στη Συνθήκη σχετικά με τη συμπλήρωση των περιόδων ασφαλίσεως του διακινουμένου εργαζομένου.
Η υπαγωγή του προσφεύγοντος στις διατάξεις περί της επιλογής των κινδύνων προσκρούει έτσι σε ένα όριο μη δυνάμενο να υπερπηδηθεί, απορρέον ευθέως από τη Συνθήκη. Το δικαίωμα του διακινουμένου εργαζομένου για συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως διασφαλίζεται από το άρθρο 51 ως φυσικό επακόλουθο της ελεύθερης κυκλοφορίας: πρόκειται για κοινοτικό δικαίωμα - στηριζόμενο στη Συνθήκη προτού θεμελιωθεί και στον κανονισμό - η χρήση του οποίου δεν μπορεί να επηρεάζεται από τις διατάξεις περί της επιλογής των κινδύνων, σε συνδυασμό με τα αποτελέσματα που τους προσδίδει ο Ολλανδός νομοθέτης. ςΕτσι, επιβεβαιώνεται ότι ο μόνος ορθός τρόπος ερμηνείας των συναφών διατάξεων είναι να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με τη Συνθήκη, όπως και με τον κανονισμό, συνάγοντας από αμφότερες τις πηγές του κοινοτικού δικαίου τα κανονιστικού χαρακτήρα κριτήρια εφαρμογής τους στην περίπτωση του διακινουμένου εργαζομένου. Η εξισορροπητική αυτή προσέγγιση καθιστά εφικτό να αποφεύγεται, στο μέτρο του δυνατού, η διδόμενη ερμηνεία στους ολλανδικούς κανόνες περί επιλογής των κινδύνων - όπως έκρινε το Δικαστήριο επ' ευκαιρία της αποφάσεως στην υπόθεση Van Munster (3) - «να αποτρέπει τον διακινούμενο εργαζόμενο από την πραγματική άσκηση του δικαιώματος περί ελεύθερης κυκλοφορίας». Πρόκειται περί ερμηνευτικού κανόνα που επιβάλλεται εν προκειμένω σε συνδυασμό με μία ακόμα επιταγή: Οι αρχές και οι κανόνες του κοινοτικού δικαίου, στους οποίους αναφέρεται ο a quo δικαστής, ισχύουν, όπως προανέφερα, και στην περίπτωση των διατάξεων και συνεπειών του εθνικού νόμου περί επιλογής των κινδύνων, όχι μόνο για να μην αποκοπεί από οποιοδήποτε κίνητρο η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων αλλά και για να αποκλειστεί συγκεκριμένα το ενδεχόμενο εθνικές διατάξεις όπως οι προκείμενες, υπερβαίνοντας το πλαίσιο της δικαιολογουμένης εφαρμογής τους, να αναιρούν το δικαίωμα λήψεως κοινωνικών παροχών που αναγνωρίζεται υπέρ του διακινουμένου εργαζομένου.
Ερωτήματα 1αα και 1ββ
18 Με τα εναπομένοντα δύο ερωτήματα σκοπείται κατ' ουσίαν να διευκρινιστεί αν, σε περίπτωση μη εφαρμογής του κανόνα που προκύπτει από το άρθρο 39, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 38, παράγραφος 1, του κανονισμού ή γενικότερα τις διατάξεις των άρθρων 48 και 51 της Συνθήκης, ο προσφεύγων υπαγόταν στην ολλανδική νομοθεσία κατά τη διάρκεια της περιόδου μη απασχολήσεώς του που διήλθε στο Βέλγιο. Και τούτο για να καταστεί δυνατό να θεωρηθεί η επαγγελματική δραστηριότητα του προσφεύγοντος στην Ολλανδία ως εκκινήσασα με αφετηρία προγενέστερη ημερομηνία και να υπερπηδηθεί στην πράξη το εμπόδιο που συνίσταται στο όριο των έξι μηνών, όπως προβλέπουν οι διατάξεις του ΑΑW και του WAO περί επιλογής των κινδύνων. Πάντως, τα εν λόγω δύο ερωτήματα στερούνται σημασίας σε σχέση με την προτεινόμενη για το υπό 2 ερώτημα λύση.
Πρόταση
Ενόψει των στοιχείων που προεξέθεσα, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις στα υποβληθέντα από το Arrondissementsrechtbank te Amsterdam ερωτήματα:
«Το κοινοτικό δίκαιο, είτε επί τη βάσει του άρθρου 39, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς εργαζομένους, στους μη μισθωτούς εργαζομένους και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, είτε επί τη βάσει των άρθρων 48 έως 51 της Συνθήκης, απαγορεύει το να αντιταχθεί στον προσφεύγοντα "διάταξη περί επιλογής των κινδύνων" που περιέχουν τα άρθρα 30, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, του Wet op de Αrbeidsongeschiktheidsverzekering, και 21, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, του Algemene Arbeidsongeschikttheidswet, με σκοπό τη μη χορήγηση σ' αυτόν των παροχών αναπηρίας που θα δικαιούνταν σε διαφορετική περίπτωση.
Επίσης, η ολλανδική νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως που περιέχει "διάταξη περί επιλογής των κινδύνων" πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως των αρχών και κανόνων των άρθρων 48 έως 51 της Συνθήκης, ώστε ο διακινούμενος εργαζόμενος να μην υφίσταται κυρώσεις κατά την εφαρμογή της, ούτε να αποτρέπεται από την πραγματική άσκηση του δικαιώματός του περί ελεύθερης κυκλοφορίας.»
(1) - ΕΕ L 230, της 22ας Αυγούστου 1983, σ. 6.
(2) - Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1974 στην υπόθεση C-152/73, Sotgiu (Συλλογή τόμος 1974, σ. 87), και απόφαση της 8ης Μαου 1990 στην υπόθεση 175/88, Βiehl (Συλλογή 1990, σ. Ι-1779).
(3) - Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994 στην υπόθεση C-165/91 (Συλλογή 1994, σ. Ι-4661).
Full & Egal Universal Law Academy