Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων * Ασφάλιση αναπηρίας * Ειδικοί τρόποι εφαρμογής της ολλανδικής νομοθεσίας περί ασφαλίσεως κατά της ανικανότητας προς εργασία * Το δικαίωμα επί των παροχών χορηγείται μόνο στους μισθωτούς που εξακολουθούν να εργάζονται κατά την επέλευση του κινδύνου * Επιτρέπεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 48 έως 51 κανονισμός 1408/71 του Συμβουλίου, παράρτημα VI, στοιχ. Ι, σημ. 4)
2. Κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων * 'Ιση μεταχείριση * Διάταξη του εθνικού δικαίου που θέτει ως προϋπόθεση της κτήσεως του δικαιώματος επί παροχών αναπηρίας την ύπαρξη ορισμένου εισοδήματος από εργασία κατά το έτος που προηγήθηκε της επελεύσεως του κινδύνου * Αντικειμενική προϋπόθεση που ισχύει αδιακρίτως για όλους τους κοινοτικούς εργαζομένους * Επιτρέπεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 51)
Περίληψη
1. Τα άρθρα 48 έως 51 της Συνθήκης δεν επιτρέπουν να χάνουν οι εργαζόμενοι, λόγω της εκ μέρους τους ασκήσεως του δικαιώματός τους προς ελεύθερη κυκλοφορία, τα οφέλη κοινωνικής ασφαλίσεως που τους παρέχει η νομοθεσία ενός κράτους μέλους, επειδή η συνέπεια αυτή θα μπορούσε να αποθαρρύνει τους κοινοτικούς εργαζομένους από την άσκηση του δικαιώματός τους προς ελεύθερη κυκλοφορία και θα αποτελούσε συνεπώς εμπόδιο στην ελευθερία αυτή. Τούτο δεν συμβαίνει με το σημείο 4 του στοιχείου Θ (ήδη στοιχείου Ι) του παραρτήματος VI του τροποποιημένου κανονισμού 1408/71, που αφορά τους τρόπους εφαρμογής της ολλανδικής νομοθεσίας περί ανικανότητας προς εργασία και συνέπεια του οποίου είναι ότι όποιος δεν είναι μισθωτός κατά τον χρόνο της επελεύσεως της ανικανότητας προς εργασία δεν μπορεί να αξιώνει τη χορήγηση παροχών αναπηρίας.
Τα πρόσωπα που έχουν ασκήσει οικονομική δραστηριότητα μόνο στις Κάτω Χώρες και έπαυσαν να εργάζονται πριν από την επέλευση του ασφαλιζομένου κινδύνου βρίσκονται στην ίδια κατάσταση όπως όσοι έχουν κάνει χρήση της ελεύθερης κυκλοφορίας και υπάγονταν προηγουμένως αφενός σε σύστημα στηριζόμενο στην επέλευση του κινδύνου και αφετέρου σε σύστημα στηριζόμενο στην προοδευτική κτήση των δικαιωμάτων.
2. Το άρθρο 51 της Συνθήκης και ο κανονισμός 1408/71 προβλέπουν απλώς και μόνον τον συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως που έχουν συμπληρωθεί σε διάφορα κράτη μέλη και δεν ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις συμπληρώσεως των εν λόγω περιόδων ασφαλίσεως. Κατά συνέπεια, εναπόκειται στη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους να καθορίσει τις προϋποθέσεις γενέσεως του δικαιώματος ή της υποχρεώσεως υπαγωγής σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, υπό την προϋπόθεση ότι δεν πρέπει να εισάγεται σχετικώς διάκριση μεταξύ ημεδαπών και υπηκόων άλλων κρατών μελών.
Κατά συνέπεια, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει στον εθνικό νομοθέτη να τροποποιεί τις προϋποθέσεις χορηγήσεως συντάξεως αναπηρίας και να τις καθιστά αυστηρότερες, καθιερώνοντας ως επιπλέον προϋπόθεση την ύπαρξη ορισμένου ύψους εισοδήματος από εργασία κατά το έτος που προηγήθηκε της ενάρξεως της ανικανότητας προς εργασία, εφόσον πρόκειται για αντικειμενική προϋπόθεση, η οποία ισχύει αδιακρίτως τόσο για τους ημεδαπούς εργαζομένους όσο και για τους εργαζομένους των άλλων κρατών μελών.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-12/93,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Centrale Raad van Beroep προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Bestuur van de Nieuwe Algemene Bedrifjsvereniging
και
V. A. Drake,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος του σημείου 4 του στοιχείου Θ (ήδη στοιχείου Ι) του παραρτήματος VI του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, J. C. Moitinho de Almeida, M. Diez de Velasco και D. A. O. Edward, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, G. C. Rodriguez Iglesias, F. Grevisse, M. Zuleeg (εισηγητή) και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* το Bestuur van de Nieuwe Algemene Bedrifjsvereniging, εκπροσωπούμενο από τον C. R. J. A. Μ. Brent, ο οποίος εκτελεί προσωρινά χρέη διευθυντή της νομικής υπηρεσίας επί θεμάτων κοινωνικής ασφαλίσεως του σωματείου Gemeenschappelijk Administratiekantoor,
* η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενη από τον A. Bos, νομικό σύμβουλο του Υπουργείου Εξωτερικών,
* η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Φ. Π. Γεωργακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
* το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από τις Σοφία Κυριακοπούλου και Anna-Maria Collaert, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη Μ. Πατακιά και τον B. J. Drijber, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του προσφεύγοντος, εκπροσωπούμενου από τον F. W. M. Keunen, νομικό συνεργάτη του σωματείου Gemeenschappelijk Administratiekantoor, της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον J. W. de Zwaan, αναπληρωτή νομικό σύμβουλο του Υπουργείου Εξωτερικών, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους B. J. Drijber και P. Altmaier, υπάλληλο διοικήσεως, κατά τη συνεδρίαση της 8ης Μαρτίου 1994,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Απριλίου 1994,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 5ης Ιανουαρίου 1993, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Ιανουαρίου 1993, το Centrale Raad van Beroep υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ερώτημα ως προς το κύρος του σημείου 4 του στοιχείου Θ (ήδη στοιχείου Ι) του παραρτήματος VI του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6) (στο εξής: τροποποιημένος κανονισμός 1408/71).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε κατά την εκδίκαση διαφοράς μεταξύ του Bestuur van de Nieuwe Algemene Bedrifjsvereniging και του V. A. Drake σχετικά με τη χορήγηση παροχών αναπηρίας κατ' εφαρμογήν του ολλανδικού νόμου.
3 Η υποχρεωτική ασφάλιση κατά της αναπηρίας διέπεται στις Κάτω Χώρες από δύο ρυθμίσεις: τον Algemene Arbeidsongeschiktheidswet της 11ης Δεκεμβρίου 1975 [γενικό νόμο περί ανικανότητας προς εργασία, στο εξής: AAW, ο οποίος έχει δημοσιευθεί στην Stbl. (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως των Κάτω Χωρών) 674], και τον Wet op de Arbeidsongeschiktheidsverzekering της 18ης Φεβρουαρίου 1966 (νόμο περί ασφαλίσεως κατά της ανικανότητας προς εργασία, στο εξής: WAO, Stbl. 84).
4 Ο AAW, ο οποίος άρχισε να ισχύει την 1η Οκτωβρίου 1976, προβλέπει την υποχρεωτική ασφάλιση όλων των κατοίκων των Κάτω Χωρών κατά της αναπηρίας. Η κτήση του δικαιώματος επί των παροχών καθώς και ο υπολογισμός τους δεν υπόκεινται σε καμία προϋπόθεση σχετικά με τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως. Από την 1η Ιανουαρίου 1980 πάντως, το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 2, ορίζει ότι ο ασφαλισμένος που ζητεί τη χορήγηση των παροχών αυτών πρέπει, κατά το προηγηθέν της επελεύσεως της ανικανότητας προς εργασία έτος, να είχε εισοδήματα ορισμένου ύψους προερχόμενα από (ή έχοντας σχέση με) την παροχή εργασίας στο πλαίσιο του οικονομικού και επαγγελματικού του βίου.
5 Ο WAO, ο οποίος άρχισε να ισχύει την 1η Ιουλίου 1967, καθιέρωσε την υποχρεωτική ασφάλιση των μισθωτών κατά της αναπηρίας. Το δικαίωμα επί της παροχής και το ύψος της παροχής είναι επίσης ανεξάρτητα, σύμφωνα και με τον νόμο αυτό, από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως. Για τη χορήγηση όμως παροχής βάσει του ανωτέρω νόμου, απαιτείται ο ενδιαφερόμενος να υπόκειται στην εν λόγω νομοθεσία, δηλαδή να παρέχει εξαρτημένη εργασία, κατά τον χρόνο επελεύσεως του κινδύνου. Στην περίπτωση αυτή οι παροχές χορηγούνται στον ασφαλισμένο μετά τη συμπλήρωση 52 συνεχών εβδομάδων ανικανότητας προς εργασία. Το ύψος της παροχής υπολογίζεται βάσει του βαθμού αναπηρίας και του ύψους του ημερομισθίου του εργαζομένου (για το οποίο προβλέπεται ορισμένο ανώτατο όριο).
6 Κατά τον κρίσιμο για την κύρια δίκη χρόνο, σε περίπτωση ταυτόχρονης υποβολής αιτήσεως για τη χορήγηση και των δύο ανωτέρω παροχών, η οφειλομένη κατά τον WAO παροχή καταβαλλόταν μόνον εφόσον υπερέβαινε την οφειλόμενη κατά τον AAW παροχή, και μάλιστα κατά το ποσό κατά το οποίο την υπερέβαινε. Ο δικαιούμενος πάντως τις παροχές κατά τον WAO ο οποίος, για οποιονδήποτε λόγο, δεν μπορούσε να αξιώσει τις παροχές κατά τον AAW, δικαιούνταν όλες τις παροχές που οφείλονταν βάσει του WAO.
7 Ο Drake, Τσεχοσλοβάκος υπήκοος που πολιτογραφήθηκε Ολλανδός δυνάμει νόμου της 20ής Μαΐου 1975, συμπλήρωσε κατά το διάστημα από 24 Οκτωβρίου 1968 έως 5 Νοεμβρίου 1971 περιόδους ασφαλίσεως, βάσει του WAO, τριών ετών και δώδεκα ημερών. Από τις 30 Νοεμβρίου 1971 έως τις 23 Οκτωβρίου 1980 ο Drake υπαγόταν στο γερμανικό σύστημα ασφαλίσεως αναπηρίας, λόγω των δραστηριοτήτων που ασκούσε στη χώρα αυτή. Από τη Διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι από τις 24 Οκτωβρίου 1980 μέχρι την 1η Ιουλίου 1984 ο Drake δεν άσκησε πλέον καμία επαγγελματική δραστηριότητα και δεν του χορηγήθηκε σε καμία από τις δύο αυτές χώρες παροχή προοριζόμενη να αντικαταστήσει τον μισθό του.
8 Με απόφαση της 24ης Μαρτίου 1986, ο Drake αναγνωρίστηκε ανάπηρος, κατά την έννοια της γερμανικής νομοθεσίας, και του χορηγήθηκε αναδρομικά από την 1η Ιουλίου 1984 σύνταξη αναπηρίας (Erwerbsunfaehigkeitsrente) βάσει των περιόδων ασφαλίσεως που είχε διανύσει στη Γερμανία.
9 Ο Drake υπέβαλε επίσης αίτηση χορηγήσεως των παροχών αναπηρίας στις Κάτω Χώρες, λόγω της προγενέστερης έμμισθης εργασίας που είχε παράσχει εντός της χώρας αυτής. Ο αρμόδιος ολλανδικός ασφαλιστικός φορέας, το Nieuwe Algemene Bedrifjsvereniging (στο εξής: ΝΑΒ), μολονότι αναγνώρισε ότι από την 1η Ιουλίου 1984 ο Drake έπρεπε να θεωρείται ως πλήρως ανίκανος προς εργασία, κατά την έννοια του WAO και του AAW, απέρριψε την αίτηση, με το αιτιολογικό ότι ο Drake δεν δικαιούνταν ούτε τις παροχές WAO, επειδή δεν ήταν μισθωτός κατά τον χρόνο επελεύσεως της ανικανότητας προς εργασία, ούτε τις παροχές AAW, επειδή δεν είχε εισοδήματα κατά το έτος που προηγήθηκε της επελεύσεως της ανικανότητας προς εργασία.
10 Κατά της αποφάσεως του ΝΑΒ ο Drake προσέφυγε ενώπιον του Raad van Beroep te Amsterdam, το οποίο δέχθηκε την προσφυγή. Κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου αυτού το ΝΑΒ άσκησε έφεση ενώπιον του Centrale Raad van Beroep, το οποίο έκρινε ότι, πριν εκδώσει απόφαση, ήταν αναγκαίο να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
"Συμβιβάζεται με τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ, ιδίως δε με το άρθρο 51, μια ρύθμιση όπως αυτή του σημείου 4 του παραρτήματος VΙ (Κάτω Χώρες) του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (όπως η διάταξη αυτή ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο), η οποία μπορεί να έχει ως συνέπεια να επιβάλλεται, δυνάμει του εθνικού δικαίου, στον (πρώην) μισθωτό μια επιπλέον προϋπόθεση για την κτήση δικαιώματος επί παροχών αναπηρίας βάσει της νομοθεσίας κράτους μέλους (εν προκειμένω η ύπαρξη εισοδημάτων από μισθωτές υπηρεσίες ορισμένου ύψους κατά το πριν από την επέλευση της ανικανότητας προς εργασία έτος), προϋπόθεση που δεν ισχύει για την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας στην οποία λογίζεται ότι εξακολουθεί να υπάγεται ο εν λόγω εργαζόμενος, κατά την έννοια του άρθρου 45, παράγραφος 4, του κανονισμού (όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο);"
11 Πρέπει καταρχάς να τονιστεί ότι το άρθρο 51 της Συνθήκης ΕΟΚ ορίζει τα εξής:
"Το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής, λαμβάνει ομοφώνως στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως τα αναγκαία μέτρα για την εγκαθίδρυση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, ιδίως με τη θέσπιση ενός συστήματος που να εξασφαλίζει στους διακινουμένους εργαζόμενους και στους εξ αυτών έλκοντες δικαιώματα:
α) τον συνυπολογισμό όλων των περιόδων που λαμβάνονται υπόψη από τις διάφορες εθνικές νομοθεσίες για την κτήση και τη διατήρηση του δικαιώματος προς λήψη παροχής όπως και για τον υπολογισμό του ύψους αυτών
β) την καταβολή των παροχών στα πρόσωπα που κατοικούν στις επικράτειες των κρατών μελών."
12 Βάσει του άρθρου αυτού το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 1408/71 και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 574/72, της 21ης Μαρτίου 1971, περί του τρόπου εφαρμογής του ανωτέρω κανονισμού (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 138), ο κυριότερος σκοπός των οποίων συνίσταται στον συντονισμό των διαφόρων εθνικών νομοθεσιών στον οικείο τομέα, ώστε η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων να μην έχει ως αποτέλεσμα να περιέρχονται οι εργαζόμενοι που κάνουν χρήση της ελευθερίας αυτής σε μειoνεκτική θέση έναντι των εργαζομένων που αναπτύσσουν τη δραστηριότητά τους εντός ενός μόνον κράτους μέλους.
13 'Οσον αφορά ειδικότερα τις παροχές αναπηρίας, το άρθρο 45, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71, όπως ίσχυε αρχικά (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73), όριζε τα εξής:
"Αν η νομοθεσία κράτους μέλους, η οποία εξαρτά τη χορήγηση παροχών από τον όρο ότι ο εργαζόμενος υπάγεται στη νομοθεσία αυτή κατά τη στιγμή επελεύσεως του κινδύνου, δεν απαιτεί καμία διάρκεια ασφαλίσεως ούτε για την απόκτηση του δικαιώματος ούτε για τον υπολογισμό των παροχών, κάθε εργαζόμενος, ο οποίος έπαυσε να υπάγεται στη νομοθεσία αυτή, θεωρείται, για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, ότι υπάγεται ακόμη σ' αυτήν, τη στιγμή της επελεύσεως του κινδύνου, αν υπάγεται στη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους τη στιγμή αυτή ή, ελλείψει τέτοιας περιπτώσεως, αν δύναται να διεκδικήσει παροχές δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους(...)"
14 Το άρθρο 45, παράγραφος 3, δηλαδή, σκοπός του οποίου ήταν, μεταξύ άλλων, να εξασφαλιστεί η συνύπαρξη αφενός των συστημάτων που στηρίζονταν στην κτήση του δικαιώματος επί παροχών λόγω επελεύσεως του ασφαλιζομένου κινδύνου και αφετέρου των συστημάτων που στηρίζονταν, αντίθετα, στην προοδευτική διαμόρφωση του δικαιώματος επί των παροχών, δηλαδή των συστημάτων που εξηρτώντο μόνον από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως, επέτρεπε καταρχήν στους μισθωτούς που ελάμβαναν παροχές αναπηρίας βάσει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους να αξιώσουν και τις ολλανδικές παροχές που οφείλονταν βάσει του WAO.
15 Στη συνέχεια ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1390/81 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1981, περί επεκτάσεως στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (ΕΕ L 143, σ. 1), προσέθεσε το παράρτημα VI, στοιχείο Θ (ήδη στοιχείο Ι), σημείο 4. 'Οσον αφορά την εφαρμογή της ολλανδικής ρυθμίσεως περί ασφαλίσεως κατά της ανικανότητας προς εργασία, η διάταξη αυτή προβλέπει ότι ο αρμόδιος φορέας καθορίζει το ποσό των παροχών εις χρήμα
* σύμφωνα με τις διατάξεις του WAO, "αν ο ενδιαφερόμενος, τη στιγμή που επήλθε η ανικανότητα προς εργασία με την αναπηρία που προέκυψε, ήταν μισθωτός κατά την έννοια του άρθρου 1, περίπτωση α', του κανονισμού" (στοιχείο α'), και
* σύμφωνα με τις διατάξεις του AAW, "αν ο ενδιαφερόμενος, τη στιγμή που επήλθε η ανικανότητα προς εργασία με την αναπηρία που προέκυψε, δεν ήταν μισθωτός κατά την έννοια του άρθρου 1, περίπτωση α', του κανονισμού" (στοιχείο β').
Επί πλέον, με τον ίδιο αυτό κανονισμό, η παράγραφος 3 του άρθρου 45 κατέστη παράγραφος 4.
16 Κατόπιν της θεσπίσεως του παραρτήματος VI, στοιχείο Θ (ήδη στοιχείο Ι), σημείο 4, τις παροχές που οφείλονται κατά τον WAO δικαιούνται μόνον οι μισθωτοί που παρέχουν εργασία κατά τον χρόνο επελεύσεως του κινδύνου. Επομένως, δεν αρκεί πλέον να μπορούν να ασκήσουν δικαιώματα επί παροχών βάσει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους. Επί πλέον, οι ενδιαφερόμενοι που δεν εργάζονται πλέον κατά τον χρόνο επελεύσεως του κινδύνου μπορούν να αξιώσουν, δυνάμει του σημείου 4, στοιχείο β', του παραρτήματος VI, ορισμένες μόνο παροχές σύμφωνα με τις διατάξεις του AAW, για τη χορήγηση όμως των οποίων προϋπόθεση είναι να είχαν οι ενδιαφερόμενοι κατά το προηγηθέν της επελεύσεως της ανικανότητας προς εργασία έτος εισοδήματα ορισμένου ύψους προερχόμενα από (ή έχοντα σχέση με) εργασία.
17 Από την επίμαχη εν προκειμένω ρύθμιση και τη Διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι το εθνικό δικαστήριο θέτει διττώς ζήτημα κύρους της διατάξεως του παραρτήματος VI του τροποποιημένου κανονισμού 1408/71, η οποία περιέχεται στο στοιχείο Θ (ήδη στοιχείο Ι), σημείο 4.
18 Πρώτον, το εθνικό δικαστήριο διερωτάται κατά πόσον είναι νόμιμο να περιορίζει η διάταξη αυτή το περιεχόμενο του άρθρου 45, παράγραφος 4, του τροποποιημένου κανονισμού 1408/71, καθόσον καθιερώνει ένα νέο στοιχείο εκτιμήσεως, δηλαδή την ιδιότητα του μισθωτού κατά τον χρόνο επελεύσεως της ανικανότητας προς εργασία, όταν πρόκειται να εξακριβωθεί, κατ' εφαρμογήν της διατάξεως αυτής, βάσει ποιου ολλανδικού νομοθετήματος, του WAO ή του AAW, είναι δυνατή η κτήση δικαιώματος προς παροχή.
19 Δεύτερον, το εθνικό δικαστήριο διερωτάται κατά πόσον είναι νόμιμη η καθιέρωση, με το παράρτημα VI, στοιχείο Θ (ήδη στοιχείο Ι), σημείο 4, που παραπέμπει επ' αυτού στην ολλανδική νομοθεσία, μιας πρόσθετης προϋποθέσεως, όπως είναι η προϋπόθεση να είχε ο ενδιαφερόμενος ορισμένου ύψους εισοδήματα προερχόμενα από εργασία παρασχεθείσα κατά το προηγηθέν της επελεύσεως της ανικανότητας προς εργασία έτος, δεδομένου ότι δεν προβλέπεται καμία τέτοια προϋπόθεση για την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας, στην οποία ο εν λόγω ενδιαφερόμενος λογίζεται ότι εξακολουθεί να υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 45, παράγραφος 4, του τροποποιημένου κανονισμού 1408/71.
Επί του πρώτου σκέλους του ερωτήματος
20 'Οσον αφορά το πρώτο σκέλος του ερωτήματος, πρέπει να τονιστεί ότι η τυπική ισχύς των διατάξεων του τροποποιημένου κανονισμού 1408/71 δεν είναι υπέρτερη της τυπικής ισχύος των διατάξεων του παραρτήματος VI του κανονισμού αυτού. 'Ολες αυτές οι διατάξεις έχουν εκδοθεί κατ' εφαρμογήν του άρθρου 51 της Συνθήκης και πρέπει συνεπώς να ερμηνεύονται από κοινού και με γνώμονα τον σκοπό του άρθρου αυτού, το οποίο αποβλέπει να συμβάλλει στην όσο το δυνατόν πληρέστερη εφαρμογή της αρχής περί ελεύθερης κυκλοφορίας των διακινουμένων εργαζομένων, αρχής που αποτελεί ένα από τα θεμέλια της Κοινότητας (βλ. την απόφαση της 2ας Μαΐου 1990, C-293/88, Winter-Lutzins, Συλλογή 1990, σ. Ι-1623, σκέψη 13, και απόφαση της 30ής Μαρτίου 1993, C-282/91, De Wit, Συλλογή 1993, σ. Ι-1221, σκέψη 16).
21 Το τιθέμενο ζήτημα περιορίζεται επομένως στο αν οι τρόποι εφαρμογής της ολλανδικής νομοθεσίας περί ανικανότητας προς εργασία τους οποίους προβλέπει το σημείο 4 του στοιχείου Θ (ήδη στοιχείου Ι) του παραρτήματος VI του τροποποιημένου κανονισμού 1408/71 συμβιβάζονται με τον σκοπό αυτό.
22 Συναφώς, δεν αμφισβητείται ότι τα άρθρα 48 έως 51 της Συνθήκης δεν επιτρέπουν να χάνουν οι εργαζόμενοι, λόγω της εκ μέρους τους ασκήσεως του δικαιώματός τους προς ελεύθερη κυκλοφορία, τα οφέλη κοινωνικής ασφαλίσεως που τους παρέχει η νομοθεσία ενός κράτους μέλους η συνέπεια αυτή θα μπορούσε να αποθαρρύνει τους κοινοτικούς εργαζομένους από την άσκηση του δικαιώματός τους προς ελεύθερη κυκλοφορία και θα αποτελούσε συνεπώς εμπόδιο στην ελευθερία αυτή (βλ. απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1993, C-45/92 και C-46/92, Lepore και Scamuffa, Συλλογή 1993, σ. Ι-6497, σκέψη 21).
23 Το σημείο 4 του στοιχείου Θ (ήδη στοιχείου Ι) του παραρτήματος VI του τροποποιημένου κανονισμού 1408/71 δεν έχει όμως τη συνέπεια αυτή.
24 Τα πρόσωπα που έχουν ασκήσει οικονομική δραστηριότητα μόνο στις Κάτω Χώρες και έπαυσαν να εργάζονται πριν από την επέλευση του ασφαλιζομένου κινδύνου βρίσκονται στην ίδια κατάσταση όπως όσοι έχουν κάνει χρήση της ελεύθερης κυκλοφορίας και υπάγονταν προηγουμένως αφενός σε σύστημα στηριζόμενο στην επέλευση του κινδύνου και αφετέρου σε σύστημα στηριζόμενο στην προοδευτική κτήση των δικαιωμάτων. Η κατάσταση στην οποία βρίσκεται ένα πρόσωπο σαν τον Drake δεν οφείλεται επομένως στο γεγονός ότι το πρόσωπο αυτό επικαλείται την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, την οποία εγγυάται το άρθρο 48, αλλά στο ότι διέκοψε τις επαγγελματικές δραστηριότητές του πριν από την επέλευση της ανικανότητας προς εργασία.
25 Κατά συνέπεια, οι τρόποι εφαρμογής της ολλανδικής νομοθεσίας περί ανικανότητας προς εργασία που προβλέπονται στο παράρτημα VI, στοιχείο Θ (ήδη στοιχείο Ι), σημείο 4, στοιχείο α', του τροποποιημένου κανονισμού 1408/71 δεν αντιβαίνουν προς τα άρθρα 48 έως 51 της Συνθήκης.
Επί του δευτέρου σκέλους του ερωτήματος
26 'Οσον αφορά το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου, δηλαδή το κατά πόσον είναι νόμιμη η καθιέρωση μιας πρόσθετης προϋποθέσεως, όπως η προϋπόθεση υπάρξεως ορισμένου ύψους εισοδημάτων από εργασία κατά το έτος που προηγήθηκε της επελεύσεως της ανικανότητας προς εργασία, αρκεί να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 51 της Συνθήκης και ο κανονισμός 1408/71 προβλέπουν απλώς και μόνον τον συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως που έχουν συμπληρωθεί σε διάφορα κράτη μέλη και δεν ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις συμπληρώσεως των εν λόγω περιόδων ασφαλίσεως. Κατά συνέπεια, εναπόκειται στη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους να καθορίσει τις προϋποθέσεις γενέσεως του δικαιώματος ή της υποχρεώσεως υπαγωγής σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, υπό την προϋπόθεση ότι δεν πρέπει να εισάγεται σχετικώς διάκριση μεταξύ ημεδαπών και υπηκόων άλλων κρατών μελών (βλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1991, C-349/87, Παράσχη, Συλλογή 1991, σ. Ι-4501, σκέψη 15).
27 Κατά συνέπεια, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει την εκ μέρους του εθνικού νομοθέτη τροποποίηση των προϋποθέσεων χορηγήσεως συντάξεως λόγω ανικανότητας προς εργασία, ακόμη και αν τις καθιστά αυστηρότερες, υπό την προϋπόθεση ότι οι θεσπιζόμενες προϋποθέσεις δεν συνεπάγονται καμία πρόδηλη ή συγκεκαλυμμένη διάκριση μεταξύ των κοινοτικών εργαζομένων.
28 Η προϋπόθεση υπάρξεως εισοδημάτων, την οποία έχει θέσει ο Ολλανδός νομοθέτης σχετικά με τη χορήγηση παροχής βάσει του AAW, αποτελεί αντικειμενική προϋπόθεση, η οποία ισχύει αδιακρίτως τόσο για τους ημεδαπούς εργαζομένους όσο και για τους εργαζομένους των άλλων κρατών μελών. Κατά συνέπεια, το κοινοτικό δίκαιο δεν κωλύει την καθιέρωσή της ως προϋποθέσεως χορηγήσεως ολλανδικής συντάξεως λόγω ανικανότητας προς εργασία.
29 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι από την εξέτασή του δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος του σημείου 4 του στοιχείου Θ (ήδη στοιχείου Ι) του παραρτήματος VI του τροποποιημένου κανονισμού 1408/71.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
30 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ολλανδική Κυβέρνηση, η Ελληνική Κυβέρνηση, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίοι κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με Διάταξη της 5ης Ιανουαρίου 1993 το Centrale Raad van Beroep, αποφαίνεται:
Από την εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος του σημείου 4 του στοιχείου Θ (ήδη στοιχείου Ι) του παραρτήματος VI του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983.
Full & Egal Universal Law Academy