Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Κοινό δασμολόγιο * Δασμολογητέα αξία * Δαπάνες ποσοστώσεων που πραγματοποιήθηκαν για την απόκτηση εξαγωγικών ποσοστώσεων * Δεν περιλαμβάνονται * Νόμιμη εμπορία ποσοστώσεων * Δεν έχει σημασία * Ο εισαγωγέας φέρει το βάρος αποδείξεως του υποστατού των δαπανών για την απόκτηση ποσοστώσεων
(Κανονισμός 1224/80 του Συμβουλίου)
Περίληψη
Οι δαπάνες για την απόκτηση εξαγωγικών ποσοστώσεων δεν αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της δασμολογητέας αξίας εισαχθέντων στην Κοινότητα εμπορευμάτων, κατά την έννοια των διατάξεων του κανονισμού 1224/80, περί δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων. Δεν χρειάζεται να εξετάζεται, σχετικώς, αν στη συγκεκριμένη χώρα εξαγωγής οι άδειες εξαγωγής μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο νόμιμης εμπορίας, καθόσον από οικονομικής απόψεως δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των δύο αυτών περιπτώσεων. Ωστόσο, αποτελεί υποχρέωση του εισαγωγέα να παρέχει στις τελωνειακές αρχές, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού, όλα τα αναγκαία έγγραφα και πληροφορίες για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας και, επομένως, να αποδεικνύει ότι οι δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε έγιναν πράγματι για την απόκτηση εξαγωγικών ποσοστώσεων και όχι για την καταβολή προμηθειών σε μεσίτες, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της δασμολογητέας αξίας.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-29/93,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht Bremen (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Ospig Textil-Gesellschaft W. Ahlers GmbH & Co KG
και
Hauptzollamt Bremen-Freihafen,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 218),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, F. Grevisse και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Gulmann
γραμματέας: R. Grass
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε:
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη Maria Blanca Rodriguez Galindo, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενη από τoν δικηγόρο Αμβούργου Hans-Juergen Rabe,
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 2ας Φεβρουαρίου 1994,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 19ης Ιανουαρίου 1993, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο την 1η Φεβρουαρίου 1993, το Finanzgericht Bremen υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 218).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Ospig Textil-Gesellschaft W. Ahlers GmbH & Co. (στο εξής: εταιρία Ospig Textil) και του Hauptzollamt Bremen-Freihafen (στο εξής: Hauptzollamt), κατόπιν της αποφάσεώς του να περιλάβει στη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων τις δαπάνες για την απόκτηση από τρίτο πρόσωπο εξαγωγικών ποσοστώσεων (στο εξής: ποσοστώσεις τρίτων) εντός τρίτης χώρας με την οποία η Κοινότητα έχει συνάψει συμφωνία περιορισμού των εξαγωγών.
3 'Οπως συνάγεται από τη δικογραφία στις 13 Μαρτίου 1989 η εταιρία Ospig Textil διασάφησε στο Hauptzollamt χίλια ανδρικά υποκάμισα, τα οποία επιθυμούσε να θέσει σε καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας και τα οποία είχε αγοράσει από την εταιρία Bai Lucky Industrial της Taiwan, δήλωσε δε ως δασμολογητέα αξία την καθαρή τιμή των 30 000 γερμανικών μάρκων (DΜ), σύμφωνα με το τιμολόγιο που της είχε εκδώσει η τελευταία και μετά από αφαίρεση των δαπανών για απόκτηση ποσοστώσεων, ύψους 7 000 DΜ. Ως απόδειξη για τις δαπάνες αυτές, η εταιρία Ospig Textil κατέθεσε το τιμολόγιο που η εταιρία Taipan Oceanic, εξαγωγική εταιρία της Taiwan και κάτοχος των ποσοστώσεων, της είχε αποστείλει και το οποίο αφορούσε τα εισαχθέντα εμπορεύματα.
4 Το Hauptzollamt, θεωρώντας ότι οι δαπάνες για την απόκτηση ποσοστώσεων έπρεπε να συνυπολογιστούν στη δασμολογητέα αξία ζήτησε, με την από 14 Μαρτίου 1989 πράξη επιβολής δασμών, από την εταιρία Ospig Textil, να καταβάλει το ποσό των 5 187,77 DM.
5 Η διοικητική ένσταση που υπέβαλε η εταιρία Ospig Textil κατά της αποφάσεως αυτής απορρίφθηκε από το Hauptzollamt με το σκεπτικό ότι οι δαπάνες για την απόκτηση ποσοστώσεων συνδέονται άμεσα με την αγορά του εμπορεύματος και, επομένως, αποτελούν μέρος της τιμής αγοράς. Τόνισε, επίσης, ότι από την απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1984, 7/83, Ospig (Συλλογή 1984, σ. 609) προκύπτει ότι μόνον οι δαπάνες για την απόκτηση ποσοστώσεων τρίτων που μπορούν να διατεθούν και να μεταβιβασθούν δυνάμει της νομοθεσίας της χώρας εξαγωγής δεν περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία. 'Οπως, όμως, υποστηρίζει το Hauptzollamt, στην Taiwan δεν προστατεύεται νομικώς η μεταβίβαση ποσοστώσεων και, κατά συνέπεια, οι δαπάνες για την απόκτηση ποσοστώσεων πρέπει να ενσωματωθούν στη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων.
6 Η Εταιρία Ospig Textil άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht Bremen, υποστηρίζοντας ότι η δασμολογητέα αξία ανέρχεται σε 30 000 DM, ποσό που καταβλήθηκε για την απόκτηση των εισαχθέντων εμπορευμάτων και που θα είχε καταβάλει ως τίμημα της αγοράς εάν είχε εισαγάγει τα εμπορεύματα σε χώρα μη υποκείμενη στη συμφωνία αυτοπεριορισμού των εισαγωγών υφαντουργικών προϊόντων.
7 Λαμβάνοντας υπόψη του τα δεδομένα αυτά το Finanzgericht Bremen ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
"Μήπως δεν πρέπει να περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία των εισαγομένων στην Κοινότητα εμπορευμάτων, κατά την έννοια των διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 218), δαπάνες για την απόκτηση ποσοστώσεων οι οποίες πραγματοποιούνται για την απόκτηση εξαγωγικών ποσοστώσεων, ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία στη συγκεκριμένη χώρα εξαγωγής * στην παρούσα περίπτωση στην Taiwan * οι άδειες εξαγωγής δεν αποτελούν αντικείμενο νόμιμης εμπορικής συναλλαγής;"
8 Στηριζόμενο στην κατάθεση πραγματογνώμονα, το εθνικό δικαστήριο διατυπώνει αμφιβολίες ως προς τον συνυπολογισμό στη δασμολογητέα αξία των δαπανών για την απόκτηση ποσοστώσεων τρίτων, όταν στη χώρα εξαγωγής οι ποσοστώσεις δεν αποτελούν αντικείμενο νόμιμης εμπορίας. Παρατηρεί σχετικώς ότι, από απόψεως οικονομικού αποτελέσματος, η νόμιμη εμπορία εξαγωγικών ποσοστώσεων δεν διαφοροποιείται από την εμπορία ποσοστώσεων σε χώρες στις οποίες η εμπορία αυτή δεν έχει κανένα νομικό έρεισμα. Ο συνυπολογισμός στη δασμολογητέα αξία των δαπανών για την απόκτηση ποσοστώσεων, στην τελευταία αυτή περίπτωση, θα αντέβαινε προς τις ανάγκες της ομοιομορφίας και της ουδετερότητας της τελωνειακής κανονιστικής ρυθμίσεως και θα προκαλούσε στρεβλώσεις του ανταγωνισμού μεταξύ των κοινοτικών εισαγωγέων.
9 Αντιστρόφως, κατά το εθνικό δικαστήριο, ο συνυπολογισμός στη δασμολογητέα αξία των δαπανών για την απόκτηση ποσοστώσεων, στην περίπτωση που δεν επιτρέπεται επισήμως η εμπορία των ποσοστώσεων, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί με το επιχείρημα ότι είναι δύσκολο να αποδειχθεί εάν οι προβαλλόμενες δαπάνες για απόκτηση ποσοστώσεων συνιστούν πράγματι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν για την απόκτηση ποσοστώσεων τρίτων και όχι καταβαλλόμενη σε μεσίτες προμήθεια, στο πλαίσιο μιας εξαγωγικής πράξεως, που θα πρέπει να προστεθεί στη δασμολογητέα αξία, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 1224/80. Το εθνικό δικαστήριο διερωτάται μήπως, τονίζοντας στην απόφαση της 28ης Μαρτίου 1990, C-219/88, Malt (Συλλογή 1990, σ. Ι-1481), ότι τα πιστοποιητικά γνησιότητας βοείου κρέατος, αντιθέτως προς τα ισχύοντα στο πλαίσιο του συστήματος ποσοστώσεων για υφαντουργικά προϊόντα, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εμπορίας, το Δικαστήριο περιόρισε την απόφασή του να μη συνυπολογίζεται στη δασμολογητέα αξία η δαπάνη για την απόκτηση ποσοστώσεων σε εκείνες μόνο τις άδειες εξαγωγής που αποτελούν αντικείμενο νόμιμης εμπορίας.
10 Επιβάλλεται, καταρχάς, να τονιστεί ότι κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80
"Η δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων που καθορίζεται κατ' εφαρμογήν του παρόντος άρθρου είναι η συναλλακτική αξία, δηλαδή η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή όταν πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητος, μετά από προσαρμογή που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 8 (...)"
11 Το άρθρο 3, παράγραφος 3, στοιχείο α', του κανονισμού 1224/80, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3193/80 του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1980 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/010, σ. 213), ορίζει:
"Η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή είναι η συνολική πληρωμή που έγινε ή πρόκειται να γίνει από τον αγοραστή προς τον πωλητή, ή υπέρ του πωλητή, για τα εισαγόμενα εμπορεύματα και περιλαμβάνει όλες τις πληρωμές που έγιναν ή πρόκειται να γίνουν, ως όρος της πωλήσεως των εισαγομένων εμπορευμάτων, από τον αγοραστή προς τον πωλητή, ή από τον αγοραστή σε τρίτο συμβαλλόμενο μέρος για να εκπληρώσει μια υποχρέωση του πωλητή. Η πληρωμή δεν είναι αναγκαίο να γίνεται σε χρήμα. Είναι δυνατό να λάβει χώρα με πιστωτικούς τίτλους ή αξιόγραφα και δύναται να πραγματοποιηθεί άμεσα ή έμμεσα."
12 'Οπως τόνισε το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα απόφαση Ospig, από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 3, στοιχείο α', του κανονισμού 1223/80, όπως τροποποιήθηκε, προκύπτει ότι η δασμολογητέα αξία περιλαμβάνει όλες τις πληρωμές που έγιναν ή πρόκειται να γίνουν ως όρος της πωλήσεως των εισαγόμενων εμπορευμάτων από τον αγοραστή προς τον πωλητή ή από τον αγοραστή σε τρίτους, για να εκπληρωθεί η υποχρέωση του πωλητή (σκέψη 11).
13 Σημειώνεται, εξάλλου, ότι το άρθρο 8 του κανονισμού 1224/80, στο οποίο παραπέμπει το ανωτέρω άρθρο 3, παράγραφος 1, προβλέπει ότι στην "πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εισαγόμενα εμπορεύματα τιμή προστίθενται" ορισμένα έξοδα, παρεπόμενα της τιμής αυτής, από οικονομική άποψη. Το άρθρο 8 απαριθμεί περιοριστικώς τα έξοδα που είναι δυνατόν να συνυπολογιστούν με τον τρόπο αυτό για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας και πρέπει να σημειωθεί ότι τα "έξοδα ποσοστώσεων" δεν περιλαμβάνονται στον πίνακα αυτό (σκέψη 12).
14 Στην ίδια απόφαση το Δικαστήριο τόνισε, επίσης, ότι η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση που αποσκοπεί να ελέγξει τις ποσότητες των υφαντουργικών προϊόντων που εισάγονται από ορισμένες τρίτες χώρες επιδιώκει σκοπό εντελώς διαφορετικό από τον σκοπό του κανονισμού 1224/80, όπως αυτός τροποποιήθηκε, ο οποίος επιδιώκει τη θέσπιση ενός δικαίου, ομοιομόρφου και ουδετέρου συστήματος υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας στο πλαίσιο της εφαρμογής του κοινού δασμολογίου. Συνεπώς, ο εν λόγω κανονισμός πρέπει να ερμηνεύεται χωρίς παραπομπή στην κανονιστική ρύθμιση περί του συστήματος αδειών εξαγωγής και εισαγωγής (σκέψη 14). Βάσει των ανωτέρω, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι δαπάνες για την απόκτηση ποσοστώσεων, που αφορούν απόκτηση εξαγωγικών ποσοστώσεων στο πλαίσιο της συγκεκριμένης κανονιστικής ρυθμίσεως, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό, σύμφωνα με τον κανονισμό 1224/80, της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων.
15 Η σημασία αυτής της νομολογίας δεν επηρεάζεται από το αν οι άδειες εξαγωγής αποτελούν ή όχι αντικείμενο νόμιμης εμπορίας, καθόσον από οικονομικής απόψεως δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των δύο αυτών περιπτώσεων. Και στις δύο περιπτώσεις οι εισαγωγείς οφείλουν να καταβάλουν ένα ποσό για να μπορέσουν να πραγματοποιήσουν την εισαγωγή, το ύψος του οποίου εξαρτάται από την κατάσταση που επικρατεί στη συγκεκριμένη αγορά. Ο συνυπολογισμός στη δασμολογητέα αξία των δαπανών για την απόκτηση ποσοστώσεων, που δεν αποτελούν αντικείμενο νόμιμης εμπορίας, θα δημιουργούσε αδικαιολόγητη διαφοροποίηση μεταξύ κοινοτικών εισαγωγέων οι οποίοι, ωστόσο, βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση και, επομένως, θα αντέβαινε προς το δίκαιο, ενιαίο και ουδέτερο σύστημα υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας που θέσπισε ο κανονισμός 1224/80.
16 Η εκτίμηση αυτή δεν επηρεάζεται από τον κίνδυνο καταχρηστικής αφαιρέσεως των δήθεν δαπανών για απόκτηση ποσοστώσεων, οι οποίες στην πραγματικότητα είναι προμήθειες μεσιτών που θα έπρεπε να προστεθούν στη δασμολογητέα αξία κατ' εφαρμογήν του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 1224/80. Πράγματι, αποτελεί υποχρέωση του εισαγωγέα να παρέχει στις τελωνειακές αρχές, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80, όλα τα αναγκαία έγγραφα και πληροφορίες για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας και, επομένως, να αποδεικνύει αν πρόκειται πράγματι για δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν για την απόκτηση εξαγωγικών ποσοστώσεων.
17 Βεβαίως, με την προαναφερθείσα απόφαση Malt το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι τα ποσά που καταβάλλονται στον πωλητή, πέραν της τιμής του εμπορεύματος, για τα πιστοποιητικά γνησιότητας που απαιτούνται για την εισαγωγή χωρίς καταβολή εισφοράς, στο πλαίσιο της κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως βοείων κρεάτων, πρέπει να θεωρούνται ως αναπόσπαστο μέρος της δασμολογητέας αξίας, τονίζοντας σχετικώς ότι, αντιθέτως προς τα ισχύοντα ως προς τις ποσοστώσεις για τα υφαντουργικά προϊόντα, τα πιστοποιητικά γνησιότητας δεν μπορούν να αποτελέσουν νομίμως αντικείμενο χωριστής συναλλαγής (σκέψεις 14 και 15). Η παρατήρηση όμως αυτή του Δικαστηρίου έγινε για να υπογραμμιστεί περισσότερο η διαφορά μεταξύ πιστοποιητικών γνησιότητας που απαιτούνται για την εισαγωγή βοείων κρεάτων και αδειών εξαγωγής για υφαντουργικά προϊόντα, δεδομένου ότι οι εν λόγω άδειες εξαγωγής δεν συνδέονται με συγκεκριμένη σύμβαση πωλήσεως, αλλά με συγκεκριμένη κατηγορία εμπορευμάτων, μπορούν δε να πωλούνται ανεξάρτητα από τα εμπορεύματα, οπότε το καταβαλλόμενο τίμημα αποτελεί το αντάλλαγμα για την παραχώρηση του δικαιώματος εξαγωγής, είναι δε αυτοτελές και διακρίνεται από την τιμή πωλήσεως των εμπορευμάτων (σκέψη 13).
18 Συνεπώς, στο ερώτημα του Finanzgericth Bremen πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι δαπάνες για απόκτηση εξαγωγικών ποσοστώσεων δεν αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της δασμολογητέας αξίας εισαχθέντων στην Κοινότητα εμπορευμάτων, κατά την έννοια των διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων, και συνεπώς δεν χρειάζεται να εξετάζεται αν στη συγκεκριμένη χώρα εξαγωγής οι άδειες εξαγωγής μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο νόμιμης εμπορίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
19 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Finanzgericht Bremen (Γερμανία) με Διάταξη της 19ης Ιανουαρίου 1993, αποφαίνεται:
Οι δαπάνες για την απόκτηση εξαγωγικών ποσοστώσεων δεν αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της δασμολογητέας αξίας εισαχθέντων στην Κοινότητα εμπορευμάτων, κατά την έννοια των διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων, και συνεπώς δεν χρειάζεται να εξετάζεται αν στη συγκεκριμένη χώρα εξαγωγής οι άδειες εξαγωγής μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο νόμιμης εμπορίας.
Full & Egal Universal Law Academy