Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Προδικαστικά ερωτήματα * Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου * 'Ορια * Αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου * Διαπίστωση και εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς * Ανάγκη προδικαστικής αποφάσεως και λυσιτελές των ανακυψάντων ερωτημάτων * Εκτίμηση από το εθνικό δικαστήριο
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 177)
2. Κοινή εμπορική πολιτική * 'Αμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ * Κανονισμός περί επιβολής δασμού αντιντάμπινγκ * Αναφορά στα οικεία προϊόντα σε σχέση με άκυρο κείμενο της Συνδυασμένης Ονοματολογίας * Διορθωτικό περί υποκαταστάσεως αναφορών * Πεδίο εφαρμογής του αμετάβλητου κανονισμού * Κύρος
(Κανονισμός 165/90 της Επιτροπής)
Περίληψη
1. Δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης, το οποίο στηρίζεται σε σαφή διάκριση των καθηκόντων μεταξύ εθνικών δικαστηρίων και Δικαστηρίου, το τελευταίο είναι αποκλειστικά αρμόδιο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας ή του κύρους κοινοτικού νομοθετήματος, βάσει πραγματικών περιστατικών που του επισημαίνονται από το εθνικό δικαστήριο. Δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο αλλά στο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά που προκάλεσαν τη διαφορά και να συναγάγει εξ αυτών τα αναγκαία συμπεράσματα για την απόφαση που καλείται να εκδώσει. Εξάλλου, στα εθνικά δικαστήρια μόνον, τα οποία έχουν επιληφθεί της διαφοράς και τα οποία οφείλουν να αναλάβουν την ευθύνη της δικαστικής αποφάσεως που πρόκειται να εκδοθεί, εναπόκειται να εκτιμούν, ενόψει των ιδιαιτεροτήτων κάθε υποθέσεως, τόσο την ανάγκη εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως για να είναι σε θέση να εκδώσουν τη δική τους απόφαση όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που αυτά υποβάλλουν στο Δικαστήριο.
2. Το γεγονός ότι κανονισμός περί επιβολής δασμών αντιντάμπινγκ αποτέλεσε, μετά τη δημοσίευσή του, αντικείμενο διορθωτικού δεν μπορεί να επηρεάσει το κύρος του όπως διατυπώθηκε οριστικώς, εφόσον το διορθωτικό είχε ως σκοπό μόνο να αντικαταστήσει, στο επίπεδο του καθορισμού των οικείων προϊόντων, τις αναφορές σε κείμενο της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, που δεν ίσχυε πλέον, με νέες αναφορές στους κωδικούς της εν λόγω ονοματολογίας όπως αυτή εν τω μεταξύ τροποποιήθηκε, ενώ τα οικεία προϊόντα παραμένουν τα ίδια. Το εν λόγω διορθωτικό, πράγματι, διόρθωσε μόνο μια απλή παραδρομή, χωρίς να τροποποιήσει το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-30/93,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht Muenchen (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
AC-ATEL Electronics Vertriebs GmbH
και
Hauptzollamt Muenchen-Mitte,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 165/90 της Επιτροπής, της 23ης Ιανουαρίου 1990, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων τύπων ηλεκτρονικών μικροκυκλωμάτων γνωστών ως DRAM (δυναμικές μνήμες τυχαίας προσπέλασης) καταγωγής Ιαπωνίας, για την αποδοχή αναλήψεων υποχρεώσεων που έχουν προταθεί εκ μέρους ορισμένων εξαγωγέων σχετικά με τη διαδικασία αντιντάμπινγκ όσον αφορά τις εισαγωγές αυτών των προϊόντων και για την περάτωση της σχετικής έρευνας (ΕΕ L 20, σ. 5), ως έχει μετά το διορθωτικό που δημοσιεύθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1990 (ΕΕ L 38, σ. 44),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida, πρόεδρο τμήματος, F. Grevisse (εισηγητή) και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε:
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον Eric L. White, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Claus-Michael Happe, δικηγόρο Κολωνίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της προσφεύγουσας της κύριας δίκης, εκπροσωπουμένης από τον Christian Fleischmann, Assessor στο Μόναχο, επικουρούμενο από τον Wolf Beitelrock, μηχανικό στην AC-ATEL, ως εμπειρογνώμονα, και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 10ης Φεβρουαρίου 1994,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Απριλίου 1994,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 25ης Νοεμβρίου 1992, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο την 1η Φεβρουαρίου 1993, το Finanzgericht Muenchen (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας) υπέβαλε στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 165/90 της Επιτροπής, της 23ης Ιανουαρίου 1990, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων τύπων ηλεκτρονικών μικροκυκλωμάτων γνωστών ως DRAM (δυναμικές μνήμες τυχαίας προσπέλασης) καταγωγής Ιαπωνίας, για την αποδοχή αναλήψεων υποχρεώσεων που έχουν προταθεί εκ μέρους ορισμένων εξαγωγέων σχετικά με τη διαδικασία αντιντάμπινγκ όσον αφορά τις εισαγωγές αυτών των προϊόντων και για την περάτωση της σχετικής έρευνας (ΕΕ L 20, σ. 5), ως έχει μετά το διορθωτικό που δημοσιεύθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1990 (ΕΕ L 38, σ. 44).
2 Το Finanzgericht διερωτάται ως προς το κύρος του εν λόγω διορθωτικού.
3 Οι DRAM (δυναμικές μνήμες τυχαίας προσπέλασης) είναι ολοκληρωμένα μονολιθικά κυκλώματα που εμφανίζονται υπό τη μορφή τελικών μνημών, συναρμολογημένων και εφοδιασμένων με τις συνδέσεις τους, υπό τη μορφή μικροπλακιδίων (chips) ή ακόμη υπό τη μορφή δίσκων (wafers) που δεν έχουν ακόμη κοπεί σε μικροπλακίδια. Η κύρια δίκη αφορά μόνο ένα προϊόν υπαγόμενο στην κατηγορία των τελικών μνημών.
4 Η δασμολογική κατάταξη των DRAM αποτέλεσε αντικείμενο πολλών τροποποιήσεων μεταξύ του 1987 και του 1990. Οι DRAM όλων των τύπων υπάγονταν, το 1987, στη διάκριση ex 85.21 Δ του κοινού δασμολογίου (στο εξής: ΚΔ). Στο ΚΔ που ίσχυε το 1988 και το 1989, οι DRAM εμφανίζονταν υπό τη μορφή τελικών μνημών που υπάγονταν στη διάκριση 8542 11 71. Το ΚΔ που ίσχυε το 1990, όπως απορρέει από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2886/89 της Επιτροπής, της 2ας Αυγούστου 1989, που τροποποιεί το παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ L 282, σ. 1), κατάργησε τη διάκριση 8542 11 71 οι δε DRAM που εμφανίζονταν υπό τη μορφή τελικών μνημών κατανεμήθηκαν σε τρεις νέες διακρίσεις διατυπωμένες ως εξής:
"-- Δυναμικές μνήμες τυχαίας προσπέλασης (D-RAMs):
8542 11 41 -- με ικανότητα απομνημονεύσεως που δεν υπερβαίνει τα 256 Kbits
8542 11 43 -- με ικανότητα απομνημονεύσεως που υπερβαίνει τα 256 Kbits αλλά δεν υπερβαίνει τα 4 Mbits
8542 11 45 -- με ικανότητα απομνημονεύσεως που υπερβαίνει τα 4 Mbits".
5 Στην ανακοίνωση περί ενάρξεως της διαδικασίας αντιντάμπινγκ, η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 9 Ιουλίου 1987 (ΕΕ C 181, σ. 3), τα φερόμενα ως αποτελούντα αντικείμενο πρακτικών ντάμπινγκ προϊόντα ήσαν οι DRAM "όλων των τύπων και πυκνοτήτων" που υπάγονταν στη διάκριση ex 85.21 Δ του ΚΔ.
6 Ο προαναφερθείς κανονισμός 165/90 επέβαλε προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ επί των εισαγωγών DRAM όλων των τύπων και πυκνοτήτων.
7 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού προέβλεψε ότι επιβάλλεται δασμός αντιντάμπινγκ στις DRAM που υπάγονται "στους κωδικούς ΣΟ ex 8473 30 00, ex 8542 11 10, ex 8542 11 30, ex 8542 11 71 ή ex 8548 00 00 (...), καταγωγής Ιαπωνίας".
8 Το δημοσιευθέν στις 10 Φεβρουαρίου 1990 στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων διορθωτικό προέβη σε σειρά διορθώσεων αποβλέποντας κυρίως στην κατάργηση όλων των αναφορών στον κωδικό ΣΟ ex 8542 11 71 και την υποκατάσταση των αναφορών αυτών με τους νέους κωδικούς ΣΟ 8542 11 41, 8542 11 43 και 8542 11 45.
9 Τέλος, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2112/90 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1990, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων τύπων ηλεκτρονικών μικροκυκλωμάτων γνωστών ως DRAM (δυναμικές μνήμες τυχαίας προσπέλασης), καταγωγής Ιαπωνίας, και περί της οριστικής εισπράξεως του προσωρινού δασμού (ΕΕ L 193, σ. 1), προέβλεψε οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ, ιδίως επί των τελικών DRAM που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 8542 11 41, 8542 11 43 και 8542 11 45.
10 Το προδικαστικό ερώτημα ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ των AC-ATEL Electronics Vertriebs GmbH (στο εξής: AC-ATEL) και Hauptzollamt (κεντρικό τελωνείο) Muenchen-Mitte, ως προς την επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ επί των ολοκληρωμένων κυκλωμάτων που κατασκευάστηκαν από την ιαπωνική εταιρία Toshiba, παραγγέλθηκαν στο Χονγκ-Κονγκ και δηλώθηκαν στις 5 Απριλίου 1990 από την AC-ATEL στο τελωνείο Riem-Flughafen ως υπαγόμενα στη διάκριση 8542 11 43, προκειμένου να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία. Τα εμπορεύματα προσδιορίστηκαν από την AC-ATEL ως "δίθυρες δυναμικές μνήμες αναγνώσεως/γραφής τυχαίας προσπέλασης, με ικανότητα απομνημονεύσεως 1 Mbit (...)". Το εθνικό δικαστήριο επικύρωσε την ακρίβεια της κατατάξεως βάσει της οποίας τα προϊόντα δηλώθηκαν.
11 Η AC-ATEL αμφισβήτησε την παρακράτηση ασφαλείας για τον προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ. Επειδή το Hauptzollamt δεν ικανοποίησε το σχετικό αίτημά της, αμφισβήτησε στη συνέχεια την επιβολή του οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ, η οποία αποφασίστηκε στις 30 Απριλίου 1991 από το Hauptzollamt κατ' εφαρμογήν του προαναφερθέντος κανονισμού 2112/90. Επειδή η νέα αυτή ένσταση δεν ευδοκίμησε, η διαφορά έφθασε ενώπιον του Finanzgericht Muenchen.
12 Το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι ο κανονισμός 2112/90 μπορεί να εφαρμοστεί στα προϊόντα που υπάγονται στη διάκριση 8542 11 43 του ΚΔ μόνον από τις 26 Ιουλίου 1990 και εφεξής, οπότε το Hauptzollamt δεν μπορούσε βασίμως να επιβάλει δασμό αντιντάμπινγκ επί των εμπορευμάτων που η AC-ATEL είχε εισαγάγει τον Απρίλιο 1990. Παρατηρεί ότι τα υπαγόμενα στη διάκριση 8542 11 43 προϊόντα δεν αναφέρονται στον κανονισμό 165/90 της Επιτροπής, συνάγει δε από αυτό ότι δεν ήταν δυνατόν, βάσει του κανονισμού αυτού, να εισπραχθεί προσωρινός δασμός αντιντάμπινγκ επί των εν λόγω προϊόντων. Το εθνικό δικαστήριο διαπιστώνει ότι η διάκριση 8542 11 43 εισήχθη στον κανονισμό 165/90 με το διορθωτικό της 10ης Φεβρουαρίου 1990. Το αιτούν δικαστήριο έχει αμφιβολίες ως προς το αν ένας κοινοτικός κανονισμός μπορεί να τροποποιείται με απλό διορθωτικό όπως αυτό που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις 10 Φεβρουαρίου 1990.
13 Υπό τις συνθήκες αυτές, το εθνικό δικαστήριο ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
"Είναι έγκυρος ο κανονισμός (ΕΟΚ) 165/90 της Επιτροπής, της 23ης Ιανουαρίου 1990, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων τύπων ηλεκτρονικών μικροκυκλωμάτων γνωστών ως DRAM (δυναμικές μνήμες τυχαίας προσπέλασης), ως έχει μετά το διορθωτικό που δημοσιεύθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1990;"
14 Κατά την προφορική διαδικασία, η AC-ATEL, η οποία δεν κατέθεσε γραπτές παρατηρήσεις, υποστήριξε ότι, μέσω του επιδίκου διορθωτικού, η Επιτροπή εισήγαγε άλλες μνήμες τυχαίας προσπέλασης, καλούμενες RAM για εφαρμογές βίντεο, υπαγόμενες στον κωδικό ΣΟ 8542 11 43, στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 165/90. Τα προϊόντα αυτά, τα οποία δεν είναι ομοειδή προϊόντα ως προς τις DRAM, δεν πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ. Πάντως, η AC-ATEL δεν διευκρινίζει σαφώς αν τα προϊόντα για τα οποία πρόκειται στη διαφορά της κύριας δίκης αποτελούν, κατ' αυτή, RAM για εφαρμογές βίντεο.
15 Η Επιτροπή αναφέρει ότι, βάσει της Διατάξεως περί παραπομπής, στηρίχθηκε στην αρχή ότι τα επίδικα προϊόντα ήσαν DRAM. Αμφισβητεί στην AC-ATEL το δικαίωμα να προβαίνει σε νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Υποστηρίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, το διορθωτικό ουδόλως τροποποίησε τον ορισμό των προϊόντων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 165/90, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι DRAM που χρησιμοποιούνται για τις εφαρμογές βίντεο, δηλαδή οι DRAM που χρησιμεύουν για την κατασκευή των RAM για εφαρμογές βίντεο.
16 Ως προς το σημείο αυτό πρέπει να υπομνησθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης, το οποίο στηρίζεται σε μια σαφή διάκριση των καθηκόντων μεταξύ εθνικών δικαστηρίων και Δικαστηρίου, το τελευταίο είναι αποκλειστικά αρμόδιο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας ή του κύρους κοινοτικού νομοθετήματος, βάσει πραγματικών περιστατικών που του επισημαίνονται από το εθνικό δικαστήριο (απόφαση της 16ης Μαρτίου 1978, 104/77, Oehlschlaeger, Rec. 1978, σ. 791, σκέψη 4).
17 Στο πλαίσιο αυτό, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο αλλά στο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά που προκάλεσαν τη διαφορά και να συναγάγει εξ αυτών τα αναγκαία συμπεράσματα για την απόφαση που καλείται να εκδώσει (απόφαση της 29ης Απριλίου 1982, 17/81, Pabst & Richarz, Συλλογή 1982, σ. 1331, σκέψη 12).
18 Εξάλλου, στα εθνικά δικαστήρια μόνο, τα οποία έχουν επιληφθεί της διαφοράς και τα οποία οφείλουν να αναλάβουν την ευθύνη της δικαστικής αποφάσεως που πρόκειται να εκδοθεί, εναπόκειται να εκτιμούν, ενόψει των ιδιαιτεροτήτων κάθε υποθέσεως, τόσο την ανάγκη εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως για να είναι σε θέση να εκδώσουν τη δική τους απόφαση όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που αυτά υποβάλλουν στο Δικαστήριο (βλ., ιδίως, τις αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 1988, 247/86, Alsatel, Συλλογή 1988, σ. 5987, σκέψη 8, και της 27ης Οκτωβρίου 1993, C-127/92, Enderby, Συλλογή 1993, σ. Ι-5535, σκέψη 10).
19 Το Finanzgericht Muenchen επισήμανε με τη Διάταξή του περί παραπομπής ότι τα εισαγόμενα από την AC-ATEL κυκλώματα συνιστούν αναμφισβήτητα προϊόντα υπαγόμενα στη διάκριση 8542 11 43, δηλαδή αποτελούν DRAM, των οποίων η ικανότητα απομνημονεύσεως υπερβαίνει τα 256 Kbits αλλά δεν υπερβαίνει τα 4 Mbtis. Από τη Διάταξη περί παραπομπής προκύπτει επίσης ότι το εθνικό δικαστήριο αρνήθηκε σιωπηρώς να υποβάλει στο Δικαστήριο το κατά την προφορική διαδικασία τεθέν από την AC-ATEL ερώτημα.
20 Επομένως, πρέπει να δοθεί απάντηση μόνο στο υποβληθέν από το Finanzgericht προδικαστικό ερώτημα, με το οποίο ερωτάται αν το διορθωτικό που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις 10 Φεβρουαρίου 1990 τροποποίησε το πεδίο εφαρμογής του προαναφερθέντος κανονισμού 165/90, καθιστώντας τον εν λόγω κανονισμό εφαρμοστέο επί των μνημών DRAM που αναφέρονται εντός του ΚΔ υπό τον κωδικό 8542 11 43, ενώ, κατά το αρχικό κείμενό του, ο κανονισμός 165/90 εφαρμοζόταν μόνο στις τελικές μνήμες που υπάγονταν στον κωδικό 8542 11 71, ή αν το διορθωτικό δεν είχε, αντιθέτως, άλλο σκοπό από το να διορθώσει ορισμένες αναφορές στη συνδυασμένη ονοματολογία του ΚΔ.
21 Κατά πάγια νομολογία, για την ερμηνεία διατάξεως του κοινοτικού δικαίου δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μόνον οι όροι της διατάξεως αυτής αλλά, επίσης, το πλαίσιό της και οι στόχοι που επιδιώκονται από την κανονιστική ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (βλ. απόφαση της 1ης Απριλίου 1993, C-136/91, Findling Waelzlager, Συλλογή 1993, σ. Ι-1793, σκέψη 11).
22 Από την παράλληλη εξέλιξη των νομοθετικών δασμολογικών διατάξεων και των νομοθετικών διατάξεων αντιντάμπινγκ προκύπτει ότι τα προϊόντα που τίθενται υπό αμφισβήτηση στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας αντιντάμπινγκ από της ενάρξεώς της. Πάντως, όσον αφορά τις DRAM που εμφανίζονται ως τελικές μνήμες, η Επιτροπή παρέλειψε να αναφερθεί, στο αρχικό κείμενο του κανονισμού 165/90, στους κωδικούς του ΚΔ που ίσχυαν την 1η Ιανουαρίου 1990, αναφέρθηκε δε εκ παραδρομής στους κωδικούς του ΚΔ που ίσχυαν το 1989.
23 Πράγματι, η διάκριση 8542 11 71 καταργήθηκε με το ΚΔ που ίσχυε το 1990 και αντικαταστάθηκε από τρεις λεπτομερέστερες διακρίσεις, μεταξύ των οποίων η διάκριση 8542 11 43.
24 Το διορθωτικό που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις 10 Φεβρουαρίου 1990 είχε ως σκοπό να διορθώσει τη λανθασμένη αυτή αναφορά, υποκαθιστώντας, κάθε φορά που απαιτείται, τον ανακριβή από την 1η Ιανουαρίου 1990 κωδικό 8542 11 71 με τους νέους κωδικούς ΣΟ 8542 11 41, 8542 11 43 και 8542 11 45. 'Οσον αφορά τα προϊόντα που αναφέρονται στη Διάταξη περί παραπομπής, δεν τροποποίησε το πεδίο εφαρμογής του επίδικου κανονισμού. Συνιστά απλή διόρθωση παραδρομής χωρίς επιπτώσεις στο περιεχόμενο της εφαρμοστέας νομοθεσίας και, επομένως, δεν θίγει τη νομιμότητα του κανονισμού 165/90.
25 Συνεπώς, στο αιτούν δικαστήριο προσήκει η απάντηση ότι από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που να μπορεί να επηρεάσει το κύρος του κανονισμού 165/90, ως έχει μετά το διορθωτικό που δημοσιεύθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1990.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
26 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε, με Διάταξη της 25ης Νοεμβρίου 1992, το Finanzgericht Muenchen, αποφαίνεται:
Από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που να μπορεί να επηρεάσει το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 165/90 της Επιτροπής, της 23ης Ιανουαρίου 1990, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων τύπων ηλεκτρονικών μικροκυκλωμάτων γνωστών ως DRAM (δυναμικές μνήμες τυχαίας προσπέλασης) καταγωγής Ιαπωνίας, για την αποδοχή αναλήψεων υποχρεώσεων που έχουν προταθεί εκ μέρους ορισμένων εξαγωγέων σχετικά με τη διαδικασία αντιντάμπινγκ όσον αφορά τις εισαγωγές αυτών των προϊόντων και για την περάτωση της σχετικής έρευνας, ως έχει μετά το διορθωτικό που δημοσιεύθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1990.
Full & Egal Universal Law Academy