Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Κρατικές ενισχύσεις * 'Εννοια * Χρηματοδοτική συνδρομή χορηγούμενη από κράτος μέλος σε επιχείρηση * Κριτήριο εκτιμήσεως * Εύλογος χαρακτήρας της πράξεως για ιδιώτη επενδυτή που ακολουθεί μεσοπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη πολιτική
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 92 PAR 1)
2. Κρατικές ενισχύσεις * Απαγόρευση * Εξαιρέσεις * Χορηγούμενη ενίσχυση μη συμβάλλουσα στην ανάπτυξη περιοχής ή τομέα και ικανή να αλλοιώσει τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές * Ενίσχυση αποκλειομένη από τις παρεκκλίσεις των στοιχείων α' και γ' του άρθρου 92, παράγραφος 3, της Συνθήκης
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 92 PAR 3, στοιχ. α' και γ')
Περίληψη
1. Προκειμένου να καθοριστεί αν η επέμβαση των δημοσίων αρχών στο κεφάλαιο μιας επιχειρήσεως, υπό οποιαδήποτε μορφή, έχει τον χαρακτήρα κρατικής ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης, πρέπει να εξεταστεί αν, υπό παρόμοιες περιστάσεις, ένας ιδιώτης επενδυτής μεγέθους συγκρίσιμου προς το μέγεθος των οργανισμών που διαχειρίζονται τον δημόσιο τομέα θα μπορούσε να αχθεί στην απόφαση να προβεί σε τόσο σημαντικές εισφορές κεφαλαίων.
Καίτοι η συμπεριφορά του ιδιώτη επενδυτή, προς τον οποίο πρέπει να συγκριθεί η παρέμβαση δημοσίου επενδυτή που επιδιώκει στόχους οικονομικής πολιτικής, δεν αντιστοιχεί κατ' ανάγκη προς τη συμπεριφορά του κοινού επενδυτή που τοποθετεί κεφάλαια χάριν αποδοτικότητας υπό κατά το μάλλον ή ήττον βραχυπρόθεσμη προοπτική, οφείλει, τουλάχιστον, να ακολουθεί τη συμπεριφορά μιας ιδιωτικής εταιρίας holding ή ενός ιδιωτικού ομίλου επιχειρήσεων που επιδιώκουν μια διαρθρωτική πολιτική, γενική ή κλαδική, με γνώμονα προοπτικές μακροπρόθεσμης αποδοτικότητας.
2. Ενίσχυση, υπό μορφή εισφοράς κεφαλαίου, χορηγουμένη σε επιχείρηση, ανεπαρκής προκειμένου να αποκαταστήσει την αποδοτικότητά της, μη εντασσομένη στα πλαίσια ικανοποιητικού προγράμματος αναδιαρθρώσεως, χρησιμοποιουμένη για την αντιστάθμιση ζημιών και τη μείωση του χρέους της, και ικανή να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στους ανταγωνιστές της εντός της Κοινότητας, διατηρώντας την ανταγωνιστικότητα της επιχειρήσεως χάρις στην τεχνητή βελτίωση της χρηματοοικονομικής της καταστάσεως, παρουσιάζει χαρακτηριστικά που αποκλείουν να καλύπτεται από μια από τις παρεκκλίσεις της απαγορεύσεως των ενισχύσεων που προβλέπει το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχεία α' και γ', της Συνθήκης.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-42/93,
Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από τον Alberto Jose Navarro Gonzalez, γενικό διευθυντή της υπηρεσίας συντονισμού κοινοτικών νομικών και θεσμικών θεμάτων, και την Gloria Calvo Diaz, abogado del Estado, της υπηρεσίας κοινοτικών διαφορών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ισπανίας, 4-6, boulevard E. Servais,
προσφεύγον,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τους Francisco Enrique Gonzalez Diaz και Michel Nolin, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως 93/133/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 4ης Νοεμβρίου 1992, περί των ενισχύσεων που χορηγούνται από την Ισπανική Κυβέρνηση προς την επιχείρηση Merco (τομέας γεωργικών προϊόντων διατροφής) (ΕΕ 1993, L 55, σ. 54),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, G. F. Mancini, D. A. O. Edward, προέδρους τμήματος, R. Joliet, F. A. Schockweiler, G. C. Rodriguez Iglesias, F. Grevisse, M. Zuleeg (εισηγητή) και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 1ης Φεβρουαρίου 1994,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 23ης Μαρτίου 1994,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Φεβρουαρίου 1993, το Βασίλειο της Ισπανίας ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, εδάφιο πρώτο, της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση της αποφάσεως 93/133/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 4ης Νοεμβρίου 1992, περί των ενισχύσεων που χορηγούνται από την Ισπανική Κυβέρνηση στην επιχείρηση Merco (τομέας γεωργικών προϊόντων διατροφής) (ΕΕ 1993, L 55, σ. 54).
2 Πληροφορηθείσα ότι οι ισπανικές αρχές είχαν χορηγήσει, το 1990, στην επιχείρηση Μerco ενίσχυση υπό μορφή εισφοράς κεφαλαίου ύψους 5 900 εκατομμυρίων πεσετών (PTA), η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει την προβλεπομένη στο άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ διαδικασία.
3 Η Merco εμπορεύεται γεωργικά προϊόντα και μέτοχοί της είναι η Direccion General del Patrimonio del Estado (Γενική Διεύθυνση Περιουσίας του Δημοσίου του Υπουργείου των Οικονομικών) και το Fondo para la ordenacion y regulacion de la producion de los precios agrarios, στο εξής: FORPPA (δημόσιος οργανισμός υπαγόμενος στο Υπουργείο Γεωργίας). Οι δύο αυτοί δημόσιοι οργανισμοί κατέχουν το 69,3 % και το 30,7 % του κεφαλαίου της αντιστοίχως.
4 Το έτος 1990, κατά το οποίο αποφασίστηκε η αύξηση του κεφαλαίου η οποία αποτελεί αντικείμενο της επίδικης αποφάσεως, η εταιρία είχε κύκλο εργασιών 71 δισεκατομμυρίων ΡΤΑ, εκ των οποίων περίπου 32 δισεκατομμύρια αφορούσαν τον κλάδο "ελαιολάδου", 23 τον κλάδο "δημητριακών", 6,9 τον κλάδο "βαμβάκι και ελαιούχοι σπόροι" και 6 τον κλάδο "οπωροκηπευτικά". Κατά την έκθεση ελέγχου διενεργηθέντος το 1991, η Merco είχε κατά το 1990 έλλειμμα 8 727 εκατομμυρίων ΡΤΑ, στο οποίο προστίθενταν τα ελλείμματα προηγουμένων χρήσεων ύψους 9 800 εκατομμυρίων. Επομένως, στις 31 Δεκεμβρίου 1990, το συνολικό ποσό του ελλείμματός της ανερχόταν σε 18 527 εκατομμύρια ΡΤΑ. Κατά την εν λόγω έκθεση, η Merco μπορούσε να συνεχίσει τις δραστηριότητές της μόνον εφόσον θα πραγματοποιούνταν νέες εισφορές κεφαλαίων. Υπ' αυτές τις συνθήκες, η Ισπανική Κυβέρνηση αποφάσισε την αναδιάρθρωση της Merco.
5 Κατά την εξωδικαστική φάση της διοικητικής διαδικασίας ελέγχου των ενισχύσεων, η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι αυτή η αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως αποσκοπούσε στον περιορισμό των δραστηριοτήτων της στους κερδοφόρους τομείς και συνίστατο, αφενός, στην εγκατάλειψη του κλάδου "ελαιολάδου" και, αφετέρου, στην εισφορά κεφαλαίων ύψους 5 900 εκατομμυρίων ΡΤΑ. Πράγματι, ο κλάδος "ελαιολάδου" ήταν η αιτία μεγάλου μέρους των προβλημάτων αποδοτικότητας της επιχειρήσεως και αντιπροσώπευε, το 1990, χρηματοοικονομικό κόστος περίπου 2 022 εκατομμυρίων ΡΤΑ.
6 Με το άρθρο 1 της επίδικης αποφάσεως, η Επιτροπή χαρακτήρισε παράνομη την ενίσχυση που χορήγησε η Ισπανική Κυβέρνηση στην επιχείρηση Merco το 1990 υπό μορφήν εισφοράς κεφαλαίων ύψους 5 900 εκατομμυρίων ΡΤΑ, με το αιτιολογικό ότι χορηγήθηκε κατά παράβαση των προβλεπομένων από το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης, διαδικαστικών κανόνων. Επιπλέον, η ενίσχυση αυτή θεωρήθηκε ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά κατά το άρθρο 92, παράγραφος 1, διότι δεν πληρούσε τις προβλεπόμενες από το άρθρο 92, παράγραφος 3, προϋποθέσεις παρεκκλίσεως.
7 Κατά το άρθρο 2 της αποφάσεως αυτής,
"η Ισπανική Κυβέρνηση οφείλει να καταργήσει την ενίσχυση που αναφέρεται στο άρθρο 1 και να απαιτήσει από την επιχείρηση Merco την επιστροφή της εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης.
Η επιστροφή πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διαδικασίες και τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, και ιδίως εκείνες που αφορούν τους τόκους υπερημερίας των οφειλών προς το Δημόσιο, οι οποίοι αρχίζουν να τρέχουν από την ημερομηνία χορήγησης της εν λόγω παράνομης ενίσχυσης".
8 Προς στήριξη της προσφυγής του, το Βασίλειο της Ισπανίας επικαλείται τέσσερις λόγους αντλούμενους από την παράβαση του άρθρου 92, παράγραφοι 1 και 3, της Συνθήκης και την παράνομη υποχρέωση ανακτήσεως.
Επί της μη υπάρξεως ενισχύσεως νοθεύουσας τον ανταγωνισμό κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης
9 Με τον πρώτο λόγο, το Βασίλειο της Ισπανίας αμφισβητεί ότι η αύξηση του κεφαλαίου στην οποία προέβησαν η Patrimonio del Estado και το FORPPA συνιστά ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Συγκεκριμένα, η στάση των οργανισμών αυτών θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστά συνήθη συμπεριφορά ιδιώτη επενδυτή κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου.
10 Συναφώς, το Βασίλειο της Ισπανίας εκτιμά ότι η Επιτροπή παρέβλεψε, κατά την εκ μέρους της ανάλυση της επίμαχης αυξήσεως του κεφαλαίου, τον σκοπό της παρεμβάσεως αυτής, η οποία δεν επιδίωκε να διατηρήσει τεχνητώς τη δραστηριότητα της επιχειρήσεως, αλλά περιοριζόταν στη διευκόλυνση της εκκαθαρίσεως, υπό τους κατά το δυνατόν λιγότερο επαχθείς όρους, του κλάδου "ελαιολάδου", ο οποίος αντιπροσωπεύει περίπου το 50 % της συνολικής της δραστηριότητας. Το Βασίλειο της Ισπανίας υπογραμμίζει ότι το γεγονός ότι η εκκαθάριση του κλάδου "ελαιολάδου" μπόρεσε να πραγματοποιηθεί μόνον κατόπιν αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου της 12ης Ιουλίου 1991 οφείλεται στο ότι, από τα τέλη του έτους 1989, εποχή κατά την οποία έπρεπε να πραγματοποιηθεί η διάλυση, οι συνεταρισμοί τους οποίους διαχειρίζεται η Merco είχαν εναντιωθεί στην απόφαση αυτή.
11 Κατά το Βασίλειο της Ισπανίας, από τις λογιστικές καταστάσεις προκύπτει εξάλλου ότι η αύξηση του κεφαλαίου στην οποία αναφέρεται η επίμαχη απόφαση κατέστησε δυνατή τόσο την ανάκτηση ορισμένων στοιχείων του ενεργητικού της εταιρίας, πράγμα που χωρίς αυτή θα ήταν αδύνατο, όσο και την επιστροφή χρεών, πολύ σημαντικού ύψους, προς, ως επί το πλείστον, μικρούς γεωργούς, η ύπαρξη των οποίων θα μπορούσε να τεθεί σε κίνδυνο, εάν τα χρέη παρέμεναν ανεξόφλητα.
12 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η επέμβαση των δημοσίων αρχών στο κεφάλαιο μιας επιχειρήσεως, υπό οποιαδήποτε μορφή, μπορεί να συνιστά κρατική ενίσχυση, οσάκις συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το άρθρο 92 της Συνθήκης προϋποθέσεις (βλ. απόφαση της 21ης Μαρτίου 1991 στην υπόθεση C-305/89, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-1603, σκέψη 18).
13 Προκειμένου να καθοριστεί αν τέτοια μέτρα έχουν τον χαρακτήρα κρατικών ενισχύσεων, πρέπει να κριθεί αν, υπό παρόμοιες περιστάσεις, ένας ιδιώτης επενδυτής μεγέθους συγκρισίμου προς το μέγεθος των οργανισμών που διαχειρίζονται τον δημόσιο τομέα, θα μπορούσε να αχθεί στην απόφαση να προβεί σε τόσο σημαντικές εισφορές κεφαλαίου (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση, Ιταλία κατά Επιτροπής, σκέψη 19).
14 Συναφώς, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, καίτοι η συμπεριφορά του ιδιώτη επενδυτή, προς τον οποίο πρέπει να συγκριθεί η παρέμβαση του δημοσίου επενδυτή που επιδιώκει στόχους οικονομικής πολιτικής, δεν αντιστοιχεί κατ' ανάγκη προς τη συμπεριφορά του κοινού επενδυτή που τοποθετεί κεφάλαια χάριν αποδοτικότητας υπό κατά το μάλλον ή ήττον βραχυπρόθεσμη προοπτική, οφείλει, τουλάχιστον, να ακολουθεί τη συμπεριφορά μιας ιδιωτικής εταιρίας holding ή ενός ιδιωτικού ομίλου επιχειρήσεων που επιδιώκουν μία διαρθρωτική πολιτική, γενική ή κλαδική, με γνώμονα προοπτικές μακροπρόθεσμης αποδοτικότητας (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση, Ιταλία κατά Επιτροπής, σκέψη 20).
15 Ακόμη και αν υποτεθεί ότι η εγκατάλειψη του τμήματος "ελαιολάδου" συνέβαλε στη βελτίωση της χρηματοοικονομικής καταστάσεως της Merco, η Επιτροπή βασίμως ισχυρίζεται ότι το μέτρο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ικανοποιητικό πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως, το οποίο θα διασφάλιζε την αποδοτικότητα της Merco (σημείο VIII, δεκάτη τρίτη και δεκάτη τετάρτη αιτιολογική σκέψη της επίδικης αποφάσεως). Συναφώς, από το σημείο ΙΙΙ των αιτιολογικών σκέψεων της αποφάσεως προκύπτει ότι οι άλλοι κλάδοι της επιχειρήσεως, πλην εκείνου των ελαιούχων σπόρων και του βάμβακος, είχαν επίσης ζημίες το 1990. Εξάλλου, οι ισπανικές αρχές αναγνώρισαν ότι η εισφορά κεφαλαίου 5 900 εκατομμυρίων ΡΤΑ δεν αρκεί για να καταστήσει κερδοφόρα την επιχείρηση (σημείο ΙΙ, τέταρτη αιτιολογική σκέψη). Επομένως, δεδομένου ότι η εν λόγω ενίσχυση δεν συνδέεται με ικανοποιητικό πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως, η επιχειρηματολογία του Βασιλείου της Ισπανίας δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
16 Εξάλλου, το Βασίλειο της Ισπανίας δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο ικανό να στηρίξει τον ισχυρισμό του ότι η αύξηση του κεφαλαίου επέτρεψε την ανάκτηση ορισμένων στοιχείων του ενεργητικού της Merco.
17 Ως προς το αντλούμενο από την υποχρέωση εξοφλήσεως των χρεών προς μικρούς γεωργούς επιχείρημα, διαπιστώνεται ότι ο σκοπός αυτός θα μπορούσε να επιτευχθεί με την προσφυγή σε μέσα άλλα από την εν λόγω ενίσχυση.
18 Επομένως, ο πρώτος λόγος που επικαλείται η Ισπανική Κυβέρνηση πρέπει να απορριφθεί.
Επί των επιπτώσεων στο ενδοκοινοτικό εμπόριο
19 Με τον δεύτερο λόγο, το Βασίλειο της Ισπανίας υποστηρίζει ότι η πραγματοποιηθείσα εν προκειμένω εισφορά κεφαλαίου από την Direccion General del Patrimonio del Estado και το FORPPA δεν επηρέασε το ενδοκοινοτικό εμπόριο στον βαθμό που αποσκοπούσε * όπως το βεβαιώνει η Επιτροπή στην απόφασή της * όχι στη στήριξη των οικονομικών της Merco στο σύνολό της, αλλά στην εκκαθάριση του τομέα της δραστηριότητας της εταιρίας αυτής από την οποία προέρχονταν τα σοβαρότερα προβλήματά της. Εξάλλου, δύσκολα θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η εκκαθάριση επιχειρήσεως ή κλάδου της επηρεάζει το μεταξύ των κρατών μελών εμπόριο νοθεύοντας τον ανταγωνισμό εντός της κοινής αγοράς, οσάκις η εξαφάνιση μιας επιχειρήσεως ή ενός τομέα των δραστηριοτήτων της έχει ακριβώς ως συνέπεια να παρέχει τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις που παραμένουν στην αγορά να κατέχουν, σε συνάρτηση με την ανταγωνιστικότητά τους, το εγκαταλειφθέν μερίδιο αγοράς.
20 'Οπως προκύπτει από τις σκέψεις που εκτίθενται ανωτέρω ως απάντηση στον πρώτο λόγο, η εν λόγω ενίσχυση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προοριζόταν να διευκολύνει την εκκαθάριση του κλάδου "ελαιολάδου" της Merco.
21 Ακολούθως, από τον στατιστικό πίνακα που επισυνάπτεται στην επίδικη απόφαση προκύπτει ότι όλα τα γεωργικά προϊόντα που εμπορεύεται η Merco αποτελούσαν αντικείμενο συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή μπορούσε να θεωρήσει ότι το ενδοκοινοτικό εμπόριο θα επηρεαζόταν από την επίδικη ενίσχυση.
22 Επομένως, ο δεύτερος λόγος πρέπει να απορριφθεί.
Επί της συμβατότητας της ενισχύσεως με την κοινή αγορά
23 Με τον τρίτο λόγο, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η επίδικη εισφορά κεφαλαίου πρέπει να μπορεί να τύχει των παρεκκλίσεων που προβλέπει το άρθρο 92, παράγραφος 3, σημεία α' και γ'. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, δύνανται να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, αφενός, οι ενισχύσεις για την προώθηση της οικονομικής αναπτύξεως περιοχών στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση και, αφετέρου, οι ενισχύσεις για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον.
24 Συναφώς, το Βασίλειο της Ισπανίας ισχυρίζεται καταρχάς ότι η Merco ασκεί σχεδόν αποκλειστικά τις δραστηριότητές της σε περιοχές επιλέξιμες για τη χορήγηση περιφερειακών ενισχύσεων κατά το άρθρο 92, παράγραφος 3, σημεία α' και γ'. Πράγματι, η εμπορία γεωργικών προϊόντων στην Ισπανία θα υφίστατο πλήγμα και θα υπέφερε επίσης από πολύ σοβαρές ανεπάρκειες.
25 Ακολούθως, το Βασίλειο της Ισπανίας υποστηρίζει ότι η εισφορά 5 900 εκατομμυρίων ΡΤΑ διευκόλυνε την αναδίπλωση της δραστηριότητας της επιχειρήσεως και κατέστησε δυνατό να αποφευχθεί η επέλευση ανεπανόρθωτων συνεπειών στον τομέα. Η μη πληρωμή των οφειλομένων ποσών στους μικρούς γεωργούς θα είχε πράγματι προκαλέσει οριστική κρίση, η οποία θα κατέληγε στην καταστροφή της πλειοψηφίας εξ αυτών, αναγκάζοντάς τους να εγκαταλείψουν τη δραστηριότητά τους και καταργώντας κάθε δυνατότητα ενθαρρύνσεως της περιφερειακής και τομεακής αναπτύξεως. Εξάλλου, η προστασία αυτή θα επιβαλλόταν και δεν θα αλλοιώνονταν οι όροι των συναλλαγών κατά τρόπο αντίθετο προς το κοινό συμφέρον. Η εν λόγω αύξηση του κεφαλαίου θα ενέπιπτε επομένως στις διατάξεις του άρθρου 92, παράγραφος 3, σημεία α' και γ'.
26 Στο σημείο VIII, ένατη αιτιολογική σκέψη, της επίδικης αποφάσεως, η Επιτροπή αναφέρει ότι, ακόμη και αν η επίμαχη ενίσχυση πρέπει να θεωρηθεί περιφερειακή, δεν θα μπορούσε εν πάση περιπτώσει να τύχει των παρεκκλίσεων αυτών, διότι οι χορηγούμενες ενισχύσεις δυνάμει των προμνησθεισών διατάξεων πρέπει να συμβάλλουν μακροπρόθεσμα στην ανάπτυξη της περιοχής, πράγμα που, εν προκειμένω, θα προϋπέθετε τουλάχιστον ότι αυτή η ενίσχυση θα χρησιμοποιούνταν για την αποκατάσταση της αποδοτικότητας της επιχειρήσεως, χωρίς να προκαλέσει απαράδεκτες αρνητικές συνέπειες στους όρους του ανταγωνισμού εντός της Κοινότητας.
27 Από το σημείο II, τετάρτη αιτιολογική σκέψη, της επίδικης αποφάσεως προκύπτει ότι η Ισπανική Κυβέρνηση παραδέχθηκε ότι η εισφορά των 5 900 εκατομμυρίων ΡΤΑ δεν αρκούσε για να καταστήσει κερδοφόρα την επιχείρηση Merco και ότι απαιτούνταν και άλλες αλλαγές, ιδίως της χρηματοοικονομικής δομής της επιχειρήσεως. Δεδομένου ότι το Βασίλειο της Ισπανίας δεν επανήλθε στον ισχυρισμό αυτόν, η επίμαχη ενίσχυση δεν μπορεί να θεωρηθεί περιφερειακή ενίσχυση εμπίπτουσα στις παρεκκλίσεις του άρθρου 92, παράγραφος 3, σημεία α' και γ', της Συνθήκης.
28 Ειδικότερα, ως προς την προβλεπομένη από το άρθρο 92, παράγραφος 3, σημείο γ', παρέκκλιση υπέρ των ενισχύσεων για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων, η Επιτροπή εκθέτει, στο σημείο VIII, ενδέκατη αιτιολογική σκέψη, της επίδικης αποφάσεως ότι πρέπει να πληρούνται δύο προϋποθέσεις: αφενός, οι ενισχύσεις αυτές πρέπει να είναι αναγκαίες για την ανάπτυξη του τομέα από κοινοτική άποψη και, αφετέρου, να μην αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που αντίκειται στο κοινό συμφέρον.
29 Ακολούθως, η Επιτροπή επισημαίνει, στη δεκάτη πέμπτη αιτιολογική σκέψη του ιδίου σημείου, ότι η επίμαχη ενίσχυση χρησιμοποιήθηκε για να αντισταθμίσει ζημίες και να μειώσει τα χρέη, ότι δεν εντασσόταν σε ικανοποιητικό πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως και ότι μπορούσε να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στους κοινοτικούς ανταγωνιστές, διατηρώντας της ανταγωνιστικότητα της επιχειρήσεως χάρις στην τεχνητή βελτίωση της χρηματοοικονομικής της καταστάσεως.
30 Δεδομένου ότι το Βασίλειο της Ισπανίας δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο ικανό να αμφισβητήσει τον ισχυρισμό αυτό, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
Επί του παρανόμου χαρακτήρα της υποχρεώσεως ανακτήσεως
31 Με τον τελευταίο λόγο, το Βασίλειο της Ισπανίας αμφισβητεί τη νομιμότητα της υποχρεώσεως ανακτήσεως της επίμαχης ενισχύσεως, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 2 της επίδικης αποφάσεως. Αναφερόμενη στην απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1987 στην υπόθεση 310/85, Deufil κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 901), υπενθυμίζει ότι η υποχρέωση αυτή δεν έχει αυτόματο χαρακτήρα και ότι δεν αρκεί να κηρυχθεί μια ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92 για να γεννηθεί, συγχρόνως, υποχρέωση ανακτήσεως.
32 Συναφώς, το Βασίλειο της Ισπανίας επισημαίνει ιδίως ότι, εν προκειμένω, είναι αδύνατη η εκτέλεση της επίδικης αποφάσεως, διότι η επιχείρηση έπαυσε να υπάρχει από οικονομικής απόψεως. Συγκεκριμένα, σταμάτησε όλες τις δραστηριότητές της και τελεί υπό τη διαχείριση ενιαίου εκκαθαριστή επιφορτισμένου με τις τελευταίες λεπτομέρεις της εκκαθαρίσεως. Ως προς το σημείο αυτό, η κατάσταση είναι διαφορετική από εκείνη που εξέτασε το Δικαστήριο στην απόφαση της 21ης Μαρτίου 1990 στην υπόθεση C-142/87, Βέλγιο κατά Επιτροπής, (Συλλογή 1990, σ. Ι-959) στην οποία αναφέρεται η Επιτροπή. Επομένως, κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, η επίδικη απόφαση κατέστη άνευ αντικειμένου.
33 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ενδεχόμενες διαδικαστικής ή άλλης φύσεως δυσχέρειες αναφορικά με την εκτέλεση της προσβαλλομένης πράξεως δεν μπορούν να έχουν επίδραση επί της νομιμότητάς της (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Βέλγιο κατά Επιτροπής, σκέψη 63). Επομένως, το γεγονός ότι η Merco, μετά την επίδικη απόφαση, υποβλήθηκε σε πτωχευτική διαδικασία δεν ασκεί επιρροή επί της παρούσας διαφοράς.
34 Επομένως, ο αντλούμενος από την παράνομη υποχρέωση ανακτήσεως λόγος πρέπει να απορριφθεί.
35 Δεδομένου ότι κανείς από τους προβαλλομένους από το Βασίλειο της Ισπανίας λόγους δεν έγινε δεκτός, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
36 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι το Βασίλειο της Ισπανίας ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy