Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Κοινωνική πολιτική * Άνδρες και γυναίκες εργαζόμενοι * Ισότητα αμοιβών * Αμοιβή * Έννοια * Δικαίωμα υπαγωγής σε ιδιωτικό σύστημα επαγγελματικών συντάξεων * Περιλαμβάνεται * Αποκλεισμός των εγγάμων γυναικών από το δικαίωμα υπαγωγής * Δεν επιτρέπεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 119)
2. Κοινωνική πολιτική * Άνδρες και γυναίκες εργαζόμενοι * Ισότητα αμοιβών * Άρθρο 119 της Συνθήκης * Δυνατότητα εφαρμογής του ως προς το δικαίωμα υπαγωγής σε ιδιωτικό σύστημα επαγγελματικών συντάξεων * Αναγνώριση με την απόφαση της 13ης Μαΐου 1986, 170/84 * Διαχρονικός περιορισμός αποτελεσμάτων * Δεν υφίσταται * Δυνατότητα να ζητηθεί αναδρομικά η εφαρμογή της ίσης μεταχειρίσεως από τις 8 Απριλίου 1976, ημερομηνία αναγνωρίσεως από το Δικαστήριο, του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119 * Υποχρέωση καταβολής των εισφορών που οφείλονται για τη χρονική περίοδο της αναδρομικής υπαγωγής * Εφαρμογή των εθνικών κανόνων που τάσσουν τις προθεσμίες ασκήσεως προσφυγής * Προϋποθέσεις
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 119)
3. Κοινωνική πολιτική * Άνδρες και γυναίκες εργαζόμενοι * Ισότητα αμοιβών * Αμοιβή * Έννοια * Παροχές που χορηγούνται από ιδιωτικό σύστημα επαγγελματικών συντάξεων * Περιλαμβάνονται * Σύστημα που διαχειρίζονται ανεξάρτητοι διαχειριστές * Δεν ασκεί επιρροή * Δυνατότητα του εργαζομένου που υφίσταται δυσμενή διάκριση να προβάλει τα δικαιώματά του έναντι των διαχειριστών
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 119)
4. Κοινωνική πολιτική * Άνδρες και γυναίκες εργαζόμενοι * Ισότητα αμοιβών * Πρωτόκολλο υπ' αριθ. 2, περί του άρθρου 119, προσαρτημένο στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση * Πεδίο εφαρμογής * Δικαίωμα υπαγωγής σε σύστημα επαγγελματικών συντάξεων * Αποκλείεται
(Συνθήκη ΕΚ, πρωτόκολλο υπ' αριθ. 2 περί του άρθρου 119)
Περίληψη
1. Το δικαίωμα υπαγωγής σε σύστημα επαγγελματικών συντάξεων, οι κανόνες του οποίου δεν έχουν καθοριστεί απευθείας από τον νόμο, αλλά αποτελούν το προϊόν διαβουλεύσεως μεταξύ κοινωνικών εταίρων, ενώ οι δημόσιες αρχές έχουν περιοριστεί, κατόπιν αιτήματος των θεωρουμένων ως αντιπροσωπευτικών εργοδοτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων, να κηρύξουν το σύστημα υποχρεωτικό για τον επαγγελματικό κλάδο στο σύνολό του, εμπίπτει στην έννοια της αμοιβής, όπως προβλέπεται από το άρθρο 119 της Συνθήκης, με αποτέλεσμα να καλύπτεται από την απαγόρευση των διακρίσεων με βάση το φύλο που επιβάλλει το άρθρο αυτό.
Επομένως, αντιβαίνει προς το άρθρο 119 της Συνθήκης ένα σύστημα επαγγελματικών συντάξεων το οποίο, καθόσον αποκλείει την υπαγωγή των εγγάμων γυναικών, προβαίνει σε διάκριση στηριζόμενη απευθείας στο φύλο.
2. Ο διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων της αποφάσεως της 17ης Μαΐου 1990, C-262/88, Barber, δεν αφορά παρά μόνο τις μορφές διακρίσεων τις οποίες οι εργοδότες και τα συνταξιοδοτικά συστήματα μπορούσαν, ενόψει των μεταβατικού χαρακτήρα εξαιρέσεων που προβλέπονται από τις δυνάμενες να εφαρμοστούν σε θέματα επαγγελματικών συντάξεων διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, να θεωρούν ευλόγως ως ανεκτές. Σε αυτές δεν περιλαμβάνεται η διάκριση που αφορά την υπαγωγή σε συστήματα επαγγελματικών συντάξεων, η οποία κρίθηκε ασυμβίβαστη προς το άρθρο 119 της Συνθήκης με την απόφαση της 13ης Μαΐου 1986, 170/84, Bilka, η οποία δεν προβλέπει κανένα διαχρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων της. Ελλείψει διαχρονικού περιορισμού, μπορεί να γίνει επίκληση του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119, προκειμένου να ζητηθεί αναδρομικά η εφαρμογή της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά το δικαίωμα υπαγωγής σε σύστημα επαγγελματικών συντάξεων από τις 8 Απριλίου 1976, ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως 43/75, Defrenne, η οποία αναγνώρισε για πρώτη φορά άμεσο αποτέλεσμα στο εν λόγω άρθρο.
Ωστόσο, το γεγονός ότι ο εργαζόμενος μπορεί να αξιώσει την αναδρομική υπαγωγή του σε σύστημα επαγγελματικών συντάξεων δεν συνιστά δυνατότητα απαλλαγής του από την υποχρέωση καταβολής των εισφορών που οφείλονται για τη χρονική περίοδο της αναδρομικής υπαγωγής.
Οι εθνικοί κανόνες που τάσσουν προθεσμίες ασκήσεως προσφυγής κατά το εσωτερικό δίκαιο είναι αντιτάξιμοι στους εργαζομένους που προβάλλουν δικαίωμα υπαγωγής σε σύστημα επαγγελματικών συντάξεων, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω κανόνες δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί για τις προσφυγές αυτού του είδους απ' ό,τι για τις παρόμοιες προσφυγές εσωτερικής φύσεως και ότι δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη την άσκηση του προβλεπόμενου από το κοινοτικό δίκαιο δικαιώματος.
3. Οι διαχειριστές ενός συστήματος επαγγελματικών συντάξεων, αν και είναι ξένοι προς τη σχέση εργασίας, οφείλουν να χορηγούν παροχές που συνιστούν αμοιβή κατά την έννοια του άρθρου 119 και, συνεπώς, υποχρεούνται, όπως ακριβώς ο εργοδότης, να τηρούν τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου, λαμβάνοντας όλα τα αναγκαία μέτρα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους προκειμένου να διασφαλίσουν εν προκειμένω την τήρηση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως την οποία οι ασφαλισμένοι πρέπει να μπορούν να επικαλούνται έναντι των εν λόγω διαχειριστών.
Πράγματι, εάν ο εργαζόμενος δεν μπορούσε να επικαλεστεί το άρθρο 119 παρά μόνον έναντι του εργοδότη και όχι έναντι των διαχειριστών του συστήματος, που είναι ρητά επιφορτισμένοι με την εκτέλεση των υποχρεώσεων του εργοδότη, θα μειωνόταν ουσιωδώς η πρακτική αποτελεσματικότητα της εν λόγω διατάξεως και θα θιγόταν σοβαρά η έννομη προστασία την οποία απαιτεί η αποτελεσματική εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
4. Το πρωτόκολλο υπ' αριθ. 2, περί του άρθρου 119 της Συνθήκης, που είναι προσαρτημένο στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, αφορά όλες τις παροχές που χορηγούνται από ένα σύστημα επαγγελματικών συντάξεων, όχι όμως το δικαίωμα υπαγωγής στο σύστημα αυτό.
Επομένως, ως προς τα της υπαγωγής εξακολουθεί να ισχύει η απόφαση της 13ης Μαΐου 1986, 170/84, Bilka, κατά την οποία επιχείρηση η οποία, χωρίς αντικειμενικώς βασίμους λόγους άσχετους προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου, προβαίνει σε διαφορετική μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών, καθόσον αποκλείοντας μια κατηγορία εργαζομένων από συνταξιοδοτικό σύστημα επιχειρήσεων, παραβαίνει το άρθρο 119 της Συνθήκης.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-128/93,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Kantongerecht te Utrecht (Κάτω Χώρες) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Geertruida Catharina Fisscher
και
1) Voorhuis Hengelo BV,
2) Stichting Bedrijfspensioenfonds voor de Detailhandel,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ σε σχέση με το δικαίωμα υπαγωγής σε καθεστώτα επαγγελματικών συντάξεων, της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 17ης Μαΐου 1990, C-262/88, Barber (Συλλογή 1990, σ. Ι-1889), καθώς και του Πρωτοκόλλου υπ' αριθ. 2 περί του άρθρου 119 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το οποίο έχει προσαρτηθεί στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση της 7ης Φεβρουαρίου 1992,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, G. F. Mancini (εισηγητή), J. C. Moitinho de Almeida, M. Diez de Velasco και D. A. O. Edward, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, R. Joliet, F. A. Schockweiler, G. C. Rodriguez Iglesias, F. Grevisse, M. Zuleeg, P. J. G. Kapteyn και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η Fisscher, εκπροσωπούμενη από τον T. P. J. de Graaf, δικηγόρο Ουτρέχτης,
* η Voorhuis Hengelo BV και το Stichting Bedrijfspensioenfonds voor de Detailhandel, εκπροσωπούμενοι από τον O. W. Brouwer, δικηγόρο 'Αμστερνταμ,
* η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους E. Roeder, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, και C.-D. Quassowski, Regierungsdirektor στο ίδιο υπουργείο,
* η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον J. E. Collins, Assistant Treasury Solicitor, επικουρούμενο από τον M. N. Paines, barrister,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την K. Banks και τον B. J. Drijber, μέλη της νομικής υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Fisscher, εκπροσωπουμένης από τον M. Greebe, δικηγόρο Ουτρέχτης, της Voorhuis Hengelo BV και του Stichting Bedrijfspensioenfonds voor de Detailhandel, εκπροσωπουμένων από τους O. W. Brouwer και F. P. Louis, δικηγόρο Βρυξελλών, της Γερμανικής Κυβερνήσεως, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 26ης Απριλίου 1994,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Ιουνίου 1994,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 18ης Μαρτίου 1993, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 26 Μαρτίου 1993, το Kantongerecht te Utrecht υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 119 της ίδιας συνθήκης σε σχέση με το δικαίωμα υπαγωγής στα συστήματα επαγγελματικών συντάξεων, της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 17ης Μαΐου 1990, στην υπόθεση C-262/88, Barber (Συλλογή 1990, σ. Ι-1889, στο εξής: απόφαση Barber), καθώς και του Πρωτοκόλλου υπ' αριθ. 2 περί του άρθρου 119 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το οποίο έχει προσαρτηθεί στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση της 7ης Φεβρουαρίου 1992 (στο εξής: Πρωτόκολλο υπ' αριθ. 2).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Fisscher και, αφετέρου, της Voorhuis Hengelo BV και της Stichting Bedrijfspensioenfonds voor de Detailhandel, σχετικά με την υπαγωγή της στο καθεστώς επαγγελματικών συντάξεων.
3 Η Fisscher υπηρέτησε στη Voorhuis Hengelo BV (στο εξής: Voorhuis) από 1ης Ιανουαρίου 1978 μέχρι 10 Απριλίου 1992, εργαζόμενη 30 ώρες την εβδομάδα.
4 Οι εργαζόμενοι της Voorhuis υπάγονται στο σύστημα επαγγελματικών συντάξεων του Stichting Bedrijfspensioenfonds voor de Detailhandel. Ωστόσο, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1990, η Fisscher δεν είχε υπαχθεί στο εν λόγω σύστημα, λόγω του ότι ο κανονισμός αυτού απέκλειε τις έγγαμες γυναίκες.
5 Την 1η Ιανουαρίου 1991, το σύστημα αυτό επεκτάθηκε και στις έγγαμες γυναίκες, οπότε η Fisscher έγινε δεκτή σε αυτό, και μάλιστα από την 1η Ιανουαρίου 1988.
6 Η Fisscher αμφισβήτησε τότε τον παλαιό κανονισμό, με την αιτιολογία ότι ήταν ασυμβίβαστος προς το άρθρο 119 της Συνθήκης. Φρονούσε, ειδικότερα, ότι οι έγγαμες γυναίκες έπρεπε επίσης να είχαν γίνει δεκτές στο καθεστώς αυτό από τις 8 Απριλίου 1976, ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως 43/75, στην υπόθεση Defrenne (Συλλογή τόμος 1976, σ. 175), με την οποία το Δικαστήριο αναγνώρισε για πρώτη φορά το άμεσο αποτέλεσμα του άρθου 119. Η Fisscher αξίωσε επομένως την αναδρομική υπαγωγή της στο εν λόγω σύστημα από την 1η Ιανουαρίου 1978, ημερομηνία κατά την οποία άρχισε να εργάζεται.
7 Το Kantongerecht te Utrecht, ενώπιον του οποίου η Fisscher άσκησε προσφυγή, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Εμπεριέχεται στο δικαίωμα (ίσης) αμοιβής κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ και δικαίωμα υπαγωγής σε ένα σύστημα επαγγελματικών συντάξεων όπως το υπό κρίση το οποίο έχει επιβληθεί από τη δημόσια αρχή;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, ισχύει ο διαχρονικός περιορισμός που έθεσε το Δικαστήριο στο πλαίσιο της υποθέσεως Barber για μία ρύθμιση περί συντάξεων, όπως αυτή για την οποία επρόκειτο στην υπόθεση Barber (' contracted out schemes' * συμβατικώς οργανωμένα συστήματα), και για το δικαίωμα υπαγωγής σε ένα σύστημα επαγγελματικών συντάξεων όπως το υπό κρίση, από το οποίο η προσφεύγουσα ως έγγαμη γυναίκα αποκλείεται;
3) Στις περιπτώσεις όπου η εφαρμοζόμενη σε μία επιχείριση ρύθμιση περί συντάξεων είναι υποχρεωτική βάσει νόμου, υποχρεούται ο επιφορτισμένος με την εκτέλεση και εφαρμογή της ρυθμίσεως (το bedrijfspensioenfonds) να εφαρμόζει την περιεχόμενη στο άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και μπορεί ο μισθωτός ο οποίος υφίσταται τις δυσμενείς συνέπειες από τη μη τήρηση της διατάξεως αυτής να προβάλει απευθείας αξιώσεις κατά του pensioenfonds ως εάν επρόκειτο για τον εργοδότη;
Προς διευκρίνιση του ερωτήματος αυτού, μπορεί να χρησιμεύσει το ότι ο Kantonrechter δεν είναι αρμόδιος να κρίνει μία που πηγάζει εξ αδικοπραξίας απαίτηση, επειδή το περιεχόμενο της απαιτήσεως υπερβαίνει τα όρια της αρμοδιότητάς του. Στην παρούσα διαδικασία, έχει επομένως σημασία το αν η προσφεύγουσα μπορεί να προβάλει αξιώσεις κατά του pensioenfonds (το δεύτερο από τους εναγομένους) βάσει της συμβάσεώς της εργασίας.
4) Αν η προσφεύγουσα έχει, βάσει του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ, δικαίωμα υπαγωγής στο bedrijfspensioenfonds πριν από την 1η Ιανουαρίου 1991, σημαίνει αυτό τότε ότι η προσφεύγουσα δεν υποχρεούται να καταβάλει τις εισφορές που θα έπρεπε να καταβάλει αν της είχε προηγουμένως επιτραπεί η υπαγωγή της στο pensioenfonds (ταμείο συντάξεως);
5) Ασκεί επιρροή το ότι η προσφεύγουσα δεν είχε προηγουμένως ενεργήσει προκειμένου να γίνουν δεκτά τα δικαιώματα που ήδη προβάλλει;
6) Ασκεί επιρροή στην κρίση επί της παρούσας υποθέσεως, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του kantonrechter κατόπιν ασκήσεως προσφυγής στις 16 Ιουλίου 1992, το πρωτόκολλο της Συνθήκης του Μάαστριχτ σχετικά με το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ (το πρωτόκολλο Barber) καθώς και (το νομοσχέδιο τροποποιήσεως σχετικά με) το μεταβατικό άρθρο ΙΙΙ του νομοσχεδίου 20 890 που αποσκοπεί στην εκτέλεση της τέταρτης οδηγίας;"
Επί του πρώτου ερωτήματος
8 Με το πρώτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά εάν το δικαίωμα υπαγωγής σε ένα σύστημα επαγγελματικών συντάξεων εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης με συνέπεια να καλύπτεται από την απαγόρευση των διακρίσεων που επιβάλλει το άρθρο αυτό.
9 Πρέπει συναφώς να υπομνηστεί ότι το Δικαστήριο έχει ήδη αναγνωρίσει, με την απόφαση της 13ης Μαΐου 1986, 170/84, Bilka (Συλλογή 1986, σ. 1607), πρώτον, ότι στο μέτρο που ένα συνταξιοδοτικό σύστημα, μολονότι έχει θεσπιστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του εθνικού νομοθέτη, πηγάζει από συμφωνία που έχει συναφθεί με τους εργαζομένους ή τους εκπροσώπους τους και στο μέτρο που οι δημόσιες αρχές δεν επεμβαίνουν στη χρηματοδότησή του, το σύστημα αυτό δεν αποτελεί σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ρυθμιζόμενο απ' ευθείας από το νόμο και εκφεύγει, ως εκ τούτου, του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 119 και, δεύτερον, ότι οι παροχές που καταβάλλονται στους υπαλλήλους δυνάμει του συστήματος αυτού συνιστούν όφελος που παρέχει ο εργοδότης στον εργαζόμενο λόγω της σχέσεως εργασίας, κατά την έννοια του άρθρου 119, δεύτερη παράγραφος (σκέψεις 20 και 22).
10 Οι αρχές αυτές επιβεβαιώθηκαν με την απόφαση Barber, όσον αφορά τα "συμβατικώς οργανωμένα" συστήματα επαγγελματικών συντάξεων του βρετανικού δικαίου και με την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1993, C-109/91, Ten Oever (Συλλογή 1993, σ. Ι-4879).
11 Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο αναγνώρισε τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 119 σε παροχές οφειλόμενες δυνάμει ενός επαγγελματικού συστήματος ολλανδικού δικαίου, παρομοίου με το επίμαχο στην παρούσα υπόθεση, υπογραμμίζοντας ιδίως το γεγονός ότι οι κανόνες του εν λόγω συστήματος δεν είχαν καθοριστεί απ' ευθείας από τον νόμο, αλλά αποτελούσαν το προϊόν διαβουλεύσεως μεταξύ κοινωνικών εταίρων, ενώ οι δημόσιες αρχές είχαν περιοριστεί, κατόπιν αιτήματος των θεωρουμένων ως αντιπροσωπευτικών εργοδοτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων, να κηρύξουν το σύστημα υποχρεωτικό για τον επαγγελματικό κλάδο στο σύνολό του (σκέψη 10).
12 Εξάλλου, από την προαναφερθείσα απόφαση Bilka προκύπτει ότι στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 εμπίπτει όχι μόνο το δικαίωμα λήψεως παροχών καταβαλλομένων δυνάμει ενός συστήματος επαγγελματικών συντάξεων αλλά και το δικαίωμα υπαγωγής στο εν λόγω σύστημα.
13 Η απόφαση αυτή βασίζεται στον συλλογισμό ότι εάν, όπως προκύπτει από την απόφαση της 31ης Μαρτίου 1981, 96/80, Jenkins (Συλλογή 1981, σ. 911), μια μισθολογική πρακτική, που συνίσταται στον καθορισμό χαμηλότερης ωριαίας αμοιβής για την εργασία με μειωμένο ωράριο απ' ό,τι για την εργασία με πλήρες ωράριο, μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να αποτελεί διάκριση μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων, το ίδιο ισχύει και για την άρνηση του ευεργετήματος της συντάξεως επιχειρήσεως στους εργαζομένους με μειωμένο ωράριο. Πράγματι, εφόσον η σύνταξη αυτή εμπίπτει στην έννοια της αμοιβής, κατά την έννοια του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 119, έπεται ότι η συνολική αμοιβή την οποία καταβάλλει ο εργοδότης στους εργαζομένους με πλήρες ωράριο είναι υψηλότερη, ανά ώρα παρεχόμενης εργασίας, από εκείνη την οποία καταβάλλει στους εργαζομένους με μειωμένο ωράριο (σκέψη 27).
14 Επομένως, ένα σύστημα επαγγελματικών συντάξεων, από το οποίο αποκλείονται οι έγγαμες γυναίκες αποτελεί αντίθετη προς το άρθρο 119 της Συνθήκης διάκριση με βάση απ' ευθείας το φύλο.
15 Ενόψει των προεκτεθέντων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι το δικαίωμα υπαγωγής σε ένα σύστημα επαγγελματικών συντάξεων εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης, με αποτέλεσμα να καλύπτεται από την απαγόρευση των διακρίσεων που επιβάλλει το άρθρο αυτό.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
16 Με το δεύτερο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ερωτά εάν ο διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων της αποφάσεως Barber ισχύει και για το δικαίωμα υπαγωγής σε ένα σύστημα επαγγελματικών συντάξεων, όπως το επίδικο δικαίωμα.
17 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να υπομνηστεί το πλαίσιο εντός του οποίου αποφασίστηκε ο διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων της αποφάσεως Barber.
18 Σύμφωνα με πάγια νομολογία, κατά την οποία το Δικαστήριο μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κατ' εφαρμογήν της γενικής αρχής της ασφάλειας δικαίου που είναι συμφυής με την κοινοτική έννομη τάξη και λαμβάνοντας υπόψη τις σημαντικές διαταραχές που θα μπορούσε να έχει η απόφασή του για το παρελθόν στο πλαίσιο εννόμων σχέσεων που έχουν δημιουργηθεί καλοπίστως, να υποχρεωθεί να περιορίσει τη δυνατότητα κάθε ενδιαφερομένου να επικαλεστεί την ερμηνεία που έχει δώσει σε μία διάταξη για να θέσει υπό αμφισβήτηση τις εν λόγω έννομες σχέσεις (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση Defrenne), το Δικαστήριο προέβη στην εξακρίβωση της υπάρξεως των δύο βασικών κριτηρίων που πρέπει να πληρούνται προκειμένου να μπορεί να αποφασιστεί ο περιορισμός αυτός, και συγκεκριμένα της καλής πίστεως των ενδιαφερομένων κύκλων και του κινδύνου σημαντικών διαταραχών.
19 'Οσον αφορά το κριτήριο της καλής πίστεως, το Δικαστήριο διαπίστωσε κατ' αρχάς (σκέψη 42) ότι το άρθρο 9, στοιχείο α', της οδηγίας 86/378/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης (ΕΕ L 225, σ. 40), προέβλεπε τη δυνατότητα αναβολής της υποχρεωτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τη χορήγηση συντάξεως γήρατος και τις συνέπειες που είναι δυνατόν να προκύψουν για άλλες παροχές, επαναλαμβάνοντας την εξαίρεση που προέβλεπε το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160).
20 Στη συνέχεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι, ενόψει των διατάξεων αυτών, ευλόγως τα κράτη μέλη και οι ενδιαφερόμενοι κύκλοι είχαν κρίνει ότι το άρθρο 119 δεν είχε εφαρμογή στις συντάξεις που καταβάλλονταν στο πλαίσιο συμβατικώς οργανωμένων συστημάτων και ότι στον τομέα αυτό εξακολουθούσαν να ισχύουν εξαιρέσεις από την αρχή της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων (σκέψη 43).
21 Πρέπει συναφώς να παρατηρηθεί ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1993, C-110/91, Moroni (Συλλογή 1993, σ. 1-6591), αφού υπενθύμισε και επιβεβαίωσε τις αρχές που είχαν διατυπωθεί με τις προαναφερθείσες αποφάσεις Defrenne, Bilka και Barber, τόνισε ότι με την απόφαση Barber αντιμετώπισε για πρώτη φορά το ζήτημα της εκτιμήσεως από τη σκοπιά του άρθρου 119 της άνισης μεταχειρίσεως που συνεπάγεται ο καθορισμός ηλικίας συνταξιοδοτήσεως που διαφέρει αναλόγως του φύλου (σκέψη 16).
22 'Οσον αφορά το κριτήριο των σημαντικών διαταραχών, το Δικαστήριο έκρινε επίσης, με την απόφαση Barber, ότι εάν κάθε ενδιαφερόμενος άνδρας εργαζόμενος μπορούσε, κατά το παράδειγμα του Barber, να προβάλει αναδρομικά το δικαίωμα σε ίση μεταχείριση στις περιπτώσεις διακρίσεων οι οποίες μέχρι εκείνη τη στιγμή μπορούσαν να γίνουν δεκτές βάσει των εξαιρέσεων που προβλέπονται από την προαναφερθείσα οδηγία 86/378, θα κινδύνευε να διαταραχθεί αναδρομικά η οικονομική ισορροπία πολλών συνταξιοδοτικών συστημάτων (σκέψη 44).
23 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119 της Συνθήκης, προκειμένου να ζητηθεί η εφαρμογή της ίσης μεταχειρίσεως στον τομέα των επαγγελματικών συντάξεων παρά μόνον ως προς τις παροχές που οφείλονται βάσει περιόδων απασχολήσεως που έχουν διανυθεί μετά τις 17 Μαΐου 1990, με την επιφύλαξη της εξαιρέσεως που προβλέπεται υπέρ των εργαζομένων ή των ελκόντων δικαιώματα από αυτούς οι οποίοι, πριν από την ημερομηνία αυτή, είχαν ασκήσει ένδικη προσφυγή ή είχαν υποβάλει ισοδύναμη κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο ένσταση (σκέψη 45 της αποφάσεως Barber, όπως διευκρινίστηκε με την προαναφερθείσα απόφαση Ten Oever).
24 Από τα προεκτεθέντα συνάγεται, ειδικότερα, ότι ο διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων της αποφάσεως Barber δεν αφορά παρά μόνον εκείνες τις μορφές διακρίσεων, στις οποίες οι εργοδότες και τα συνταξιοδοτικά συστήματα μπορούσαν, ενόψει των μεταβατικού χαρακτήρα εξαιρέσεων που προβλέπονται από τις δυνάμενες να εφαρμοστούν σε θέματα επαγγελματικών συντάξεων διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, να θεωρούν ευλόγως ως ανεκτές.
25 Επιβάλλεται, όμως η διαπίστωση ότι, όσον αφορά το δικαίωμα υπαγωγής σε επαγγελματικά συστήματα, κανένα στοιχείο δεν επιτρέπει να θεωρηθεί ότι οι ενδιαφερόμενοι επαγγελματικοί κύκλοι ήταν δυνατό να προβούν σε εσφαλμένη εκτίμηση ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 119.
26 Πράγματι, μετά την έκδοση της προαναφερθείσας αποφάσεως Bilka, είναι σαφές ότι μια παραβίαση του κανόνα της ισότητας κατά την αναγνώριση του εν λόγω δικαιώματος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119.
27 Επί πλέον, δεδομένου ότι η απόφαση Bilka δεν προέβλεψε κανέναν διαχρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων της, μπορεί να γίνει επίκληση του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119, προκειμένου να ζητηθεί αναδρομικά η εφαρμογή της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά το δικαίωμα υπαγωγής σε σύστημα επαγγελματικών συντάξεων από τις 8 Απριλίου 1976, ημερομηνία εκδόσεως της προαναφερθείσας αποφάσεως Defrenne, η οποία αναγνώρισε για πρώτη φορά άμεσο αποτέλεσμα στο εν λόγω άρθρο.
28 Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων της αποφάσεως Barber δεν έχει εφαρμογή στο δικαίωμα υπαγωγής σε σύστημα επαγγελματικών συντάξεων.
Επί του τρίτου ερωτήματος
29 Με το τρίτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά εάν οι διαχειριστές του συστήματος επαγγελματικών συντάξεων υποχρεούνται, όπως ακριβώς ο εργοδότης, να τηρούν τις διατάξεις του άρθρου 119 της Συνθήκης και εάν ο εργαζόμενος που υφίσταται δυσμενή διάκριση μπορεί να προβάλει απευθείας δικαίωμα κατά των εν λόγω διαχειριστών.
30 Πρέπει συναφώς να υπομνησθεί ότι, με την απόφαση Barber, το Δικαστήριο, αφού διαπίστωσε ότι οι συντάξεις που καταβάλλονται βάσει των συμβατικώς οργανωμένων συστημάτων επαγγελματικών συντάξεων εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119, έκρινε ότι το συμπέρασμα αυτό δεν θίγεται από το γεγονός ότι το εν λόγω σύστημα έχει τη μορφή trust (ταμείο) και διοικείται από τους διαχειριστές του ταμείου που είναι τυπικά ανεξάρτητοι έναντι του εργοδότη, δεδομένου ότι το άρθρο 119 αφορά επίσης τα πλεονεκτήματα που καταβάλλει ο εργοδότης εμμέσως (σκέψεις 28 και 29).
31 Οι διαχειριστές ενός συνταξιοδοτικού συστήματος, δεδομένου ότι, αν και είναι ξένοι προς τη σχέση εργασίας, καλούνται να χορηγούν παροχές που συνιστούν αμοιβή κατά την έννοια του άρθρου 119, υποχρεούνται να τηρούν τη διάταξη αυτή λαμβάνοντας όλα τα αναγκαία μέτρα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους προκειμένου να διασφαλίζουν την τήρηση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως στον τομέα αυτό και οι ασφαλισμένοι πρέπει να μπορούν να την επικαλούνται έναντι των εν λόγω διαχειριστών. Εάν ο εργαζόμενος δεν μπορούσε να επικαλεστεί το άρθρο 119 παρά μόνον έναντι του εργοδότη και όχι έναντι των διαχειριστών του συστήματος, που είναι ρητά επιφορτισμένοι με την εκτέλεση των υποχρεώσεων του εργοδότη, θα μειωνόταν ουσιωδώς η πρακτική αποτελεσματικότητα της εν λόγω διατάξεως και θα θιγόταν σοβαρά η έννομη προστασία την οποία απαιτεί η αποτελεσματική εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
32 Επομένως, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι διαχειριστές ενός συστήματος επαγγελματικών συντάξεων υποχρεούνται, όπως ακριβώς ο εργοδότης, να τηρούν τις διατάξεις του άρθρου 119 της Συνθήκης και ότι ο εργαζόμενος που υφίσταται δυσμενή διάκριση μπορεί να προβάλει τα δικαιώματά του απευθείας κατά των εν λόγω διαχειριστών.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
33 Αντικείμενο του τετάρτου ερωτήματος είναι το εάν το γεγονός ότι ένας εργαζόμενος μπορεί να αξιώσει την αναδρομική υπαγωγή σε σύστημα επαγγελματικών συντάξεων τον απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής των εισφορών που οφείλονται για τη χρονική περίοδο της αναδρομικής υπαγωγής.
34 Συναφώς, αρκεί να παρατηρηθεί ότι, όσον αφορά το δικαίωμα υπαγωγής σε σύστημα επαγγελματικών συντάξεων, το άρθρο 119 απαιτεί ο εργαζόμενος να μην υφίσταται μια βασιζόμενη στο φύλο δυσμενή διάκριση, η οποία συνίσταται στον αποκλεισμό από το εν λόγω σύστημα.
35 Αυτό σημαίνει ότι, στην περίπτωση που ο εργαζόμενος έχει υποστεί μια δυσμενή διάκριση αυτού του είδους, η αποκατάσταση της ίσης μεταχειρίσεως πρέπει να συνεπάγεται τη δημιουργία, για το θύμα της δυσμενούς διακρίσεως, της ίδιας καταστάσεως με εκείνη που ισχύει για τους εργαζομένους του άλλου φύλου.
36 Κατά συνέπεια, ο εν λόγω εργαζόμενος δεν μπορεί να απαιτήσει ευνοϊκότερη μεταχείριση, ιδίως από οικονομικής απόψεως, σε σχέση με εκείνη, της οποίας θα ετύγχανε εάν είχε υπαχθεί κανονικά στο συνταξιοδοτικό σύστημα.
37 Επομένως, στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το γεγονός ότι ο εργαζόμενος μπορεί να αξιώσει την αναδρομική υπαγωγή σε σύστημα επαγγελματικών συντάξεων δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής των εισφορών που οφείλονται για τη χρονική περίοδο της αναδρομικής υπαγωγής.
Επί του πέμπτου ερωτήματος
38 Με το πέμπτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν εάν οι εθνικοί κανόνες που τάσσουν προθεσμίες ασκήσεως προσφυγής κατά το εσωτερικό δίκαιο είναι αντιτάξιμοι στους εργαζομένους που προβάλλουν δικαίωμα υπαγωγής σε σύστημα επαγγελματικών συντάξεων.
39 Συναφώς, αρκεί να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, ελλείψει σχετικής κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, οι εθνικοί κανόνες που τάσσουν προθεσμίες ασκήσεως προσφυγών έχουν επίσης εφαρμογή στις προσφυγές που θεμελιώνονται στο κοινοτικό δίκαιο, υπό την προϋπόθεση ότι δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί για τις προσφυγές αυτού του είδους απ' ό,τι για τις παρόμοιες προσφυγές εσωτερικής φύσεως και ότι δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη την άσκηση του προβλεπόμενου από το κοινοτικό δίκαιο δικαιώματος (βλ., ιδίως, την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1976, 33/76, Rewe, Συλλογή τόμος 1976, σ. 747, σκέψεις 5 και 6).
40 Συνεπώς, στο πέμπτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι εθνικοί κανόνες που τάσσουν προθεσμίες ασκήσεως προσφυγών του εσωτερικού δικαίου είναι αντιτάξιμοι στους εργαζομένους που προβάλλουν δικαίωμα υπαγωγής σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω κανόνες δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί για τις προσφυγές αυτές απ' ό,τι για τις παρόμοιες προσφυγές εσωτερικής φύσεως και ότι δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη την άσκηση του κοινοτικού δικαιώματος.
Επί του έκτου ερωτήματος
41 Με το έκτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ζητεί να μάθει ποια επιρροή θα μπορούσε να έχει, στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, αφενός, το εθνικό νομοσχέδιο που αποσκοπεί στην εκτέλεση της προαναφερθείσας οδηγίας 86/378 και, αφετέρου, το Πρωτόκολλο υπ' αριθ. 2.
42 'Οσον αφορά το εθνικό νομοσχέδιο, αρκεί να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να ερμηνεύει, στα πλαίσια της διαδικασίας του άρθρου 177 της Συνθήκης, το εθνικό δίκαιο και να εκτιμά τα αποτελέσματά του (βλ., ιδίως, την απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1977, 52/76, Benedetti κατά Munari, Συλλογή τόμος 1977, σ. 63, σκέψη 25).
43 'Οσον αφορά το Πρωτόκολλο υπ' αριθ. 2, το οποίο, δυνάμει του άρθρου 239 της Συνθήκης, αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του άρθρου αυτού, έχει ως εξής:
"Για την εφαρμογή του άρθρου 119 της Συνθήκης, οι δυνάμει επαγγελματικού συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων παροχές δεν θεωρούνται ως αποδοχές εφόσον αντιστοιχούν σε περιόδους απασχόλησης πριν από τις 17 Μαΐου 1990, με εξαίρεση τους εργαζόμενους ή τους έλκοντες δικαιώματα οι οποίοι πριν από αυτή την ημερομηνία, είχαν ασκήσει δικαστική προσφυγή ή καταθέσει αντίστοιχη ένσταση σύμφωνα με το ισχύον εθνικό δίκαιο."
44 Από τη δικογραφία και τη συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το προς επίλυση πρόβλημα έγκειται, κατ' ουσίαν, στο εάν το εν λόγω Πρωτόκολλο αποσκοπεί αποκλειστικά να διευκρινίσει τον διαχρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων της αποφάσεως Barber, ο οποίος περιγράφηκε ανωτέρω, ή εάν έχει ευρύτερο περιεχόμενο.
45 Κατά την απόψη της Voorhuis, του Stichting Bedrijfspensioenfonds voor de Detailhandel και της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, από την ευρεία διατύπωση του Πρωτοκόλλου συνάγεται ότι το Πρωτόκολλο έχει εφαρμογή σε όλες τις δυσμενείς διακρίσεις που βασίζονται στο φύλο και οι οποίες μπορούν να ανακύψουν στο πλαίσιο των συστημάτων επαγγελματικών συντάξεων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν το δικαίωμα υπαγωγής στα συστήματα αυτά.
46 Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστηρίζουν, αντιθέτως, ότι το Πρωτόκολλο, παρά την πολύ γενική διατύπωσή του, πρέπει να ερμηνευθεί σε συσχετισμό με την απόφαση Barber και ότι δεν μπορεί να έχει ευρύτερο περιεχόμενο από τον διαχρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων της αποφάσεως αυτής.
47 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι, παρά τη γενικότητα της διατυπώσεώς του, το προαναφερθέν Πρωτόκολλο έχει εφαρμογή στις παροχές που χορηγούνται από ένα σύστημα επαγγελματικών συντάξεων.
48 Ωστόσο, η διαπίστωση αυτή περιλαμβάνει έναν μικρό περιορισμό. Αφορά τις παροχές, στις οποίες και μόνο αναφέρεται, εξάλλου, το Πρωτόκολλο υπ' αριθ. 2, και όχι το δικαίωμα υπαγωγής σε ένα επαγγελματικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.
49 Συγκεκριμένα, το Πρωτόκολλο εμφανίζει ένα σαφή σύνδεσμο με την προαναφερθείσα απόφαση Barber, δεδομένου ότι παραπέμπει στην ίδια ημερομηνία της 17ης Μαΐου 1990. Η απόφαση αυτή καταδικάζει τη διάκριση μεταξύ ανδρών και γυναικών που απορρέει από μία προϋπόθεση ως προς την ηλικία, η οποία διαφέρει αναλόγως του φύλου, για τη χορήγηση συντάξεως αποχωρήσεως κατόπιν απολύσεως για οικονομικούς λόγους. Στην απόφαση Barber, η οποία θέτει ως ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της ερμηνείας την οποία δίνει στο άρθρο 119 της Συνθήκης, την ημερομηνία εκδόσεώς της, δηλαδή την 17η Μαΐου 1990, έχουν δοθεί διαφορετικές ερμηνείες. Οι διαφορές αυτές επιλύθηκαν με την προαναφερθείσα απόφαση Ten Oever, η οποία προηγείται χρονικώς της ενάρξεως ισχύος της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση. Το Πρωτόκολλο υπ' αριθ. 2 υιοθέτησε κατ' ουσίαν την ίδια ερμηνεία με την απόφαση Barber και την απόφαση Ten Oever και μάλιστα την επεξέτεινε στο σύνολο των παροχών που καταβάλλονται από ένα επαγγελματικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και την ενσωμάτωσε στη Συνθήκη, πλην όμως, όπως και η απόφαση Barber, δεν έθιξε και ούτε επομένως ρύθμισε τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε αυτά τα επαγγελματικά συστήματα.
50 Επομένως, τα θέματα μιας τέτοιας υπαγωγής εξακολουθούν να διέπονται από την προαναφερθείσα Bilka, η οποία αφορά την παράβαση του άρθρου 119 της Συνθήκης από επιχείρηση η οποία, χωρίς λόγους που να δικαιολογούνται αντικειμενικά και να είναι ξένοι προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο, καθιέρωσε μια διαφορετική μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών, καθόσον απέκλειε μια κατηγορία εργαζομένων από συνταξιοδοτικό σύστημα επιχειρήσεως. Πρέπει να υπομνηστεί ότι η απόφαση Bilka δεν προβαίνει εξάλλου σε διαχρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων της ερμηνείας που δίδει στο άρθρο 119 της Συνθήκης.
51 Επομένως, στο έκτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το Πρωτόκολλο υπ' αριθ. 2 δεν έχει καμία επίπτωση στο δικαίωμα υπαγωγής σε ένα επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα, το οποίο εξακολουθεί να διέπεται από την απόφαση Bilka.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
52 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γερμανική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με απόφαση της 18ης Μαρτίου 1993 το Kantongerecht te Utrecht, αποφαίνεται:
1) Το δικαίωμα υπαγωγής σε ένα σύστημα επαγγελματικών συντάξεων εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ με αποτέλεσμα να καλύπτεται από την απαγόρευση των διακρίσεων που επιβάλλει το άρθρο αυτό.
2) Ο διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων της αποφάσεως Barber της 17ης Μαΐου 1990, C-262/88, δεν έχει εφαρμογή στο δικαίωμα υπαγωγής σε σύστημα επαγγελματικών συντάξεων.
3) Οι διαχειριστές ενός επαγγελματικού συνταξιοδοτικού συστήματος υποχρεούνται, όπως ακριβώς ο εργοδότης, να τηρούν τις διατάξεις του άρθρου 119 της Συνθήκης και ο εργαζόμενος που υφίσταται δυσμενή διάκριση μπορεί να προβάλει τα δικαιώματά του απευθείας κατά των εν λόγω διαχειριστών.
4) Το γεγονός ότι ο εργαζόμενος μπορεί να αξιώσει την αναδρομική υπαγωγή σε ένα σύστημα επαγγελματικών συντάξεων δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής των εισφορών που οφείλονται για τη χρονική περίοδο της αναδρομικής υπαγωγής.
5) Οι εθνικοί κανόνες που τάσσουν προθεσμίες ασκήσεως προσφυγής κατά το εσωτερικό δίκαιο είναι αντιτάξιμοι στους εργαζομένους που προβάλλουν δικαίωμα σε σύστημα επαγγελματικών συντάξεων, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω κανόνες δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί για αυτού τους είδους τις προσφυγές απ' ό,τι για τις παρόμοιες προσφυγές εσωτερικής φύσεως και ότι δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη την άσκηση του προβλεπομένου από το κοινοτικό δίκαιο δικαιώματος.
6) Το Πρωτόκολλο υπ' αριθ. 2 περί του άρθρου 119 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που είναι προσαρτημένο στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση, δεν έχει καμία επίπτωση στο δικαίωμα υπαγωγής σε ένα σύστημα επαγγελματικών συντάξεων, το οποίο εξακολουθεί να διέπεται από την απόφαση της 13ης Μαΐου 1986, 170/84, Bilka.
Full & Egal Universal Law Academy