Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων * Ποσοτικοί περιορισμοί * Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος * Απόλυτη απαγόρευση της εισαγωγής ζωντανών καραβίδων γλυκού νερού - Ανεπίτρεπτη * Δικαιολογία * Προστασία της υγείας και της ζωής των ζώων * Δεν υπάρχει
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 30 και 36)
Περίληψη
Το κράτος μέλος που απαγορεύει απολύτως και απεριφράστως τις εισαγωγές ζωντανών καραβίδων γλυκού νερού των ευρωπαϊκών ειδών, προελεύσεως κρατών μελών ή τρίτων χωρών, που βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των άλλων κρατών μελών, αν δεν γίνονται για σκοπούς έρευνας ή εκπαίδευσης, παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ, εφόσον, για την πρόληψη του κινδύνου εξαπλώσεως της πανώλους των καραβίδων και την προστασία των εγχωρίων ειδών από ενδεχόμενες γενετικές αλλοιώσεις, θα μπορούσε να λάβει μέτρα λιγότερο περιοριστικά του ενδοκοινοτικού εμπορίου, όπως υγειονομικό έλεγχο των εισαγομένων παρτίδων καραβίδων, απλώς δειγματοληπτικό οσάκις αυτές συνοδεύονται από πιστοποιητικό υγειονομικού ελέγχου, ή ρύθμιση της εμπορίας καραβίδων στο έδαφός του.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-131/93,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον J. L. Iglesias Buhigues, νομικό σύμβουλο, και την A. Bardenhewer, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγoυσα,
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπουμένης από τον E. Roeder, Ministerialrat στο ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, στη Βόννη,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, απαγορεύοντας * εφόσον δεν γίνονται για σκοπούς έρευνας ή εκπαίδευσης * τις εισαγωγές ζωντανών καραβίδων γλυκού νερού των ευρωπαϊκών ειδών, προελεύσεως κρατών μελών ή τρίτων χωρών, που βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των άλλων κρατών μελών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. F. Mancini, πρόεδρο τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, F. A. Schockweiler (εισηγητή), P. J. G. Kapteyn και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 18ης Μαΐου 1994,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 31 Μαρτίου 1993 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε προσφυγή, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, απαγορεύοντας * εφόσον δεν γίνονται για σκοπούς έρευνας ή εκπαίδευσης * τις εισαγωγές ζωντανών καραβίδων γλυκού νερού των ευρωπαϊκών ειδών, προελεύσεως κρατών μελών ή τρίτων χωρών, που βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των άλλων κρατών μελών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης.
2 Με τον πρώτον κανονισμό περί τροποποιήσεως του Bundesartenchutzverordnung (ομοσπονδιακή κανονιστική απόφαση περί προστασίας των ειδών, στο εξής: BArtSchV, BGBl I 1989, σ. 1525), που εκδόθηκε στις 24 Ιουλίου 1989 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Αυγούστου του ίδιου έτους, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας όρισε ως προϋπόθεση για την εισαγωγή όλων των ειδών ζωντανών καραβίδων την κατοχή αδείας που χορηγείται σύμφωνα με το άρθρο 21 b του Bundesnaturschutzgesetz (νόμος περί προστασίας της φύσεως, στο εξής: BNatSchG, όπως δημοσιεύθηκε στο BGBl I 1987, σ. 889). Κατά τη διάταξη αυτή, τέτοια άδεια χορηγείται μόνο για σκοπούς έρευνας ή εκπαίδευσης αντιθέτως η εισαγωγή ζωντανών καραβίδων για εμπορικούς σκοπούς, μεταξύ άλλων δε για την εναπόθεση σε ιδιωτικές δεξαμενές ή την κατανάλωση απαγορεύεται κατ' αρχήν, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 31, πρώτο εδάφιο, του BNatSchG, κατά το οποίο η υπηρεσία Bundesamt fuer Ernaehrung und Forstwirtschaft (Υπηρεσία Τροφίμων και Δασών, στο εξής: Bundesamt) μπορεί, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, να επιτρέψει παρέκκλιση από την απαγόρευση αυτή οσάκις η εφαρμογή της διατάξεως "θα κατέληγε σε υπερβολικά αυστηρή λύση, παρά τη βούληση του νομοθέτη".
3 Η Επιτροπή ιστορεί με την προσφυγή της ότι συνεπεία της μολύνσεως των υδάτων και ιδίως της πανώλους των καραβίδων (αφανομυκητίαση), η εξάπλωση της οποίας αποδίδεται κυρίως στην εισαγωγή μολυσμένων καραβίδων προελεύσεως Βόρειας Αμερικής, δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου πλέον στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, όπως και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, φυσικά λιμναία ύδατα όπου ζούν καραβίδες. Για τον λόγο αυτό, ο νόμος BArtSchV θεωρεί τις εγχώριες καραβίδες ως ιδιαιτέρως προστατευόμενα είδη, μάλιστα δε απειλούμενα με εξαφάνιση. Δεδομένου ότι τα εγχώρια είδη δεν επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εισάγει από χρόνια δεκάδες τόνους ζωντανών καραβίδων γλυκού νερού ετησίως.
4 Η θέση σε ισχύ της νομοθεσίας αυτής φαίνεται ότι έπληξε τις δραστηριότητες διαφόρων γερμανικών επιχειρήσεων που ειδικεύονται στην εισαγωγή ζωντανών καραβίδων, ο κύκλος εργασιών των οποίων μειώθηκε αισθητά μέχρι σημείου να απειλείται η επιβίωσή τους, οι δε επιχειρηματίες προσέφυγαν στα εθνικά δικαστήρια με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί η υπηρεσία Bundesamt να εφαρμόζει προσωρινά στις εισαγωγές την εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 31 του νόμου BNatSchG και να χορηγεί στους επιχειρηματίες, μέχρι στιγμής, άδειες εισαγωγής καραβίδων εξάμηνης μόνον ισχύος που αναφέρουν την ακριβή εισαγομένη ποσότητα, τη χώρα καταγωγής και το συγκεκριμένο είδος. Οι άδειες αυτές περιέχουν επίσης τον όρον ότι οι καραβίδες θα πωληθούν μόνο στον τελικό αγοραστή * αποκλειομένων των χονδρεμπόρων και των μεταπωλητών * ο οποίος καλείται να λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα προλήψεως και απολυμάνσεως, να αποφύγει την ελευθέρωση των ελευθέρων καραβίδων και να φροντίσει ώστε το νερό εντός του οποίου διατηρήθηκαν οι καραβίδες να απολυμανθεί πριν χυθεί. Σε περίπτωση παραβάσεως των όρων αυτών η άδεια μπορεί να ανακληθεί.
5 Με την προσφυγή της η Επιτροπή υποστήριξε κατά τα ουσιώδη ότι η επίδικη γερμανική νομοθεσία δεν συμβιβάζεται προς τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης διότι εμποδίζει τις εισαγωγές ζωντανών καραβίδων γλυκού νερού καταγωγής άλλων κρατών μελών ή ευρισκομένων σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός αυτών και ότι υπερακοντίζει την ανάγκη της αποτελεσματικής προστασίας των εγχωρίων ειδών καραβίδων από την πανώλη και από τους κινδύνους αλλοιώσεως της πανίδας.
6 Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει αντιθέτως ότι, λόγω του ότι χορηγήθηκαν πολλές άδειες στους εισαγωγείς κατά παρέκκλιση από την προσαπτομένη απαγόρευση, η επίδικη νομοθεσία ούτε απέκλεισε όλες τις εισαγωγές καραβίδων ούτε στεγανοποίησε τη γερμανική αγορά. Η καθής κυβέρνηση προσέθεσε ότι εν πάση περιπτώσει η νομοθεσία αυτή εδικαιολογείτο μέχρι τέλος του 1992 βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης, δεδομένου ότι το επίδικο μέτρο ήταν απαραίτητο για την αποτελεσματική και μακρόχρονη προστασία των αποθεμάτων καραβίδων στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία από την πανώλη και για τη διατήρηση της γενετικής τους ταυτότητας. Η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση αναγνώρισε πάντως ότι από 1ης Ιανουαρίου 1993, οπότε έπρεπε να είχε μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο η οδηγία 91/67/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 1991, σχετικά με τους όρους υγειονομικού ελέγχου που διέπουν τη διάθεση στην αγορά ζώων και προϊόντων υδατοκαλλιέργειας (ΕΕ L 46, σ. 1), δεν δικαιολογείται πλέον η απαγόρευση της εισαγωγής καραβίδων για την πρόληψη επιζωοτίας. Κατά συνέπεια, κινήθηκε η διαδικασία τροποποιήσεως του BArtSchV και, μέχρις ότου ολοκληρωθεί, δόθηκε εντολή στις αρμόδιες αρχές να απαλλάσσουν τους ενδιαφερομένους, κατόπιν αιτήσεώς τους, από την υποχρέωση κατοχής αδείας για την εισαγωγή ζωντανών καραβίδων στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία.
7 Για να εκτιμηθεί το βάσιμο της αιτιάσεως της Επιτροπής πρέπει να σημειωθεί, πρώτον, ότι τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των προϊόντων αλιείας που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3796/81 του Συμβουλίου, της 29ης Δεκεμβρίου 1981 (ΕΕ L 379, σ. 1).
8 Συγκεκριμένα, ακόμη και αν οι διατάξεις του κανονισμού αυτού δεν διατυπώνουν ρητά την απαγόρευση των ποσοτικών περιορισμών επί των εισαγωγών καθώς και των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος όσον αφορά το ενδοκοινοτικό εμπόριο, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 38 έως 46 και 8, παράγραφος 7, της Συνθήκης προκύπτει ότι η απαγόρευση αυτή απορρέει, το αργότερο μετά την παρέλευση της μεταβατικής περιόδου, αυτοδικαίως από τις διατάξεις της Συνθήκης, όπως υπογραμμίζεται εξάλλου στην τριακοστή αιτιολογική σκέψη του προπαρατεθέντος κανονισμού 3796/81 (βλ. απόφαση της 25ης Μαΐου 1993, C-228/91, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή σ. Ι-2701, σκέψη 11).
9 Πρέπει να σημειωθεί εν συνεχεία ότι το επίδικο γερμανικό μέτρο έχει ως αποτέλεσμα ότι παρακωλύει το ενδοκοινοτικό εμπόριο, καθόσον απαγορεύει την εισαγωγή για εμπορικούς σκοπούς ζωντανών καραβίδων γλυκού νερού που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος ή από τρίτη χώρα και βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας.
10 Συνεπώς, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η νομοθεσία αυτή εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 30 της Συνθήκης, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται αδιακρίτως στα προϊόντα καταγωγής της Κοινότητας και σ' αυτά που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών, ανεξαρτήτως της αρχικής τους καταγωγής (βλ. απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1986, 41/76, Donckerwolcke, Συλλογή τόμος 1976, σ. 719, σκέψη 18).
11 Το συμπέρασμα αυτό δεν επηρεάζεται καθόλου από το στοιχείο που επικαλείται η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση, ότι δηλαδή οι αρμόδιες εθνικές αρχές έκαναν ευρεία χρήση της δυνατότητας παρεκκλίσεως που προβλέπει η γερμανική νομοθεσία, χορηγώντας μεταξύ Ιανουαρίου 1989 και Ιουνίου 1993, άδειες εισαγωγής για συνολική ποσότητα 961 400 Kg καραβίδων, τις οποίες εξάλλου οι συγκεκριμένοι εισαγωγείς δεν χρησιμοποίησαν εξ ολοκλήρου.
12 Πράγματι, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο (βλ. μεταξύ άλλων, απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 1983, 124/81, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή, σ. 203, σκέψεις 9 και 10), το άρθρο 30 της Συνθήκης εμποδίζει την εφαρμογή, στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, μιας εθνικής νομοθεσίας που απαιτεί έστω και τελείως τυπικά άδειες εισαγωγής ή κάθε άλλη παρόμοια διαδικασία και ότι ένα μέτρο κράτους μέλους δεν διαφεύγει από την απαγόρευση αυτή από μόνο το γεγονός ότι η αρμόδια αρχή διαθέτει τη διακριτική ευχέρεια να χορηγεί απαλλαγές.
13 Δεδομένου ότι η Γερμανική Κυβέρνηση, προκειμένου να αιτιολογήσει την οικεία νομοθεσία που διέπει τις εισαγωγές ζωντανών καραβίδων γλυκού νερού, προέβαλε λόγους προστασίας της υγείας και της ζωής των ζώων καθώς και διατηρήσεως των ειδών της εγχώριας πανίδας, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω αν το επίδικο σύστημα βρίσκεται εντός των ορίων των εξουσιών που διαθέτουν τα κράτη μέλη για την επίτευξη αυτών των στόχων.
14 Η προπαρατεθείσα οδηγία 91/67 εκδόθηκε μετά τη διατύπωση της αιτιολογημένης γνώμης της Επιτροπής στην υπό κρίση υπόθεση. Η προθεσμία για τη μεταφορά της στο δίκαιο των κρατών μελών παρήλθε στις 31 Δεκεμβρίου 1992.
15 Η Κοινότητα δεν είχε δηλαδή ακόμη κοινούς εναρμονισμένους κανόνες στον τομέα του υγειονομικού ελέγχου των ζώων υδατοκαλλιέργειας, στα οποία υπάγονται οι καραβίδες, όταν προσδιορίστηκε το αντικείμενο της υπό κρίση διαφοράς κατά τη διοικητική διαδικασία που προηγήθηκε της ασκήσεως της προσφυγής.
16 Υπό τις συνθήκες αυτές, τα κράτη μέλη είχαν την εξουσία να καθορίζουν το επίπεδο προστασίας της υγείας και της ζωής των ζώων στον τομέα αυτό που επιθυμούσαν να εξασφαλίσουν, λαμβάνοντας συγχρόνως υπόψη τις απαιτήσεις της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας.
17 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι το επίδικο εθνικό μέτρο αποσκοπεί στην προστασία της υγείας και της ζωής των εγχωρίων καραβίδων, οπότε εμπίπτει στην εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 36 της Συνθήκης.
18 Ωστόσο, μια νομοθεσία που περιορίζει το ενδοκοινοτικό εμπόριο, τότε μόνο συμβιβάζεται προς τη Συνθήκη αν είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική προστασία της υγείας και της ζωής των ζώων. Δεν εμπίπτει δηλαδή στην εξαίρεση του άρθρου 36 οσάκις ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί, με την ίδια αποτελεσματικότητα, με μέτρα λιγότερο περιοριστικά του ενδοκοινοτικού εμπορίου.
19 Πρέπει επομένως να εξεταστεί αν οι επίδικοι περιορισμοί της γερμανικής νομοθεσίας συνάδουν προς την αρχή της αναλογικότητας.
20 Συναφώς, η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι η απόλυτη απαγόρευση της εισαγωγής ζωντανών καραβίδων γλυκού νερού ήταν το μόνο αποτελεσματικό μέτρο προστασίας των εγχωρίων καραβίδων από την αφανομυκητίαση, καθόσον φορείς του ιού της πανώλους μπορούν να είναι όχι μόνον τα ζώα προελεύσεως τρίτων χωρών, αλλά και τα είδη που κατάγονται από άλλα κράτη μέλη. Εξάλλου η επίδικη νομοθεσία είναι αναγκαία προκειμένου να περιοριστεί στο μέτρο του δυνατού ο πολλαπλασιασμός μη εγχωρίων ειδών στα γερμανικά φυσικά ύδατα ώστε να προστατευθεί η γενετική ταυτότητα των εγχωρίων καραβίδων από τις αλλοιώσεις της πανίδας τις οποίες προκαλεί η εισαγωγή στο εθνικό έδαφος ζώων του ίδιου είδους αλλά διαφορετικής καταγωγής. Η απαγόρευση εισαγωγής ζωντανών καραβίδων γλυκού νερού δικαιολογείται επίσης βάσει του άρθρου 15 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3626/82 του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 1982, για την εφαρμογή στην Κοινότητα της σύμβασης για το διεθνές εμπόριο των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση (ΕΕ L 384, σ. 1).
21 Το τελευταίο αυτό επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί εκ προοιμίου.
22 Πράγματι, όπως ορθά υπογράμμισε η Επιτροπή, το άρθρο 15, παράγραφος 1, του προπαρατεθέντος κανονισμού 3626/82 ορίζει ρητά ότι αν ένα κράτος μέλος λαμβάνει ή διατηρεί, με σκοπό ιδίως τη διατήρηση των εγχωρίων ειδών, μέτρα αυστηρότερα από αυτά που προβλέπει ο κανονισμός, οφείλει να σέβεται τη Συνθήκη και ειδικότερα το άρθρο 36.
23 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η απόλυτη απαγόρευση εισαγωγής που ισχύει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αποτελεί μέτρο αυστηρότερο από τα μέτρα που προβλέπει ο προπαρατεθείς κανονισμός 3626/82.
24 Σχετικά με την πρόληψη του κινδύνου εξαπλώσεως της πανώλους των καραβίδων και την προστασία από την αλλοίωση της πανίδας, η Επιτροπή υποστήριξε ότι ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί με μέτρα που έχουν αποτελέσματα λιγότερο περιοριστικά επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου.
25 Αντί δηλαδή να απαγορεύσει απόλυτα και απερίφραστα την εισαγωγή κάθε είδους ζωντανών καραβίδων γλυκού νερού, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας θα μπορούσε απλώς να υποβάλει σε υγειονομικό έλεγχο τις παρτίδες καραβίδων προελεύσεως άλλων κρατών μελών ή ευρισκομένων σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας και να διενεργεί μόνο δειγματοληπτικούς ελέγχους στην περίπτωση όπου οι παρτίδες συνοδεύονται από πιστοποιητικό υγειονομικού ελέγχου των αρμοδίων αρχών του κράτους μέλους αποστολής, που βεβαιώνει ότι το συγκεκριμένο προϊόν δεν παρουσιάζει κανένα κίνδυνο για την υγεία ή απλώς να ρυθμίσει την εμπορία καραβίδων στο έδαφός της, συγκεκριμένα εξαρτώντας από την κατοχή αδείας μόνον την εναπόθεση στα εσωτερικά ύδατα ειδών που μπορεί να είναι φορείς του ιού της πανώλους και περιορίζοντας την ελευθέρωση των ζώων καθώς και την εναπόθεσή τους σε ζώνες όπου ζουν εγχώρια είδη.
26 'Ομως, η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση δεν απέδειξε με τρόπο πειστικό ότι τέτοιου είδους μέτρα, συνεπαγόμενα λιγότερο σοβαρούς περιορισμούς για το ενδοκοινοτικό εμπόριο, δεν ήταν κατάλληλα για την αποτελεσματική προστασία των συμφερόντων που επικαλείται.
27 Εξάλλου οι όροι που επιβάλλονται στους εισαγωγείς στο πλαίσιο του συστήματος αδειών που εφαρμόζουν οι γερμανικές αρχές προκειμένου να μετριάσουν την αυστηρότητα της απαγορεύσεως των εισαγωγών που προβλέπει η ομοσπονδιακή νομοθεσία, να υποχρεώνονται δηλαδή οι επιχειρηματίες να τηρούν όλα τα υγειονομικά μέτρα, να χρησιμοποιούν τις εισαγόμενες καραβίδες κατά τρόπον ώστε να αποφεύγεται η ελευθέρωσή τους στο φυσικό περιβάλλον και να απολυμαίνουν τα ύδατα εντός των οποίων διατηρήθηκαν αυτές, αποδεικνύουν ότι η ίδια η καθής κυβέρνηση φρονεί ότι τα μέτρα αυτά, που περιορίζουν λιγότερο το ενδοκοινοτικό εμπόριο από την απόλυτη απαγόρευση των εισαγωγών, αρκούν για την επίτευξη του στόχου της προστασίας των εγχωρίων καραβίδων από την πανώλη και από την αλλοίωση της πανίδας.
28 Επομένως, η αιτίαση της Επιτροπής είναι βάσιμη.
29 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να αναγνωριστεί η παράβαση σύμφωνα με το αίτημα της Επιτροπής.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
30 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, απαγορεύοντας * εφόσον δεν γίνονται για σκοπούς έρευνας και εκπαίδευσης * τις εισαγωγές ζωντανών καραβίδων γλυκού νερού των ευρωπαϊκών ειδών, προελεύσεως των κρατών μελών ή τρίτων χωρών, που βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των άλλων κρατών μελών παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2) Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy